20 Ιουλ 2013
Penny and the Swingin' Cats στη στέγη της Στέγης
Ήταν mellow η βραδιά, mellow και το Disaronno Sour που ρουφούσα κομμάτι ζαλισμένος όσο χάζευα τους Penny και τους Swingin' Cats την Πέμπτη στη Hytra. Στην ταράτσα, στη στέγη αν θες, της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, στο πλαίσιο του Disaronno 5|25 Live Sessions On the Roof. Είχα ακούσει πολλά, δεν είχα καταφέρει να βρεθώ κάποια από τις προηγούμενες Πέμπτες, αλλά τη λατρεμένη Πέννυ Μπαλτατζή δεν θα την έχανα για τίποτε.
Τα ταξίδια της μπάντας της στο swing jazz, στο Great American Songbook και στο Χόλιγουντ της αθώας, ασπρόμαυρης εποχής του (ταξίδια, ωστόσο, έγχρωμα, πολύχρωμα, εντονόχρωμα) είναι βάλασμο για μια κουρασμένη καθημερινή, από αυτές τις φορτωμένες που κάθονται στους ώμους σου τις τελευταίες μέρες πριν φύγεις διακοπές, τότε που πρέπει να τα προλάβεις όλα. Ήταν εγγυημένο το αποτέλεσμα από πριν και όντως η πραγματικότητα δεν με διέψευσε.
Ήταν και η σκηνή του live, βέβαια. Όταν έχεις για φόντο την Ακρόπολη, κανένα σόου δεν μπορεί να συγκριθεί με το δικό σου, όσο μεγάλο stage, όσο μαγικά φώτα, όσο φοβερούς χορευτές κι αν έχει. H Penny, με την περίφημη οικειότητα που σού μεταδίδει κάτι τόσο divaϊκό (γελοίος νεολογισμός, αλλά δεν ξέρω πώς να το πω -ίσως "ντιβέ") και οι Swingin' Cats, με το μαγικό τρόπο που προσαρμόζονται σε όλους τους ρόλους τους -εύκολα γίνονται από κομπάρσοι πρωταγωνιστές- ξεκίνησαν κινηματογραφικά, καβαλώντας νοητά ένα παλιό Ford με φτερά και διαβαίνοντας τις θύρες των κινηματογραφικών στούντιο της εποχής της ποτοαπαγόρευσης και άρχισαν μετά να ανεβάζουν ρυθμούς και τη διάθεση όλων μας. Mellow was the night. Και purple κατά περιπτώσεις, χάρη στους φωτισμούς -κάπως ταιριαστά με τα Disaronno Sour που κρατούσαμε οι περισσότεροι στα χέρια μας.
Το επόμενο ραντεβού για το 5|25 Live Sessions On the Roof που διοργανώνει ο Εν Λευκώ με την υποστήριξη του DiSaronno είναι για τις 25 Ιουλίου, με προσκεκλημένους καλλιτέχνες τους Burger Project. Τα λέμε εκεί.
19 Ιουλ 2013
Laura Marling - Once I Was An Eagle
Laura Marling
Once I Was An Eagle
(Μάιος 2013)

Έγραφα τις προάλλες στο Twitter - προς ενθουσιασμό της μουσικής μας ιντελιγκέντσιας: «Η Laura Marling γίνεται όλο και πιο Χάρις Αλεξίου με κάθε νέο της άλμπουμ». Άκουσε το “Devil’s Resting Place” για παράδειγμα. To πολύ πολύ να αναβαθμίσεις την σύγκριση από Χαρούλα σε Ελένη Βιτάλη. Είναι το καλύτερο κομμάτι του πιο πρόσφατου άλμπουμ της, του “Once I Was An Eagle”. Αλλά απέχει πολύ από το ν’ ακούγεται σαν Suzanne Vega, όπως θα ήθελε πιθανότατα η δημιουργός του.
Διαβάζω παντού διθυραμβικές κριτικές για το νέο άλμπουμ της Marling. Για μια εξέλιξη που οδηγεί σε μια νέα, σοφιστικέ φόρμα. Για ένα αποτέλεσμα βαθύ και στοχαστικό. Διαφωνώ κάθετα. Η λυγμολαλιά της μού αρέσει πολύ περισσότερο όταν συνοδεύει φωνητικά τα ξεσπάσματα των φίλων της –και πολύ πιο ανεβαστικών καλλιτεχνών– όπως οι Noah and the Whale ή οι Mumford & Sons (oι οποίοι ήταν back band της). Στις δικές της συνθέσεις, η φωνή της βυθίζεται στο σύνολο που θέλει να λουστράρει με ποζεράδικη εντεχνίλα, μ’ αυτό το επιτηδευμένο μελαγχολικό «κάτι», ένα ανούσιο παραλήρημα.
Πήγαινε στο “Little Bird” και θα με θυμηθείς. Σαν μικρό πουλί, σαν σπουργιτάκι ανεμικό, κουρασμένο από τον αέρα που φυσάει και φυσάει και φυσάει, η Laura κατεβάζει σε κάθε λέξη την ένταση της φωνής. Είναι τόσο εμετικά δήθεν όλο αυτό, τόσο εύκολο και φτηνό, που σε κάνει να φρικάρεις στην σκέψη ότι είχες λίγο τσιμπήσει όταν πριν πέντε χρόνια στην σύστηαν ως το bext next thing της folk. Σήμερα ούτε τρία από τα πέντε σου αστεράκια δεν θα χαράμιζες για πάρτη της.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
Once I Was An Eagle
(Μάιος 2013)

Έγραφα τις προάλλες στο Twitter - προς ενθουσιασμό της μουσικής μας ιντελιγκέντσιας: «Η Laura Marling γίνεται όλο και πιο Χάρις Αλεξίου με κάθε νέο της άλμπουμ». Άκουσε το “Devil’s Resting Place” για παράδειγμα. To πολύ πολύ να αναβαθμίσεις την σύγκριση από Χαρούλα σε Ελένη Βιτάλη. Είναι το καλύτερο κομμάτι του πιο πρόσφατου άλμπουμ της, του “Once I Was An Eagle”. Αλλά απέχει πολύ από το ν’ ακούγεται σαν Suzanne Vega, όπως θα ήθελε πιθανότατα η δημιουργός του.
Διαβάζω παντού διθυραμβικές κριτικές για το νέο άλμπουμ της Marling. Για μια εξέλιξη που οδηγεί σε μια νέα, σοφιστικέ φόρμα. Για ένα αποτέλεσμα βαθύ και στοχαστικό. Διαφωνώ κάθετα. Η λυγμολαλιά της μού αρέσει πολύ περισσότερο όταν συνοδεύει φωνητικά τα ξεσπάσματα των φίλων της –και πολύ πιο ανεβαστικών καλλιτεχνών– όπως οι Noah and the Whale ή οι Mumford & Sons (oι οποίοι ήταν back band της). Στις δικές της συνθέσεις, η φωνή της βυθίζεται στο σύνολο που θέλει να λουστράρει με ποζεράδικη εντεχνίλα, μ’ αυτό το επιτηδευμένο μελαγχολικό «κάτι», ένα ανούσιο παραλήρημα.
Πήγαινε στο “Little Bird” και θα με θυμηθείς. Σαν μικρό πουλί, σαν σπουργιτάκι ανεμικό, κουρασμένο από τον αέρα που φυσάει και φυσάει και φυσάει, η Laura κατεβάζει σε κάθε λέξη την ένταση της φωνής. Είναι τόσο εμετικά δήθεν όλο αυτό, τόσο εύκολο και φτηνό, που σε κάνει να φρικάρεις στην σκέψη ότι είχες λίγο τσιμπήσει όταν πριν πέντε χρόνια στην σύστηαν ως το bext next thing της folk. Σήμερα ούτε τρία από τα πέντε σου αστεράκια δεν θα χαράμιζες για πάρτη της.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
18 Ιουλ 2013
O (τρομακτικός) κόσμος, μέσα από τα μάτια του Pac-Man
Δεν χρειάζονται πολλά λόγια. FPS-Man σημαίνει First Person Shooter-Man. Είναι ο Pac-Man, παιγμένος μέσα από το μικρό, κίτρινο, στρογγυλό ανθρωπάκι. Σ’ ένα κλειστοφοβικό, λαβυρινθώδες σύμπαν, δηλαδή, όπου τρέφεσαι με λευκές μπίλιες και σε κυνηγάνε ντιζαϊνάτα φαντάσματα.
Το animated gif σου δίνει μια πρώτη γεύση. Αλλά τίποτε δεν θα είναι το ίδιο όταν πάρεις την απόφαση και πατήσεις το link. Κινδυνεύεις να μη ξαναβγείς από το λαβύρινθο ποτέ. Ο εθισμός είναι άμεσος.
(Για την ιστορία, ο πρώτος Pac-Man κυκλοφόρησε από τη Namco το 1980 και ήταν μια κονσόλα. Τα τέσσερα φαντάσματα έχουν κι αυτά το δικό τους όνομα και το δικό τους χαρακτηριστικό το καθένα. Το πορτοκαλί είναι ο Otoboke, που είναι λίγο χαζούλης και του ξεφεύγεις εύκολα. Το ροζ είναι ο Machibuse που σε παραμονεύει στις γωνίες –άρα ο πιο επικίνδυνος αντίπαλός σου στο FPS-Man. Το κόκκινο είναι ο ανελέητος κυνηγός Oikake. Και το γαλάζιο είναι ο άστατος Kimagure, που κάνει πότε το ένα και πότε το άλλο. To ότι πέρασαν 33 χρόνια μέχρι να σκεφτεί κάποιος να βγάλει το FPS-Man είναι εντελώς ανεξήγητο).
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
17 Ιουλ 2013
27 διασκευές, παιγμένες live από τους Wilco
Στην περίπτωση του Solid Sound Festival της Δυτικής Μασαχουσέτης, Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει –ή σχεδόν έτσι. Το διοργανώνουν οι Wilco, παίζουν οι Wilco, κερνάνε οι Wilco, πίνουμε όλοι. Επίσης, αυτό που κερνάνε δεν είναι Wilco. Για την τρίτη χρονιά (ξεκίνησε το 2010, αλλά το 2012 είχε κάνει διάλειμμα) του φεστιβάλ, οι Wilco, δηλαδή το πιο λατρεμένο προϊόν που έβγαλε ποτέ το Σικάγο (μετά το ομώνυμο παγωτό), σκέφτηκαν να παίξουν ένα σόου από διασκευές. Και μετά να το δώσουν για δωρεάν κατέβασμα. Ήταν τα κομμάτια που ζήτησαν οι fans τους. Έπαιξαν και δεύτερο σετ με τα δικά τους, αλλά –κακά τα ψέματα- το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στα ξένα. Το NYC Taper κατέγραψε το όλο συμβάν και πρέπει να πας στη σελίδα του για να το κατεβάσεις (τα links αλλάζουν συνεχώς, γιατί καταρρέουν οι servers). Για να σε πείσω ότι αξίζει τον κόπο, μάθε ότι έπαιξαν από “Get Lucky” μέχρι Beatles και ABBA. Και κάποια τα έπαιξαν παρέα με τους Yo La Tengo.
Βασικά δες όλο το setlist εδώ:
The Boys Are Back in Town (Thin Lizzy)
Cut Your Hair (Pavement)
In the Street (Big Star)
New Madrid (Uncle Tupelo)
Dead Flowers (The Rolling Stones)
Simple Twist of Fate (Bob Dylan)
Ripple (Grateful Dead)
Who Loves the Sun (The Velvet Underground)
And Your Bird Can Sing (The Beatles)
Psychotic Reaction (Count Five)
Tom Courtenay (Yo La Tengo) (με τους Yo La Tengo)
James Alley Blues
Waterloo Sunset (The Kinks) (με τον Lucius)
Waterloo (ABBA) (με τον Lucius)
(What’s So Funny ’bout) Peace, Love and Understanding (Brinsley Schwarz)
Marquee Moon (Television)
Happy Birthday To You (Mildred J. Hill)
(Don’t Fear) The Reaper (Blue Öyster Cult)
Cinnamon Girl (Neil Young)
Get Lucky (Daft Punk)
Surrender (Cheap Trick)
Color Me Impressed (The Replacements) (με τον Tommy Stinson)
Kingpin
Thank You Friends (Big Star)
Encore:
The Weight (The Band) (με τον Lucius)
Roadrunner (The Modern Lovers) (με τον Yo La Tengo)
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
16 Ιουλ 2013
Vine εναντίον Instagram, σημειώσατε 2
Το γράψαμε κι εμείς το Φεβρουάριο: Το Vine είναι το νέο Instagram. Όλοι το πιπιλούσαν, όλοι είχαν εντυπωσιαστεί, όλοι έστηναν ανόητα (ή και με νόημα) μικροβιντεάκια, παίζοντας με τη νέα τρέλα. Το ότι είχαμε στήσει το πανηγυράκι μας και χαιρόμασταν με το νέο μας παιχνίδι, βέβαια δεν σήμαινε ότι το Instagram (δηλαδή το Facebook) καθόταν με σταυρωμένα χέρια και μας κοιτούσε.
Πριν από 15 ημέρες η δική του υπηρεσία βίντεο έκανε την εμφάνισή της και –όπως ήταν λογικό- άρχισαν οι συγκρίσεις. Ασχέτως του ποιο από τα δύο σού αρέσει περισσότερο, τα νούμερα δίνουν ήδη τα πρώτα συμπεράσματα για το τι προτιμά ο πολύς κόσμος. Σύμφωνα με το εργαλείο analytics Topsy, από την πρώτη κιόλας ημέρα λανσαρίσματος του Instagram Video, τα shares από το Vine στο Twitter έπεσαν κατά 40%.
Την επόμενη εβδομάδα, η κατάσταση για το Vine χειροτέρευσε ακόμη περισσότερο. Ενδεικτικά, ενώ την 15η Ιουνίου είχαν ανεβεί περίπου 3.000.000 βίντεο από Vine στο Twitter, στις 26 Ιουνίου, μία εβδομάδα μετά το λανσάρισμα του Instagram Video, τα shares από το Vine δεν κατάφεραν να φτάσουν ούτε τις 900.000.
Από την άλλη, την πρώτη ημέρα έγιναν share πάνω από 5.000.000 Instagram videos, ενώ όλο το υπόλοιπο δεκαήμερο που έχει μεσολαβήσει από τότε, το Vine ερχόταν δεύτερο. Κάτι που αποτελεί τραγική ειρωνεία, καθώς το τελευταίο είναι εργαλείο που έφτιαξε το ίδιο το Twitter, που βλέπει τώρα τον μεγάλο του αντίπαλο, το Facebook (που έχει εξαγοράσει το Instagram) να κάνει απόβαση στα χωράφια του και να διώχνει τα δικά του πρόβατα…
Το Instagram επιτρέπει βίντεο των 15 δευτερολέπτων, έναντι 6 του Vine, και ήδη σύμφωνα με κάποια στοιχεία, περίπου 100 κορυφαίες εταιρείες στον κόσμο εγκατέλειψαν το δεύτερο για τις χάρες του πρώτου. Ωστόσο το Vine ετοιμάζει την αντεπίθεσή του: Η εφαρμογή κυκλοφόρησε ήδη για το Kindle Fire της Amazon ενώ προσφάτως είχε βγει και για λειτουργικό Android, ενώ από την Πέμπτη, αυτό το τελευταίο app υποστηρίζει πλέον και την μπροστινή κάμερα του κινητού, για όποιον θέλει να κάνει Vine τη φατσούλα του.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
15 Ιουλ 2013
CocoRosie - Tales Of A GrassWidow
CocoRosie
Tales Of A GrassWidow
(Μάιος 2013)
Το “Tales of a Grass Widow” είναι το πέμπτο άλμπουμ του ιδιότυπου ντουέτου των CocoRosie. Ακούγοντάς το, μοιραία αρχίζεις να το συγκρίνεις προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Από τη μία, στον άξονα της διαχρονίας, το βάζεις δίπλα στα προηγούμενα των indie folk-tronic αδελφών Bianca και Sierra Casady και ψάχνεις να βρεις ομοιότητες και διαφορές. Από την άλλη, υπάρχει ο άξονας τη συγχρονίας, όπου το μετράς με βάση τα υπόλοιπα avant-garde πράγματα που κυκλοφορούν αυτόν τον καιρό. Με το σίχαμα των Kniφe για παράδειγμα.
Από τη δεύτερη σύγκριση, οι CocoRosie βγαίνουν πανεύκολα κερδισμένες. Παραμένουν εκκεντρικές, χωρίς να είναι δήθεν. Χωρίς να σε εκνευρίζουν με τις υπερβολές τους. Έχουν μια νεραϊδένια και βουκολική διάθεση στο “Tales of a Grass Widow”, την οποία όμως τη δένουν πολύ γερά με τα urban electronic στοιχεία του ήχου τους. Joanna Newsom, ακούς; Αυτή είναι η συνταγή.
Πίσω στη λίστα, όμως, με τα δικά τους άλμπουμ, στην αναμέτρηση με το δικό τους παρελθόν, οι CocoRosie μοιάζουν να γυρεύουν κάποιου είδους καταξίωση που τόσο καιρό ποσώς τις ένοιαζε να διεκδικήσουν. Ο Antony Hegarty εμφανίζεται στο δεύτερο κιόλας κομμάτι του δίσκου, το “Tears for Animals” για να προσθέσει έξτρα παραμυθένιο στοιχείο στη σύνθεση, αλλά αυτή είναι μια συνεργασία που δεν χρειαζόταν. Οι CocoRosie δεν παίζουν πια εκείνο το αυθεντικό, νεραϊδένιο lo-fi με το οποίο έγιναν γνωστές. Πέρα από τη –μάλλον αναμενόνη συνεργασία με τον Antony- όλα τους τα υπόλοιπα κόλπα κινούνται περισσότερο προς την διευκόλυνση του κοινού, παρά προς τον προβληματισμό του, όπως έκαναν όλα αυτά τα χρόνια. Οι CocoRosie είναι πια pop. Απλή, εύπεπτη pop με λίγες μόνο ενέσεις από την παλιά τους εκκεντρικότητα. Το “Tales of a Grass Widow” είναι, δηλαδή, η ιδανική αφορμή για να τις γνωρίσει όποιος τις φοβόταν τόσο καιρό. Αλλά, ενώ είναι ανεβαστικό και δυναμικό, είναι ένα άλμπουμ που οι φανατικοί τους φίλοι θα προσπεράσουν σχετικά γρήγορα, περιμένοντας ένα πιο πολύπλοκο, πιο δυσπρόσιτο επόμενο.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
Tales Of A GrassWidow
(Μάιος 2013)
Το “Tales of a Grass Widow” είναι το πέμπτο άλμπουμ του ιδιότυπου ντουέτου των CocoRosie. Ακούγοντάς το, μοιραία αρχίζεις να το συγκρίνεις προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Από τη μία, στον άξονα της διαχρονίας, το βάζεις δίπλα στα προηγούμενα των indie folk-tronic αδελφών Bianca και Sierra Casady και ψάχνεις να βρεις ομοιότητες και διαφορές. Από την άλλη, υπάρχει ο άξονας τη συγχρονίας, όπου το μετράς με βάση τα υπόλοιπα avant-garde πράγματα που κυκλοφορούν αυτόν τον καιρό. Με το σίχαμα των Kniφe για παράδειγμα.
Από τη δεύτερη σύγκριση, οι CocoRosie βγαίνουν πανεύκολα κερδισμένες. Παραμένουν εκκεντρικές, χωρίς να είναι δήθεν. Χωρίς να σε εκνευρίζουν με τις υπερβολές τους. Έχουν μια νεραϊδένια και βουκολική διάθεση στο “Tales of a Grass Widow”, την οποία όμως τη δένουν πολύ γερά με τα urban electronic στοιχεία του ήχου τους. Joanna Newsom, ακούς; Αυτή είναι η συνταγή.
Πίσω στη λίστα, όμως, με τα δικά τους άλμπουμ, στην αναμέτρηση με το δικό τους παρελθόν, οι CocoRosie μοιάζουν να γυρεύουν κάποιου είδους καταξίωση που τόσο καιρό ποσώς τις ένοιαζε να διεκδικήσουν. Ο Antony Hegarty εμφανίζεται στο δεύτερο κιόλας κομμάτι του δίσκου, το “Tears for Animals” για να προσθέσει έξτρα παραμυθένιο στοιχείο στη σύνθεση, αλλά αυτή είναι μια συνεργασία που δεν χρειαζόταν. Οι CocoRosie δεν παίζουν πια εκείνο το αυθεντικό, νεραϊδένιο lo-fi με το οποίο έγιναν γνωστές. Πέρα από τη –μάλλον αναμενόνη συνεργασία με τον Antony- όλα τους τα υπόλοιπα κόλπα κινούνται περισσότερο προς την διευκόλυνση του κοινού, παρά προς τον προβληματισμό του, όπως έκαναν όλα αυτά τα χρόνια. Οι CocoRosie είναι πια pop. Απλή, εύπεπτη pop με λίγες μόνο ενέσεις από την παλιά τους εκκεντρικότητα. Το “Tales of a Grass Widow” είναι, δηλαδή, η ιδανική αφορμή για να τις γνωρίσει όποιος τις φοβόταν τόσο καιρό. Αλλά, ενώ είναι ανεβαστικό και δυναμικό, είναι ένα άλμπουμ που οι φανατικοί τους φίλοι θα προσπεράσουν σχετικά γρήγορα, περιμένοντας ένα πιο πολύπλοκο, πιο δυσπρόσιτο επόμενο.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
13 Ιουλ 2013
28 Ιουν 2013
Γιατί χρησιμοποιούμε όλο και πιο εύκολα passwords (και γιατί αυτό δεν θα πειράζει σε λίγο καιρό)
Τις προάλλες είχα μια συζήτηση με ένα φίλο χάκερ (από αυτούς που λέμε χάκερ επειδή ξέρουν από κομπγιούτερ) που μού έλεγε ότι πια οι χάκερ (οι κανονικοί) μπορούν να σπάνε ακόμη και τα πιο δύσκολα passwords μέσα σε δευτερόλεπτα. Βάζουν, λέει, τις κάρτες γραφικών, που έχουν πιο γρήγορους επεξεργαστές κι από των κομπιούτερ, να κάνουν κάτι σαν 3 δισεκατομμύρια υπολογισμούς το δευτερόλεπτο (συνδυασμούς γραμμάτων και αριθμών δηλαδή) και τα σπάνε όλα. Τα μόνα που είναι σχετικά ασφαλή είναι αυτά που έχουν πάνω από 8 χαρακτήρες, που είναι όλοι τυχαίοι, που έχουν πεζά και κεφαλαία γράμματα, αριθμούς, σημεία στίξης και ό,τι άλλο μπορεί να βρεθεί σε ένα πληκτρολόγιο. Και που τα αλλάζεις και μια στο τόσο. Κοινώς, τα passwords που κανένας από εμάς δεν χρησιμοποιεί…
Σύμφωνα με έρευνα της Norton (αυτής με τα anti-virus) που έγινε σε 13.000 ενήλικες από 24 χώρες, το 46% χρησιμοποιεί πολύ απλά passwords, από αυτά που σπάνε σε δευτερόλεπτα, και δεν τα αλλάζει σχεδόν ποτέ. Ο λόγος είναι απλός. Πάσχουμε πια σχεδόν όλοι από "υπερκωδικόποση", μια μορφή υπερκόπωσης που έχει να κάνει με τη συνεχή ανάγκη κρυπτογράφησης των ευαίσθητων προσωπικών μας δεδομένων. Το γεγονός, μάλιστα, ότι όλο και πιο συχνά μπαίνουμε στους τραπεζικούς μας λογαριασμούς ή στο e-mail μας από το κινητό, άρα από μια συσκευή όπου η πληκτρολόγηση είναι πιο δύσκολη και άρα πολύ πιο εύκολο να κάνεις τυπογραφικό λάθος σε ένα πολυσύνθετο password (κι αυτό, αν το θυμάσαι απέξω!), σημαίνει ότι με τον καιρό οι κωδικοί μας θα γίνονται όλο και πιο εύκολοι. Τα 1234 θα κατακλύσουν το σύμπαν δηλαδή.
Αλλά αυτό δεν θα πειράζει και τόσο. Γιατί ήδη μεγάλα μαγαζιά όπως η Google ή το Twitter δουλεύουν πάνω σε τεχνολογίες ταυτοποίησης που δεν θα χρειάζονται μόνο τον κωδικό σου, αλλά και κάτι ακόμη, που θα είναι μοναδικό και θα σού δίνεται εκείνη τη στιγμή (ο χάκερ φίλος μου, βέβαια, λέει ότι κι αυτό σε λίγο καιρό θα βρουν τρόπο να το χακάρουν οι κανονικοί χάκερ). Η Google, ας πούμε, που έχει πάθει μια σχετική εμμονή με τους υπολογιστές που φοριούνται τον τελευταίο καιρό μάλλον θα μας προμηθεύσει με ένα δαχτυλίδι που θα περιέχει μια smart card που απλώς θα ακουμπάμε στον υπολογιστή ή το κινητό μας και θα ξεκλειδώνει τις υπηρεσίες της (ετοιμαστείτε για συμμορίες που θα κόβουν δάχτυλα). Κάποιοι άλλοι, πιο σοβαροί, όπως το PayPal, ψάχνουν το θέμα των βιομετρικών στοιχείων και των δαχτυλικών αποτυπωμάτων. Και οι φουτουρολόγοι (sic) λένε πως έτσι κι αλλιώς το μέλλον της αναγνώρισης του ματιού –α λα Gattaca– δεν είναι μακρινό…
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
Sigur Ros - Kveikur
Sigur Ros
Kveikur
(Ιούνιος 2013)

Χαζεύοντας την περασμένη Τετάρτη 19 Ιουνίου τη συναυλία των Sigur Ros στο Ντόρτμουντ, την οποία οι Ισλανδοί χάρισαν μέσω του site τους κι ενός υπέροχου stream από 4 κάμερες που μπορούσες να κουνήσεις με το ποντίκι σου, συνειδητοποίησα πόσο πολύπλοκη είναι η σχέση μου μαζί τους. Δεν είναι κάποια καινούργια αποκάλυψη αυτή, είναι κάτι που το ξέρω καλά εδώ και καιρό. Απλά πέρσι, τέτοια εποχή νόμιζα ότι είχε πια φτάσει στο τέλος της. «Δεν ακούγονται πια οι Sigur Ros» έγραφα εδώ, με αφορμή το “Valtari”, εξηγώντας το πώς –παρότι δεν σταμάτησαν να βγάζουν αξιόλογα άλμπουμ– οι Ισλανδοί είχαν πάψει να συγκινούν.
Θα πρέπει τώρα να αναιρέσω. Το “Kveikur”, ξεβρασμένο από το πρωτογενές μάγμα του ισλανδικού ηφαιστείου που μας χάρισε εκείνους τους απίθανους ήχους στο ξεκίνημα της περασμένης δεκαετίας, έρχεται να λιώσει κάθε εντύπωση που τόλμησε ν’ αφήσει πέρσι το “Valtari”. Και η συναυλία στο Ντόρτμουντ έφερε θύμησες από εκείνη την υπέροχη βραδιά κάποτε στον Υμηττό (πέρασαν 10 χρόνια, αλήθεια...). Αλλά η σχέση με τους Sigur Ros δεν αναβαθμίζεται. Επιστρέφει απλά στο επίπεδο της «πολύπλοκης». Γιατί, σαν μια γκόμενα που το μυαλό της γυρίζει με τις διπλάσιες στροφές από το δικό σου και ανήσυχη σου ξεφουρνίζει νέα προβλήματα κάθε φορά, νέες πίστες που θα πρέπει να κατακτήσεις για να την κρατήσεις, έτσι κι οι Ισλανδοί βρωμίζουν με δημιουργική μανία και με μια καλλιτεχνική αγωνία που μετατρέπεται σε άγχος για τον ακροατή τους αυτό που παράγουν.
Προσπαθώντας να αποκωδικοποίησεις τις αιθέριες συμφωνίες τους, συνειδητοποιείς ξαφνικά πως ο Jonsi και η παρέα του κάνουν την υπαρξιακή σου αγωνία μουσική –κάτι που σε εκνευρίζει, μέχρι να καταφέρεις να την τιθασεύσεις τόσο, που να σε λυτρώσει. Υπό αυτή την έννοια, βέβαια, η επιστροφή με το “Kveikur” στα μονοπάτια της πρώτης τους πενταετίας αποτελεί καλό, πολύ καλό νέο για όσους τα έχουν ήδη βρει μαζί τους. Σε καμία περίπτωση, πάντως, το νέο τους άλμπουμ δεν είναι “Ágætis Byrjun” ή “()”. Αλλά είναι ό,τι καλύτερο έχουν βγάλει από τότε και σίγουρα κινείται μακριά από τη στασιμότητα του “Valtari”. Οι Sigur Ros βρίσκονται ξανά σε μια διαδικασία τήξης. Επόμενο στάδιο για το ηφαίστειό τους θα είναι, φυσικά, η έκρηξη.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
Kveikur
(Ιούνιος 2013)

Χαζεύοντας την περασμένη Τετάρτη 19 Ιουνίου τη συναυλία των Sigur Ros στο Ντόρτμουντ, την οποία οι Ισλανδοί χάρισαν μέσω του site τους κι ενός υπέροχου stream από 4 κάμερες που μπορούσες να κουνήσεις με το ποντίκι σου, συνειδητοποίησα πόσο πολύπλοκη είναι η σχέση μου μαζί τους. Δεν είναι κάποια καινούργια αποκάλυψη αυτή, είναι κάτι που το ξέρω καλά εδώ και καιρό. Απλά πέρσι, τέτοια εποχή νόμιζα ότι είχε πια φτάσει στο τέλος της. «Δεν ακούγονται πια οι Sigur Ros» έγραφα εδώ, με αφορμή το “Valtari”, εξηγώντας το πώς –παρότι δεν σταμάτησαν να βγάζουν αξιόλογα άλμπουμ– οι Ισλανδοί είχαν πάψει να συγκινούν.
Θα πρέπει τώρα να αναιρέσω. Το “Kveikur”, ξεβρασμένο από το πρωτογενές μάγμα του ισλανδικού ηφαιστείου που μας χάρισε εκείνους τους απίθανους ήχους στο ξεκίνημα της περασμένης δεκαετίας, έρχεται να λιώσει κάθε εντύπωση που τόλμησε ν’ αφήσει πέρσι το “Valtari”. Και η συναυλία στο Ντόρτμουντ έφερε θύμησες από εκείνη την υπέροχη βραδιά κάποτε στον Υμηττό (πέρασαν 10 χρόνια, αλήθεια...). Αλλά η σχέση με τους Sigur Ros δεν αναβαθμίζεται. Επιστρέφει απλά στο επίπεδο της «πολύπλοκης». Γιατί, σαν μια γκόμενα που το μυαλό της γυρίζει με τις διπλάσιες στροφές από το δικό σου και ανήσυχη σου ξεφουρνίζει νέα προβλήματα κάθε φορά, νέες πίστες που θα πρέπει να κατακτήσεις για να την κρατήσεις, έτσι κι οι Ισλανδοί βρωμίζουν με δημιουργική μανία και με μια καλλιτεχνική αγωνία που μετατρέπεται σε άγχος για τον ακροατή τους αυτό που παράγουν.
Προσπαθώντας να αποκωδικοποίησεις τις αιθέριες συμφωνίες τους, συνειδητοποιείς ξαφνικά πως ο Jonsi και η παρέα του κάνουν την υπαρξιακή σου αγωνία μουσική –κάτι που σε εκνευρίζει, μέχρι να καταφέρεις να την τιθασεύσεις τόσο, που να σε λυτρώσει. Υπό αυτή την έννοια, βέβαια, η επιστροφή με το “Kveikur” στα μονοπάτια της πρώτης τους πενταετίας αποτελεί καλό, πολύ καλό νέο για όσους τα έχουν ήδη βρει μαζί τους. Σε καμία περίπτωση, πάντως, το νέο τους άλμπουμ δεν είναι “Ágætis Byrjun” ή “()”. Αλλά είναι ό,τι καλύτερο έχουν βγάλει από τότε και σίγουρα κινείται μακριά από τη στασιμότητα του “Valtari”. Οι Sigur Ros βρίσκονται ξανά σε μια διαδικασία τήξης. Επόμενο στάδιο για το ηφαίστειό τους θα είναι, φυσικά, η έκρηξη.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
27 Ιουν 2013
Η ιστορία ενός τραγουδιού: Juice Newton - "It's A Heartache"
Το 1976 ο Ronnie Scott είχε ήδη στείλει μερικά από τα κομμάτια του στα ψηλά των βρετανικών charts, γράφοντας για καλλιτέχνες όπως οι Status Quo, η Lulu, o Marty Wilde και αρκετούς ακόμη. Αλλά παρέμενε ένας σχετικά άσημος συνθέτης και στιχουργός που ονειρευόταν τη μεγάλη επιτυχία. O Steve Wolfe, πάλι, ήταν παντελώς άγνωστος. Συνεργάστηκε με τον Scott γιατί δεν ήλπιζε σε κάτι καλύτερο και μαζί άρχισαν να ψάχνουν για ελπιδοφόρους καλλιτέχνες που θα μπορούσαν να κάνουν το «μπαμ» και να τους αποφέρουν πλούτη και φήμη.
Οι τρεις τους υπέγραψαν με συνοπτικές διαδικασίες συμβόλαιο και την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ της Bonnie Tyler, το “The World Starts Tonight” σε παραγωγή, συνθέσεις και στίχους των Scott & Wilde, που παρέδωσε και μερικές σχετικές επιτυχίες: Το “Lost in France” έφτασε στο Νο. 9 των βρετανικών charts και το “More Than A Lover” στο 27.
Οι Scott και Wilde ξαφνικά συνειδητοποίησαν ότι είχαν γράψει το κορυφαίο κομμάτι της ζωής τους. Χωρίς να περιμένουν δευτερόλεπτο και πριν καν η Newton προλάβει να κυκλοφορήσει το single και στις ΗΠΑ, το συμπεριέλαβαν στο δεύτερο άλμπουμ του πουλέν τους, της Bonnie Tyler, στο “Natural Force” που κυκλοφορούσε το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Η εκδοχή του “It’s A Heartache” από την Ουαλή τραγουδίστρια έγινε αμέσως παγκόσμιο χιτ, φτάνοντας σταδιακά να πουλήσει πάνω από 6 εκατομμύρια κόπιες και προλαμβάνοντας εκείνη της Newton ακόμη και στις ΗΠΑ, όπου κυκλοφόρησαν με λίγες ημέρες διαφορά το 1978.
Για τους Scott και Wilde ήταν και η μοναδική επιτυχία που είδαν ποτέ. Τα επόμενα δύο άλμπουμ της Tyler, αποκλειστικά με δικά τους κομμάτια, δεν ακούγονταν και όταν η Ουαλή κατάφερε να απαλλαγεί από το δίδυμο και να κάνει ένα restart στην καριέρα της με το “Total Eclipse Of The Heart” την δεκαετία του ’80 (διάβασε όλη την ιστορία εδώ), οι δυο τους χάθηκαν για πάντα στη λήθη –μέχρι που τους ξαναθυμήθηκε το παρόν κείμενο.
Στο μεταξύ, το “It’s A Heartache” άρχισε να γίνεται ένα από τα τραγούδια-πασπαρτού, που ταιριάζουν σε όλα τα είδη μουσικής και σε κάθε περίσταση. Έτσι τραγουδήθηκε ως country, ως rock, ως pop, ως jazz, σε γάμους, κρουαζιερόπλοια, μπουάτ και καντάδες –συνήθως στα αγγλικά, αλλά δεν έλειψαν και οι γραφικές ιταλικές, γερμανικές, φινλανδικές και γαλλικές διασκευές του. Πριν από επτά χρόνια, έπεσε και στα χέρια του Rod Stewart που του χάρισε μια από τις κορυφαίες του εκτελέσεις, μένοντας πιστός στη μανιέρα της Tyler και στον αυτοσαρκασμό που (κανονικά θα έπρεπε να) έχει το κομμάτι…
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
26 Ιουν 2013
25 Ιουν 2013
Η ιστορία ενός τραγουδιού: Antonio Carlos Jobim - "Garota d' Ipanema"
Το Πάσχα βρέθηκα στο Χίου ντζι Ζανέιρου (σ’ αυτό το κείμενο θα ακολουθηθεί η προφορά των Καριόκας, γιατί μού αρέσει πολύ). Ήμουν προετοιμασμένος, αλλά και πάλι, όταν βρέθηκα εκεί, δεν μπορούσα να το πιστέψω: δεν είδα ούτε μια καλλίπυγο και εκθαμβωτική Gisele, ούτε μακρινές εξαδέλφες της Adriana Lima ή της αγαπημένης μου Ana Beatriz Barros. Χωρίς να θέλω να βρωμίσω με το παραμικρό ίχνος ρατσισμού το site, τα κορίτσια του Χίου, ένα μείγμα Ινδιάνων του Αμαζονίου, Πορτογαλίδων και απογόνων των σκλάβων από την Αφρική, δεν βλέπονται.
(Για τα αγόρια, πάλι, η ιστορία είναι εντελώς διαφορετική. Αν και δεν είμαι gay, μερικές φορές έμενα με το στόμα ανοιχτό. Αλλά το θέμα μας σήμερα είναι τα κορίτσια. Και μάλιστα τα κορίτσια της Ιπανέμα).
Είχα την τύχη να μένω πάνω στην πιο όμορφη παραλία που θα βρεις μέσα σε πόλη. Η Ιπανέμα είναι τεράστια, με τέλεια άμμο, πεντακάθαρη ενώ τα ρεύματα του ωκεανού κρατούν και το νερό της κρυστάλλινο παρ’ ότι στην πλάτη της στέκεται απειλητική μια μητρόπολη 12 εκατομμυρίων κατοίκων. Τα μετέωρα βράχια στην άκρη της, τα φιλέ για το μπιτς και το ποδοβόλεϊ, τα κιόσκια με τα «τσιμπητά» και τις καρύδες, που τις τρυπάς, βουτάς μέσα το καλαμάκι, και ρουφάς για αναψυκτικό το νερό τους, ανταποκρίνονται πλήρως στο παραμυθένιο σκηνικό που στήνεις στο μυαλό σου πριν την επισκεφθείς. Αυτό που λείπει για να εκπληρωθεί η φαντασίωση είναι τα ωραία κορίτσια. Μια διαπίστωση που κάνει ακόμη πιο αμείλικτο το βασανιστικό ερώτημα που φορτώνεσαι αυτόματα, όταν αρχίζεις ν’ ασχολείσαι με την βραζιλιάνικη κουλτούρα: «Ποιο είναι λοιπόν το κορίτσι από την Ιπανέμα;»
Το “The Girl From Ipanema” (η Γκαρότα ντζ’ Ιπανέμα) είναι η πιο διάσημη bossa nova που γράφτηκε ποτέ. Ένα κελαρυστό πορτουγέζικο χάδι που σού αλείφει με λάδι την πλάτη εκεί που ξεροψήνεσαι μισοκοιμισμένος με τα δάκτυλα των ποδιών να κάνουν έρωτα με την άμμο. Ένα δροσιστικό μαϊστράλι που ταιριάζει τέλεια με θολό μεθύσι από το ούζο, τις μπίρες, τις καϊπιρίνιες. Ο Antonio Carlos Jobim ήταν ήδη 35 ετών το 1962 όταν σύχναζε στο Bar do Veloso (Μπαρ ντου Βελόζου, σήμερα Garota d’ Ipanema), ένα τετράγωνο πιο μέσα από την παραλιακή οδό της Ιπανέμα (πάνω στην οποία ελάχιστα μαγαζιά λειτουργούν –τα περισσότερα κτήρια είναι κατοικίες και ξενοδοχεία). Πήγαινε εκεί συχνά παρέα με τον Vinícius de Moraes, τον στιχουργό με τον οποίο δούλευε πάνω στο καινούργιο του δίσκο, και έπιναν τις μπιρίτσες τους για έμπνευση, όταν φυσούσε το μεσημεριανό αεράκι από τον Ατλαντικό.
Ήταν κι οι δυο τους παντρεμένοι, αλλά αυτό δεν τους εμπόδιζε να φλερτάρουν τα φρέσκα κοριτσόπουλα που περνούσαν έξω απ’ του Βελόζου για να κατεβούν στην παραλία. Ίσως, μάλιστα, να είχαν διαλέξει το εν λόγω στέκι ακριβώς γι’ αυτό: Για το πόσο «πέρασμα» ήταν. Όταν, μάλιστα, έμπαινε στο μπαρ η Helô Pinheiro (τότε, 17χρονη Heloisa Eneida Menezes Pais Pinto), για ν’ αγοράσει τσιγάρα για τη μητέρα της, οι δύο άντρες ανέβαζαν σφυγμούς και προσπαθούσαν να σκαρώσουν ένα τρόπο για να κλέψουν την προσοχή της από τους λιγότερο κομψά φερόμενους υπόλοιπους θαμώνες που άρχιζαν το φλερτ μέσω πονηρών σφυριγμάτων.
Μια ωραία ιστορία διηγείται πως ο Antonio Carlos άρχισε να πετάει νότες και ο Vinícius λέξεις πάνω στις χαρτοπετσέτες που είχαν για να μην γλιστράει από τα χέρια τους η παγωμένη μπίρα Brahma. Αλλά η αλήθεια δεν είναι ακριβώς αυτή. Ο Jobim και ο Moraes δούλευαν ήδη δύο χρόνια πάνω στο δίσκο τους και είχαν προχωρήσει αρκετά την ιδέα να γράψουν ένα καλοκαιρινό, δροσιστικό κομμάτι για μια κοπέλα που περπατά μπροστά τους ντυμένη μόνο με το μπικίνι της. Είχαν ήδη γράψει τη μουσική και τους πρώτους στίχους, είχαν βγάλει και τίτλο («Μενίνια κι πάσα» - το κορίτσι που περνά), όταν πέρασε όντως μπροστά τους το κορίτσι που θα το εκτόξευε στη σφαίρα του μυθικού. Τα υπόλοιπα κύλησαν σαν τη μπίρα του Βελόζου από το βαρέλι στα ποτήρια τους. Ο τίτλος και οι στίχοι άλλαξαν, για να ταιριάξουν περισσότερο στο σκηνικό της Ιπανέμα και στην έφηβη Heloisa και η μουσική του, ένα μείγμα jazz, samba και αφρικάνικων ήχων, έμελλε να ορίσει ένα ολόκληρο είδος: τη bossa nova.
Οι πορτουγέζικοι στίχοι του πρωτότυπου κομματιού είναι πολύ πιο ποιητικοί από τους αγγλικούς της βερσιόν που το έκανε παγκόσμιο χιτ. Ο Moraes έγραψε κάποια στιγμή για την Heloisa: «Το κορίτσι ήταν το υπόδειγμα της νεαρής καριόκα. Μια χρυσαφένια έφηβη, ένα μείγμα λουλουδιού και γοργόνας, γεμάτη λάμψη και χάρη, που η όψη της είχε και κάτι θλιβερό. Γιατί στο δρόμο προς τη παραλία, κουβαλά μαζί της και την αίσθηση ότι η νιότη σβήνει…». Mε τον ίδιο λυρισμό έπλεξε και τις στροφές που έντυσαν τις μελωδίες του Jobim.
Η ίδια η Heloisa δεν είχε πάρει είδηση. Της άρεσε που όλα τα βλέμματα στρέφονταν πάνω της, αλλά παραήταν μικρή για να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα με όλους εκείνους τους μνηστήρες. Κάποια χρόνια αργότερα, ξαφνικά ανακάλυψε πως οι δύο κύριοι στο γωνιακό τραπέζι που την έγδυναν με τα μάτια τους ήταν διάσημοι καλλιτέχνες. Και πως είχαν γράψει ένα τραγούδι για χάρη της –ή τουλάχιστον έτσι το πουλούσαν.
Στις 2 Αυγούστου του 1962, οι Jobim και Moraes έπαιξαν για πρώτη φορά του καινούργιο τους τραγούδι σε ένα άλλο μπαρ, στο Au Bon Gourmet. Στην κιθάρα ήταν ο João Gilberto και στα φωνητικά μια μπάντα που την έλεγαν Os Cariocas. Πριν κλείσει ο χρόνος, το “Garota d’ Ipanema” είχε ήδη χαραχθεί σε βινύλιο, ενώ δύο χρόνια αργότερα, η Astrud Gilberto, σύζυγος του João, θα το τραγουδούσε στα αγγλικά, στην περίφημη συνεργασία του άντρα της με τον Stan Getz. Ξαφνικά όλος ο κόσμος λικνιζόταν στο ρυθμό της bossa nova και αναρωτιόταν «μα ποιο είναι το κορίτσι από την Ιπανέμα;». Και οι δύο κύριοι, Jobim και Moraes δεν μπόρεσαν να κρατήσουν το μυστικό τους.
Χωρίς να φοβηθούν την παντόφλα από τις γυναίκες τους, αποκάλυψαν το όνομα της πιτσιρίκας που τόσο τους είχε εξιτάρει, κάνοντάς την από τη μια μέρα στην άλλη μια εμβληματική φιγούρα της Βραζιλίας. Για την υπόλοιπη δεκαετία του ’60, η Heloisa έγινε η καλύτερη πρέσβειρα της χώρας της μετά τον Pele. To 1987, σε ηλικία 44 ετών, φωτογραφήθηκε και για το βραζιλιάνικο Playboy, ενώ το 2003 ξαναβγήκε στο εξώφυλλο του περιοδικού, παρέα με την κόρη της αυτή την φορά, εξαργυρώνοντας λίγο ακόμη την ομορφιά της νιότης της. Η γκαρότα και η γκατσίνια της Ιπανέμα, έγραφε ο τίτλος του Playboy. Το κορίτσι και το γατάκι. Όλη η ποίηση του Moraes και όλη η δροσιά του Jobim χάθηκαν για τα καλά…
(Στην απορία για τα όμορφα κορίτσια της Βραζιλίας, η απάντηση είναι ότι αυτά ευδοκιμούν σε πόλεις όπως το Σάου Πάουλου, το Χίου Γκράντζι ντου Σουλ και το Μινάς Ζεράις, όπου έφτασαν πολλοί μετανάστες, Γερμανοί, Ιταλοί, Ισπανοί, Ιάπωνες, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Για την καταγωγή της Heloisa Eneida Menezes Pais Pinto δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες, αλλά σας διαβεβαιώνω ότι τόσο όμορφα κορίτσια σήμερα δεν υπάρχουν στο Χίου).
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
24 Ιουν 2013
Πώς το "Love Will Tear Us Apart" έγινε πηγή έμπνευσης για ένα videogame
Ο μοναδικός λόγος που άντεξα περίπου επτάμισι λεπτά να παίξω το “Will Love Tear Us Apart?” είναι ότι δηλώνει ως πηγή έμπνευσής του το εμβληματικό τραγούδι των Joy Division. Κατά τ’ άλλα, είναι το πιο εκνευριστικό πράγμα (δεν το λέω καν παιχνίδι) που έχει εμφανιστεί ποτέ στο Internet. To λέω από την αρχή, για να μην παρεξηγούμαι. Και κυρίως, γιατί πιθανότατα θα το πετύχεις σε κάποια από τα μουσικοsites που κυκλοφορείς, γραμμένο έτσι αλόγιστα από κάποιον δημοσιογραφίσκο που απλά του άρεσε η είδηση και την αναπαρήγαγε σαν το παπαγαλάκι.
Ποια είναι η είδηση; (Μην παίζεις λέμε!) Ότι η Mighty Box Games εμπνεύστηκε ένα web game από το “Love Will Tear Us Apart” και όρισε κάθε στροφή του τραγουδιού ως το επόμενο επίπεδο που πρέπει να περάσεις, για να σώσεις ή να καταστρέψεις τη σχέση σου (κανένα νόημα, κανείς δεν θ’ αντέξει να τελειώσει ούτε καν το πρώτο).
Η σκοτεινή πλευρά του έρωτα υμνήθηκε με μοναδικό τρόπο πριν από 34 χρόνια από τον Ian Curtis και την παρέα του και, όντως, μοιάζει αρκετά ψαρωτική στο trailer του “Will Love Tear Us Apart?”. Φέρνει δραματικές αναμνήσεις στους περισσότερους από εμάς, γρατζουνίζει λίγο την καρδιά μας και μας προκαλεί να πάμε να πατήσουμε το link ή να ξαναπαίξουμε μία τα άπαντα των Joy Division. Έχοντας δοκιμάσει πριν από σένα για σένα, σε εκλιπαρώ: Διάλεξε την δεύτερη οδό. Μην πατήσεις το link. Ξέθαψε τώρα από την δισκοθήκη σου το “Unknown Pleasures” ή το “Closer” και γλίτωσε τον εαυτό σου από τα χειρότερα.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
18 Ιουν 2013
10 νέοι (και λιγότερο νέοι) Έλληνες μουσικοί μέσα από τα videoclips τους
Είναι αλήθεια ότι το παρόν blog δεν έχει δείξει ιδιαίτερη προτίμηση στα εγχώρια μουσικά προϊόντα (αν εξαιρέσει κανείς την εμμονή του με τη Monika, ειδικά το 2008). Αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι ο λόγος για τον οποίον ήμουν διστακτικός να επιδοτώ με διθυραμβικά κείμενα τους Έλληνες καλλιτέχνες από την πρώτη τους... κασέτα, δηλαδή η δυσπιστία σχετικά με τις πιθανότητες εξέλιξής τους, σιγά σιγά πάει να εκλείψει. Οι παραγωγές γίνονται όλο και καλύτερες, πράγμα που δημιουργεί έναν "καλό" κύκλο, αφού όλο και περισσότεροι καλλιτέχνες βλέπουν πόσο ωραία μπορεί να ακουστεί η σύνθεσή τους αν δουλευτεί σωστά και άρα το κυνηγάνε περισσότερο. Την ίδια ώρα, πρωτοβουλίες σαν αυτό που κάνει το Jumping Fish με την ανάδειξη νέων καλλιτεχνών μέσω ψηφοφορίας του κοινού, βελτιώνουν ακόμη περισσότερο το σκηνικό, δίνοντας πρόσθετη αξία στο προϊόν που παράγεται τελικά.
Μια απόδειξη για του λόγου το αληθές είναι τα videoclips της indie pop και rock φουρνιάς των νέων (και όχι μόνο) Ελλήνων καλλιτεχνών. Μακριά από την προχειρότητα άλλων εποχών, παρουσιάζουν με ιδανικό τρόπο μια παρέα που έρχεται με πολλά κέφια και εξαιρετικές εμπνεύσεις. Με το YouTube να είναι πλέον το κορυφαίο εργαλείο που έχει ο σύγχρονος marketeer στα χέρια του, τα 10 βίντεο που ακολουθούν είναι η καλύτερη παρουσίαση που θα μπορούσα να κάνω για τη νέα ελληνική σκηνή όπως αυτή πορεύεται στο πρώτο μισό του 2013:
Gautier - Home
Στο δρόμο που χάραξαν μπάντες όπως οι Raining Pleasure ή οι Abbie Gale, o Gautier (που δεν είναι από την Πάτρα, σαν τους προαναφερθέντες, αλλά από το Ελληνικό) βαδίζει προσεκτικά και σταθερά, με μπόλικο ρομαντισμό, βέβαια, και ξεχειλίζοντας συναίσθημα. Τον Απρίλιο κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ, το "Babylon", και τον Ιούλιο θα τον δούμε και στο Rockwave.
Στella - Detox
Αφού συνεργάστηκε με τους Expert Medicine και τους My Wet Calvin και βέβαια, με το γκρουπ της, τους Fever Kids, η Στέλλα Χρονοπούλου κυκλοφόρησε πέρσι το καλοκαίρι το δικό της ΕΡ, σε παραγωγή του Sillyboy. Η μουσική βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην Feist και την Roisin Murphy και το πρόσφατο videclip του "Detox" αποτελεί την καλύτερη εισαγωγή στο ταλέντο της.
Sillyboy - Nature Of Things
Να κι ο ίδιος ο Sillyboy, με το υπέροχο, ξένοιαστο, ανάλαφρο "Nature of Things" του! Το αγαπημένο μου από τα δέκα videoclips του σημερινού post.
Baby Guru - For Naked Sun
Ψυχεδέλεια και kraut σε μια συνταγή που γίνεται όλο και πιο μεστή. Οι Baby Guru έχουν αισίως παρουσιάσει 2 ολόκληρα άλμπουμ και ο οίστρος φαίνεται να μην τους εγκαταλείπει ποτέ.
Olga Kouklaki - Sweetheart (feat. Mélanie Pain)
Δεν τη λες και νέα καλλιτέχνιδα, αφού περιφέρει το disco-punk της κοντά μια δεκαετία τώρα στα ηχεία μας. Αλλά αυτό είναι το καλύτερο βίντεο που μας έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα.
Ειρήνη Σκυλακάκη - In The Light
Η διάδοχος της Monika; Όχι, γιατί η Monika έχει ακόμη πολύ δρόμο μπροστά της. Η Ειρήνη Σκυλακάκη έκανε εντύπωση με το "In The Light", το κομμάτι της που ξεχώρισε στο διαγωνισμό του Jumping Fish. Και όταν όλοι άρχισαν να μιλούν για ομοιότητες με τη Monika, κυκλοφόρησε το άλμπουμ τους, αποδεικνύοντας ότι έχει τη δική της, στιβαρή ταυτότητα.
Minor Project - In Colors
Άλλο ένα "τραγούδι του μήνα" από το Jumping Fish, χατζιδακικό και τόσο λυρικό, έρχεται τώρα με το videoclip που τού ταιριάζει.
Monsieur Minimal - Candy Face
Με το τελευταίο του άλμπουμ "Minimal to Maximal", ο Monsieur Minimal απέδειξε ότι μπορεί να γίνει και μαξιμαλιστής. Στο "Candy Face" το επιχειρεί εκεί προς τη μέση, αλλά σύντομα καταλαγιάζει όπως τού ταιριάζει περισσότερο: Φινάλε στο μίνιμουμ.
Cyanna - I Am Cannibal
Νικητές διαγωνισμού κι αυτοί, του Coca-Cola Soundwave αυτή τη φορά, με μπόλικο Nick Cave στο αίμα τους, παρουσιάζουν ένα βίντεο με άγριες ροκ διαθέσεις.
The Noise Figures - Son Of The Bravest Man
Άφησα για το τέλος το πιο ακατέργαστο -και στην εικόνα και στον ήχο- από τα δέκα. Συνάμα, όμως, είναι και το λιγότερο "ελληνικό". Με την έννοια ότι θα μπορούσε να γίνει διεθνές. Βίαιο, αλλά και προσγειωμένο. Αισιόδοξο μέσα στην πλήρη απαισιοδοξία του...
Πώς το "Sherlock" άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε τις τηλεοπτικές σειρές
Το “Sherlock”, η σύγχρονη και πιο μοντέρνα τηλεοπτική εκδοχή των ιστοριών του Sir Arthur Conan Doyle έρχονται σε λίγο καιρό στην ελληνική τηλεόραση και συγκεκριμένα στον OTE TV, κουβαλώντας τα 30 βραβεία που έχει αποσπάσει στις 47 ως τώρα υποψηφιότητές του. Φέρνει μαζί του, όμως, και κάτι ακόμη. Μια διαφορετική αντίληψη για τις τηλεοπτικές σειράς και το πώς τις παρακολουθούμε.
Πώς τις παρακολουθούμε όλοι και όχι μόνο στη Μεγάλη Βρετανία, τις ΗΠΑ ή τον Καναδά, εκεί δηλαδή που έλαβε όλες τις προαναφερθείσες βραβεύσεις. Γιατί ο “Sherlock” παίζεται σε περισσότερες από 100 χώρες παγκοσμίως κι έχει ήδη γίνει ένας από τους βασικότερους λόγους για την ισχυρή κερδοφορία του BBC τα τελευταία χρόνια (να μια ωραία αντίθεση με το από πού αντλούσε έσοδα η ΕΡΤ). Όλοι τον θέλουν σαν τρελοί. Όλοι τον βλέπουν σαν τρελοί.
Προφανώς γιατί ο “Sherlock” είναι μια πολύ καλή σειρά. Αυτό, όμως, που έχει περισσότερη σημασία στο «σαν τρελοί» της προηγούμενης παραγράφου είναι ότι η διάθεση δεν αλλάζει, παρότι ο τρόπος που προβάλλεται η συγκεκριμένη παραγωγή είναι διαφορετικός από αυτόν που έχουμε συνηθίσει. Να εξηγηθώ: Οι πρώτες του δύο σεζόν είχαν 3 επεισόδια η καθεμία. 3 μόνο. 6 σύνολο. Διήρκεσε η πρώτη από τον Ιούλιο μέχρι τον Αύγουστο του 2010 και η δεύτερη έπιασε λίγο από τον Ιανουάριο του 2012, στη Μεγάλη Βρετανία. Αυτό ήταν όλο κι όλο. Πρόκειται, βέβαια, για επεισόδια των 90 λεπτών, κανονικές ταινίες δηλαδή, αλλά το θέμα παραμένει: Τι κάνεις μέχρι να βγει ο επόμενος κύκλος; Στην περίπτωση του “Sherlock” κάνεις υπομονή και περιμένεις με αγωνία. Και το ξαναβλέπεις, βέβαια… Ξανά και ξανά.
Η αλήθεια είναι ότι η σειρά έχει συζητηθεί τόσο πολύ που, πέρα από το παρανοϊκό fandom που έχει αποκτήσει στο Tumblr, έγινε γρήγορα αντικείμενο πειρατείας. Από την άλλη, το γεγονός ότι έχει τόσα λίγα επεισόδια, διευκόλυνε αρκετά αυτούς που αντιστέκονται στα παράνομα downloads. Ή, ακόμη κι αν την έχουν δει με το που παίχτηκε στην Αγγλία, οι τεράστιοι χρόνοι αναμονής ανάμεσα στους κύκλους, τους ώθησαν να την ξαναδούν με το ίδιο ενδιαφέρον όταν παίχτηκε στη χώρα τους. Πολλοί αγόρασαν και το DVD.
Ο “Sherlock” απέκτησε εύκολα και γρήγορα ένα πιστό κοινό και κατάφερε να το κρατήσει παρά τα μεγάλα διαστήματα αναμονής. Πρόσθεσε ένα ακόμη τούβλο, έναν ακόμη όροφο καλύτερα, στην πορεία της τηλεόρασης τα τελευταία χρόνια προς μια όλο και πιο «κινηματογραφική» λογική. Το μοντέλο των όλο και πιο σύντομων σε όλο και πιο μεγάλα χρονικά διαστήματα κύκλων βρήκε εδώ την αποθέωσή του (το “Downton Abbey” μοιάζει να έχει τη συχνότητα της «Τόλμης και Γοητείας» μπροστά του). Και πρακτικά διερεύνησε τις πρόσθετες μεθόδους κερδοφορίας, κάνοντας τον εαυτό του παράδειγμα προς μίμηση με την επιτυχία του. Ακόμη κι αν δεν ήταν μια τόσο καλή και πολυβραβευμένη παραγωγή, θα άξιζε να τον μελετήσουμε και μόνο για τον τρόπο που πουλιέται. Σίγουρα θα τον διαδεχθούν κι άλλοι. Και θα μας δώσουν την αφορμή να δούμε αν είναι καθαρά θέμα ανώτερης ποιότητας ή αν η λογική του «στήνω μια αίρεση κι αν θες ακολουθείς» παίζει κι αυτή το ρόλο της…
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
17 Ιουν 2013
Πώς σας φάνηκε λοιπόν το νέο iOS;
Έγραφα τις προάλλες ότι ο επανασχεδιασμός του iOS θα έπαιζε το ρόλο του άσου στο μανίκι της Apple για την επιστροφή στην πορεία που την είχε καλομάθει ο εκλιπών Steve Jobs. Αν ήταν όντως μόνο αυτό, τότε τα νέα δεν είναι καλά. Οι επενδυτές δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενθουσιασμό και η μετοχή της Apple όχι μόνο δεν κέρδισε κάτι την Δευτέρα το βράδυ, όταν παρουσιάστηκε το νέο λειτουργικό για το iPhone και το iPad, αλλά γλίστρησε και λίγο πιο κάτω.
Όμως το νέο iOS δεν είναι μόνο αυτό. Και δεν θα κριθεί τόσο γρήγορα. Η δουλειά που έκανε ο «πολύς» (πάντα ήθελα να το γράψω αυτό) Jonathan Ive, ο σχεδιαστής των πιο ποθητών gadgets που έβγαλε ποτέ η Apple, στο πώς δείχνει το νέο λειτουργικό είναι εντυπωσιακή. Η ίδια η εταιρεία θέλησε να τονίσει τη σχέση του design που έχει πλέον το iOS με εκείνο των συσκευών της, ξεκινώντας από εκεί το διαφημιστικό της βίντεο.
Λιτές γραμμές, πολύ λευκό, πιο ευανάγνωστα γράμματα και –σε πρώτη εντύπωση- πιο εύχρηστα apps είναι αυτό που προσφέρει το iOS 7. Επίσης, θα έρχεται με μερικές νέες λειτουργίες, όπως ο iRadio, η υπηρεσία streaming music που έγραφα προχθές. Αλλά, όταν οι πρώτες εντυπώσεις σβήνουν, αρχίζει ο προβληματισμός. Πώς μπορούν να συγκριθούν οι online υπηρεσίες της Apple με αυτές που προσφέρει η Google; Καλή η ομορφιά, αλλά η ουσία είναι καλύτερη.
Όσο για τις προσθήκες που είναι όντως ουσιαστικές, όπως για παράδειγμα η δυνατότητα στο iPhoto να οργανώνεις τις φωτογραφίες σου ανά περιοχή ή ανά ημερομηνία, εκεί ξέσπασε μια άλλη γκρίνια: η Apple δεν δίστασε να κλέψει ιδέες από αυτόνομους προγραμματιστές που τις πουλούσαν τόσο καιρό για ένα δολάριο στο App Store.
Αλλά, μην είμαστε κι αχάριστοι. Το Control Center, ο νέος, πολύ πιο εύχρηστος τρόπος για να πηγαίνεις κατευθείαν στις πιο βασικές λειτουργίες της συσκευής, δηλαδή, και η ευκολία του multitasking είναι χαρακτηριστικά που δίνουν στο iOS σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι του ανταγωνισμού. Θα αποδειχτεί θέμα συνήθειας η χρήση του και η αναγωγή του σε βωμό λατρείας. Η Apple –ακόμη κι αν χρησιμοποίησε κάπως ανορθόδοξο τρόπο- αποδεικνύει ότι δεν έχει χάσει την επαφή της με τα υψηλά του coolness. Απλά πια δεν βρίσκεται μόνη της εκεί. Και τελικά το μεγάλο στοίχημα παραμένει η παρουσίαση των νέων της συσκευών το καλοκαίρι. Η εμφάνιση ενός νέου iOS είναι ένα ενθαρρυντικό βήμα ότι κάτι κινείται. Αλλά δεν αρκεί από μόνο του. Οψόμεθα, λοιπόν…
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
3 Ιουν 2013
Jimi Hendrix, Miles Davis, Paul McCartney: Το (παραλίγο) απόλυτο supergroup της ιστορίας
Δεν ήταν μυστικό στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ότι οι δύο βιρτουόζοι, ο Miles Davis και ο Jimi Hendrix, ήθελαν να βγάλουν ένα άλμπουμ παρέα. Ο τρομπετίστας και ο κιθαρίστας το συζητούσαν από καιρό. Και πιθανότατα θα είχαν προλάβει να το κάνουν, αν δεν ερχόταν ο αιφνίδιος θάνατος του Hendrix το 1970. Στα ντραμς θα καθόταν ένας ακόμη βιρτουόζος της εποχής, ο Tony Williams, ένας εκ των κορυφαίων τζαζ ντράμερ όλων των εποχών. Αλλά ποιος θα έπαιζε μπάσο;
Η λεπτομέρεια αυτή δεν ήταν γνωστή μέχρι προσφάτως. Και η αποκάλυψή της ανεβάζει το γκρουπ -που δεν προέκυψε ποτέ- στη σφαίρα του μυθικού. Το 1995 η αλυσίδα εστιατορίων Hard Rock Café αγόρασε ένα πακέτο με ροκ memorabilia για να τα χρησιμοποιήσει στα καταστήματά της. Ανάμεσά τους υπήρχε και μπόλικη αλληλογραφία μεταξύ διαφόρων μουσικών. Πριν λίγο καιρό, ένας από τους ανθρώπους της εταιρείας ανακάλυψε ένα τηλεγράφημα με αποστολέα τον Hendrix, ημερομηνία αποστολής τις 21 Οκτωβρίου του 1969 και παραλήπτη τον Paul McCartney!
Γεμάτο ορθογραφικά λάθη, έγραψε πάνω-κάτω το εξής: «Θα ηχογραφήσουμε ένα δίσκο αυτό το σαββατοκύριακο στη Νέα Υόρκη. Τι λες να έρθεις να παίξεις λίγο μπάσο; Τηλεφώνησε στον Allan Douglas στο 212-5812212. Ειρήνη. Jimi Hendrix, Miles Davis, Tony Williams”.
Το τηλεγράφημα έχει πλέον κορνιζαριστεί και μπορεί να το δει όποιος επισκέπτεται το Hard Rock Café της Πράγας. Πέραν του απόλυτου short notice που προκαλεί άπειρα γέλια, η αξία του δεν είναι αμελητέα. Μπορεί το άλμπουμ να μην ηχογραφήθηκε ποτέ, αλλά ο Davis και ο Hendrix το είχαν πάρει απόφαση. Δεν ξέρουμε αν ο McCartney απάντησε και τι, δεν ξέρουμε καν αν γνώριζε τις προθέσεις των δύο Αμερικανών, αλλά το έγγραφο αυτό επιβεβαιώνει τη φήμη που υπήρχε εκείνη την περίοδο ότι οι –μακαρίτες πια– βιρτουόζοι είχαν έτοιμο υλικό για ένα δίσκο. Για λογαριασμό του McCartney είχε απαντήσει τότε ο Peter Brown, βοηθός των Beatles, εξηγώντας ότι ο Βρετανός μουσικός θα έλειπε σε διακοπές για τις επόμενες δύο εβδομάδες. Δεν γνωρίζουμε τι έγινε όταν επέστρεψε.
Ο Stuart Bell, ο εκπρόσωπός του, ενημέρωσε τους δημοσιογράφους πριν λίγες ημέρες ότι αυτή την περίοδο ο Sir Paul McCartney (ο μόνος από τα τέσσερα μέλη του supergroup που ζει ακόμη) βρίσκεται σε περιοδεία, δεν θυμάται άμεσα την υπόθεση και δεν έχει το χρόνο και τα μέσα αυτήν την στιγμή να ψάξει να βρει στα αρχεία του τι είχε ακριβώς συμβεί.
Στην βιογραφία του Miles Davis, πάντως, η ιστορία αυτή αναφέρεται σαφώς (χωρίς την πτυχή McCartney) και δίνεται και η εξήγηση γιατί το σχέδιο τελικά ναυάγησε: Οικονομικές διαφορές χώρισαν τους δύο μουσικούς. Βασικά, ο Davis ήθελε 50.000 δολάρια προκαταβολή για να δεχτεί να ηχογραφήσει, κάτι που ο Hendrix το θεώρησε απαράδεκτο. Η συζήτηση, πάντως, δεν είχε λήξει όταν στις 18 Σεπτεμβρίου του 1970 ο Jimi Hendrix έφυγε αιφνιδιαστικά από τη ζωή.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
22 Μαΐ 2013
Iron & Wine - Ghost On Ghost
Iron & Wine
Ghost On Ghost
(Απρίλιος 2013)
Ο Samuel Beam κάποτε ηχογραφούσε για την Sub Pop. Και τραγουδούσε ψιθυριστά, αλλά επιβλητικά, σκοτεινά, αλλά σαφή διηγήματα. Ήταν lo-fi και indie, όσο lo-fi και indie μπορεί να είναι κάτι τόσο ρουστίκ, όσο η μουσική του. Και ο Samuel Beam, ο μουσικός από τη Νότια Καρολίνα που προτιμούσε να τον φωνάζουν Iron & Wine, ήταν πάνω απ’ όλα folk. Ένα παιδί του λαού, του αγρού, της φύσης. Εσωστρεφής, ωστόσο, και λιγάκι μυστήριος, έμοιαζε κάθε φορά που έβγαζε δίσκο να σού δίνει μια πρόσκληση για να μπεις στο υπνοδωμάτιό του, να τον ακούσεις την ώρα που γρατζουνούσε την κιθάρα ή το μπάντζο του, γυρεύοντας να σκαρώσει νέες μελωδίες.
Όλα αυτά μέχρι το 2007, όταν η μουσική του άρχισε να πλαισιώνεται από γεμάτες ενορχηστρώσεις, από μουσικούς βιρτουόζους, που έπαιζαν τα πάντα και την έκαναν ξαφνικά να ακούγεται τόσο, μα τόσο πλούσια –κοίτα να δεις τι δυναμική έκρυβε μέσα της τόσο καιρό. Ο Iron & Wine είχε βγει απ’ το υπνοδωμάτιο και είχε πάει κατ’ ευθείαν στο Μέγαρο Μουσικής, χωρίς να χάσει ούτε ένα γραμμάριο από την αυθεντικότητα ή την έμπνευσή του στην διαδρομή. Κάποιοι, βέβαια, δίσταζαν να τον ακολουθήσουν σ’ αυτό του το ταξίδι. Διέκριναν μια τάση για μεγαλείο, μια λέξη που δεν θες να την πολυλές αν είσαι indie. 4 χρόνια αργότερα, όντως, η Beam ηχογραφούσε πια για την Warner Bros. Και η μουσική του ήταν ακόμη πιο εύπεπτη. Μπορούσαν πια να την ακούν ακόμη κι εκείνοι που δεν θεωρούσαν εαυτούς indie ή ο,τιδήποτε άλλο παρόμοιο με τους αντίστοιχους περιορισμούς. Όμως η μουσική του παρέμενε αυθεντική και η μοναδική του ικανότητα στο να γράφει γλυκά τραγούδια, χωρίς να καταντά αηδία από το πολύ μέλι, δεν μας άφησε ασυγκίνητους. Προσωπικά, δεν θεωρώ το “Kiss Each Other Clean” (2011) υποδεέστερο των προηγούμενων άλμπουμ του. Ίσα-ίσα που οι ασκήσεις μεγαλείου του με κέρδισαν, αντί να με αποτρέψουν.
Δύο χρόνια μετά πηγαίνει ακόμη παραπέρα τη μετάλλαξή του από έναν κλεισμένο στο σύμπαν του, μελαγχολικό χωριατάκο, σε έναν λαμπερό crooner. Παραδόξως δεν το κάνει με τα εργαλεία της arena rock που έδειχνε να τιθασεύει στο πρόσφατο παρελθόν. Δεν ανεβάζει ρυθμούς, δεν παρακάνει ηλεκτρικό τον ήχο του. Στο πέμπτο του άλμπουμ προτιμά απλά να αφήσει στην άκρη τη μελαγχολία και να προσθέσει λίγο παραπάνω χαμόγελο. Τραγουδά για την αγάπη με έναν τρόπο κάπως ποπ και σε κομμάτια όπως το “The Dessert Babbler” δεν διστάζει να φλερτάρει ακόμη και με τη soft rock. Jazz, soul, funk στοιχεία ξεπετιούνται μια στο τόσο, ήπια πάντα και μετρημένα, τραβώντας πάντως το “Ghost on Ghost” μακριά από τη σφαίρα της folk –το έχουν ξανακάνει κι άλλοι στο παρελθόν αυτό, οι Simon & Garfunkel, ας πούμε, ή οι Beach Boys. Το αποτέλεσμα θα ξενίσει τους παλιούς του οπαδούς. Αλλά θα κερδίσει όσους τον ακολούθησαν σε κάθε του βήμα και επικρότησαν την κάθε του μεταμόρφωση. Ο Iron & Wine στέκεται πια κάπου ανάμεσα στους Belle & Sebastian, τον George Michael και τον δικό του, παλιό, σκοτεινό εαυτό –και μοιάζει να είναι πολύ άνετος με αυτό. Εσύ μπορείς μόνο να τον κατηγορήσεις ότι έχει πια χάσει τον αυθορμητισμό του, αλλά κι αυτό πόσο να του στερήσει από την τελική σούμα, όταν το όλο αποτέλεσμα είναι τόσο μα τόσο ευχάριστο; Ένα; Άντε ενάμισι αστεράκι στα πέντε…
Iron & Wine - Joy
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
Ghost On Ghost
(Απρίλιος 2013)
Ο Samuel Beam κάποτε ηχογραφούσε για την Sub Pop. Και τραγουδούσε ψιθυριστά, αλλά επιβλητικά, σκοτεινά, αλλά σαφή διηγήματα. Ήταν lo-fi και indie, όσο lo-fi και indie μπορεί να είναι κάτι τόσο ρουστίκ, όσο η μουσική του. Και ο Samuel Beam, ο μουσικός από τη Νότια Καρολίνα που προτιμούσε να τον φωνάζουν Iron & Wine, ήταν πάνω απ’ όλα folk. Ένα παιδί του λαού, του αγρού, της φύσης. Εσωστρεφής, ωστόσο, και λιγάκι μυστήριος, έμοιαζε κάθε φορά που έβγαζε δίσκο να σού δίνει μια πρόσκληση για να μπεις στο υπνοδωμάτιό του, να τον ακούσεις την ώρα που γρατζουνούσε την κιθάρα ή το μπάντζο του, γυρεύοντας να σκαρώσει νέες μελωδίες.
Όλα αυτά μέχρι το 2007, όταν η μουσική του άρχισε να πλαισιώνεται από γεμάτες ενορχηστρώσεις, από μουσικούς βιρτουόζους, που έπαιζαν τα πάντα και την έκαναν ξαφνικά να ακούγεται τόσο, μα τόσο πλούσια –κοίτα να δεις τι δυναμική έκρυβε μέσα της τόσο καιρό. Ο Iron & Wine είχε βγει απ’ το υπνοδωμάτιο και είχε πάει κατ’ ευθείαν στο Μέγαρο Μουσικής, χωρίς να χάσει ούτε ένα γραμμάριο από την αυθεντικότητα ή την έμπνευσή του στην διαδρομή. Κάποιοι, βέβαια, δίσταζαν να τον ακολουθήσουν σ’ αυτό του το ταξίδι. Διέκριναν μια τάση για μεγαλείο, μια λέξη που δεν θες να την πολυλές αν είσαι indie. 4 χρόνια αργότερα, όντως, η Beam ηχογραφούσε πια για την Warner Bros. Και η μουσική του ήταν ακόμη πιο εύπεπτη. Μπορούσαν πια να την ακούν ακόμη κι εκείνοι που δεν θεωρούσαν εαυτούς indie ή ο,τιδήποτε άλλο παρόμοιο με τους αντίστοιχους περιορισμούς. Όμως η μουσική του παρέμενε αυθεντική και η μοναδική του ικανότητα στο να γράφει γλυκά τραγούδια, χωρίς να καταντά αηδία από το πολύ μέλι, δεν μας άφησε ασυγκίνητους. Προσωπικά, δεν θεωρώ το “Kiss Each Other Clean” (2011) υποδεέστερο των προηγούμενων άλμπουμ του. Ίσα-ίσα που οι ασκήσεις μεγαλείου του με κέρδισαν, αντί να με αποτρέψουν.
Δύο χρόνια μετά πηγαίνει ακόμη παραπέρα τη μετάλλαξή του από έναν κλεισμένο στο σύμπαν του, μελαγχολικό χωριατάκο, σε έναν λαμπερό crooner. Παραδόξως δεν το κάνει με τα εργαλεία της arena rock που έδειχνε να τιθασεύει στο πρόσφατο παρελθόν. Δεν ανεβάζει ρυθμούς, δεν παρακάνει ηλεκτρικό τον ήχο του. Στο πέμπτο του άλμπουμ προτιμά απλά να αφήσει στην άκρη τη μελαγχολία και να προσθέσει λίγο παραπάνω χαμόγελο. Τραγουδά για την αγάπη με έναν τρόπο κάπως ποπ και σε κομμάτια όπως το “The Dessert Babbler” δεν διστάζει να φλερτάρει ακόμη και με τη soft rock. Jazz, soul, funk στοιχεία ξεπετιούνται μια στο τόσο, ήπια πάντα και μετρημένα, τραβώντας πάντως το “Ghost on Ghost” μακριά από τη σφαίρα της folk –το έχουν ξανακάνει κι άλλοι στο παρελθόν αυτό, οι Simon & Garfunkel, ας πούμε, ή οι Beach Boys. Το αποτέλεσμα θα ξενίσει τους παλιούς του οπαδούς. Αλλά θα κερδίσει όσους τον ακολούθησαν σε κάθε του βήμα και επικρότησαν την κάθε του μεταμόρφωση. Ο Iron & Wine στέκεται πια κάπου ανάμεσα στους Belle & Sebastian, τον George Michael και τον δικό του, παλιό, σκοτεινό εαυτό –και μοιάζει να είναι πολύ άνετος με αυτό. Εσύ μπορείς μόνο να τον κατηγορήσεις ότι έχει πια χάσει τον αυθορμητισμό του, αλλά κι αυτό πόσο να του στερήσει από την τελική σούμα, όταν το όλο αποτέλεσμα είναι τόσο μα τόσο ευχάριστο; Ένα; Άντε ενάμισι αστεράκι στα πέντε…
Iron & Wine - Joy
21 Μαΐ 2013
Ray Manzarek: 1939 - 2013
Στο άκουσμα του ονόματος της μπάντας, το μυαλό σου πηγαίνει αυτόματα σε μια φιγούρα. The Doors σημαίνει Jim Morisson όσο τίποτε άλλο. Στο άκουσμα, όμως, του ήχου τους, της μουσικής τους, κρατάς το μυστήριο και την παραισθησιογόνα ρευστότητα των πλήκτρων του Ray Manzarek. Όταν ο συνιδρυτής της μπάντας έφυγε χθες από τη ζωή, σε ηλικία 74 ετών, μετά από πολυετή μάχη με τον καρκίνο, ο John Densmore, ο ντράμερ των Doors, έκανε μια δήλωση που συμπυκνώνει όλα τα παραπάνω: «Δεν υπήρξε άλλος κιμπορντίστας στον πλανήτη πιο κατάλληλος από τον Ray να στηρίξει τους στίχους του Jim».
Η ιστορία της γνωριμίας των δύο είναι γνωστή: στη σχολή κινηματογράφου του UCLA (o Manzarek είχε κι άλλο πτυχίο, Οικονομικών από το Πανεπιστήμιο DePaul, όπου και είχε πρωτοξεκινήσει να παίζει μουσική). Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’60, μια εποχή που η Καλιφόρνια την ζούσε υπό την επήρεια παραισθησιογόνων… Η καλλιτεχνική παραγωγή ως εκ τούτου βρισκόταν στο απόγειό της και η τεράστια προσφορά, που υπολειπόταν της ζήτησης, έκανε τον παράγοντα τύχη καθοριστικό στοιχείο στη επιτυχία ή όχι μιας μπάντας. Στην περίπτωση των Doors η τύχη ήταν εκεί, αλλά η προσωπικότητα του Morisson και το ταλέντο του Manzarek έπαιξαν μεγαλύτερο ρόλο.
Ο Manzarek γεννήθηκε στο Σικάγο, από γονείς πολωνικής καταγωγής. Πιθανότατα δεν θα είχε φτάσει ποτέ στην Καλιφόρνια, στο LSD και στους Doors αν το όνειρο της ζωής του είχε μπει σε ράγες από νωρίς: ήθελε να παίξει επαγγελματικό μπάσκετ. Αλλά δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλός για το σπορ (1,84 μ.). Στο σχολείο ήταν ένα δυνατό «τεσσάρι», όταν όμως μεγάλωσε χωρίς να ψηλώσει άλλο, οι προπονητές του επέμεναν ότι έπρεπε να μάθει να παίζει γκαρντ. Ο Manzarek δεν έδειξε καμία διάθεση να αλλάξει το στυλ παιχνιδιού του, παράτησε το μπάσκετ και στο πανεπιστήμιο ασχολήθηκε με τη μουσική.
Έπαιζε διαφόρων ειδών πλήκτρα. Στις συναυλίες των Doors, οι οποίοι δεν είχαν μπασίστα για μόνιμο μέλος τους (χρησιμοποιούσαν διάφορους στις ηχογραφήσεις των δίσκων τους μόνο), έπαιζε ταυτόχρονα δύο όργανα. Το ένα ήταν keyboard για να καλύψει τις χαμηλές νότες του μπάσου. Το άλλο, βέβαια, ήταν το θρυλικό Vox Continental, το ηλεκτρικό πιάνο που χρησιμοποιούσαν οι περισσότεροι ψυχεδελικοί μουσικοί της εποχής. Αργότερα το άλλαξε για το Gibson G-101 Kalamazoo, που έβγαζε παρόμοιο ήχο, αλλά είχε κοκάλινα πλήκτρα, άρα πιο γερά από τα πλαστικά του Vox Continental που συχνά διαλύονταν στις ζωντανές εμφανίσεις των Doors όταν ο Manzarek τα έδινε όλα πάνω στα keyboards του.
Οι Doors έβγαλαν δύο άλμπουμ μετά το θάνατο του Morisson και ήταν ο Manzarek που ανέλαβε να τραγουδήσει. Γενικά, η επιμονή του να διατηρήσει ζωντανό το θρύλο της μπάντας (θα θυμάσαι ίσως την θλιβερή εμφάνισή τους στον Λυκαβηττό, λίγο μετά το Euro του 2004, με τις φανέλες της Εθνικής Ελλάδας) τον έκαναν κάπως αμφιλεγόμενο από το 1971 και μετά. O Densmore διαφώνησε με τους χειρισμούς του Manzarek και δεν δέχτηκε να τον ακολουθήσει στις διάφορες αναβιώσεις του θρυλικού γκρουπ των ‘60s, κάτι που έκανε μετά χαράς ο κιθαρίστας Robby Krieger.
Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι τα κίνητρα του Manzarek ήταν διαφορετικά από του Krieger. Ενώ ο δεύτερος ήθελε όντως να εξαργυρώσει τη συμμετοχή του σε ένα από τα πιο δημοφιλή ροκ συγκροτήματα της ιστορίας, για τον κιμπορντίστα και συνιδρυτή των Doors το στοίχημα ήταν άλλο. Να αποδείξει ότι ήταν εξίσου ισχυρός παράγοντας της επιτυχίας τους με τον Jim Morisson. Ο Manzarek ήταν σαν να διαιωνίζει έναν (συγκαλυμμένο τα χρόνια της ύπαρξής του) ανταγωνισμό ακόμη και μετά το θάνατο του ενός εκ των δύο «αντιπάλων». Έφυγε από τη ζωή χωρίς ποτέ να καταφέρει να χωνέψει ότι για την συντριπτική πλειονότητα των φίλων της μουσικής The Doors σημαίνει Morisson.
Η μουσική του προσωπικότητα, πάντως, θα μείνει αθάνατη. Θα είναι εκεί κάθε φορά που θ’ ακούγεται η εισαγωγή του “Light My Fire”. Θα σε απειλεί σε κάθε “Waiting For The Sun”, θα σε ανεβάζει σε κάθε “Hello, I Love You”, θα τρυπώνει στο υποσυνείδητό σου με κάθε “Love Me Two Times”. Η δική του, ψυχεδελική, σφραγίδα όρισε τον ήχο των Doors. Χωρίς αυτόν, ο Morisson πιθανότατα θα ήταν ένας σπουδαίος ποιητής, χωρίς όμως να είχε γίνει ροκ σταρ.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)