13 Ιουν 2008

Κόκκινη στο οξυζενέ

Η μόνη δικαιολογία που μπορώ να δώσω στον διαιτητή για την αποβολή του σπουδαιότερου ποδοσφαιριστή του φετινού Euro είναι το βαμμένο του μαλλί. Δίνει έτσι στον Μπάστιαν Σβάινστάιγκερ την ευκαιρία να πάει να το επαναφέρει στο φυσικό του, "άριο", ξανθό και να σταματήσει να ξεφτιλίζει έτσι την εικόνα των πάντσερ, περιφέροντας στα γήπεδα αυτή την πλατινέ αηδία.

12 Ιουν 2008

Μήπως η Diora Baird είναι θεά;






Δεν έχω δει ακόμη τους "Γαμομπελάδες" και πιθανόν γι' αυτό δεν την έχω πάρει είδηση. Είδα όμως κάποιες φωτογραφίες της κι έπαθα σοκ...


10 Ιουν 2008

Αλέξανδρος Θεοφιλόπουλος, μέρος δεύτερον

(Συνεχίζω να μην βρίσκω πουθενά στο Internet φωτογραφία του κορυφαίου Έλληνα σπορτκάστερ και γι' αυτό στολίζω το σημερινό post με μια εικόνα του μεγάλου μαέστρου Αλέξανδρου Θεοφιλόπουλου.)

"Το έχουμε ξαναπεί. Το ποδόσφαιρο παίζεται με δύο ομάδες. Αν παιζόταν με μία, θα έγραφε ο διαιτητής ένα αποτέλεσμα της αρεσκείας του και όλοι θα ήταν ευχαριστημένοι". Άλλο ένα απαύγασμα της σοφίας του κυρ-Αλέκου Θεοφιλόπουλου, όπως αποτυπώθηκε στο υπέροχο χθεσινό ματς της Ιταλίας με την Ολλανδία. Κατ' αρχάς είναι ο πληθυντικός. Ο κυρ-Αλέκος ποτέ δεν θα πει "εγώ", θα πει "εμείς", σίγουρος ότι πίσω του συναθροίζεται ένα ποδοσφαιρόφιλο πλήθος με την ίδια φιλοσοφική προσέγγιση του αθλήματος που έχει κι ο ίδιος.

Έπειτα είναι αυτό το θολόν του συμπεράσματος. Δηλαδή ποιοι όλοι θα ήταν ευχαριστημένοι; Αν την ίδια πρόταση είχε προσπαθήσει να την πει ο Ντεριντά, τα πράγματα θα ήταν πιο σαφή. Όχι όμως με τον κυρ-Αλέκο, που ακριβώς όπως ο άλλος κυρ-Αλέκος, ο Αλαβάνος (με μούσι και γυαλί κι εκείνος -προφανώς αυτό έχει θεσπιστεί ως το look του σύγχρονου Έλληνα αμπελοφιλόσοφου) θα πει κάτι μεγαλεπήβολο χωρίς ποτέ κανείς να καταλάβει τι είπε. Αν ο διαιτητής γράψει 3-0 υπέρ της ομάδας που δεν κατέβηκε στο γήπεδο, θα είναι ευχαριστημένοι οι αντίπαλοί της που πήγαν κανονικά να αγωνιστούν; Προφανώς, για να λέει ο κυρ-Αλέκος "όλοι" κάποια μυστική συνομωσία έχει πλεχθεί, σαν κι εκείνη που στέρησε από τη Βραζιλία το Μουντιάλ του '98, σαν κι εκείνη που έδωσε στη δική μας εθνική του Euro 2004. Αλλά είπαμε: "με αυτά δεν θα ασχοληθούμε"...

Ο Αλέξανδρος (όπως θέλει να τον φωνάζουμε) Θεοφιλόπουλος είναι για το Euro ό,τι κι ο Ρακιντζής για την Eurovision. Λίγοι μπορούν να καταλάβουν το μεγαλείο του, αλλά όλοι τον παρακολουθούν φανατικά και ξεσηκώνονται κάθε φορά που ακούγεται η φωνή του. Έχω ακούσει ότι πριν πολλά χρόνια, στο Πρωτάθλημα Τύπου, είχε ξεσπάσει με πολύ άγριο τρόπο εις βάρος ενός διαιτητή, στέλνοντάς τον στο νοσοκομείο. Μπορεί και να μην ισχύει αυτή η ιστορία. Στις δημοσιογραφικές παρέες -ειδικά τις αθλητικές- μεγεθύνονται συχνά από στόμα σε στόμα, σαν σε σπασμένο τηλέφωνο, ασήμαντα περιστατικά και γίνονται θρύλοι που ούτε η φαντασία του Τόλκιν δεν θα μπορούσε να επινοήσει. Ωστόσο, αν η ιστορία αληθεύει, ένα ακόμη κομμάτι του παζλ συμπληρώνεται. Χρόνια μετά, ο κυρ-Αλέκος επιμένει: "εμείς δεν ασχολούμαστε με την διαιτησία". Αλλά τη σφάζει με το γάντι ("άμα βγάλουν τα μαύρα, ίσως")

Θα κλείσω με μια συγκλονιστική ιστορία, απόδειξη του μεγαλείου της κρατικής τηλεόρασης. Οταν στο ματς Πορτογαλία - Τουρκία (αν δεν κάνω λάθος) του Euro '96 είχε πει την ατάκα περί των τσιρότων που ανέβασα χθες, τηλεφώνησα με ένα φίλο μου στην ΕΡΤ για να αποκαταστήσουμε την αλήθεια. Η τηλεφωνήτρια μας είχε συνδέσει τότε με τον αρχισυντάκτη βάρδιας (δεν θα πω το όνομά του, σήμερα είναι γνωστός σπορτκάστερ σε ιδιωτικό κανάλι), ο οποίος άκουσε υπομονετικά την εξήγησή μας και στη συνέχεια το ξέσπασμά μας ("δεν είναι δυνατόν το κρατικό κανάλι να λέει τέτοιες ηλιθιότητες") και μας απάντησε με το απολύτως αφοπλιστικό: "Τι να κάνω εγώ ρε παιδιά που έχουν στείλει στην Αγγλία τον βλάκα;". Λίγες ημέρες μετά η ΕΡΤ γύρισε πίσω στην Αθήνα τον κυρ-Αλέκο, επειδή είχε βγει κι έκανε δηλώσεις στον ΑΝΤ1. Τουλάχιστον αυτή ήταν η επίσημη δικαιολογία...

(Εδώ μια συνέντευξη του κυρ-Αλέκου στο περιοδικό "Sporty")

9 Ιουν 2008

3-0 στην πρεμιέρα του κυρ-Αλέκου Θεοφιλόπουλου

Για έναν άνθρωπο με τις εμπνεύσεις του Αλέξανδρου Θεοφιλόπουλου, είναι εξαιρετικά άδικο το ότι το Internet δεν του έχει επιφυλάξει την αποθέωση, τουλάχιστον με ένα πορτρέτο του. Πραγματικά είναι αδύνατον να βρεις φωτογραφία του... Τελικά κατέληξα να χρησιμοποιήσω αυτήν του Ιωάννη Θεοφιλόπουλου, του πυρπολητή της επανάστασης, για να μείνω όσο πιο κοντά μπορώ στο θρυλικό αυτό όνομα.

Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να παρακολουθήσω το Euro χωρίς τον κυρ-Αλέκο. ΟΚ, η αλήθεια είναι ότι μετά το αποψινό ματς όλοι θα μιλάνε αύριο για τα τρία γκολ των Ολλανδών και το πόσο εύκολο είναι -ακόμη κι όταν είσαι η Πρωταθλήτρια Κόσμου- να ξεφτιλίζεσαι με ένα οφσάιντ και δύο τέρματα στην κόντρα, δευτερόλεπτα μόλις αφ' ότου τα δικά σου σουτ αποκρούσθησαν πάνω στη γραμμή... Υπό αυτό το πρίσμα, το σπικάζ του κυρ-Αλέκου ήταν απλά το αλατοπίπερο σ' ένα εξαιρετικά καλοψημένο φιλέτο. Ξέρω όμως ότι το επόμενο ματς δεν θα είναι τόσο ενδιαφέρον (το υπόλοιπο Euro ως τώρα παρέχει σαφείς ενδείξεις) και εκεί ο κυρ-Αλέκος θα δώσει το σόου που του αρμόζει.

Όπως το '96 που είχε πει την αγαπημένη μου ατάκα, όταν είδε τα τσιρότα που άνοιγαν το διάφραγμα στη μύτη των αθλητών και διευκόλυναν την αναπνοή (τρελλή μόδα τότε, μετά τα φορούσαν μόνο όσοι ροχάλιζαν...): "Τα τσιρότα αυτά, για να μην αναρωτιέστε, είναι για τις εναέριες μονομαχίες". Χμμμ. Σχεδόν τόσο σουρεάλ όσο το σημερινό: "Με την διαιτησία δεν ασχολούμαστε, όσο οι διαιτητές φοράνε τα μαύρα". Εκτός του ότι οι διαιτητές μόνο μαύρα δεν φοράνε πια, έστω ότι σκάνε με ροζ πουά φανέλες και φυστικί σορτσάκια με μαργαρίτες, τι θα αλλάξει; Στο τέλος του ματς ο κυρ-Αλέκος έκανε μέχρι και έκκληση στον Παναγιώτη Βαρούχα να πάει γρήγορα στο στούντιο για σχολιάσει τα φαλτσοσφυρίγματα...

The Queen of Rockabillly

Το πρωί έπεσα πάνω σε ένα cd με διάφορα τραγούδια που είχε μαζέψει ο Αλέξης των Last Drive και των Earthbound για μια εκπομπή που είχαμε κάνει κάποτε μαζί στο Kosmos. Εδώ και δέκα ώρες ακούω συνέχεια στο repeat το ίδιο τραγούδι, ένα από τα πιο καβλιάρικα ροκαμπίλια που έχουν γραφτεί ποτέ από την τρισμέγιστη Wanda Jackson.
Bρήκα και μια πρόσφατη εκτέλεση, που αποδεικνύει ότι, αν το 'χεις μέσα σου, δεν υπολογίζεις το πέρασμα του χρόνου.

Δεν θυμάμαι να έχω διαβάσει καλύτερες απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο του Προυστ

John Cusack
He may be sewn into memory holding a boom box above his head, but John Cusack, 41, will display his gravity in War, Inc., a political satire he also wrote and produced, which is featured at the Tribeca Film Festival this month. Here, the romantic-comedy veteran shows his pensive side.
illustration by Risko June 2008
What is your current state of mind?
Bloodied and slightly doom-struck, but I am comfortable with these themes. I remain basically unbowed.
What is your greatest fear?
Beyond the normal issue of the mortality of my nearest and dearest, strangely it is a fear of inertia. If I stop, I may not be able to start again.
What is the trait you most deplore in yourself?
Whenever I’m lazy enough to assume people think like me. It’s a kind of vanity that gets me in trouble a lot. Also, I tend to project a purity of heart into people who impress me, which is very child-like.
What is the trait you most deplore in others?
The inability to think for themselves. Or the need to define one’s core in five-minute sound bites. Which living person do you most admire?
Living? Nelson Mandela would have to go down as one of the three great figures of the last century.
Which living person do you most despise?
Very tough question. They exist in the realm of war profiteers. These men and women are the lowest form of human consciousness, truly and completely spiritually fucked. Theirs is an amazing satanic dance: create a new market with war, bar competitors from the aftermath, then pay your own companies at a cost-plus basis, which guarantees profits, all at the taxpayers’ expense. They are the biggest welfare freaks on the planet.
On what occasion do you lie?
Only when awake or speaking or looking at someone …
What or who is the greatest love of your life?
The great white buffalo.
When and where were you happiest?
Hunting it.
Which talent would you most like to have?
Music. It seems the closest art to prayer and where the shamans roam.
If you could change one thing about yourself, what would it be?
Take myself less seriously. And I would try not to be famous for at least a week or two as an adult.
What do you consider your greatest achievement?
I couldn’t say I have one besides the small amount of good I’ve done for other people.
If you were to die and come back as a person or thing, what do you think it would it be?
An angelic (not demonic) non-corporeal presence. Would like to travel light.
What is your favorite occupation?
It would be great to be a medium.
Who are your favorite writers?
I can only speak to what has inspired me lately—meaning stuff I have read or reread by Garry Wills, Bob Dylan, Cormac McCarthy, Mark Leyner, Naomi Klein, Hunter S. Thompson, and J. D. Salinger.
Who is your favorite hero of fiction?
Just happened to reread Salinger, and Zooey Glass made me very happy indeed.
Who are your heroes in real life?
Let’s go with Jesus. Not the gay-hating, war-making political tool of the right, but the outcast, subversive, supreme adept who preferred the freaks and lepers and despised and doomed to the rich and powerful. The man Garry Wills describes “with the future in his eyes … paradoxically calming and provoking,” and whom Flannery O’Connor saw as “the ragged figure who moves from tree to tree in the back of [one’s] mind.”
What are your favorite names?
I like the name Doctor Zhivago.
What is your greatest regret?
That I have lived selfishly or fearfully (when I have).
How would you like to die?
While dreaming—would be a great transition.
What is your motto?
An old Yugoslavian proverb I always come back to: “Tell the truth and run.”

8 Ιουν 2008

Ο Κόναν ο Βάρβαρος, ο Μωάμεθ ο Πορθητής και ο Γκάλασεκ ο έμπειρος

Ήλθε επιτέλους αυτή η υπέροχη εποχή του χρόνου όπου η Άνα Ιβάνοβιτς μπορεί να σκαρφαλώνει ατσούμπαλη μέσα στο ροζ φορεματάκι της, αλλά περιχαρής στις κερκίδες του "Φιλίπ Σατριέ" για να αγκαλιάσει τους δικούς της, όπου οι δύο κορυφαίοι ίσως τενίστες όλων των εποχών, ο Φέντερερ και ο Ναδάλ, δίνουν το ετήσιο ραντεβού για μια μάχη μέσα στο κοκκινόχωμα, όπου απίθανοι τύποι -άγνωστοι μέχρι πρότινος- αμολιούνται σε μια κούρσα με άλλους επτά αντιστοίχου απιθανότητος τύπους και τρέχουν τα 100 μ. σε 9 δευτερόλεπτα και 72 εκατοστά, όπου παιδάκια με ακμή ονειρεύονται να πιάσουν το "χαμηλό" όριο για τους Ολυμπιακούς, όπου οι Έλληνες σπορτκάστερ νιώθουν τη δύναμη να εκστομίζουν ατάκες που θα μείνουν στην ιστορία, όπως "το πειρατικό", "ο γερο-Γιοβάισα" και "Γκάλασεκ ο Έμπειρος" (περίπου όπως θα λέγαμε "Κόναν ο Βάρβαρος" ή "Μωάμεθ ο Πορθητής").

Ειδικά κάθε τέσσερα χρόνια, αυτή η τέλεια εποχή είναι ακόμη τελειότερη. Κυττάζω πίσω στη ζωή μου στις τρεις τελευταίες Ολυμπιάδες: Το 2000 ήμουν ακόμη εκεί, έτρεχα από μήτινγκ σε μήτινγκ κάθε εβδομάδα, παλεύοντας με ανόητους τραυματισμούς σε κάθε απίθανο σημείο του σώματός μου, έριχνα αυθάδικες σπρωξιές λίγο πριν κτυπήσει το καμπανάκι σε μέλλοντες Ολυμπιονίκες, τά 'πινα το βράδυ με προπονητές-μεγαλέμπορους ντόπας, μάθαινα βουλγάρικα από την μικρούλα Τερέζα που πέντε μήνες μετά πήγαινε στο Σίδνεϊ και κέρδιζε χρυσό μετάλλιο στο τριπλούν...

Το 2004 ήμουν εκεί, από την άλλη μεριά. Έλεγα καλή τύχη από κοντά -χωρίς να πιστεύω ότι είχαν έστω και μία πιθανότητα στις εκατό- στον Μπασινά και τον Γκούμα λίγα λεπτά πριν ξεκινήσει το ματς με την Ισπανία, συνειδητοποιούσα ότι είχε έρθει ο καιρός να "νοικοκυρευτώ" στους πανηγυρισμούς για το Euro, έδινα το καθημερινό μου σόου στην καρδιά των Ολυμπιακών Αγώνων, κάτω από τη στέγη του Καλατράβα, σε μια έγχρωμη οθόνη που μου έκανε την τιμή να με φιλοξενεί παρέα με τον Σεργκέι Μπούμπκα, τον Τζόναθαν Έντουαρντς, τον Σεμπ Κόου...

Το 2008 με πονάει ο αχίλλειος, έχω αρχίσει να κάνω μπυροκοιλιά, και το άλλοτε πυκνό μαλλί δεν στρώνει πια με τίποτε -ειδικά στις περιοχές πάνω από την διαφαινόμενη φαλάκρα. Αλλά μαζεύω ακόμη χαρτάκια Panini, μαθαίνω ακόμη όλα αυτά που δεν μπορούσα να μάθω επειδή ο στίβος μου απαγόρευε οποιαδήποτε ενασχόληση με άλλο σπορ (π.χ. πώς να κάνω σερβίς) κι ετοιμάζομαι να κάνω διακοπές σε ένα σερφοχώρι, να ξυπνάω επτά το πρωί και να πλανάρω μέχρι να δύσει ο ήλιος. Και, φυσικά, όποτε βρω ευκαιρία, ανοίγω την τηλεόραση -αυτή την άχρησtη συσκευή που παραμένει κλειστή όλο το υπόλοιπο του χρόνου- και απολαμβάνω τις πιο ωραίες αθλητικές μάχες της ζωής μου. Και μετά, παίρνω τηλέφωνο έναν κολλητό και ξαναπαίζουμε το ματς που είδαμε στο Pro!

Και με αυτά τα πολύ απλά πράγματα είμαι ευτυχισμένος.

Summertime Sunday: ο κανόνας (μέρος β')

(Κάθε κυριακή του καλοκαιριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, του Γκέρσουιν - και μετά ο Αθήναιος προτείνει τη συνταγή που ταιριάζει)
Το λατρεύω αυτό το εξώφυλλο. Νομίζω ότι είναι ένα από τα ομορφότερα εξώφυλλα στην ιστορία της τζαζ δισκογραφίας - μιας δισκογραφίας που περιλαμβάνει εκατοντάδες υπέροχα εξώφυλλα, τόσα που μπορείς να φτιάξεις μια πινακοθήκη. Πεθαίνω που δεν εμφανίζονται τα κεφάλια του Μάιλς και της ανώνυμης κοπέλας στη φωτογραφία, βρίσκω υπέροχη αυτήν την λεπτομέρεια, την αίσθηση χαλαρότητας, τον άνετο τρόπο με τον οποίο εκείνη αγγίζει την τρομπέτα που αναπαύεται στα γόνατά του (ναι, ξέρω, είναι λίγο εξώφθαλμο το σεξουαλικό υπονοούμενο, αλλά δεν πειράζει). Λιγώνομαι με τα χρώματα, με το ότι το όλο πράγμα είναι λίγο φλου - κυρίως με το ότι από την πρώτη ματιά καταλαβαίνεις ότι αυτό που θα ακούσεις είναι η ιστορία ενός ζευγαριού, του Πόργκι και της Μπες.
Δεν είναι όμως γι' αυτό κλασική η ηχογράφηση. Δεν είναι το εξώφυλλο που κάνει εμβληματικό το Porgy&Bess του Μάιλς Ντέιβις και του Γκιλ Έβανς, αλλά το περιεχόμενο. Οι δυο ιδιοφυΐες, είχαν δημιουργήσει ένα νέο μουσικό ρεύμα στα τέλη της δεκαετίας του '40, όταν ηχογράφησαν το "Birth of the Cool", εντάσσοντας στη τζαζ στοιχεία από το έργο συνθετών όπως ο Ντεμπυσί και ο Ραβέλ. Τι καλύτερο από μια τζαζ όπερα για να τεθούν σε εφαρμογή οι αρχές της cool jazz; Ο Έβανς ξεπέρασε τον εαυτό του στην ενορχήστρωση, καλώντας τα πνευστά να απλώνουν στρώσεις συναισθημάτων, καθώς αφηγούνται την ιστορία. Είναι όμως ο Μάιλς με την υπέρκομψη (τότε) τρομπέτα του που καλείται να παίξει το ρόλο του κεντρικού αφηγητή- ή μάλλον να υποδυθεί όλους τους ρόλους: το αρσενικό, το θηλυκό, την άδικη μοίρα και την ίδια την ιδέα της Κάθαρσης, με έναν τρόπο που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να κάνει. Ακούς το Summertime σ' αυτήν την αξεπέραστη εκτέλεση και δεν σου λείπουν καθόλου οι στίχοι: είναι τόσο πλήρες, τόσο περιεκτικό, τόσο τέλειο.

7 Ιουν 2008

Django Weekend: I found a new baby!

Συνεχίζω την απόπειρα συμφιλίωσης του κοινού του "Πο Πο Culture" με την ιδιοφυΐα του Τζάνγκο Ράινχαρντ με το μοναδικό δόλωμα που καταλαβαίνει ένας ανυπόμονος πρώην χεβιμεταλάς: μια θελκτική γυναίκα. Στο ρόλο για το σημερινό επεισόδιο η Κέιτ Μπέκινσεϊλ, που της έχω τεράστια αδυναμία. Μου αρέσει ο τρόπος που αλλάζει ρόλους, που τη μια παίζει μια τυπική ρομαντική γλυκιά καστανή και την άλλη φοράει τα δερμάτινα και ξεπαστρεύει βαμπίρ, στοιχειώνοντας για πάντα τις ερωτικές φαντασιώσεις ανδρών με πρόβλημα ακμής.
Τρελαίνομαι για την ανασηκωμένη μυτούλα της και τον ελαφρύ της προγναθισμό, για το γεγονός ότι φορά γυαλιά, ή για το ότι μπορεί πότε να βγάζει κομψότητα και αριστοκρατικότητα και την άλλη μια vulgarite που μόνο μια γνήσια λαϊκή βρετανίδα μπορεί να διαθέτει. Το egotastic, από όπου έκλεψα τη φωτογραφία, έχει συγκεντρώσει μερικές από τις αδιανόητες ατάκες που έχει πει σε συνεντεύξεις (π.χ. "το αγαπημένο σημείο στο σώμα μου είναι το αιδοίο μου") και που έχουν κάνει τους προαναφερθέντες άντρες να παθαίνουν κρίσεις επιληψίας. Ανυπομονώ να τη δω στο Whiteout, στο ρόλο μιας από τις πιο ενδιαφέρουσες ηρωίδες που έχει γεννήσει το σύγχρονο κόμικ (αν και δεν μπορώ να τη φανταστώ να χάνει τα δάχτυλά της από κρυοπαγήματα στην Ανταρκτική). Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια γυναίκα που ξέρει να παίζει με την εικόνα της και να το διασκεδάζει, που μπορεί να είναι ταυτόχρονα αντικείμενο πόθου και "one of the guys" - όταν την είδα σ 'αυτή την (εντελώς σικέ) φωτογράφιση του περιοδικού "Mean" , το iPod του μυαλού μου άρχισε να κουδουνίζει από τον ήχο του φλεγόμενου βιολιού του Stephane Grappelly και την αεικίνητη κιθάρα του Django Reinhardt στο I've found a new baby. Μετά, ανακάλεσα την εκτέλεση του Charlie Christian, του ανθρώπου που ανακάλυψε την ηλεκτρική κιθάρα - πιο cool αυτός, με το κλαρινέτο του Benny Goodman σε πρώτο πλάνο. Στη συνέχεια πέρασα στο παιχνιδιάρικο πιάνο του Nat "King" Cole, το σαξόφωνο του Lester Young και τα ντραμς του Buddy Rich. Αλλά, επειδή το θέμα είναι η συμφιλίωση με την "κάφρικη" πλευρά του εαυτού μας, μπροστά στην Κέιτ Μπέκινσεϊλ απλώς τραγουδάμε με τις αγριοφωνάρες μας, όπως έκανε στα μέσα των '90s ο Jimbo Mathews, με την νεο-σουίνγκ μπάντα των Squirrel Nut Zippers (στους οποίους χρωστάω ένα ξεχωριστό, διεξοδικό post).

5 Ιουν 2008

"I got a tombstone hand and a graveyard mind, I lived long enough and I ain't scared of dying"

Τι να γράψεις για τον Bo Diddley; Ο άνθρωπος είχε τέτοια αυτοπεποίθηση που το μεγαλύτερό του hit είχε τίτλο το όνομά του. Κυρίως, είχε γράψει μόνος του τον επικήδειό του, εδώ και πενήντα δύο χρόνια, σε ένα από τα πρώτα μεγάλα του σουξέ, τότε που μπόλιαζε τα μπλουζ με αυτό το στοιχειωτικό voodoo jungle ρυθμό:

I walked 47 miles of barbed wire,
To μόνο που θα προσθέσω είναι αυτό που έγραφε στο status της στο facebook μια βαρυπενθούσα φίλη μου "the man who put the 'rock' into rock'n'roll"

4 Ιουν 2008

Αντί Νεκρολογίας...


Αφού ο Αρκάντιν κοιμάται (ή πήζει στη δουλειά), ανέλαβα εγώ να ανεβάσω κάτι για να τιμήσω τη μνήμη του μεγάλου Μπο Ντίντλι.

(Νεκρολογία για το Νίκο Σεργιανόπουλο δεν έχει. Ούτε δοσολογία.)

3 Ιουν 2008

Τον κάβουρα ή το παπαγαλάκι;


Αγαπητή Μαντόνα,
(πήγα να γράψω «αγαπητή κα Ρίτσι», αλλά δεν μου βγήκε -θα καταλάβεις γιατί...) άκου τώρα μια ιστορία: Κατεβαίνω τις προάλλες από την ταράτσα, όπου είχα πάει να μαστορέψω τον ηλιακό, στον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος του τρίτου για να ζητήσω ένα γαλλικό κλειδί. Ψάχνει ο άνθρωπος, δεν βρίσκει, επιστρέφει με δύο άλλα εργαλεία. «Τον κάβουρα ή το παπαγαλάκι;», με ρωτάει; Αποχωρώ με αμφότερα ανά χείρας και λουσμένος από το φως της αποκάλυψης ανεβαίνω ξανά τα σκαλιά προς την ταράτσα. Ωστε έτσι ονομάζονται αυτά που τόσο καιρό έλεγα «στραβή πένσα» και «το σαν το γαλλικό κλειδί»... Στα 33 μου πια, εργένης που γράφει σε ανδρικό περιοδικό και θεωρητικά είναι σε θέση να συμβουλεύσει για πολλά «αρσενικά» ζητήματα τους ιδίου φύλου αναγνώστες, κι όμως μόλις τώρα μαθαίνω πώς ονομάζονται δύο από τα βασικά μεταλλικά συστατικά της ανδροσύνης. Θέλω να πω, αν δεν ξέρω εγώ από εργαλεία, ποιος περιμένω να ξέρει; Οι επίδοξες Πάρις Χίλτον που σκουντουφλάνε πάνω μου με τα χρυσά τους πεδιλάκια στις κοσμικές βαπτίσεις και τους φανταχτερούς γάμους όπου όλο και συχνότερα με προσκαλούν οι καλοί μου φίλοι (δεν έμειναν κι οι υπόλοιποι της παρέας εργένηδες...);

Το φως της αποκάλυψης γίνεται πραγματικά εκτυφλωτικό με το που ξαναβγαίνω στην ταράτσα. Φοράω τα wayfarers μου, άρα δεν φταίει ο ήλιος. Είναι ο πατέρας μου που με τυφλώνει, σκαρφαλωμένος στην σκάλα, να πασχίζει να ξεβιδώσει την παροχή νερού του ηλιακού με την πένσα. Δεν είναι οπτασία. 33 ετών, εργένης, και τηλεφωνώ ακόμη στον συνταξιούχο μπαμπά μου κάθε φορά που οι υποχρεώσεις μου περιλαμβάνουν σύνθετες έννοιες όπως «μπλακ εν ντέκερ», «μελίγκρα», «βραχυκύλωμα»... Αρχίζει να με πιάνει κρίση συνείδησης, κρίση ηλικίας, κρίση ολική. Σχεδόν τολμάω να βγάλω τα χέρια από τις τσέπες και να τον βοηθήσω. Μέχρι να το πάρω απόφαση, δεν υπάρχει πια ανάγκη. Το παπαγαλάκι δίνει τη λύση, κατεβαίνουμε να ξαποστάσει στο διαμέρισμά μου, βλέπει τα αυτοκόλλητα της Panini πάνω στο τραπέζι. «Μα ακόμη μαζεύεις χαρτάκια; Κοτζάμ γαϊδούρι; Κι αυτή η κιθάρα τι είναι;».

Είναι η πλαστική κιθάρα του Guitar Hero, την συνδέω με το Xbox μου και πατώντας τα κουμπάκια που μου δείχνει η τηλεόραση, ροκάρω μαζί με τους Stones και τους Sabbath, τους Kiss και τους Pearl Jam. Και δεν ξέρω αν πρέπει ν’ αρχίσω να ανησυχώ με το γεγονός ότι κοπανιέμαι με πλαστικές κιθάρες και συμπληρώνω συλλογές με αυτοκόλλητους ποδοσφαιριστές στα 33 μου ή με το ότι ο πατέρας μου νιώθει ακόμη ότι έχει το δικαίωμα –ή την υποχρέωση- να με επαναφέρει στην τάξη και να μου λέει να δίνω περισσότερη σημασία στη διατροφή μου, στα μαθήματά μου (στη δουλειά μου, τέλος πάντων) και να μη χαλάω τα λεφτά μου σε χαζομάρες.

Γιατί στα γράφω τώρα εσένα όλα αυτά; Κατ’ αρχάς, γιατί αν σου έλεγα πόσο σε θαυμάζω, θα εισέπραττα απλώς μια μεγαλοπρεπή αγνόηση της επιστολής μου - έχω διαβάσει όλες τις συνεντεύξεις που έδωσες τελευταία και έχω δει πώς μιλάς στους «κατωτέρους» σου. Ενώ μ’ αυτήν την προσωπική μου ενδοσκόπηση ίσως και να ‘χω κάποια πιθανότητα να κερδίσω το ενδιαφέρον σου. Και μια συμβουλή. Γιατί βρισκόμαστε σε παρόμοια φάση. Σε παρατηρώ, σχεδόν πενήντα ετών πια, να μπεμπεκίζεις όσο ποτέ, να κορδώνεσαι και να διπλώνεσαι, στην καλύτερη ζωντανή διαφήμιση -που αποτελείς- για τις ευεργετικές επιδράσεις της power yoga, και να τραβάς όλη τη δράση μακριά από αυτό που είναι μακράν το χειρότερο άλμπουμ της καριέρας σου. Μα καλά, εσύ μια βασίλισσα της ποπ και να αφήσεις να κυκλοφορήσει κάτι τόσο σαχλό και βαρετό σαν το «Hard Candy»; Απ’ την άλλη γιατί να μην το κάνεις; Βασίλισσα είσαι, ό,τι θες κάνεις.

Και, να σου πω την αλήθεια, αναρωτιέμαι κι εγώ ώρες ώρες γιατί όσο γερνάμε να πρέπει να «μεγαλώνουμε» κιόλας; Να ψάχνω εγώ για καλύτερη δουλειά κι εσύ να βγάζεις πιο ποιοτικά άλμπουμ; Να αντικαθιστώ τα λατρεμένα μου T-shirt με sur mesure πουκάμισα και να μη φωτογραφίζεσαι εσύ πια σε άσεμνες πόζες; Να ψάχνω για νύφη, να στήσουμε ένα γάμο, να καλέσουμε όλες αυτές τις επίδοξες Πάρις Χίλτον και τους συνταξιούχους γονείς μας, να χορεύουν βαλς και «Beggin’» για χάρη μας. Να γυρνάς τον Τρίτο Κόσμο και να κάνεις αγαθοεργίες, να υιοθετείς παιδιά, να εμφανίζεσαι δωρεάν σε φιλανθρωπικές συναυλίες... Κι όσο στα γράφω -και τα ξαναδιαβάζω, μη γράψω τίποτε που δεν σου αρέσει και με κράξεις κι εμένα- τόσο και δίνω μόνος μου την απάντηση: Αν όλο το σύμπαν μου ήταν μια τσιχλόφουσκα, δεν θα είχα την ίδια χαρά κάθε φορά που πιάνω την πλαστική κιθάρα στα χέρια μου. Δεν θα μύριζα με την ίδια ευτυχία την κόλλα στα Panini. Ασε που με το φετινό συμπληρώνω αισίως ένα τέταρτο του αιώνα συλλογών από Euro και Μουντιάλ. Κι αυτό είναι μια σοβαρή υπόθεση...

Σε θαυμάζω ακόμη (και μετά το «Hard Candy»),
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Ιουνίου)

Η γνώση πρέπει να μεταδίδεται

Υπάρχει μια παλιά ελληνική ταινία - του Δαλιανίδη νομίζω - που λέγεται "Νύχτα Γάμου". Πρωταγωνιστεί ο Κώστας Βουτσάς στο ρόλο μαμόθρεφτου πλουσιόπαιδου από τη Θεσσαλονίκη, που πηγαίνει σε απομακρυσμένο ξενοδοχείο για να περάσει το μήνα του μέλιτος με την καλή του, την οποία υποδύεται η Μάρθα Καραγιάννη. Στο ίδιο ξενοδοχείο επιλέγει να περάσει το μήνα του μέλιτος ο πρώην της (στο ρόλο ο Φαίδων Γεωργίτσης) με τη δική του σύζυγο (Μπέτυ Αρβανίτη). Η ταινία έχει τεράστιο σουξέ στις κατά συρροήν επαναλήψεις της, κυρίως γιατί το ελληνικό κοινό βρίσκει εξαιρετικά αστεία την χοντροκομμένη Πολίτικη-Σαλονικιώτικη προφορά του Βουτσά. Την έχω δει άπειρες φορές, με βαθμό ενθουσιασμού που ποικίλλει από παράγοντες όπως η εκάστοτε ηλικία μου, η εκάστοτε πνευματική μου κατάσταση, το ποσοστό αλκοόλ στο αίμα κ.ο.κ. Μια σκηνή όμως με εντυπωσιάζει πάντα. Αφού τον έχει πετάξει από το δωμάτιο η σύζυγός του, ο Βουτσάς αναζητά ματαίως ένα μέρος να κοιμηθεί - η διεύθυνση του ξενοδοχείου προσπαθεί να τον βολέψει και προσωρινά τον τοποθετεί στο μπαρ. Εκεί του είναι αδύνατον να κοιμηθεί, γιατί υπάρχει ΕΝΑ ΝΤΟΥΕΤΟ "IKE&TINA TURNER ΤΟΥ ΦΤΩΧΟΥ" ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΕΝΑ ΑΓΡΙΟ-ΣΟΟΥΛ, ΠΟΥ ΟΜΟΙΟ ΤΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΚΟΥΣΤΕΙ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ. Για του λόγου το αληθές:
Προχθές, στην τελευταία μέρα του Euro-jazz, βρέθηκα σε ένα τραπέζι με εκλεκτή παρέα: ανάμεσά τους ο Φώντας Τρούσας, αρχισυντάκτης του Jazz&Τζαζ και τέρας γνώσεων για κάθε πτυχή της μουσικής κουλτούρας. Εκείνος έφερε την κουβέντα στη συγκεκριμένη σκηνή, και με ενημέρωσε ότι το κομμάτι είναι σύνθεση του τεράστιου Γεράσιμου Λαβράνου, που θα μπορούσε να είναι το ελληνικό ανάλογο του Σμόκι Ρόμπινσον, ας πούμε, αν δεν επέλεγε να ζήσει σε μια χώρα που όλες αυτές οι μουσικές που του άρεσαν (η τζαζ, η σόουλ, το ροκ, τα λάτιν) ήταν καλά μόνο για να γεμίζουν τις ώρες στα ραδιόφωνα και τα προγράμματα των κέντρων. Ο Φώντας μου είπε επίσης τα ονόματα των ερμηνευτών. Τον άντρα δεν θυμάμαι πώς τον λένε, αλλά το δικό της όνομα δεν θα σβηστεί ποτέ από τη μνήμη μου. Τη λένε CHIQUITA GORDON! Δεν υπάρχει αρκετός σεβασμός για να της τον επιδείξεις...

Άστραλ Προτζέξιον!

Ιδού η μηνιαία αναφορά για τα άλμπουμ που άκουσα (αν και, κανονικά, θα έπρεπε να γράψω μόνο για τη Μόνικα, γιατί όλο το Μάιο έπαιξα γύρω στις 200 φορές το "Avatar" και όλα τα άλλα λιγότερες από 2...)


Barry Adamson
Back to the Cat

Για να αναλύσω τη μουσική περσόνα του Άνταμσον, θα χρειαστώ 2 ακόμη blogs και πολλές μέρες προεργασίας, άρα ξέχνα το. Για το εν λόγω άλμπουμ, όμως, θα κάνω το παν για να χωρέσω τις σκέψεις και τις αισθήσεις σε πέντε γραμμές. Λοιπόν, είναι ατελές. Κάτι λείπει, να το δέσει, να το απογειώσει. Έχει ασύλληπτες μουσικές εμπνεύσεις, έχει βάλει κάτω όλες του τις επιρροές από vocal jazz, κινηματογραφικά soundtracks, το rat-pack και τον Νικ Κέιβ και τις έχει λιώσει στο τσουκάλι του, τις έχει ανακατέψει, τις έχει αφήσει να κρυώσουν, τις έχει ξαναπλάσει... Και το αποτέλεσμα είναι απολαυστικό, ένα χαρούμενο πλατσούρισμα μέσα στα αυτιά σου, ιδανικό για background σε κατανάλωση Coronas' παρά θιν' αλός, αλλά δεν σε απογειώνει. Κρίμα, γιατί θα μπορούσε με ένα κλικ να βαρέσει πεντάστερο (όχι Μεταξά).





Thao
We Brave Bee Stings And All

Για κάποιο λόγο οι indie δισκοκριτικοί αυτού του κόσμου χύνουν στο άκουσμα του ονόματος της Ταό Νγκουιέν (ίσως επειδή είναι δυσκολοπρόφερτο) και εκθειάζουν το ντεμούτο της. Εγώ, πάλι, χασμουριέμαι. Ακόμη κι αν όντως θυμίζει PJ Harvey, Cat Power και Laura Veirs, τις θυμίζει στα πολύ κακά τους (και έχουν και οι τρεις κυρίες τέτοια) και στα πολύ ποπίστικά τους. Κοινώς, βαρετά τραγούδια, τσιχλοφουσκάκια για να ντύνεις ροζ video installations σε κουλές εκθέσεις που δεν πατάει κανείς.





Monika
Avatar

Κι αν δεν έχεις καταλάβει μετά από αυτό το post ότι έχω πάθει πλάκα με τη Μόνικα, ήλθε τώρα η ώρα. Και ήλθε η ώρα να ασχοληθείς -και να πάθεις πλάκα- κι εσύ, γιατί πολύ απλά το "Avatar" είναι η κορυφαία στιγμή της ελληνικής δισκογραφίας την τελευταία δεκαετία, η σημαντικότερη κατάθεση σ' αυτό το άνυδρο σύμπαν που λέγεται "ελληνική μουσική" από τότε που πέθανε ο Χατζιδάκις, η καλλίτερη εξαίρεση στον κανόνα που λέει ότι αυτός ο γαμημένος λαός είναι ικανός μόνο για λαμογιές και αρπακολλιές.

Θεέ μου κι αν έχω κολλήσει με το "Avatar"...

...με την λυτρωτική κατάθλιψη του "Favourite" που ανοίγει το άλμπουμ, μια κιθάρα και μια φωνή όλο κι όλο, τρεις νότες, δυο ακόρντα, ένα καληνύκτισμα για καλημέρα, ένα "αντίο" για "γειά σου", ένα μουρμουρητό ξεσηκωτικό μέσα στην κούρασή του...

...με την αποκαλυπτική δύναμη του "Bloody Something", το πιάνο που επιτίθεται στον εαυτό μου που πάει να γίνει μεσήλικας και τον ξανακάνει έφηβο, με τη "διπλή", θλιμμένη φωνή αυτής της 21χρονης που θά 'θελα να μου λέει παραμύθια το βράδυ πριν κοιμηθώ...

...με την αγνωστικιστική αισιοδοξία του "Are You Coming With Us?" και την αμεσότητα του "Babe", την σχεδόν ελαφρολαϊκή τους επιρροή στις μπερδεμένες σκέψεις μου...

...με το κινηματογραφικό μεγαλείο του "Pretend" και τις προσδοκίες που γεννά μέσα στο κεφάλι μου αυτό το μεγαλειώδες ρεφραίν που ανάθεμα κι αν παρόμοιο έχει ξανακουστεί ποτέ μέσα σε ελληνικό στούντιο...

...με τη γέφυρα του "Obsession" στο λυτρωτικό "To No Avail", που μοιάζει με την καλλίτερη παρέα που είχα ποτέ ενωμένη σε ένα τραγούδι - σύμβολο, γύρω από μια μεθυσμένη φωτιά...

...με την ωριμότητα του "Excuse My Friends" που αμφιβάλλω αν θα καταφέρει να γράψει όμοιό του η Cat Power σε δέκα χρόνια από τώρα...


Over the Hill

...με την απίστευτη οικειότητα και την εθιστική επαναληπτικότητα του "Over the Hill"...

...με το -να κι η Μελίνα!- "Avatar" που τόσο μου θυμίζει παλιό καλό ελληνικό σινεμά...

...με την παιχνιδιάρικη διάθεση -κι ας ακούγεται τόσο βαρύ με την πρώτη- του "Not Young In My Youth", σαν να παίζουν δύο διδυμάκια, αγόρι και κορίτσι, ένα παιχνίδι αργά μέσα στην καλοκαιρινή νύκτα, κάτω από τα σκεπάσματα...

...με την χατζηδακικά ποπίζουσα φόρα του "Misery Loves Company" που οδηγεί στην κορύφωση και το φινάλε του "Fraud", το ξέβγαλμα από το μαρτύριο του να υπομένεις τη μετριότητά σου μπροστά σ' αυτό το ολοκληρωμένο αριστούργημα!

Η Μόνικα λατρεύει τον Χατζιδάκι κι αυτό είναι τόσο υπέροχο. Γιατί ακούγεται οικεία, αλλά όχι κάλπικη, με το καλημέρα. Το "Avatar" είναι ένα indie pop χατζηδακικό διαμαντάκι, ένα γλυκό καλωσόρισμα μέσα Αυγούστου στις πιο όμορφες Κυκλάδες της ζωής σου, ένα ακόμη ποτό -όταν θα έπρεπε να έχεις σταματήσει εδώ και ώρα- στην Αβραμιώτου, ένα ιδρωμένο σεξ στο δώμα της κολλητής σου πολύ αργά μετά τα μεσάνυκτα, με το φεγγάρι να φωτίζει τις μελανιές σας και να τις ομορφαίνει. Αν είχει γραφεί κάπου αλλού, θα ήταν ήδη εξώφυλλο στο ΝΜΕ. Κι αν είχε λίγο πιο μελετημένους, λιγότερο εφηβικούς στίχους, θα έριχνε ακόμη και το "Σταυρό του Νότου" από το εικονοστάσι σου με τον σπουδαιότερο ελληνικό δίσκο όλων των εποχών...





Blood Red Shoes
Box of Secrets

Σε πιάνει απ' τα μούτρα με το που πατήσεις το "play" και δεν σε αφήνει να το κλείσεις. Αν θες σωτηρία, μην βάλεις το mode στο repeat. Συνεπές indie rock από ένα αγόρι κι ένα κορίτσι που έχουν ακούσει πολύ πανκ στη ζωή τους και που γουστάρουν παράφορα τους Yeah Yeah Yeahs. Τι κι αν όλα τα τραγούδια μοιάζουν ίδια; Είναι τόσο ξεσηκωτικά, που θα κολλήσεις!





Foals
Antidotes

Yπερεκτιμημένο post-punk λόγω και της ελληνικής καταγωγής του frontman Γιάννη Φιλιππάκη, ο οποίος έχει περιορισμένες φωνητικές δυνατότητες και αναγκάζει όλη τη μπάντα να παίζει ένα νευρωτικό, λουπαριστικό, υπεραπλοϊκό ντίγκι ντίγκι που το μόνο που καταφέρνει είναι να σε εκνευρίζει.





Los Campesinos!
Hold On Now, Youngster

Χαρούμενο πολυφωνικό ουαλλέζικο ροκ με τα όλα του, δυστυχώς ξανακουσμένο στο παρελθόν, αλλά με φοβερή ευτυχία στη σύλληψή του και εγρήγορση στην εκτέλεσή του, τόση που θες αμέσως να σηκωθείς όρθιος και να κοπανηθείς. Κρίμα που στην ουσία κανένα τραγούδι δεν ολοκληρώνεται όπως θά 'πρεπε και μένουν όλα απλές "μεγάλες προσδοκίες"...





Martha Wainwright
I Know You 're Married, But I've Got Feelings Too...

Στο γραφείο ο Τσίρος με κοροϊδεύει ότι ακούω μόνο "vagina music". Μα το έχω πει από καιρό. Στο ιδιότυπο αυτό καρναβάλι που έχει στήσει εδώ και κάποια χρόνια η ανεξάρτητη ποπ και ροκ, μόνο οι γυναικείες φωνές μπορούν να εκφράσουν πραγματικά το συναίσθημα της ομήγυρης. Ειδικά όταν μιλάμε για singers / songwriters, τότε υποκλίνομαι και ερωτεύομαι -και η περίπτωση της μικρής αδελφής του Ρούφους είναι ενδεικτική. Χωρίς τους βερμπαλισμούς του έτερου Γουέινράιτ και χωρίς καμμία εμμονή να αποδείξει οτιδήποτε, η Μάρθα είναι αφάνταστα ουσιαστική και κτίζει ένα ποπ αλμπουμ που σε καθηλώνει από το ξεκίνημά του κιόλας με το φοβερό "Bleeding All Over", σε σηκώνει για χορό από το δεύτερο κιόλας τραγούδι με το "You Cheated Me", σε εκτοξεύει με το -τι να το πω τώρα; κάντρι; έπικ μέταλ; φολκ;- "In the Middle of the Night" (τα ξανάγραφα εδώ), και σε προσγειώνει ακριβώς όπως πρέπει με τα "Jimi" και "I Wish I Were". Αν η Τόρι Έιμος ξαναείχε την έμπνευση των νιάτων της, θα έγραφε αυτό ακριβώς το άλμπουμ...





Monade
Monstre Cosmic

Οι Monade είναι στην ουσία το side-project της Λετισιά Σαντιέ των Stereolab. Και το "Monstre Cosmic" είναι ένα άνισο dream pop δημούργημα που θέλει κάτι να πει, αλλά δεν το λέει ποτέ. Προφανώς γιατί η Λετισιά έχει κι άλλες δουλειές να κάνει. Αν έχεις χρόνο να ασχοληθείς διεξοδικά μαζί του, θα ανακαλύψεις μερικές μεγαλειώδεις στιγμές που θα μπορούσαν να μεταμορφωθούν σε ολοκληρωμένα, πανέμορφα τραγούδια. Αλλά ποιος έχει χρόνο πια;





Mudhoney
The Lucky Ones

ΟΚ, εγώ ανδρώθηκα με το grunge... αλλά, ειλικρινά τώρα, υπάρχει έστω κι ένας εκεί έξω που ενδιαφέρεται να ακούσει τι έχει να μας πει η τελευταία grunge μπάντα του πλανήτη που ακόμη δεν κατάφερε να πεθάνει από τα ναρκωτικά; Με το "Lucky Ones" οι Mudhoney γιορτάζουν τα εικοστά τους γενέθλια και ακούγονται ακριβώς όπως τότε. Υπέροχο αν ζείς στα early 90s, αλλά δεν ζεις...





One Night Only
Started A Fire

Πριν 2-3 χρόνια είχε γίνει ντόρος με του λόγου τους στο MySpace. Και σήμερα οι μουσικοκριτικοί τους κράζουν ως "όχι κάτι το πρωτότυπο". Αδικία. Η παρθενογέννηση κτύπησε φέτος με τους MGMT (κι εκεί, τρόπος του λέγειν παρθενογέννηση) και όλοι οι άλλοι δικαιούνται απλά να επαναλαμβάνουν δημιουργικά. Οι One Night Only το κάνουν μια χαρά. Eίναι κατά κάποιο τρόπο οι Killers του φτωχού, ξεσηκωτικά ποπ και αρκετά τιμητικά ροκ. Θέλουν ακόμη δουλειά πολλή, αλλά δεν είναι καθόλου μα καθόλου κακοί...


Just For Tonight





The Raconteurs
Consolers of the Lonely

Τελικά το side-project του Τζακ Γουάιτ εξελίχθηκε σε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από αυτή την παρωδία που λέγεται The White Stripes. To δεύτερο άλμπουμ των Raconteurs ξεχυλίζει από αρχέγονο ροκ ν' ρολ, μπολιασμένο με αρκετή progressive rock μεγαλομανία. Αλλά πάνω από όλα φροντίζει να επιβεβαιώσει το μύθο που κουβαλάει το όνομά τους. Raconteur σημαίνει "ανεκδοτολόγος", "διηγηματολόγος", και τούτοι εδώ διηγούνται τόσο όμορφες ιστορίες με τρόπο που ούτε ο Νικ Κέιβ δεν κάνει. Εύγε!





R.E.M.
Accelerate

Ο,τι και να πω είναι λίγο. Επιστροφή στα late 80s - early 90s για μια μπάντα που δεν έδειχνε ότι θα μπορούσε να γράψει δυνατή ροκ ξανά. Ενα άλμπουμ που κρατά ελάχιστα πάνω από μισή ώρα και κάνει αυτό ακριβώς που πρέπει να κάνει ένα ροκ άλμπουμ: σε σηκώνει από την καρέκλα σου και σε αναγκάζει να κοπανιέσαι σα μαλάκας μόνος σου μπροστά σε έναν άδειο τοίχο. Στους R.E.M. (όπως και στους Portishead) οφείλω κάποιου είδους αφιερωματικό συνεχές posting, σαν αυτά που κάνει ο Αρκάντιν με τον Django και τώρα με το Summertime, αλλά επειδή πάνω από όλους το οφείλω στους Divine Comedy, ίσως αργήσει... :-)





Scarlett Johansson
Anywhere I Lay My Head

Εντάξει μωρε! Τι πειράζει που μουρμουράει αντί να τραγουδάει; Για τη βεράντα μου, τρεις το πρωί, μετά από 4 μαρτίνι και με μια μικρή θεά να κάθεται απέναντι και να με κυττάζει μέσα στα μάτια κάτω από το φως ενός κεριού που απλά θέλει να πάει να κοιμηθεί, γεμάτη υποσχέσεις και καμπύλες, μια χαρά είναι. Και σ' ανώτερα!





Χρωστάω ακόμη μια αίσθηση από Kills, Pete and the Pirates, Hollowblue, Moby, She and Him, The Dresden Dolls, Yosebu, αλλά τώρα θέλω να πάω για ύπνο :-)

Ρίξε στο Nitro φαρμάκι...

Ένα χρόνο και ένα μήνα μετά τη φωτογράφιση που χάρισε σε τούτο εδώ το μπλογκ την δεύτερη πιο πολυδιαβασμένη ανάρτησή του (πρώτη είναι μια ακόμη χειρότερου επιπέδου για την Τζούλια Αλεξανδράτου), η Όλγα Φαρμάκη ξαναποζάρει στο εξώφυλλο του Nitro και το Google ξαναπαίρνει φωτιά στέλνοντάς μας ανύποπτους 16άρηδες που ψάχνουν για "νίτρο" και "Φαρμάκη". Καλώς τους!

2 Ιουν 2008

Οι άγγελοι του τένις

Τις προάλλες ανέβασα αυτό, που στην ουσία ήταν ένα teaser για το κείμενο που ακολουθεί. Έχει να κάνει με τις τενίστριες και το γιατί τις γουστάρουμε σαν χαζοί...




Το ξέρω ότι είναι εξαιρετικά άδικο, αλλά στο ερώτημα «ποια είναι η αγαπημένη σου τενίστρια;» δεν θα απαντούσα έχοντας λάβει υπ’ όψιν τα ίδια κριτήρια που θα χρησιμοποιούσα σε μια αντίστοιχη ερώτηση για τους άνδρες. Και είμαι σίγουρος ότι στον τρόπο σκέψης επί του συγκεκριμένου ζητήματος συμπορεύεται μαζί μου η συντριπτική πλειονότητα των εχόντων το ίδιο φύλο μ’ εμένα φιλάθλων. Ενώ, δηλαδή, το ολοκληρωμένο παιχνίδι του Φέντερερ θα κοντράριζε τον δυναμισμό του Σάμπρας και τα τρόπαια του Μποργκ στις απαντήσεις για τον «αγαπημένο μας τενίστα όλων των εποχών», τα ονόματα Στέφι Γκραφ, Μαρία Σαράποβα, Γκαμπριέλα Σαμπατίνι δεν θα συνοδεύονταν από αναλύσεις κτυπημάτων, στατιστικών του WTA Tour και αγωνιστικής ψυχολογίας, αλλά από λέξεις όπως «καμπύλες», «μαλλιά», «μάτια».

Δείτε το κι αλλιώς: την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, η κορυφαία τενίστρια στον κόσμο, η Βελγίδα Ζαστίν Ενάν, ανακοίνωνε την ξαφνική αποχώρησή της από το άθλημα. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που το νούμερο 1 της παγκόσμιας κατάταξης εγκαταλείπει την ενεργό δράση, αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος πως το γεγονός θα σοκάρει πολύ κόσμο πέραν του σκληρού πυρήνα των φαν του αθλήματος. Τι θα γινόταν αν την ίδια απόφαση είχε λάβει η Μαρία Σαράποβα ή η Άνα Ιβάνοβιτς; Και κάτι ακόμη, για να ολοκληρώσω την παρέλαση επιχειρημάτων που πιθανόν θα δρομολογήσουν μια σειρά επιστολών διαμαρτυρίας για τον άκρατο σωβινισμό μου: Δεν ήταν η αποχώρηση της Ενάν ή κάποια άλλη σημαντική αθλητική εξέλιξη που δρομολόγησε την γέννηση του παρόντος κειμένου. Ήταν απλά η ανάγκη μας να περιορίσουμε λίγο την «αντρίλα» του τεύχους που κρατάτε στα χέρια σας, το οποίο στην προ-Euro περίοδο δεν θα μπορούσε παρά να σφύζει από ποδοσφαιρική τεστοστερόνη, στραβοκάνηδες μπαλαδόρους, αξύριστους και με χάλια κουρέματα. Να βάζαμε γυναίκες να παίζουν μπάλα; Δεν θα το έλεγα... Το Ρολάν Γκαρός έχει ξεκινήσει, το Γουίμπλεντον έπεται. Μπορεί ως Πρωταθλητές Ευρώπης να έχουμε το μυαλό μας στα γκαζόν της Αυστρίας και της Ελβετίας, αλλά όλο και κάποια ματιά θα ξεκλέψουμε για το κοκκινόχωμα των Παρισίων. Ειδικά αφού πια εκεί δεν αγωνίζεται η ολίγον καμπούρα, ολίγον ασχημούλα, ολίγον χρήζουσα ορθοδοντικής Ζαστίν Ενάν και ο δρόμος για έναν τελικό Ιβάνοβιτς εναντίον Σαράποβα είναι ορθάνοικτος...


Τα καλλιστεία του τένις

Βέβαια, αν το καλοσκεφτεί κανείς, όλα είναι θέμα μάρκετινγκ -κι αυτό το κείμενο κινδυνεύει να γίνει ένα ακόμη γραναζάκι του συστήματος που θέλει να πουλά προϊόντα πολυτελείας μέσω όμορφων αθλητριών. Απ’ όλα τα σπορ όπου διακρίνονται και αθλήτριες του «ασθενούς φύλου», εκτός του στίβου, κανένα δεν έχει περισσότερους φίλους από το τένις. Και ο στίβος έχει την τιμητική του μόνο στους Ολυμπιακούς και τα Παγκόσμια κι Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα, ετησίως δηλαδή -κι εκεί για μια εβδομάδα όλη κι όλη. Στα γκραν σλαμ του τένις πάλι, τέσσερις φορές το χρόνο, επί τρεις εβδομάδες την κάθε φορά, όλες αυτές οι άξιες εκπρόσωποι της ρωσικής σχολής που τα τελευταία χρόνια κυριαρχεί -εκτός από τις πασαρέλες- και στα κορτ, παρελαύνουν στους τηλεοπτικούς δέκτες εκατομμυρίων θεατών, με τα τιραντάκια, τις κοντές φουστίτσες και tennis caps τους. Είναι πραγματικά τόσο εντυπωσιακές, ώστε να δικαιολογούν τη φήμη τους; Η απάντηση είναι μάλλον υποκειμενική. Το σίγουρο είναι πως οι Κιριλένκο, οι Γκολοβέν και οι Βαϊντίσοβες αυτού του κόσμου «παίζονται» πολύ περισσότερο στα media απ’ οποιαδήποτε κολυμβήτρια της συγχρονισμένης, άλτρια του ύψους ή αμαζόνα -γίνονται σχεδόν εθισμός στον φίλαθλο που ξέρει να εκτιμά τη γυναικεία ομορφιά.

Κι έτσι, ειδικά από τότε που η Άννα Κουρνίκοβα πρωτοάφησε την ξανθιά της πλεξούδα να αψηφήσει την κίνηση της ρακέτας της, έχει με τον καιρό δημιουργηθεί ένας ιδιότυπος διαγωνισμός καλλονής. Ποια κρατά τα σκήπτρα της ομορφότερης κάθε χρόνο και πόσες νέες είσοδοι σημειώνονται; Ο Τρύφωνας Πανούσης, συνεκδότης του περιοδικού Tennis Society, έχει μόλις επιστρέψει από το τουρνουά της Ρώμης και με ενημερώνει για το πού έστρεψαν τον θαυμασμό τους οι υποψιασμένοι σ’ αυτά τα ζητήματα Ιταλοί: «Την Ουγγαρέζα, την Άνιες Σζάβαϊ την έχεις δει;». Δεν την έχω δει, αλλά το YouTube θα δώσει άμεσα την λύση. Όχι, δεν είναι του γούστου μου. Απ’ όσα βλέπω, βέβαια, στο μεγάλο δωρεάν «βίντεοκλαμπ» του Internet, η 19χρονη που έφτασε πέρσι μέχρι τους οκτώ του Αμερικανικού Όπεν έχει ήδη συγκροτήσει μια γερή βάση οπαδών. Όχι, φυσικά, τόσο μεγάλη όσο της Άνας Ιβάνοβιτς...

Θυμάμαι, όταν προ τριετίας στήναμε δύο τεύχη του Tennis Society για την σαββατιάτικη έκδοση της «Καθημερινής», δεν χορταίναμε να χαζεύουμε φωτογραφίες της πρωτοεμφανιζόμενης τότε Σέρβας με το γλυκύτατο χαμόγελο. Ο Τρύφωνας επέμενε ότι αυτή η διαδικασία θα μας απασχολούσε για πολλά χρόνια στο μέλλον. Κι όχι μόνο λόγω της φυσικής της καλλονής, αλλά κυρίως λόγω του δυνατού της ντράιβ. Η 21χρονη σήμερα Ιβάνοβιτς βρίσκεται στο νούμερο 3 της παγκόσμιας κατάταξης και μπορεί να μην έχει ακόμη κερδίσει κανένα μεγάλο τίτλο, αλλά η μαχητικότητά της στα κορτ, η γρήγορη ανέλιξή της και, φυσικά, η απίστευτη γοητεία της, τής έχουν χαρίσει εύκολα το θρόνο της αγαπημένης των «ψαγμένων» φαν του σπορ.

Για όσους ενημερώνονται με μια σχετική καθυστέρηση, υπάρχει πάντα η Μαρία Σαράποβα. Με ύψος 1,88 μ., μακρά κατάξανθη κόμη, πόδια που ζηλεύουν ακόμη και οι επαγγελματίες «θεές» του μόντελινγκ, η 22χρονη Ρωσίδα βγάζει κάθε χρόνο από χορηγίες και διαφημίσεις περισσότερα χρήματα απ’ όσα έχει κερδίσει συνολικά στην καριέρα της από τις νίκες σε τουρνουά (τα οποία είναι 12 εκ. δολάρια από το 2003 που ξεκίνησε να παίζει σε επαγγελματικό επίπεδο). Με τεράστια διαφορά είναι σήμερα η πιο πλούσια αθλήτρια στον κόσμο. Και ήταν ήδη η πιο πλούσια ακόμη κι όταν δεν είχε φτάσει στο νούμερο 2 της παγκόσμιας κατάταξης, αλλά πλασαριζόταν κάπου στη βάση της δεκάδας με την Κιμ Κλάιστερς, τις αδελφές Ουίλιαμς, την Λίντσεϊ Ντάβενπορτ, την Ζαστίν Ενάν και μερικές ακόμη όχι και τόσο όμορφες τενίστριες στις πιο πάνω θέσεις.



Sex is in the air

Το τένις προσφερόταν ανέκαθεν για τη διαφήμιση. Ήταν ένα σπορ ευγενές, οι αθλητές του φορούσαν κομψές στολές και αγωνίζονταν σε γήπεδα με τεράστια ιστορία, όπου τους χειροκροτούσαν γαλαζοαίματοι και λοιποί αριστοκράτες. Την τελευταία δεκαπενταετία, βέβαια, οι αριθμοί στα συμβόλαια έχουν ξεφύγει. Οι διαφημιζόμενοι κι οι χορηγοί αποβλέπουν σε αρκετά πιο ευρύ κοινό και τα λυγερόκορμα κορίτσια με τα κοντά φουστάκια είναι οι καλύτερες πρέσβειρες του μηνύματός τους. Εδώ στα περιοδικά ξέρουμε καλά τον χρυσό κανόνα του εξωφύλλου που λέει ότι η καλύτερη λύση είναι πάντα μια όμορφη γυναίκα. Θα σαγηνεύσει τους άνδρες αναγνώστες, ενώ δεν θα υπάρξει θηλυκό που να μη χαζέψει την ομορφιά της -και να μην ξεπατικώσει ένα-δυο στοιχεία για να της μοιάσει. Κάπως έτσι δουλεύει το σύστημα και με τις χορηγίες. Ωστόσο, όταν προσπαθήσει κανείς να αναλύσει το γιατί οι άνδρες χαζεύουμε με το στόμα ανοικτό έναν αγώνα γυναικείου τένις, θα πρέπει να λάβει υπ’ όψιν του πολλούς «ποταπούς» παράγοντες, που συνήθως προτιμούμε να συζητάμε μόνο στις συνάξεις της παρέας... Τρεις είναι οι βασικότεροι από αυτούς, σεξουαλικής φύσεως όλοι -ή, έστω, φετιχιστικής.

Κατ’ αρχάς, ο παράγων βρακάκι. Σε κανένα άλλο σπορ ο άνδρας δεν έχει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να κρυφοκοιτάξει το εσώρουχο μιας μικρούλας. Σύμφωνοι: Και στο χόκεϊ επί χόρτου. Αν το καλοσκεφθεί κανείς, βέβαια, ο πρώτος αυτός παράγων αποδεικνύει πόσο παράξενοι είμαστε ώρες ώρες οι άνδρες. Στο βόλεϊ ή στον στίβο οι αθλήτριες εμφανίζονται μια και καλή με μαγιό -στο τένις (όπου έτσι κι αλλιώς πια σχεδόν καμμία δεν φορά σκέτο εσώρουχο, αλλά το καλύπτει με κολλάν) υπάρχει εκ των πραγμάτων η περιοριστική παρουσία της φούστας. Κι όμως εμείς εκεί: να περιμένουμε την στιγμή που θα αψηφήσει τον κανόνα της βαρύτητας και θα μας θυμίσει το αγαπημένο μας πείραγμα στις συμμαθήτριές όταν πηγαίναμε ακόμη στην τρίτη δημοτικού.

Δεύτερος παράγων, η θηλή της έντασης. Ιδρώτας, συνθετικά υφάσματα, δυνατά κτυπήματα κάνουν ακόμη και το ανδρικό στήθος να εξαγριώνεται, αλλά είναι το γυναικείο που αναστατώνει την αρσενική φαντασίωση -κι ας παραμένει, στην περίπτωση των τενιστριών, συνήθως ταπεινό κι ελάχιστα προκλητικό. Είπαμε, οι άνδρες είμαστε παράξενοι. Πόσοι και πόσοι δεν παρακαλούσαν να τραβήξει σε διάρκεια ένας αγώνας της Στέφι Γκραφ υπό τον εξαντλητικό ήλιο, απλώς για να αποκτήσουν μια αμυδρή εικόνα αυτού που μόνο ο σύντοφός της Αντρέ Αγκάσι απολάμβανε στο κρεβάτι τους;

Τρίτος παράγων, η κραυγή της κορύφωσης. Θα συνοδεύσει ένα σερβίς έως και 210 χιλιομέτρων την ώρα (αυτό είναι το καταγεγραμμένο ρεκόρ για γυναίκα κι ανήκει στη Βίνους Ουίλιαμς) ή ένα ντράιβ με απόλυτη έκταση του χεριού, αλλά δεν θα κριθεί ως εκδήλωση της αγωνιστικής έντασης. Το πρόστυχο μυαλό μας θα παραπεμφθεί με τη μία στο ερωτικό βογκητό... Στο σύνολό τους και οι τρεις παράγοντες, μια παλιμπαιδίζουσα πονηριά και μια πρόστυχη ματιά, σχεδόν άδικη και εκτός τόπου γι’ αυτό που είναι σήμερα ένα από τα πιο ανταγωνιστικά σπορ, όπου οι γυναίκες μπορούν να προσφέρουν υψηλότατου επιπέδου θέαμα –εν πολλοίς εφάμιλλο μ’ αυτό που προσφέρουν οι άνδρες συνάδελφοί τους.

Οποια αντέξει

Είναι μάλιστα τόσο ανταγωνιστικό και τόσο επαγγελματικό το επίπεδο, ώστε είναι εντελώς ανόητο να φαντασθεί κάποιος από εμάς ότι υπάρχει έστω και μία τενίστρια από αυτές που λατρεύουμε να αποθεώνουμε, η οποία δεν είναι μια πραγματικά καλή αθλήτρια, αλλά απλώς μια καλλονή που το μάρκετινγκ την έκανε διάσημη. Όσα κι αν έχουν ακουστεί ή γραφεί για την Άννα Κουρνίκοβα, για παράδειγμα, ότι η πασαρέλα της ταίριαζε περισσότερο από την ρακέτα και άλλα υποτιμητικά για το ταλέντο της, καλό είναι να θυμόμαστε ότι η 27χρονη σήμερα Ρωσίδα είχε φτάσει στα 19 της μόλις χρόνια στο νούμερο 8 της παγκόσμιας κατάταξης, ενώ –παρέα με την Μαρτίνα Χίνγκις- κατέκτησε δύο τίτλους στα διπλά του Γκραν Σλαμ της Αυστραλίας. Τελικά προτίμησε να αποχωρήσει (το 2003) από την ενεργό δράση και να συνεχίσει την καριέρα της στο μόντελινγκ, ένα επάγγελμα διαβόητο για τις σκληρές συνθήκες του, που όμως μπροστά στο επαγγελματικό τένις μοιάζει παιχνιδάκι.

Είναι η σκληρότητα του WTA Tour (και του αντίστοιχου ATP Tour για τους άνδρες, φυσικά) που τελικά καταρρίπτει την εικόνα της γλυκιάς λολίτας σε όποιον γνωρίσει μια τενίστρια σαν τη Μαρία Σαράποβα από κοντά. Στην ουσία οι αγώνες δεν σταματούν ποτέ, όλο το χρόνο τα κορίτσια –τα περισσότερα από τα οποία δεν έχουν καν μπει στην τρίτη δεκαετία της ζωής τους- ταξιδεύουν σε κάθε γωνιά της γης για να δώσουν, στην καλύτερη περίπτωση, δυο-τρεις αγώνες, μέχρι να αποκλειστούν και να φύγουν για τον επόμενο προορισμό. Άλλο κρεβάτι κάθε εβδομάδα, άλλο γήπεδο για προπόνηση, συνεχείς πτήσεις, μεταφορές, οι –ούτως ή άλλως δεδομένοι- περιορισμοί στην διασκέδαση και την διατροφή και μια παρέα που δεν ξεπερνά τα τρία άτομα: η προπονήτρια, ο μάνατζερ, η συμπαίκτρια... Αν προσθέσει κανείς και την ανάγκη για την ικανοποίηση των αιτημάτων του χορηγού (παρουσία σε εκδηλώσεις, φωτογραφίσεις κ.λπ), θα καταλάβει γιατί είναι αδύνατον να περιμένεις από τη Μαρία Σαράποβα να είναι πάντα όσο γλυκιά φαντάζεται ο κόσμος ότι είναι. «Μάλλον ξυνή» μου την περιγράφει ο Τρύφωνας, αλλά ελάχιστα μου συνθλίβει το όνειρο. Έτσι κι αλλιώς εγώ προτιμούσα πάντα τις πιο κοντινές στο μεσογειακό πρότυπο καλλονές. Την Αργεντίνα Γκαμπριέλα Σαμπατίνι, για παράδειγμα, από τις παλαιότερες (που έχει φωτογραφηθεί πιο σέξυ απ’ οποιαδήποτε συνάδελφό της) ή την Ιταλίδα Φλάβια Πενέτα τώρα. Μπορώ να πω ότι μου αρέσει και η Αμελί Μορεσμό –μην επιτίθεστε, γούστα είναι αυτά!- αλλά κυρίως αναφέρω το όνομά της για να κλείσω αυτό το κείμενο με μια απ’ τις σημαντικότερες πτυχές του γυναικείου τένις: την ομοφυλοφιλία.

Η λεσβιακή κοινότητα

Η Αμελί Μορεσμό είναι άλλη μία κορυφαία τενίστρια που έχει παραδεχθεί δημοσίως το ερωτικό ενδιαφέρον της για τα άτομα του ιδίου φύλου. Έρχεται να συνεχίσει τη σημαντική παράδοση του αθλήματος, που χάρη κυρίως στην Μπίλι Τζιν Κινγκ και την Μαρτίνα Ναβρατίλοβα (αλλά και δεκάδες άλλες τενίστριες που διάλεξαν να μην κοινοποιήσουν στα media τις ερωτικές τους προτιμήσεις) έχει αποδειχθεί το πιο εχθρικό προς τον σεξουαλικό ρατσισμό. Το αν πολλές τενίστριες γίνονται λεσβίες στην πορεία, λόγω των ειδικών συνθηκών του αθλήματος που περιέγραψα παραπάνω, ή αν μια λεσβία επιλέγει το τένις ως άθλημα λόγω του μοναχικού και δυναμικού του χαρακτήρα είναι μια απορία που ακόμη μένει να απαντηθεί, μια πτυχή του ούτως ή άλλως κατ’ αρχήν ερωτήματος της ομοφυλοφιλίας: γεννιέσαι ή γίνεσαι γκέι;

Η Μπίλι Τζιν Κινγκ (η αθλήτρια με τους 12 τίτλους Γκραν Σλαμ στα μονά κι άλλους 27 στα διπλά!) είχε δηλώσει κάποτε: «Το 50% των γκέι γνωρίζει πια στα 13 του αν είναι ή όχι. Δυστυχώς, εγώ ανήκα στο άλλο μισό. Δεν θα παντρευόμουν ποτέ αν το ήξερα. Δεν θα το έκανα αυτό στον σύζυγό μου...». Οταν το 1981 η σχέση της με τη γραμματέα της έγινε γνωστή, έχασε εν μιά νυκτί όλα τα συμβόλαια με τους χορηγούς της, περίπου 2 εκ. δολάρια. Από τότε έγινε η σημαντικότερη εκπρόσωπος του κινήματος κατά του σεξισμού στα σπορ και κατάφερε να κάνει τουλάχιστον το τένις πιο ανοικτόμυαλο.

Η Μαρτίνα Ναβρατίλοβα (με 18 τίτλους Γκραν Σλαμ στα μονά και 41 στα διπλά), η σπουδαιότερη ίσως τενίστρια όλων των εποχών, συνειδητοποίησε ότι ήταν λεσβία στα 18 της. Προτίμησε να το κρατήσει κρυφό μέχρι να καταφέρει να αλλάξει υπηκοότητα (στην Τσεχοσλοβακία των τελών της δεκαετίας του ’70 οι ομοφυλόφιλοι στέλνονταν στα ψυχιατρεία) και το ανακοίνωσε το 1981, αμέσως μόλις έγινε Αμερικανή. Φυσικά, ο ανδρικός πληθυσμός δεν πτοήθηκε. Συνέχισε δυναμικά την αποθέωση των κοριτσιών με τις κοντές φούστες, ειδικά απ’ την στιγμή που η σημαντικότερη αντίπαλος της Ναβρατίλοβα εκείνη την περίοδο ήταν η Κρις Έβερτ, μια ξανθιά Αμερικανίδα με καλλίγραμμο σώμα, που έφερνε αρκετά στο σύμβολο του σεξ της εποχής, την Φάρα Φώσετ.

Γενικά, ο ανδρικός πληθυσμός δεν φαίνεται ότι θα πτοηθεί ποτέ. Ειδικά από την στιγμή που όλο και πιο όμορφες Ιβάνοβιτς κατακλύζουν την πρώτη δεκάδα της παγκόσμιας κατάταξης. Κι όσο αντικειμενικός κι αν θέλει να είναι κανείς, δύσκολα θα καταφέρει να αμφισβητήσει τους δεσμούς ανάμεσα στο μόντελινγκ και το τένις. Πάρτε για παράδειγμα τις τρεις γλυκύτατες κοπέλες, προπονήτριες αντισφαίρισης όλες τους, που διαλέξαμε για την φωτογράφιση του θέματος που τελειώνει κάπου εδώ. Ποιος θα μπορούσε να πει με σιγουριά πως δεν είναι επαγγελματίες μοντέλα;

(GK, Ιούνιος 2008 -κυκλοφορεί και στα περίπτερα για όσους το έχασαν την Κυριακή -ναι, αυτό ήταν ελεεινή διαφήμιση...)

1 Ιουν 2008

Euro-Jazz 2008: Μέρα 5η (και τελευταία)

Απόψε στο Γκάζι:
9μ.μ.
Πιτσιρικάδες από την Αυστρία που ακολουθούν τα χνάρια του αγαπημένου μου Modern Jazz Quartet τόσο στη σύνθεση (βιμπράφωνο, πιάνο, μπάσο, ντραμς), όσο κυρίως στη λογική: τη δημιουργία μιας "τζαζ δωματίου", όπου η κλασική παιδεία που πήραν από το ωδείο, βρίσκει εφαρμογές στη τζαζ, τα μπλουζ, τη μπόσα-νόβα. Θα τους δω και μόνο διότι χρησιμοποιούν ένα όργανο που λατρεύω, το βιμπράφωνο.
10μ.μ.
Καυτό, groovy jazz funk από τη Φινλανδία, με έναν απίστευτο κιθαρίστα, κυρίως όμως με έναν από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους μουσικούς της τζαζ: τον Γιώργο Κοντραφούρη, που τα δίνει όλα στο Hammond. Όσοι τους είδαν το χειμώνα στο Jazz Upstairs παραμιλάνε ακόμα με την ενέργεια αυτής της μπάντας.
11μ.μ.
Κλασικό τζαζ κουαρτέτο (πιάνο, μπάσο, ντραμς, φωνή) από την Ουγγαρία, στημένο πάνω σε μια μικροκαμωμένη, γλυκύτατη, ρομαντική τραγουδίστρια, με ζεστή φωνή και ψιθυριστό τραγούδισμα. Ο καλύτερος τρόπος να τελειώσει αυτό το φεστιβάλ.

Summertime Sunday: Ο κανόνας

(Όπου ο ήρωάς μας υποκύπτει σε έναν ακόμα ψυχαναγκασμό)

Δεν έχω ούτε την υπομονή, ούτε τις γνώσεις, ούτε την πετριά του Gone4Sure, έχω όμως κι εγώ τα προβλήματά μου. Από σήμερα και κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, θα αναρτώ μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, αυτού του ύμνου που συνέθεσαν οι αδελφοί Gershwin με τον DuBose Howard. Δεν είναι η μοναδική από τις "άριες" αυτής της (αποτυχημένης στην εποχή της) "negro opera" που παραμένει διαχρονική παρά τις δεκαετίες που τη βαραίνουν, είναι όμως ένα τραγούδι -- βλακείες: δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να γράψει κανείς γι' αυτό το τραγούδι. Είναι ένα από τα ελάχιστα πράγματα στη ζωή που είναι απλώς αυτονόητα. Ξεκινώ αυτήν την νέα εμμονοληπτική ενότητα του "Πο Πο Culture" με την εκτέλεση της Ella Fitzgerald και του Louis Armstrong, όχι γιατί θεωρώ ότι είναι η καλύτερη (που πιθανότατα είναι), αλλά γιατί είναι ο Κανόνας: όλες οι υπόλοιπες φωνητικές εκτελέσεις αναμετρώνται με αυτήν - και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Η φωνή της Έλα Φιτζέραλντ είναι ίσως η τελειότερη γυναικεία φωνή του 20ού αιώνα (μαζί με αυτήν της Κάλας): ό,τι κι αν τραγουδά, σε αγκαλιάζει γλυκά και σε αγγίζει κατευθείαν στο νευρικό σου σύστημα, χαρίζοντάς σου μια ζεστασιά που καμιά άλλη τραγουδίστρια δεν διαθέτει. Όσο για τον Λούι Άρμστρονγκ, ο άνθρωπος ενσάρκωνε την ίδια την ιδέα της τζαζ, ως μιας μουσικής ζωηρής, παιχνιδιάρικης, και συναισθηματικά σύνθετης όσο η ανθρώπινη ύπαρξη. Τις προάλλες, η Citronella έγραψε δύο λέξεις - Τομ Σόγιερ - που με βοήθησαν να αποκρυσταλλώσω αυτό που μου δημιουργεί εδώ και πολλά χρόνια η συγκεκριμένη εκδοχή: το τέμπο, η αρμονία των πνευστών της ορχήστρας, ο διάλογος ανάμεσα στις δύο τόσο αντίθετες φωνές, σε μεταφέρουν αμέσως σε μια βεράντα στον αμερικανικό νότο του Μαρκ Τουέιν, βράδυ, με το θρόισμα των φύλλων και τους ήχους της φύσης να συνθέτουν το ηχητικό τοπίο μιας καλοκαιρινής βραδιάς.


Καλό μήνα και καλό καλοκαίρι