24 Νοε 2013

Moonface - Julia With Blue Jeans On

Moonface
Julia With Blue Jeans On
(Νοέμβριος 2013)


Το ταλέντο του Spencer Krug ήταν αδιαμφισβήτητο ούτως ή άλλως. Αν μπορούσες να εντοπίσεις ένα πρόβλημα στη μουσική του προσφορά, ήταν η αδυναμία του να επιλέξει ένα συγκεκριμένο δρόμο. Να διαλέξει κατεύθυνση, να θέσει στόχους, να σε πάρει μαζί του σ’ ένα παιχνίδι με κανονάκια, checkpoints και βραβεία. Αλλά, εντάξει, δεν μπορούμε να κατακρίνουμε κάποιον επειδή αρνείται να παίξει το παιχνίδι της αγοράς.

Για όποιον δεν γνωρίζει το μυαλό πίσω από τους Sunset Rubdown, τους Wolf Parade, τους Swan Lake, τους Frog Eyes, δηλαδή τον κύριο Moonface, κατά κόσμον Spencer Krug, ένα καλό ξεκίνημα θα βρει εδώ. Για όποιον, πάλι, είναι εξοικειωμένος με τον μυθικό του κόσμο, τους δράκους και τους βασιλιάδες των στίχων του, και με τη μουσική του πολυπλοκότητα, τα δεκάδες όργανα, γυρίσματα, μπερδεμένες μελωδίες των τραγουδιών του, υπάρχει μια είδηση: Ξέχνα ό,τι ξέρεις και κάτσε να ακούσεις το “Julia With Blue Jeans”. Είναι εντελώς διαφορετικό από ό,τι άλλο έχει κάνει.

Στον πιο προσωπικό δίσκο που έβγαλε ποτέ, αφού ακούγεται μόνο η φωνή του και το πιάνο του, ο Spencer Krug ακούγεται σαν να είναι κάποιος άλλος. Τι έλεγα πιο πάνω για αδυναμία να διαλέξει κατεύθυνση; Να ‘τος πάλι, σε νέα ρότα, σε νέες θάλασσες, ανεξερεύνητες. Μόνο που αυτή τη φορά η επιλογή του είναι αναπάντεχη. Γιατί στο “Julia With Blue Jeans” κάνει δύο πράγματα που δεν έχει κάνει ποτέ στο παρελθόν: Απογυμνώνει τη μουσική του και γράφει για το πιο κλισέ θέμα απ’ όλα. Για την αγάπη.

Χρησιμοποιώντας το πιάνο με εντελώς διαφορετικό τρόπο απ’ αυτόν τον τετριμμένο που το έχουμε συνηθίσει στη σύγχρονη pop, πετυχαίνει να αντικαταστήσει τον γεμάτο από όργανα και εναλλαγές ήχο του παρελθόντος του με κάτι πιο μεγαλοπρεπές. Αποδεικνύει πως ο μινιμαλισμός, αυτός ο κακός που συνήθως ισοπεδώνει ακόμη και τους πιο σπουδαίους μουσικούς, μπορεί να γίνει ο καλύτερός του σύμμαχος.

Και μιλώντας σε δεύτερο πρόσωπο, σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του άλμπουμ, απευθύνοντας την σπάνιας δυναμικής ποίησή του σε μια φανταστική Julia, δημιουργεί κάτι σαν concept δίσκο, μια ιστορία αγάπης, συγκαλυμμένη, μια ιστορία του ενός κομματιού που δεν ολοκληρώνεται ποτέ αν δεν ενωθεί κάποτε με το έτερόν του ήμισυ.

Ο Moonface μας συστήνεται ως βάρβαρος στο επιβλητικό κομμάτι με το οποίο ανοίγει το άλμπουμ. Αλλά σύντομα αφήνει το πρώτο ίχνος των ευαισθησιών του. “I am a barbarian. But sometimes, I’m a lamb, I’m just a lamb, when I recall how I asked you where you want to be buried, and you asked me the name of the town where I was born.” Δύο, μόλις τραγούδια πιο κάτω, επανέρχεται ακόμη πιο ευάλωτος. Στο “Barbarian II” o χειμώνας αρχίζει και γίνεται άνοιξη. Οι στίχοι επαναλαμβάνονται αλλά ήδη ακούγονται να λένε κάτι εντελώς διαφορετικό.

Ο βάρβαρος δεν θα σπάσει, βέβαια, εύκολα. Πότε κυνικός, πότε κομπορρήμων, ζωγραφίζει φανταστικές εκστρατείες στο πιάνο του, αποφεύγοντας να τελειώσει οποιοδήποτε κομμάτι με τον τρόπο που το ξεκινά. Σαν να δηλώνει ότι δεν θα ριζώσει κάπου. Ότι θα παραμείνει ελεύθερος. Ελεύθερος να ταξιδέψει, να τραφεί με αίμα, να ξεχάσει ότι μπορεί να έχει και αισθήματα. Και ξαφνικά, τυπικός Spencer Krug στις προθέσεις του, αναπάντεχος Moonface στο αποτέλεσμα, παγιδεύεται στη μέση του άλμπουμ στο πιο βαθύ, ερωτικό, καθάριο τραγούδι που έχει γράψει ποτέ. Το “Julia With Blue Jeans On” προκαλεί δάκρυα στον ανυποψίαστο ακροατή –και μουσικά επαναφέρει μνήμες από είδη μουσικής που πια έχουν σβήσει.

Μα ο βάρβαρος επανέρχεται αμέσως μετά, πηδώντας πολλά κεφάλαια μιας συνηθισμένης ερωτικής σχέσης, για βρωμίσει με ειρωνεία και κυνισμό –τουλάχιστον στα λόγια– ό,τι έχτισε με το προηγούμενο τραγούδι. “I regretfully withdraw my offer to try to improve myself” είναι οι πρώτες κουβέντες του “Love The House You’re In”, του κομματιού που πιθανότατα θα σου τραβήξει περισσότερο το ενδιαφέρον στην πρώτη ακρόαση.

Σε κάθε μία από τις επόμενες, πάντως, θα αποκτάς και διαφορετικό «αγαπημένο» τραγούδι. Τη μία θα σε συνεπαίρνει το επικό “Barbarian”, την επόμενη το σινεματικό “Your Chariot Awaits”. Μετά θα αναλάβει το βγαλμένο από μιούζικαλ “November 2011” ή το μυστικιστικό “Everyone is Noah, Everyone is the Ark”. Στο “Dreamy Summer” θα ανακαλύψεις τον Claude Debussy να κατευθύνει τα δάκτυλα του Krug πάνω στο πιάνο, στα “First Violin” και “Black is Back in Style” όλη του η κλασική μουσική παιδεία θα αποτυπωθεί με μαγικές πινελιές πάνω στο εβένινο ταμπλό του.

Κι ενώ όλα τα στοιχεία εδώ μέσα θα σ’ έκαναν να μιλήσεις για μελαγχολία ή ρομαντισμό, τελικά δεν το κάνεις. Γιατί ο Krug, ως Moonface, κατορθώνει να μην επιτρέψει στην ένδεια των μουσικών οργάνων να περιορίσει το εύρος των συναισθημάτων με τα οποία μπορεί να σε γεμίσει. Το “Julia With Blue Jeans On” είναι πάντως πολύ δύσκολα συγκρίσιμο με οποιαδήποτε δουλειά που μας παρουσίασε στο παρελθόν. Μπορεί να σου γεννά παρόμοιο πλήθος εικόνων και να σε κάνει να νιώθεις εξίσου πολλά πράγματα, αλλά το κάνει με άλλο τρόπο. Κάθε φορά που το ακούω, το θεωρώ όλο και πιο μεγαλειώδες.

Το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι ότι ο Krug εδώ μοιάζει να παίρνει μια σημαντική απόφαση για το τι θέλει να κάνει με τη μουσική του. Αν δεν είναι απλά ένα ακόμη από τα σοκάκια που διάλεξε στην τύχη, αυτό του “Julia With Blue Jeans On” θα τον οδηγήσει σε έναν όλο και πιο ευρύ, πιο φωτισμένο δρόμο. Θα τον οδηγήσει σε ένα μεγαλύτερο πλήθος ακροατών, θα τον βοηθήσει να γράφει όλο και πιο εύληπτα, όλο και πιο κατανοητά, χωρίς να χάνει την μοναδικότητά του. Προς το παρόν, πάντως, έχει φτιάξει το καλύτερο άλμπουμ μιας σπουδαίας μουσικά χρονιάς. Τουλάχιστον.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

Δεν υπάρχουν σχόλια: