
...που άφησα πίσω μου μια κολασμένη εβδομάδα, που τακτοποίησα μερικές από τις εκκρεμότητες που είχα αφήσει για το Σάββατο πρωί, που με το στομάχι γεμάτο γουργουρίζω στον καναπέ, διαβάζοντας περιοδικά και βλέποντας σαχλαμάρες στην τηλεόραση, μπορώ επιτέλους να απαντήσω
σ' αυτόν τον ηλίθιο του Ριζοσπάστη και όλους τους ηλίθιους κριτικούς κινηματογράφου που νομίζουν ότι κάνουν κριτική στο Vicky Cristina Barcelona και επί της ουσίας απλώς περιγράφουν την υπόθεση*. Δεν είμαι καλύτερος, φυσικά - αλλά εγώ δεν πληρώνομαι για να αναλύω ταινίες. O λόγος, λοιπόν, για να είμαι ειλικρινής, που από το προπερασμένο Σάββατο (εκείνο της Μαντόνα, αν θυμάται κανείς) δεν έχω γράψει ακόμα τη γνώμη μου για το Vicky Cristina Barcelona, δεν είναι ότι είχα πάρα πολλή δουλειά και δεν προλάβαινα, αλλά ότι, δεν ήμουν σίγουρος ποια είναι η γνώμη μου. Οι φίλοι μου που πηγαίνουν στα κινηματογραφικά φεστιβάλ του κόσμου με είχαν προϊδεάσει για κάτι διαφορετικό, επιστρέφοντας από τις Κάννες - μου έλεγαν ότι πρόκειται για μια χαριτωμένη, ανάλαφρη και δροσερή κομεντί που κυλά ευχάριστα. Όταν άναψαν τα φώτα, δεν είχα την ίδια άποψη - ναι, η φωτογραφία ήταν υπέροχη και ναι, το καστ είναι μοναδικό και ναι, η Πενέλοπε Κρουθ που εμφανίζεται στη μέση της ταινίας για να την πάρει όλη πάνω της δίνει μια από τις ερμηνείες της χρονιάς και ναι, η Ρεμπέκα Χολ (η "Βίκυ") είναι ένα διαμάντι και ναι, δεν μπορώ ποτέ να πω κακή κουβέντα για τη Σκάρλετ και ναι, η Βαρκελώνη είναι μια μαγευτική πόλη, αλλά... αυτά που με ενόχλησαν είναι περισσότερα. Με εκνεύρισε πολύ η τουριστική ματιά στα πράγματα. Με εκνεύρισε περισσότερο αυτό το συνεχές φλύαρο voice over, που μας κάνει νιανιά όχι μόνο αυτά που βλέπουμε (τι κάνουν οι ήρωες) αλλά κι αυτά που νιώθουν, δηλαδή αυτά που θα έπρεπε να ερμηνεύουν. Κυρίως όμως, με εκνεύρισε το ότι, σε μια ταινία γεμάτη συναισθηματικές εξάρσεις, με ηρωίδες που αναζητούν κάτι που θα τις συνταράξει, με πάθος, τσακωμούς και εκρήξεις, ένιωθα ότι βλέπω κάτι τελείως επίπεδο. Σαν να μην συμβαίνει τίποτε από αυτά στ' αλήθεια. Και θύμωσα με τον σκηνοθέτη, θεώρησα, όπως ο γελοίος του Ριζοσπάστη, πως το 'χει χάσει, πως επιστρέφει στα ίδια θέματα χωρίς να έχει κάτι να πει. Και μετά, άρχισα να συζητάω για την ταινία - γιατί τι νόημα έχουν οι ταινίες, αν δεν τις συζητάς; Και άκουσα μια άποψη που μου απέδειξε πόσο ηλίθιος είμαι. Ναι, ο Γούντι Αλεν επιστρέφει στα ίδια και τα ίδια θέματα - μόνο που τώρα είναι πιο πικρός και πιο απαισιόδοξος, μόνο που τώρα στις ταινίες του δεν υπάρχει κάθαρση. Το Vicky Cristina Barcelona είναι φλατ και στερείται αληθινού συναισθήματος, όχι γιατί ο ίδιος είναι ανίκανος να το αφηγηθεί, αλλά γιατί οι ήρωές του δεν το διαθέτουν στ' αλήθεια. Και αυτό είναι η καλύτερη απόδειξη ότι ο τύπος "το 'χει ακόμα", μιλάει γι' αυτό που συμβαίνει γύρω μας, για μας, που περιφερόμαστε σαν τουρίστες στις ζωές μας, απρόθυμοι να ξεφύγουμε από τον ρόλο που έχουμε αποφασίσει να παίξουμε - ακόμα κι αν λέμε ότι θέλουμε κάτι άλλο. Έχω βαρεθεί να βλέπω γύρω μου τέτοιες περιπτώσεις, γι' αυτό και κατά κανόνα το βουλώνω - μήπως και διατηρήσω ένα ελάχιστο αυτοσεβασμού.

Δύο εβδομάδες μετά την προβολή, το μόνο που δεν έχω συγχωρήσει ακόμα στον Γούντι Άλεν είναι το ότι θεωρεί ότι η παλιά τζαζ είναι καλή μόνο για το περιβάλλον της Νέας Υόρκης. Στις "λονδρέζικες" ταινίες του χρησιμοποίησε ως επένδυση παλιές ηχογραφήσεις από άριες - ή πρωτότυπη μουσική του Φίλιπ Γκλας -, ενώ τώρα σ' ολόκληρη την ταινία ακούγεται συνεχώς το ίδιο χαριτωμένο τραγουδάκι και κάτι εκνευριστικές σπανιόλικες κιθάρες - τη στιγμή που θα μπορούσε να πετύχει ένα σαφέστατα καλύτερο αποτέλεσμα αν έβαζε
κάποιο κομμάτι του Τζάνγκο Ράινχαρντ, το Billets Doux, ας πούμε... 
*ο μόνος που ξέφυγε από την περιγραφή της υπόθεσης και διατύπωσε μια θεωρία, ήταν ο Δανίκας στα "Νέα", αλλά κι αυτώς, απλώς έγραψε μερικές μπούρδες για το σεξ, προφανώς ξελιγωμένος από τη γνωστή σκηνή...
