(Και βασικά: ποια στον πούτσο ήταν η Έρικα;)
27 Οκτ 2011
Στο μεταξύ η "Erika" είναι εντελώς γελοίο τραγούδι...
(Και βασικά: ποια στον πούτσο ήταν η Έρικα;)
25 Οκτ 2011
Το ένα έφερε το άλλο...
Πρώτα είδα αυτό. Και με ερέθισε.
Omaha Bitch - Dancing Cyprine
Πάρε νά 'χεις!
Με ερέθισε -τι άλλο;- η μουσική του. Έτσι, έψαξα να βρω ποιος την είχε γράψει. Κατέληξα σε ένα όνομα που δεν είχα ακουστά, αλλά το βρήκα πανέξυπνο: Omaha Bitch.
Και μετά είδα αυτό:
Omaha Bitch - Dancing Cyprine
24 Οκτ 2011
Καντάφι εσύ σούπερ σταρ
Ένας λόγος για τον οποίον ποτέ δεν με ενθουσίαζε η έννοια της επανάστασης είναι όλη αυτή η βία που περιέχεται μέσα της. Θα με χλευάσουν, υποθέτω, πολλοί και θα μού θυμίσουν πως χωρίς τις επαναστάσεις καμμία μεγάλη αλλαγή δεν θα είχε συμβεί σ' αυτόν τον κόσμο. Αλλά όχι. Θα επιμείνω κι εγώ. Οι επαναστάσεις είναι απλά το ξέσπασμα μιας μεγάλης αλλαγής που έχει ήδη συμβεί. Είναι το σύμβολο που θα θυμάται η Ιστορία για πάντα, είναι η ημερομηνία που έχουμε ανάγκη για να αναφερόμαστε σε κάτι, τα λίγα πρόσωπα που πρέπει να συμβολίσουν -χάριν συντομίας- κάτι που ολοκληρώθηκε με τις προσπάθειες, τις απόψεις, τα όνειρα εκατομμυρίων άλλων. Θεωρώ, δηλαδή, ότι όταν κάτι δεν πηγαίνει καλά σε ένα οικοσύστημα, το ίδιο το οικοσύστημα το αλλάζει ή το αποβάλλει. Μπορεί με μια επανάσταση η διαδικασία αυτή να επισπευσθεί, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι η αλλαγή δεν θα γινόταν έτσι κι αλλιώς ή ότι τώρα έγινε με τον καλλίτερο τρόπο. Γενικώς, θεωρώ ότι η βία είναι ο χειρότερος των τρόπων.
Μεγάλωσα την δεκαετία του '80 στην Ελλάδα του Αντρέα και των φίλων του, σε μια χώρα μ' ένα παράδοξο τρόπο ανάπτυξης και με μια ιδιαίτερη αντίληψη για την εξωτερική της πολιτική, την εσωτερική της κουλτούρα και της ενδοκοινωνικές σχέσεις των πολιτών της. Ως εκ τούτου, τα σύμβολα της ποπ κουλτούρας μου έπιαναν από πολλούς διαφορετικούς τομείς -και ήταν, τα περισσότερα, κάπως trash. Όταν βγήκα από την εφηβεία, κατάφερα μόνος μου και απαλλάχθηκα από κάποιες από τις εικόνες που μού έμοιαζαν συμπαθείς στα '80s, αλλά σίγουρα όχι από όλες. Ίσως γι' αυτό πειράχθηκα κάπως από το τέλος του Μουαμάρ Καντάφι. Δεν με πείραξε, ας πούμε, καθόλου η δολοφονία του Μπιν Λάντεν, κι ας ήταν μια βίαιη διαδικασία κι αυτή. Δεν με πείραξε, αφενός γιατί ο αρχηγός της Αλ Κάιντα ήταν καταζητούμενος εδώ και χρόνια κι άρα κάποια στιγμή έπρεπε να τελειώνει το παραμύθι του -και το μόνο τέλος ήταν αυτό ακριβώς που τον βρήκε-, αφ' ετέρου γιατί ο Μπιν Λάντεν χώθηκε βίαια στη ζωή μου τον Σεπτέμβριο του 2001, όχι ως μια εικόνα με την οποία μεγάλωσα, αλλά ως ένας εφιάλτης που άλλαζε με μιας δεκάδες πτυχές της καθημερινότητάς μου (όπως το ότι για 2-3 χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου μού έκαναν απίστευτους ελέγχους στα αεροδρόμια του εξωτερικού, απλά και μόνο επειδή ήμουν μαυριδερός με μούσι). Αλλά με τον Καντάφι ήταν αλλιώς. Δεν αμφισβητώ ότι ήταν ένας στυγνός δικτάτορας για τον ίδιο του το λαό -απλά θυμίζω πώς οι τωρινοί εκτελεστές του ήταν οι αποθεωτές του πριν 30 χρόνια. Και πάντα με σαγήνευε το εκπληκτικό πόκερ που κατάφερνε κι έπαιζε με τις κυβερνήσεις της Δύσης, χρησιμοποιώντας το μοναδικό -αλλά πολύ δυνατό χαρτί- που τού παρείχε η έρημος που είχε για πατρίδα -το πετρέλαιο. Φοβάμαι δηλαδή πως με τον Αλλάχ, αντί του Καντάφι, στην κορυφή του κράτους, το μέλλον της Λιβύης θα είναι περισσότερο δυσοίωνο. Και δεν έχω καμμία ελπίδα ότι ο επόμενος ηγέτης θα είναι κάποιος καλλίτερος του στυγνού δικτάτορα που τώρα βρίσκεται ξαπλωμένος στο ψυγείο ενός χασάπικου στην Σίρτη, έκθεμα για φωτογραφίες από παλιά κινητά με κάμερες 320Χ320 pixels.
Αλλά το θέμα μου εδώ δεν είναι να κάνω τον δικηγόρο του μακαρίτη. Ας πρόσεχε, ας έδειχνε λιγότερη αλαζονεία, ας μην τα είχε χάσει τόσο -ας φερόταν στο λαό του κάπως καλλίτερα, στο κάτω κάτω της γραφής. Το θέμα μου είναι η αξία της επανάστασης. Και η αναγωγή της ιστορίας του Καντάφι σ' αυτά που συμβαίνουν εδώ. Φοβάμαι, δηλαδή, πως η βίαιη εκρίζωση της Ελλάδας του '80, της Ελλάδας του Αντρέα (γιατί αυτή είναι η Ελλάδα στην οποία ζούμε σήμερα, αυτό είναι το δράμα μας, αυτό είναι το απόστημα που το οικοσύστημά μας προσπαθεί να αποβάλλει με κάθε τρόπο) θα έχει περισσότερα αρνητικά απ' ότι θετικά, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον. Θα προτιμούσα όλα αυτά που θα αλλάξουν στην Ελλάδα να γίνονταν με ομαλό τρόπο, με την συνειδητοποίηση από μέρους των λίγων ότι τα προνόμιά τους πια δεν μπορούν να κατατρύχουν τους πολλούς. Αλλά αυτό δεν θα συμβεί. Βρισκόμαστε πια στο σημείο της απόλυτης αντίστασης. Οι απεργίες των σκουπιδιάρηδων είναι ο Καντάφι στο καταφύγιο με τα ανούσια και γραφικά διαγγέλματά του, το πογκρόμ που θα γίνει σε λίγο στο Δημόσιο θα είναι ο όχλος που κλωτσάει τον ετοιμοθάνατο ηγέτη πάνω στο αγροτικό Toyota.
Ναι, γι' αυτήν την επανάσταση γράφω εγώ -δεν θέλω καν να έχω στο νου μου την άλλην, που οραματίζονται οι ελαφροΤσίπρες αυτής της χώρας (την λένε και "εμφύλιο" και γεμίζει το στόμα τους). Αυτήν την επανάσταση εννοώ, που πια μού φαίνεται αναπόφευκτη. Θα κάνω το παν για να μην πάρω το κινητό μου να φωτογραφηθώ στο χασάπικο με το πτώμα της παλιάς Ελλάδας, αλλά δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω. Γιατί στις επαναστάσεις, όλοι βγάζουμε το κτήνος από μέσα μας. Και ο άνθρωπος για τον άνθρωπο είναι λύκος. Μια αφορμή ψάχνει μόνο.
14 Οκτ 2011
Η νεκρολογία του χαμένου σου lifestyle
"Τι θα γράψεις για τον Στιβ Τζομπς;". Με ρωτούσε πολύς κόσμος όταν πέθανε. Προφανώς επειδή γνώριζαν την έφεση του blog στις νεκρολογίες -και την δική μου εμπάθεια προς τα προϊόντα της Apple. "Δεν έχω να γράψω κάτι", απαντούσα. Όχι γιατί δεν είχα να πω κάτι σημαντικό για έναν τόσο μεγάλο οραματιστή της τεχνολογίας, αλλά γιατί σίγουρα κάποιοι άλλοι, λάτρεις και των αντικειμένων που πουλούσε, θα το έκαναν καλλίτερα. Δεν ήμουν ποτέ οπαδός του, θα ήταν δύσκολο να γράψω ένα κείμενο με συναίσθημα απλά "επειδή πρέπει".
Μετά πέθανε ο Νικόλας Γιγουρτάκης. Και ξάφνου μού ήλθαν στο νου πέντε πράγματα που θά 'θελα να γράψω για το χαμό του Τζομπς. Ο ένας θάνατος συμπλήρωσε τον άλλον. Και οι δύο μαζί πρόσθεσαν κι άλλα κομμάτια στο καθημερινό παζλ της σήψης.
Δεν τους ήξερα τους ανθρώπους, θα ήταν άδικο να πω κάτι εναντίον τους. Και εντελώς άκυρο την στιγμή που οι δικοί τους πενθούν το χαμό τους. Αυτό που ήξερα και για τους δύο ήταν το τι συμβόλιζαν στην Ελλάδα. Ο Τζομπς δεν ήταν ο οραματιστής που έδωσε στον κόσμο τον προσωπικό υπολογιστή, το ποντίκι, την αισθητική στην κάποτε εντελώς ακαλαίσθητη τεχνολογία, που άλλαξε τον τρόπο που ακούμε μουσική, που αναζωογόνησε την τέχνη του κινουμένου σχεδίου και επαναπροσδιόρισε τη σχέση μας με το Internet, βρίσκοντας τον τρόπο να μας κάνει να το έχουμε όντως ανάγκη παντού και πάντοτε -όχι μόνο όταν έχουμε μπροστά μας έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Όχι, ο Τζομπς δεν ήταν τίποτε από τα παραπάνω. Ήταν όμως αυτός που έφτιαξε το iPhone. Το απόλυτο σύμβολο του Νεοέλληνα.
Για τον Γιγουρτάκη, πάλι, φαντάζομαι ότι αν τον πλησίαζε ο Χάρος το προηγούμενο βράδυ και τού έλεγε: "Αύριο θα έλθω να σε πάρω, αλλά θα σου κάνω μια τελευταία χάρη: Θα σε γλιτώσω από τα δακρύβρεχτα, υποκριτικά ρεπορτάζ του Star και από τις ανόητες νεκρολογίες στα κουτσομπολάδικα, αν το θες -και θα περιορίσω τις αναφορές μόνο στις επιχειρηματικές σελίδες των εφημερίδων. Ξέρεις, ότι ήσουν ικανός στη δουλειά σου, ότι έστησες ένα μαγαζί που τα πήγαινε καλά τόσα χρόνια κλπ", μάλλον ο μακαρίτης θα του έλεγε "ΟΚ". Θα ήθελε κι αυτός να γλιτώσει -φαντάζομαι- τις αναφορές στα γρήγορα αυτοκίνητα, τις όμορφες μπίμπο, τις φάρσες και τις αλητείες, την εύκολη μαγκιά και την αδυναμία να τού λένε "όχι" -ως ενδείξεις ενός υπέροχου χαρακτήρα, όπως παρουσιάζονται αυτές τις δύο μέρες από παντού.
Έπιασα τον εαυτό μου να θλίβεται για το σύμπαν γύρω μου όταν συνειδητοποίησα ότι οι ίδιες γκόμενες που κολλάνε post-it με υπενθυμίσεις στο πίσω μέρος του iPhone τους, που συνεχίζουν να στέλνουν SMS στον καιρό του WhatsApp, που η μοναδική εφαρμογή που ανοίγουν στο τηλέφωνο είναι το Angry Birds, αφού πρώτα έκαναν το καθήκον τους να ποστάρουν στο status τους στο Facebook ένα "R.I.P. Steve Jobs 1955-2011" για να δηλώσουν πως δεν έμειναν αμέτοχες στον διαγωνισμό για το πιο trendy smartphone, πέρασαν μετά κι απ' την σελίδα - βωμό του Νικόλα Γιγουρτάκη για να αφήσουν κι εκεί ένα ψηφιακό δάκρυ. Έσπευσαν να συνδεθούν με το οξυζενέ σύμπαν που μοιρολογεί υποκριτικά για έναν άνθρωπο που δεν γνώριζε καν. Για ένα ομορφόπαιδο του οποίου ζήλευε τα κάμπριο, τις ξανθιές και το ότι απαιτούσε τα πάντα (και σε αντίθεση με τους άτολμους, μέτριους γύρω του, τα έπαιρνε κιόλας).
Βυθισμένη, λοιπόν, βρέθηκε ξαφνικά μια κάποια Ελλάδα στο πένθος. Θα ήταν αδύνατον να χάσει το trend. Να μην λυπηθεί για τον Τζομπς (και να μην αγχωθεί και λίγο για το επόμενο iPhone), να μην λυπηθεί για τον Γιγουρτάκη που ήταν τόσο σημαντικό γι' αυτήν να μπορεί να λέει ότι τον ξέρει, ότι ήταν φίλος της, ότι κάποτε είχαν χορέψει σ' ένα πάρτυ μαζί, όταν περπάτησαν μια νύχτα στην ίδια πίστα μ' εκείνον, την Χριστίνα Κολέτσα και την Τζούλια Αλεξανδράτου. Και ότι πρόλαβε και τους έβγαλε φωτογραφία. Με το iPhone της.
(Το πρόβλημα είναι ότι δεν είμαι και πολύ σίγουρος πως εκτός από αυτήν την μια κάποια Ελλάδα, υπάρχει και καμμιά άλλη...)
10 Οκτ 2011
Αυτόν τον μήνα τα ηχεία παίζουν: Bjork, Beirut, Dum Dum Girls κ.α
![]() |
Για ποιον στήνει κώλο η Λάνα ντελ Ρέι; |
Ο Σεπτέμβριος ήταν πάντα μήνας μεγάλων αλλαγών για μένα. Από τότε που γεννήθηκα. Ίσως επειδή γεννήθηκα Σεπτέμβριο. Και η μετάβαση από το "μηδέν" στο "είναι" αν μη τι άλλο είναι τεράστια αλλαγή. Αλλά ας αφήσουμε κατά μέρους αυτά τα σαρτρικά γιατί ο σκοπός μου δεν ήταν να προσδώσω βάρος στις γραμμές που ακολουθούν. Ήθελα απλά να γκρινιάξω για το πόσα πολλά πράγματα μαζεύτηκαν γύρω μου (και πάνω μου) τον μήνα που έφυγε. Και να παινευτώ για την απεριόριστη προσαρμοστικότητά μου -σε τούτους τους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε με έσωσε για μία ακόμη φορά απ' την κατάθλιψη και τη μιζέρια. Ναι, με απλά ελληνικά: Πήζω. Αλλά πήζω ακούγοντας νέες και υπέροχες μουσικές (για τις οποίες, βέβαια, δεν βρίσκω χρόνο να γράψω). Δεν θα τις ξεπετάξω συνοπτικά όπως έκανα με την συγκομιδή του καλοκαιριού. Θα ζητήσω από την ανερχόμενη ιέρεια του χιψτερισμού Λάνα ντελ Ρέι μια αποκλειστική πόζα σαν την παραπάνω, θα οπλισθώ με υπομονή και θα ξεκινήσω το παραμύθι μου. Αν βαρεθώ, θα το συνεχίσω σε άλλο post. Αλλά αυτά που πρέπει να γραφούν, θα γραφούν...
John Maus
We Must Become the Pitiless Censors of Ourselves
(Απρίλιος 2011)
Η μουσική του είναι σαν εκείνες που έπαιζα πιτσιρικάς με τα φοβερά και τρομερά γκρίζα σύνθι της Yamaha που είχαν κάτι φίλοι μου. Ρύθμιζα το drum machine και μετά οργίαζα με τα reverb και τα λοιπά φιλτράκια, πληκτρολογώντας όχι μόνο νότες, αλλά ολόκληρα μυθιστορήματα παραμορφωμένων ήχων. Τα φωνητικά του είναι βγαλμένα από κάποιον μεθυσμένο διαγωνισμό καραόκε. Και οι στίχοι του περιέχουν την ξιπασιά που περιμένεις να βρεις σε κάποιον που συνεργάζεται με τον Ariel Pink, τον Panda Bear και τους Animal Collective. Γενικώς, το άλμπουμ κουβαλάει πάνω του μια ανυπόφορη "πιτσφορκιά", τέτοια που με καθυστέρησε μισό χρόνο από το να το πάρω στα σοβαρά.
Λάθος μου. Γιατί μπορεί μεν να μού είναι εξαιρετικά δύσκολο να το ακούω στο repeat ή να το χωρέσω σ' αυτά που θα συμβολίζουν για πάντα του 2011 μου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι ένας δίσκος με σπάνιες αρετές. Χωρώντας το αποστασιοποιημένο μεγαλείο του Ντέιβιντ Μπάουι και την χαοτική απλοϊκότητα των Joy Division στο ίδιο καζάνι με ηλεκτρονικούς ήχους βγαλμένους από κονσόλα της Konami στην δεκαετία του '80, ο Τζον Μάους καταφέρνει να ξεχωρίζει -αν μη τι άλλο για το θάρρος του. Και το "Cop Killer" (oυδεμία σχέση με το ομώνυμο των Body Count) είναι ο ηλεκτρονικός ύμνος της χρονιάς.
John Maus - Cop Killer

Only In Dreams
(Σεπτέμβριος 2011)
Δεν είχα διστάσει να καταδικάσω το ντεμπούτο τους στα τάρταρα του "Πο Πο Culture!" με δυόμισι μόνο αστεράκια, λόγω χαοτικότητας και ακατέργαστης μανίας. Αλλά ήδη από το ΕΡ τους φέτος την άνοιξη, είχα αλλάξει ρότα, βλέποντας πως τα κορίτσια έμαθαν να φτιάχνουν και κανονικά τραγουδάκια -από αυτά που ακούγονται. Το άλμπουμ τους είναι πιο δυναμικό σε σχέση με το ΕΡ, αλλά το ίδιο '60s. Είναι το ιδανικό soundtrack για τα πρωινά μου στον δρομο προς τη Λούτσα με το Freewave και τα πανιά φορτωμένα πάνω στ' αμάξι. Δεν είναι τίποτε το απίστευτο, κάτι που δεν έχουμε ξανακούσει ποτέ, κάποιο αναπάντεχο αριστούργημα. Αλλά είναι καλοδουλεμένο και περιέχει 4-5 κομματάκια που είναι γραμμένα για να κάνουν σαρωτικό χιτ (στις πίστες; -το λέμε ακόμη αυτό;). Είναι lo-fi 60's pop που έγινε surf rock και που θέλει να γίνει μερικά πράγματα ακόμη, αλλά μέχρι τότε μας ξεγελάει με κομμάτια σαν το "Bedroom Eyes" που αναγκάζουν τα δακτυλάκια μας να ξαναπατάνε το play μόλις φθάνει στα τελευταία του δευτερόλεπτα. Και ξανά. Και ξανά...
Dum Dum Girls - Bedroom Eyes
Girls
Father, Son, Holy Ghost
(Σεπτέμβριος 2011)

Ήθελα κάποια στιγμή να προσπαθήσω να βγάλω ένα Top 10 της χρονιάς αποτελούμενο μόνο από κορίτσια. Νομίζω ότι θα τα κατάφερνα. Το 2011 είναι "θηλυκή" χρονιά. Θα χωρούσαν και οι Girls, βέβαια, λόγω ονόματος. Βγαλμένο από την πιο άγρια φαντασία των Belle & Sebastian, το δεύτερό τους άλμπουμ περιέχει αυτά το πανέμορφα, απλά, soft-rock τραγουδάκια που ώρες ώρες ξεγλιστρούν σε ένα πηγαίο τζαμάρισμα και που κάποιες άλλες φορές τείνουν προς ένα πομπώδες stoner - prog rock. Μια αυθεντική ροκ μπάντα (με όλα τα "κακά" που κουβαλάει το "αυθεντικός" δίπλα στο "ροκ" -τα ναρκωτικά δηλαδή) από αυτές που σπανίζουν στις μέρες μας.
Girls - Vomit

Harry Up, We’ Re Dreaming
(Οκτώβριος 2011)

Λιγότερο Brian Eno και περισσότερο Cocteau Twins απ’ ότι μέχρι τώρα, λιγότερο shoegaze και περισσότερο danceable, λιγότερο εσωστρεφές και περισσότερο πιασάρικο, το νέο άλμπουμ των (του) Μ83 (Άντονι Γκονζάλεζ), απευθύνεται σ’ ένα ευρύτερο κοινό από τις προηγούμενες δημιουργίες τους, χωρίς όμως να γυρίζει την πλάτη στους πιστούς τους φαν. Συνεπές στις indie electro / ambient pop φόρμες του και με τα φωνητικά να παίζουν όλο και πιο κυρίαρχο ρόλο (με guest εμφανίσεις από καλλιτέχνες όπως η Zola Jesus), είναι ένα περίτεχνο κέντημα mainstream αποδοχής με απόκεντρες κλωστές. Εκεί που σε ζαλίζει γοητευτικά με catchy τραγουδάκια από αυτά που θα κάνουν ραδιοφωνική καριέρα, σου πετάει μετά μια α λα Animal Collective λούπα για τηλεμεταφορά σ’ ένα πειραματικό σύμπαν και μετά μια μπαλάντα με λίγη κιθάρα για το ξεκάρφωμα. Η συνταγή μοιάζει μαγική, αλλά δυστυχώς το πιάτο σερβίρεται λάθος. Σε ένα διπλό άλμπουμ με 22 κομμάτια, αναγκαστικά χωρούν και «σαπάκια». Αν έμενε στα μισά, ίσως μιλούσαμε για τον δίσκο της χρονιάς.
Bjork
Biophilia
(Οκτώβριος 2011)

Μια τεράστια παραφιλολογία είχε ήδη διαφημίσει αυτόν τον δίσκο σαν το μέλλον της μουσικής μήνες πριν ακουστεί έστω και μισή νότα από τα τραγούδια του. Η αιτία ήταν οι νέοι πειραματισμοί της νεράιδας από την Ισλανδία, αυτήν την φορά με το iPad και το iPhone. Το κρίσιμο ερώτημα όμως τώρα που το άλμπουμ υπάρχει εκεί έξω και δεν είναι πια μια απορία για το τι στο διάολο μηχανεύθηκε πάλι η ιδιοφυία της Bjork είναι αν η μουσική ακούγεται. Αν υπάρχουν τραγούδια που θα αγαπήσεις, όπως ήταν κάποτε το "Army of Me" ή το "Bachelorette" και τόσα άλλα.
Η απάντηση δεν μπορεί να έλθει άμεσα, με ένα "ναι" ή ένα "όχι". Η Bjork έχει αλλάξει στυλ εδώ και μια δεκαετία, ψάχνοντας για ήχους στα πιο παράξενα σημεία, σε μέρη που δύσκολα περιμένεις να σου δώσουν τραγούδια στο τέλος της ημέρας. Η μουσική της δεν είναι πρώτου επιπέδου, αλλά έχει το προτέρημα να μην είναι τόσο παράξενη όσο των υπολοίπων "πειραματιζόμενων". Ως εκ τούτου δεν είναι ποτέ δήθεν. Έχει πάντα κάτι να πει και το λέει -σε κάποιους αρέσει, σε άλλους όχι. Αλλά πάμε πίσω στην απάντηση. Ναι, υπάρχουν μερικά απίθανα τραγούδια στο "Biophilia" (π.χ. το ανατριχιαστικό "Mutal Core" που μπαίνει εύκολα μέσα στην πεντάδα με τα καλλίτερα κομμάτια που έχει γράψει στην 20χρονη καριέρα της. Και όχι, δεν είναι όλος ο δίσκος γεμάτος από τέτοια τραγούδια. Στη μισή του διάρκεια η Bjork κτίζει σιγά σιγά την ατμόσφαιρα της διαστημικής έκρηξης που σε συγκλονίζει στα άλλα μισά. Και το κάνει με την μαεστρία ενός συνθέτη του επιπέδου του Βάγκνερ, του Μπετόβεν ή του Ντεμπισί. Το έχω ξαναγράψει: Σε εκατό χρόνια από τώρα, όταν τα παιδάκια θα διδάσκονται μουσική του 20ου και του 21ου αιώνα, η Bjork θα είναι το πιο πολυσέλιδο μάθημα.
Bjork - Moon
ΤΙ ΑΛΛΟ ΑΚΟΥΣΑ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ:
Red Hot Chili Peppers – I’m With You: Ακόμη και να είχαν τον Φρουσιάντε στην σύνθεσή τους, και πάλι αμφιβάλλω αν θα κατάφερναν να ακουστούν περισσότερο δημιουργικοί απ’ ότι ακούγονται. Εμμένοντας στη μουσική που εισήγαγαν πριν πολλά χρόνια στον κόσμο, αλλά εκλαϊκεύοντάς την στο έπακρο και στερώντας την από νεανικά τεχνάσματα, μας παρουσιάζουν το χειρότερο άλμπουμ της καριέρας τους κι εμείς λέμε: κρίμα. Και: Δυόμισι αστεράκια / Jesse Sykes & The Sweet Hereafter – Marble Son: Ήμουν τόσο αδαής που δεν είχα καμμία απολύτως ιδέα για το παρελθόν της μπάντας. Και ομολογώ ότι στην αρχή δεν κατάλαβα καν ότι επρόκειτο για την και όχι τον Τζέσι Σάικς… Ίσως γιατί μαγεύθηκα από την γαλήνεια ψυχεδέλεια που βγάζει αυτή η εναλλαγή κιθάρας και keyboards στις country post rock μελωδίες τους. Τέσσερα αστεράκια / Brett Anderson – Black Rainbows: Μας συγκλόνισε με την απίστευτη ζωντανή εμφάνισή του παρέα με τους επανενοποιημένους Suede τον Σεπτέμβριο, αλλά στην σόλο καριέρα του επιμένει να μην εντάσσει καθόλου τους τόνους του ρομαντικού πρίγκηπα που έβαψαν τα δύο πρώτα άλμπουμ της μπάντας. Και στο “Black Rainbows” παραμένει γλυκερός κι ευχάριστος, αλλά κομματάκι αδιάφορος. Το καλλίτερο σόλο άλμπουμ του παραμένει το προ τριετίας “Wilderness”. Τρία αστεράκια / Fool’s Gold – Leave No Trace: Στα αγγλικά και όχι στα εβραϊκά πια, άρα πολύ πιο κατανοητά, τραγουδούν τα αφρο-μεσανατολικο-indie rock κομμάτια του, μ’ αυτό τα γήινο, χαρωπό στυλ που τόσο μας ενθουσίασε στον πρώτο τους δίσκο. Μόνο που δεν εμφανίζουν τίποτε καινούργιο και πρωτότυπο. Τρία αστεράκια / Mia Doi Todd – Cosmic Ocean Ship: Μια Σούζαν Βέγκα στο πιο απογειωμένο, μια St. Vincent στο πιο worldbeat, μια πιο χαρωπή και –βεβαίως- θηλυκή εκδοχή του Λέοναρντ Κοέν, η Μία Ντόι Τοντ μπλέκει μουσικές από όλον τον κόσμο σε ένα ντελικάτο στυλ που έχει ροκ και τζαζ στοιχεία και περιγράφει με όμορφους στίχους ιστορίες από τα ταξίδια της σε όλον τον κόσμο. Τριάμισι αστεράκια / Lana Del Rey – First Album: Με κάθε επιφύλαξη, γιατί δεν είμαι σίγουρος ότι τα κομμάτια που κυκλοφορούν στο Internet θα είναι όντως αυτά που θα παίξουν στο πρώτο της άλμπουμ, δηλώνω ότι καλή η εμφάνιση, αλλά χρειάζεται και κάτι παραπάνω για να γίνεις η νέα ιέρεια της indie κοινότητας. Ωστόσο, η ύπαρξη και μόνο του έπους που λέγεται “Video Games” (και που δεν περιέχεται στο πακέτο που έχω ως “First Album”, πολλαπλασιάζοντας τις υποψίες μου) υπόσχεται ένα υπέροχο μέλλον στο ξανθό κορίτσι με το παπίσιο μουτράκι (κακή πλαστική;). Δυόμισι αστεράκια / Beirut - The Rip Tide: Tώρα που μετρίασε κάπως τις τσιγγάνικες φιλοδοξίες του, ο Ζακ Κόντον κατάφερε να γράψει ένα προστιό, στρογγυλεμένο άλμπουμ με τόσες πολλές όμορφες στιγμές, που σε κάνει να αναρωτιέσαι προς τι ο λόγος για τόση υπερβολή στη μανιέρα στις προηγούμενές του δουλειές... Τριάμισι αστεράκια
Beirut - Santa Fe
(Σύντομα έπεται επική συνέχεια με Feist, St. Vincent, Zola Jesus, Wild Flag, Eleanor Friedberger κι άλλα αγαπημένα κορίτσια. Απλά δεν κρατιόμουν να βάλω την Bjork εδώ -αν και ταίριαζε περισσότερο στο επόμενο. Εσύ, τέλος πάντων, μείνε συντονισμένος.)
2 Οκτ 2011
28 Σεπ 2011
26 Σεπ 2011
Ματώνουν τα ματάκια μου...
Από το πρωί το παραπάνω status φιγουράρει στις σελίδες διαφόρων γνωστών μου στο Facebook. Σε πολλών. Δεν ξέρω αν πρέπει να τους σβήσω άμεσα από φίλους μου από ντροπή ή αν πρέπει να τους διατηρήσω ως μια αστείρευτη πηγή ξεκαρδιστικού γέλιου -ειδικά ότι συνεισφέρουν και οι δικοί τους γνωστοί με σχόλια σαν αυτό της φωτογραφίας.
22 Σεπ 2011
20 Σεπ 2011
Scarlett-Gate, Explained (fap, fap, fap, fap...)
Κανονικά θα έπρεπε να κάνω απλώς update σ' αυτό το post, αλλά όταν το ξαναείδα, δεν ήθελα να προσθέσω τίποτε. Αλλά κάποια στιγμή, έπρεπε και σ' αυτό το blog να γράψουμε όλη την αλήθεια για τις γυμνές φωτογραφίες της Σκάρλετ. Επειδή δεν έχουμε λόγια, όμως, προτιμήσαμε το υπέροχο - και καλόγουστο - animation που έκαναν οι καλοί συνάδελφοι της ταϊβανέζικης τηλεόρασης. Πραγματικά, ο τρόπος τους να εξηγούν τον κόσμο είναι υπέροχος.
Θα επανέλθουμε στο Scarlett-Gate - σε άλλο Post, φυσικά.
Θα επανέλθουμε στο Scarlett-Gate - σε άλλο Post, φυσικά.
16 Σεπ 2011
"When it all comes down, look for me and I'll still be around"
Σήμερα ο B.B. King έχει γενέθλια. Γίνεται 86 ετών. Ας το γιορτάσουμε ακούγοντας ένα από τα ομορφότερα τραγούδια του - ή, εν πάση περιπτώσει, το αγαπημένο μου από τα τραγούδια του.
Θα μου θυμίζει πάντα εκείνο το καυτό καλοκαιρινό βράδυ στον Λυκαβηττό ('91; '92; δεν είμαι σίγουρος). Ήταν η εποχή που αντιμετώπιζα τα μπλουζ τραγούδια ως φροντιστήριο, ΜΑΘΑΙΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΠΟ ΑΥΤΑ, φίλε - κι αυτό το μελό "εσύ εκεί να κάνεις τα δικά σου κι εγώ εδώ θα σε περιμένω βράχος να ακουμπήσεις, όταν όλα καταρρεύσουν" πολύ μού πήγαινε. Τόσα ήξερα.
15 Σεπ 2011
Στο "Πο Πο Culture!" στηρίζουμε το ελληνικό χέβι μέταλ
Nightfall - Astron Black
12 Σεπ 2011
Europe is our playground
Σορβόννη
Ήταν Φεβρουάριος του 1999, το Παρίσι παγωμένο, κι ένα ψιλόβροχο που μόλις ξεκινούσε μού ξύλιαζε ακόμη περισσότερο το πρόσωπο, καθώς ανέβαινα την Ρυ Σεν Ζακ για να στρίψω δεξιά στην Ρυ ντεζ Εκόλ και ξανά αριστερά στην Σορμπόν, να μπω για λίγο στο προαύλιο του πανεπιστημίου, που σ' εκείνο, το πρώτο μου ταξίδι χωρίς την υπόλοιπη οικογένεια στο Παρίσι, μού φάνταζε σαν ένα αξιοπρόσεκτο αξιοθέατο. Άκουγα μουσική από ένα παλιό walkman με κασέτα -τα MP3 είχαν μόλις αρχίσει να γίνονται το νέο μας αγαπημένο φορμά μουσικής και MP3 Players, σε τιμή που να μπορεί να τα αγοράσει κάποιος που μόλις είχε τελειώσει τη σχολή του και ετοιμαζόταν να πάει στο στρατό, δεν υπήρχαν ακόμη.
Άκουγα Suede. Το "Europe Is Our Playground" εκείνη την στιγμή. Και, καθώς έσερνα τα βήματά μου στους γλιστερούς δρόμους του Σαν Ζερμαίν, υποσχόμουν κάτι στον εαυτό μου: Εκείνο θα ήταν απλά το πρώτο από μια σειρά ταξιδιών που θα έκανα, αρχικά στην Ευρώπη, μετά στον κόσμο όλο -κι ας είχαν σωθεί κι οι τελευταίες μου οικονομίες για να φθάσω ως το Σαρλ ντε Γκωλ και να μείνω σχεδόν ένα μήνα στην Πόλη του Φωτός (όπου αργότερα μού έκλεψαν και το πορτοφόλι και επέστρεψα στην Αθήνα με 120 δραχμές). Ήθελα να γίνει και δική μου παιδική χαρά η Ευρώπη, δεν με χωρούσε η Ελλαδίτσα, ήθελα να ζήσω την πραγματική λάμψη των Suede και των μητροπόλεων όπου εκτυλίσσονταν οι ιστορίες τους, μαζί με τον ζοφερό ρομαντισμό της -όχι το κακέκτυπο των δικών μας enfants gâtés πίσω στα Βόρεια Προάστεια.
Ηλιούπολη
Είχα το προνόμιο να υπηρετήσω τη θητεία μου -μετά το 40ημερο της εκπαίδευσης- στην Αθήνα, στο Ανώτατο Συμβούλιο Αθλητισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, γιατί στα τέλη της δεκαετίας του '90 ήμουν στην Εθνική Ομάδα του Στίβου και ο στρατός διευκόλυνε τις προπονήσεις μας με κάθε τρόπο. Ήμουν όμως τραυματίας, ο πόνος χαμηλά στον κοιλιακό και αριστερά κάτω από τη βουβωνική χώρα με διέλυε -μπορούσα μόνο να τρέχω σε χαλαρούς ρυθμούς στο χόρτο, η πλήρης αποθεραπεία και οι δυνατές προπονήσεις έμοιαζαν τόσο μα τόσο μακρινές. Και μετά, πόσο δύσκολο θα ήταν να ξαναγυρίσω στο επίπεδο που ήμουν πριν, είχα μεγαλώσει κιόλας... Ο κόσμος που ήξερα, η ασφάλειά του, είχε πια χαθεί. Έπρεπε να διαλέξω ένα αύριο. Και δυσκολευόμουν. Ο πρωταθλητισμός με είχε κάπως βολέψει. Μού γέμιζε τις ώρες, τις μέρες, με έβαζε σε ένα πρόγραμμα. Τι υπήρχε μετά; Και, κυρίως, πώς θα έστηνα την ημέρα μου τώρα, τώρα που δεν είχα πια 6-7 ώρες προπόνηση και ύπνο από νωρίς;
Κατέβαινα στο ΑΣΑΕΔ 2-3 φορές την εβδομάδα, πολύ νωρίς. Είχα φτιάξει ένα CD για το αυτοκίνητο και η κίνηση στις επτά το πρωί ήταν πάντα ακριβώς η ίδια. Το "Every Monday Morning Comes" έπαιζε κάθε φορά που έφθανα στο φανάρι της Ηλιούπολης πριν στρίψω προς Ελληνικό. Και σχεδόν πάντα μού έφερνε δάκρυα στα μάτια. Και την αισιοδοξία που έλειπε απ' όλη την υπόλοιπη ζωή μου.
Γκάζι
Λίγο πριν ξεκινήσουμε για το Γκάζι, για την μπουζουκλερί που θα φιλοξενούσε τους Suede, συνειδητοποίησα κάτι πολύ απότομα. Με κατέλαβε εξαπίνης, αλλά δεν μου προκάλεσε κάποιο έντονο συναίσθημα. Το αντιμετώπισα κι αυτό με την ίδια απάθεια που αντιμετωπίζω πια τα πάντα. Δεν είχα πάρει είδηση ότι πέρασαν πια δεκαεπτά χρόνια από τότε που είχα ανακαλύψει τους Suede και τους είχα δώσει τον τίτλο της αγαπημένης μου μπάντας. Δεκαέξι από τότε που δεν κατάφερα να τους δω στο πρώτο τους αθηναϊκό live γιατί βρισκόμουν κάπου στην Τσεχία, σ' ένα κουλό, αξέχαστο ταξίδι που είχε προκύψει από το πουθενά. Δώδεκα από την ψιχάλα στο παγωμένο Παρίσι, έντεκα από τα δάκρυα του φαναριού της Ηλιούπολης. Είχαν περάσει πολλά χρόνια που οι Suede δεν ήταν πια η αγαπημένη μου μπάντα -κι ας παρακολουθούσα την σόλο καριέρα του Μπρετ Άντερσον και τις παραγωγές του Μπέρναρ Μπάτλερ. Σχεδόν μια ζωή. Έκανα τόσα ταξίδια από τότε. Άλλαξα τόσα πολλά στην καθημερινότητά μου. Πόσο αστεία ήταν τα άγχη του "Every Monday Morning Comes", πόσο ωραία υπόσχεση είχα δώσει στο "Europe Is Our Playground"...
Κατηφόρισα κάπως καθυστερημένος προς το Γκάζι, από την Εθνική. Είχε κίνηση -φαίνεται ο κόσμος φεύγει ακόμη για σαββατοκύριακα. Δεν αγχώθηκα στην ιδέα ότι θα έχανα το ξεκίνημα της συναυλίας. Τους είχα τελικά δει live κάποια στιγμή αργότερα και δεν ήταν και τίποτε το φοβερό. Η σκέψη μου ήταν αλλού: Στο ότι πάλι δεν αποφάσισαν απολύσεις στο δημόσιο, στο πόσο θα μου κόστιζε το χαράτσι στα ακίνητα, στα ταξίδια που δεν θα μπορούσα να κάνω πια, στα νέα άγχη για τη νέα ζωή που θα ξεκινούσε μετά τη νέα άρση σιγουριάς, τη νέα απώλεια ασφάλειας.
Όταν πας απροετοίμαστος για κάτι, κι αυτό το κάτι έλθει υπέροχο, το απολαμβάνεις πολύ περισσότερο απ' το αν πήγαινες γεμάτος προσδοκίες. Το χθεσινό live των Suede ήταν πραγματικά απίστευτο. Αναγεννημένοι, με τον Μπρετ Άντερσον -τον Ντόριαν Γκρέι, το ίδιο νέο, το ίδιο όμορφο όπως τότε- πιο προσιτό από ποτέ, έναν εκφραστικό γίγαντα του σύγχρονου ρομαντισμού σε μια πραγματικά σπουδαία ημέρα, να χώνεται μέσα στο κοινό και να ερμηνεύει άψογα όλα εκείνα τα ποιήματα που στιγμάτισαν τα '90s μας. Δεν ξέρω αν ήταν μια τελευταία δόση κοσμοπολιτισμού, πριν τη βουτιά στο Μεσαίωνα που προμηνύεται -ή αν ήταν ένα κάλεσμα για να αφήσω αυτήν την μίζερη πραγματικότητα και να ξαναπάω να παίξω στην παιδική χαρά μου, μακριά από εδώ. Ξέρω μόνο πως, όπως when every monday morning comes, στο φανάρι ένα δάκρυ έτρεξε στο μάγουλό μου.
(Η φωτογραφία από το χθεσινό live των Suede είναι του Θοδωρή Μάρκου. Περισσότερες εδώ.)
Y.Γ. Χθες, τουιτάροντας μερικές ατάκες από την συναυλία, έκανα δύο λάθη μέσα στον ενθουσιασμό μου. Ο σωσίας του Άντονι -and the Johnsons- δεν ήταν, εννοείται, ο Μπέρναρ Μπάτλερ, ο οποίος παραμένει στυλάκι αλλά και εκτός μπάντας, αλλά ο Ρίτσαρντ Όουκς που μεγάλωσε άσχημα. Και το κομμάτι -"παύση"- στη μέση της συναυλίας, για να ξεκουραστούν λίγοι οι μουσικοί, δεν ήταν το "Where The Pigs Don't Fly", αλλά το "To The Birds". Αμφότερα είναι λατρεμένα b-sides τους και μπέρδεψα τους τίτλους. Και γράφοντας αυτήν την παρένθεση, συνειδητοποιώ ότι για καμμιά από τις επόμενες "αγαπημένες μου μπάντες" δεν θυμάμαι ούτε έναν τίτλο b-side ή τα ονόματα όλων των μελών του γκρουπ. Ίσως τελικά η τελευταία αγαπημένη μου μπάντα να ήταν όντως οι Suede...
Ήταν Φεβρουάριος του 1999, το Παρίσι παγωμένο, κι ένα ψιλόβροχο που μόλις ξεκινούσε μού ξύλιαζε ακόμη περισσότερο το πρόσωπο, καθώς ανέβαινα την Ρυ Σεν Ζακ για να στρίψω δεξιά στην Ρυ ντεζ Εκόλ και ξανά αριστερά στην Σορμπόν, να μπω για λίγο στο προαύλιο του πανεπιστημίου, που σ' εκείνο, το πρώτο μου ταξίδι χωρίς την υπόλοιπη οικογένεια στο Παρίσι, μού φάνταζε σαν ένα αξιοπρόσεκτο αξιοθέατο. Άκουγα μουσική από ένα παλιό walkman με κασέτα -τα MP3 είχαν μόλις αρχίσει να γίνονται το νέο μας αγαπημένο φορμά μουσικής και MP3 Players, σε τιμή που να μπορεί να τα αγοράσει κάποιος που μόλις είχε τελειώσει τη σχολή του και ετοιμαζόταν να πάει στο στρατό, δεν υπήρχαν ακόμη.
Άκουγα Suede. Το "Europe Is Our Playground" εκείνη την στιγμή. Και, καθώς έσερνα τα βήματά μου στους γλιστερούς δρόμους του Σαν Ζερμαίν, υποσχόμουν κάτι στον εαυτό μου: Εκείνο θα ήταν απλά το πρώτο από μια σειρά ταξιδιών που θα έκανα, αρχικά στην Ευρώπη, μετά στον κόσμο όλο -κι ας είχαν σωθεί κι οι τελευταίες μου οικονομίες για να φθάσω ως το Σαρλ ντε Γκωλ και να μείνω σχεδόν ένα μήνα στην Πόλη του Φωτός (όπου αργότερα μού έκλεψαν και το πορτοφόλι και επέστρεψα στην Αθήνα με 120 δραχμές). Ήθελα να γίνει και δική μου παιδική χαρά η Ευρώπη, δεν με χωρούσε η Ελλαδίτσα, ήθελα να ζήσω την πραγματική λάμψη των Suede και των μητροπόλεων όπου εκτυλίσσονταν οι ιστορίες τους, μαζί με τον ζοφερό ρομαντισμό της -όχι το κακέκτυπο των δικών μας enfants gâtés πίσω στα Βόρεια Προάστεια.
Ηλιούπολη
Είχα το προνόμιο να υπηρετήσω τη θητεία μου -μετά το 40ημερο της εκπαίδευσης- στην Αθήνα, στο Ανώτατο Συμβούλιο Αθλητισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, γιατί στα τέλη της δεκαετίας του '90 ήμουν στην Εθνική Ομάδα του Στίβου και ο στρατός διευκόλυνε τις προπονήσεις μας με κάθε τρόπο. Ήμουν όμως τραυματίας, ο πόνος χαμηλά στον κοιλιακό και αριστερά κάτω από τη βουβωνική χώρα με διέλυε -μπορούσα μόνο να τρέχω σε χαλαρούς ρυθμούς στο χόρτο, η πλήρης αποθεραπεία και οι δυνατές προπονήσεις έμοιαζαν τόσο μα τόσο μακρινές. Και μετά, πόσο δύσκολο θα ήταν να ξαναγυρίσω στο επίπεδο που ήμουν πριν, είχα μεγαλώσει κιόλας... Ο κόσμος που ήξερα, η ασφάλειά του, είχε πια χαθεί. Έπρεπε να διαλέξω ένα αύριο. Και δυσκολευόμουν. Ο πρωταθλητισμός με είχε κάπως βολέψει. Μού γέμιζε τις ώρες, τις μέρες, με έβαζε σε ένα πρόγραμμα. Τι υπήρχε μετά; Και, κυρίως, πώς θα έστηνα την ημέρα μου τώρα, τώρα που δεν είχα πια 6-7 ώρες προπόνηση και ύπνο από νωρίς;
Κατέβαινα στο ΑΣΑΕΔ 2-3 φορές την εβδομάδα, πολύ νωρίς. Είχα φτιάξει ένα CD για το αυτοκίνητο και η κίνηση στις επτά το πρωί ήταν πάντα ακριβώς η ίδια. Το "Every Monday Morning Comes" έπαιζε κάθε φορά που έφθανα στο φανάρι της Ηλιούπολης πριν στρίψω προς Ελληνικό. Και σχεδόν πάντα μού έφερνε δάκρυα στα μάτια. Και την αισιοδοξία που έλειπε απ' όλη την υπόλοιπη ζωή μου.
Γκάζι
Λίγο πριν ξεκινήσουμε για το Γκάζι, για την μπουζουκλερί που θα φιλοξενούσε τους Suede, συνειδητοποίησα κάτι πολύ απότομα. Με κατέλαβε εξαπίνης, αλλά δεν μου προκάλεσε κάποιο έντονο συναίσθημα. Το αντιμετώπισα κι αυτό με την ίδια απάθεια που αντιμετωπίζω πια τα πάντα. Δεν είχα πάρει είδηση ότι πέρασαν πια δεκαεπτά χρόνια από τότε που είχα ανακαλύψει τους Suede και τους είχα δώσει τον τίτλο της αγαπημένης μου μπάντας. Δεκαέξι από τότε που δεν κατάφερα να τους δω στο πρώτο τους αθηναϊκό live γιατί βρισκόμουν κάπου στην Τσεχία, σ' ένα κουλό, αξέχαστο ταξίδι που είχε προκύψει από το πουθενά. Δώδεκα από την ψιχάλα στο παγωμένο Παρίσι, έντεκα από τα δάκρυα του φαναριού της Ηλιούπολης. Είχαν περάσει πολλά χρόνια που οι Suede δεν ήταν πια η αγαπημένη μου μπάντα -κι ας παρακολουθούσα την σόλο καριέρα του Μπρετ Άντερσον και τις παραγωγές του Μπέρναρ Μπάτλερ. Σχεδόν μια ζωή. Έκανα τόσα ταξίδια από τότε. Άλλαξα τόσα πολλά στην καθημερινότητά μου. Πόσο αστεία ήταν τα άγχη του "Every Monday Morning Comes", πόσο ωραία υπόσχεση είχα δώσει στο "Europe Is Our Playground"...
Κατηφόρισα κάπως καθυστερημένος προς το Γκάζι, από την Εθνική. Είχε κίνηση -φαίνεται ο κόσμος φεύγει ακόμη για σαββατοκύριακα. Δεν αγχώθηκα στην ιδέα ότι θα έχανα το ξεκίνημα της συναυλίας. Τους είχα τελικά δει live κάποια στιγμή αργότερα και δεν ήταν και τίποτε το φοβερό. Η σκέψη μου ήταν αλλού: Στο ότι πάλι δεν αποφάσισαν απολύσεις στο δημόσιο, στο πόσο θα μου κόστιζε το χαράτσι στα ακίνητα, στα ταξίδια που δεν θα μπορούσα να κάνω πια, στα νέα άγχη για τη νέα ζωή που θα ξεκινούσε μετά τη νέα άρση σιγουριάς, τη νέα απώλεια ασφάλειας.
Όταν πας απροετοίμαστος για κάτι, κι αυτό το κάτι έλθει υπέροχο, το απολαμβάνεις πολύ περισσότερο απ' το αν πήγαινες γεμάτος προσδοκίες. Το χθεσινό live των Suede ήταν πραγματικά απίστευτο. Αναγεννημένοι, με τον Μπρετ Άντερσον -τον Ντόριαν Γκρέι, το ίδιο νέο, το ίδιο όμορφο όπως τότε- πιο προσιτό από ποτέ, έναν εκφραστικό γίγαντα του σύγχρονου ρομαντισμού σε μια πραγματικά σπουδαία ημέρα, να χώνεται μέσα στο κοινό και να ερμηνεύει άψογα όλα εκείνα τα ποιήματα που στιγμάτισαν τα '90s μας. Δεν ξέρω αν ήταν μια τελευταία δόση κοσμοπολιτισμού, πριν τη βουτιά στο Μεσαίωνα που προμηνύεται -ή αν ήταν ένα κάλεσμα για να αφήσω αυτήν την μίζερη πραγματικότητα και να ξαναπάω να παίξω στην παιδική χαρά μου, μακριά από εδώ. Ξέρω μόνο πως, όπως when every monday morning comes, στο φανάρι ένα δάκρυ έτρεξε στο μάγουλό μου.
(Η φωτογραφία από το χθεσινό live των Suede είναι του Θοδωρή Μάρκου. Περισσότερες εδώ.)
Y.Γ. Χθες, τουιτάροντας μερικές ατάκες από την συναυλία, έκανα δύο λάθη μέσα στον ενθουσιασμό μου. Ο σωσίας του Άντονι -and the Johnsons- δεν ήταν, εννοείται, ο Μπέρναρ Μπάτλερ, ο οποίος παραμένει στυλάκι αλλά και εκτός μπάντας, αλλά ο Ρίτσαρντ Όουκς που μεγάλωσε άσχημα. Και το κομμάτι -"παύση"- στη μέση της συναυλίας, για να ξεκουραστούν λίγοι οι μουσικοί, δεν ήταν το "Where The Pigs Don't Fly", αλλά το "To The Birds". Αμφότερα είναι λατρεμένα b-sides τους και μπέρδεψα τους τίτλους. Και γράφοντας αυτήν την παρένθεση, συνειδητοποιώ ότι για καμμιά από τις επόμενες "αγαπημένες μου μπάντες" δεν θυμάμαι ούτε έναν τίτλο b-side ή τα ονόματα όλων των μελών του γκρουπ. Ίσως τελικά η τελευταία αγαπημένη μου μπάντα να ήταν όντως οι Suede...
11 Σεπ 2011
Μελαγχολία
Δεν είχα ποτέ σκεφθεί πόσο γλυκό μπορεί να είναι το τέλος. Μελαγχολικό, αλλά γλυκό, όμορφο, λυτρωτικό. Ευτυχώς που υπάρχει και ο Λαρς φον Τρίερ, αυτός ο μέγας σαδιστής, που τον έπιασε ξαφνικά μια μανία να τα τελειώσει όλα. Το ανθρώπινο είδος, τη φύση, τη Γη -σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Η σύγκρουση της μειλίχιας συνειδητοποίησης της Κίρστεν Ντανστ με την αγχώδη -σε επίπεδα υστερίας- αναζήτηση της Σαρλότ Γκενσμπούργκ και την αποστομωτική ανατροπή της σιγουριάς του Τζακ Μπάουερ (χε χε), σε ένα μαγευτικό τοπίο που θα έπρεπε κανονικά να είναι το φόντο για τις πιο ρομαντικές στιγμές των πιο συναισθηματικών ψυχών, είναι η ομορφότερη και ηπιότερη στιγμή της καριέρας του Δανού προβοκάτορα. Φαντάζομαι πως κάπως σαν την Ντανστ της "Μελαγχολίας" αντιμετωπίζουν τον θάνατο οι υπέργηροι και οι άρρωστοι και λυτρώνομαι στην συνειδητοποίηση πως δεν χρειάζεται να αγχώνομαι για το τέλος -παρ' ότι σαν χαρακτήρας μοιάζω περισσότερο με την οργανωτική και ψυχαναγκαστική Γκενσμπούργκ.
Οι ερμηνείες και των δύο είναι -εννοείται- υπέροχες. Ο φον Τρίερ ξέρει πώς να ξεζουμίζει τις γυναίκες. Αλλά στο τέλος της βραδιάς, αυτό που σού μένει πάνω απ' όλα είναι η απορία: Σε ποιον πλαστικό πήγε η Κίρστεν Ντανστ και της έφτιαξε τόσο φυσικό βυζί;
6 Σεπ 2011
Ποιοι είναι οι Arcade Fire;
Η μετά θάνατον ζωή
Πάγος έχει καλύψει τα μάτια των γονιών μου. Πώς να δούν; Πώς να κλάψουν; Μεγαλώνοντας σε μια παράξενη καταιγίδα –κανείς δεν παγώνει, κανείς δεν ζεσταίνεται. Βγήκα έξω στη νύκτα, βγήκα να ψάξω για λίγο φως. Παιδά πεθαίνουν έξω στο χιόνι. Δες τα να φεύγουν. Δες τα να φεύγουν!
-Neighborhood #3 (Power Out), από το άλμπουμ “Funeral” (2004)
Toν Ιούνιο του 2003 η γιαγιά της Ρεζίν Σασάν άφηνε τον μάταιο τούτο κόσμο. Στο ταξίδι της την ακολούθησε τον Μάρτιο του 2004 ο παππούς του Γουίν Μπάτλερ. Και ένα μήνα αργότερα η πολυαγαπημένη θεία του Ρίτσαρντ Πάρι. Θα ήταν τρεις ακόμη θάνατοι από φυσικά αίτια, τρεις αποχωρήσεις υπερηλίκων από την ζωή, τρία απλά, καθημερινά συμβάντα, αν οι Σασάν και Μπάτλερ δεν ήταν σύντροφοι στη ζωή και ο Πάρι δεν ήταν συνεργάτης τους. Και αν όλα αυτά δεν συνέβαιναν την περίοδο που το μουσικό τους γκρουπ, οι Arcade Fire, δεν συνέγραφαν και ηχογραφούσαν τα τραγούδια για το πρώτο τους άλμπουμ. Το ζοφερό κλίμα αποτυπώθηκε στον ήχο του.
Δεν ήταν τρεις άδικοι, βίαιοι ή αναπάντεχοι θάνατοι, γι’ αυτό και η αναγνώριση του εσωτερικού πόνου ήταν μάλλον υποσυνείδητη. Αλλά ήταν μια διαδικασία που κρατούσε για μήνες. Η μια απώλεια διαδεχόταν την άλλη. Η αμηχανία, οι σκέψεις, η ωρίμανση και μαζί μια ιδιότυπη αναγέννηση πότιζαν τους τοίχους του στούντιο, τα σεντόνια του ζεύγους, τα ίχνη που άφηναν οι πατημασιές του γκρουπ στα χιονισμένα πεζοδρόμια του Μόντρεαλ. Όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος τους, τον Σεπτέμβριο του 2004, τον ονόμασαν «Κηδεία» («Funeral») και όλοι οι μουσικοκριτικοί του κόσμου τον ονόμασαν το καλύτερο πράγμα που είχαν ακούσει για δεκαετίες.
Αυτό που είχε συμβεί ήταν μεταφυσικά απλό: Οι Arcade Fire ήταν ένα γκρουπ με πολύ ταλέντο. Δεν θα υπέγραφε συμβόλαιο μαζί τους η Merge, αλλιώς. Παρ’ ότι μικρή και ανεξάρτητη δισκογραφική, είναι κορυφαία στο είδος της –όλες οι νέες μπάντες της indie rock θα ήθελαν να βρεθούν κάτω από την στέγη της. Όχι, το πρόβλημα με τους Arcade Fire δεν ήταν η έλλειψη ταλέντου. Ήταν η αδυναμία να το τιθασεύσουν. Επτά μέλη, στις αρχές της τρίτης δεκαετίας της ζωής τους όλοι, με άπειρες ιδέες, ελάχιστη συνεννόηση, πολλά νεύρα. Οι Arcade Fire ήταν ένα χάος. Και ύστερα ήλθαν οι θάνατοι των αγαπημένων τους προσώπων και γαλήνεψαν την οργή, χαλιναγώγησαν το πάθος κι έβαλαν σε έναν δρόμο τις ιδέες τους. Σήμερα, που πλέον η μπάντα έγινε παγκοσμίως γνωστή, μετά το βραβείο Γκράμι για τον καλύτερο δίσκο που κέρδισαν τον Φεβρουάριο, το “Funeral” αναγνωρίζεται σαν το καλύτερο άλμπουμ της δεκαετίας που πέρασε.
Η ευαγγελική ρητορική
Δεν θέλω να πολεμήσω έναν ιερό πόλεμο / δεν θέλω οι πωλητές να μού κτυπούν την πόρτα / δεν θέλω να ζω στην Αμερική άλλο πια [...] Τρίτε Παγκόσμιε Πόλεμο πότε θα μού έλθεις; / όσο παίζαμε με τους σπινθήρες, απελευθερώσαμε τη φωτιά / τα παράθυρα είναι σφαλιστά τώρα, οπότε τι μάς έρχεται; / ένα σπίτι που θ’ αρπάξει φωτιά ή μια φουσκωμένη θάλασσα;
-Windowsill, από το άλμπουμ “Neon Bible” (2007)
Όταν ξεστομίζεις τόσο εύκολα ένα «Δεν θέλω να ζω στην Αμερική άλλο πια», μπορείς εύκολα να βρεθείς στην πυρά –αλλά τον Μάρτιο του 2007, ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος ήταν ακόμη πλανητάρχης και η Αμερική ήταν διχασμένη. Και μπορεί τα 5 από τα 7 μόνιμα μέλη των Arcade Fire να είναι Καναδοί, αλλά τα αδέλφια Γουίν και Γουίλ Μπάτλερ όχι μόνο γεννήθηκαν στις ΗΠΑ, στην Καλιφόρνια, αλλά μεγάλωσαν στο Οχάιο του Τέξας, την πολιτεία της οποίας υπήρξε κυβερνήτης ο Μπους μέχρι το 2000. Έχοντας και την πρόσθετη εμπειρία της Μορμόνας μητέρας τους και του αυστηρού χριστιανικού περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσαν, ήξεραν πολύ καλά για ποιο λόγο δεν άντεχαν πια να ζουν στην πατρίδα τους.
Το δεύτερο άλμπουμ των Arcade Fire, το 2007 ήταν ένα αποκαλυπτικό, πομπώδες μανιφέστο κατά του καταναλωτισμού, της δογματικής θρησκείας και των πολιτικών εναντίον του περιβάλλοντος και εναντίον «των εχθρών της Αμερικής». Οι ιδέες τους εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα από τον Μπαράκ Ομπάμα, του οποίου ο Γουίν –ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της μπάντας, κι ας διαρρηγνύει ο ίδιος τα ιμάτιά του ότι όλοι είναι ίσοι- δήλωσε από νωρίς οπαδός. Το 2008 οι Arcade Fire έδιναν δωρεάν συναυλίες στις ΗΠΑ υπέρ της υποψηφιότητας Ομπάμα και τραγούδια τους αποτελούσαν κομμάτια του «σάουντρακ της ελπίδας», της μουσικής λίστας που επένδυε, δηλαδή, τις εκδηλώσεις υπέρ του μετέπειτα Προέδρου.
Τον Ιανουάριο του 2010 ένας σεισμός ισοπέδωσε τη Αϊτή, σκοτώνοντας εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους. Η Ρεζίν Σασάν, μισή Κανδή – μισή Αϊτινή είχε ήδη γράψει ένα τραγούδι για την πατρίδα της που μιλούσε κατά του καθεστώτος Ντιβαλιέ. Το επόμενο βήμα ήταν η σύσταση, μέσω του γκρουπ, της φιλανθρωπικής οργάνωσης Kanpe, υπέρ των πληγέντων από τον σεισμό. Ο Ομπάμα, η Αϊτή και η ρητορική του “Neon Bible”, ενός υπέροχου άλμπουμ που δεν απογοήτευσε ούτε στο ελάχιστο όσους είχαν εκστασιαστεί με το “Funeral”, έκαναν κάποιους να ξεστομίσουν για πρώτη φορά το «οι Arcade Fire είναι οι νέοι U2». Σπουδαίοι μουσικοί, με επικά, συναυλιακά κομμάτια και ακτιβιστική δράση. Οι πρώτοι, μάλιστα, είχαν βρεθεί να ανοίγουν και τρεις συναυλίες των δεύτερων το 2006, στην μια εκ των οποίων οι U2 τους κάλεσαν ν’ ανεβούν μαζί τους στην σκηνή να πουν παρέα το “Love Will Tear Us Apart” των Joy Division. Για τον σκληρό πυρήνα των φαν των Arcade Fire, η σύγκριση με τους U2 ήταν κάτι σαν προδοσία. Τι σχέση είχε ο λαϊκισμός του Μπόνο με την επαναστατικότητα του Γουίν;
Η ζωντανή αποκάλυψη
Όλα τα παιδιά ανέκαθεν γνώριζαν / πως ο αυτοκράτορας δεν φοράει ρούχα / αλλά τον προσκυνούσαν έτσι κι αλλιώς / καλύτερα έτσι απ’ το να ήταν μόνα...
-Ready To Start, από το άλμπουμ “The Suburbs” (2010)
Από το Κολοράντο ως τη Νέα Ορλεάνη και από το το Ζάγκρεμπ ως το Εδιμβούργο, η μισή Αμερική και η μισή Ευρώπη, πενήντα – εξήντα χιλιάδες άνθρωποι τη φορά αποθεώνουν τους Arcade Fire σε κάθε τους συναυλία από τον Απρίλιο, όταν ξεκίνησε η τελευταία τους περιοδεία. Μπορεί το “The Suburbs” να ψηφίστηκε από κάθε μουσικό έντυπο που σέβεται τον εαυτό του σαν το κορυφαίο της χρονιάς που πέρασε, αλλά στο να αναγνωρίζει πια όλος ο κόσμος την μπάντα (που μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν το μυστικό που οι χίπστερς έτρεμαν να μην μάθουν οι υπολοιποι) συνέβαλε κυρίως η αναπάντεχή τους βράβευση με το Γκράμι, τον Φεβρουάριο. Και πάλι όμως, τέτοιοι μύθοι σβήνουν γρήγορα αν δεν συνοδεύονται από γερές συγκινήσεις. Και οι Arcade Fire στην σκηνή είναι μόνο συγκινήσεις.
Τα επτά μέλη της μπάντας (Γουίν και Γουίλ Μπάτλερ, Ρεζίν Σασάν, Ρίτσαρντ Πάρι, Τζέρεμι Γκάρα, Σάρα Νόιφιλντ και Τιμ Κίνγκσμπερι) συνοδευόμενα συνήθως από τρεις-τέσσερις ακόμη μουσικούς (όπως ο βιρτουόζος του βιολιού Όουεν Πάλετ) εναλλάσσονται σε κάθε πιθανό όργανο (παίζουν βιολιά, βιόλες, τσέλα, πιάνα, ακορντεόν, συνθεσάιζερ, εκτός από τις κιθάρες, το μπάσο και τα ντραμς) στις συναυλίες τους, παρουσιάζοντας ένα διαρκώς κινούμενο σύνολο, που σε συνεπαίρνει με την ενέργειά του ακόμη περισσότερο απ’ ότι κάνουν τα, ούτως ή άλλως, άκρως υμνικά, συναυλιακά κομμάτια που παίζουν. Ακόμη και όσοι φίλοι της μουσικής δεν τούς είχαν πάρει είδηση επτά χρόνια τώρα, είναι πια αδύνατον να ξεφύγουν απ’ τη σαγήνη τους.
Απρόβλεπτοι μουσικά, βαπτισμένοι στην κολυμβήθρα του καναδικού indie rock, της κοιτίδας της πιο δημιουργικής μουσικής παγκοσμίως την τελευταία δεκαετία, ευφυείς και ποιητικοί στιχουργικά, τολμηροί στις κοινωνικές τους παρεμβάσεις, μουσικοί και όχι ροκ σταρ (δεν έχουν αναπτύξει κακές συνήθειες, εθισμούς ή έστω κάποια ανάγκη επίδειξης), αποκαλυπτικοί στις συναυλίες τους, οι Arcade Fire είναι αυτή την στιγμή η «σπουδαιότερη μπάντα του πλανήτη» και, όχι, δεν είναι οι νέοι U2, γιατί –όσο βέβηλο κι αν διαβάζεται αυτό- είχαν προσπεράσει τους U2 από την πρώτη κιόλας στιγμή ορίζοντας το παιχνίδι με εντελώς νέους κανόνες: Οι U2 συμπύκνωσαν και περιέγραψαν μια εποχή, όταν οι Arcade Fire τόλμησαν να ζητήσουν και πέτυχαν να ξεκινήσουν μια καινούργια.
(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Κ" της "Καθημερινής" την Κυριακή, 04.09.11)
...and we' re back! (ή "Τι άλλο άκουσα το καλοκαίρι")

Μπαγιάτεψαν πια στο πίσω USB του laptop μου μουσικές που άκουγα πριν καν φύγω για διακοπές. Κι άλλες επιμένουν να παίζουν πρωί, μεσημέρι και βράδυ, φλερτάροντας με τον τίτλο του "άλμπουμ της χρονιάς". Πάμε να τις περάσουμε όλες από ένα γρήγορο χάδι, να ξεμπερδέψουμε με τον ψυχαναγκασμό των δισκοκριτικών έστω κι έτσι στα όρθια -και με το που επιστρέψουμε στα θρανία να γυρίσουμε και σε κανονικούς ρυθμούς.
Marissa Nadler - Marissa Nadler: Ξεκινάμε από την άνωθι εικονιζόμενη μελαγχολική Βοστονέζα, που μπλέκει τη folk με την dream pop μ' έναν αιθέριο, δραματικό τρόπο, όπου ξεχωρίζει η ακουστική της κιθάρα και η άγριας ομορφιάς φωνή της. Τεσσεράμισι αστεράκια
Melissa Nadler - Alabaster Queen
Okkervil River - I Am Very Far: H πιο μεγαλοπρεπής και πομπώδης δουλειά που έχει παρουσιάσει ως τώρα η συμπαθέστατη μπάντα είναι περισσότερο rock και λιγότερο folk απ' ότι στο παρελθόν, αλλά καθόλου δεν χαλάει ακόμη κι έναν λάτρη του μπάντζου όπως είμαι εγώ. Τέσσερα αστεράκια
Okkervil River - Wake And be Fine
Wild Beasts - Bed Of Nails
Dirty Beaches - Badlands: Θορυβώδεις και ακατέργαστοι, χαοτικά ανεπιτήδευτοι, κάθε άλλο παρά θυμίζουν την κομψότητα με την οποίαν διοχέτευε την δική του οργή ο Τέρενς Μάλικ στην ταινία με τον ίδιο τίτλο. Αλλά ένα άλμπουμ με μια ταινία δεν είναι συγκρίσιμα πράγματα και τούτοι εδώ αγαπιούνται από κάτι Πίτσφορκ και τέτοια. Οπότε καταλαβαίνεις. Δύο αστεράκια
ΕΜΑ - Past Life Martyred Saints: Ο κατά πάσα πιθανότητα δίσκος της χρονιάς έρχεται από μια νεαρή Σουηδέζα που έχει κάτι από PJ Harvey και κάτι άλλο από Πάτι Σμιθ, αλλά που -ούσα τόσο μικρότερη στην ηλικία και τόσο φρέσκια- ακούγεται ξεδιάντροπα αυθάδης και αυθεντικά indie, σαν ένα DIY ποπ σύμβολο που είχε σκοπό να καταναλωθεί μέσα στο υπνοδωμάτιό του, μπροστά στον καθρέπτη, αλλά κάποιος το βιντεοσκόπησε κρυφά και το χάρισε στον κόσμο. Τεσσεράμισι αστεράκια
EMA - Milkman
Let's Wrestle - Nursing Home: Από κάτι τέτοιες ιντίλες γράφονται κάτι όνειρα τύπου Nirvana. Εντάξει, μην φθάσουμε ως εκεί, αλλά σκέψου κάτι παρόμοια ακατέργαστο και πρωτόλειο, δυνατό και ξεσηκωτικό που κάθε φορά που το ακούς, το γουστάρεις και πιο πολύ. Ατόφιο ροκ χωρίς πόζα. Τριάμισι αστεράκια
My Morning Jacket - Circuital: Μουσάτοι ροκάδες σε μεγάλα κέφια με ηλεκτρισμένες διαθέσεις και φανφαρώδεις ορχηστρικές παραγωγές. Εντάξει, συνταγή για το καλλίτερό τους άλμπουμ ever. Τέσσερα αστεράκια
My Morning Jacket - Holding On To Black Metal
Queensryche - Dedicated To Chaos: Δυστυχώς αποδεικνύεται ότι η επιστροφή στο μελωδικό progressive metal που επιχείρησαν στα δύο περασμένα άλμπουμ τους, στη μουσική δηλαδή που έγραφαν καλλίτερα απ' οποιαδήποτε άλλη μπάντα στον κόσμο πριν 20-25 χρόνια, ήταν απλά μια παρένθεση στην αλλόκοτη πορεία που έχει πάρει η καριέρα τους προς το adult pop rock. Μην παραπλανά κανέναν ο τίτλος του νέου τους άλμπουμ, γιατί εδώ γίνεται απλά της σαχλής μπαλάντας. Και ο Τζοφ Τέιτ ακούγεται τόσο κουρασμένος. Καιρός για απόσυρση. Δύο αστεράκια
Sarah Jarosz - Follow Me Down: Το προ διετίας εύρημα του blog μεγάλωσε, ενηλικιώθηκε και τιθάσευσε την ορμή του μπάντζου της έτσι ώστε τα κομμάτια της να είναι λιγότερο ρουστίκ και πολύ πιο ευάκουστα από μεγαλύτερες ομάδες φίλων της μουσικής. Μια ποπ σταρ γεννιέται; Τέσσερα αστεράκια
Sarah Jarosz - Anabelle Lee (Live)
Sons And Daughters - Mirror Mirror: Μακριά από την ηλεκτρισμένη οργή του περασμένου τους άλμπουμ, του "This Gift"", που ήταν όντως ένα αναπάντεχο δώρο για μένα πίσω στο 2008, φέτος η πολλή επιτήδευση ναι μεν τους κρατάει μακριά από τις πονηρές ατραπούς της εμπορευματοποίησης, αλλά όταν δεν γίνεται πάνω σε σοβαρές βάσεις καθιστά το τελικό αποτέλεσμα αχταρμά. Μάλλον δεν έπρεπε να πάρουν τόσο σοβαρά τον εαυτό τους. Άσε που ώρες ώρες ακούγονται σαν κακέκτυπο των (επίσης κακών φέτος, έτσι κι αλλιώς) Kills. Τρία αστεράκια
Tim Booth - Love Life: Συνέχιση μιας εντελώς ανούσιας σόλο καριέρας, σε μια περίοδο που ούτε για τους James θεωρείται η καλλίτερη μουσικά. Κρίμα και πάλι κρίμα για έναν μουσικό και performer που στα '90s και τα ξέφρενα Madchester χρόνια έκανε θαύματα. Τώρα πια παίζει ακριβώς τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά, τα ίδια ακόρντα, με τα ίδια τεχνάσματα. Βαρετό. Δύο αστεράκια
31 Αυγ 2011
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)