30 Σεπ 2010

Ο άντρας ο σωστός, ο Τούρκος


«ΛΑΤΡΕΥΩ ΤΗΝ ΤΕΣΤΟΣΤΕΡΟΝΗ ΤΟΥ ΟΝΟΥΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!» Έτσι ακριβώς, με εκκωφαντικά κεφαλαία, αναρίθμητα «Ρ» κι ακόμη περισσότερα θαυμαστικά έσκασε στην οθόνη μου το μήνυμα. Το κοίταζα να αναβοσβήνει εντυπωσιασμένος. Αποστολέας μια φίλη μου και το παραλήρημα ήταν η απάντηση στην γνήσια απορία μου: «πώς είναι δυνατόν, καλλιεργημένες γυναίκες να κάθεστε να βλέπετε το ‘τούρκικο’;»
Η ερώτησή μου ήταν, προφανώς, αφελέστατη. Όπως κάθε επιτυχημένη σειρά που σέβεται τον εαυτό της, οι «Χίλιες και μία Νύχτες» περιλαμβάνουν όλα τα απαραίτητα συστατικά: δραματική πλοκή, βασανισμένους ήρωες, δολοπλοκίες και παρεξηγήσεις, άσβεστα πάθη, πολύ κλάμα – κι έναν πρωταγωνιστή που προκαλεί ονειρώξεις στις γυναίκες. Έναν πρωταγωνιστή που, όπως κάθε άντρας που σέβεται τον εαυτό του, όφειλα να μισώ θανάσιμα. Δεν έφταναν όλα τα άλλα στοιχεία που ναρκοθετούν το πεδίο μάχης στον αιώνιο πόλεμο των φύλων, τώρα έχουμε κι έναν νέο παράγοντα: το πρότυπο «Ονούρ».
Ακόμη και ηχητικά να το δει κανείς, εύκολα έρχεται στο μυαλό ο «Ομάρ», ο άντρας του Άρλεκιν που φαντασιωνόταν η Δήμητρα Παπαδοπούλου σε ένα ιστορικό πλέον επεισόδιο των «Απαράδεκτων». Στιβαρός, λιγομίλητος, με μια σκιά μελαγχολίας στα υγρά γαλανά του μάτια, ο Ονούρ αποτελεί την τελευταία ενσάρκωση του ίδιου αντρικού προτύπου – ενός κλισέ των γυναικείων φαντασιώσεων. Κι όπως κάθε κλισέ, στοιχειώνει τον αντρικό πληθυσμό με ένα αγχωτικό ερώτημα, όπως αυτό που έθετε η Δήμητρα στον Σπύρο Παπαδόπουλο: «γιατί δεν είσαι κι εσύ σαν τον Ονούρ:»
Γιατί, αλήθεια; Αφήνοντας στην άκρη την προκατάληψή μου, ριζωμένη σε έναν πολτό από κόμπλεξ (σεξουαλικά, κοινωνικά, πατριωτικά) αποφάσισα να παρατηρήσω προσεκτικά αυτόν τον άντρα που αναστατώνει τις ορμόνες της Ελληνίδας τηλεθεάτριας και να δω ποια είναι ακριβώς τα χαρακτηριστικά του «άντρα των ονείρων» της – ώστε να καταλάβω αν και με ποιον τρόπο μπορώ να τα αποκτήσω και να πάρω την θέση του, να τελειώνουμε με αυτήν την ιστορία.

ΕΙΝΑΙ ΖΑΠΛΟΥΤΟΣ. Καμία έκπληξη μέχρι στιγμής. Ειδικά σε εποχές ύφεσης, που όλοι βλέπουμε το εισόδημά μας να λιγοστεύει και την αβεβαιότητα να μεγαλώνει, το πρότυπο του αηδιαστικά πλούσιου άντρα παραμένει ακλόνητο. Ένας μεγιστάνας μπορεί να προσφέρει σε μια γυναίκα αυτά ακριβώς που χρειάζεται: αίσθημα εξασφάλισης, σταθερότητα, ένα σπίτι δεκάδων δωματίων, δείπνα σε ακριβά εστιατόρια, κοσμήματα, τα βασικά για να αναπτυχθεί μια σχέση. Οι άνδρες που ντρέπονται για το Ε9 τους, καλό θα ήταν να μην κάνουν καν το πρώτο βήμα, εντάξει;

ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΣΕΞ. Η πληροφορία αυτή τείνει να διαγραφεί από την μνήμη μας, καθώς εκτυλίσσεται η δαιδαλώδης πλοκή του «τούρκικου», αλλά το σημείο εκκίνησης της σχέσης της Σεχραζάτ με τον Ονούρ ήταν η βραδιά που της προσέφερε ένα σεβαστό ποσό για να την φέρει στο κρεβάτι του. Και ναι μεν εκείνη την συγχωρέσαμε μεγαλόψυχα – αμάρτησε για το άρρωστο παιδί της – εκείνος όμως; Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που θεωρητικά μπορεί να έχει όποια θέλει, καταφεύγει στην – όσο και να το κάνεις – εξευτελιστική για την προσωπικότητά του λύση του αγοραίου έρωτα; Τι λέει αυτό για την ηθική του; Λεπτομέρειες. Τίποτα δεν μετρά μπροστά στην πραγματοποίηση της στερεότυπης φαντασίωσης που επιτρέπει στις γυναίκες να νιώσουν πόρνες για ένα βράδυ και στους άντρες να νιώσουν ισχυροί με τα λεφτά τους. Στην πραγματική ζωή, βέβαια, ο άντρας που θα προσπαθήσει να προσεγγίσει κατ’ αυτόν τον τρόπο μια γυναίκα να περιμένει – αν όχι βιαιοπραγίες – το λιγότερο να γίνει αντικείμενο χλευασμού (ακόμη κι αν τα καταφέρει). Γιατί είναι κοινό μυστικό ότι οι άντρες που συχνάζουν στην Φυλής και τα Studio της Πειραιώς – ακόμη κι εκείνοι που μπορούν να πληρώσουν πανάκριβα call girls – παραμένουν το πιο θλιβερό είδος άντρα που κυκλοφορεί εκεί έξω.

ΞΕΡΕΙ ΠΩΣ ΝΑ ΣΑΓΗΝΕΥΣΕΙ. Κακά τα ψέμματα. Όσο σημαντικά κι αν είναι τα χρήματα, αυτό που κυρίως μετρά σε μια σχέση είναι η χημεία. Και το πώς φλερτάρεις. Δεν υπάρχει, για παράδειγμα, κανένας πιο σίγουρος τρόπος για να κατακτήσει ένας άντρας μια γυναίκα από το να την προσκαλέσει στο σπίτι του για δείπνο. Βέβαια, η θεωρία λέει ότι, προκειμένου να την κατακτήσει, ο άντρας πρέπει να είναι σε θέση να σκαρώσει μια μακαρονάδα, ένα ριζότο ή να βάλει ένα μπούτι στο φούρνο με πατάτες. Ο Ονούρ, από την άλλη, σε μια αξιομνημόνευτη σκηνή της σειράς, καλεί στο σπίτι του την Σεχραζάντ για ένα ρομαντικό δείπνο στο φως των κεριών που έχει ως κύριο πιάτο ντολμαδάκια (το κατά πόσο τα μαγείρεψε ο ίδιος ή μια από τις αγαπημένες θείτσες που τον περιστοιχίζουν, παρέμεινε αδιευκρίνιστο). Σε μια σκηνή ανθολογίας, που κατάφερε να ξαναφέρει τα παρεξηγημένα ντολμαδάκια στο προσκήνιο της ερωτικής γαστρονομίας, η κάμερα έκανε εναλλάξ κοντινά που έκοβαν την ανάσα: κεριά-λιγωμένα βλέμματα-ντολμαδάκια. Πώς να μην αναστενάξουν οι ευαίσθητες γυναικείες καρδιές; Γίνεται να μην ερωτευτεί μια γυναίκα τον άντρα που ξέρει από αβγολέμονο;

ΔΕΝ ΜΙΛΑ ΠΟΛΥ. Όπως κάθε άντρας που είναι σε θέση να υποστηρίξει τα κιλά τεστοστερόνης που κρέμονται ανάμεσα στα πόδια του, ο Ονούρ προτιμά τις πράξεις από τα λόγια. Μπορεί το μονίμως θλιμμένο του βλέμμα να φανερώνει έναν άνθρωπο με βαθιά σκέψη, προβληματισμούς κι ευαισθησίες, τίποτε από αυτά όμως δεν αφήνεται να βγει προς τα έξω και να φανερώσει πόσο ευάλωτος είναι στ’ αλήθεια. Και μπορεί η ζωή του να έχει τον δεκαπλάσιο όγκο αναταράξεων από όσες αυτή ενός κανονικού ανθρώπου, όμως ακόμη κι αυτά αντιμετωπίζονται με κοφτές εντολές, σύντομες φράσεις, λόγο μεστό και ξεκάθαρο. Ποια γυναίκα δεν το θέλει αυτό; Α ναι! Εκείνη που, απέναντι σε έναν σιωπηλό άντρα θα αρχίσει τα παράπονα: «γιατί δεν μου μιλάς;» «μου κρύβεις κάτι;» «δεν μ’ αγαπάς πια;» «μόνο εγώ θα μιλάω κι εσύ απλώς θα κουνάς το κεφάλι σου;»

ΔΕΝ ΦΟΡΑΕΙ ΓΡΑΒΑΤΑ. Σε γενικές γραμμές, οι άντρες που εκπροσωπούν τον κόσμο των επιχειρήσεων, την ανώτερη αστική τάξη, την ολιγαρχία, είναι κατά τι πιο εκλεπτυσμένοι σε σχέση με τους εργάτες και τα πιο ακατέργαστα αρσενικά. Συνδυάζοντας αρμονικά τους δύο κόσμους, ο αρχετυπικός «εργατο-επιστήμονας» Ονούρ κυκλοφορεί με κομψά, απέριττα μαύρα κοστούμια, αλλά η γραβάτα φαίνεται να απουσιάζει πλήρως από την γκαρνταρόμπα του. Χωρίς τον αποπνικτικό λαιμοδέτη, ο λευκός γιακάς του ανοίγει πρόθυμα κι αφήνει να φανεί λίγη από την έκταση του αρρενωπού του στέρνου, αυτού στο οποίο θέλουν να κουρνιάσουν οι λιγωμένες τηλεθεάτριες. Οι ίδιες που, όταν είναι προσκεκλημένες σε γάμο, κάνουν ολόκληρο θέμα αν ο συνοδός τους βαριέται να φορέσει γραβάτα.

ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΗΝ ΦΑΛΑΚΡΑ ΤΟΥ. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να μιλήσουμε για τρίχες. Γιατί ναι, από την προϊστορική τηλεοπτική εποχή που ο Ντον Τζόνσον εμφανιζόταν αξύριστος στο «Miami Vice» μέχρι σήμερα, η ελαφρά τριχοφυΐα στο πρόσωπο παραμένει η απόλυτη ένδειξη ανδρισμού. Καθιστώντας εκτός θέματος τις δεκάδες διαφημίσεις που προσπαθούν να μας πείσουν για την τεχνολογία αιχμής στις ξυριστικές μηχανές, η αλήθεια είναι ότι οι γυναίκες ονειρεύονται να τους γδέρνει ένα αξύριστο μάγουλο. Αυτό όμως που παραμένει θέμα ταμπού είναι η φαλάκρα. Κατακτώντας τον θρόνο του «τηλεοπτικού αντρικού sex symbol 2010» ο Ονούρ στέλνει ένα μήνυμα στους απανταχού άντρες: «είναι ok να αραιώνουν τα μαλλιά σου. Αν τα κρατάς κοντοκουρεμένα και συνδυάσεις την αρχή φαλάκρας με αξύριστα μάγουλα και υγρό βλέμμα, οι γυναίκες δεν θα σε στείλουν ποτέ για εμφύτευση».

ΑΓΑΠΑ ΤΗ ΜΑΜΑ ΚΑΙ ΤΗ ΘΕΙΑ ΤΟΥ. Χρόνια τώρα, τα περιοδικά μας μιλούν για την σημασία της χειραφέτησης. Για το πόσο σημαντικό είναι οι άντρες να απογαλακτίζονται εγκαίρως, να μην παραμένουν προσκολλημένοι στα φουστάνια της μαμάς τους, ώστε να μπορούν να αφοσιωθούν όπως πρέπει στην γυναίκα που θα επιλέξουν για σύντροφο της ζωής τους. Τα περιοδικά κάνουν λάθος. Τα διέψευσε όλα ο Ονούρ. Ο άνθρωπος δεν κάνει βήμα χωρίς να ζητήσει την γνώμη της μητέρας του (κι ας την παραβαίνει μετά, δεν έχει σημασία), ενώ σε μια πλοκή της σειράς που κράτησε πολλά επεισόδια, κεντρικό ρόλο έπαιζε το πώς θα γνωρίσει η Σεχραζάντ την αγαπημένη του θεία. Το 2010, οι Ελληνίδες υποτάσσονταν σε έναν άντρα που έπαιρνε στα σοβαρά όχι μία, αλλά δύο τυπικές κουτσομπόλες ανακατώστρες «θείτσες». Και η λέξη «μαμάκιας» απέκτησε μια νέα, σέξι διάσταση.

ΦΟΡΑ ΠΑΝΤΟΦΛΕΣ. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς φανατικός τηλεθεατής του «100 +1 νύχτες» για να διαπιστώσει μια σημαντική πολιτισμική λεπτομέρεια: οι γείτονές μας, μέσα στο σπίτι κυκλοφορούν με παντόφλες. Είτε πρόκειται για αδίστακτους μεγιστάνες, είτε για σοφούς γέροντες, νέους, γέρους, μανάδες παιδιά – ακόμη κι εκείνον τον εκνευριστικό τυπάκο που όλο κάνει κομπίνες, δεν διανοούνται να περπατήσουν πάνω στα χαλιά ή το παρκέ με τα παπούτσια τους. Συνεκδοχικά (και χωρίς να έχω υπ’ όψιν μου κάποια σκηνή όπου ο Ονούρ φορά όντως παντόφλες με το κοστούμι του), είναι ασφαλές να συμπεράνει κανείς ότι και αυτός ο «τέλειος άντρας», όταν κουράζεται και ο ίδιος από την τεστοστερόνη που διαχέει στο πέρασμά του, βγάζει τα στενά δερμάτινα παπούτσια του και κυκλοφορεί με αναπαυτικά πασουμάκια. Τι άλλο μπορεί ποτέ να ονειρευτεί μια γυναίκα από έναν άντρα;

(Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Οκτωβρίου του περιοδικού "Madame Figaro")

27 Σεπ 2010

Επειδή δεν μου άρεσε το τελευταίο post που ανέβασα...

...κι επειδή έχω καιρό να αποθεώσω την Αν Χάθαγουεϊ. Συγγνώμη, δεν θα επαναληφθεί.

Sverige

Quiz: Τι κοινό έχει αυτό το videoclip...


Candlemass - Bewitched

...με αυτό εδώ;


Lady Gaga - Paparazzi


Η απάντηση είναι ο Γιόνας Άκερλουντ. Από το doom metal των πρωτοπόρων Candlemass, μέχρι την γκροτέσκα ποπ της Lady Gaga πέρασαν δύο δεκαετίες (21 χρόνια χωρίζουν τα δύο βίντεο, το πρώτο βγήκε το '88, το "Paparazzi" βγήκε πέρσι), αλλά η ματιά του Σουηδού σκηνοθέτη δεν άλλαξε ποτέ. Μπορεί το "Bewitched" να φαντάζει σαν μια φαρσοκωμωδία σήμερα, θυμηθείτε όμως -όσοι, τέλος πάντων, ακούγατε μέταλ εκείνα τα χρόνια και παρακολουθούσατε φανατικά "Headbangers Ball" στο MTV- πόσο καθηλωτικό ήταν τότε. Και τα ίδια πάνω κάτω στοιχεία που χρησιμοποίησε στην πρώτη του προσπάθεια ο Άκερλουντ τα επαναφέρει κάθε τόσο στις νέες του δουλειές -ειδικά σε όσες συνεργάζεται με την Lady Gaga που η όλη της εικόνα στηρίζεται στο γοτθικό, το άκομψο, το σαλεμένο. Φαντάζομαι ότι οι Candlemass θα την λατρεύουν σήμερα.

Ο Άκερλουντ, μαζί με τον Αντρέας Νίλσον και τον Γιόχαν Ρενκ αποτελούν την εμβληματική τριπλέτα της σουηδικής σκηνοθεσίας σήμερα, που δεν επιδίδεται στο ίδιο είδος που κάποτε έφερνε την σκανδιναυική χώρα στην κορυφή (επί Μπέργκμαν και άλλων), αλλά στα μίνι αφηγήματα που είναι τα χορταστικά τους video clips. Από τους τρεις, ο Άκερλουντ έχει κάνει την πιο μεγάλη καριέρα, ίσως γιατί ξέρει τη μουσική καλλίτερα. Το 1983, όταν ιδρύθηκαν οι Bathory, η μπάντα που έδωσε στην black metal μουσική (και δη την σατανιστική της πλευρά) τα στοιχεία που την καθόρισαν, ήταν ο πρώτος τους ντράμερ και έπαιξε μαζί τους για περίπου ένα χρόνο. Όποιος δεν ξέρει τι εστί Bathory, ας ακούσει αυτό:



Bathory - One Road to Asa Bay


O Άκερλουντ είναι ένα από τα πιο μοσχοπουλημένα προϊόντα της σουηδικής ποπ κουλτούρας σήμερα. Ανάμεσα στους πελάτες του είναι η Madonna, οι Rolling Stones, o Paul McCartney, οι Smashing Pumpkins, οι U2, η Rihanna. Ο καλός ο μύλος όλα τα αλέθει. Αλλά καταφέρνει να διατηρεί ένα διακριτό στυλ. Μερικά παραδείγματα:


Prodigy - Smack My Bitch Up



The Smashing Pumpkins - Everlasting Gaze



Madonna - Ray Of Light

H ειρωνία είναι ότι ο Άκερλουντ τιμήθηκε με Grammy (το 1999) για το τελευταίο, που είναι το βίντεο που απέχει περισσότερο από το στυλ του.

Πάμε όμως και σε Αντρέας Νίλσον:


Fever Ray - If I Had A Heart


Και σε Γιόχαν Ρενκ:


Bat For Lashes - Daniel


Ναι, ο Άκερλουντ έχει μια καριέρα 22 ετών, αλλά οι δύο συνεχιστές του μοιάζουν να έχουν όλο το μέλλον μπροστά τους. Και η Σουηδία ένα υπέροχο εξαγώγιμο προϊόν...

Petane ta rizia!

Ένα χορταστικό φωτορεπορτάζ από το twitter της Καλομοίρας, που -αν κατάλαβα καλά- παντρεύτηκε κάπου στο Κεντάκι. Άντε, και στα δικά μας!

26 Σεπ 2010

Τι κάνει τον Ράφαελ Ναδάλ τόσο ξεχωριστό;


Δεν έχουν περάσει ούτε δεκαπέντε μήνες από την εποχή που ο Τύπος συνδύαζε το όνομα του Ράφα Ναδάλ με μία μόνο του «ιδιότητα»: τα σαθρά του γόνατα. Αναλόγως της ανάγκης του εκάστοτε εντύπου να εντυπωσιάσει ή της συμπάθειας που έθρεφε (ή όχι) ο εκάστοτε συντάκτης προς το πρόσωπο του Ισπανού τενίστα, οι αναλύσεις ποίκιλλαν από προβλέψεις για μια δύσκολη στη συνέχεια καριέρα, γεμάτη τραυματισμούς, ή από συστάσεις για αλλαγή αγωνιστικού στυλ, μέχρι αφορισμούς που ανερυθρίαστα χρησιμοποιούσαν την λέξη «τελειωμένος». Ουκ ολίγοι από τους προπετείς αθλητικογράφους εκείνης της περιόδου, αλλαξοπιστούν τον τελευταίο καιρό και ορκίζονται αιώνια πίστη στο αριστερό forehand του Ναδάλ. Κάποιοι, πιο τολμηροί, δεν διστάζουν να θέσουν απ’ ευθείας το ερεθιστικό ερώτημα: «Μήπως ο Ισπανός είναι καλύτερος κι απ’ τον Ρότζερ Φέντερερ;». Έτσι είμαστε δυστυχώς εμείς οι δημοσιογράφοι. Παρασυρόμαστε εύκολα και βγαίνουμε στη θήρα με εντυπωσιακούς τίτλους, πομπώδεις λέξεις και αγωνιώδη διλήμματα που τόσο λατρεύει το αναγνωστικό κοινό. Από την άλλη, ποιος δεν έχει παρασυρθεί απ’ το ρεσάλτο του «Πειρατή από τη Μαγιόρκα» που τον Ιούνιο του 2009 αποχωρούσε από το Γουίμπλεντον λόγω της χρόνιας τενοντίτιδας στα γόνατά του, αλλά ήδη τον Σεπτέμβριο του 2010 έχει προσθέσει στα σεντούκια του τρεις ακόμη τίτλους Γκραν Σλαμ (Ρολάν Γκαρός το Μάιο, Γουίμπλεντον τον Ιούλιο και Αμερικανικό Όπεν πριν από δύο εβδομάδες); Ο τελευταίος, μάλιστα, τον στέλνει ήδη από τα 24 του, να γίνει μέλος της αξιοζήλευτης κάστας τενιστών που έχουν συμπληρώσει το πολυπόθητο καρέ των Γκραν Σλαμ (μαζί με τους Φρεντ Πέρι, Ντον Μπατζ, Ροντ Λέιβερ, Ρόι Έμερσον, Αντρέ Αγκασι και Ρότζερ Φέντερερ).

Από την άλλη, το να μπαίνει κανείς στην διαδικασία να συγκρίνει οποιονδήποτε τενίστα με τον Ρότζερ Φέντερερ, φλερτάρει επικίνδυνα με την ιεροσυλία. Ή μήπως όχι; Τόσο οι όψιμοι θιασώτες του Ναδάλ, όσο και οι ζηλωτές πιστοί του Ελβετού πρωταθλητή στηρίζουν κατά πολύ την θρησκεία τους στους αριθμούς. Ο Φέντερερ έχει κατακτήσει τα πάντα, περισσότερες φορές από τον οποιονδήποτε. Προηγείται του Ναδάλ με 16-9 τίτλους Γκραν Σλαμ. Και μεσολαβούν οι Σάμπρας (με 14), Έμερσον (12), Λέιβερ και Μποργκ (11). «Η συζήτηση για το αν είμαι καλύτερος από τον Ρότζερ είναι ανόητη, γιατί οι τίτλοι λένε ότι είναι καλύτερος από μένα. Αυτό ισχύει τώρα και νομίζω ότι θα ισχύει για πάντα», δήλωσε μετά τον θρίαμβό του στη Νέα Υόρκη ο Ναδάλ, που εκτός από σπουδαίος τενίστας, είναι κι ένας πραγματικός τζέντλεμαν των κορτς. Πιθανότατα δεν έχει άδικο. Ο Φέντερερ έχει ακόμη καλά αγωνιστικά χρόνια μπροστά του, όπου λογικά θα κατακτήσει μερικά ακόμη Γκραν Σλαμ, υψώνοντας κι άλλο τον. Κι όμως, αν τα βάλει κανείς κάτω, μπορεί να υπολογίσει με απλά μαθηματικά ότι οι τωρινοί ρυθμοί με τους οποίους καταπίνει τους τίτλους ο Ναδάλ και το γεγονός ότι είναι πέντε χρόνια μικρότερος του Ελβετού (24 ετών ο ένας, 29 ο άλλος), αλλά κυρίως το ότι στα μεταξύ τους ματς κρατάει αυτός τα ηνία (14-7, με 6-2 νίκες στα Γκραν Σλαμ, εκ των οποίων οι 5 σε τελικούς!) δείχνουν πως δεν είναι απίθανο, όταν θα έχουν πια κλείσει και οι δύο τις καριέρες τους, ο ένας τους να έχει κατακτήσει ακόμη και περισσότερα από 20 Γκραν Σλαμ –και αυτός να μην είναι ο Φέντερερ...

Ο αστάθμητος παράγοντας είναι, βέβαια, τα γόνατα του Ράφαελ Ναδάλ. Σύμφωνα με μετρήσεις, ο Ισπανός τούς ασκεί πίεση 4-6 G κάθε φορά που τρέχει, σταματά και κτυπά τη μπάλα, όταν ο Φέντερερ δεν ξεπερνά τα 3 G. O λόγος γι’ αυτό είναι το ιδιαίτερο στυλ του Ναδάλ που στηρίζεται στη δύναμή του και στο ότι επιτίθεται συνεχώς από μια φαινομενικά αμυντική θέση. Αντίθετα με το κομψό τένις του Φέντερερ που επιλέγει συχνά μπαλιές στα όρια των γραμμών και έξυπνα drop shots, ενώ στρατηγικά επιλέγει πότε θα αφήσει το παιχνίδι, ώστε να ξεκουραστεί λίγο, ο Ναδάλ τρέχει να αποκρούσει κάθε πιθανή μπαλιά και ταυτόχρονα στέλνει πίσω την δική του με απίστευτη δύναμη, σκοπεύοντας να εξαντλήσει τον αντίπαλό του. Ενίοτε, μάλιστα, λόγω της αρχικής εξειδίκευσής του στα χωμάτινα κορτς (έχει κατακτήσει 5 Ρολάν Γκαρός –μόνο ο Μποργκ με 6 τον ξεπερνάει στην σύγχρονη εποχή), επιλέγει το «γλίστριμα» του ποδιού και στις σκληρότερες επιφάνειες, ασκώντας απίστευτες τριβές στους συνδέσμους του. Προσοχή όμως: Ο Ναδάλ δεν τραυματίζεται συχνά. Η τενοντίτιδα από την οποία υποφέρει δεν είναι τραυματισμός, είναι μια κατάσταση. Θεραπεύεται με απλή ξεκούραση και σε καμμία περίπτωση δεν ενέχει κινδυνο οριστικής διακοπής της καριέρας του λόγω κάποιας ανεπανόρθωτης ζημιάς. Ο Ναδάλ έχει τόσο γερό σκαρί, που ακόμη κι αυτή η εξαντλητική κακομεταχείριση δεν έχει διαλύσει τα γόνατά του. Η επιστροφή του μετά την περσινή αποχώρηση από του Γουίμπλεντον είναι ενδεικτική. Ξεκουράστηκε όσο έπρεπε και ένα χρόνο μετά έχει κατακτήσει τρία ακόμη Γκραν Σλαμ...

Εξ άλλου, αυτό που μοιάζει ο μεγαλύτερος εχθρός του, είναι απλά μια συνέπεια της χρήσης του σπουδαιότερου όπλου του. Είναι αυτό ακριβώς που τον κάνει τόσο ξεχωριστό τενίστα. Το ότι μπορεί να αποκρούει τη μπάλα ασκώντας την διπλάσια δύναμη στα γόνατά του από τον Φέντερερ, δείχνει πόσο πιο γερά στέκεται στα πόδια του τη δεδομένη στιγμή. Αυτό σημαίνει αυτόματα ότι το πάνω μέρος του σώματός του έχει τη δυνατότητα να κτυπήσει πιο δυνατά τη μπάλα. Και το σπάνιο για τενίστα μυικό σύστημα των χεριών του Ναδάλ, σε συνδυασμό με το παρανοϊκό σπιν που δίνει στη μπάλα (3.200 στροφές το λεπτό, έναντι 2.700 του Φέντερερ, που επίσης θεωρείται κορυφαίος σ’ αυτόν τον τομέα, και 1.900 του Αγκασι, που ήταν πολύ κοντά στο μέσο όρο) εξασφαλίζει στον «Πειρατή» (τον χαρακτηρίζουν έτσι λόγω του άχαρου ντυσίματος με αμάνικα μπλουζάκια, κάπρι παντελόνια και μπαντάνες στο κεφάλι, που έκανε παλιότερα –διατηρεί ακόμη τη μπαντάνα) ένα οπλοστάσιο με συνεχείς κανονιές για όλη τη διάρκεια ενός αγώνα. Τεχνικά, το πλεονέκτημά του πολλαπλασιάζεται κι απ’ το γεγονός ότι χρησιμοποιεί το αριστερό του χέρι (ενώ κανονικά είναι δεξιόχειρας) που αντισταθμίζει το σχετικά μέτριο σερβίς του, στέλνοντας στην αρχή του κάθε πόντου τη μπάλα συνήθως στο backhand, την πιο αδύναμη λαβή του αντιπάλου του. Σε αργές επιφάνειες όπως το χώμα, αυτό είναι εφιαλτικό για τον οποιονδήποτε, αφού το ξέφρενο σπιν του Ναδάλ εκτοξεύει τη μπάλα, μετά το κτύπημά της κάτω, σε απίθανα σημεία. Εκεί, ο Ισπανός είναι σχεδόν ανίκητος. Στις πιο γρήγορες επιφάνειες ένας δυνατός και γρήγορος αντίπαλος μπορεί να τον δυσκολέψει. Τότε, όμως, είναι που αναλαμβάνει δράση το σπουδαιότερο από τα όπλα του: η ψυχή. Ο Ναδάλ αρνείται να παραδεχτεί ήττα, μέχρι να την ανακοινώσει ο διαιτητής. Αντιμετωπίζει τον κάθε πόντο σαν τον σημαντικότερο του αγώνα και τον πανηγυρίζει σαν μικρό παιδί, σφίγγοντας τη γροθιά του και βγάζοντας μια μικρή κραυγή (ίσως το στοιχείο του χαρακτήρα του, στο οποίο οφείλονται οι ουκ ολίγοι σφόδρα αντιπαθούντες τον). Με το που μπαίνει στον αγωνιστικό χώρο, απομονώνεται από το γύρω περιβάλλον, εστιάζει τη ματιά του στην κίτρινη μπάλα και την κυνηγάει σαν λυσσασμένο γεράκι –ή σαν άπληστος πειρατής.



Το πιο ενδιαφέρον είναι πως ο λόγος γι’ αυτήν την ιδαίτερη ψυχική αντιμετώπιση του αγώνα είναι μια επιλογή που έκανε μικρός με τον θείο του –και προπονητή του- Τόνι, να μην μεταβεί στα περίφημα προπονητικά κέντρα της Βαρκελώνης που έβγαλαν τόσους σπουδαίους τενίστες, αλλά να επιμείνει στην ηρεμία της Μαγιόρκας όπου γεννήθηκε. Εκεί, ο Ναδάλ ανέπτυξε την δική του προσωπικότητα, μακριά από τα «πρέπει» μιας σχολής και τις αγχωτικές εκτιμήσεις των ειδικών, έχοντας για στέγη το ίδιο του το σπίτι και για σπουδαιότερους συμμάχους του την αυτονομία του, αλλά και την προσοχή που του έδειχναν οι δικοί του. Στα 24 του είναι ακόμη ένα ορεξάτο παιδί με τεράστιο πάθος για το αγαπημένο του σπορ. Αλλά πια έχει φτάσει η ώρα που ακόμη κι αυτό το αγρίμι πρέπει να ωριμάσει. Ίσως, λοιπόν, το αν θα καταφέρει να γίνει σημαντικότερος ακόμη κι απ’ τον Ρότζερ Φέντερερ να κριθεί στο πώς θα διαχειρισθεί το πέρασμα στην τενιστική «ενηλικίωση». Σαν τους πειρατές, που στους Αγλλοϊσπανικούς πολέμους των μέσων του 17ου αιώνα κατέβαζαν τις μαύρες σημαίες και αναλάμβαναν αρχηγικές θέσεις στους στόλους των πατρίδων τους.

(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Κ" της "Καθημερινής", την Κυριακή, 26.09.10)

23 Σεπ 2010

MSN στο γραφείο: Glee


Homo Ludens
πώς και ονλάιν εσυ;

Nikos Zachariadis
A, onlain ειμαι; (Νέα διάσταση στα greenglish: Ανορθόγραφα φωνέτικ!)

Homo Ludens
καταρχας και μονο οτι τα λες greenglish δηλαδη πρασινα γκλις, αρκει
τι ειναι το γκλις
το glee, τα glees?
σειρες για γκέι;
πράσινες;
πασοκοι γκέι;

Nikos Zachariadis
Γκλίς είναι ένα χόρτο που φυτρώνει στα Χάιλαντς. Ιδιαίτερα σαρκώδες Και όταν το πατάς κάνει «glishhhh». Όταν λιώνει, το χρησιμοποιούν οι gay σαν λιπαντικό. Από εκεί βγαίνει και η σειρά glee. Όπως και το τραγούδι «Μη μου gleeνεις την πόρτα». Που έχει γίνει ο νέος gay ύμνος.

Homo Ludens
Α, λόγω του χόρτου λέμε και Γκλιστράει. Πρέπει να ειναι πολύ λιπαρο, ε;

Nikos Zachariadis
Συgleeνω= Κάνω gay παρτούζα
Υποgleeνομαι=Σκύβω να τον πάρω

Homo Ludens
Ελεγκλινό!
Και συγκλινιστικό ταυτοχρονα

20 Σεπ 2010

Γιατί το κοινό τρελλαίνεται ακόμη με το Mad Men;

Το καλοκαίρι του 2007 ο κόσμος ήταν πολύ πιο ανέμελος. Και η Έιμι Γουάινχάουζ τραγουδούσε για την απιστία το “You Know I’m No Good” -ως εκεί έφταναν τα προβλήματά μας. Το καλοκαίρι του 2007 το AMC, ένα μικρό, αμερικανικό, καλωδιακό κανάλι που μέχρι τότε έπαιζε παλιές ταινίες, παρουσίαζε την πρώτη του τηλεοπτική σειρά, το “Mad Men”. Την προμόταρε με διαφημίσεις που βασίζονταν στις ερωτικές σκηνές των επεισοδίων της και σ’ εκείνο το χιτ της Γουάινχάουζ περί απιστίας. Το καλοκαίρι του 2007 η Έιμι ήταν το απόλυτο είδωλο της ποπ κουλτούρας και ο,τιδήποτε στόλιζε με την ταξιδιάρικη soul φωνή της αποκτούσε αυτόματα ένα λούστρο εκτίμησης. Στην περίπτωση του “Mad Men”, ταίριαζε η εποχή στην οποία παρέπεμπαν και τα δύο: Ο ήχος του “You Know I’m No Good” και οι περιπέτειες των πρωταγωνιστών της σειράς είχαν για βάση τις αρχές της δεκαετίας του ‘60. Το καλοκαίρι του 2007 οι κριτικοί χάρισαν στο “Mad Men” αποθεωτικά σχόλια. Τρία φθινόπωρα μετά, ο κόσμος δεν είναι πια ανέμελος, η Έιμι Γουάινχάουζ δεν απασχολεί ούτε καν τις σελίδες των κουτσομπολίστικων περιοδικών για το αν μπαινοβγαίνει στις κλινικές αποτοξίνωσης, αλλά οι κριτικοί συνεχίζουν να αποθεώνουν το “Mad Men”. Η αντρική μόδα ντύνεται με λεπτές γραβάτες και ποσέτ, η Κριστίνα Χέντρικς και η Τζάνιουερι Τζόουνς, δύο από τις πρωταγωνίστριες της σειράς, ψηφίζονται στις υψηλότερες θέσεις των “πιο σέξι γυναικών του πλανήτη” από τα glossy περιοδικά και τα τηλεοπτικά βραβεία προσφέρονται απλόχερα στον δημιουργό του, Μάθιου Γουάινερ, και το επιτελείο του. Τώρα πια, το απόλυτο φαινόμενο της ποπ κουλτούρας είναι το “Mad Men”.

Υπάρχει, όμως, μια διαφορά ανάμεσα στην επιτυχία του “Mad Men” και την επιτυχία της Γουάινχάουζ: Στην περίπτωση της σειράς, η κριτική αποδοχή δεν συνοδεύεται και από θεαματικές πωλήσεις. Όχι ότι ο μέσος όρος των 2 εκατομμύρια τηλεθεατών ανά επεισόδιο είναι αμελητέα ποσότητα. Αλλά, αν το συγκρίνεις με το άλλο τηλεοπτικό φαινόμενο της εποχής μας, το βαμπιρικό κάντρι “True Blood” που κάνει υπερδιπλάσια νούμερα, ή με το χαβαλετζίδικο “Entourage” των 3,5 εκατ. τηλεθεατών, μοιάζει σαν ο πτωχός συγγενής. Στις σειρές δε των ελεύθερων δικτύων των Η.Π.Α. (CSI, Grey’s Anatomy, Dr. House κ.λπ), ο μέσος όρος τηλεθέασης δεν πέφτει κάτω από τα 12 εκατομμύρια. Γιατί, λοιπόν, τη χαρακτηρίζουμε το απόλυτο ποπ φαινόμενο της εποχής μας; «Η μεγαλύτερη επιτυχία του “Mad Men” είναι το πόσες αναφορές γίνονται σε αυτό. Στα media, σε συζητήσεις στο Internet, στα βραβεία που, σαν σε ρουτίνα πλέον, σαρώνει. Είναι ειρωνικό, αλλά μια σειρά που διαδραματίζεται στα ‘60s, οδηγεί το άρμα του zeitgeist», εξηγεί ο Θοδωρής Δημητρόπουλος, δημοσιογράφος και υπεύθυνος για το blog US TV, την πιο πλήρη και ποιοτική πηγή ενημέρωσης που έχει ο Έλληνας για όσα διαδραματίζονται στην αμερικανική τηλεόραση.

Ανάμνηση ναι, νοσταλγία όχι
Είναι χιλιογραμμένα, τρία χρόνια τώρα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του “Mad Men”, που συνεχίζουν να κάνουν τόση εντύπωση: Η τέλεια απεικόνιση της ατμόσφαιρας των ‘60s, τα τσιγάρα, το αψεγάδιαστο ντύσιμο, ο σεξισμός, ο ρατσισμός, η νέα ηθική που σχηματίζεται μετά τον Μακαρθισμό και στο απώγειο του Ψυχρού Πολέμου. Εκεί που κάποτε έλεγες “ντυμένος σε στυλ εποχής Κένεντι” ή “ένα γραφείο ‘60s”, τώρα πια μιλάς για “ρούχα και έπιπλα Mad Men”. H ματιά του Μάθιου Γουάινερ στην Λεωφόρο Μάντισον των αρχών της δεκαετίας του ‘60 και στις πρακτικές των διαφημιστικών γραφείων της εποχής και των στελεχών τους είναι τόσο τελειοθηρική, τόσο φετιχιστική, που κανείς δεν μπορεί να την πει νοσταλγική. Έγκυοι καπνίζουν αρειμανίως, οι μαύροι περιορίζονται σε θέσεις αχθοφόρων και χειριστών ανελκυστήρων, η ταπείνωση του θηλυκού στον χώρο εργασίας είναι ρουτίνα ακόμη και για τα κατώτερα στελέχη γένους αρσενικού... Όχι, ο Γουάινερ δεν αναπολεί τα ‘60s. Τα περιγράφει, όμως, σε κάθε τους λεπτομέρεια.

Γεννήθηκε το 1965 και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον διανοουμένων, φίλων του νευροχειρουργού πατέρα και της νομικού μητέρας του, καταναλώνοντας μανιωδώς λογοτεχνία, κλασικές ταινίες και τις ριζοσπαστικές πολιτικές απόψεις των ‘50s που τόσο διώχθηκαν στις Η.Π.Α. Είναι παθιασμένος με την περίοδο που γαλούχησε τους γονείς του, έχει τεράστια γνώση και μνήμη των εμβληματικών στιγμών που χαρακτήρισαν τα ‘60s και προσπαθεί να αναπλάσει τα χρόνια που προηγήθηκαν της σύλληψής του... Χωρίς να κρίνει ή να ηθικολογεί. Γι’ αυτό και επιλέγει να κρατήσει τα συνταρακτικά γεγονότα, όπως την κρίση στον Κόλπο των Χοίρων ή την δολοφονία του Κένεντι σε δευτερεύοντα ρόλο και να συνεχίσει να υφαίνει το μύθο του με βάση τις ατέλειες των (πολλών) κεντρικών ηρώων του. «Ο Γουάινερ δούλευε για χρόνια ως σεναριογράφος στο “Sopranos”, μια άλλη σειρά αρκετά καλλιτεχνική, με ιδιαίτερους ρυθμούς και ατμόσφαιρα, η οποία είχε κάνει τεράστια mainstream επιτυχία. Όπως και το “Sopranos”, έτσι και το “Mad Men” έχει ένα πολύ διακριτό ύφος (δεν υπάρχει περίπτωση ποτέ να το μπερδέψεις με άλλη σειρά, κάτι πολύ βασικό σε μια εποχή υπερπροσφοράς), και όσο κι αν σε δεύτερο επίπεδο μπορεί να μιλάει για την κοινωνία, για το άτομο, για την προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού, για τον Προμηθέα Δεσμώτη και τις φιλοσοφίες της Άιν Ραντ, σε πρώτη φάση σου παρουσιάζει ένα εθιστικό δράμα, σαν σκεπτόμενη σαπουνόπερα. Με τις προδοσίες της, τον αβίαστο σεξισμό της, τις εντυπωσιακές ρετρό μόδες της…» σημειώνει ο Θοδωρής Δημητρόπουλος.

Στο “Mad Men”, που ο Γουάινερ ετοίμαζε ήδη από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας (αλλά χρειάστηκε το επιτυχημένο πέρασμά του από το “Sopranos” για να πείσει ένα κανάλι να το γυρίσει), στήνει ένα άψογο φόντο, ώστε να ζωγραφίσει επάνω του ένα καθημερινό δράμα: Ο άντρας που πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα σε μια επιτυχημένη καριέρα και μια ευτυχισμένη οικογένεια, μέσα σε ένα άκρως ανταγωνιστικό και συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Ακόμη περισσότερο κι από την πιστότητα του ιστορικού περιβάλλοντος, την ανάπλαση στο στούντιο της ατμόσφαιρας της εποχής και τις αναφορές στις νεοϋρκέζικες συνήθειες των ‘60s, αυτό που κάνει το “Mad Men” διαφορετικό είναι ότι -παρ’ ότι σειρά- δεν ποντάρει τόσο στους διαλόγους, όσο στις σιωπές. Από νωρίς μαθαίνουμε τα μυστικά των χαρακτήρων και μετά τους χαζεύουμε να πέφτουν στις χιτσκοκικές παγίδες που τους στήνει ο σεναριογράφος και να προσπαθούν να μην αποκαλυφθούν. Ο Τζον Χαμ που υποδύεται τον Ντον Ντρέιπερ, τον πιο σημαντικό χαρακτήρα της σειράς, και η Τζένιουαρι Τζόουνς, που υποδύεται τη σύζυγό του, Μπέτυ, επελέγησαν από το επιτελείο του Γουάινερ κυρίως για τα απίστευτα εκφραστικά τους μάτια. Τα χρησιμοποιούν σε κάθε ευκαιρία...

Κι αν οι δύο προηγούμενες σεζόν είχαν κάπως χαθεί στο περιβάλλον του διαφημιστικoύ γραφείου, με τις ίντριγκές του και τις διαπροσωπικές σχέσεις, παρεκκλίνοντας από το δράμα του κεντρικού ήρωα που γυρεύει έναν αυτοπροσδιορισμό, αυτό ελάχιστα ενόχλησε τους κριτικούς. Οι 4 Χρυσές Σφαίρες και τα 13 βραβεία Emmy δεν δόθηκαν τυχαία. Είπαμε: Η απεικόνιση μιας ολόκληρης εποχής σε κάθε της λεπτομέρεια με καδράρισμα που θυμίζει editorials μόδας, έχει κάνει τους κριτικούς να παραληρούν, τα περιοδικά να αποθεώνουν το αντρικό πρότυπο του «σκληρού» Ντον Ντρέιπερ, την απενοχοποίηση των γκρίζων μαλλιών (του γοητευτικού Ρότζερ Στέρλινγκ), την επιστροφή στο λουκ «Γκρέις Κέλι» χάρη στην Μπέτυ Ντρέιπερ, αλλά και στις καμπύλες χάρη στη χυμώδη γραμματέα Τζόαν Χόλογουεϊ, τις βιτρίνες καλών καταστημάτων ένδυσης (η Banana Republic και οι Brooks Brothers είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα) να φιλοξενούν γωνιές “Mad Men”. Και με όλην αυτήν τη φόρα, η σειρά μπήκε στην τέταρτη σεζόν της πριν περίπου ένα μήνα, με όρεξη να φέρει πάλι τα πάνω κάτω. «Η 4η σεζόν, ξεκινά επιτέλους να απαντήσει την ερώτηση “Ποιος είναι ο Ντον Ντρέιπερ;”, φέρνοντας τον ήρωα αντιμέτωπο με μια εντελώς νέα πρόκληση. Είναι πολύ θαρραλέο που αλλάζει έτσι τα ίδια της τα δεδομένα. Οι περισσότερες σειρές απλά υπονοούν κάποια μεγάλη αλλαγή, αλλά τελικά την παίρνουν πίσω. Ιδίως 3-4 από τα φετινά επεισόδια σπάνε τη φόρμα με αποστομωτικό τρόπο και να μας κάνουν να δούμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια του Ντον», λέει ο Θοδωρής Δημητρόπουλος. Φαντάζομαι πως με αυτές τις εξελίξεις, του χρόνου τέτοια εποχή θα μιλάμε πάλι για τη νέα συγκομιδή βραβείων του “Mad Men”. Και πως όσοι αδημονούν να το απολαύσουν, δεν θα περιμένουν πότε το Alter, που έχει αγοράσει τα επεισόδια, αποφασίσει να το προβάλει, αλλά θα καταφύγουν στην άμεση –και βεβαίως παράνομη- λύση του κατεβάσματος από το Internet, ενθυμούμενοι ότι και το τραγούδι κάτι τέτοιο υπονοούσε: «You Know I’m No Good».

(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Κ" της "Καθημερινής", την Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010)

Πίτσα κανείς;

(Άλλη μια ευγενική προσφορά του Ovelikios στο ΠΠC)

17 Σεπ 2010

Περιμένοντας τον Gonjasufi

Έχω επιστρέψει από τις διακοπές εδώ και ένα μήνα και δύο ημέρες και τέσσερα λεπτά ακριβώς. Μολονότι πέρασα τρεις ολόκληρες, φανταστικές εβδομάδες σ' ένα νησί που λατρεύω, μού φάνηκαν ελάχιστες. Σαν να μην πήγα ποτέ. Με το που πάτησα το πόδι μου στην Αθήνα, το μόνο πράγμα που ήθελα να κάνω ήταν να παρατείνω τις διακοπές μου. Και, κατά κάποιον τρόπο, τα κατάφερα. Βοήθησε και το νέο μου εργασιακό καθεστώς, που με θέλει σε μια κάπως «ελεύθερη σχέση» με την «Καθημερινή» (θέλουμε και οι δύο να είμαστε πιστοί ο ένας στον άλλον, αλλά δεχόμαστε αγόγγυστα τις συνευρέσεις με τρία πρόσωπα, κατανοώντας ότι το ξεκαύλωμα σε αυτές τις δύσκολες εποχές που ζούμε είναι ζωτικής σημασίας...), βοήθησε ο καιρός, βοήθησε και η πληθώρα πολιτιστικών δρωμένων που έλαβαν χώρα στην παράξενή μας πόλη. Ο μήνας που ακολούθησε το άνοιγμα του καταπέλτη του HighSpeed4 στον Πειραιά εκείνο το μεσημέρι του δεκαπενταύγουστου ήταν λοιπόν υπερπλήρης.


Με περηφάνεια πλάναρα στα νερά της Αναβύσσου το μοναδικό τριήμερο που έβγαλε επιτέλους σοβαρό μελτέμι. Με καφριλίδικη χαρά ανηφόρισα με μια παρέα έξι τριανταπεντάρηδων στις κυλιώμενες του Mall για να δούμε τους "Αναλώσιμους" του Σταλόνε στα Village. Με αγωνία μικρού παιδιού έσπευσα στην avant premiere και με έκσταση ακόμη μικρότερου κατάπια το "Inception". Με ευχάριστα ψυχαναγκαστική διάθεση ολοκλήρωσα μαζί με την "Αθηναία" το "Καλοκαίρι Όντρεϊ Χέπμπορν", χαζεύοντας και το "Funny Face". Με απληστία έκλεισα όσα περισσότερα εισιτήρια για τις "Νύχτες Πρεμιέρας" μπορούσα (δεν σας λέω για ποιες ταινίες, για να μην επηρεάσω την ψηφοφορία που διεξάγεται στην στήλη δεξιά). Με πλήρη έλλειψη ευθύνης ήπια όσο παραπάνω μπορούσα στα μπαρ του κέντρου (και μετά, με επανάκτηση της ευθύνης, άφηνα το αυτοκίνητό μου εκεί ώστε να γυρίσω με ταξί στο Μαρούσι, για να το παραλαμβάνω την επόμενη στολισμένο με τα ροζ χαρτάκια των προστίμων) και χόρεψα break dance σε "απαγορευμένα" πάρτυ, καταστρέφοντας ρούχα και θέτοντας σε κίνδυνο σχέσεις με φίλους και γνωστούς.



Επίσης, αποφάσια τελικά να μην σνομπάρω "τη συναυλία του καλοκαιριού" και πλήρωσα ένα εβδομηντάρι ευρώ για να δω τους U2. Τράβηξα και βιντεάκι. Ήπια και μπόλικες μπίρες, μπας και τους απολαύσω. Δεν μου άρεσαν, ειδικά η μεγαλομανία του Μπόνο και η ανάγκη του να αυτοσυγκριθεί με τον Μεγαλέξανδρο την ίδια ώρα που ο ήχος τους ήταν επιτηδευμένα άθλιος, ώστε να μην διακρίνεται η παντελής του αδυναμία να τραγουδάει πια, με ξενέρωσαν τα μάλα. Επίσης, ως συναυλία, δεν είχε ειρμό, δεν είχε ροή, σαν να φοβόντουσαν ότι θα πεθάνουν επί σκηνής αν τολμούσαν να ροκάρουν όντως λιγουλάκι. Αλλά δεν το μετανοιώνω, όφειλα να είμαι εκεί, μόνο και μόνο για να χαζέψω την εντυπωσιακή σκηνή, το πλήθος του κόσμου και για να μπορώ μετά να κράζω με επιχειρήματα όλους αυτούς που "απόλαυσαν την καλλίτερη συναυλία της ζωής τους". Ήπια κι άλλα ποτά, ξαναμέθυσα, έφυγα και κάτι ταξιδάκια, ξαναμαύρισα στην πισίνα του Swissotel στη Σμύρνη, περπάτησα στους αρχαίους δρόμους της Εφέσου και διάβασα τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά στις επιγραφές με την ίδια καύλα που το έκανα στο μοναδικό μάθημα που μου άρεσε στη σχολή μου, την παλαιογραφία. Και μετά ήπια κι άλλα ποτά.


Μέχρι και στο Ηρώδειο βρέθηκα, για να απολαύσω αυτή την απίστευτη Ισπανίδα, την Λουθία Λακάρα, και το υπόλοιπο παρεάκι της να κάνει γυροβολιές (οι γνώστες στις γύρω κερκίδες τις έλεγαν "πιρουέτες") σ' ένα γκαλά χορού αφιερωμένο στη μνήμη του Νουρέγιεφ. Κι άλλα ποτά κι άλλα σινεμά κι άλλοι χοροί κι άλλες συναυλίες (εννοείται ότι δεν θα έχανα το τρίπτυχο "Xaxakes - Monika - Μαραβέγιας" στο Γκάζι). Και μερικά ακόμη ποτά...


Γέμισε ο μήνας και γέμισε ωραία. Αλλά όλα τα παραπάνω έγιναν μάλλον από κεκτημένη ταχύτητα, από μια ανάγκη να μη μείνει ούτε ένα βράδυ άδειο, να μην ξεμείνω στο σπίτι (ακόμη κι εκεί, επιμελήθηκα ένα ωραίο DVDικό αφιέρωμα στον Γουές Άντερσον για μένα και την Β.), δεν ήταν πράγματα για τα οποία αγωνιούσα, εκδηλώσεις που προγραμμάτιζα από καιρό ή λαχτάριζα σαν πρόσφατα ερωτευμένος που πλησιάζει στο αντικείμενο του πόθου του, να δω. Το αυριανό όμως, είναι αλλιώς. Σας το έχει ήδη παρουσιάσει, κυνικά, ο Mr. Arkadin. Μιλάω για το πάρτυ του Bios, με πρωταγωνιστές τον Gonjasufi και τον Gaslamp Killer.

Θεωρώ το "A Sufi and a Killer" του πρώτου ένα από τα καλλίτερα άλμπουμ της χρονιάς (και δεν είμαι ο μόνος) και γουστάρω τρελλά που θα τον δούμε στα μέρη μας ακριβώς τη στιγμή που είναι στα top του, πριν πολυγίνει διάσημος και μας το παίζει δύσκολος (όχι ότι φοβάμαι ότι θα έφτανε να γίνει U2, να παίξει στην Αθήνα μετά από 35 χρόνια, μάλλον για Scorpions τον κόβω, να μας έρχεται κάθε καλοκαίρι...). Αυτό το ιδιωματικό, ανατολίτικο dubstep που γράφει, το ρεμπέτικο trip-hop του, τόσο ανατριχιαστικό, που έκανε κι εμένα που δεν είμαι και κανάς ένθερμος φαν της ηλεκτρονικής μουσικής, να υποκλιθώ στο μεγαλείο της τέχνης του. Αλλά, ρε γαμώτο, είδα τώρα κάτι βιντεάκια στο Youtube κι αγχώθηκα μήπως αύριο δεν είναι τελικά τόσο ανεβαστικά όσο ήταν όλος ο υπόλοιπος μήνας μετά το δεκαπενταύγουστο. Αλλά τι λέω; Θα πιω κι άλλα ποτά.


16 Σεπ 2010

Δείξε μου το smart phone σου, να σου πω ποιος είσαι


Ο μακάκιας
Δουλεύει πανευτυχής σε iMac, δεν καταδέχεται να ακουμπήσει στ’ αυτιά του οποιοδήποτε άλλο σετ ακουστικών πέραν του κατάλευκου ενός iPod, παρακολουθεί online σε πραγματικό χρόνο κάθε νέο λανσάρισμα συσκευής της Apple, κάνει στη συνέχεια αποθεωτικά σχόλια γι’ αυτήν στο Twitter, αγχώνεται για το εύθραυστον της υγείας του Στηβ Τζομπς πιο συχνά απ’ ότι για του ίδιου του του πατέρα... Έχει ήδη αλλάξει, από το 2007, όταν πρωτοβγήκε στην αγορά, τρία iPhone (το απλό, το 3G και το 3GS –τού τά ‘φερε ένας κολλητός του από Νέα Υόρκη) και τώρα τσεκάρει τον κουμπαρά του γιατί δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή του χωρίς το 4. Επίσης, αδυνατεί να καταλάβει γιατι οποιοσδήποτε άνθρωπος μπορεί να μην θέλει να έχει iPhone. Και επιχειρηματολογεί εκνευριστικά σε κάθε του συζήτηση γι’ αυτό –επιδεικνύοντας με πάθος τη νέα, φανταστική εφαρμογή που κατέβασε, με την οποία μπορεί να μετρήσει την δύναμη οσμής μιας πορδής με το κινητό του. Δεν είναι πολύ συμπαθής.

Σύνηθες επάγγελμα: Γραφίστας, στέλεχος σε εταιρεία τεχνολογίας, γόνος εύπορης οικογενείας των Βορείων Προαστείων, με μη εκπληρωμένες τις στρατιωτικές υποχρεώσεις και με άπειρο ελεύθερο χρόνο.
Συσκευή φετίχ: Το iPad (από τηλέφωνα, το iPhone 5 που ονειρεύεται)

Ο αϊφον(ι)άς
Διαφέρει από τον «μακάκια» στο ότι αγόρασε μεν κι αυτός iPhone, αλλά όχι επειδή πιστεύει πως η Δευτέρα Παρουσία θα συντελεσθεί μέσα στα εργαστήρια της Apple. Το επέλεξε με ακριβώς το ίδιο κριτήριο που παλιότερα θα έστελνε όλες του τις οικονομίες και τρία διαφορετικά δάνεια σε μια Μερσεντέ (sic), και το απολαμβάνει με την ίδια ικανοποίηση που του δίνει το κάπνισμα του –αγορασμένου από περίπερο- πούρου του στο τρίτο τραπέζι (από την) πίστα του μπουζουξίδικου που φιλοξενεί την Τζούλια Αλεξανδράτου. Χρησιμοποιεί με ενθουσιασμό μια και μόνο εφαρμογή του τηλεφώνου του: την πασιέντζα. Εξ άλλου, ενίοτε του τελειώνουν οι μονάδες από το καρτοκινητό και δεν του μένει να κάνει τίποτε άλλο...

Σύνηθες επάγγελμα: Ποδοσφαιριστής Β’ Εθνικής, ιδιοκτήτης καφετέριας στην Λεωφόρο Βεΐκου, υποψήφιος σε τραγουδιστικό ριάλιτι (συχνά και τα τρία μαζί).
Συσκευή φετίχ: Το iPhone 4 (αλλά χωρίς να ξέρει γιατί)

Ο μπλακμπερίστας
Ο μεγαλύτερος εχθρός του «μακάκια», μισεί κι αυτός τον θιασώτη της Apple με τη σειρά του, αλλά είναι πολύ σνομπ για να το δείξει. Την κρίσιμη στιγμή σε κάθε τους κόντρα, διακόπτει την ανταλλαγή επιχειρημάτων για το «ποιο είναι το καλύτερο smartphone» γιατί μόλις έλαβε «κάποιο πολύ σημαντικό e-mail» και πρέπει να απαντήσει. Το ύφος του όταν κάνει αυτή την δήλωση ξεπερνάει εκείνο των χιλίων καρδιναλίων και ανάγεται στο ύψος ενός Ποντίφικα. Του Ουρβανού του Β’ ή του Ιννοκέντιου του Δ’, συνηθέστερα. Το περίφημο «σημαντικό e-mail» εννιά στις δέκα φορές είναι κάποια ειδοποίηση που του στέλνει το Facebook. Αξιολογεί τους φίλους του με βάση το αν τους έχει στην λίστα του Blackberry Messenger ή όχι. Πάσχει από πόνους στις αρθρώσεις των δακτύλων, λόγω της υπερπροσπάθειας να πληκτρολογήσει στο ελάχιστο keyboard του...

Σύνηθες επάγγελμα: Account Manager σε εταιρεία Δημοσίων Σχέσεων, στέλεχος πολυεθνικής που ταξιδεύει συχνά, σύμβουλος του Γιώργου Παπανδρέου.
Συσκευή φετίχ: Το Blackberry του Μπάρακ Ομπάμα

Ο ΔΝΤ
Ή αλλιώς, ο VFM. Value For Money. Στις δύσκολες εποχές που ζούμε τού φαίνεται αδιανόητο να ξοδέψει πέντε κατοστάρικα για να κάνει τηλεφωνήματα ή να φυσάει στην οθόνη τους και μετά να ζωγραφίζει καρδούλες στους virtual υδρατμούς. Αλλά, επειδή πια παίρνει το τρένο (γιατί η βενζίνη έχει ακριβύνει πολύ), χρειάζεται ένα smartphone για να συνδέεται στο Internet και να περνάει την ώρα του. Έχει, λοιπόν, κάνει πλήρη έρευνα αγοράς στα πιο απίθανα γκατζετοσάιτ και μπορεί να ερμηνεύσει δύσκολες έννοιες όπως Android, XTC, Nexus, Evo και άλλες που μοιάζουν με ονόματα ηρώων του «Matrix». Περηφανεύεται ότι το δικό του είναι «σαν το iPhone, αλλά καλύτερο» και έχει στήσει μέχρι και blog όπου περιγράφει τα κατορθώματα του κινητού του και ανεβάζει φωτογραφίες σκυλιών στο δρόμο και αστείων πινακίδων που τραβάει με αυτό. Έχει περίπου 7 επισκέπτες το μήνα.

Σύνηθες επάγγελμα: Δικηγόρος (από τους σπασίκλες, όχι τα λαμόγια), δημοσιογράφος σε οικονομική εφημερίδα, φοιτητής στις Διεθνείς Σχέσεις, την Ιατρική ή την Βιβλιοθηκονομία.
Συσκευή φετίχ: Το παλιό, καλό του Nokia από το 1997, που η μπαταρία του κρατάει ακόμη πέντε μέρες!


Ο καλλιτέχνης
Ο καλλιτέχνης είναι δύο κατηγοριών: είτε φωτογράφος, είτε πορνογράφος. Ο πρώτος επιλέγει κινητό με βάση τα megapixels της κάμεράς του και το αν ο φακός είναι κατασκευασμένος στο εργοστάσιο της Carl Zeiss ή της Leica. Ο δεύτερος επιλέγει βάσει μεγέθους. Όσο πιο μικρό και μουλωχτό, τόσο πιο καλό. Αλλά να έχει ικανοποιητικό ήχο, γιατί ερασιτεχνική τσόντα χωρίς τους διαλόγους δεν έχει νόημα, ε; Ο πρώτος έχει φτάσει ήδη τα 19 άλμπουμ στο Facebook και οι γνωστοί του τον φωνάζουν «Γιαπωνέζο». Ο δεύτερος έχει γεμίσει 5 gigabytes στον υπολογιστή του με βιντεάκια που καλεί μια φορά την βδομάδα τους κολλητούς του να χαζέψουν παρέα. Ο πρώτος χαίρει εκτίμησης για την τέχνη του, αλλά δεν τον κάνουν και πολλή παρέα γιατί είναι βαρετός. Ο δεύτερος χαίρει εκτίμησης για την τέχνη του, αλλά δεν τον κάνουν πολλή παρέα γιατί κομπάζει πολύ. Και, βασικά, γιατί τον ζηλεύουν.

Σύνηθες επάγγελμα: Φωτογράφος, συγγραφέας ελαφρών «γυναικείων» βιβλίων, ιδιοκτήτρια καταστήματος δώρων (ο/η φωτογράφος), μπασκετμπολίστας, καθηγητής θαλασσίου σκι, καθηγητής Γυμνασίου που σύντομα θα παει φυλακή για αποπλάνηση ανηλίκου (ο πορνογράφος).
Συσκευή φετίχ: Το Altek Leo, με κάμερα 14 megapixels και HD ανάλυση στα βίντεο!


(Κείμενο του Πέτρου Συκουτρή για το περιοδικό Big Fish της 05.09.2010)

13 Σεπ 2010

θα το αναρτήσουμε υπό την προϋπόθεση να πείσετε τους καλεσμένους σας να κάνουν ένα μπάνιο προτού βγουν στην σκηνή

Gonja Sufi
Gaslamp Killer


Αγαπητό Πο Πο Culture
Το BIOS γιορτάζει τα 8 του χρόνια την Παρασκευή 17 και το Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου, όπου θα εμφανιστούν για πρώτη φορά στην Ελλάδα οι Autechre και οι Moderat, συνοδευόμενοι από τον Rob Hall, τον Gaslamp Killer, τον Gonja Sufi, τον Βyetone, τον Onra, τον Buddy Sativa και την Ikonika.
Θα χαιρόμαστε αν μπορούσατε να επικοινωνήσετε το event με κάποια ανάρτηση στο blog σας.
Ευχαριστούμε Πολύ


8 ΧΡΟΝΙΑ BIOS
Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου
Autechre (live)
Moderat (live)
Rob Hall (DJ set)
Byetone (live)

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου
Gonja Sufi & Gaslamp Killer (live)
Onra w/ Buddy Sativa (live)
Ikonika (live)
Kutmah (live)

Ώρα Έναρξης: 22.30
Είσοδος: 25 Ευρώ (17/9) & 20 Ευρώ (18/9)
Εισιτήριο διημέρου: 30 Ευρώ
Περιορισμένος αριθμός εισιτηρίων

8 Σεπ 2010

Απλά μεγαλειώδες!


Owen Pallett - No Cars Go

Ένα φανταστικό κομμάτι (που έτσι παιγμένο, αποδεικνύει πόσο θεϊκή μπάντα είναι οι Arcade Fire), εκτελεσμένο από έναν ιδιοφυή καλλιτέχνη (που με τον φετινό του δίσκο, "Heartland", έχει παρουσιάσει μια από τις καλλίτερες δουλειές του 2010 και που, φυσικά, είναι ο βιολιστής στις ηχογραφήσεις των Arcade Fire).

Ιδέα!

Εδώ και μερικές μέρες, από τότε που τέθηκε σε ισχύ (;) ο νέος αντικαπνιστικός νόμος, έχω βαρεθεί να (ψευτο)τσακώνομαι (στο τουίτερ, κυρίως) με τους έξαλλους καπνιστές που αντιδρούν για την καταπάτηση του θεμελιώδους δικαιώματός τους να ντουμανιάζουν τον τόπο. Ετοιμαζόμουν να γράψω μια εξυπνάδα του τύπου "πώς είναι δυνατόν να γίνεται τέτοιο θέμα για κάτι τόσο απελπιστικά πασέ όσο το κάπνισμα, είναι σαν να υπερασπιζόμαστε το concept 'τουαλέτες έξω από το σπίτι'" - και τότε μου ήρθε. Υπάρχει τρόπος ΚΑΙ οι εθισμένοι στην νικοτίνη να απολαμβάνουν ανενόχλητοι την καταστροφική της επίδραση στον οργανισμό τους ΚΑΙ οι άλλοι να μην ενοχλούνται, να μην αναγκάζονται να εισπνέουν τον καπνό των άλλων. Και η λύση είναι η η εξής: επιστροφή σε ακόμη πιο απαρχαιωμένους τρόπους απόλαυσης του καπνού - το σνιφάρισμα και το μάσημα! Σκέψου το. Ποιον ενοχλείς, αν βγάζεις από την τσέπη σου ένα ωραίο κομμάτι καπνού, αποσπάσεις λίγο με τα δόντια σου, το βάλεις ανάμεσα στα ούλα και το μάγουλό σου κι αρχίσεις να μασάς αποβάλλοντας, δια φτυσίματος το υπερβάλλον σάλιο που παράγεται, όπως έκαναν όλοι προτού καθιερωθεί η μόδα του καπνίσματος τον 20ό αιώνα; Όσο γι' αυτούς που δεν το θεωρούν κουλ, να θυμίσω:
ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας μασούσε ταμπάκο.
Το ίδιο και η Καλάμιτι Τζέιν.
Πιο κουλ πεθαίνεις (ενώ με το ταμπάκο απλώς παθαίνεις καρκίνο του στόματος, το ίντερνετ είναι γεμάτο φωτογραφίες ανθρώπων χωρίς κάτω σαγόνι, αλλά οι καπνιστές δεν καταλαβαίνουν από αυτά). Από την άλλη, καταλαβαίνω τις γυναίκες που θεωρούν ότι το κάπνισμα είναι μια πιο κομψή δραστηριότητα - όσο να 'ναι (και με όλο το σεβασμό στη μνήμη της Καλάμιτι Τζέιν), δεν είναι ακριβώς θηλυπρεπές το να μπουκώνεις ταμπάκο και να φτύνεις. Εσείς, κυρίες μου, μπορείτε να σνιφάρετε τον καπνό σας. Μην ντρέπεστε: πριν την ανακάλυψη της αστικής δημοκρατίας, στους κύκλους των ευγενών ήταν απολύτως θεμιτό για μια κυρία να χώνει το δάχτυλο στη μύτη, γαργαλώντας την με τρίμμα καπνού, για να απολαύσει μετά ένα υπέροχο φτέρνισμα (η έκφραση "ο οργασμός είναι σαν φτέρνισμα, αλλά καλύτερο" μάλλον από εκεί προέρχεται). Το μόνο πρόβλημα με την υιοθέτηση της πρότασής μου είναι ότι θα δημιουργηθεί μια αδιανόητη ηχορρύπανση στα μπαρ, με όλα αυτά τα φτυσίματα και τα φτερνίσματα, αλλά το προτιμώ από το να βρωμάνε τα ρούχα μου και να μαυρίζουν τα πνευμόνια μου.

7 Σεπ 2010

Χίλιες λέξεις πραγματικά

Ο πατέρας Αρσένιος της Μονής Βατοπαιδίου, φωτογραφημένος από τον Γιόνας Φρέντβαλ Κάρλσον για το Vanity Fair.

Όχι και τόσο χίψτερ τελικά

Η ψηφοφορία (μάλλον δημοσκόπηση) στα δεξιά έκλεισε. Το 22% των αναγνωστών του ΠΠC ξέμεινε φέτος το καλοκαίρι στην Αθήνα, το 16% πήγε στην Χαλκιδική (υποθέτω, λοιπόν, ότι κάπου ένας στους πέντε απ' όσους μας διαβάζουν είναι από τη Θεσσαλονίκη), το 14% έφυγε στο εξωτερικό, γιατί του φάνηκε πιο φθηνό. Μύκονο και Σαντορίνη πήγε συνολικά μόλις το 6% από εσάς, αλλά και τα χιψτερονήσια δεν μάζεψαν κάποιο σημαντικό ποσοστό: 4% η Ανάφη (στη φωτογραφία επάνω, από τη Lifo), 9% η Αντίπαρος κι άλλο τόσο η Αμοργός. Τελικά το κοινό του ΠΠC είναι mainstream (και ίσως πρέπει να συμμορφωθούμε); Το 35% έφυγε για κάποιο νησί απ' αυτά που δεν συγκαταλέγονται στους πιο δημοφιλείς προορισμούς κι ένα 13% δεν πήγε καν σε νησί, αλλά κάπου στα ηπειρωτικά. Είναι η κρίση τελικά, που μας / σας έστειλε στο χωριό και στο εξοχικό του φίλου, ή τα "ψαγμένα" μέρη απλώς είναι για τους λίγους που ασχολούνται με αυτά -και οι υπόλοιποι απλά δεν μπορούν να καταλάβουν τι στο διάολο μας / τους αρέσει τόσο; Discuss.

Οι χαρές


Μέντα - Οι χαρές

Δεν ήθελα να τους λυπήσω με μια αρνητική κριτική του πρόσφατου τους άλμπουμ "Ποπ" (το βρήκα ανούσιο), αλλά έψαχνα να βρω ένα τρόπο να τους παρουσιάσω στο ΠΠC. Μου έδωσαν την καλλίτερη αφορμή οι ίδιοι. Ιδού το νέο βίντεοκλίπ των Μέντα. Είναι εξαιρετικό :)

1 Σεπ 2010

Tour de France




Λατρεμένη μου Αννα,
Γράφω την επιστολή αρχικά στα ελληνικά, ώστε να διαφυλάξω ότι θα διατηρηθεί ο οργιάζων ειρμός του ενθουσιασμού μου, και θα σ’ τη μεταφράσω έπειτα στα γαλλικά, να την καταλάβεις κι εσύ, ma chérie. Γιατί, ό,τι και να λένε οι εδώ εθνοπερήφανοι, η αλήθεια είναι ότι τη γλώσσα του μπαμπά σου ελάχιστα την κατέχεις. Ποσώς με πειράζει. Ούτως ή άλλως, το σημερινό μου παραλήρημα μόνο ο γαλλικός σου εαυτός μπορεί να το συλλάβει. Ακόμη κι αν μπορούσες να διαβάσεις Ομηρο από το πρωτότυπο, το ελληνικό σου ήμισυ (τέταρτο; χιλιοστό;) θα δυσκολευόταν να καταλάβει την εμμονή ενός σχεδόν συμπατριώτη σου με το Γύρο της Γαλλίας.
Aλλά το γαλλικό σου είναι, υποθέτω, ότι περιέχει ικανές ποσότητες κλίσης από τις ανηφόρες του Alpe d’ Huez και του Col du Tourmalet, ότι ξέρει να διακρίνει τις ιδιότητες της κίτρινης από της πουά με τις κόκκινες βούλες και από της πράσινης φανέλας, ότι δεν μπερδεύει, στο κάτω-κάτω, το peloton με τον Ερρίκο Πετιλόν, που είναι και συνάδελφός σου και έχει όνομα γαλλόφερτο. Ελπίζω, δηλαδή, ότι τουλάχιστον εσύ, γεννημένη στη Νάντη, μεγαλωμένη στην Προβηγκία, καταξιωμένη στους Παρισίους, εσύ, που η ζωή σου όλη είναι ένας γύρος της Γαλλίας, θα ξέρεις τουλάχιστον ότι το σπορ είναι ομαδικό. Και δεν θα με ρωτάς όλες αυτές τις ανόητες απορίες με τις οποίες οι αδαείς ισοπεδώνουν τις on-line περιγραφές μου στο Twitter. Τι είναι ο υπαρχηγός; Γιατί να στείλει κάποιος κάποιον να αντεπιτεθεί και να αναχαιτίσει; Σε ποιον να αντεπιτεθεί; Ο Γύρος της Γαλλίας είναι ή το Blitzkrieg που φτάνει στη Σεντάν και τη Δουνκέρκη;

Μα εμείς τα αγοράκια τα βλέπουμε όλα σαν πόλεμο. Ολα τα σπορ, τα πραγματικά αθλήματα, και όλα τα υπόλοιπα «σπορ», το ψήσιμο του ζουμερότερου μπον φιλέ και την παρασκευή της πιο εκλεκτής μπεαρνέζ (με όπλα μια μακρουλή τσιμπίδα και ένα βαζάκι μαγιονέζα), την κατάληψη της καλύτερης ξαπλώστρας στην πλαζ (η απόβαση πρέπει να οργανωθεί με στρατηγική τουλάχιστον Νορμανδίας), την προσέλκυση του ενδιαφέροντος κάποιας καλλιπύγου femme fatale (όπου καλό είναι η αντικατασκοπία να έχει φροντίσει να εξαλείψει πρώτα τους υπόλοιπους μνηστήρες). Ναι, όλα είναι πόλεμος. Και, πάνω απ’ όλα, ο Γύρος της Γαλλίας. Πόλεμος τον οποίο μπορείς να παρακολουθείς για επτά ώρες την ημέρα, επί τρεις εβδομάδες, από την τηλεόρασή σου. Πόλεμος με συντροφικά μαχαιρώματα, συντροφικές θυσίες, αποτυχημένες τακτικές, αναπάντεχες ατυχίες και ένα συναρπαστικό τερέν που ποικίλλει από τα λιβάδια με τους ανθισμένους ήλιους πέρα από τον Λίγηρα, ως τα επικίνδυνα γεφύρια πάνω από τον Ρήνο και τα απόκρημνα, φιδωτά δρομάκια των Πυρηναίων.

Τι άλλο θέλει ένα αγοράκι; Τελείωσε το πανηγύρι της Νότιας Αφρικής, αλλά η μεταμουντιαλική κατάθλιψη δεν πρόλαβε να με καταβάλει. Ο Γύρος της Γαλλίας είχε ήδη ξεκινήσει. Αλμπέρτο Κονταδόρ, Αντι Σλεκ, Γάλλοι ορειβάτες, Βάσκοι αναχαιτιστές, ένας Αρμστρονγκ να βολοδέρνει, όχι πια θρύλος, stream από πειρατικά κανάλια σε αγχωμένες ανηφόρες στο γραφείο, ανάμεσα σε θέματα που θέλουν διόρθωση, σε τηλέφωνα που χτυπούν για προθεσμίες, σε δεκάδες παράθυρα στην οθόνη του iMac, με ημιέτοιμες σελίδες, με φωτογραφίες που θέλουν επιλογή, πρώτη επιλογή, δεύτερη επιλογή, τελική επιλογή. Η φίλη μου απορεί, οι φίλοι μου απορούν, οι «φίλοι» μου στο Twitter απορούν. Τι καταλαβαίνω να βλέπω 200 μαντραχαλάδες να ποδηλατούν όλη την ημέρα σε ανηφοροκατηφόρες; Δεν απαντώ, παρά με ένα χαμόγελο. Ο Γύρος τελείωσε πριν από μία εβδομάδα. Και σηματοδοτεί και φέτος τις διακοπές μου. Του χρόνου πάλι.

Αννα, μόνο εσύ μπορείς να καταλάβεις. Ετσι δεν είναι, Γαλλιδάκι μου;
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Αυγούστου 2010. Γράφτηκε με σκοπό να σημάνει τις διακοπές που έρχονταν. Το ανεβάζω σήμερα, 1η Σεπτεμβρίου, που είναι συμβολική ημέρα. Οι διακοπές που ήλθαν ήταν τέλειες. Θέλω κι άλλες...)

Corinne Day (16.02.62-28.08.10)


Πιθανότατα γνωρίζεις την παραπάνω φωτογραφία. Σίγουρα, πάντως γνωρίζεις αυτήν στα αριστερά. Είναι από το τεύχος Μαρτίου του 1993 της βρετανικής "Vogue". Είναι οι εικόνες που γέννησαν το "heroin chic", που όρισαν την μετάβαση από τα πομπώδη '80s στα "grunge" '90s, που άλλαξαν για πάντα το πώς φωτογραφίζεται η μόδα και που έδωσαν ζωή -παρέα με εκατόν εξηνταδύο ακόμη παρόμοιους παράγοντες- σε λατρεμένους φορείς της ποπ κουλτούρας, σαν το περιοδικό "01" σ' εμάς εδώ στην Ελλάδα. Είναι η 18χρονη τότε Κέιτ Μος, φωτραφημένη από την φίλη της Κορίν Ντέι. Η ιστορία είχε ξεκινήσει -πιο ορθώς σε χρονολογικό επίπεδο- τρία χρόνια πριν, στο "The Face". Φωτογράφος και μοντέλο, στις ίδιες θέσεις. Η Κέιτ ήταν 15 ετών, εντελώς ανήλικη, η Κορίν 28, μια νέα κοπέλλα που ζούσε όσο έντονα ζούσε τότε κάθε άνθρωπος της ηλικίας της το πέρασμα από τη μία εποχή στην άλλη: σεξ, κίνδυνος του AIDS, νεορομαντισμός, ναρκωτικά, εναλλακτική μουσική, σιχαμάρα για το glamour, θάνατος, ζωή.



Φωτογραφίες σαν κι αυτές του "The Face" είχαν ήδη παίξει και πριν το 1990 σε πιο πρωτοποριακά περιοδικά, όπως το "iD", (και στα '90s θα γίνονταν ο ορισμός του πώς θα φωτογραφίζει η εναλλακτική βίβλος "Dazed & Confused"), αλλά απείχαν παρασάγγας από την αισθητική (και την τόλμη) της "Vogue". Αχτένιστα μαλλιά, βρώμικα, μηδενικό σκηνικό, μια μηχανή χειρός, ελάχιστο μέικ απ, τίποτε ανεβαστικό, τίποτε γυναικείο, τίποτε "μοδάτο". Ήταν μόλις η δεύτερη δουλειά της Κορίν Ντέι για τη "Vogue" (άγνωστη ήταν η φωτογράφος και τον Ιούλιο του '90, όταν φωτογράφισε την Μος για το "The Face" -αυτή της η δουλειά σε ένα "ενδιάμεσο" περιοδικό ήταν ο πρόξενος της ωμής ματιάς του "iD" στο glamorous σύμπαν της "Vogue") και θα ήταν η τελευταία...

Η Κορίν Ντέι, πρώην μοντέλο και η ίδια, κατηγορήθηκε αμέσως -και με εξαντλητικό τρόπο, όπως φυσικά και η "Vogue" και η διευθύντρια της βρετανικής έκδοσης, Αλεξάντρα Σούλμαν- για προτροπή της νεολαίας προς τα ναρκωτικά και των νεαρών γυναικών προς την ανορεξία. Μέχρι και οι "New York Times" είχαν σχολιάσει την Κέιτ Μος σε εκείνο το shooting ως "πολύ νεαρή και πολύ νεκρή". Η Κορίν Ντέι δεν άντεξε την πίεση και εγκατέλειψε το χώρο της μόδας. Συνέχισε ως καλλιτέχνης να φωτογραφίζει ανθρώπους με τον τρόπο που ήξερε. Γυμνούς από φτιασίδια, ή γυμνούς τελείως. Να κάνουν έρωτα, ναρκωτικά, να κοιμούνται. Να ζουν και να πεθαίνουν. Η ίδια έφυγε από τη ζωή στις 28 Αυγούστου του 2010 από τον καρκίνο που για πάνω από μισή δεκαετία της έτρωγε τον εγκέφαλο.

"Το σημαντικότερο πράγμα που έκανα για τη μόδα ήταν ότι την προσγείωσα, την έκανα πιο ντοκιμαντερίστικη", έχει πει. "Στα '80s είχαμε γόβες στιλέτο, βάτες, ρούχα όχι άνετα. Στα '90s η μόδα έγινε πιο χρηστική, με φαρδιά t-shirts και φαρδιά παντελόνια -αυτά φορούσαν όλοι". Ίσως και η ίδια όμως να υποβίβαζε την τέχνη της, περιγράφοντάς την κάπως έτσι. Γιατί μπορεί τα νέα ρούχα να ήταν όντως anti-glamorous, αλλά η μαγεία των περιοδικών ήταν ανέκαθεν ότι μπορούσαν να βγάλουν λάμψη απ΄το ο,τιδήποτε. Η Κορίν Ντέι ήταν η πρώτη που τόλμησε να πάει ανάποδα. Να αναζητήσει τη λάμψη στην τραγική ιστορία που υπονοεί η κάθε της εικόνα, στα "πρόσωπα του δρόμου" που διάλεγε για μοντέλα της, στα κουρέλια που τα έντυνε. Ήταν η πρώτη που έβγαλε snapshots (σύμφωνοι, άψογα εκτελεσμενα snapshots, αλλά snapshots -και κανείς ως τότε δεν έκανε τόσο low-budget editorials μόδας). Οι αντιδράσεις ήταν τόσο δριμείς που ο ατζέντης της Κέιτ Μος την συμβούλεψε να εγκαταλείψει για λίγο καιρό τις φωτογραφίσεις της φίλης της.


Δεν πέρασαν ούτε 5 χρόνια από εκείνο το εξώφυλλο στη βρετανική "Vogue" και η τέχνη της αποσυρθείσας Κορίν Ντέι άρχισε να παραλληλίζεται με εκείνη του Άβεντον ή τον Ίρβινγκ Πεν. Για εκείνες τις κλασσικές της εικόνες, για το "heroin chic" κάποιοι θα τη μισούν και κάποιοι θα την ευγνωμονούμε για πάντα...