Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σε β' πρόσωπο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σε β' πρόσωπο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Δεκ 2010

Πάρα όου Μπραζίου*



Γλυκιά μου Ανα Μπεατρίς,
φαντάζομαι πως την ώρα που απλώνεις τα δύο μέτρα συνωμοσίας των θεών στην πασαρέλα της Victoria’s Secret, ελάχιστα σε απασχολούν τα γήινα, υπαρξιακά ερωτηματάκια με τα οποία σκοπεύω να τυλίξω εορταστικά τούτο το γράμμα. Οταν ανοίγεις -άλλα δύο μέτρα το καθένα- τα αυθάδικα ροζ φτερά αγγέλου, που επιμένει να φορτώνει ο οίκος εσωρούχων στις άμαθες πλάτες σας, το πολύ-πολύ ν’ αναρωτηθείς -κι αυτό με αφελές δάγκωμα του κατακόκκινου κάτω χείλους- «για ποια συνωμοσία των θεών λέει;». Πρόταξε τώρα παιχνιδιάρικα και τη γλώσσα. Γιατί δεν γράφω κάτι προσβλητικό. Πρόσθεσα μερικούς πόντους απ’ τις peep toe γόβες που φοράς στα εκατόν ογδόντα δύο εκατοστά της σχεδόν απίθανης σιλουέτας σου, μαγεμένος απ’ τον πράσινο αχάτη των ματιών σου, ζαλισμένος από το θείο θαύμα που οσμίστηκα, από το παιχνίδι που στήθηκε στον Ουρανό, τον Ολυμπο, τον Κρύπτον ή όπου αλλού εδρεύουν τα ανώτερα όντα - πάντως όχι στην Ιταμπίρα του Μίνας Ζεράις, που γράφει η ταυτότητά σου. Ναι, προφέρω σωστά τα βραζιλιάνικα τοπωνύμια. Ετοιμάζομαι να μεταναστεύσω στην πατρίδα σου γαρ.

Παίρνοντας θάρρος από την επικείμενη γειτνίασή μας κι έχοντας ως αγαπημένο παιχνίδι την έλξη γοητευτικών κορασίδων σε προκλήσεις του μυαλού -ευκαιρίες ν’ αποδείξετε σ’ όλο τον κόσμο το αντίθετο απ’ αυτό που υποθέτει περί των πνευματικών σας επιδόσεων-, συνεχίζω με τα υπαρξιακά ζητήματα: Πότε είναι δικαιολογημένο να σταματάει κανείς την προσπάθεια; Πού ξεχωρίζει η παραίτηση από την παράδοση; Υπάρχει λεπτή κόκκινη γραμμή ανάμεσα στο ρεαλισμό και στην επιδίωξη αυτού που φαινομενικά είναι ακατόρθωτο - ή το σύνορο είναι ελαστικό; Οταν όλα πάνε στραβά, είναι μήπως το κυνήγι του απίθανου μια άρνηση παραδοχής ατελειών, κακής προετοιμασίας, ανικανότητας πιθανότατα; Ξέρω: Αν έχεις ζήσει το σύνηθες μοντελοπαραμύθι «έφηβη εντοπίζεται από ανιχνευτή μοντέλων, κερδίζει σε διαγωνισμό και υπογράφει συμβόλαιο με οίκο μόδας», το απίθανο, το όνειρο, ο μύθος ελάχιστα απέχει πια απ’ την πραγματικότητα. Εχεις, όμως, προετοιμαστεί για την ημέρα που θα καταρρεύσουν όλα; Εχεις φανταστεί εσένα γερασμένη, άτυχη, αδικημένη;

Αν ζούσες εδώ, στη δίνη των δέκα τελευταίων μηνών, θα γέμιζες με άγχος από παντού: Θα αποδώσουν οι θυσίες ή είμαστε έτσι κι αλλιώς καταδικασμένοι σε χρεοκοπία; Θα με αναποδογυρίσει το τσουνάμι των απολύσεων; Θα πνιγώ μετά, ψάχνοντας για δουλειά, ή αρκεί να πνίξω τους γύρω μου; Ναι, η κακοσμία που κυριαρχεί είναι διπλή: και παράδοσης και οργής. Ομολογώ ότι η κακή διάθεση με σπρώχνει κι εμένα καμιά φορά να παραιτούμαι από επιδιώξεις που λάτρεψα. Δεν οργίζομαι προς το παρόν, δεν αφορίζω όλους τους άλλους, κρύβοντας τις δικές μου ευθύνες πίσω από μια 24ωρη απεργία, ένα ανώνυμο blog, μια μολότοφ. Προτιμώ την αυτοκριτική -ή την ιδέα ότι κάνω αυτοκριτική-, τη συνειδητοποίηση ότι κέρδιζα τόσον καιρό και πως δεν πειράζει να χάσω και λίγο τώρα. Αρκεί η παραίτηση αυτή να ακολουθείται κι από ανασύνταξη δυνάμεων. Και αν, ως διάδοχη ετούτης εδώ της σελίδας, ας πούμε, βρίσκεται εύκολα μια νέα στο Internet, υπάρχουν λύσεις σε περίπτωση που τελικά βυθιστούν και όλα τα υπόλοιπα; Ή μήπως τα πορτογαλικά που μαθαίνω και το one way εισιτήριο στο Χίου ντζι Ζανέιρου είναι η απόλυτη παράδοση άνευ όρων;

Ακόμη και να ’ναι, θα έχω για πάντα εσένα καλή μου,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

*Para o Brasil (Στη Βραζιλία)

(Exitorial, Ιανουάριος 2010. Θα δημοσιευθεί με το GK που κυκλοφορεί την Παρασκευή, 24/12, με την "Καθημερινή")

25 Νοε 2010

Οι δεύτερες


Χορταστική μου Κιμ,
Τη στιγμή που, με μία ματιά μόνο στα μετάλλιά μου, συνειδητοποιούσα ότι τα χρυσά δεν ήταν ούτε τα μισά από τα ασημένια -και τα δεύτερα συνέχιζαν να πληθαίνουν, ενώ τα πρώτα δεν...-, ήξερα ότι η καριέρα μου στο στίβο είχε λήξει. Δεν ήμουν μεγάλος σε ηλικία. Οχι. Δεν είχα καν κλείσει τα είκοσι πέντε. Είχα κάτι σαν γνώθι σαυτόν όμως. Και το ασήμι είχε αρχίσει να αποκτά αφόρητο βάρος πια. Το χρυσοθηρικό μου ένστικτο επέμενε να ταξιδέψω αλλού. Εσένα, βεβαίως, ελάχιστα σ’ ενδιαφέρουν όλα αυτά. Το μόνο άγχος σου σε χρυσό φαντάζομαι ότι θα έχει να κάνει με το αν το λεοπάρ κολλητό top σου λάμπει αρκετά, αν το κοντράστ με τις μαύρες κηλίδες είναι στο επιθυμητό σημείο ή αν χρειάζονται μερικά καράτια παραπάνω για να τονίσουν αυτό το D που δεν ντρέπεται να δηλώσει το μπούστο σου.

Αλλιώς, βάζεις σε λειτουργία νέες μεθόδους προσέλκυσης ενδιαφέροντος: ντεκολτέ, πλατφόρμες, ring tone με προκλητικό R ’n’ B ή το τελευταίο hit του Βέρτη, ακρυλικά νύχια, γκλίτερ, κολάν φορεμένο με γόβες, εξτένσιον, άσπρες μπότες. Και profile pic «θαλάσσης» στο Facebook. Για δες. Μόλις σε έκανα «follow» στο Twitter. Φοράς ολόσωμο μαγιό με μια μεγάλη τρύπα γύρω από τον αφαλό και μια μικρότερη κάτω από το στήθος, κολιέ έθνικ και γουνάκι μινκ. Είσαι ο ορισμός της «δεύτερης». Αλλά, πίστεψέ με, δεν σ’ το γράφω καθόλου προσβλητικά.

Στη σημειολογία του ανδρικού σύμπαντος, η κατηγορία που εκπροσωπείς φέρει λιγότερο αρνητικό πρόσημο σε σχέση με άλλους κλάδους που χαρακτηρίζονται από το γράμμα που ακολουθεί μετά το «Α». Στον αθλητισμό, για παράδειγμα, ο πρώτος είναι πρώτος και ο δεύτερος τίποτε, τα «δεύτερα» είναι μια ομάδα που αποτελείται από αναπληρωματικούς -αν η δική σου δεν καταφέρει να την κατατροπώσει, παραμονεύει ο αιώνιος χλευασμός-, η Β΄ Εθνική είναι πεδίον δόξης λαμπρόν για τραμπούκους παράγοντες, απατεώνες στοιχηματζήδες και σκληροτράχηλους Λατινοαμερικανούς αμυντικούς που φλερτάρουν με την κόκκινη κάρτα κάθε φορά που η μπάλα βρίσκεται στα πόδια του πλησιέστερου αντιπάλου τους. Μια «δεύτερη» γυναίκα, όμως, γίνεται αποδεικτικό στοιχείο «δευτεροσύνης» ενός ανδρός μόνο στα μάτια μιας άλλης γυναίκας, και αυτό μόνον κατόπιν αποκαλύψεως του «εγκλήματος».

Οσο κι αν σας απεχθάνονται οι άλλες -εκείνες που μοιάζουν να βγήκαν όχι από την κοιλιά της μάνας τους, αλλά από μια Birkin της Hermès-, για τους άντρες είστε το συμπαθές και ενδιαφέρον σύμβολο της «μεγάλης πιθανότητας». Ενας στόχος μάλλον εφικτός. Εύκολος, όπως τα «δεύτερα» της αντίπαλης ομάδας. Αν ακολουθηθεί σωστά η σκέψη του σοφιστή Αντιφώντα, αν παραμείνει ανομολόγητη η παράβαση του θεσπισμένου «δεν πρέπει να πέφτετε στην παγίδα όσων φορούν και ντεκολτέ και μίνι την ίδια στιγμή», αν είναι παρακινημένη η παράβαση από ένα νόμο ανώτερο, φυσικό, τότε οι «δεύτερες» όχι μόνο δεν κάνετε κακό στο αρσενικό γένος, αλλά το ανακουφίζετε μία στο τόσο από το βάσανο της επιδίωξης της τελειότητας... Αρκεί, βεβαίως, το κυνήγι της δευτεροσύνης να μη γίνει ξαφνικά αυτοσκοπός ή εθισμός. Να μη γίνει αποφυγή αντιμετώπισης του ότι θέλουμε κάτι άλλο, ανώτερο - να μη γίνουμε ο Τζέισον Σουάρτσμαν / Τζόναθαν Εϊμς του «Bored to Death».

Εσύ, πάντως, μικροσκοπικό μου πλάσμα, με τις μεγαλοπρεπείς καμπύλες, μην ανησυχείς. Δεν θα στερηθείς του ενδιαφέροντός μας, δεν θα πάψεις να διοργανώνεις φαντασιώσεις (αλλά και υλοποιήσεις, ενίοτε βιντεοσκοπημένες, σαν το περίφημο sex tape σου) στο Sanitas περιτύλιγμά σου, και -πού ξέρεις;- ίσως μια μέρα πραγματοποιήσεις το όνειρό σου να γίνεις μαμά και νοικοκυρά. Υπάρχουν πάντα και οι «δεύτεροι».

Φιλικά,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, Δεκέμβριος 2010. Θα δημοσιευθεί στο GK που κυκλοφορεί αυτή την Κυριακή, 28/11, με την Καθημερινή)

27 Οκτ 2010

Της μουρλής


Αγαπητή μου Κριστίνα,
Υπάρχει, βεβαίως, μια περίπτωση να σε θίξω με όσα σκοπεύω να γράψω, αλλά θα πάρω αυτό το ρίσκο. Αφενός γιατί είσαι το καλύτερο υπόδειγμα αυθεντικής τρελής που μπορώ να σκεφτώ -και άρα το απόλυτο exitorial girl για το θέμα που με ταλανίζει-, αφετέρου διότι, ως τρελή που είσαι, το να προσβληθείς ή να πειραχτείς είναι δύο μόνο από τις πιθανές αντιδράσεις που θα εμφανίσεις όταν το διαβάσεις. Αμελητέα ποσότητα, δηλαδή, μπροστά στις δεκάδες άλλες απρόβλεπτες: από το να ερεθιστείς σεξουαλικά με την μπρουταλιτέ μου μέχρι το να το χτυπήσεις τατουάζ στα αρχαία χμερ στο αριστερό σου στήθος, να αντικρίζει αγέρωχο το σπουργίτι που ήδη κατοικεί στο δεξί, συνεπαρμένη από την αποθεωτική προς το φεγγαρένιο πρόσωπό σου διάθεση που πιθανόν θα ανακαλύψεις πίσω από τις γραμμές. Γιατί το ένστικτό μου και η πείρα μου σε κατατάσσουν αυτόχρημα στις τρελές, αλλά θα χρειαστώ λίγο περισσότερη τριβή μαζί σου για να καταλήξω ποιου είδους απ’ όλα είσαι υπηρέτις.

Είσαι άραγε από τα «προζακοκόριτσα», όπως υποδηλώνει το παρελθόν σου με την ανορεξία και τις κρίσεις κατάθλιψης και βέβαια η ταύτιση με την Ελίζαμπεθ Βούρτζελ όταν την υποδύθηκες στο «Prozac Nation» ή απλώς έτσι σε ήθελε το promotion της ταινίας; Είσαι από τις εκφοβιστικές δειλές, τις Τουραντό των «Χιλίων και μιας νυχτών» και του Πουτσίνι, αυτές με τα τατουάζ από λιοντάρια στους ώμους και τα τρομακτικά μάτια - κληρονομιά από την οικογένεια Ανταμς, που πρόλαβε και σε πήρε κόρη της πριν κλείσεις καλά-καλά τα δέκα σου, τα δύο υπερμεγέθη μαργαριτάρια που έχεις για μάτια και που δακρύζουν μόλις συναντήσουν κάποιον που δεν ψαρώνει με τις αγριάδες σου, και που σε κάνει δουλάκι του, έτσι εύκολα, απλώς γιατί είναι πιο σκληρός; Είσαι από τις σαλεμένες Νόρμα Ντέσμοντ του Sunset Blvd., από εκείνες που βλέπουν αυτά ακριβώς που θέλουν, αγνοώντας όσα πραγματικά συμβαίνουν - κι άρα σωστά σε επέλεξε ο Γούντι Αλεν ως Αμάντα του στο «Ερωτας και τίποτε άλλο»; Η κτητική «πρώην» που ανοίγει τρύπες στους τοίχους αφού μετακομίσει στο διπλανό διαμέρισμα του κάποτε εραστή της, σαν την ηρωίδα του «Laid», ή η ανασφαλής κοπέλα που φοβάται να βγει στο δρόμο μην την ισοπεδώσουν, όπως στο άλλο τραγούδι των James, το «Out to get you»; Ή μήπως μια υστερική σκύλα που ορκίζεται εκδικητικά ξεκοιλιάσματα σε όποια τολμήσει να ρίξει μια λάγνα ματιά στον συνοδό της ή μια στραβή στις καινούργιες της γόβες;

Επαψα να ασχολούμαι μαζί σας προ έξι-επτά ετών. Υπερκορεσμός. Οι φίλοι μου, βέβαια, με κορόιδευαν από τότε: «Δεν μπορεί να έχεις το μουρλομαγνήτη, κάτι κάνεις και τις τρελαίνεις εσύ». Ισως δεν καταλάβαιναν τη γοητεία του παιχνιδιού. Τα μικρά δολώματα για να της βγάλεις τον πιο άγριο εαυτό, την ανείπωτη, ένοχη απόλαυση να την εκμεταλλεύεσαι όταν νιώθει ένα τίποτε, την αδρεναλίνη σε κάθε καβγά με μια τρελή. Δεν είμαι και ο «καθηγητής του πόθου» του Φίλιπ Ροθ για να σ’ το γράψω με πιο μεγάλη τέχνη, δεν σε πολυνοιάζει κιόλας υποθέτω - είπαμε: σπάνια οι τρελές συνειδητοποιείτε ότι είστε όντως τρελές. Και δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Η απόλαυση του να συζητάς, να συμπράττεις, να συζείς με μια λογική γυναίκα δεν ανταλλάσσεται με τίποτε. Εξιτάρομαι, βέβαια, όταν φαντάζομαι τα δάχτυλά μου να ακολουθούν το περίγραμμα ενός παρανοϊκού τατουάζ στη γυμνή πλάτη μιας αλλοπρόσαλλης νεάνιδας.
Ομως, δεν τρελάθηκα ακόμα να σ’ το ζητήσω.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, Νοέμβριος 2010. Θα δημοσιευθεί στο GK που κυκλοφορεί αυτή την Κυριακή, 31/10, με την Καθημερινή)

1 Σεπ 2010

Tour de France




Λατρεμένη μου Αννα,
Γράφω την επιστολή αρχικά στα ελληνικά, ώστε να διαφυλάξω ότι θα διατηρηθεί ο οργιάζων ειρμός του ενθουσιασμού μου, και θα σ’ τη μεταφράσω έπειτα στα γαλλικά, να την καταλάβεις κι εσύ, ma chérie. Γιατί, ό,τι και να λένε οι εδώ εθνοπερήφανοι, η αλήθεια είναι ότι τη γλώσσα του μπαμπά σου ελάχιστα την κατέχεις. Ποσώς με πειράζει. Ούτως ή άλλως, το σημερινό μου παραλήρημα μόνο ο γαλλικός σου εαυτός μπορεί να το συλλάβει. Ακόμη κι αν μπορούσες να διαβάσεις Ομηρο από το πρωτότυπο, το ελληνικό σου ήμισυ (τέταρτο; χιλιοστό;) θα δυσκολευόταν να καταλάβει την εμμονή ενός σχεδόν συμπατριώτη σου με το Γύρο της Γαλλίας.
Aλλά το γαλλικό σου είναι, υποθέτω, ότι περιέχει ικανές ποσότητες κλίσης από τις ανηφόρες του Alpe d’ Huez και του Col du Tourmalet, ότι ξέρει να διακρίνει τις ιδιότητες της κίτρινης από της πουά με τις κόκκινες βούλες και από της πράσινης φανέλας, ότι δεν μπερδεύει, στο κάτω-κάτω, το peloton με τον Ερρίκο Πετιλόν, που είναι και συνάδελφός σου και έχει όνομα γαλλόφερτο. Ελπίζω, δηλαδή, ότι τουλάχιστον εσύ, γεννημένη στη Νάντη, μεγαλωμένη στην Προβηγκία, καταξιωμένη στους Παρισίους, εσύ, που η ζωή σου όλη είναι ένας γύρος της Γαλλίας, θα ξέρεις τουλάχιστον ότι το σπορ είναι ομαδικό. Και δεν θα με ρωτάς όλες αυτές τις ανόητες απορίες με τις οποίες οι αδαείς ισοπεδώνουν τις on-line περιγραφές μου στο Twitter. Τι είναι ο υπαρχηγός; Γιατί να στείλει κάποιος κάποιον να αντεπιτεθεί και να αναχαιτίσει; Σε ποιον να αντεπιτεθεί; Ο Γύρος της Γαλλίας είναι ή το Blitzkrieg που φτάνει στη Σεντάν και τη Δουνκέρκη;

Μα εμείς τα αγοράκια τα βλέπουμε όλα σαν πόλεμο. Ολα τα σπορ, τα πραγματικά αθλήματα, και όλα τα υπόλοιπα «σπορ», το ψήσιμο του ζουμερότερου μπον φιλέ και την παρασκευή της πιο εκλεκτής μπεαρνέζ (με όπλα μια μακρουλή τσιμπίδα και ένα βαζάκι μαγιονέζα), την κατάληψη της καλύτερης ξαπλώστρας στην πλαζ (η απόβαση πρέπει να οργανωθεί με στρατηγική τουλάχιστον Νορμανδίας), την προσέλκυση του ενδιαφέροντος κάποιας καλλιπύγου femme fatale (όπου καλό είναι η αντικατασκοπία να έχει φροντίσει να εξαλείψει πρώτα τους υπόλοιπους μνηστήρες). Ναι, όλα είναι πόλεμος. Και, πάνω απ’ όλα, ο Γύρος της Γαλλίας. Πόλεμος τον οποίο μπορείς να παρακολουθείς για επτά ώρες την ημέρα, επί τρεις εβδομάδες, από την τηλεόρασή σου. Πόλεμος με συντροφικά μαχαιρώματα, συντροφικές θυσίες, αποτυχημένες τακτικές, αναπάντεχες ατυχίες και ένα συναρπαστικό τερέν που ποικίλλει από τα λιβάδια με τους ανθισμένους ήλιους πέρα από τον Λίγηρα, ως τα επικίνδυνα γεφύρια πάνω από τον Ρήνο και τα απόκρημνα, φιδωτά δρομάκια των Πυρηναίων.

Τι άλλο θέλει ένα αγοράκι; Τελείωσε το πανηγύρι της Νότιας Αφρικής, αλλά η μεταμουντιαλική κατάθλιψη δεν πρόλαβε να με καταβάλει. Ο Γύρος της Γαλλίας είχε ήδη ξεκινήσει. Αλμπέρτο Κονταδόρ, Αντι Σλεκ, Γάλλοι ορειβάτες, Βάσκοι αναχαιτιστές, ένας Αρμστρονγκ να βολοδέρνει, όχι πια θρύλος, stream από πειρατικά κανάλια σε αγχωμένες ανηφόρες στο γραφείο, ανάμεσα σε θέματα που θέλουν διόρθωση, σε τηλέφωνα που χτυπούν για προθεσμίες, σε δεκάδες παράθυρα στην οθόνη του iMac, με ημιέτοιμες σελίδες, με φωτογραφίες που θέλουν επιλογή, πρώτη επιλογή, δεύτερη επιλογή, τελική επιλογή. Η φίλη μου απορεί, οι φίλοι μου απορούν, οι «φίλοι» μου στο Twitter απορούν. Τι καταλαβαίνω να βλέπω 200 μαντραχαλάδες να ποδηλατούν όλη την ημέρα σε ανηφοροκατηφόρες; Δεν απαντώ, παρά με ένα χαμόγελο. Ο Γύρος τελείωσε πριν από μία εβδομάδα. Και σηματοδοτεί και φέτος τις διακοπές μου. Του χρόνου πάλι.

Αννα, μόνο εσύ μπορείς να καταλάβεις. Ετσι δεν είναι, Γαλλιδάκι μου;
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Αυγούστου 2010. Γράφτηκε με σκοπό να σημάνει τις διακοπές που έρχονταν. Το ανεβάζω σήμερα, 1η Σεπτεμβρίου, που είναι συμβολική ημέρα. Οι διακοπές που ήλθαν ήταν τέλειες. Θέλω κι άλλες...)

1 Ιουλ 2010

Έλεγχος α' εξαμήνου


Γλυκιά Ελέττρα,
λιώνει η Toblerone στην τσέπη της λινής βερμούδας, σαν τις μπογιές που βάφουν το δέρμα σου στις φωτογραφίες του Above Magazine. Θέλεις όντως να διαλέξουμε παρέα καινούργιες μουσικές για το iPod σου; Λερώνω παντελόνια και μάγουλα, απλώνω καφετιές δακτυλιές στη δισκοθήκη μου, δεν κρατιέμαι. Απ’ την αρχή της χρονιάς, έλεγχος α΄ εξαμήνου, σού βρίσκω δέκα δίσκους που σου ταιριάζουν. Ακουσε και πες μου:

1. To «Grey Oceans» των Cocorosie. Γιατί μου θυμίζει το εξώφυλλο που έκανες στο Above. Η δική σου ομορφιά, πασαλειμμένη με πράσινη και μπλε μπογιά, μπερδεύεται με τα ζωγραφισμένα, γκροτέσκα μουστάκια των αδελφών Κασάντι και απλώνει τον καμβά για να χορέψει πάνω του η μουσική τους. Μουσική για όνειρα. Ποιμενική indie pop με τα συνήθη τους πασπαλίσματα παιδικής αφέλειας -σαν τη λιωμένη Toblerone στην τσέπη και στα δάκτυλά μου- και δυο κουταλάκια του γλυκού trip-hop.

2. Το «Brothers» των Black Keys. Για το Μουντιάλ, που ήταν η πρώτη λέξη που μου ήλθε στο μυαλό όταν είδα το εξώφυλλο στο Above, λόγω «αφρικανικής» υφής προφανώς. Και οι Black Keys, σαν η Ουρουγουάη να θυμάται τον πρωταθλητή εαυτό της, επανιδρύονται στο soundtrack των ακουστικών μου από τις 11 Ιουνίου...

3. Το «Odd Blood» των Yeasayer. Για την Αφρική. Για τις οικολογικές και φιλανθρωπικές σου δράσεις εκεί. Γιατί οι Μπρουκλινέζοι αναμειγνύουν αφρικανικές και αραβικές νόρμες με την πιο μοντέρνα electro rock, για να συνθέσουν τον απόλυτο ύμνο των hipsters.

4. Το «Golden Archipelago» των Shearwater. Γιατί δεν θα έχεις άγνωστες λέξεις, ακούγοντας το πράσινο μανιφέστο του Τζόναθαν Μέιμπουργκ. Κι αν πιάσετε την κουβέντα, εκείνος θα καταλάβει αμέσως τα περί «κάθετης καλλιέργειας» που προωθεί το ίδρυμά σου.

5. To «A Sufi And A Killer» του Gonjasufi. Γιατί, αν έχω καταλάβει καλά, η Βιοϊατρική, εκεί που κυνηγάς το δεύτερο πτυχίο σου, είναι μια κοινωνικοφιλοσοφική προσέγγιση στο τι αλλάζει η επιστήμη στον άνθρωπο. Κι ο Gonjasufi κάνει κάτι παρόμοιο με τη μουσική. Κάπως έτσι θα ακουγόταν το dubstep αν γεννιόταν σ’ ένα χωριό των χίπι κάπου στα ’60s. Και γιατί αυτό είναι μάλλον το άλμπουμ της χρονιάς.

6. Το «Go» του Jonsi. Γιατί μια και πιάσαμε τα πτυχία, αν οι Διεθνείς Σχέσεις (το πρώτο σου) ήταν μουσική, θα ακούγονταν πάνω-κάτω σαν το «Go». Στο σόλο άλμπουμ του Jonsi μοιάζει σαν η μπάντα του, οι θρυλικοί Sigur Ros, να παίζουν σε fast forward, μετά από κατανάλωση γενναίων ποσοτήτων Prozac.

7. Το «Swim» του Caribou. Γιατί, καλά τα πτυχία, αλλά πάνω από όλα είσαι top model. Και δεν μπορώ να σε φανταστώ στα catwalks με τίποτε άλλο από το ηλεκτρονικό άλμπουμ της χρονιάς να ακούγεται απ’ τα ηχεία.

8. Το «Down The Way» των Angus & Julia Stone. Για τη συνεργασία σου με τη Lancôme. Στα βήματα της μητέρας σου. Κι ας μη θες να προφέρουν το «Ροσελίνι» ανάμεσα στο Ελέττρα και το Βίντεμαν. Ο Ανγκους και η Τζούλια, δύο αδέλφια από την Αυστραλία, συνθέτουν ένα folk ταξίδι στα ροζ σύννεφα. Οπως περίπου σε πουλάει η γαλλική εταιρεία. Οπως πουλούσε τη μητέρα σου.

9. To «Sigh No More» των Mumford & Sons. Για την Ιζαμπέλα Ροσελίνι. Γιατί το folk rock παραλήρημά τους είναι ό,τι πιο κοσμοπολίτικο και κομψό θα έχεις ακούσει φέτος. Σαν τη μητέρα σου.

10. Το «Bang Goes The Knighthood» των Divine Comedy. Για τη γιαγιά σου. Αν είναι κάποιος να γράψει ένα τραγούδι για την Ινγκριντ Μπέργκμαν, ας το κάνει ο Νιλ Χάνον...

Ελπίζω να σου αρέσουν,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Ιουλίου 2010. Κυκλοφορεί με την «Καθημερινή» στις 4.7.)

14 Ιουν 2010

Allez les Bleus

Ομορφή μου Μαριάν,
ο ψυχαναγκαστικός μου εαυτός προσπαθεί ήδη να αποδράσει από ένα εφιαλτικό σενάριο εθνικής προδοσίας. Αυτό που καραδοκεί στη φάση των «16» του φετινού Μουντιάλ, στις 26 Ιουνίου. Μνήμες από το Euro 2004 βασανίζουν το φιλογαλλικό μου είναι και απειλούν να μου στερήσουν το δικαίωμα να υποστηρίξω με όλη μου την καρδιά την ομάδα που αγαπώ. Αν τα καταφέρει ο Ρεχάγκελ, κόντρα σε κάθε Μέσι, σε κάθε παραπάνω χιλιόμετρο που θα έχει τρέξει και ο πιο τεμπέλης Κορεάτης, σε κάθε επιθετική τρίαινα των Νιγηριανών; Αν η Ελλάδα περάσει και πέσει πάλι πάνω στη Γαλλία; Γιατί να υποστώ αυτό το άγχος; Οταν διάλεγα ομάδα για να παθιάζομαι μαζί της στις διεθνείς διοργανώσεις, η δική μας Εθνική ούτε καν φαντασιωνόταν μουντιαλικά ή euroμεγαλεία. Εμείς ήμασταν Αλκέτας και Αρδίζογλου, εσείς Πλατινί και Παρκ ντε Πρενς, σύμπαντα εκ διαμέτρου αντίθετα, η υποστήριξη σ’ εσάς επιλογή, σ’ εμάς γραφικότητα. Στη Γαλλία ορκίστηκα αιώνια πίστη. Τώρα όλα είναι μπερδεμένα, η λογική μπλέκει με το συναίσθημα - κι αν για τους πανηγυρισμούς του 2004 απεδείχθην τελικώς μετά Χριστόν προφήτης, σήμερα δεν είμαι σίγουρος πως αντέχω κι άλλη ασέλγεια επί του σπορ... Μα τι σου γράφω;

Ο λόγος που επικοινωνώ μαζί σου είναι απλός. Να με απαλλάξεις από τις τύψεις τού να υποστηρίξω Γαλλία, αν τελικά το απευκταίο σενάριο επιβιώσει της λογικής. Στο φανταστικό σύμπαν ετούτης της σελίδας, όπου εκπάγλου καλλονής διασημότητες συγχρωτίζονται συχνότερα και στενότερα απ’ ό,τι θα επέτρεπε ακόμη και μια κάποια επαγγελματική τυχαιότητα με ταπεινούς συντάκτες ανδρικών περιοδικών, μια κοινή μας έξοδος στο Chacha ή απλώς ένα brunch στο αίθριο του Hotel Costes εκείνο το Σάββατο, στις 26 του μηνός, θα δικαιολογούσε τα πάντα. Τα χαμόγελά μου σε ένα ενδεχόμενο γκολ του Ριμπερί θα προκαλούσαν αισθητά λιγότερο, θα περνούσαν σχεδόν απαρατήρητα, αν δίπλα τους έλαμπε η δική σου ευχαρίστηση, αν το σμαράγδι των ματιών σου φεγγοβολούσε με τον γνωστό ακατανίκητο τρόπο του. Στο φανταστικό βιντεοκλίπ ετούτης της στήλης, το πιο αναγνωρίσιμο γαλλικό πρόσωπο από τότε που ο Ζινεντίν Ζιντάν εγκατέλειψε την καθημερινότητά μας με τόσο επεισοδιακό τρόπο θα μου έπιανε με αγωνία το χέρι λίγο πριν από το πέναλτι, φορτώνοντας μούδιασμα στο νευρικό μου σύστημα. Και θα έτριβε με αυτάρεσκη αυθάδεια τις πιο όμορφες γάμπες του Λίγηρα στα ταλαιπωρημένα απ’ τα αγριωπά 5x5 καλάμια μου, σε κάθε χαμένη ευκαιρία του Γκέκα και του Σαλπιγγίδη. Ποιος Λεωνίδας, ποιος ορκισμένος Μεγαλέξανδρος δεν θα με δικαιολογούσε αν σου τραβούσα τα μαλλιά, γύριζα τ’ ασθενικά χείλη σου σε μια ευθεία απέναντι απ’ τα δικά μου κι έσπρωχνα ένα παθιασμένο δάγκωμα στον -καμβά για ευφάνταστες μελανιές- λευκό λαιμό σου, την ώρα που θα πανηγύριζε ένα γκολ ο Μαλουντά;

Θα μπορούσες, βέβαια, να μένεις ατάραχη μπροστά σε όλα αυτά. Τυπική Γαλλίδα της προ ’98 εποχής. Ησουν κι εσύ εννιά ετών, ακριβώς όσο κι εγώ -27 μέρες παραπάνω από σένα μετράω-, όταν κερδίζατε τον πρώτο σας τίτλο, εκείνον του Euro του ’84, με την ομάδα που ερωτεύτηκα, Πλατινί, Ζιρές, Αμορός, Τιγκανά, Φερναντές, Μπατς, Ροστό, Στοπιρά, Μπελόν... Και τον πανηγυρίζατε εντελώς τυπικά, κλασικοί Γάλλοι, μ’ ένα μπορντολέζικο Grand Cru ή ένα ταπεινό Μποζολέ, ό,τι περίσσευε στην κάβα, και μπόλικη κουβέντα για σινεμά, μόδα και ακορντεόν. Αλλά δεν θα το κάνεις. Γιατί σήμερα πρωταγωνιστείς στις φανταστικές λήψεις του φανταστικού παπαράτσι αυτού του τεύχους. Που, αν το ξεφυλλίσεις, θα διαπιστώσεις ότι δεν φιλοξενεί καμία άλλη.

Λοιπόν; Θα μου προσφέρεις -ως ανταπόδοση για την αποκλειστικότητα- α λα True Blood το λαιμό σου;

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK - Ιούνιος 2010)

26 Μαρ 2010

Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο


Καλή μου Εύα,
Οσο περιμένω το ανοιξιάτικο Above Magazine, θα ξαναεπιδοθώ στη φετιχιστική τελετουργία ξεφυλλίσματος του χειμωνιάτικου τεύχους του. Κατ’ αρχάς θα χαϊδέψω την ελίτσα στο αριστερό σου μάγουλο - και στο εξώφυλλό του. Μετά θα σε ξαναψάξω μέσα. Και, φυσικά, θα ξαναπέσω στην παγίδα του editorial του Νικολά Ρασλίν, απροετοίμαστος δήθεν. «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», λέει το μοτάκι στα ψηλά της σελίδας. Από τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι, μου επεσήμανε μια αναγνώστρια προ διμήνου, όταν πρωτοδιαφήμιζα το νέο αγαπημένο μου περιοδικό. Η ελιά στο αριστερό σου μάγουλο θα σώσει τον κόσμο.

Θυμάμαι αμυδρά κάποια ευφάνταστα editorials μόδας από την προηγούμενη ζωή του Above. Λαχταριστά και glossy, φωτογραφημένα από τον Λάγκερφελντ και τη Φον Ούνβερθ, με πόζες από την Ελενα Κρίστενσεν, την Dovile, την Αγκνες Ντέιν. Και τώρα εσύ, σε ένα κολάζ του Πίτερ Μπίαρντ, παρέα με ρινόκερους και λοιπά εμβλήματα της αφρικανικής πανίδας. Το Above, σε αυτά τα δύο τελευταία τεύχη, από την ημέρα που το αγόρασε ο Ρασλίν, μου φαίνεται πιο όμορφο. Λέγεται πια Above Magazine For The Earth, τυπώνεται σε σκληρό, ανακυκλωμένο χαρτί και στις σελίδες του θα βρεις από έναν οδηγό ορθής κατανάλωσης σούσι, τώρα που η παγκόσμια διάδοση της ιαπωνικής κουζίνας απειλεί ουκ ολίγα θαλάσσια είδη με αφανισμό (αποφεύγουμε maguro και unagi, προτιμάμε ikura, katsuo, suzuki), μόδες που θυμίζουν βιντεοκλίπ του Σπάικ Τζόνζι για την Bjork, καλλιτέχνες που δουλεύουν με σκουπίδια, ένα test drive του Tesla Roadster. Το lifestyle θα σώσει τον κόσμο.

Αραγε, ο πατέρας σου, Εύα, θα καταλάβαινε ποτέ το μυστικό του Tesla Roadster; Τότε που πουλούσε γιγαντιαία αμερικανικά πετρελαιοβόρα τριών όγκων, αν του μιλούσες για ένα ηλεκτροκίνητο, μικροσκοπικό supercar, θα χαμογελούσε συγκαταβατικά με την αλλοπαρμένη κόρη του; Ή θα συνειδητοποιούσε πως πίσω από το οικολογικό μανιφέστο της Tesla Motors υπήρχε μια πανέξυπνη εμπορική ιδέα; Ενα σαγηνευτικό supercar που κοστίζει πανάκριβα πουλιέται μόνο σε όσους μπορούν -και θέλουν να ξεχωρίζουν χάρη στον «νέο», «πράσινο», «διαφορετικό» κινητήρα του- και, τελικά, χρηματοδοτεί με τα κέρδη του την ανάπτυξη μιας νέας τεχνολογίας, μαζικότερης παραγωγής, το αποτέλεσμα της οποίας είναι το φετινό τετράθυρο, οικογενειακό, εντελώς ηλεκτρικό Tesla Model S. Το όφελος θα σώσει τον κόσμο.

Κλείνω τα μάτια και ξαναφέρνω τις εικόνες όπου ο Πίτερ Μπίαρντ σε αποθεώνει σαν ένα ακόμη άνθος της ζούγκλας. Ακούω Shearwater την ίδια ώρα. Αφήνομαι κι εκεί. Στην ξωτική φωνή του Τζόναθαν Μέιμπουργκ και στα ταξίδια του ψηλά στον ουρανό με τα σμήνη των πουλιών (στο «Rooks») ή στην πολύχρωμη φύση του Νότιου Ειρηνικού (στο φετινό «The Golden Archipelago»). Καμία εξανεστημένη αγριάδα εδώ, απλώς μια ήρεμη περιγραφή μιας σπάνιας ομορφιάς. «Πράσινη» επανάσταση δεν φέρνουν μόνο οι προβοκατόρικοι τσαμπουκάδες τύπου Greenpeace ούτε τα μονίμως γκρινιάζοντα σαλβαροσάνδαλα που τρώνε αποκλειστικά βιολογικά. «Πράσινο» lifestyle δεν χτίζεις με το ζόρι (όπως προσπάθησε με δύο βαρετά τεύχη το Vanity Fair και έσπευσαν να αντιγράψουν εγχώρια περιοδικά, ατυχώς λόγω πλήρους άγνοιας του τι ήθελαν να πουν). Η «πράσινη» συνείδηση είναι η ομορφιά που θέλεις να σε περιβάλλει και το εγωιστικό σου γονίδιο που χρειάζεται ένα όφελος για να δράσει. Βρίσκεις κάτι κακό σε αυτά;

Σε αυτήν τη φωτογράφιση ήσουν πιο όμορφη από ποτέ,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Απριλίου 2010. Κυκλοφορεί την Κυριακή 28.03)

5 Μαρ 2010

Kafka's Pastries*


Λατρεμένη μου Αν,
έλα να το γιορτάσουμε! Δεύτερη φορά που στέκεσαι στην ατίθαση εξώπορτα του περιοδικού που βαπτίσαμε Exitorial, με την τσουλήθρα της πλάτης σου γυμνή πάλι, παιδική χαρά για ασυγκράτητα δάχτυλα. Πρώτο exitorial girl που επιστρέφει εδώ· δεκαεπτά μήνες πέρασαν. Ελα να το γιορτάσουμε. Σπίτι μου. Μην πάει ο νους σου στο πονηρό. Με ρωτάς τι άλλαξε ενάμιση χρόνο τώρα. Αλλαξε που πριν από τον Ρίτσαρντ Χόλεϊ το Σάββατο και ένα πάρτι την Παρασκευή, είχα μία ολόκληρη εβδομάδα να ξεμυτίσω νύχτα. Τώρα πια τα βράδια τα περνάω μέσα. Οχι, δεν το έβαλα σε υποθήκη ξαφνικά. Δεν με κυνηγούν δανειστές, τράπεζες, μπράβοι. Ούτε με περιμένει τα βράδια κάποιος γκρινιάρης, ημικαραφλός, σαλιάρης τυπάκος που σε λίγο καιρό θα θέλει να λέγεται Χριστόπουλος στο επώνυμο, ενώ για το μικρό του όνομα θα ερίζουν οι γονείς, τα πεθερικά μου και διάφοροι αρχαίοι ημών πρόγονοι με ιστορικό πλεονέκτημα διαιώνισης του δικού τους brand, έναντι του Γιάννης ή του Μπάμπης. Ούτε καν παντρεμένος είμαι. Είμαι ο ίδιος αθεράπευτος εργένης, φιλόξενος σπόγγος για ποιοτικό αλκοόλ μετά πνευματωδών συζητήσεων, εκτιμητής του ποδόγυρου που γνώρισες πριν από ενάμιση χρόνο.

Αλλαξε όμως ο κόσμος, η Αφροδίτη της Μήλου σηκώνει το μεσαίο δάχτυλο από το νεοαποκτηθέν δεξί της χέρι στο εξώφυλλο ενός γερμανικού περιοδικού, όλοι γύρω μιζεριάζουν μέχρι τελικής πτώσεως ψελλίζοντας λέξεις όπως «spread» και «επιτήρηση» και η περιπέτεια της Αθήνας έχει αρχίσει να γίνεται βαρετή, χωρίς νέα μαγαζιά, νέες φάτσες ή έστω τον αναθεματισμένο νόμο κατά του τσιγάρου σε εφαρμογή. Ανοιξε η «Αμπάριζα» στη στοά στη Λέκκα - αυτό είναι ένα αξιοπρόσεκτο new entry. Αλλά όλοι καπνίζουν. Γκρίνια. Προτιμώ το σπίτι μου.

Δεν θα γυρίσω, βέβαια, κατ’ ευθείαν από το γραφείο για να βάλω παντόφλες και να πιω μπίρες βλέποντας Γκιμαράες - Πάσου ντε Φερέιρα στο Κύπελλο Πορτογαλίας. Οχι, δεν θα θυσιάσω το «νύκτα έξω» για το τίποτε. Γιατί ο καναπές μου είναι το νέο 7 Jokers, σερβίρει υπέροχα malt whiskies (μετά από εντατική γευσιγνωσία τριμηνιαίας διάρκειας, καταλήγω στο ότι το Glenrothes με έξι σταγόνες νερό είναι τελικά το νέκταρ των θεών), χωράει και τα τέσσερα μέλη της μπάντας μου στο Guitar Hero, φιλοξενεί αδιαμαρτύρητα τις ολονύχτιες αναγνώσεις των VMan, Above, Vs, Worth και Monocle που στριμώχνονται στο πορτοκαλί coffee table μου. Και αναδεικνύει την ακρόαση αριστουργημάτων, όταν το παίρνω απόφαση να φυλακίσω τις υπόλοιπες αισθήσεις: το «Rook» των Shearwater, το «Lovetune for Vacuum» της Soap & Skin, τα άπαντα της Bjork και βέβαια το συγκλονιστικό ντεμπούτο των Mumford & Sons και το «Odd Blood» των Yeasayer ήταν από τα άλμπουμ που απέκτησαν ξαφνικά άλλον ήχο κατ’ οίκον και με σφαλισμένους τους οφθαλμούς. Βλέπει μαζί μου τον τρίτο κύκλο του Mad Men, θρέφεται απ’ τα ψίχουλα που πέφτουν απ’ τα καινούργια πιάτα που πάσχισα πάνω από μία ώρα να υλοποιήσω στην κουζίνα (οι καβουροκεφτέδες μου έκαναν θραύση στη συνάντηση της Καθαράς Δευτέρας), ποτίζεται από πιπεράτες σταγόνες νέων κοκτέιλ. Και, κυρίως, αντέχει το μοίρασμα όλων των παραπάνω με ένα κορμί ακόμη - ναι, έχω πια πιστό κοινό για το ψωνίστικο σόου μου, και είναι, πίστεψέ με, υπέροχη η συντροφιά μου.

Γι’ αυτό μη φοβάσαι. Ελα να το γιορτάσουμε. Σπίτι μου,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

* Τυχαίο όνομα μπάντας που σου δίνει το Guitar Hero

(Exitorial, GK Μαρτίου 2010. Κυκλοφορεί στις 7/3)

4 Φεβ 2010

Το Μάρτιο κλείνεις τα σαράντα;


Αγαπητή μου Ρέιτσελ,
αν ήμουν δύο λέξεις, θα ήθελα να είναι «μαύρος κύκνος». Είτε το τραγούδι των Sunset Rubdown είτε η ταινία που ετοιμάζει ο Ντάρεν Αρονόφσκι. Ο σύντροφός σου.

Αν ήμουν ένα φιάσκο, θα ήθελα κάτι φινετσάτο και πολυαναμενόμενο. Το Google Wave ας πούμε.

Αν ήμουν τυπωμένη φράση σε οικολογικά ευαισθητοποιημένο έντυπο, θα ήθελα να είμαι το μότο του Above Magazine: «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο».

Αν ήμουν αδικαιολόγητη εμμονή, θα με έλεγαν «Merriweather Post Pavillion». Oχι το περίφημο αμφιθέατρο ανάμεσα στη Βαλτιμόρη και την Ουάσιγκτον. Αλλά το άλμπουμ των Animal Collective.

Αν ήμουν ένα παλιομοδίτικο γυναικείο εσώρουχο, μια φαρδιά κιλότα, θα ήθελα να τυλίξω τα οπίσθια της Κριστίνα Χέντρικς στο «Mad Men».

Αν ήμουν τατουάζ, θα ήταν η Μέριλιν Μονρόε. Στον δεξιό πήχυ της Μέγκαν Φοξ.

Αν ήμουν ένα ποτήρι κρασί, θα ήταν κάτι απ’ το Νέο Κόσμο. Value for money. Ενα ποτήρι Chardonnay Montes Alpha ίσως. Και θα ήθελα να με πιουν ευτυχισμένοι στη Scala Vinoteca της Αναγνωστοπούλου.

Αν ήμουν ένα μάτσο τρίχες, θα ήθελα να απαρτίζω την κοτσίδα ενός Nάβι στο «Αvatar» του Κάμερον.

Αν ήμουν τζιν ύφασμα, χρώματος χακί, θα ήμουν η τσάντα που σου στέλνει το περιοδικό Monocle μόλις γίνεις συνδρομητής.

Αν ήμουν στιγμιότυπο από το ταξίδι μιας χρονομηχανής, θα βρισκόμουν στη Σαμαρκάνδη, την εποχή του Ταμερλάνου.

Αν ήμουν ο Αριστοφάνης και η χρονομηχανή με έφερνε ξαφνικά στο 2010, θα έγραφα μια κωμωδία με θέμα το ελληνικό ποδόσφαιρο. Για το ότι σ’ αυτό το θέατρο του παραλόγου ο Νίκος Αλέφαντος παραμένει άνεργος.

Αν ήμουν αναμονή, θα ήθελα να αφορώ στο νέο άλμπουμ των Arcade Fire.

Αν ήμουν κάτι παλιό σε μοντέρνα εκδοχή, θα ήμουν η folk που παίζουν οι Mumford & Sons.

Aν ήμουν ανήλικος χαρακτήρας σε τηλεοπτική σειρά, δεν θα δεχόμουν οτιδήποτε κατώτερο του Τσακ Μπας από το «Gossip Girl», με ό,τι αυτό συνεπάγεται: Την αυθάδεια που του επιτρέπουν τα πλούτη του. Την ανέκφραστη ειρωνεία σε οτιδήποτε λέει. Την γκαρνταρόμπα του.

Αν ήμουν χειμερινό δίλημμα μιας Κυριακής, θα είχε να κάνει με σπορ πάνω σε σανίδα. Windsurf με 8 μποφόρ Νοτιά στο Λαύριο ή ξύπνημα 7 το πρωί για μερικές κατεβασιές με το snowboard στην 6, στη Φτερόλακκα;

Αν ήμουν αθηναϊκό μπαρ, τo «7 Jokers» ας πούμε, θα περίμενα να καλοκαιριάσει, να φύγει η τσιγαρίλα.

Αν ήμουν λογότυπο σε τσάντα μαθητή του Γυμνασίου, θα ήταν έξι γράμματα: Slayer.

Αν ήμουν συγχορδία κιθάρας στον αέρα μιας συναυλίας, θα με είχε γρατσουνίσει η Russian Red, η Basia Bulat, η Feist, η Monika, η Zooey Deschanel, η My Brightest Diamond ή η Bat For Lashes.

Aν ήμουν γυναίκα, θα ήθελα να είμαι εσύ.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Φεβρουαρίου '10. Θα κυκλοφορήσει την Κυριακή 10/2)

5 Ιαν 2010

Ισως έπρεπε να σου είχα τηλεφωνήσει πρώτα...


Τζένιφερ, σε βλέπω!
Λευκό Τ-shirt, θα ’ναι Fruit Of The Loom, ξεβαμμένο τζιν, πάνω απ’ τη μέση, σχεδόν στον αφαλό, ήταν τότε της μόδας τα Wrangler και τα Lee. Μα αυτό, που αγκαλιάζει τους γοφούς σου πριν προλάβει να το κάνει το αγόρι με το κοκόρι, πρέπει να είναι Pepe. Αυτά δεν διαφήμιζε ο Τζέισον Πρίστλι εκείνα τα χρόνια; Ο Πρίστλι δεν είναι ο Μπράντον Γουλς από τα «Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χιλς» (sic), το αγόρι με το κοκόρι, το αγόρι που σε κυνηγάει δίπλα στην παραλία, που γλιστράει ανάμεσα στα πόδια σου έτσι όπως τον υποδέχεσαι αυθάδικα πάνω στο καπό του ασπρόμαυρου convertible, αυτός δεν είναι που οδηγάει όλη τη νύχτα για να φτάσει σ’ εσένα; Θεέ μου, είναι 1991 ξαφνικά, είσαι ακόμη είκοσι δύο, είμαι μόλις δεκάξι και σε θέλω ήδη. Kαι τον ζηλεύω. Πιο πολύ γιατί εκείνος οδηγάει μια Mustang του ’65 για να πάει στο σχολείο του, παρά γιατί σε έχει.

Γιατί δεν σε έχει. Είναι ένα βιντεοκλίπ, ένα γλυκανάλατο βιντεοκλίπ που σας αποθεώνει σε ασπρόμαυρο, να τυλίγεστε όλη την ώρα ο ένας γύρω από τον άλλον, γιατί απλώς δεν υπάρχει υλικό από τον Ρόι Ορμπισον να τραγουδάει το «I Drove All Night». Γιατί ο Ορμπισον έγινε άγγελος το ’88, πήγε να βρει τον Ενρίκο Καρούζο στον Παράδεισο, αυτός ο «Καρούζο της ροκ», και δεν τον ένοιαζε αν μια δισκογραφική θα γύρευε να εξαργυρώσει τα συμβόλαιά της με μεταθανάτιες κυκλοφορίες και λαχταριστά βιντεοκλίπ του γόη της χρονιάς να κάνει με χάρη αυτό που τον έκανε γόη της χρονιάς. Να οδηγάει. Ενα convertible. Ολη νύχτα. Για να φτάσει σ’ εσένα.

Είναι 2010, όμως, κι εγώ έχω εθιστεί σε μια άχρωμη εμμονή των πρώιμων ’90s, βυθισμένος στη σαγήνη της φωνής κάποιου που μεγαλούργησε στα ’60s και είχε ήδη αποδημήσει εις Κύριον πριν φύγουν τα ’80s. Οι δεκαετίες μπερδεύονται σαν τον πάτο μιας κυματισμένης παραλίας· φύκια, σκουπίδια, πέτρες, ξέσαλη άμμος, απομεινάρια από ευτυχείς παραθεριστές, αρχαία ναυάγια, δεν ξέρω πού πατάω, δεν βλέπω τι πατάω, απλώς πατάω για να βγω έξω στην ακτή, στην ασφάλεια. Πιάνομαι από όποια σταθερά έχει παραμείνει γύρω μου, χώνομαι στο τελευταίο καταφύγιο, σε γλυκανάλατα βιντεοκλίπ, στη σιγουριά της φωνής του Ρόι Ορμπισον, σε γαριασμένες πιτζάμες που μυρίζουν οικογένεια, σε ξεθωριασμένες εκτυπώσεις από φιλμ 35 χιλιοστών που μιλάνε για αξιοθέατα ανά την Ευρώπη, Αϊφελ, Γουεστμίνστερ, Φοντάνα ντι Τρέβι, σ’ ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο που δεν θα σβήσει τα φωτάκια του πριν μπει ο Φεβρουάριος, στο χακί των ματιών σου...

Τζένιφερ, σε βλέπω. Αλλά βλέπω μόνο ό,τι θέλω εγώ να δω από σένα. Βλέπω την ελιά πάνω απ’ το αριστερό μισό των χειλιών σου, ένα φουσκωμένο στήθος να κρύβεται πίσω από μια παλάμη που φοράει βέρα, το χακί στο βλέμμα. Δεν έχω χρόνο για τα υπόλοιπα. Πες μου εσύ τι άλλο οφείλω να δω. Πρέπει πια να ξεσκαρτάρω τα «θέλω», δικά μου και των γύρω, πρέπει πια να εστιάσω στο τι είναι σημαντικό και τι όχι, πρέπει να αναθεωρήσω προτεραιότητες, να απλώσω τα blueprints της νέας δεκαετίας και να φανταστώ το αρχιτεκτόνημα ορθωμένο, να θέσω στόχους που να μπορώ να εκπληρώσω. Πρέπει να εγκλιματιστώ. Στις συνθήκες. Εγώ, εσύ, πρέπει όλοι. Τα δεδομένα άλλαξαν, κανείς δεν θα βγει αλώβητος. Αλλά γιατί με νοιάζει τι θα κάνουν οι άλλοι; Εγώ, ευτυχώς, σε κάποια πράγματα ήμουν ανέκαθεν χαμαιλέων.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Ιανουαρίου 2010 - Κυκλοφορεί με την "Καθημερινή" την Κυριακή, 10 Ιανουαρίου)

14 Νοε 2009

Συγγνώμη Λέσλι!

Έρωτα της ζωής μου, μετά από αυτό, σου ζητώ ξανά συγγνώμη. Παραλίγο να σε αφήσω έξω από τη λίστα μου με όσα ήταν μουσικά τα '00s για μένα. Σόρι, σόρι, σόρι. Είμαι λίγο καμμένος τις τελευταίες ημέρες. Υπόσχομαι να επανέλθω επικά από αρχές Δεκεμβρίου!

Y.Γ.: Ναι, το ετήσιο πανηγυράκι όπου οι bloggers ψηφίζουν τα αγαπημένα τους άλμπουμ ξεκινάει σε δύο εβδομάδες και φέτος έρχεται ενισχυμένο αφού ο gone4sure αποφάσισε να βγάλουμε και top 20 δεκαετίας, προκαλώντας σε κάτι ψυχαναγκαστικά τυπάκια σαν τον Mr. Arkadin κι εμένα αϋπνίες, από το άγχος να μην αδικήσουμε κανέναν και τον αφήσουμε απ' έξω...

9 Οκτ 2009

Ξέρω τι έκανες χθες το βράδυ!

Πήγες αρχικά στην AMP Works, στα εγκαίνεια της έκθεσης του Τεό Μιχαήλ. Γιατί σου άρεσε το εξώφυλλο της Lifo πριν 2-3 βδομάδες και γιατί σου άρεσαν οι εξυπνάδες που απάντησε στην Δέσποινα Τριβόλη, στη μίνι συνέντευξή του. Ή γιατί, πολύ απλά, θα ήταν όλοι εκεί. Και ήταν. Και είχε και μπίρες σε δύο βαρέλια με πάγο. Και πολλή ζέστη. Οπότε μπήκες, χάζεψες για περίπου δεκατρία δευτερόλεπτα, αποφάσισες ότι τελικά δεν σου αρέσει ο Τεό Μιχαήλ και οι «οργιαστικοί μεγακόσμοι» του, τσέπωσες άλλη μια μπιρίτσα και κατέβηκες να την πιείς από κάτω, μπροστά από την είσοδο του Red Indian, στην Επικούρου. Γεμίσατε το δρομάκι, δεν χωρούσαν να περάσουν τα αναπάντεχα πολλά για Πέμπτη βράδυ SUV που βρέθηκαν ξαφνικά στην πακιστανική γειτονιά της Αθήνας, οπότε σιγά σιγά το διαλύσατε. Οι μισοί για μπριζολάκια στου Τέλη.

Και οι άλλοι μισοί για την έκθεση "Society" στο Soul με τις φωτογραφίες του Στάβερη και του Δομένικου. Και ήταν πάλι όλοι τους εκεί. Φιλήθηκες σταυρωτά με τα enfants gâtés του αθηναϊκού alternative Τύπου, κρύφτηκες από κανά-δυο γκομενάκια, έγνεψες από μακριά σε άλλα με σαφή αδιαφορία στο βλέμμα σου, παρήγγειλες τα ποτά σου, συνεχάρηκες τη Ρενάτα για το στήσιμο του Lightroom (το φουαγιέ, πια, του Soul, το πρώην μπαρ δηλαδή, στην είσοδο - εκεί που κάναμε πέρσι το γενέθλιο πάρτυ με τον LefKef) και βασικά χάρηκες που το Soul ξαναπήρε ζωή. Έτσι κι αλλιώς, γελούσες όλο το καλοκαίρι με όσους επέμεναν ότι έκλεισε και δεν βαριόσουν να τους λες οτι δεν έκλεισε, ότι πιθανότατα θα ξανανοίξει και το Guru σιγά σιγά και ότι "μια χαρά είναι στην Ευριπίδου ρε". Έπαιζε και μουσική ο Quentin, ήταν και τέλειες οι φωτογραφίες του Σπύρου και του Γεράσιμου, αποθέωση των τελευταίων καλών χρόνων των ελληνικών περιοδικών -είχες περάσει και πολύ καλά στο πάρτυ του Δέδε την προηγούμενη Παρασκευή, επάνω στο club- οπότε σε έπιασε μια γενική ευθυμία. Φεύγει κι ο Κρόνος, παίρνει μαζί του τη μιζέρια, όλα καλά, ήπιες δυο μπίρες και πήγες νωρίς στο σπίτι για ύπνο.

(Η φωτογραφία είναι του Σπύρου Στάβερη. Η αγαπημένη μου της έκθεσης.)


3 Σεπ 2009

Κάποιες προτιμούν τους μεγαλύτερους*


Καλή μου Εβαν Ρέιτσελ,
είμαι ενθουσιασμένος. Φυσούσε το σύνηθες μελτέμι, άρα η ιεροτελεστία του τελευταίου μου ξεμυτίσματος για το καλοκαίρι δεν κινδύνεψε να καταστραφεί λόγω του λάθος καιρού. Οχι, δεν ήμουν πάνω στη Shark, πλανάροντας προς τη Νάξο και πίσω στην ακτή, παρακαλώντας να μη νυκτώσει, για να κρατήσει το σερφ για πάντα. Αντιθέτως, δεν έκανα τίποτε. Ημουν ξαπλωμένος σ’ ένα πλαστικό στρώμα, εκατό μέτρα μέσα στη θάλασσα, ανάσκελα, ακίνητος και σκεπτόμουν το σερφ -και χίλια ακόμη πράγματα που ήταν το καλοκαίρι μου- μέχρι που ο ήλιος έδυσε. Και λίγο μετά. Οταν φυσάει βοριάς, στο κολπάκι κάτω απ’ το σπίτι του Γιάννη το νερό δεν ρυτιδιάζει ποτέ. Αν δεν αλλάξει ο αέρας, μπορείς να μείνεις στο ίδιο σημείο για πάντα. Κανένα ρεύμα, κανένα κύμα δεν τολμά να διαταράξει την ηρεμία σου. Κάθε χρόνο, το τελευταίο «μπάνιο» μου είναι εδώ. Γεμάτο απολογισμούς διακοπών και σχέδια για τη σεζόν που ξεκινάει σε λίγο. Με εικόνες άμεσες, απ’ το ακόμη πράσινο, πευκόφυτο βουνό πέρα απ’ τις πατούσες μου -αυτό που κόβει τον βοριά- και με εικόνες της μνήμης, της πρόσφατης μνήμης: χορευτικά στη La Luna, ένα άδειο πιάτο που φιλοξένησε για λίγα λεπτά τους κολοκυθοκεφτέδες της «Χαρούλας», μια μπότζα δίπλα στον ύφαλο. Κάπου εκεί βλέπω κι εσένα.

Πώς μπλέχτηκες ξαφνικά με τις εικόνες των διακοπών μου; Θα σου εξηγήσω. Στο μυαλό μου είσαι ακόμη ένα ερεθιστικό πιτσιρίκι. Είσαι η λολίτα σ’ εκείνο το βιντεοκλίπ του Marilyn Manson, με τα γυαλιά σου σε σχήμα καρδιάς. Τότε ήσουν 19 στα 20, αν δεν κάνω λάθος, έμοιαζες ακόμη μικρότερη -κι είχες συναρπάσσει τον ανδρόγυνο ροκ σταρ ακριβώς παίζοντας το ρόλο της λολίτας και στην πραγματική ζωή, στην πρώτη σας συνάντηση. Για σένα έγραψε το «Heart Shaped Glasses», για εκείνο το πάρτι που του παρουσιάστηκες σαν την ηρωίδα του Ναμπόκοφ, προκλητική και σίγουρη για όσα γύρευες. Τώρα πια ο Marilyn Manson είναι παρελθόν, είσαι 22, αλλά δεν άλλαξες και πολύ. Δεν σε διάλεξε τυχαία ο Γούντι Αλεν ως την επόμενη μούσα του. Κάποιες προτιμούν τους μεγαλύτερους, ευτυχώς.

Δεν είναι ότι γέρασα, αλλά μερικά πράγματα μπορούν να γίνουν πραγματικά αποθαρρυντικά. Κάνοντας λοιπόν τον απολογισμό του καλοκαιριού, συνειδητοποίησα πως, όταν ξαναπατούσα το πόδι μου στην ακτή, στην κατεχόμενη από πρωτοετείς Πάρο, γινόμουν αυτόματα αόρατος για τον γυναικείο πληθυσμό. Ευτυχώς είχα τη γλυκιά νύστα που μου έκανε ένεση ο άνεμος, το αλάτι και ο ήλιος πάνω στη σανίδα όλη μέρα, γιατί θα ήταν πραγματικά ταπεινωτική και εξευτελιστική η διαδικασία αν προσπαθούσα να γεμίσω και τις νύχτες μου με περιπέτειες - ξεκινώντας βέβαια από το να ξαναγίνω ορατός στις χαριτωμένες πιτσιρίκες. Το δράμα γινόταν ακόμη μεγαλύτερο -και απελπιστικά ανεξήγητο- μόλις οκτώ λεπτά με την «παντόφλα» μακριά. Στην Αντίπαρο, ένα άλλο σύμπαν (συνομηλίκων), πρώην και μέλλουσες, χαριτωμένα φλερτ και θερινό σεξ επιβεβαίωνε ότι δεν χρειαζόμουν επιβεβαίωση.

Δεν ξέρω πόσο ακόμη θα προσπαθούσα να γίνω ο κύριος Χάμπερτ για την Αζια που άπλωνε αυθάδικα το μόλις γινωμένο της ένα κι ογδόντα στην διπλανή ξαπλώστρα, στα διαλείμματά μου απ’ το σερφ, αν δεν ήταν η ασφάλεια της Αντιπάρου. Ξέρω όμως ότι υπάρχουν εξερευνήσεις που δεν αξίζει να τις εγκαταλείπεις για το τίποτε. Και, Εβαν Ρέιτσελ, δεν μπορώ παρά να δηλώσω ευτυχής που κάποιες προτιμάτε τους μεγαλύτερους...

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Σεπτεμβρίου 2009 -κυκλοφορεί στις 06/09)

* Σήμερα έκλεισα τα 34 και το ΠΑΣΟΚ τα 35. Και οι δύο αισθανόμαστε ακόμη νέοι και με όρεξη για σπουδαία πράγματα. Γι' αυτό κι εγώ μάλλον θα ψηφίσω Αλέκα.

24 Αυγ 2009

Μια φίλη για το καλοκαίρι


Μελαχρινό μου πιτσιρικάκι,
Τι ηλιόλουστη, τι κόπερτον συζήτηση είναι αυτή! Θες, αλήθεια, να σου πω κι εγώ; Να θυμηθώ τους απίθανους «άγνωστους κολλητούς» των διακοπών; Πρόσωπα που άπλωσαν τη μυρωδιά τους σε κάποιο καλοκαίρι μου και μετά απλώς χάθηκαν; Δύο e-mails (ή γράμματα!) όλα κι όλα, το δεύτερο με την απατηλή υπόσχεση ότι θα έστελνα / έστελναν εκείνες τις φοβερές μας φωτογραφίες απ’ το νησί, τις στιγμές που μοιραζόμασταν τα πάντα, χωρίς ερωτήσεις. Θες, ε; Κάτσε να σκεφτώ... Μα μη με κοιτάζεις μ’ αυτό το μπλε ύφος, μη μου τηγανίζεις τις μνήμες με το λέιζερ των ματιών σου. Χάζεψε το απέραντο γαλάζιο απέναντι κι άσε με εμένα να σκεφτώ σε ασπρόμαυρο, σε παρελθόν, σε σκονισμένα άλμπουμ. Να, εκεί κοίταξε. Εκεί που θα δύσει ο ήλιος.

Ο Νικήτας: Μύκονος, πριν από δεκαπέντε χρόνια. Και εγώ και το κορίτσι που κοκκινίζει με ζουμερά φιλιά το γιακά του λευκού μου Lacoste είμαστε ανήξερα φοιτητόπαιδα, εκστασιασμένα προσκοπάκια σε εκπαιδευτική εκδρομή, Μικρή Βενετία, χασκόγελα έξω απ’ το Pierro’s, χρωματιστά κοκτέιλ και ατέλειωτες πράξεις έρωτα. Ο Νικήτας -κύριο Νικήτα τον έλεγα στην αρχή, μου το έκοψε γρήγορα, «σκέτο Νικήτας»- είναι φίλος του μπαμπά της. Είναι γκέι και είναι στρέιτ. Είναι πάντα κομψός, με ριγέ, πλουσιοπάροχα στο χρώμα, πουκάμισα και λινά λευκά παντελόνια, μ’ ένα περιποιημένο μουσάκι και πρεσβυωπικά -διακριτικότατα και τόσο σικ- γυαλιά, πενηνταπεντάρης, εξηντάρης ίσως. Εχει γυρίσει τον κόσμο με το Club Med, έχει κάνει τον μάγειρα στο Βιετνάμ, στην Καμπότζη μάλλον, μάγειρα - πολεμιστή το ’68 (κάποιο θολό αμερικανικό παρελθόν, δεν μαθαίνουμε ποτέ περισσότερα, δεν ξέρει καν ο πατέρας της λεπτομέρειες), έχει ένα μαγικό σπίτι στην Ελιά, μα ποιος πάει στην Ελιά; Κι όμως, τα βράδια είναι μαζί μας να μας συνοδεύσει στα πρώτα μας κοσμικά Ματογιάννια, να μας συστήσει στη Βεγγέρα, να μας κεράσει στον Φιλιππή. Ιδανικός «μπάρμπας». Οταν συζήσαμε με το κορίτσι, μετακόμισε στη γειτονιά μας τυχαία. Δεν τον επισκεφτήκαμε ποτέ. Αλλά του το υποσχεθήκαμε στο τηλέφωνο. Μετά χωρίσαμε.

Η Βαλεντίνα: Ρόδος, ακόμη πιο παλιά, τελευταίες διακοπές με την αδελφή μου και τους γονείς. Εκείνες είναι τρεις Ιταλίδες, κοριτσάκια, η Βαλεντίνα η πιο μεγάλη, ενήλικη μόλις (ή σχεδόν). Η πιο ωραία γυναίκα που γνώρισα ποτέ. Τόσο νωρίς. Κόρες Μιλανέζου μεγαλογιατρού, όλη μέρα μαζί στο resort, τα βράδια το σκάμε οι δυο μας. Τελειώνουν οι διακοπές, θέλει να έλθει στην Αθήνα. «Θα σπουδάσω εκεί», λέει. Το σκάω μόνος. Μια ζωή μετά, ο Μιχαλάκης έχει φέρει δύο φίλες στο Μπρίκι. Η μία Ιταλίδα. Μιλανέζα που ζει στη Βιέννη. Καμία πιθανότητα. «Το επίθετο της Βαλεντίνας;» ρωτάει. Της το λέω. «Η κολλητή μου»! Μικρός που είναι ο κόσμος. Της τηλεφωνεί. Δεν το σηκώνει.

Οι Αμερικανοί: Πριν από δυο - τρία καλοκαίρια στις Σπέτσες, εκείνος είναι ένας πρώην σταρ νεανικής σειράς. Στο Παλιό Λιμάνι τον αναγνωρίζουν πού και πού τα κορίτσια της γενιάς μου. Χαμογελάει συνέχεια. Αμήχανα. Η κοπέλα του θέλει να γίνει διάσημη. Σπουδαία. Μέριλιν (στο μελαχρινό). Είναι ένα όμορφο μοντέλο, κοιτάζει παντού, ψάχνεται. Χαμογελάει συνέχεια. Προκλητικά. Ενα βράδυ, ο Μπράιαν καταρρέει λιώμα στη Φιγκαρό (ή όπως τη λένε πια). Στηρίζεται επάνω μου. Εχει βλέμμα άδειο και ανάγκη από κάποιον να μιλήσει. Τον φέρνω σπίτι. Η Μέγκαν άφαντη.

Εϊ, μελαχρινό πιτσιρικάκι, Μέγκαν δεν είπες ότι σε λένε κι εσένα;
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Αυγούστου 2009)

2 Ιουλ 2009

Όνειρο σε σπιράλ

Ντάουτζεν, δεν σε ξύνει το γρασίδι;
Ενα σύννεφο κουνούπια, υπέρηχοι, ομαδικές κινήσεις σαν παραισθησιογονοκινούμενο σπιράλ, πτήση μιας ώρας, επτάμισι με οκτώμισι κάθε βράδυ, κάθεσαι και τα χαζεύεις, αλλά καλύψου, οι βαμπιρικές τους διαθέσεις δεν θα χαριστούν στη μαυρισμένη σου σάρκα. /Παράξενος ο τρόπος που έρχεσαι σε επαφή με τη φύση: καιρός για αναθεωρήσεις.
Κλέβεις χείλη στο Caprice. Φιλί με γεύση μοχίτο, φιλί με γεύση Cosmopolitan, φιλί με ντάκιρι φράουλα, με dry martini, πικρό φιλί με Heineken. Είναι όλες τόσο πρόθυμες. Κι εκείνη; Τι να πίνει εκείνη δυο βήματα πιο πέρα, στο Galleraki; Κοντεύεις να ξεχάσεις τη γεύση της. Ο ήλιος δύει στη Μικρή Βενετία, το κύμα στροβιλίζεται σ’ ένα αφρώδες σπιράλ, αλατίζει το λευκό σου Lacoste, σπιράλ κι εσύ από φιλί σε φιλί, ίσως αλατίζει και το λεπτό της χέρι, ίσως κοκκινίζει το σμαράγδι των ματιών της. Δεν θα κάνεις τα δυο βήματα. Δεν θα πας πιο πέρα. Θα συνεχίσεις να κλέβεις φιλιά στο Caprice. Σπιράλ από κορίτσι σε κορίτσι. /Παράξενος ο τρόπος που φλερτάρεις: καιρός για νοικοκύρεμα.
Αναπνέεις τα μποφόρ. Πολλά, πολλά μποφόρ. Χαϊδεύεις το NeilPryde. Πολλά μποφόρ, μικρό πανί. Καβαλάς τη σανίδα σου. 120 λίτρα, απογειώνεσαι. Αλλη μια μπότζα και βγαίνεις, πρέπει ν’ ανανεώσεις το αντηλιακό. Vanity Fair με δακτυλιές Coppertone στην ακτή, το άλλο χέρι έχει βουτήξει στην άμμο. Αλλη μια σελίδα και μπαίνεις, πρέπει να βελτιώσεις την μπότζα σου. Βγάζεις τα κατακόκκινα Wayfarers και το βλέμμα σου καρφώνεται στην άμμο. Τόση ώρα σχεδίαζες ένα σπιράλ. /Παράξενος ο τρόπος που χαλαρώνεις στις διακοπές σου: καιρός για νέες παρέες.

Ντάουτζεν, δεν κρυώνεις έτσι, γυμνή;
Αγόρια και κορίτσια, ένα σπιράλ γύρω απ’ τη φωτιά. Μηχανές κρος και κράνη αφημένα πιο πέρα, Ραλφ Μάτσιο και οι «κακοί», μία παρέα, μουσική από κασετόφωνο. Καράτε Κιντ στο θερινό. Σχοινιάς. Με πράσινες εσπαντρίγιες και παγωτό γρανίτα λεμόνι. Εχεις κλειδώσει το ποδήλατο στο απέναντι συρματόπλεγμα; /Παράξενος ο τρόπος που θυμάσαι: καιρός για να ζήσεις το μέλλον.
Ψιθυρίζουν οι ευκάλυπτοι στην «Αθηναία», βουίζουν τα παιδιά στη Χάρητος, σπιράλ οι σκάλες που ανεβαίνει τρέχοντας η Κιμ Νόβακ, σπιράλ το βέρτιγκο του Τζέιμς Στιούαρτ. Σπιράλ μπέρδεμα τα ζωγραφισμένα φύλλα στον τοίχο της πολυκατοικίας που κρύβει το θερινό απ’ τους πολλούς. Σπιράλ χαϊδολόγημα κάτω απ’ τη φούστα της. Τελευταία αθηναϊκή φούστα. Αύριο τέτοια ώρα θα βρίσκεσαι στο φέρι μποτ. /Παράξενος ο τρόπος που αποχαιρετάς: καιρός να πάρεις τηλέφωνο τους γονείς σου.

Ντάουτζεν, δεν φοράς παπούτσια;
Βραχνιάζεις ουρλιάζοντας ακατάληπτους ήχους. Καις χιλιάδες θερμίδες παίζοντας air guitar. Βρωμίζεις το t-shirt σου με νερωμένη μπίρα και τον ιδρώτα του διπλανού. Σπιράλ σημάδι στο στήθος. Κλείνεις τα μάτια σαν να βρίσκεσαι εσύ πάνω στη σκηνή. Μετά τους Klaxons έχει και Jarvis, έχει και Royksopp. Κράτα δυνάμεις. /Παράξενος ο τρόπος που ονειρεύεσαι: καιρός για ταξίδι.
Αντιστέκεσαι στο «σκέτο πουκαμισάκι». Σφίγγεις το παπιγιόν με τα σπιράλ σχέδια, τακτοποιείς την ποσέτ στην τσέπη του σακακιού, ξεμυτίζεις στη ζέστη. /Παράξενος ο τρόπος που ντύνεσαι στο γάμο του κολλητού σου: καιρός να γελάσεις με τους άσχετους.
Παίρνεις στα χέρια το σπιράλ για τα κουνούπια. Σπάει. /Καθόλου παράξενο. Καιρός για διακοπές.

Ντάουτζεν, δεν θα έλθεις φέτος στην Πάρο;
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Ιουλίου 2009 - Κυκλοφορεί την Κυριακή 5/7)

18 Ιουν 2009

"Θα θυμάμαι για πάντα αυτή τη χρονιά. Για πάντα αυτή τη βραδιά"


Monika - Be My Baby & Over The Hill (Θέατρο Βράχων, 17.06.09)

Τώρα ξέρω μικρή μου. Μετά τη χθεσινή σου συναυλία, τίποτε δεν θα είναι το ίδιο. Δεν θα είσαι πια το μικρό κοριτσάκι με τα ωραία τραγουδάκια. Τώρα το ξέρω. Και το ξέρουν όλοι. Θα γίνεις μια σταρ. Μόνο προσπάθησε να κρατήσεις όλα τ' άλλα. Ναι, την τρίτη, την τέταρτη φορά δεν θα νιώθεις πια έκπληξη από τον πολύ κόσμο, θα έχεις ετοιμάσει τα λόγια σου από πριν και θα τα λες νερό, δεν θα ψάχνεις γνωστά μάτια μέσα στο κοινό για στήριγμα. Θα είσαι κατ' ευθείαν αυτό το θηρίο που γίνεσαι μόλις κάθεσαι στο πιάνο. Μόλις πιάνεις την κιθάρα. Μια σταρ. Τουλάχιστον κράτησε όλα τα άλλα. Ξέρεις εσύ.


Monika - Avatar (Θέατρο Βράχων, 17.06.09)

Τώρα ξέρω. Το επόμενο άλμπουμ θα είναι αλλιώς. Θα χορεύεται, θα δονεί, θα τραγουδιέται. Θα το περιμένουν όλοι. Και θα τους αρέσει. Θα είναι πιο χαρούμενο γιατί είσαι πιο χαρούμενη τώρα που το γράφεις. Και θα το μοιράσω στους ανθρώπους που αγαπώ πιο πολύ. Κι αν τους έχω ξαναχάσει μέχρι τότε, θα τους μαζέψεις εσύ για μια βραδιά -για χάρη μου- όπως έκανες χθες. Τώρα ξέρω ότι έχω τουλάχιστον μία ακόμη νύχτα στη ζωή μου που θα κοιμηθώ αγκαλιά με τους ανθρώπους που αγαπώ πιο πολύ...


Monika - Are You Coming With Us? (Θέατρο Βράχων, 17.06.09)

Τώρα ξέρω. Πώς είναι να αισθάνεσαι περήφανος σαν μπαμπάς. Το αισθάνθηκα χθες.



(ΟΚ, τέλειωσα. Τώρα ξέρω ότι έρχεται η ώρα που ο Mr. Arkadin θα μπει να κατακρεουργήσει τον άκρατο -ναι, με τη Monika απλά δεν κρατιέμαι- συναισθηματισμό μου και να πει επιτέλους την ιστορία με την Άννα Βίσση. Ναι, ήταν και ο Mr. Arkadin χθες στη συναυλία, στο Θέατρο Βράχων. Το έχω ξαναπεί: Τώρα τελευταία κάνουμε επικίνδυνα συχνά τα ίδια πράγματα).


Mr.Arkadin says:
MONIKA ON THE ROCKS



Σε αντίθεση με τον Homo Ludens, που έχει συνδυάσει το θέατρο Βράχων με ονόματα όπως Suede, Sigur Ros και κάτι άλλο που μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή (αλλά καλά να πάθω, για να βρίσκομαι να κάνω τη δουλειά που έπρεπε να κάνει εκείνος), εγώ έχω βρεθεί στους Βράχους για συναυλίες τύπου Σεζάρια Έβορα (a.k.a. "βιοχλαπάτσα") και Ελευθερία Αρβανιτάκη (στην οποία έχω μια μάλλον δυσεξήγητη αδυναμία). Σπανίως όμως έχω δει το θέατρο τόσο γεμάτο - και τόσο ζωντανό - όσο χθες το βράδυ.
Και μόνο ο ενθουσιασμός στα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα των ανθρώπων που κατέβαιναν από το βράχο, θα ήταν ικανή τεκμηρίωση της επιτυχίας της συναυλίας της Μόνικα. Ανθρωποι που, στην πλειοψηφία τους, δεν ήταν το "ψαγμένο" κοινό που περιφέρεται στα μπαρ πέριξ του Συντάγματος και της Πλατείας Καρύτση. Αυτοί, για κάποιον λόγο, σνομπάρουν πια αυτό το κορίτσι που γύρισε την πλάτη στα ξινισμένα μούτρα και τα κυνικά βλέμματα πίσω από τα κοκκάλινα γυαλιά τους. Γιατί, ως γνωστόν, αυτοί οι άνθρωποι θεωρούν ότι, μόλις αυτό που αγαπούν αρχίσει να γίνεται γνωστό σε έναν μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων από τους ίδιους και τους "εκλεκτούς" της κάστας τους, αυτομάτως χαλάει.
Εγώ, από την άλλη, πιστεύω πως δεν υπάρχει τίποτα πιο αισιόδοξο για τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό από το γεγονός ότι η Μόνικα είναι το νέο mainstream.
Δεν ξέρω αν αυτό είναι το κατάλληλο σημείο, νοηματικά και συνειρμικά, για να παραθέσω το κουτσομπολιό, αλλά θα το κάνω: από ολόκληρο το καλλιτεχνικό στερέωμα της Ελλάδας, η μοναδική που ήρθε στη μεγάλη συναυλία της Μόνικα ήταν η Anna Vissi, η οποία έφτασε προκαλώντας έναν μικρό πανικό τύπου "η απόλυτη ψάχνει για τη θέση της" ενώ οι φήμες λένε ότι κατά τη διάρκεια της συναυλίας πρασίνισε από τη ζήλεια της, και υποκλίθηκε μπροστά στο ταλέντο της πιτσιρίκας. Αλλά και σε έναν άψογο ήχο, σε φωτισμούς που σπάνια βλέπουμε σε ελληνική συναυλία, σε μια πληθωρική μπάντα που είχε τα πάντα - ακόμη και τα "εντεχνιζέ" κολλήματα των εγχόρδων και των μορικονικών πνευστών, τόσο hip στους indie-pop κύκλους τελευταία. Η ίδια η Μόνικα, ένα μικρό ποπ μεζεδάκι, σκλάβωσε με την ανεπιτήδευτη αμηχανία της - "είστε πολλοί" ήταν η πρώτη της κουβέντα - όσο και με την παρουσία της. Τα καινούρια της τραγούδια είναι ακόμη καλύτερα, πιο δομημένα, και πιο ζόρικα από τα προηγούμενα, ενώ οι διασκευές της είναι το λιγότερο ακομπλεξάριστες - με πιο ταιριαστή, ευφάνταστη και πονηρή το "you're so vain" της Κάρλι Σάιμον. Προσωπικά με έκαψε λίγο στο σημείο που άρχισε τις ροκιές, να χτυπιέται και να τραγουδά το "Let me roll it" του Μακάρτνι και το "You Got It" του Ρόι Όρμπισον. Είναι σαν κάποιος να της έθεσε κάποια στιγμή το δίλημμα: "τι θες να είσαι; Κατ Πάουερ ή Αλάνις Μορισέτ". Κι εκείνη να απάντησε: "δεν μπορώ να είμαι και τα δύο"; Και η πλάκα είναι ότι μπορεί. Και ότι στο τέλος μας έχει όλους να τρώμε από την παλάμη της (αυτό ήταν κακομεταφρασμένος αγγλισμός).

(έβαλα αντί φωτογραφίας την αφίσα, γιατί θεωρώ ότι είναι η ομορφότερη αφίσα του καλοκαιριού - και την έχει σχεδιάσει φίλος μου)

5 Ιουν 2009

Περί απολιθωμάτων


Αγαπητή Νατάλια,
εσύ θα με καταλάβεις καλύτερα απ’ όλους. Θέλω να μοιραστώ μια ενόχληση: Δεν αντέχω τους νοσταλγούς. Εκνευρίζομαι όταν ακούω φράσεις που αρχίζουν από «θυμάμαι τι ωραία που ήταν...». Βγάζω σπυράκια, όλο και περισσότερα, σε κάθε «τότε» που προστίθεται σε μια πρόταση και κουβαλάει χροιά θετική και παράλληλα απαξιωτική για όλα τ’ άλλα: «Τότε ήταν καλά. Είχαμε τα πάντα τότε». (Εννοεί: «Τώρα όλα πάνε κατά διαόλου».) Τρελαίνομαι στην παράθεση λέξεων που μόνο σουρεαλισμό μπορούν να προσδώσουν σε μια συζήτηση, κι όμως, ο συνομιλητής μου επιμένει να τις πετάει. Σίγουρος ότι η σύγκριση που επιχειρεί έχει βάση - και μάλιστα αποδεικνύει αυτό που θέλει να πει και που περιέχει επτά «τότε» και δεκατρία «καλύτερα»: Δραχμή (π.χ. «τότε με τη δραχμή, το κουλούρι ήταν τρεις φορές πιο φτηνό»). ’80s (π.χ. «τότε στα ’80s απολαμβάναμε την πραγματική Μύκονο / διασκεδάζαμε πραγματικά στα πάρτι / ο Αντρέας και ο Μητσοτάκης ήταν πραγματικοί πολιτικοί»). ΥΕΝΕΔ (π.χ. «τι καλύτερη που ήταν η τηλεόραση τότε, που είχαμε μόνο ΕΡΤ και ΥΕΝΕΔ»). Ελβις (π.χ. «Παλιά άκουγαν μουσική, Ελβις και Μπιτλς, όχι αυτά τα Μεταλλικά!»). Ρότσα (π.χ. «Τι ωραία μπάλα που έπαιζε ο Παναθηναϊκός επί Ρότσα» - παίκτη ή προπονητή, δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο, αρκεί που ήταν «τότε, επί Ρότσα»). Ελεος! Δεν αντέχω άλλο.

Και η θέση μου είναι ακόμη χειρότερη, γιατί από τη μια είμαι λάτρης της ποπ κουλτούρας, άρα και του θυρεού της ΥΕΝΕΔ και της καραφλοχαίτης του Ρότσα και -εννοείται- οποιουδήποτε παραγώγου των ’80s, συνεπώς μπαίνω με ενθουσιασμό σε κάθε τέτοια κουβέντα. Από την άλλη, δεν μπορώ να θίξω τον συνομιλητή μου, όταν καταλαβαίνω ότι όλα αυτά τα παίρνει στα σοβαρά. Οτι τα εννοεί. Οτι όντως αναπολεί την εποχή που έπινε ένα καρτούτσο γιοματάρι στο καπηλειό (ρεφενέ με τα φιλαράκια του). Και μετά πήγαινε στα θερινά τα σινεμά, όχι για να δει τον Ράμπο να γεμίζει με μέταλλο τις κοιλιές των Σοβιετικών, αλλά για να μυρίσει το αγιόκλημα και το γιασεμί.

Είναι εύκολο να αναπολείς το χθες. Είναι ανώδυνο, διασκεδαστικό, και σου χαρίζει μια εσάνς ανθρώπου που έχει πάρει αγκαλιά τη ζωή και της έχει σβουρήξει ένα ρουφηχτό φιλί στο λαιμό. Αν πιστεύεις ότι το «τότε» είναι τόσο καλύτερο από το «τώρα», είναι γιατί αναμετρήθηκες με τους δράκους κάθε εποχής, λέρωσες τα χέρια σου χιλιάδες φορές αλλάζοντας λάδια στη μηχανή που σε κινεί μέσα στο χρόνο κι έκατσες στο τέλος της ημέρας μ’ ένα ποτό στο χέρι, ήρεμος, να τα ξαναπεράσεις όλα από το viewmaster του μυαλού σου. Πόσο κίβδηλη είναι αυτή η εικόνα...

Είναι εύκολο να αναπολείς το χθες. Εκτός αν το χθες σου ήταν εφιαλτικό. Εσύ νοσταλγείς το «τότε», Νατάλια; Τότε που κουβάλαγες καφάσια, δέκα ετών κοριτσάκι, στο μανάβικο της μάνας σου; Που έπιανες ό,τι δουλειά βρισκόταν για να μαζέψεις κάνα ρούβλι για την ανάπηρη αδελφή σου; Που η πόλη σου ακόμη κουβαλούσε τις κατάρες του υπαρκτού σοσιαλισμού; Μέχρι και στο όνομα ήταν απλώς ένα αποπαίδι των Σοβιέτ. «Γκόρκι». Φαντάσου πόσο είχε χαρεί ο Στάλιν, όταν ο Μαξίμ Γκόρκι επέστρεψε στην ΕΣΣΔ από τη φασιστική Ιταλία όπου ζούσε μέχρι το ’29, ώστε να δώσει το όνομά του στην τρίτη μεγαλύτερη πόλη του... Α! Σαν να τον ακούω τον νοσταλγό να ζουζουνίζει πάνω απ’ τα χρυσαφένια σου μαλάκια: «Τι απλά που ήταν τα πράγματα τότε. Γκόρκι! Τώρα πια δεν μπορούμε ούτε να προφέρουμε το όνομα της πόλης...». Νίζνι Νόβγκοροντ. Σιγά το δύσκολο.

Υπάρχει μια σκηνή στον «Παλαιστή» του Αρονόφσκι (την, κατά την ταπεινή μου γνώμη, καλύτερη ταινία της σεζόν που φεύγει) όπου ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Μίκι Ρουρκ συνοψίζει όλο το τίποτε της ύπαρξής του σε μία φράση. Και ο χαρακτήρας που υποδύεται η Μαρίζα Τομέι έρχεται για πρώτη -και μοναδική- φορά κοντά του, ακριβώς γιατί κι εκείνη είναι μια υποσημείωση στο περιθώριο της ζωής και συγκινείται από το τίποτε του άλλου. Τα ηχεία παίζουν ένα ξεφτίλικο pop metal τραγουδάκι από τα ’80s, το «Round and Round» των ανύπαρκτων Rat Attack, o «Κριός» χορεύει με ενθουσιασμό και στο τέλος λέει στην «Παμ»: «Τι τέλεια που ήταν τα ’80s. Guns n’ Roses, (Motley) Crue, Cinderella... Μέχρι που ήλθε αυτός ο αλήτης ο Κομπέιν και τα διέλυσε όλα!». (Αλλαξα δύο επιθετικούς προορισμούς κι ένα ρήμα από την αρχική φράση, γιατί ένα ακόμη ίδιον των νοσταλγών είναι να φορτίζουν με χυδαιολογίες τις αναπολήσεις τους, ώστε να τονιστεί στο έπακρο η αντίθεση με το απαράδεκτο «τώρα»).

Καταλαβαίνω τη δυσκολία τού να προσαρμοστείς στο τώρα. Πώς να κατεβείς από το σύννεφο του χθες όταν σου έχει πάρει τόσο καιρό μέχρι να ανεβείς εκεί πάνω; Αλλά ο κόσμος αλλάζει. Γίνεται πιο σύνθετος, γιατί και ο άνθρωπος γίνεται πιο σύνθετος. Οποιος δεν αντέχει, μπορεί να παραμείνει προσηλωμένος στην εποχή του χαλκού, τότε που ήταν όλα πιο αθώα, αλλά δεν υπάρχει κανένας λόγος να τη διαφημίζει σε όσους βάζουν το μυαλουδάκι τους μπροστά με κάθε ερέθισμα και ξεζουμίζουν το χυμό από την κάθε μέρα. Ξέρεις γιατί σε συμπαθώ τόσο πολύ, έτσι; Τότε που σε συμβούλεψε εκείνος ο ατζέντης απ’ το Παρίσι ότι, για να κάνεις καριέρα στο μόντελινγκ, πρέπει τουλάχιστον να μάθεις αγγλικά, δεν είπες «τι καλά που ήταν τότε που δεν χρειάζονταν ξένες γλώσσες και φροντιστήρια»... Εμαθες αγγλικά σε τρεις μήνες.

Carpe diem, baby
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Ιουνίου 2009 - Κυκλοφορεί την Κυριακή, 7/6)

7 Μαΐ 2009

Sartorialist Champions Leaguer

Μπράβο Πεπ! Είδες που η θολούρα καμμιά φορά πιάνει τόπο; Ή το ήξερες πως τελικά, κάπου στο '93, ο Ντάνι Άλβες θα έκανε επιτέλους μια σωστή σέντρα, ΜΕΣΑ στον αγωνιστικό χώρο -και δη στην περιοχή της αντιπάλου; Μόνο σε ικετεύω μην ξαναντυθείς πειρατής. Αυτή την δερμάτινη γραβάτα και το πουκάμισο με τα μαύρα κουμπάκια δεν πρέπει να τη φορούσε ούτε ο Udo πριν φύγει από τους Accept. Και αυτο δεν σημαίνει ότι στον τελικό πρέπει να θυμηθείς την άλλη σου, αυτή με τις παχιές λευκές κάθετες ρίγες...

30 Απρ 2009

Resident Evil IV: Μπαμπάδες vs. Εργένηδων


Αγαπημένη μου Μίλλα,
όχι, δεν ξέχασα να σε καλέσω! Απλώς το πάρτι δεν έγινε ποτέ. Μην γκρινιάζεις. Και πέρσι που σου έστειλα πρόσκληση, δεν ήλθες. Θα στο έλεγα από κοντά: Ηταν το τελευταίο μας. Δέκα χρόνια ήταν αρκετά. Και έπειτα, μύριζε παντού η νέα εποχή. Θα το καταλάβαινες. Ο ένας είχε ήδη παιδί, ο άλλος το πάλευε, ο τρίτος έτρεχε σε κοινωνικές υποχρεώσεις. Δεν πρόλαβε καν να έλθει (στο δικό του πάρτι...). Η παρέα είναι στα καλύτερά της, γλυκιά μου, αλλά όχι για να μασκαρευόμαστε ακόμη σαν το προσωπικό του Studio 54 με παπιγιόν, σορτσάκια και στήθος - πορσελάνη από τη χαλάουα. Τα αποκριάτικα όργια παρέδωσαν το πνεύμα μαζί με τους τελευταίους μας κοιλιακούς. Είμαστε στα καλύτερά μας χρόνια, για άλλα πράγματα όμως.

«Για ποια άλλα πράγματα δηλαδή;» θα ρωτήσεις ευλόγως. Είναι σαφής η διάσταση ενδιαφερόντων, όπως αποτυπώνονται στις μεσοβδόμαδες συνεδριάσεις μας. Ναι, βρισκόμαστε ακόμη κάθε Πέμπτη! Πέθαναν μεν τα αποκριάτικα πάρτι, αλλά δεν αυτοκτόνησαν από τη θλίψη τους και οι υπόλοιποι θεσμοί. Στο κυρίως μενού συζητήσεων, λοιπόν, ισχύει η περίφημη «αντίστροφη αναλογία παραγγελίας - κουβέντας»: Οπως, δηλαδή, φτάσαμε στα 35 μας για να μπορούμε πια να ψελλίζουμε στον σερβιτόρο κάτι πιο σοφιστικέ από το παραδοσιακό ελληνοταβερνιακό «χωριάτικη - κεφτεδάκια - παστίτσιο», αντιστρόφως ανάλογα πορευόμαστε όσον αφορά την ποικιλία των συνοδευτικών συζητήσεων: Προς το απλούστερο - ή, μάλλον, το μονοθεματικό. Πάνω από το μιλφέιγ μανιταριών και το μαριναρισμένο σε θυμάρι και μουστάρδα φασιανό δεν υπάρχουν πια Καζαντζάκηδες και Κίρκεγκορ, Αλλαγές και Τρίτοι Δρόμοι, αναζητήσεις νοημάτων στη ζωή, στην «Οδό Μαλχόλαντ» ή στους στίχους των National. Υπάρχουν αυτά που απασχολούν τους δύο εργένηδες (επιδεικτικές ασυδοσίες παντός επιπέδου) και αυτά που απασχολούν τους τέσσερις μπαμπάδες (λήψη τροφοβλάστης, αυχενικές διαφάνειες α΄ επιπέδου, ντόπλερ, αμνιοπαρακέντηση κ.ο.κ.). Ακόμη και οι Τζιοβάνηδες, οι Ντάνι Βρέινς και οι Παραπραστανίτηδες των διαλόγων από την εποχή του απλού τζατζικίου έχουν πια κάτσει στον πάγκο και βλέπουν στη θέση τους διάφορους γυναικολόγους, μαιευτήρες και διευθυντές κλινικών.

Οι φίλοι μου παραπονιούνται ότι πια δεν καταλαβαίνουν τι γράφω. Λογικό. Αν κρύβεται κάτι πίσω από τις γραμμές, τους είναι απρόσιτο. Τα θέλουν όλα απλά, δεν προλαβαίνουν να ασχοληθούν με ό,τι δεν είναι προφανές, ό,τι χρειάζεται παίδεμα. Με το νόημα της ζωής, τον Ντέιβιντ Λιντς ή το τι στο καλό τελικά σημαίνει «I won’t fuck us over, I’m Mr. November». Δεν έχουν χρόνο. Εχουν παιδιά... Ούτε και εγώ καταλαβαίνω τι λένε πια τις Πέμπτες. Και βαριέμαι. Οι φίλοι μου έμειναν μισοί φίλοι. Κολλητοί, αιώνιοι συμβουλάτορες και πρόθυμοι ώμοι για κλάμα, αλλά πια δεν έχουν πλάκα. Εχουν παιδιά.

Τα έχεις ζήσει και εσύ. Οι «έγκυες» φωτογραφίες σου, των ατελείωτων ποδιών κάτω από τη φουσκωμένη κοιλίτσα σου, είναι πια κληρονομιά της ποπ κουλτούρας μας. Αλλά μ’ εσάς τις γυναίκες είναι αλλιώς. Στα 35 δεν έχετε όχι μόνο εργένισσες αλλά ούτε άτεκνες κολλητές, που να μην ξέρατε εκ των προτέρων ότι είναι «ιδιαίτερες». Βιολογικά ρολόγια, «πότε θα γίνω μάνα;» και λοιπές υστερίες ρυθμίζουν βολικά τη ζωή σας.

Εχω βρει, βέβαια, μια κάποια λύση. Τα πάντα ξεκίνησαν από την κατάσταση «Οι Ζωές των Αλλων» στην οποία έχουν περιέλθει οι κολλητοί μου. Δανειστήκαμε τον τίτλο της ταινίας για να περιγράψουμε το παράλληλο σύμπαν που ζουν οι παντρεμένοι, όταν οι εργένηδες τους περιγράφουμε με κάθε χορταστική λεπτομέρεια τον έξω κόσμο. Κυρίως τις γυναίκες. Και να θέλαμε να ξεμπλέξουμε από την εργένικη ζωή, δεν θα μας άφηναν «Οι Ζωές των Αλλων», η δίψα όσων δεν τις έχουν για περισσότερες νέες θεραπαινίδες των παθών μας. Ενεργώ σχεδόν μηχανικά πια, για να μπορέσει να απολαύσει σεξ διά της περιγραφής η από εκεί παράταξη... Το προσωπικό μου κέρδος, πέραν των βραχυπρόθεσμων ηδονών, οι νέες φιλίες. Οταν εκπληρωθεί το ερωτικό μεταξύ τους, ένας άντρας και μια γυναίκα μπορούν πια να περάσουν και σε άλλο επίπεδο. Και είναι πιο εύκολο να γίνεις κολλητός με μια πρώην (ή και νυν: «friends with benefits» ή πιο ωμά «fuckbuddies») από το να ψάχνεις για καινούργιους άρρενες φίλους στα 35 σου. Αυτό το τελευταίο χρήζει αναλύσεως, οπότε θα επανέλθω σε νέα επιστολή.

Τέλος πάντων, «Οι Ζωές των Αλλων», με την ψυχαναγκαστική τους πίεση για όλο και πιο φρέσκες περιπέτειες, έφεραν παρέα με το τερπνόν και αρκετό ωφέλιμον. Οι ημέρες που οι κολλητοί δεν μπορούν, γεμίζουν πια είτε με τις νυν είτε με τις μέλλουσες κολλητές (πού κατάντησα: να βαπτίζω το κυνήγι γυναικών μέσα σε ηθική κολυμπήθρα!). Κοφτερά φλερτ που καταλήγουν σε ιδρωμένο αποκοίμισμα αγκαλιά στο άστρωτο κρεβάτι του εργένη ή ζαλισμένα βράδια στον καναπέ του με Μάιλς Ντέιβις στο φόντο και ψυχικές καταδύσεις στο προσκήνιο: Και οι δύο εκδοχές μού φαίνονται πιο ενδιαφέρουσες από το άγχος να βρεις εσωτερική, που και θα φροντίζει το μωρό και θα καθαρίζει το σπίτι. Από την άλλη, τα κορίτσια της αγκαλιάς κάτι θέλουν. Και τα κορίτσια της ψυχανάλυσης ρωτούν το ίδιο και το ίδιο πράγμα: Εσύ πότε θα γίνεις πατέρας;

Θυμάμαι, είχες θέσει και εσύ κάτι ωραία τέτοια ζητήματα σε κάποιο τραγούδι σου. Θα περάσω μια μέρα να σε πάρω, να τα πούμε πάνω από ένα ποτό.

Σε φιλώ,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Μαΐου 2009 - κυκλοφορεί την Κυριακή, 3/5)

30 Μαρ 2009

Μπλε peep toes, Oscar de la Renta


Εϊ, Αγκνες, εδώ!
Εικόνα δανεική απ’ το χειμώνα: Κηφισιά. Στις ρίζες της Κασσαβέτη. Βρωμόκρυο, μπλε Ferrari, πιτσιρικάδες. Χωρίς σανίδες ακόμη. Οι skaters θ’ «ανθίσουν» εδώ σε δυο - τρεις μήνες. Προς το παρόν, κυκλοφορούν όλοι με τα πόδια. Κουκουλωμένοι. Τα GRiots του Δεκεμβρίου αναθεώρησαν όλα τα trends. Το Twitter είναι το νέο Facebook. Τα hoodies είναι το νέο emo.

Αγόρι αγαπάει κορίτσι. Είναι-δεν είναι 20. Μολυβί μοντγκόμερι χαμογελάει σε ριγωτό κολάν. Λευκοί σκελετοί Wayfarer συγκρούονται με ατμούς που στέλνουν οι ανάσες σαν σήματα ερωτευμένου καπνού στον παγωμένο αέρα, η Ferrari -παράταιρο σύμβολο υψηλής κεφαλαιοποίησης σε μια περίοδο μίζερων limit downs- αποσύρεται γουργουρίζοντας νωχελικά, ακολουθούμενη από SUV με ιπποποτάμιες διαθέσεις, το τοπίο καθαρίζει και η μόνη παραφωνία στο φιλί τους πάνω στις λευκές γραμμές της διάβασης πεζών είμαι εγώ. Που κάθομαι και τους χαζεύω. To κορίτσι είχε το μαλλί σου, τι να κάνω; Ηταν ασχημούλα, μικροσκοπική και δυσανάλογη, αντικειμενικά ένα χάλι, αλλά είχε το μαλλί σου. Το κορίτσι είχε στυλ - και το αγόρι είχε ερωτευτεί το κορίτσι. Αυτός είχε πλούσιο και μπουκλέ. Μαλλί. Σαν το αγόρι σου! Χάρηκα και έκανα fast forward στην άνοιξη. Τώρα βρίσκομαι κανονικά στο τώρα...

Και συνειδητοποιώ ότι από τότε έχω να δω άλλο κορίτσι με στυλ. Βαριέμαι τα κορίτσια χωρίς στυλ. Δεν ξεκινάς προς τα ’δω; Ερχεται όπου να ’ναι και η δική μου κιθάρα, παρήγγειλα μια αστραφτερή κόκκινη Ibanez, οπότε μπορείς να τον ξεχάσεις τον Αλμπερτ και να έρθεις να φτιάξουμε ίντι μπάντα και να ποζάρουμε ζευγαράκι. Εχει στο κέντρο κάτι κουλ μπαράκια, το πιο ωραίο τους είναι τα πεζοδρόμια απ’ έξω άνοιξη - καλοκαίρι, Πλατεία Καρύτση, Πραξιτέλους, στην Κολοκοτρώνη και στα κάθετα, θα σου αρέσει η Αθήνα - άσε που θα γράφουμε ηλεκτρικές μουσικές και θα μας φωτογραφίζουν πολύχρωμους τα φιλαράκια μου στα περιοδικά. Θα κάνουμε καριέρα!

Περιοδικά; Τι σου έγραψα τώρα, ε; «Οχι άλλα περιοδικά», θα χαμογελάς δαγκώνοντας την αγγλική γλωσσίτσα σου με τον αριστερό κυνόδοντα. Κρέμεσαι πια παντού. Ή μάλλον, κρεμόμαστε, όλη η πλατεία Κολωνακίου, ιταλική, γαλλική, αμερικανική, βρετανική, κορεάτικη Vogue, γιαπωνέζικο Numéro, κάτω απ’ τα πόδια σου, ατέλειωτα πόδια -χαζεύω τώρα τη διαφήμιση του Beat της Burberry-, άδειο σουτιέν στα εσώρουχα του Emporio Armani, πανκ φιλί στον κρόταφο του Jean-Paul Gaultier... Κάτι μου λέει όμως ότι προτιμάς μια μπίρα στα όρθια πλάι σε μια παντελώς άγνωστη μπάντα, σ’ ένα πρόχειρο gig κάπου στην Brick Lane, ντυμένη με ένα χρωματιστό, ριγέ t-shirt, σακάκι και ένα fedora στο κεφάλι, σαν εκείνο τον βλάκα τον Πιτ Ντόχερτι, που παραλίγο να καταστρέψει την Κέιτ Μος, την προκάτοχό σου. Χίλιες φορές μια ξεχαρβαλωμένη Stratocaster από ένα χορταστικό -220 ιλουστρασιόν γραμμάρια!- εξώφυλλο μιας Βίβλου της μόδας, ένα κοντόγεισο fedora που ξέθαψες κάπου στο Πορτομπέλο από μια περίτεχνη περικεφαλαία της Anna Sui. Σαν τη Μος είσαι κι εσύ, όντως. Χα! Τώρα θυμήθηκα, πριν από 3 - 4 χρόνια που δεν ήταν και στα πολύ πάνω της, πέρασε κι απ’ το κρεβάτι του Αλμπερτ. Ladykiller ο καλός σου; Και σκαρώνει κολλητικά riffs στα τραγουδάκια των Strokes - είναι, βέβαια, πολύ «garage» το ροκ τους για τα γούστα μου.

ΟΚ, ξεκίνησα τις κατινιές. Σταματώ. Και παραδέχομαι ότι δεν έχω άλλα επιχειρήματα. Αλλά σ’ έχω ανάγκη. Εχω κουραστεί να ελίσσομαι στις κοινωνικές υποχρεώσεις ανάμεσα σε άτολμα κορίτσια, ενδεδυμένα τη «στολή εξόδου» - μαύρο μπούστο, ξεπλυμένο αξεσουάρ, μαύρο τακούνι. Με συνθλίβει ο ενθουσιασμός της ομήγυρης κάθε που ξεμυτίζω με skinny tie. Ωραίο το ν’ αρέσεις, βαρετό το να μη σε καταλαβαίνουν. Να μην καταλαβαίνουν γιατί τους αρέσεις. Ο Λεωνίδας φοράει ροζ παπιγιόν στους γάμους, ο Φοίβος στενό, μαύρο τζιν με μιλιτέρ τζάκετ στα dj sessions του, ο Θύμιος μαύρα Wayfarer με μυωπικούς φακούς πάντοτε. «Μα δεν είναι γκέι;» ρωτούν τα ίδια κοριτσόπουλα που με προσκαλούν το βράδυ στους Onirama ή για καφέ το επόμενο μεσημέρι στα πιο απρόσωπα απ’ τα κολωνακιώτικα στέκια. Ελεος πια με τη σεξουαλική καρατόμηση oποιουδήποτε ευφάνταστου στυλιστικά σκιρτήματος. Οχι, δεν είναι γκέι. Και να ήταν γκέι, θα πείραζε;

Το πρόβλημα δεν είναι στη διαχείριση της κυκλοφορίας σάρκας στα οπίσθια του καθενός. Το πρόβλημα είναι στους βαρετούς. Στις βαρετές. Στα κορίτσια που δεν τολμούν να πειραματιστούν μ’ ένα φλούο κοντό φόρεμα, να πειράξουν τα μαλλιά πέρα από το στάδιο «βαφή με το Wella που ξανθαίνει φέτος τη Ζησιμοπούλου», να στηρίξουν ποθητά βήματα πάνω σ’ έναν δωδεκάποντο γκρεμό. Εντάξει, υπάρχει κι ένας εσωτερικός πυρήνας, τις συναντώ στα ίδια μπαράκια που χορηγώ με τους τρεις σωματοφύλακες που σου έγραφα παραπάνω, αλλά είναι όλες του χώρου: στυλίστριες, συντάκτριες, φωτογράφοι. Οπως και οι Αθως, Πόρθος και Αραμις. Οταν ο DJ βάζει Fleet Foxes, δεν ρωτούν «τι είναι τώρα αυτό;». Μπαινοβγαίνουν κάθε τόσο στο myspace της Bat For Lashes και της Russian Red, κατέβασαν αμέσως Polly Scattergood με το που τους ψέλλισα με δέος το όνομα. Και δεν θα μου στείλουν ποτέ SMS μετά τα μεσάνυκτα του Σαββάτου «έλα στον Ρέμο, χαμός!» φορώντας μαύρο κολλητό μίνι φόρεμα -κωδικός βυζί-μπούτι. Αλλά αναζητώ μια Αγκνες Ντέιν που να μην ξέρει τι εστί περιοδικό. Θα βρω!

Φιλιά στον Άλμπερτ.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Απριλίου)