27 Οκτ 2013

Arcade Fire: Μια δεκαετία στην δισκογραφία και άλλες ιστορίες


Ας μην ντραπούμε να το παραδεχτούμε. Το βραβείο Grammy για το άλμπουμ της χρονιάς που κέρδισαν το 2011 με το “The Suburbs”, η διάθεση «και τώρα ας σώσουμε τον κόσμο» και οι δεκάδες new best friends που συσσωρεύονται στις πρώιμες εκφράσεις του “Reflektor” με τη μορφή cameo εμφανίσεων σε βίντεοκλίπ – υπερπαραγωγές καθιστούν τους Arcade Fire τους νέους U2. Κάποιοι είχαν τολμήσει να κάνουν την σύγκριση πολύ νωρίς, από τα τέλη της περασμένης δεκαετίας, μετά το “Neon Bible”. Οι περισσότεροι την παραδέχονται ως επιτυχημένη τώρα.

Αλλά αυτό το «νέοι U2» είναι άραγε μομφή; Είναι έπαινος; Είναι απλά μια σύγκριση; Του τύπου «η ιστορία επαναλαμβάνεται»; Νιώθω ότι είναι μια μείξη των τριών. Εκκινώντας από το τελευταίο, από την προβολή ενός στιβαρού παρόντος σ’ ένα αβέβαιο μέλλον, παλιοί φίλοι και όψιμοι εχθροί καταλογίζουν ήδη στους Arcade Fire όσα σιχαίνονται στον Bono και την παρέα του. Την ίδια ώρα, όμως, παραδέχονται το παρόν μεγαλείο τους, γιατί πολύ απλά η απογοήτευση για τα κακά που έπονται δεν θα είχε βάση αν τα τωρινά καλά δεν ήταν τόσα, μα τόσα πολλά.

Φοβάμαι ότι το “Reflektor” που κυκλοφορεί στις 28 Οκτωβρίου θα οπλίσει με πιο κοφτερά βέλη τη φαρέτρα των πολεμίων. Από τις μέχρι σήμερα διαρροές του, μοιάζει ικανό να αποτελέσει το “Rattle and Hum” –ή ακόμη χειρότερα, το “Pop”- των Τεξανοκαναδών και, κυρίως, τις εποχές που αυτά τα δύο άλμπουμ όρισαν για τον δημιουργό τους. Αλλά τα δείγματα είναι ακόμη μικρά και η επαφή μας μ’ αυτά λίγο βιαστική, λίγο αμήχανη, οπότε δεν αξίζει να κάνουμε εικασίες. Η αλήθεια κρύβεται μόλις μέρες κοντά.

Κρατάμε, λοιπόν, από την σύγκριση με τους U2 το πρώτο κομμάτι, αυτό του χτισίματος του θρύλου, και το αναλύουμε με την ελπίδα οι χειραψίες με πλανητάρχες και οι αλλαγές έδρας για την αποφυγή φόρων δεν θα αποτελέσουν μέρος του κάδρου για τους Arcade Fire στη συνέχεια. Μια δισκογραφική δεκαετία θα κλείσει σε λίγες μέρες και μια νέα θα ξεκινήσει με το “Reflektor”. Αυτή που θα πακετάρουμε και θα βάλουμε στο ράφι ήταν τόσο συγκλονιστική που αξίζει να κλέψει λίγο ακόμη την παράσταση, πριν η επόμενη κυριαρχήσει σε όλο το μουσικό σύμπαν. Αν θες να το παίξουμε κι άλλο με όρους U2, σκέψου “Boy” και “War” και “The Unforgettable Fire” και “The Joshua Tree” και σταμάτα εκεί. Δεν είσαι έτοιμος να τους συγχωρέσεις τα πάντα;


 2003 – “Arcade Fire”

 


Ένα ευμέγεθες ΕΡ που πούλησε λίγες εκατοντάδες (ασύλληπτα συλλεκτικά πια) κομμάτια και που μας εισάγει στον ανθεμικό, αποκαλυπτικό – ήχο κατατεθέντα τους. Με κορυφαία στιγμή το “No Cars Go”, το μόνο κομμάτι που βρήκε στέγη και σε μεταγενέστερο άλμπουμ τους (στο “Neon Bible”). Αλλά και με τις απαραίτητες συστάσεις: Της Régine Chassagne ως μιας μείξης Bjork (στο “Woodlands National Anthem”) και Elizabeth Fraser (στο "Headlights Look Like Diamonds") και του Win Butler ως του ανήσυχου νέου, λίγο απροσάρμοστου, λίγο ιδιοφυίας, που δεν διστάζει να λέει στα μούτρα σου, έξω από τα δόντια αλήθειες που δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς το βράδυ.


2004 – “Funeral”

 


 Το άλμπουμ της περασμένης δεκαετίας σύμφωνα με τους Έλληνες bloggers που το αποθέωσαν στην «διπλή» Blogovision του 2009, αλλά και σύμφωνα με τα περισσότερα μουσικά sites και περιοδικά. Καθιέρωσε τον ήχο των Arcade Fire ως αυτόν που ορίζει τα νέα δεδομένα για μια ολόκληρη γενιά μουσικών. Βαθιά συναισθηματικό, βαθιά επηρρεασμένο από τις ταυτόχρονες απώλειες συγγενών των μελών της μπάντας, βαθιά μεταφορικό, περισσότερο αποκαλυπτικό και από το ΕΡ τους της προηγούμενης χρονιάς, ήταν για τα ‘00s ό,τι και το διαχρονικά υπέροχο “Dog Man Star” των Suede για την προηγούμενη δεκαετία: Μια ρομαντική, σχεδόν ασύνδετη νότα, σε ένα κυνικό περιβάλλον. Που όμως έδενε άριστα με το τριγύρω του σύμπαν. Περιέχει 10 τραγούδια, αριστουργήματα όλα, το ένα καλύτερο από το άλλο, με το “Wake Up” να ξεχωρίζει μεταξύ τους, όχι γιατί είναι ανώτερο, αλλά γιατί στην λαμπρή τους live εξέλιξη στη συνέχεια έγινε ο απόλυτος συναυλιακός τους ύμνος, χαράσσοντας ανεξίτηλες αναμνήσεις σε όσους είχαν την τύχη να τους δουν ποτέ ζωντανά.


2007 – “Neon Bible”

 


Δεν το είχα εκτιμήσει δεόντως όταν κυκλοφόρησε (με την έννοια ότι ήταν απλά ένα από τα top 5 άλμπουμ μου εκείνης της χρονιάς και όχι ξεκάθαρα το κορυφαίο), ίσως γιατί κουβαλούσε την προκατάληψη για το «δύσκολο δεύτερο δίσκο». Ίσως γιατί πήγαινε την έννοια «επικό» ένα (δυσκολοχώνευτο) βήμα πιο πέρα. Ίσως γιατί η παρουσία του Win Butler γινόταν τόσο κυρίαρχη που λίγο ενοχλούσε. Σήμερα τολμώ να πω ότι το “Neon Bible” είναι η κορυφαία δισκογραφική δουλειά των Arcade Fire, αυτή που επηρρέασε όσο καμμία άλλη τις χιλιάδες indie rock μπάντες που τους κουβαλάνε (ευχή και κατάρα) ως βασική επιρροή. Και δεν το λέω μόνο εγώ. Μετά την ευρεία αποδοχή του “The Suburbs”, το “Neon Bible” έγινε εύκολα το «νέο» “Funeral”. Κατ’ αρχάς περιέχει τα “Windowsill” και “My Body Is A Cage”, τα δύο πιο συνταρακτικά, ειλικρινή και ανόθευτα τραγούδια που (πιθανότατα) θα γράψουν ποτέ.


2010 – “The Suburbs”

 


Όλα αυτά τα μαγικά, όμως, που περιγράφαμε παραπάνω, έπρεπε κάποια στιγμή να ανοίξουν και στον πολύ κόσμο. Όχι πρόστυχα, όχι σαν αυθάδικα μπούτια μιας εύκολης γκόμενας που καταφεύγει στο υπερβολικό μίνι κάθε φορά που έχει ανάγκες. Με το τρίτο τους άλμπουμ, οι Arcade Fire μεταμορφώνονται στον καθηγητή που μετατρέπει ένα δύσκλο μάθημα χημείας σε μια αξεπέραστη εμπειρία, σαγηνεύοντας μαθητές και κάνοντας όλους τους συναδέλφους του να ζηλεύουν. Ένας αποδεκτός U2ισμός οδηγεί και στο (αναπάντεχο για τους fans του Justin Bieber βραβείο Grammy), αλλά κυρίως απαλάσσει την «ανεξάρτητη ροκ» από την ανάγκη να είναι πάντα ακαταλαβίστικα πρωτοπόρα για να είναι αποδεκτή. Οι Arcade Fire αποκαλύπτουν την συνταγή για το τέλειο άλμπουμ, αυτό που συνδυάζει την εμπορικότητα με την συνθετική καινοτομία (του “Modern Man” ή του “Sprawl II” ας πούμε), αποδεικνύοντας ότι τίποτε δεν είναι ακατόρθωτο και κυρίως ότι διαθέτουν πολύ περισσότερα ταλέντα απ’ όσα νομίζαμε.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

26 Οκτ 2013

Τι ακούγαμε σαν σήμερα πριν 1, 10, 20, 30 χρόνια


Προσοχή: Το τριπάρισμα που καταγράφεται στη συγκεκριμένη σελίδα πρόκειται για προσωπική εμπειρία. Πιθανώς πολλοί να ταυτιστούν. Αλλά σίγουρα πολλοί περισσότεροι θ’ αρχίσουν τα «πού ‘ναι ρε οι Tame Impala / Strokes / Danii Minogue / Hüsker Dü;» Δεν τα γράφω για να απεικονίσω τη συλλογική μας εμπειρία. Μην τα διαβάσεις αν είναι να πάρεις θέση. Διάβασέ τα ως μια υπόμνηση και μια πρόσκληση να ταξιδέψεις και στο δικό σου memory lane, να ψαρέψεις τα top των Οκτώβρηδών σου και να τα μοιραστείς μαζί μας.

 2012 Bat For Lashes – “The Haunted Man”


Γιατί; 
Γιατί, όπως έχω ξαναγράψει, ακόμη και το χειρότερο άλμπουμ της Bat For Lashes είναι καλύτερο από το 99% της σοδειάς μιας ολόκληρης χρονιάς. Σάρωσε εύκολα τον περσινό μου Οκτώβρη, πάνω από αριστούργήματα τύπου “Lonerism” (Tame Impala) και “Allelujah! Don’t bend! Ascend!” (Godspeed You! Black Emperor). Ο καθένας μας έχει τα προσωπικά του κολλήματα και η απέριττη, αιθέρια, αναπολική, νεραϊδένια pop της Natasha Khan είναι ένα από τα δικά μου.

Τι έγραψε η ιστορία;
Ήταν το τρίτο άλμπουμ της Bat For Lashes (κατά κόσμον Natasha Khan) μετά τα αριστουργήματα “Fur and Gold” (2006) και “Two Suns” (2009). Αλλά το μοναδικό που δεν την έφερε υποψήφια για το βραβείο Mercury. Έφτασε στο νούμερο 6 του βρετανικού chart (που δεν το λες και κακή επίδοση), έγινε η πιο επιτυχημένη της δουλειά εμπορικά σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Επίσης, έκλεισε την 20άδα της δικής μας Blogovision (με τους οκτωβριανούς του αντιπάλους να τα πηγαίνουν αρκετά καλύτερα, είναι η αλήθεια -5η θέση για τους Tame Impala και 10η για τους GY!BE).

Must listen; 
Το «όσο πιο Bat For Lashes γίνεται» “Lillies”, με το οποίο το άλμπουμ σε υποδέχεται στη μοναδική του μυσταγωγία. Σιγά σιγά στην αρχή, εκρηκτικά, αλλά πάντα ελεγχόμενα στη συνέχεια και μέχρι το τέλος.


2003 Coheed and Cambria – “In Keeping Secrets of Silent Earth: 3”


Γιατί; 
Γιατί πριν 10 χρόνια το emo ήταν κυρίαρχο. Και αυτό είναι το κορυφαίο emocore άλμπουμ όλων των εποχών. Μόνο μην το πεις στους ίδιους, που προτιμούν να το ορίζουν σαν μια μείξη metal, pop και punk (δηλαδή αυτό που ορίζει το emo, αλλά τέλος πάντων).

Τι έγραψε η ιστορία;
Η ιστορία είναι λίγο μπερδεμένη, είναι η αλήθεια. Το “In Keeping…” ήταν στην ουσία το τρίτο μέρος (εξ ου και το 3 στον τίτλο) μιας τετραλογίας από concept albums γύρω το “The Amory Wars”, μια σειρά κόμικς που έγραφε ο frontman του γκρουπ Claudio Sanchez. Όμως κυκλοφόρησε δεύτερο στη σειρά... Η τετραλογία στην πορεία μεγάλωσε και οι Coheed and Cambria έχουν πια φτάσει τα επτά στούντιο άλμπουμ με θεματική γύρω από τη βιβλία κόμικς του Sanchez. Πρακτικά το γκρουπ είναι ένα side project του κομίστα που φτιάχτηκε για να προμοτάρει την άλλη του δουλειά, αλλά τελικά έγινε πολύ σπουδαιότερο από τις σελίδες του. Το “In Keeping…” έγινε εύκολα χρυσό στις ΗΠΑ, όπου το emo ήταν η απόλυτη τρέλλα της εποχής και θεωρείται ένα από τα κορυφαία σύγχρονα prog metal άλμπουμ.

Must listen;
Το ομώνυμο “In Keeping Secrets of Silent Earth: 3” είναι ένα οκτάλεπτο και βάλε έπος, που αποτέλεσε και το τρίτο single του δίσκου. Πήγε, πάντως, άπατο στα charts, αφού η τεράστια διάρκειά του και οι συνεχείς εναλλαγές στα μουσικά του θέματα το κάνουν με διαφορά το πιο δύσκολο (αλλά και ανεκτίμητης αξίας) κομμάτι που έγραψαν οι Coheed and Cambria.


1993 The Afghan Whigs - Gentlemen


Γιατί;
Ανόητη ερώτηση. Γιατί πολύ απλά πρόκειται για έναν από τους κορυφαίους δίσκους της δεκαετίας του ’90 (αν όχι τον κορυφαίο, για όσους μπορούν να κρίνουν τα πράγματα μακριά από τους συμβολισμούς της αυτοκτονίας του Cobain ή της εμπορικής επιτυχίας των Pearl Jam και της αναγνώρισης των Radiohead πιο μετά). Γιατί το δημιουργικό μεγαλείο του Greg Dulli βρίσκεται στο απώγειό του συνθετικά και στιχουργικά –κυρίως το δεύτερο- αποδίδοντας όχι τραγούδια, αλλά βαθιές πληγές που παραμένουν σημάδια ανεξίτηλα, δεκαετίες αργότερα, κάνοντας το “Gentlemen” ένα άκουσμα διαχρονικό, πολύ πιο συναφές με το σήμερα απ’ ότι είναι ακόμη και το αγαπημένο μου άλμπουμ εκείνης της δεκαετίας, το “Ten” των Pearl Jam. Δεν συζητάμε καν, βέβαια, το πόσο απείχε απ’ ο,τιδήποτε είχε κυκλοφορήσει εκείνο τον Οκτώβριο...

Τι έγραψε η ιστορία; 
Το “Gentlemen” ήταν το τέταρτο άλμπουμ των Afghan Whigs. Την παραγωγή είχε κάνει ο ίδιος ο Dulli. Ήταν το σημείο που η μπάντα μετατράπηκε από ένα συνηθισμένο garage punk γκρουπ σε αυτό το μοναδικό αμάλγαμα από διάφορα είδη που τους χάρισε ένα φανατικό κοινό και τους καθιέρωσε ως cult, με την καλή έννοια. Την προηγούμενη χρονιά είχαν κυκλοφορήσει το “Congregation” όπου για πρώτη φορά έμπλεξαν τα soul στοιχεία με την garage punk τους, αλλά στο “Gentlemen” πήγαν ένα βήμα παραπέρα, επηρεασμένοι και από την σκηνή του Seattle. Οι κριτικοί παραληρούσαν, αλλά τα βασανιστικά του ερωτήματα, αυτές οι υπαρξιστικές αναζητήσεις με τον τρόπο που τις ξερνούσε ο Dulli, συγκρινόμενα με την πολύ πιο ωμή αντιμετώπιση από μπάντες σαν τους Nirvana, το κράτησαν μακριά από την εμπορική επιτυχία, παρότι το άλμπουμ είχε κυκλοφορήσει από μια μεγάλη δισκογραφική, σαν την Elektra.

Must listen; 
Το “What Jail Is Like” σερβίρεται ως το πιο εύπεπτο κομμάτι του “Gentlemen”. Καταλαβαίνεις βέβαια από τον τίτλο του ότι ούτε κι αυτό είναι κάποιο τσιχλοφουσκέ τραγουδάκι για χορό. Το πιάνο στο φόντο είναι απλά η δικαιολογία, η παραχώρηση του Dulli για το πιο ωμό και ακατέργαστο τελικά κομμάτι του δίσκου, που σε πιάνει από το λαιμό και χώνεται με μανία μέσα σου, μολύνοντάς σε για πάντα.


1983 Cocteau Twins - Head over Heels


Γιατί; 
Γιατί είναι το άλμπουμ που όρισε την ταυτότητα της 4AD και όλων των αριστουργημάτων που ακολούθησαν από την εν λόγω δισκογραφική. Γιατί τα ‘80s δεν ήταν μόνο Bananarama και “Final Countdown”. Γιατί ο Οκτώβριος του ’83 ήταν ένας σπουδαίος δισκογραφικά μήνας (είχε Genesis, Bob Dylan, Cyndi Lauper, Culture Club, Level 42), αλλά με ποιο άλλο παιδί του θα αναφωνούσες σήμερα «πλάκα κάνεις!», μην μπορώντας καν να πιστέψεις πως αυτό το έξοχο άκουσμα γράφτηκε πριν τριάντα ολόκληρα χρόνια;

Τι έγραψε η ιστορία; 
Το “Head Over Hills” ήταν το δεύτερο άλμπουμ της Elizabeth Fraser και του Robin Guthrie. Δεν ήταν ένα εύκολο άκουσμα για τη εποχή του. Το έλεγες και goth σε μια περίοδο που όλα ήταν ροζ, με παγιέτες, με βάτες... Οι ίδιοι οι Cocteau Twins θα το βάπτιζαν dream pop σήμερα, αλλά ακόμη και η έννοια dream pop δεν ήταν ευπώλητη το 1983. Αυτό που έχει περισσότερη σημασία είναι ότι το αραχνιασμένο, αιθέριο, μυσταγωγικό στυλ των Cocteau Twins και αυτά τα απίστευτα φωνητικά της Fraser όρισαν σε πολύ μεγάλο βαθμό το μυστηριώδη χαρακτήρα της 4AD. Ένας χαρακτήρας που επιβεβαιώνεται ακόμη και σήμερα από καλλιτέχνες όπως οι Deerhunter, οι National, ο Bon Iver, ή η Grimes. Αλλά δεν ήταν μόνο τα «παιδιά» τους στην 4AD. Ήταν και οι τόσοι άλλοι σπουδαίοι που επηρρεάστηκαν από τον ήχο των Cocteau Twins, όπως διαμορφώθηκε στο “Head Over Hills”. Η λίστα είναι ατελείωτη, αλλά μερικά ενδεικτικά ονόματα είναι των Bjork, My Bloody Valentine, Massive Attack, Portishead, Boards of Canada…

Must listen; 
Στο “Sugar Hiccup” η Fraser επιτρέπει στο κοινό μια και μοναδική ευκαιρία να έρθει κοντά της. Πουθενά στον υπόλοιπο δίσκο δεν είναι τόσο προσιτή όσο εδώ. Για όποιον δεν είναι εξοικειωμένος με τον ήχο των Cocteau Twins το 1983, αυτό το κομμάτι είναι η καλύτερη εισαγωγή.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

24 Οκτ 2013

Anna Calvi - One Breath

Anna Calvi
One Breath
(Οκτώβριος 2013)


Στο σύγχρονο δικαστήριο επιλογών καλλιτεχνικής καριέρας, ένας μουσικός συνήθως εγκαλείται για προδοσία όταν στο «δύσκολο» δεύτερο άλμπουμ του καταφεύγει στις εμπορικές των οδών. Όσο πιο ακατέργαστο και αυθεντικό είναι το ντεμπούτο του, συνήθως τόσο μεγαλύτερη αποθέωση απολαμβάνει από τους πιτσφορκολάτρεις μουσικόφιλους ή μουσικοκριτικόφιλους. Κι αν το δεύτερο τολμήσει να παρουσιαστεί με μια λουστραρισμένη παραγωγή ή με κανα πιασάρικο ρεφρέν –να αποκλίνει, τέλος πάντων, από την αγριάδα και το ύφος «πρέπει να με κατακτήσεις» του πρώτου-, τότε οι κριτικές έρχονται σαν αλλεπάλληλοι κόλαφοι.

Θα έχει, λοιπόν, πολύ πλάκα να δούμε τις αντιδράσεις στο “One Breath”. Γιατί η Anna Calvi διάλεξε τον αντίθετο δρόμο. Ενώ, δηλαδή, μας παρουσιάστηκε ντυμένη στα καλά της πριν δύο χρόνια (με το άλμπουμ που προσωπικά θεώρησα το καλύτερο εκείνης της χρονιάς και του χάρισα το #1 της Blogovision μου), σήμερα επανέρχεται με ρούχα σκισμένα, με το πρόσωπο γεμάτο λάσπη, τα μαλλιά άλουστα. Απρόσιτη ήταν έτσι κι αλλιώς. Μόνο που την πρώτη φορά το πετύχε εκπέμποντας σεβασμό. Στο “One Breath” (το ακούτε ολόκληρο εδώ) το πετυχαίνει εκπέμποντας ωμότητα.

Για να ξαναγυρίσω σε αυτά που έγραφα στην αρχή, εμένα καθόλου δεν με πειράζει όταν ένας μουσικός αποφασίζει να πάρει την πιο εμπορική οδό. Συνήθως αυτό σημαίνει ότι τα στοιχεία εκείνα που βρίσκονται κρυμμένα πίσω από θορύβους και ακαταλαβίστικες ψαγμενιές στην αρχή τους καριέρας του, ανεβαίνουν στην επιφάνεια και παίζουν σημαντικότερο ρόλο στη συνέχεια. Το να μού σερβίρονται εύκολα, καθαρά, προσιτά καθόλου δε με χαλάει –το αντίθετο μάλιστα. Η Calvi, λοιπόν, ανατρέποντας το όλο σκηνικό με ξένισε απότομα στα πρώτα ακούσματα του “One Breath”. Γιατί να με υποβάλει στο μαρτύριο αυτό;

Λόγω της λατρείας που είχα δείξει στο “Anna Calvi”, αποφάσισα πάντως να ασχοληθώ λίγο παραπάνω. Κάτι που, ας πούμε, δεν άντεξα να κάνω με τους MGMT και αυτό το απαράδεκτο πράγμα που ονόμασαν άλμπουμ. Στο “One Breath” η Calvi αφήνει για τα καλά πίσω το σινεματικό περιβάλλον του ντεμπούτου της και ξεστυλιζάρεται από την ασφάλεια των κλασικών της επιρροών. Είναι περισσότερο Siouxsie και Nick Cave, παρά Claude Debussy και Cocteau Twins. Ακατέργαστη και πανκ, σαν να βαρέθηκε ξαφνικά τα καμπαρέ και τον κυριλέ κόσμο τους και να έχει κατεβεί στα καπηλειά, αφήνοντας τους μεθυσμένους πελάτες να τη θωπεύουν στα μπούτια. Μοναδικό κοινό στοιχείο των δυο εικόνων της, η Telecaster που παραμένει σαν ένα λάφυρο από μια λαμπρή εποχή και σαν μια υπόσχεση για επιστροφή εκεί.

Νιώθω ότι το “One Breath” δεν μπορείς να το ορίσεις με χρονολογική σειρά. Δεν είναι η λογική συνέχεια του “Anna Calvi”. Είναι ένας αναχρονισμός. Τουλάχιστον έτσι όπως παρουσιάζεται σ’ εμάς. Γιατί, προφανώς, για την ίδια είναι ένα ρόλος που είχε ξαναπαίξει στο παρελθόν αλλά δεν τόλμησε να παρουσιάσει πιο έξω. Έχοντας σήμερα την άνεση να μιλά σε ένα κοινό που την έχει ήδη αποδεχτεί, λέει πράγματα πιο τολμηρά, πιο απότομα, πιο έξω από τα δόντια. Λέει πράγματα για εκείνη –τέρμα πια τα μυστήρια. Το “One Breath” σίγουρα δεν είναι ο δίσκος της χρονιάς, αλλά είναι ένα από τα ζητήματα που θα μας απασχολήσουν τα μάλα όταν θα κάνουμε τον μουσικό απολογισμό του 2013. Είναι αυτό που έδωσε νέο νόημα στον όρο «δύσκολο δεύτερο άλμπουμ».

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

23 Οκτ 2013

Tι έχουμε ακούσει από το “Reflektor” μέχρι σήμερα


Το “Reflektor”, το τέταρτο άλμπουμ των Arcade Fire είναι αναμφισβήτητα το πιο πολυαναμενόμενο της χρονιάς. Η ίδια η μπάντα έχει φροντίσει μ’ ένα ιδιότυπο μάρκετινγκ γι’ αυτό. Έχει δώσει την ευκαιρία σε λίγους, επιλεγμένους δημοσιογράφους να το ακούσουν μία και μοναδική φορά. Έχει κυκλοφορήσει δύο βίντεοκλίπ με πολλές εκπλήξεις (η μία, ας πούμε, ήταν ο David Bowie). Έχει «κλειδώσει» κάθε πληροφορία με έξυπνο τρόπο που να απαιτεί τη συμμετοχή του fan για να απελευθερωθεί. Χτίζουν την αγωνία, την προσδοκία έστω, με μια ελιτίστικη, καθόλου μαζική προσέγγιση, η οποία όμως γίνεται και τέτοια, χάρη στα viral χαρακτηριστικά που αποκτά σε κάθε της ξεμύτισμα.

Στις 28 Οκτωβρίου το άλμπουμ θα κυκλοφορήσει επιτέλους και όλο αυτό το μαγείρεμα θα τελειώσει. Θα ξεκινήσει μια νέα διαδικασία ευθύς αμέσως, γνωστή σε όλους μας από το “Suburbs”, που θα τους κάνει πρώτο hashtag στο Twitter, πιο πολυσυζητημένο όνομα στο Facebook, κυρίαρχους του Spotify. Όχι άδικα. Είναι η μεγαλύτερη μπάντα της εποχής μας –ακόμη κι αν όλα αυτά εκνευρίζουν πολύ κόσμο και τον στέλνουν μακριά τους.

 Στις ελάχιστες μέρες που έμειναν μέχρι την κυκλοφορία του Reflektor (διπλού άλμπουμ, για όσους αγοράζουν ακόμη βινύλια ή CDs), επιχειρούμε να ανακεφαλαιώσουμε όσα γνωρίζουμε γι’ αυτό. Ακολουθεί η tracklist του και κάποια βίντεο για όσα από τα τραγούδια του έχουμε ήδη ακούσει:

 Ι 

"Reflektor"


"We Exist"


"Flashbulb Eyes"


"Here Comes The Night Time" (στο βίντεο μαζί με τα “We Exist” και “Normal Person”)


"Normal Person"


"You Already Know" "Joan of Arc"



ΙΙ 

"Here Comes The Night Time II"

"Awful Sound (Oh, Eurydice)"

"It's Never Over (Oh Orpheus)"

"Porno"

"Afterlife"


"Supersymmetry"


(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

14 Οκτ 2013

Tρεις εβδομάδες παρέα με το Spotify


Είναι αλήθεια ότι ανήκω σ’ αυτήν την (εκνευριστική ώρες ώρες) ομάδα ανθρώπων που είχαν πρόσβαση στο Spotify αρκετό καιρό πριν έλθει στην Ελλάδα. Αλλά ας κάνουμε ένα γερό erase σ’ εκείνη την περίοδο κι ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Από την ουσιαστική τους αρχή. Ακόμη και το πρώτο κείμενο που έγραψα για το νέο μας κόλλημα, το νέο κόλλημα όλων μας, μού φαίνεται εντελώς εκτός τόπου και χρόνου όταν το ξαναδιαβάζω τώρα. Ήταν αυτό εδώ, για το Radio του Spotify, και το είχα γράψει στις 10 Σεπτεμβρίου. Ένα μήνα μετά, μοιάζει άκυρο.

Γιατί είχε γραφτεί πριν το Spotify αποκτήσει ελληνική κοινότητα. Γιατί είχε γραφτεί για ένα άλλο μέσο. Δεν αναιρώ τώρα όσα έγραφα εκεί. Δεν αλλάζω ούτε λέξη. Απλά, αν μου έλεγες σήμερα «γράψε κάτι για το Radio του Spotify», θα σου έλεγα «πλάκα μας κάνεις; Έχω να σου γράψω χίλια άλλα τόσα»…

Τρεις εβδομάδες, λοιπόν, παρέα με το Spotify από τότε που το κάναμε κοινόβιο. Ξεχνάμε το πριν, ξεχνάμε τις ναρκισσιστικές ή αλαζονικές ή απλά αφελείς μας ατάκες στο Twitter που υποδήλωναν πόσο γαμάτοι ήμασταν που το είχαμε πρώτοι. Καθόλου γαμάτοι. Αστείοι ήμασταν. Γιατί αρμενίζαμε σε μια θάλασσα άδεια. Χωρίς λιμάνια, χωρίς άλλα σκάφη. Αρμενίζαμε χωρίς σκοπό.

Το Spotify όμως δεν είναι απλά ένας ακόμη τρόπος για να ακούσεις μουσική. Δεν είναι το μέσο για σόλο αρμενίσματα και ατενίσματα του απείρου. Όχι. Είναι ο τρόπος για να αλλάξει η καθημερινότητά σου –μετά μουσικής πάντα. Για να αποκτήσεις επαφή πιο εξωστρεφή. Πιο social. Επαφή όχι με την έννοια της επούλωσης ενός τραύματος που δεν κλείνει. Όχι με το αυτομάντρωμα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο μ’ ένα ποτήρι ουίσκι στο ένα χέρι και ένα ζευγάρι ακουστικά στο άλλο. Επαφή συνεχή, δεδομένη, γεμάτη αφορμές. Δεν λέω ότι χρειάζεται το Spotify για να αποκτήσεις τέτοια επαφή. Λέω ότι απλά τη διευκόλυνε και ότι πλέον αυτού του είδους η επαφή πάει να γίνει η default.

Ποιος δεν έχει εξαντλήσει όλες τις ώρες χαζέματος που είχε στη διάθεσή του αυτές τις τρεις εβδομάδες και ποιος δεν φρόντισε να γεννήσει νέο χρόνο, συμπιέζοντας deadlines, αγνοώντας επίμονα ντριν στο τηλέφωνο, αμελώντας αγαπημένες συνήθειες -όπως το 5x5 με την παρέα, τη μία παραπάνω Kaiser παρέα με τα φιστίκια της Αμπάριζας, το σεξ στα όρθια μπροστά στην τηλεόραση όταν βγαίνει η Όλγα Τρέμη-, μόνο και μόνο για να χαθεί στο ατελείωτο σερβίρισμα μουσικών προτάσεων από το Spotify, τους χρήστες του, τους facebook friends του, τους καλλιτέχνες που φιλοξενούνται, από sites (σαν και τούτο εδώ), blogs, την κόρη του περιπτερά και τον Avicii; Ποιος, αλήθεια, δεν απόρησε / ενοχλήθηκε / κατουρήθηκε στα γέλια με την επιστροφή του Avicii ξανά και ξανά στις λίστες της νέας, αγαπημένης συνήθειας;

Τρεις βδομάδες στο κοινόβιο και ανακαλύπτω πια ότι τη μουσική μου την ακούω μέσα από εδώ. Τι άλλο άλλαξε; Λιγότερες γραμμές στο Moleskine κατειλημμένες από τίτλους άλμπουμ που πρέπει να μεταφερθούν από το PC του σπιτιού σ’ εκείνο του γραφείου. Λιγότερα χαμένα φλασάκια που πέφτουν από τσάντες. Λιγότεροι θρήνοι για τις υπέροχες μουσικές που χάθηκαν σε υπονόμους. Περισσότερο bandwidth για να κατεβαίνουν τα Homeland και τα Game of Thrones αυτής της πλάσης. Περισσότερες αναμνήσεις από Jethro Tull και άλλες ξεχασμένες μπάντες που δεν περίμενα να ξανακούσω ποτέ. Περισσότερες (και πιο εύκολες) ανακαλύψεις νέων ήχων και ενδιαφερόντων projects. Περισσότερη μπαλαφαρία με τους υπόλοιπους στο Twitter (για το τι ακούν και γιατί) και μια πρόωρη αναθέρμανση στο ενδιαφέρον για #mousikomaxies εν όψει #blogovision.

Επιστροφή, βασικά, στα social media. Πάνω που τα είχα σιχαθεί ή βαρεθεί (ακόμη δεν έχω καταλήξει), μπουκάρω ξανά και ξανά για να διασκεδάσω πια. Όχι για να πλακωθώ με χρυσαυγίτες, με αγανακτισμένους, με φασιομπλόγκαζ, με haters και εριστικούς ποζεράδες. Τώρα είναι σαν τις πρώτες μέρες ξανά. Είναι πάρτυ. Με φοβερή μουσική. Όποιος βάπτισε το Spotify “music streaming service” ήταν πολύ φειδωλός. Θα το έλεγα “music social medium” αν ήμουν νονός. Έχουν περάσει μόνο τρεις βδομάδες και ήδη αναρωτιέμαι πώς άντεχα τη μουσική μου ρουτίνα πριν το φθινόπωρο του ‘13. Και να φανταστεί κανείς ότι πήζω στη δουλειά και δεν έχω αρχίσει ακόμη να σκαρώνω λίστες…

10 Οκτ 2013

To Instagram ετοιμάζεται να υποδεχτεί διαφημίσεις


Αν είναι ένας τομέας που η κόντρα μεταξύ Facebook και Twitter έχει ένα νικητή πιο ξεκάθαρο απ’ οπουδήποτε αλλού, αυτός είναι η διαφήμιση. Την ώρα που το Facebook κερδίζει εκατομμύρια καθημερινά, βάζοντας στο κεφάλι σου (και πολύ περισσότερο στο κεφάλι όσων χειρίζονται εταιρικές σελίδες) με χίλιους τρόπους πώς να κάνεις promote και boost τα posts σου, το Twitter ακόμη ψάχνει να βρει τον τρόπο για να μετουσιώσει σε παρανοϊκά κέρδη τη δημοφιλία του.

Ποια καλύτερη στιγμή, λοιπόν, για το Facebook να τη βγάλει έξω και να τη μετρήσει (την επιτυχία του στον εμπορικό τομέα), από την ώρα που το Twitter προέβαινε σε ανακοινώσεις για την είσοδό του στο Χρηματιστήριο; Ακόμη καλύτερη ήταν η τακτική του. Δεν μίλησε για το ίδιο το Facebook, αλλά για το πιο σημαντικό του απόκτημα: Για το Instagram, που αγόρασε πέρσι για περίπου ένα δισεκατομμύριο δολάρια. Λίγο πριν, λοιπόν, το Twitter εξηγήσει πώς σκοπεύει να μπει στο NASDAQ, η Facebook Inc. έβγαζε μια ανακοίνωση που έλεγε ότι έρχονται σε λίγο καιρό οι διαφημίσεις στην πιο δημοφιλή υπηρεσία photo και video sharing.

Σύμφωνα με τους ανθρώπους της Facebook, η εταιρεία εξετάζει διάφορους τρόπους ώστε το νέο αυτό στοιχείο να μην διαταράξει την εμπειρία των χρηστών του Instagram. «Θα ξεκινήσουμε σιγά-σιγά. Στην αρχή θα δείχνουμε μερικές πολύ όμορφες, υψηλής ποιότητας εικόνες, από ένα μικρό αριθμό εταιρειών». Και αυτό θα συμβεί στις ΗΠΑ (αρχικά) πριν το τέλος του χρόνου.

Δεν έχουν περάσει ούτε 10 μήνες από την εποχή που το Instagram ήταν μια εταιρεία που απασχολούσε 32 ανθρώπους όλους κι όλους. Ένας μόνο από αυτούς δούλευε στο (ο Θεός να το κάνει)  τμήμα μάρκετινγκ. Κι όλα αυτά σε ένα προϊόν που δεκάδες χιλιάδες άλλες επιχειρήσεις χρησιμοποιούσαν ως όχημα για τις δικές τους πολιτικές στην διαφήμιση. Σήμερα τα πάντα έχουν αλλάξει. Αλλά δεν άλλαξαν βιαστικά και άναρχα. Η Facebook Inc. εφάρμοσε και στο Instagram την δική της επιτυχημένη εμπορική πολιτική.

Θα θυμάσαι ίσως πόσο καιρό άργησε η εταιρεία του Mark Zuckerberg να εξαργυρώσει την επιτυχία της. Ο ίδιος ο Διευθύνων Σύμβουλός της αρνήθηκε απίστευτες προσφορές εκατομμυρίων δολαρίων για διαφημιστικά banners, μέχρι να καταλήξει σε μια φόρμα διαφήμισης που θα ήταν απόλυτα συνδεδεμένη με το μέσον του. Όχι που θα χρησιμοποιούσε, δηλαδή, το Facebook ως μέσον, αλλά που θα ήταν στοιχείο του μέσου αυτού. Το ίδιο συνέβη και στο Instagram. Με την παρένθεση ενός παρατράγουδου στα τέλη του 2012 (θυμήσου τι είχε συμβεί, διαβάζοντας εδώ) όταν το κράξιμο των χρηστών του Instagram απέτρεψε την Facebook να εφαρμόσει μια ιδέα κάπως επιθετική που θα τραμπούκιζε τις δικές σου εικόνες για να του αποφέρουν κέρδη.

Τώρα, έφτασε πια η ώρα για το Instagram να αρχίζει να κερδίζει από την δεξαμενή των 150 εκατομμυρίων χρηστών του –από τις εταιρείες, τέλος πάντων, που απευθύνονται στην δεξαμενή αυτή. Ήδη μεγάλες φίρμες, όπως η Nike, τρέχουν κανονικά καμπάνιες στο Instagram (viral εννοείται) χωρίς να πληρώνουν ούτε σεντ. Είναι περίπου όπως και τον πρώτο καιρό των Facebook pages. Αλλά ο Zuckerberg δείχνει να έχει σαφές πλάνο για το πώς θα βγάλει όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτήν την ιστορία. Και ξέρει ότι, για να το πετύχει, πρέπει να διατηρήσει την εμπειρία του χρήστη όσο το δυνατόν πιο κοντά σ’ αυτήν που ήδη απολαμβάνει. Σε δύο μήνες θα γνωρίζουμε ακριβώς πώς θα δείχνει το νέο του «νομισματοκοπείο».

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

9 Οκτ 2013

Cold War Kids - Dear Miss Lonelyhearts

Cold War Kids
Dear Miss Lonelyhearts
(Απρίλιος 2013)



Ορίστε μια μπάντα για την οποία δεν θα διαβάσεις ποτέ καλή κουβέντα στις δισκοκριτικές, αλλά που κάθε φορά που θα την ακούσεις σ’ ένα μπαρ, ένα χάπι καλής διάθεσης θα διαλυθεί μαγικά στο ποτό σου και θα σε κάνει πιο ανεβασμένο άνθρωπο για μερικά λεπτά. Ο Nathan Willett έχει μια από τις πιο εκφραστικές, αγριεμένες, πωρωτικές φωνές στο σημερινό σύμπαν της pop/rock και όλη η μπάντα φροντίζει πάνω απ’ όλα να τη βγάζει σε πρώτο πλάνο. Δεν βρίσκω κάτι κακό σ’ αυτό –ίσα ίσα που με ξετρελαίνει που το φαινόμενο αυτό δεν συναντάται μόνο στην AOR ή στην τσιχλοφουσκέ pop.

Βέβαια, στο “Dear Miss Lonelyhearts”, οι ίδιοι οι Cold War Kids είναι πιο pop από ποτέ. Άκου το “Loner Phase”, για παράδειγμα. Φάση χορεύουμε ιδρωμένοι στα clubs, αδιαφορώντας για την αηδία που προκαλεί στο γκομενάκι που θέλαμε να ρίξουμε οι σταγόνες που στάζουν στη μούρη της. Νομίζω ότι τους προτιμώ έτσι από τον arena rock χαρακτήρα που είχαν φτιάξει για το προηγούμενό τους άλμπουμ, το “Mine Is Yours”, προ διετίας.

Πρακτικά, με το “Dear Miss Lonelyhearts” ξαναγυρίζουν σ’ αυτό το κουκουρούκου, βαθιά ιδιοσυγκρασιακό πράγμα που μας είχαν πρωτοπαρουσιάσει στο ντεμπούτο τους, το “Robbers & Cowards” το 2006. Μόνο που πια, δίπλα στους White Stripes –ή τους Raconteurs καλύτερα– με τον ήχο των οποίων τόσο έμοιαζε ο δικός τους, ή στους Tapes n’ Tapes, τους My Morning Jacket και τους Walkmen, θα πρέπει να προσθέσεις κάποιες μπρουκλινέζικες επιρροές, ας πούμε από Yeasayer ή από MGMT.

Οι Cold War Kids παραμένουν αθεράπευτα Καλιφορνέζοι, μην ξεγελιέσαι. Δεν γυρεύουν να σε πείσουν ότι είναι σοφιστικέ ή ότι αλλάζουν με κάποια επανάσταση την indie pop του σήμερα. Σκοπός τους είναι να περνάνε και να περνάμε καλά. Και το “Dear Miss Lonelyhearts” σου αφήνει μια τεράστια ικανοποίηση καθώς περιηγείσαι στα 36 λεπτά και 40 δευτερόλεπτα της διάρκειάς του. Ειδικά έτσι όπως είναι στημμένο, με τα καλύτερα και πιο παράξενα κομμάτια του μαζεμένα στο τέλος.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

25 Σεπ 2013

H κωμωδία της χρονιάς έχει και συνέχεια


Στη θέα του “Wrecking Ball” της Miley Cyrus, εμείς εδώ αντιδράσαμε με ένα «τς τς» κι ένα κάπως σοβαρό –δήθεν προβληματισμένο, τέλος πάντων- κείμενο. Στον κόσμο του Vine, που τα πάντα λέγονται με εικόνες (άρα χίλιες λέξεις, άρα χιλιάδες λέξεις, αφού χωράνε πολλές εικόνες), οι αντιδράσεις ήταν ξεκαρδιστικές. Αφιερωμένη σε όλους εσάς, τους απτόητους fans της Miley Cyrus, η δεκάδα με τα καλύτερα Vines – παρωδίες του πιο πολυσυζητημένου videoclip της χρονιάς:
 

Αλλά επειδή το Vine δεν είναι ποτέ αρκετό, πάρε και το κορυφαίο όλων, από το YouTube:


(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

23 Σεπ 2013

Arctic Monkeys - AM

Arctic Monkeys
AM
(Σεπτέμβριος 2013)



Το φαινόμενο Arctic Monkeys το αντιμετώπιζα πάντοτε με επιφυλακτικότητα. Έχω μπόλικη κατανόηση για την ανάγκη της επόμενης από τη δική μου γενιάς να αποθεώνει τους δικούς της σοφιστικέ One Direction, αλλά δυσκολευόμουν τόσα χρόνια να αναγνωρίσω καλλιτεχνικά μεγαλεία και άλλα τέτοια. Οι Arctic Monkeys για μένα ήταν πωρωμένοι πιτσιρικάδες, ιδανικοί για να συγκινούν άλλους πωρωμένους πιτσιρικάδες –αλλά μέχρι εκεί.

Το 2008, βέβαια, η θεωρία μου αυτή κάπως συγκλονίστηκε. Το άλμπουμ των Last Shadow Puppets, του side project του frontman των Arctic Monkeys, Alex Turner, ήταν απλά απίστευτο. Ένα χρόνο αργότερα, όμως, οι ίδιοι οι Monkeys κυκλοφόρησαν το “Humbug”. Aν το ντεμπούτο τους, το “Whatever People Say I Am, That’s What I’m Not” και το “Favourite Worst Nightmare” τα έβρισκα χαοτικά, το “Humbug” το βρήκα αφόρητα πληκτικό. Κάτι που είναι 10 φορές χειρότερο.

Τι στο διάολο συνέβαινε με τους Arctic Monkeys; Το 2011 τα πράγματα μπερδεύτηκαν ακόμη περισσότερο. Ο Alex Turner έβγαλε μόνος του το φανταστικό soundtrack του “Submarine” και με τη μπάντα του το αδιάφορο (αν και εμφανώς πιο επεξεργασμένο και έξυπνο από τα τρία του παρελθόντος τους, “Suck It And See”). Η νέα μου θεωρία ήταν ότι το παιδί έχει ταλέντο, αλλά η πολλή δημοκρατία στο συγκρότημά του τού κάνει κακό.

Δεν ξέρω αν το “AM” γράφτηκε και ηχογραφήθηκε υπό πιο δικτατορικές συνθήκες, αλλά για μένα είναι το καλύτερο από τα πέντε άλμπουμ που έχουν βγάλει οι Arctic Monkeys ως τώρα. Με παραγωγή καλογυαλισμένη, μακριά από το θορυβώδες ξεκίνημά τους, με ιδέες που βγάζουν στη φόρα ξανά τις επιρροές του Turner (όπως τόσο μαγικά είχε κάνει στο “The Age Of The Understatement” με τους Last Shadow Puppets) και με ατμόσφαιρα που πολλές φορές μοιάζει μ’ αυτή του “Submarine”.

Τι έχει αλλάξει στους Arctic Monkeys και μού αρέσουν τώρα πια; Τρία πράγματα: Πλέον έχουν πραγματική αυτοπεποίθηση και δεν την κρύβουν πίσω από εφηβικές μαγκιές και προσποιητό κωλοπαιδισμό. Πλέον είναι περισσότερο σέξι και κομψοί, παρά επιτηδευμένα ατημέλητοι. Πλέον οι στίχοι του Turner και οι δικές του ιδέες γενικότερα βρίσκονται σε πρώτο πλάνο σε σχέση με την εξέλιξη των υπόλοιπων στοιχείων της μπάντας. Και το παιδί αυτό (όχι και τόσο παιδί πια -έφτασε αισίως τα 27), έχει όντως τεράστιο ταλέντο.

Μου αρέσει να παρακολουθώ την εξέλιξη καλλιτεχνών. Προτιμώ να παρακολουθώ κάποιον να γίνεται καλύτερος όσο μεγαλώνει, παρά να αποδεικνύεται μετεωρίτης που έλαμψε νωρίς και έσβησε μετά. Οι Arctic Monkeys από «φαινόμενο» έγιναν πια μια καλή rock μπάντα. Μπορεί ο ντόρος γύρω τους να είναι μικρότερος τώρα, αλλά αυτό είναι καλό. Μας επιτρέπει να τους απολαύσουμε περισσότερο.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

22 Σεπ 2013

Η ιστορία ενός τραγουδιού: The Rolling Stones (I Can't Get No) Satisfaction


Το βράδυ της 6ης Μαΐου του 1965, χάος επικρατούσε στο στάδιο Jack Russell στο Clearwater της Φλόριντα, κατά τη διάρκεια του σόου των Rolling Stones. Ήταν η πρώτη τους περιοδεία στις ΗΠΑ. Και τα καινά δαιμόνια που έφερναν μαζί τους αυτοί οι φωνακλάδες νεαροί από το Λονδίνο ανάγκασαν την τοπική αστυνομία να στείλει αρκετούς άντρες της για να εποπτεύσουν το χώρο (δύο χρόνια αργότερα, κάτι αντίστοιχο έγινε και στην Αθήνα). Από τους 3.000 ανθρώπους που μαζεύτηκαν για να παρακολουθήσουν τη συναυλία, η συντριπτική πλειονότητα ήταν οργισμένα νιάτα, που θεώρησαν την παρουσία και μόνο της αστυνομίας ως απίστευτη πρόκληση. Ο καβγάς ξέσπασε πριν καν βγουν οι Stones στη σκηνή. Έπαιξαν μόνο τέσσερα κομμάτια. Μετά η Aστυνομία εκκένωσε το στάδιο.

Ο Keith Richards, βέβαια, είχε προλάβει να γίνει λιώμα. Με το που έφτασε στο ξενοδοχείο που διέμενε η μπάντα, το Jack Tar Harrison Hotel (σήμερα, ως Fort Harrison Hotel, ανήκει στους Σαϊεντολόγους και φιλοξενεί συνέδρια της εκκλησίας τους) κατέρρευσε στο κρεβάτι του. Ξύπνησε αργά τη νύχτα με ένα σκοπό κολλημένο στο κεφάλι του. Ήταν ένα riff που έμοιαζε πολύ με το ρυθμό του “Dancing in the Streets” των Martha & The Vandellas. Σηκώθηκε, πήρε την ακουστική κιθάρα του, άνοιξε το φορητό μαγνητόφωνό του, ηχογράφησε αυτό που τον ξύπνησε και ξαναγύρισε στο κρεβάτι. Η μαγνητική ταινία χωρούσε περίπου 45 λεπτά ήχου. Το επόμενο πρωί ο Richards ανακάλυψε 3 λεπτά ενός επαναλαμβανόμενου riff στην κιθάρα και 42 λεπτά ενός επαναλαμβανόμενου ροχαλητού. Νύσταζε τόσο πολύ που είχε ξεχάσει να πατήσει το stop.

«Το “(I Can’t Get No) Satisfaction” ήταν το τραγούδι που έκανε τους Rolling Stones μεγάλους. Αυτό που μας μετέτρεψε από μία ακόμη μπάντα σε μια μεγάλη, σε μια τεράστια μπάντα. Έχει ένα πολύ πιασάρικο τίτλο. Ένα πολύ πιασάρικο riff. Έχει φοβερή κιθάρα, κάτι που ήταν πρωτότυπο για την εποχή του. Και πιάνει ένα θέμα των καιρών, κάτι που ήταν πολύ σημαντικό για τέτοιου είδους τραγούδια. Μιλά για την αποξένωση»: Αυτά έχει πει ο Mick Jagger για το κομμάτι που εμνπεύστηκε (ή σχεδόν έκλεψε) ο Richards στον ύπνο του και που έμελλε να γίνει το πρώτο No 1 των Stones στις ΗΠΑ και ένα από τα πιο ευπώλητα rock singles όλων των εποχών.


Στις ΗΠΑ, το κομμάτι κυκλοφόρησε μόλις ένα μήνα μετά το διάλειμμα στον ύπνο του Richards. Άργησαν να το κυκλοφορήσουν στην πατρίδα τους, γιατί ήθελαν να έχουν επιστρέψει από την αμερικανική τους περιοδεία και να το στηρίξουν με ζωντανές εμφανίσεις –έτσι δούλευαν τα πράγματα τότε. Είχε ήδη γίνει Νο 1 στις ΗΠΑ πριν γυρίσουν στο Λονδίνο, οπότε το κοινό πίσω στην πατρίδα το περίμενε με τρελή αγωνία. Με το που κυκλοφόρησε κι εκεί, τον Αύγουστο του 1965, πέταξε αμέσως από την κορυφή των charts ένα άλλο θρυλικό, κομμάτι, το “I Got You Babe” των Sonny & Cher και έγινε, έτσι, το τέταρτο Νο 1 single για τους Rolling Stones στη Μεγάλη Βρετανία.

Το συγκρότημα το υποστήριξε κρατώντας του περίοπτη θέση σε όλες τις συναυλίες του, αλλά δεν μπορούσε να το παίξει όπως ήθελε στις ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές του εμφανίσεις. Υπήρχαν κάποια πράγματα στους στίχους του, που απλά θεωρούνταν πολύ επικίνδυνα για το status quo της εποχής. Η λογοκρισία έκοβε ολόκληρες στροφές κάθε φορά που η μπάντα προσπαθούσε να το παίξει μπροστά σε ευρύτερο κοινό. Μπορεί οι στίχοι του Jagger να μιλούν κυρίως για την εμπορικοποίηση των πάντων και τα… βάσανα του να είσαι celebrity, αλλά ο τίτλος τους, η ρίμα με το “girl reaction” και το σχόλιο ότι ένα κορίτσι που έχει περίοδο βρίσκεται σε “losing streak”, έκαναν όλο τον κόσμο να θεωρεί πως το “Satisfaction” ήταν απλά ένα κομμάτι γεμάτο σεξουαλικά υπονοούμενα.

Η ειρωνεία με το κομμάτι ήταν ότι ο εμπνευστής του, ο Keith Richards, δεν συνειδητοποίησε την πραγματική του δυναμική. Έχοντας ηχογραφήσει με την ακουστική κιθάρα, του είχε δώσει μια folk χροιά σ’ εκείνη την πρώτη, πρόχειρη καταγραφή του. Του είχε κολλήσει, επίσης, ότι απλά είχε αντιγράψει τις Martha & The Vandellas και δεν ήθελε να το κυκλοφορήσουν σε single. Το θεωρούσε αρκετά ανόητο και επιφανειακό τραγούδι. Όλα άλλαξαν όμως, όταν χρησιμοποιήθηκε παραμόρφωση στην κιθάρα. Ήταν ένα από τα πρώτα τραγούδια της ιστορίας (και σίγουρα το πιο διάσημο) που το fuzzbox έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο στον τελικό του ήχο. Ο τρόπος που ο Richards χρησιμοποίησε την ηλεκτρική παραμόρφωση στην κιθάρα απετέλεσε επανάσταση και έδειξε το δρόμο για τη συνέχεια της rock.

Ένα χρόνο αργότερα, πάντως, ο Otis Redding έβγαλε σε κυκλοφορία τη δική του εκδοχή του κομματιού. Αντί για ηλεκτρική κιθάρα έβαλε πνευστά. Ο Richards ενθουσιάστηκε με την διασκευή αυτή, που έμοιαζε πολύ περισσότερο μ’ αυτό που κι ο ίδιος είχε στο μυαλό του για το “Satisfaction”. Πράγμα που αποδεικνύει ακόμη μια φορά ότι ακόμη και οι επαναστάτες, δεν πιστεύουν τόσο στις δικές τους επαναστάσεις, μέχρι να τους πείσουν οι γύρω τους… Για την ιστορία, εκτός από τον Ottis Redding, το κομμάτι έχουν ηχογραφήσει αρκετοί ακόμη: oι Residents, οι Devo και βέβαια η Britney Spears, μεταξύ άλλων.

Τα δικαιώματα, εξάλλου, για το “(I Can’t Get No) Satisfaction” δεν ανήκουν στους δημιουργούς του. Κάποια στιγμή, ψάχνοντας τον τρόπο να γλιτώσουν τη βαριά βρετανική φορολογία, έκαναν ένα συμβόλαιο με τον Αμερικανό δικηγόρο Allen Klein που «ήξερε από αυτά». Από το 1965 μέχρι το 1969 ο Klein κατάφερε να ελέγχει όλα τους τα έσοδα. Για να τον ξεφορτωθούν, οι Stones συμφώνησαν να του δώσουν τα πνευματικά δικαιώματα για τα κομμάτια που είχαν γράψει μέχρι τότε…

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

21 Σεπ 2013

10 apps που θα σε κάνουν ν’ αγαπήσεις περισσότερο το Twitter


Για κάποιους το Twitter είναι η καλύτερη ευκαιρία να επιδείξουν την απίστευτη ευφυία τους. Λακωνικοί, χαβαλέδες ή είρωνες, πυροβολούν ακατάπαυστα με σφαίρες των 140 χαρακτήρων. Για άλλους είναι η απόλαυση να διαβάζουν τους πρώτους. Και για τη μάζα είναι ένα ακόμη από τα social media (δηλαδή ένα πιο ανεπτυγμένο chat με μοναδικό σκοπό το σεξ). Και οι τρεις κατηγορίες χρηστών, πάντως, θα βρουν κάτι χρήσιμο στις 10 εφαρμογές ή υπηρεσίες που παρουσιάζουμε πιο κάτω. Γιατί το Twitter κρύβει πολλά μυστικά που αξίζει να ξεκλειδώσουν:


SnapBird
Μια μηχανή αναζήτησης για το Twitter. Ό,τι πιο χρήσιμο δηλαδή.

MyFirstTweet
Βάλε το username σου και βρες τι είχες τουιτάρει για πρώτη φορά ή ψάξε ανάμεσα στα εκατομμύρια tweets των άλλων για να τους εκθέσεις.

InTweets
Μια εφαρμογή για να οργανώνεις τα ενδιαφέροντά σου –τόσο στο ποστάρισμα όσο και στην ανάγνωση.

Bioischanged.com
Σου σερβίρει οποιαδήποτε αλλαγή προκύψει στα προφίλ αυτών που ακολουθείς. Φωτογραφίες, περιγραφές και ό,τι άλλο συνδέεται με το λογαριασμό τους, δεν θα σου ξεφύγει ποτέ ξανά.

ManageFlitter
Εργαλείο για διαφημιστές και εγωπαθείς. Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποια είναι η καλύτερη ώρα για να τουιτάρω;

FavStar
Γι’ αυτούς που θέλουν να ξέρουν τι συζητιέται περισσότερο.

Hootsuite
H πιο γνωστή posting σουίτα για τα Social Media, που σου επιτρέπει να ποστάρεις όποτε θες και πολλά άλλα κόλπα που βασανίζεσαι να κάνεις από το ίδιο το Twitter ή το Facebook.

TweetDeck
Ίσως ο καλύτερος Twitter client της αγοράς.

ByeByeBirdie
Σου λέει πότε και ποιος σε έκανε unfollow. Το τι θα κάνεις εσύ μετά για να τον εκδικηθείς είναι δικό σου θέμα.

Twitdom
Το app store του Twitter. Εκεί όπου αλιεύσαμε όλες τις παραπάνω εφαρμογές και που θα βρεις πολύ περισσότερες.

20 Σεπ 2013

Και τώρα ένα διάλειμμα για να (ξανα)δούμε γυμνή την Miley Cyrus


Κι όμως, έχουν περάσει μόλις πέντε χρόνια από αυτό:



Σκέψου τώρα να είσαι ο μπαμπάς αυτού του κοριτσιού και να λες «ποπο, τι ταλέντο που είναι η κοράκλα μου και τι όμορφα τραγούδια που λέει για τους εφηβικούς έρωτες και τι σπουδαία ανθρωπολόγος/ψυχολόγος/πρέσβειρα της UNESCO/πρόεδρος του ΟΗΕ/πρώτη γυναίκα Πάπας θα γίνει» και ένα βράδυ του Αυγούστου στα καλά καθούμενα να σε παίρνανε τηλέφωνο και να σου λέγανε ότι στα MTV VMA έχει την κόρη σου και τρίβεται πάνω σε κάτι μιστεριτζήδες με τα εσώρουχα και αυνανίζεται με κάτι αρκουδάκια (εκείνα, τα λούτρινα, που της έκανες δώρο κάθε χρόνο στη γιορτή της και που νόμιζες ότι της άρεσαν ακόμη) και ότι όλος ο κόσμος μιλάει τώρα για τα οπίσθιά της.

Από αυτά που έλεγες προ πενταετίας, θα κρατούσες μόνο το «ποπο», κι αυτό θα περιέπλεκε ακόμη περισσότερο τα πράγματα γιατί κάποιοι θα το διάβαζαν σαν «πωπό» και θα λέγανε «καλά αυτό το κορίτσι για να έχει καταντήσει τόσο απελπισμένο και θλιβερό και pathetic που λένε, κάτι στραβό θα έπαιζε στο σπίτι του». Κι εσύ θα σκέφτεσαι ότι ίσως αν τις της είχες βρέξει λίγο παραπάνω στον πωπό, να την είχες σώσει από την κατάντια αυτή.

Αλλά τελικά δεν θα γλίτωνες το εγκεφαλικό γιατί λίγες μέρες αργότερα από τον λόγο που σε έκανε να κλειδαμπαρωθείς στο εξοχικό σου μέσα σ’ ένα πλατανόδασος στη Γιούτα, χωρίς τηλέφωνο, ηλεκτρικό (και ίσως και νερό) για να αποφύγεις τα σχόλια των γύρω σου, θα χτυπούσε ξαφνικά η ημιξεχαρβαλωμένη σου πόρτα και ένας γείτονας (από την καλύβα στην άλλη άκρη του δάσους, 18 μίλια μακριά) θα έβγαζε από το κυνηγετικό του τζάκετ το smartphone του για να σου δείξει το νέο video clip της κόρης σου. Αφού πρώτα σου έλεγε ότι το έχει σκηνοθετήσει ο Terry Richardson.

Σου άρεσε όταν χάζευες την Kate Upton να χοροποηδά με το μαγιώ και να βγαίνει με βρεγμένο μπλουζάκι από την πισίνα, γερομπισμπίκη ε; Έλα όμως που αυτός ο Terry δεν έχει όρια. Πάρε τώρα τη Miley Cyrus (ναι, όντως μόλις πέντε χρόνια μετά το “7 Things”) να καβαλά τσιτσίδι μια Wrecking Ball και να γλείφει σφυριά, επιδεικνύοντας τον πωπό της.




Ό,τι και να λέμε, πάντως, στο κορίτσι αξίζει αιώνιο respect για (το μπλουζάκι που φοράει σε) αυτό το sideboob.


(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

16 Σεπ 2013

Κολυμπώντας στη θάλασσα του Spotify Radio


Αν δεν κάνω λάθος, σταμάτησα να ακούω συστηματικά ραδιόφωνο το 1994. Ή όποια χρονιά έκλεισε ο Ρόδον 94,4 FM, τέλος πάντων. Μέχρι το τέλος εκείνης της δεκαετίας έβαζα καμμιά φορά το tuner του αυτοκινήτου στο Γ’ Πρόγραμμα ή στον Kosmos, αλλά δεν ήξερα απ’ έξω παραγωγούς, προγράμματα, τηλέφωνα επικοινωνίας κλπ. Πήγαινα προς τα εκεί μόνο και μόνο επειδή μπορεί να είχα καθυστερήσει λίγο παραπάνω από όσο άντεχα να φτιάξω μια νέα κασέτα ή αργότερα να κάψω ένα νέο CD για το δρόμο. Στο σπίτι, το ραδιόφωνο δεν άνοιγε ούτε για πλάκα.

Όλη αυτή η αποστροφή είχε τα καλά και τα κακά της. Ραδιόφωνο, όπως υπονόησα και πιο πάνω, δεν είναι μόνο οι μουσικές που ακούς εκεί. Είναι και οι παραγωγοί του, η φιλοσοφία τους, αυτά που λένε και σε ενθουσιάζουν ή σε τσαντίζουν. Είναι και οι υπόλοιποι ακροατές. Την επαφή με αυτό το κομμάτι της κοινωνίας, πραγματικότητας, ανθρωπότητας ή πώς στο καλό το λένε την έχασα για τα καλά. Μια στο τόσο συντονίζομαι στους Laternative και μπαίνω στο chat για να πω καμιά χαζομάρα, αλλά κι αυτό είναι περιστασιακό.

Τα καλά, όμως, ήταν πιο πολλά. Έχοντας αφήσει οριστικά πίσω μου την ανάγκη, ή την επιθυμία έστω, για οποιαδήποτε καθοδήγηση στην επιλογή της μουσικής, διάβασα περισσότερο, ανοίχτηκα πιο τολμηρά, έμαθα και άκουσα πράγματα που δεν θα είχα αντιληφθεί ποτέ αν συνέχιζα να είμαι ακροατής ραδιοφώνου. Εξέλιξα την τέχνη του mixtape σε βαθμό που να αναγνωρίζω πια τα ταξίδια μου βάσει της μουσικής που άκουγα κατά την διάρκειά τους, ψάχτηκα σε προγράμματα και μηχανήματα, ήρθα σε ωραία επικοινωνία με κόσμο που ενδιαφέρθηκε να ρωτήσει τι ήταν αυτό που άκουγα στο γραφείο –στην ουσία τι ήταν αυτό που έπαιζε το δικό μου ραδιόφωνο.

Και, ναι, εννοείται ότι από νωρίς γνώρισα τον κόσμο του streaming audio, όλων αυτών των sites και των εφαρμογών που σού έβαζαν ασταμάτητα τραγούδια με βάση τη διάθεσή σου, το είδος μουσικής που διάλεγες ή τους αγαπημένους σου καλλιτέχνες. Από το Spinner ως τον Last.fm ήταν μακρύς ο δρόμος. Αλλά πάντα, κάπως απογοητευτικός. Τα ίδια και τα ίδια επέστρεφαν πολύ πιο συχνά απ’ όσο το επιθυμούσα και όλες οι εφαρμογές έμοιαζαν να ξεμένουν από ιδέες πολύ πιο γρήγορα από όσο ήθελα.

Εδώ και κάποιες μέρες είμαι ένας ευτυχής κάτοχος λογαριασμού στο Spotify. Ας πούμε ότι το «δοκιμάζω» για την εισαγωγή του, πολύ σύντομα, στην Ελλάδα. Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, εγώ κόλλησα με την πιο απλή υπηρεσία του. Με το Radio. Ξεκίνησα με Portugal. The Man, που επιμένω ότι έχουν βγάλει το δίσκο του 2013 ως τώρα και στα 10 πρώτα τραγούδια που μού σέρβιρε το Spotify ως απάντηση στην επιλογή μου, είχα 6 άγνωστες λέξεις. Αλλά η μουσική ήταν άριστη. Ήταν αυτό ακριβώς με το οποίο θα συνόδευα τους Portugal. The Man σε ένα υποθετικό δικό μου DJ set. Συνέχισα για ώρες και το αποτέλεσμα ήταν μαγευτικό.

Το ότι η database του Spotify τα περιέχει σχεδόν όλα, είναι γνωστό. Το ότι ο αλγόριθμος του ραδιοφώνου του μπορεί να λειτουργεί τόσο σωστά σ’ αυτόν τον ωκεανό πληροφορίας, όμως, δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο. Ακόμη και κάτι να πήγαινε στραβά, το Spotify σού δίνει το δικαίωμα να πηδήξεις τα κομμάτια που δεν σου κολλάνε. Όσες φορές θες, όσο γρήγορα θες, όσο συχνά θες. Καμία σχέση με το Pandora, δηλαδή, που σε αναγκάζει να παρακολουθήσεις σχεδόν απαρέγκλιτα το πρόγραμμα που διάλεξε για σένα. Αν είσαι και λίγο μερακλής (εγώ ομολογώ ότι δεν είμαι πολύ interactive σε αυτά), βαθμολογείς και αυτά που ακούς, βοηθώντας την εφαρμογή να σε καταλάβει περισσότερο. Προς το παρόν –και ως νέος φίλος της- την προκαλώ να με ανακαλύψει μόνη της. Χωρίς βοήθεια. Και το παιχνίδι μας με ικανοποιεί απόλυτα. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, ας πούμε, ανακαλύπτω χάρη στο Spotify Radio τους Neutral Milk Hotel. Ψάξ’ τους λίγο και θα καταλάβεις για πόσο ενδιαφέρουσα νέα σχέση μιλάμε…

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

13 Σεπ 2013

Φθινοπώριασε



Ο καιρός είναι ακόμη καλοκαιρινός, αλλά το φθινόπωρο είναι εδώ. Το φέρνουν τα τραγούδια.




Earth, Wind and Fire – “September”
Ένα τραγούδι για όσους πιστεύουν ότι ο Σεπτέμβριος πρέπει να μετράει στο καλοκαίρι και όχι στο φθινόπωρο. Επίσης, μια ιδανική, ομαλή εισαγωγή σε αυτά που θα ακολουθήσουν.



Animal Collective – “What Would I Want? Sky”
Έρχεται από το EP “Fall be Kind” (Φθινόπωρο, να είσαι καλό μαζί μου), και μοιάζει με το πρωτοβρόχι που θέλει να χαλάσει το πάρτυ των Earth, Wind & Fire, αλλά δεν το παίρνει και απόφαση.



Frank Sinatra – “September Song”
Η επιβλητική φωνή του Frankie αναλαμβάνει να εκπληρώσει αυτό που οι Animal Collective άφησαν στη μέση. Καλεί τα μαύρα σύννεφα να μαζευτούν πάνω από τα κεφάλια μας, κρατώντας όμως την θερμοκρασία σε ιδιαίτερα ψηλά επίπεδα…



Green Day – “Wake Me Up When September Ends”
Μελαγχολικό για το θάνατο του καλοκαιριού και κάπως μίζερο (μέσα σ’ αυτή την εφηβική αναγέννηση των Green Day πριν λίγα χρόνια) παραμένει ένα από τα πιο όμορφα κομμάτια της μπάντας, μια γερή μπόρα που σε βάζει απότομα στους ρυθμούς της νέα εποχής.



Neil Young – “Harvest Moon”
Αφού ξεσπάσει ο ουρανός, η βροχή ηρεμεί και γίνεται σταθερή, απαλή, με ένα ελαφρό αεράκι να δροσίζει την ατμόσφαιρα. Σαν την κιθάρα και τα ντραμς του Neil Young, παρέα με αυτό το «ούουου» πίσω από τη φωνή του.




Yves Montand – “Les Feuilles Morts”
Ο ορισμός του φθινοπώρου. Αλλά μην τα λέω δεύτερη φορά. Διάβασε εδώ.



The White Stripes – “Dead Leaves And The Dirty Ground”
Μπήκαμε πια για τα καλά στο φθινόπωρο, τέρμα το πάνω κάτω στη θερμοκρασία, την ποσότητα του νερού και τη δύναμη του αέρα. Τα στοιχειά της φύσης έχουν εναρμονιστεί πια και παίζουν όλα μαζί White Stripes.



The Mamas and the Papas – “California Dreamin’”
…και συνεχίζουν με κάτι παλιό και καλό: «All the leaves are brown, and the sky is gray...» και «on such a winter’s day». Ωχ! Πότε χειμώνιασε κιόλας;



Ella Fitzgerald & Louis Armstrong – “Autumn in New York”
Κοινώς, ας προετοιμαζόμαστε για τα χιόνια σιγά σιγά…



Antonio Vivaldi – “4 Εποχές: Φθινόπωρο”
Και για να συνοψίσουμε: Allegro - Adagio Molto. Κοινώς, ξεκινάμε γρήγορα, τσαχπίνικα, λαμπερά και μετά πάμε αργά, σταθερά και χαλαρά. Έως και πολύ αργά, βαριά και μελαγχολικά. Τα είχε ρυθμίσει όλα ο Vivaldi από το 1723.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

12 Σεπ 2013

John Murry - The Graceless Age

John Murry
The Graceless Age
(Ιούλιος 2012)


Το μοτίβο είναι γνωστό. Αποκαλυπτικοί στίχοι, με βάθος ψυχής, αλλά απρόσμενα ρηχοί ώρες ώρες, όταν αυτό που θες να πεις πρέπει να σοκάρει και όχι να υπονοηθεί απλά. Μουσική βαριά, σχεδόν καταθλιπτική. Όταν αυτοψυχαναλύσαι και περιγράφεις το μπέρδεμά σου με τα ναρκωτικά και τις λοιπές ουσίες, μουσικά το κάνεις με συγκεκριμένο τρόπο. Σ’ αυτό το επίπεδο ο John Murry –αγνώστων λοιπών στοιχείων, πέραν του ότι είναι από το Μισισιπή και έχει κάποια συγγένεια με τον William Faulkner– δεν πρωτοτυπεί.

Αλλά αυτό που έχει στήσει στο “Graceless Age”, με όλα τα κλισέ της μορφής του και όλα τα δεδομένα μιας αφήγησης που έχεις ξανακούσει δεκάδες φορές, σε ξαφνιάζει με το πόσο ειλικρινές και καθηλωτικό μπορεί να ακουστεί. Ακριβώς επειδή δεν είναι κάτι καινούργιο, γι’ αυτό και είναι τόσο μεγαλειώδες. Πώς αυτός ο μουσικός που δεν έχουμε ξανακούσει ποτέ κατάφερε να αναμείξει όλα αυτά τα συνηθισμένα υλικά και να φτιάξει κάτι τόσο απρόσμενο, τόσο ξεχωριστό;

Νεκρομαντικό ρεαλισμό του αναγνωρίζει ο κριτικός του Guardian, Michael Hann, και ανάθεμα αν αυτός δεν είναι ο καλύτερος χαρακτηρισμός που θα διαβάσεις για το “Graceless Age”. Ο Murry έφτασε ένα κλικ πριν από τον θάνατο, επέπλευσε για λίγο σ’ ένα εφιαλτικό flatline, κι έκανε όντως όλη αυτή την εμπειρία στίχους και μελωδίες. Πίσω από την μελαγχολική του Americana και τις ηλεκτρικές ενέσεις που τη κρατούν στη ζωή εδώ κι εκεί με μερικά δυνατά κιθαριστικά riffs, υπάρχει μονάχα η ιστορία ενός ανθρώπου αποτυχημένου, τελειωμένου, ενός μηδενικού. Κι όμως, από αυτό το μηδενικό, έχει προκύψει ένα σχεδόν τέλειο δεκάρι.

(Για την ιστορία, ο δίσκος γράφτηκε πέρσι, κυκλοφόρησε τέτοια εποχή το 2012 στη Μεγάλη Βρετανία, αλλά σιγά σιγά άρχισε να γίνεται word of mouth και να ανακαλύπτεται φέτος την άνοιξη από τους συμπατριώτες του Murry και τον υπόλοιπο κόσμο. Όπως καταλαβαίνεις, ένα πραξικοπηματάκι στην Blogovision το Δεκέμβρη θα το στήσω, για να τον μετρήσουμε ως 2013. Γιατί εδώ έχουμε υλικό για πρωτιά).

(Γράφτηκε για το Jumping FIsh)

10 Σεπ 2013

Η ιστορία ενός τραγουδιού: Meat Loaf - I'd do anything for love (But I won't do that)


«Μια από τις ερωτήσεις που μου έχουν κάνει περισσότερες φορές στη ζωή μου είναι η εξής: Ποιο ήταν αυτό;» λέει και ξαναλέει ο Meat Loaf, 20 χρόνια μετά το τραγούδι που έδωσε κάποιο νόημα στη μουσική του ύπαρξη. Η απορία «ποιο ήταν αυτό;», που αναφέρεται στο περίφημο “but I won’t do that” του ρεφρέν και του τίτλου του “I'd Do Anything for Love (But I Won't Do That)” είναι πολύ μεγαλύτερης ουσίας απ’ όσο αρχικά φαίνεται. Για όλους εμάς, που δεν έχουμε μεγαλώσει με το The Rocky Horror Picture Show και το Bat Out Of Hell, τους λόγους δηλαδή για τους οποίους ο κακάσχημος Τεξανός έκανε όνομα στη βιομηχανία της διασκέδασης, είναι αυτή η απορία –βασανιστική και επαναλαμβανόμενη, δύο δεκαετίες τώρα- που μας κρατά απ’ το να ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια κάθε φορά που ακούμε το όνομά του. Meat Loaf. Ρολό Κιμά.

Το 1993, όταν πια είχαμε MTV και μαθαίναμε πιο γρήγορα τι συνέβαινε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, ο Meat Loaf βρισκόταν 20 χρόνια μακριά από την καλή του εποχή, ολίγον ξεχασμένος, ολίγον γερασμένος. Χρειαζόταν ένα γερό comeback και του το έδωσε ο Jim Steinman. Το “I'd Do Anything for Love (But I Won't Do That)” ήταν ένα δωδεκάλεπτο έπος που καταχρηστικά μπορεί κανείς να το πει μέχρι και progressive rock, αλλά που στην ουσία ήταν μια γλειώδης μείξη ποπ, ροκ και οπερετικών στοιχείων με βασικότερο στόχο να λειτουργήσει σαν μια μίνι ταινία στο MTV και να φέρει πίσω τους fans του Meat Loaf που ετοίμαζε τότε το “Bat Out of Hell II: Back Into Hell”.


Τα κατάφερε. Με ένα videoclip (σκηνοθετημένο από τον Michael Bay των “Armageddon”, “Pearl Harbor” και “Transformers”) που σε έβαζε σε ένα α λα Edgar Allan Poe περιβάλλον και μπόλικα μυστήρια να μας ψαρώνουν ακόμη περισσότερο (π.χ. το κορίτσι που τραγουδούσε τις τελευταίες έξι στροφές αναφερόταν απλά ως “Mrs. Loud” στα credits) το κομμάτι έφτασε στο Νο 1 σε 28 χώρες. Στις περισσότερες από αυτές το όνομα Meat Loaf δεν είχε ξανακουστεί, ούτε θα ξανακουγόταν ποτέ ξανά στην ιστορία. Ήταν το απόλυτο one hit wonder. Πούλησε μπόλικα εκατομμύρια singles, ήταν το πιο ευπώλητο κομμάτι στη Μεγάλη Βρετανία πριν 20 χρόνια και παραμένει ακόμη και σήμερα το 7ο πιο δημοφιλές ποπ πράγμα (sic) που κυκλοφόρησε ποτέ στη Γερμανία.

Η απορία για το «ποιο ήταν αυτό;» στους στίχους λύθηκε αρκετά γρήγορα, αφού ο Meat Loaf δεν ήθελε να την διατηρήσει ανάμεσα στα μυστήρια του τραγουδιού. Σε μια επίδειξη κακών αγγλικών, τα διάφορα “but I won’t do that” αναφέρονταν στον τελευταίο στίχο της κάθε στροφής πριν το ρεφρέν. Το αυτό ήταν στην ουσία τέσσερα πράγματα: (I won’t) forget the way you feel right now / forgive myself if we don't go all the way tonight / do it better than I do it with you, so long / stop dreaming of you every night of my life.

Για να ολοκληρωθεί η γελοιότητα του πράγματος, το κομμάτι κορυφώνεται στο φινάλε με τον απόλυτο διάλογο: Η “Mrs. Loud” (που τελικά ήταν κάποια Lorraine Crosby, και στο video clip τα φωνητικά της έκανε lipsynch η συμπρωταγωνίστρια του Meat Loaf, Dana Patrick) του πετάει την ατάκα “sooner or later you’ll be screwing around”. Eκείνος ουρλιάζει με έμφαση “I won’t do that”. Τι περισσότερο να περιμένει κανείς από ένα ρολό κιμά;

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

8 Σεπ 2013

Κράτα με!


Στα εκτενή road trips που πραγματοποίησα το φετινό καλοκαίρι και που ευθύνονται για τη μακρά απουσία μου από το παρόν site, είχα την ευκαιρία να επανεκτιμήσω μερικά από τα αγαπημένα μου τραγούδια του 2013 ως τώρα. Δύο από αυτά που αγκυλώθηκαν στο soundtrack των διακοπών μου (κατσικώθηκαν καλύτερα) είχαν ένα ιδιαίτερο κοινό στοιχείο. Το «κράτα με».

Το “Everlasting Arms” των Vampire Weekend μοιάζει εφηβικά ερωτικό, αλλά μάλλον πρόκειται για ένα σύγχρονο fusion gospel, ενώ το “In Your Arms Awhile” του (λατρεμένου μου) Josh Ritter είναι τίμια, βλάχικα αγαπησιάρικο. Ο Ritter μάλιστα επιμένει στο μοτίβο των χεριών που αρπάζουν και κρατούν σφιχτά στην αγκαλιά τους τον άλλον, αφού στο ίδιο άλμπουμ (το υπέροχο “The Beast in Its Tracks”) έχει συμπεριλάβει και το “In Your Arms Again”.

Τέλος πάντων, και τα δύο έχουν το “Arms” στον τίτλο και το “Hold Me” στους στίχους, μιλώντας για μια από τις πιο συμβολικές κινήσεις αγάπης που μπορεί να συναντήσει κανείς στον παγερό κι απάνθρωπο κόσμο μας. Καμία σύνδεση δεν είχαν με τις διακοπές μου και τα μποφόρ και τις μπότζες και τις φουσκάλες στα χέρια, πέραν του soundtrack που λέγαμε παραπάνω, αλλά τώρα που επέστρεψα στο κλεινόν άστυ και το ξανασκέφτηκα, με πήγαν ένα βήμα παραπέρα: Για άλλους, που το καλοκαίρι δεν σημαίνει windsurfing, οι θερινοί έρωτες είναι ένα σπορ υπέροχο. Και μερικές φορές επικίνδυνο. Που χρειάζεται κι αυτό το soundtrack του. Τι καλύτερο από ένα Top 10 (+1 bonus) με κομμάτια που βροντοφωνάζουν «Κράτα με»; (Αφού, ως γνωστόν, κανείς ποτέ δεν κρατά κανέναν καλοκαιρινό έρωτα, αλλά φροντίζει να εξαφανιστεί ωσάν καπνός με το που σκάσουν τα πρωτοβρόχια…)



Vampire Weekend – “Everlasting Arms”
Τα είπαμε και παραπάνω: Χαρωπό gospel σε αφροκαραϊβικούς ρυθμούς. Αχταρμάς ιδανικός για καλοκαίρι.



Josh Ritter – “In Your Arms Awhile”
Με το “Hold Me” να κυριαρχεί από το πρώτο δευτερόλεπτο που η φωνή του Josh μπαίνει στο παιχνίδι, αυτό το κομμάτι καταφέρνει να ξεπεράσει ακόμη και το προηγούμενο σε επίπεδο ανεβαστικότητας (sic) και να γίνει το απόλυτο must hear της λίστας.



Fleetwood Mac – “Hold Me”
Από την ακραία pop περίοδο των Fleetwood Mac, εκεί στις αρχές των ‘80s, ένα τραγούδι που χορεύεται ήρεμα, μεθυσμένα, με ένα κοκτέιλ στο χέρι και την αύρα του θερινού έρωτα, που ήδη φλερτάρει με το επόμενό του θύμα ένα νησί μακριά, να πλανάται στην ατμόσφαιρα.




Savage Garden – “Hold Me”
Το κύκνειο άσμα μιας μπάντας που κανονικά δεν θα έπρεπε να έχει υπάρξει ποτέ. Το μήνυμα του τελευταίου τους single δεν κατάφερε να κρατήσει τα μέλη της μαζί. Και καθόλου δεν μας πείραξε αυτό.



Duran Duran – “Hold Me”
Ένα κομμάτι από το δεύτερο άλμπουμ που αγόρασα ποτέ (το πρώτο ήταν το “So” του Peter Gabriel, γιατί είμαι τόσο μα τόσο ψαγμένος), έτσι απλά για να το γεμίσουμε με αναμνήσεις.



She & Him – “Hold Me, Thrill Me, Kiss Me”
Αλλά ας αφήσουμε κατά μέρος την νοσταλγία και ας βουτήξουμε κατευθείαν στην αγκαλιά της Zooey Deschanel. Από το τρίτο της άλμπουμ με τον M. Ward που βγήκε φέτος και δεν του έχουμε δώσει ακόμη τη σημασία που του πρέπει.



The Black Keys – “Hold Me In Your Arms”
Από το μακρινό 2003 όταν οι hipsters δεν είχαν ανακαλύψει ακόμη τους Black Keys κι εκείνοι έπαιζαν ανενόχλητοι τα βρώμικα, τεμπέλικα blues-rock του Νότου…



Mumford & Sons – “Hopeless Wanderer”
Το πιο ωραίο τραγούδι από το περσινό τους “Babel” φτάνει στην κορύφωσή του στο 1:48, εκεί που λέει –τι άλλο;- «Κράτα με σφιχτά».



Yeasayer – “O.N.E”
Από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια (και video clips) του 2010, με το “Hold Me” να κυριαρχεί στο γεφυράκι πριν το ρεφρέν.



Johnny Logan – “Hold Me Now”
Φοβήθηκες ότι θα το ξέχναγα; Αλήθεια φοβήθηκες ότι θα το ξέχναγα;

BONUS TRACK (ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΜΕ ΓΕΡΑ ΝΕΥΡΑ)


OtherView – “Κράτα Με Σφιχτά”
Η ελληνική προσθήκη τσιχλόφουσκα στη λίστα.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

6 Σεπ 2013

Η ιστορία ενός τραγουδιού: Crosby, Stills & Nash - Suite: Judy Blue Eyes


Το σωτήριο έτος 1968, όταν συνέβαιναν πολλά και θαυμαστά πράγματα, ο David Crosby, o Stephen Stills και ο Graham Nash ήταν όλοι τους μέλη σημαντικών συγκροτημάτων. Eίχαν ήδη χαράξει μια αξιοπρόσεκτη καριέρα και είχαν μπόλικη δόξα να μαζέψουν ακόμη, αλλά και από τους τρεις τους έλειπε κάτι.

Ειδικά από τον Stephen Stills, κιθαρίστα και τραγουδιστή των Buffalo Springfield έλειπαν πολλά. Μπορεί η μπάντα του να είχε γράψει μερικά από τα εμβληματικότερα κομμάτια των ταραγμένων ‘60s, αλλά γενικά το συγκρότημα δεν διένυε και την καλύτερή του περίοδο όσον αφορά στις διαπροσωπικές σχέσεις των μελών του. Ειδικά αυτές των δύο ιδρυτών του, Stephen Stills και Neil Young, ήταν ιδιαίτερα τεταμένες. Ο πρώτος αποβλήθηκε από το σύστημα των Buffalo Springfield λίγο πριν το καλοκαίρι.

Η σχέση του με την Judy Collins έπαιζε σίγουρα ρόλο. Τρελά ερωτευμένος μαζί της, έδειχνε πολύ περισσότερο ενδιαφέρον να την πλαισιώσει ως κιθαρίστας στο δικό της “Who Knows Where The Time Goes” εκείνης της χρονιάς, παρά να εργαστεί σε νέο υλικό για τη δική του μπάντα. Μόνο που η γαλανομάτα ιέρεια της folk δεν αισθανόταν το ίδιο για τον Stills. Τα πράγματα περιεπλάκησαν ακόμη περισσότερο όταν η Collins, που ανέβαινε και στο σανίδι ενίοτε, γνώρισε τον Stacey Keach, με τον οποίον συμπρωταγωνιστούσε στην παράσταση “Peer Gynt” που ανέβασαν στο πλαίσιο του New York Shakespeare Festival εκείνο το καλοκαίρι. Τον ερωτεύθηκε ακαριαία. Και, ως γνωστόν, ο έρωτας και ο βήχας δεν κρύβονται…

O Stills ξαφνικά ένιωσε τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Όλα έδειχναν ότι ο Σεπτέμβριος θα τον έβρισκε χωρίς δουλειά και χωρίς γκόμενα (όπερ και συνέβη). Σε μια τελευταία, απέλπιδα προσπάθεια να κρατήσει κοντά του την Judy Collins, κάθισε και σκάρωσε την σουίτα που μιλά για τα μπλε της μάτια. Το “Suite: Judy Blue Eyes” αποτελείται στην ουσία από τέσσερα μικρά τραγούδια που εκφράζουν ακριβώς την κατάσταση και την ψυχολογία του Stills εκείνη την περίοδο. Με στίχους όπως «Πρέπει να το φωνάξω ότι νιώθω μοναξιά» και «Μην αφήνουμε το παρελθόν να μας θυμίζει αυτό που δεν είμαστε πια» πίστευε ότι θα καταφέρει να λυγίσει την Judy Collins και να την κρατήσει κοντά του. Το πιο βασικό του όμως πρόβλημα ήταν ότι όλα έδειχναν ότι δεν θα είχε μπάντα για να ηχογραφήσει το κομμάτι και να της το αφιερώσει.

Ο David Crosby, κιθαρίστας των θρυλικών The Byrds, τα είχε σπάσει με τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ προς τα τέλη του 1967 και ζούσε μια μποέμικη ζωή σε αυτό που έμοιαζε με ανεργία (ο Gram Parsons έδειχνε ότι είχε ήδη πάρει τη θέση του στη μπάντα). Το περίφημο εκείνο καλοκαίρι του 1968 βρέθηκε τυχαία με τον Stills στη Φλόριντα και σύντομα καβάλησαν το ιστιοπλοϊκό του κι άρχισαν να περνάνε το χρόνο τους τζαμάροντας με τις κιθάρες τους. Η χημεία ήταν άμεση.

Ο Graham Nash ήταν Βρετανός. Μέλος των The Hollies, μιας από τις σημαντικότερες μπάντες του “British Invasion”, γνωριζόταν ήδη από το 1966 με τον Crosby, και όταν το 1968 οι Hollies περιόδευαν στην Καλιφόρνια, συναντήθηκε ξανά μαζί του και συζήτησαν το ενδεχόμενο συνεργασίας. Λίγο αργότερα, οι τρεις τους πια, συναντήθηκαν σε ένα πάρτυ στο σπίτι της Cass Elliot των The Mamas & the Papas και βρέθηκαν να τζαμάρουν παρέα. Ο Nash ενθουσιάστηκε και –νιώθοντας πια ότι η καριέρα του με τους Hollies είχε τελματώσει- πρότεινε στους άλλους δύο να σχηματίσουν μια μπάντα.

Το ντεμπούτο τους πήρε το όνομα του γκρουπ τους, που με τη σειρά τους πήρε τα… επώνυμά τους: Crosby, Stills & Nash. Κυκλοφόρησε την άνοιξη του 1969 και περιείχε –μεταξύ άλλων- και τρία κομμάτια που είχαν γραφτεί το προηγούμενο καλοκαίρι, όταν οι τρεις τους δεν ήξεραν ακόμη πού θα τους οδηγούσε η μοίρα. Το “Wooden Ships”, που το είχαν συνθέσει οι Crosby και Stills τις ημέρες της «ιστιοπλοϊκής» τους παρέας. Το “You Don’t Have To Cry”, που ήταν άλλη μια από τις μαραζωμένες δημιουργίες του Stills όταν έχανε την Collins. Και το περίφημο “Suite: Judy Blue Eyes”.


Η Judy Collins, βέβαια, βρισκόταν ήδη αρκετά μακριά. Ο Stills την είχε χάσει πριν καν έρθει το φθινόπωρο του ‘68. Την αντικατέστησε όμως με ένα έρωτα μεγαλύτερο. Οι Crosby, Stills & Nash (αργότερα Crosby, Stills, Nash & Young, αφού ο Neil Young προστέθηκε στο σχήμα ως κιμπορντίστας, ξαναβρίσκοντάς τα με τον Stephen Stills το 1969 και γράφοντας ιστορία ως κουαρτέτο πια στο φεστιβάλ του Woodstock) άντεξαν μαζί δισκογραφικά μέχρι το 1999, ως το πιο διάσημο και μακρόβιο supergroup στην ιστορία της folk.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

25 Αυγ 2013

John Vanderslice - Dagger Beach

John Vanderslice
Dagger Beach
(Ιούνιος 2013)


Από το 2000, όταν με το “Mass Suicide Occult Figurines”, ο John Vanderslice έδινε την εκκίνηση σ’ αυτό το υπέροχο νέο πράγμα που ονομάσαμε indie rock στην πορεία, ο μουσικός από τη Φλόριντα είναι πιστός, κάθε δυο χρόνια ή και συχνότερα, στο ραντεβού του. Το “Dagger Beach” είναι το 9ο άλμπουμ, το τελευταίο μιας σειράς που ποτέ δεν έχει απογοητεύσει, αλλά αντιθέτως έχει κατά καιρούς παραθέσει πραγματικά αριστουργήματα όπως το “Cellar Door” του 2004 και το “Emerald City” του 2007. Αν δεν γνωρίζεις τον John Vanderslice, οφείλεις να ξεκινήσεις από εκεί, πριν πιάσεις το “Dagger Beach”.

Γιατί η τελευταία του κυκλοφορία είναι η πιο πολύπλοκη, η πιο δυσπρόσιτη της υπέροχης αυτής καριέρας. Όχι, δηλαδή, υλικό για συστάσεις. Αλλά, 13 χρόνια μετά το ντεμπούτο του, ο Vanderslice είχε κάθε δικαίωμα να κάνει αυτό που ο Sufjan Stevens κάνει από την πρώτη στιγμή: Να το παίξει εκκεντρικός και να αφήσει εσένα να ψάξεις τον τρόπο να βρεις πώς να τον κατακτήσεις. Στο “Dagger Beach” ακούγεται όντως σαν ένας Sufjan σε slow motion. Βασίζεται σε μια πληθώρα αναφορών και σε πάρα πολλές προσωπικές καταγραφές, που μετατρέπονται σε αφηγηματικά κομμάτια που η ιδιαίτερη φωνή του τους δίνει ακόμη πιο προσωπικό, σχεδόν ιδιωτικό τόνο.

Αλλά ο κόσμος του δεν είναι απαγορευμένος. Μπορεί από το “Dagger Beach” να λείπει η δομή που χαρακτήριζε όλες του τις δουλειές ως τώρα και οι πειραματισμοί να είναι άπειροι, αλλά ο Vanderslice σε προκαλεί να το δεις όλο αυτό σαν ένα παιχνίδι. Αν τού χαρίσεις λίγο παραπάνω χρόνο, θα ανακαλύψεις ότι τελικά έχει κι αυτό τους κανόνες του. Αν τους μάθεις και μπεις στην διαδικασία να παίξεις, δύσκολα θα ξεκολλήσεις. Ακόμη και τη νύχτα, τα τέσσερα (στα πέντε) αστεράκια του, θα σε φωτίζουν για να συνεχίζεις χωρίς σταματημό.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

23 Αυγ 2013

Portugal. The Man - Evil Friends

Portugal. The Man
Evil Friends
(Ιούνιος 2013)


Η παρουσία του Danger Mouse στο “Evil Friends” ξεχωρίζει από τις εισαγωγικές κιόλας νότες του “Plastic Soldiers”, του πρώτου κομματιού από το νέο άλμπουμ των Portugal. The Man. Εκείνο το απίστευτο πράγμα που ακούσαμε στο “Dark Night Of The Soul” πριν από 3 χρόνια (και που γέμισε ένα ολόκληρο καλοκαίρι μου σ’ ένα νησί, πήγαιν’ έλα από τη χώρα ως εκεί που έκανα windsurf), από τον Danger Mouse και τον Sparklehorse, επαναλαμβάνεται εδώ με τρόπο όμως που δεν παραβιάζει την ιδιαιτερότητα των Portugal. The Man.

Κοινώς, μια υπέροχη μπάντα συναντιέται με έναν υπέροχο παραγωγό για να ξαναπαίξει με ένα υπέροχα δοκιμασμένο πείραμα. Το τελικό αποτέλεσμα είναι το πιο mainstream και προσιτό πράγμα που έχουν βγάλει ποτέ οι Portugal. The Man στα 7 χρόνια της καριέρας τους (δεν τους έλεγες και απρόσιτους πάντως). Τα ηλεκτρονικά στοιχεία του Danger Mouse δένουν μαγικά με τις λουπαριστές, μακρόσυρτες α λα Black Keys κιθάρες της μπάντας, δίνοντας στον τελικό ήχο μια δυναμική που έλειπε από τις προηγούμενες 7 κυκλοφορίες των Portugal. The Man.

Κάποιοι, βέβαια, θα γκρινιάξουν ότι το όλο πράγμα «παραέχει» παραγωγή. Ότι παραείναι γυαλισμένο. Όποιοι είχαν εκστασιαστεί με την ωμή δύναμη του “Waiter: You Vultures!” ή του “Church Mouth”, θα ανακαλύψουν ότι η αίσθηση έχει πια απομακρυνθεί πολύ από εκείνα τα επίπεδα. Όσοι πάλι είναι όψιμοι θιασώτες των Portugal. The Man (και οφείλω να ομολογήσω ότι εγώ είμαι τέτοιος) κι έχουν πιάσει να ξεκοκαλίσουν την δισκογραφία τους από την αρχή, χωρίς να την συνδέουν με θύμησες και συναισθήματα του παρελθόντος, θα δουν το “Evil Friends” ως την απόλυτα λογική συνέχεια μας σπουδαίας καριέρας. Το “Hip Hop Kids” επίσης, είναι το τραγούδι της χρονιάς για μένα ως τώρα –και θα είναι ένα hidden gem για να το αναφέρω όταν η μπάντα αναγνωριστεί όσο της αξίζει, αφού φαίνεται ότι οι Porugal. The Man δεν δείχνουν την διάθεση να το διαχειριστούν ως single ή κάτι τέτοιο.

Κάπου ανάμεσα στους Black Keys και στους Black Kids (πού χάθηκαν, αλήθεια, τα παιδιά αυτά;) βρίσκεται κάτι που το μαύρο δεν πρέπει να το έχει δει ποτέ. Κάτι πολύχρωμο και ανεβαστικό, κάτι που θυμίζει ώρες-ώρες Phoenix και ώρες-ώρες Of Montreal. Είναι indie όσο και pop και αυτό το οφείλει στο παμμέγιστο Danger Mouse, που αμφιβάλλω αν ποτέ βγάλει δουλειά που να τη στολίζουν λιγότερα από τέσσερα στα πέντε αστεράκια.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

21 Αυγ 2013

To Ironic της Alanis γεμίζει επιτέλους ειρωνία


Η ειρωνεία είναι μια έννοια σχετική. Αυτό που είναι ειρωνικό για κάποιον ίσως να μην είναι και τόσο ειρωνικό για κάποιον άλλον. Ακόμη και με την αντικειμενική κλίμακα στην οποία μπορούμε όλοι να συμφωνήσουμε, κάποια πράγματα που αναφέρονταν στον ύμνο της ειρωνίας (και γενικότερα ύμνο των 90s), σ’ εκείνο το ανεπανάληπτο “Ironic” της τότε θεάς (θυμίσου και το “Dogma” των Affleck – Damon) Alanis Morissette, δεν ήταν και τόσο ειρωνικά.

Για παράδειγμα, το ότι βρέχει την ημέρα του γάμου σου δεν είναι ειρωνία. Είναι μια πραγματικότητα και ένα τεράστιο άγχος που αντιμετωπίζουν τα μισά από τα ζευγάρια που παντρεύονται ακόμη και καταμεσής του Ιουλίου. Ούτε η μύγα στο Σαρντονέ σου είναι κάτι τόσο σπάνιο και ειρωνικό. Αντικειμενικά.

Τα προβλήματα αυτά αποφάσισαν να λύσουν, για χάρη της Alanis, πολλά χρόνια μετά δύο κορίτσια από την Νέα Υόρκη. Οι Rachael και η Eliza αυτοπροσδιορίζονται ως μουσικό – κωμικό δίδυμο και έγραψαν το “It’s Finally Ironic”. Ένα τραγούδι που πάει την ειρωνία του “Ironic” ένα βήμα παραπέρα. Ο 98χρονος που πεθαίνει την ημέρα που κέρδισε το λαχείο, δεν πεθαίνει απλά. Πεθαίνει από ένα άσχημο κόψιμο από το χαρτί του λαχείου. Ο γάμος που γίνεται υπό βροχή ήταν σχεδιασμένος επίτδες στο σημείο του κόσμου όπου βρέχει πιο σπάνια απ’ οπουδήποτε αλλού. We fixed it for you Alanis.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

19 Αυγ 2013

Αντίο, Σίνταρ Γουόλτον, θα θυμάμαι για πάντα ότι με έκανες τζαμπατζή



Τελευταίο βράδυ στην Νέα Υόρκη. Είχαμε ραντεβού για ποτά στο "the View", το περιστρεφόμενο μπαρ σε κάποιον ψηλό όροφο του Marriott, που σου επιτρέπει να έχεις πανοραμική - 360ο - θέα στην πόλη (πιο τουρίστας πεθαίνεις). Προλάβαινα να πεταχτώ στο The Iridium για το πρώτο σετ; Προλάβαινα. Γρήγορο ντους και τρεχάλα στην Broadway, θα σας δω μετά. Κατέβηκα στο υπόγειο, το (κακόγουστο, μεταξύ μας) κλαμπ, άδειο, κάθησα στο μπαρ, πήρα ένα Gragganmore και χάζευα την κοπέλα απέναντί μου, που καθόταν στο τραπεζάκι με τα αραδιασμένα CD προς πώληση. Κάποια στιγμή την άκουσα να λέει γελαστά: "hi, Cedar!" Γύρισα το κεφάλι μου προς την κατεύθυνση από την οποία ήρθε ο απαντητικός χαιρετισμός, από μια βαθιά φωνή. Ο ψηλός άντρας με το φαρδύ καρό σακάκι και το φανελένιο παντελόνι μού φάνηκε ότι έκλεινε τελείως την πόρτα, αλλά ξέρω τώρα ότι αυτό ήταν απλώς το δέος μου, απέναντι σ' αυτόν τον άνθρωπο που ήταν εκεί - όταν ο Κολτρέιν έκανε τις πρώτες δοκιμαστικές ηχογραφήσεις για το Giant Steps, όταν ο Μπλέικι οδηγούσε τους Jazz Messengers βαθιά μέσα στα '60s, όταν, όταν, όταν...

Την μπάντα συμπλήρωναν δύο ακόμη βετεράνοι των '60s, ο Buster Williams στο κοντραμπάσο και ο Jimmy Cobb στα ντραμς, αλλά κι ένας "Young Lion", ο σαξοφωνίστας Javon Jackson. Έπαιξαν ένα σετ που κύλησε νεράκι, από αυτά που αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν να παίζουν τέτοια πράγματα και να μην σχηματίζεται ούτε μια στάλα ιδρώτα στα μέτωπά τους. Στο τέλος του σετ, κατέβηκε από την σκηνή και άρχισε να περιφέρεται - γιγάντιος - ανάμεσα στα τραπέζια (στο μεταξύ, το μαγαζί είχε φυσικα γεμίσει). Αγόρασα ένα δισκάκι από την τύπισσα στο τραπεζάκι,τον πλησίασα, έσφιξα το πιο μεγάλο, εύσαρκο και μαλακό χέρι που θυμάμαι να σφίγγω στην ζωή μου και του ζήτησα να μού το υπογράψει. Έβγαλε έναν ασημί μαρκαδόρο από το σακάκι του και έγραψε το όνομά του στην μαύρη επιφάνεια του δίσκου. Ήπια την τελευταία γουλιά από το (δεύτερο) Gragganmore και ανέβηκα πέντε πέντε τα σκαλιά, τρέχοντας να συναντήσω την Σοφία, την Λίνα, την Τάνια και τον Στράτο.
Στην διαδρομή, διαπίστωσα ότι ξέχασα να πληρώσω τα ποτά μου.