16 Οκτ 2008

William Claxton: a jazz life

O Γουίλιαμ Κλάξτον πέθανε το Σάββατο, σε ηλικία 81 ετών. Είχε προλάβει να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο απεικονίζεται φωτογραφικά αυτό που αποκαλούμε "Jazz Life"

Ο Ντόναλντ Μπερντ
...και η κυρία του (αυτή είναι μάλλον η αγαπημένη μου τζαζ φωτογραφία)

Ο Κούτι Γουίλιαμς, ήρωας της ορχήστρας του Ντιουκ Έλινγκτον

Ο Τσάρλι Πάρκερ

Ο Τσετ Μπέικερ

...ο οποίος υπήρξε ίσως το αγαπημένο του θέμα...

...μαζί με τον Στιβ Μακ Κουίν, φυσικά...

...και την Πέγκι Μόφιτ, ένα από τα πιο sui generis μοντέλα των '60s (η οποία υπήρξε και σύζυγός του)

R.I.P.

14 Οκτ 2008

Countdown to 007: (023) Τζέημς Μποντ, Πράκτωρ 007: Ζεις μονάχα δυο φορές

Μπορεί το ως άνω illustration να φαντάζει άκρως ελκυστικό, αλλά πέραν του σεξομετρητή που βαράει κόκκινο, τίποτε άλλο δεν αγγίζει έστω και τα ικανοποιητικά όρια σ' αυτή την μπαρούφα -την χειρότερη από τις ταινίες του Κόνερι και μία από τις χειρότερες όλης της σειράς του Τζέημς Μποντ. Βρισκόμαστε στα 1967, η Νάνσι Σινάτρα ετοιμάζεται να ταξιδέψει στο Βιετνάμ και να τραγουδήσει το "Boots" (που έμελλε να γίνει ο ύμνος των αμερικανικών troops -και ολόκληρης της τρελλής εκείνης εποχής), αλλά κάνει πρώτα μια στάση από τα στούντιο της Eon Productions για να πει το "You Only Live Twice" -οι Μπρόκολι και Σάλτσμαν είχαν μυριστεί το χιτ πριν καν η κόρη του Φράνκι προλάβει να γίνει κάτι παραπάνω από το "daddy's girl".
Η ταινία, παραδόξως, πήγε καλά και αγαπήθηκε γενικά από το κοινό, αλλά αυτό μάλλον έχει να κάνει με το γεγονός ότι κατάφερε να παίξει με την επικαιρότητα, παρά λόγω των σεναριακών ή σκηνοθετικών της αρετών. Το soundtack και η φωτογραφία, βέβαια, ξεπερνούν τις μέχρι τώρα ταινίες του 007, αλλά το υπόλοιπο πακέτο είναι επιεικώς αστείο. Είπαμε όμως: Επικαιρότητα! Η υπόθεση παίζει με τις εμμονές των δύο υπερδυνάμεων και το peak του Ψυχρού Πολέμου και -παρά τις γελοιότητες του σεναρίου- ενθουσιάζει τους πατεράδες μας... O Mπλόφελντ έχει φτιάξει ένα διαστημόπλοιο που... καταπίνει τα αντίστοιχα Αμερικάνων και Ρώσων και τους μπερδεύει σε σημείο που απειλούν ο ένας τον άλλον με Γ' Παγκόσμιο Πόλεμο, και όλα αυτά προς όφελος κάποιων τρελλών Ιαπώνων πελατών που φαντασιώνονται μια νέα υπερδύναμη (πριν 3 χρόνια, άλλωστε, είχαν διοργανώσει τους Ολυμπιακούς -κι εμείς για λίγο καιρό μετά το 2004 κάτι τέτοια φαντασιωνόμασταν).

Τουλάχιστον ο -άθλιος εδώ- Κόνερι γαμεί καλά: ο σεξομετρητής γράφει άλλα τέσσερα κορίτσια (φτάσαμε πια στις 14 συνευρέσεις από τον "Δρ. Νο" και μετά), που ίσως να είναι τρία, αφού ποτέ δεν γίνεται ξεκάθαρο αν η Κινεζούλα στην αρχή έκανε μόνο μασάζ ή το σέρβις της περιελάμβανε κι άλλα. Εδώ έχουμε και τον πρώτο γάμο του Μποντ, αλλά είναι εικονικός, οπότε δεν τον μετράμε στις μαλακίες της καριέρας του. Βάφεται Γιαπωνέζος για να ξεγελάσει τον Μπλόφελντ και χρειάζεται μια ντόπια για να φανεί πιο πειστικός. Επίσης, επιτέλους βλέπουμε τη φάτσα του μεγάλου αυτού εχθρού του 007, του αρχηγού της SPECTRE, μόνο που είναι εντελώς καρικατούρα, αφού στο κάστινγκ επελέγη ο θλιβερός Ντόναλντ Πλέζενς, του οποίου η καριέρα μόνο για καλτ στιγμές έχει να καυχιέται, όπως για τους ρόλους του στα "Halloween" ως Δρ. Λούμις. Δεν είναι τυχαίο ότι σ' αυτόν στήριξε ο Μάικ Μάγιερς το ρόλο του κακού στα "Austin Powers"...
To γέλιο κορυφώνεται στην σχολή εκπαίδευσης νίντζα, όπου οι μέγιστοι μαχητές σπάνε παγκοκολώνες και καρπούζια με το κεφάλι τους, ενώ ο θρύλος του 007 καταρρίπτεται ευθύς εξαρχής αφού καλείται να καβαλήσει ένα... Toyota (έστω και κάμπριο, το 2000GT, που κανονικά έβγαινε μόνο σε κουπέ, αλλά για τις ανάγκες της ταινίας έγινε κομβέρτιμπλ, αφού δεν χωρούσε μέσα ο Κόνερι!) Οι απιθανότητες και οι ασυνέχειες διαδέχονται η μία την άλλη, με αποκορύφωμα στη σκηνή του ηφαιστείου, όπου ο 007 βουτά στο νερό με ένα πουκαμισάκι για να βγει μετά από λίγο με σούπερ αδιάβροχη στολή και μαγνητικές πατούσες που χρησιμοποιεί για να περπατήσει ανάποδα στο μεταλλικό σκέπαστρο του ηφαιστείου (που δεν φανταζόταν καν ότι ήταν μεταλλικό...). Ακόμη και η μία αντίστροφη μέτρηση που παίζει στην ταινία, σταματά στο 005! Έλεος.

Ένα tip και κλείνω: ο ηθοποιός που παίζει για λίγα λεπτά τον Χέντερσον, τον σύνδεσμο της ΜΙ6 στο Τόκιο, ο Τσαρλς Γκρέι, θα εμφανιστεί δύο ταινίες μετά ως Μπλόφελντ και θα είναι υπέροχος...



update (post μέσα στο post από τον Mr. Arkadin):
Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν κατάλαβα τη Νάνσι Σινάτρα. Δεν είναι όμορφη, δεν είναι σέξι (αυτά τα δύο ως γνωστόν, συχνά δεν συμπίπτουν), δεν έχει φωνή, δεν έχει τίποτε, ενώ τα ομορφότερα τραγούδια που είπε ποτέ, το Summer Wine και το Something Stupid, δεν θα ήταν τίποτε χωρίς μια βελούδινη αντρική φωνή να λειτουργεί ως ραχοκοκαλιά - έστω κι αν η μια από τις δύο αυτές φωνές ανήκε στον πατέρα της, κάνοντας το Something Stupid πολύ πολύ αρρωστημένο. Προσωπικά, κατηγορώ την Αστρουντ Ζιλμπέρτο - εκείνη ξεκίνησε τη μόδα με τις άχαρες, άφωνες ποπ τραγουδίστριες, που ψιλοφάλτσαραν ψιθυρίζοντας αθώα διάφορες easy listening μποσανόβες - αλλά τουλάχιστον η Αστρουντ είχε πίσω της την αστείρευτη πηγή της μποσανόβα κι έναν εσμό ιδιοφυών βραζιλιάνων συνθετών που της χάριζαν υπέροχες μελωδίες. Το You only live twice είναι απλώς αναιμικό - ένα ξέπνοο αποπαίδι αυτών των στιβαρών τραγουδιών που έθεσαν τα θεμέλια της "τζονμπαρικής μπαλάντας", καλό για να ακούγεται σε μια βεράντα καλοκαίρι, την ώρα που πίνεις κοκτέιλ, ανάμεσα σε άλλα δεκάδες ανάλογα (και καλύτερα) τραγούδια.

12 Οκτ 2008

Ωραία, τώρα που ηρέμησα...

...που άφησα πίσω μου μια κολασμένη εβδομάδα, που τακτοποίησα μερικές από τις εκκρεμότητες που είχα αφήσει για το Σάββατο πρωί, που με το στομάχι γεμάτο γουργουρίζω στον καναπέ, διαβάζοντας περιοδικά και βλέποντας σαχλαμάρες στην τηλεόραση, μπορώ επιτέλους να απαντήσω σ' αυτόν τον ηλίθιο του Ριζοσπάστη και όλους τους ηλίθιους κριτικούς κινηματογράφου που νομίζουν ότι κάνουν κριτική στο Vicky Cristina Barcelona και επί της ουσίας απλώς περιγράφουν την υπόθεση*. Δεν είμαι καλύτερος, φυσικά - αλλά εγώ δεν πληρώνομαι για να αναλύω ταινίες. O λόγος, λοιπόν, για να είμαι ειλικρινής, που από το προπερασμένο Σάββατο (εκείνο της Μαντόνα, αν θυμάται κανείς) δεν έχω γράψει ακόμα τη γνώμη μου για το Vicky Cristina Barcelona, δεν είναι ότι είχα πάρα πολλή δουλειά και δεν προλάβαινα, αλλά ότι, δεν ήμουν σίγουρος ποια είναι η γνώμη μου. Οι φίλοι μου που πηγαίνουν στα κινηματογραφικά φεστιβάλ του κόσμου με είχαν προϊδεάσει για κάτι διαφορετικό, επιστρέφοντας από τις Κάννες - μου έλεγαν ότι πρόκειται για μια χαριτωμένη, ανάλαφρη και δροσερή κομεντί που κυλά ευχάριστα. Όταν άναψαν τα φώτα, δεν είχα την ίδια άποψη - ναι, η φωτογραφία ήταν υπέροχη και ναι, το καστ είναι μοναδικό και ναι, η Πενέλοπε Κρουθ που εμφανίζεται στη μέση της ταινίας για να την πάρει όλη πάνω της δίνει μια από τις ερμηνείες της χρονιάς και ναι, η Ρεμπέκα Χολ (η "Βίκυ") είναι ένα διαμάντι και ναι, δεν μπορώ ποτέ να πω κακή κουβέντα για τη Σκάρλετ και ναι, η Βαρκελώνη είναι μια μαγευτική πόλη, αλλά... αυτά που με ενόχλησαν είναι περισσότερα. Με εκνεύρισε πολύ η τουριστική ματιά στα πράγματα. Με εκνεύρισε περισσότερο αυτό το συνεχές φλύαρο voice over, που μας κάνει νιανιά όχι μόνο αυτά που βλέπουμε (τι κάνουν οι ήρωες) αλλά κι αυτά που νιώθουν, δηλαδή αυτά που θα έπρεπε να ερμηνεύουν. Κυρίως όμως, με εκνεύρισε το ότι, σε μια ταινία γεμάτη συναισθηματικές εξάρσεις, με ηρωίδες που αναζητούν κάτι που θα τις συνταράξει, με πάθος, τσακωμούς και εκρήξεις, ένιωθα ότι βλέπω κάτι τελείως επίπεδο. Σαν να μην συμβαίνει τίποτε από αυτά στ' αλήθεια. Και θύμωσα με τον σκηνοθέτη, θεώρησα, όπως ο γελοίος του Ριζοσπάστη, πως το 'χει χάσει, πως επιστρέφει στα ίδια θέματα χωρίς να έχει κάτι να πει. Και μετά, άρχισα να συζητάω για την ταινία - γιατί τι νόημα έχουν οι ταινίες, αν δεν τις συζητάς; Και άκουσα μια άποψη που μου απέδειξε πόσο ηλίθιος είμαι. Ναι, ο Γούντι Αλεν επιστρέφει στα ίδια και τα ίδια θέματα - μόνο που τώρα είναι πιο πικρός και πιο απαισιόδοξος, μόνο που τώρα στις ταινίες του δεν υπάρχει κάθαρση. Το Vicky Cristina Barcelona είναι φλατ και στερείται αληθινού συναισθήματος, όχι γιατί ο ίδιος είναι ανίκανος να το αφηγηθεί, αλλά γιατί οι ήρωές του δεν το διαθέτουν στ' αλήθεια. Και αυτό είναι η καλύτερη απόδειξη ότι ο τύπος "το 'χει ακόμα", μιλάει γι' αυτό που συμβαίνει γύρω μας, για μας, που περιφερόμαστε σαν τουρίστες στις ζωές μας, απρόθυμοι να ξεφύγουμε από τον ρόλο που έχουμε αποφασίσει να παίξουμε - ακόμα κι αν λέμε ότι θέλουμε κάτι άλλο. Έχω βαρεθεί να βλέπω γύρω μου τέτοιες περιπτώσεις, γι' αυτό και κατά κανόνα το βουλώνω - μήπως και διατηρήσω ένα ελάχιστο αυτοσεβασμού.
Δύο εβδομάδες μετά την προβολή, το μόνο που δεν έχω συγχωρήσει ακόμα στον Γούντι Άλεν είναι το ότι θεωρεί ότι η παλιά τζαζ είναι καλή μόνο για το περιβάλλον της Νέας Υόρκης. Στις "λονδρέζικες" ταινίες του χρησιμοποίησε ως επένδυση παλιές ηχογραφήσεις από άριες - ή πρωτότυπη μουσική του Φίλιπ Γκλας -, ενώ τώρα σ' ολόκληρη την ταινία ακούγεται συνεχώς το ίδιο χαριτωμένο τραγουδάκι και κάτι εκνευριστικές σπανιόλικες κιθάρες - τη στιγμή που θα μπορούσε να πετύχει ένα σαφέστατα καλύτερο αποτέλεσμα αν έβαζε κάποιο κομμάτι του Τζάνγκο Ράινχαρντ, το Billets Doux, ας πούμε...
*ο μόνος που ξέφυγε από την περιγραφή της υπόθεσης και διατύπωσε μια θεωρία, ήταν ο Δανίκας στα "Νέα", αλλά κι αυτώς, απλώς έγραψε μερικές μπούρδες για το σεξ, προφανώς ξελιγωμένος από τη γνωστή σκηνή...

11 Οκτ 2008

Πόσους οργασμούς μπορείς να έχεις σε μια βραδιά;

Κοντεύει έξι. Σ' έπιασε πάλι το άγχος; Σφουγγαρίζεις, σκουπίζεις. Φεύγεις. Σφουγγάρισε και το άγχος, αγάπη μου, από το μυαλό σου. Γιατί τόσο άγχος ξαφνικά; Έξι και πέντε. Σκατά. Φοβάσαι ότι θα αργήσεις; Ότι δεν θα προλάβεις να τελειώσεις τις δουλειές σου; Ή είναι το άλλο; Την Πέμπτη εκδικάζεται η αγωγή του Πλιάτσικα. Δεν είσαι έτοιμος ε; Και η κρίση; Μα είναι δυνατόν να σε πιάνει άγχος για τα τοξικά ομόλογα και την κατάρρευση των χρηματιστηρίων; Έξι και επτά. Σφουγγάρισε και το μπάνιο κι έφυγες. Η κρίση! Άραγε τέτοια εποχή του χρόνου πόσα περιοδικά θα έχουν επιβιώσει; Με τι διαφήμιση; Με τι μισθούς; Εσύ πού θα είσαι; Πόσα ζητάει, είπες, ο Πλιάτσικας; Το ΙΚΕΑ το προλαβαίνεις. Αλλά αξίζει να πας Σάββατο βράδυ στο ΙΚΕΑ για πέντε κουτιά αρχειοθέτησης; Και μετά; Στις εννιά πρέπει να είναι στο κέντρο. Και πρέπει να στεγνώσει και τα μαλλιά της. Εσύ δεν έχεις λουστεί καν ακόμη. Κι είναι κι ο Πλιάτσικας. Κι είναι κι ο Μποντ. Πόσες ταινίες έχεις δει; Πέντε; Πρέπει να έχεις δει επτά πριν πας για ύπνο. Δεκαπέντε μέχρι την Παρασκευή. Βιάσου. Κι είναι και τα φαντάσματα. Διώξε, τουλάχιστον, τα φαντάσματα μακριά. Ντριιιιιιιιν. Έλα ρε, τι θες; Να σου πω, τελικά πού θα κοιμηθείς εσύ στα Λαγκάδια; Έλεος! Περασμένες έξι...

Όταν τρέχεις έτσι, με 140 χιλιόμετρα την ώρα, δεν υπάρχει πια άγχος. Κι ο ήλιος δύει μέσα στα μάτια σου. Σε τυφλώνει και σου ανοίγει το βλέμμα ταυτόχρονα. Είναι μαγικό. Πόσους οργασμούς μπορείς, αλήθεια, να έχεις σε μια βραδιά; Πάλι Monika παίζει το CD σου; Όταν τρέχεις με 140 χιλιόμετρα την ώρα αφήνεις τους ατάλαντους πίσω, τις αγωγές τους, τα φαντάσματα... Το πολύ πολύ να θρονιαστεί κανα φαντασματάκι, γλυκερό, πρασινομάτικο, στο κάθισμα του συνοδηγού και να σε τυλίγει με ανεβαστικές λεξούλες όσο στρίβεις το τιμονάκι στο Grand Theft Auto του μυαλού σου. Κι αυτός ο ήλιος; Δύει μέσα στα μάτια σου. Όλο το χρυσάφι του κόσμου μέσα στα μάτια σου. Πόσους οργασμούς μπορείς να έχεις σε μια βραδιά; Late. It's too late. I am punishing myself, by admitting it's too late.

Κι αν σου ανοίξει με μια πετσέτα γύρω της; Μόνο μια πετσέτα; Έχεις προφυλακτικά μαζί σου; Πόσους οργασμούς μπορείς να έχεις σε μια βραδιά; Όταν σου μιλάνε ευθέως -όταν δεν κρύβονται πίσω από προσχήματα και παραμύθια- γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Γάμησε το ΙΚΕΑ τώρα. Κουτιά αρχειοθέτησης... Αρχειοθέτησε τα θέλω σου, μάγκα μου, πρώτα. Αρχειοθέτησε τις ορμές σου, τουλάχιστον. Διώξε τα φαντάσματα μακριά, τρίψου μόνο στις αγκαλιές που γουστάρεις, μίλα κι εσύ χωρίς προσχήματα και παραμύθια. Ζαλάδα. Πρώτος οργασμός. Δεν λούστηκε τελικά. Φοβήθηκε ότι θα αργούσε. Μεταδίδεις άγχος αγάπη μου. Μεταδίδεις την κακή σου αύρα. Δεν πειράζει, μυρίζει τέλεια. Έχει τέλεια γεύση. Δεύτερος οργασμός. Σου έλειπε τόσο καιρό ε; Αλλά δεν τον ήθελες. Γιατί ήταν μαλάκας. Τρίτος, τέταρτος... Πόσους οργασμούς μπορείς να έχεις σε μια βραδιά; Γιατί εσείς οι δύο ταιριάζετε τόσο πολύ στο κρεββάτι; ΠΟΙΟΙ είστε εσείς οι δύο; Τελειώνεις. Όπως δεν έχεις τελειώσει ποτέ ξανά στη ζωή σου. Τι συνέβη τώρα; Ποιος φωνάζει πιο δυνατά; Ποιος αγκομαχά πιο έντονα; Ποιος ουρλιάζει; Ποιος ΙΚΕΑ; Ποιο ΙΚΕΑ; Τι ώρα είπε πρέπει να είναι στο κέντρο; Κι αν σου ανοίξει με μια πετσέτα γύρω της; Πέμπτος οργασμός. Έκτος. Μα πίστευες ποτέ ότι θα τέλειωνες έτσι; Έχεις ξανακάνει καλλίτερο σεξ στη ζωή σου;

Με ποιον θα πας στη Monika; ΜΑ ΚΑΛΑ, ΤΩΡΑ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΟΤΙ ΣΗΜΕΡΑ ΠΑΙΖΕΙ Η ΜΟΝΙΚΑ ΣΤΟ BIOS; Και μετά το παίζεις οργανωμένος και Παρθένος... Θα πας μόνος σου. Τι ώρα είπε πρέπει να είναι στο κέντρο; Μα γιατί βάφεται; Είναι τόσο όμορφη άβαφη. Είστε τόσο όμορφες άβαφες. Τι ώρα αρχίζει η Monika; Πού θα παρκάρεις; Μα έχει πάρει κανείς άλλος το αυτοκίνητό του; Πρόλαβες! Δεν άρχισε ακόμη. Bloody Something. This fucking something. Πόσους οργασμούς μπορείς να έχεις σε μια βραδιά; Έβδομος, όγδοος... Pretend. Over the Hill. Στο Avatar νομίζεις ότι έχεις απογειωθεί. Ο ήλιος δύει ξανά μέσα στα μάτια σου. Χρυσάφι! Πόσους οργασμούς σε μια βραδιά; Over the Hill. Hallelujah. Αλληλούια! Ένατος. Δέκατος. Fraud. Μπράβο Monika. Έχεις πιει μια μπίρα μόνο. Γιατί είσαι μεθυσμένος; Πώς θα γυρίσεις σπίτι;

Μια μπίρα ήπιες μόνο. Γιατί είσαι μεθυσμένος; Πάλι καλά που κατάφερες να γυρίσεις σπίτι. Σε ποιαν άπλωνες το χεράκι σου χθες στο σινεμά; Γιατί πήγατε να δείτε μια παιδική ταινία; Ποια είναι αυτή η Monika; Πόσους οργασμούς μπορείς να έχεις σε μια βραδιά; Γιατί αγχώνεσαι πάλι; Άντε, δες κανα Τζέημς Μποντ τώρα, μπας και ηρεμήσεις...


Ό,τι πιο όμορφο έχω δει τελευταία...


ΟΚ, μπορεί το "Wall-E" να παραείναι "παιδική ταινία", ωστόσο το animation της Pixar -τεχνολογικά- ξεπερνάει κάθε φαντασία, σερβίρει αρκετούς εύστοχους συμβολισμούς που κλείνουν το μάτι και στις μεγαλύτερες ηλικίες και κυρίως διαθέτει τα πιο έξυπνα και όμορφα end credits που θυμάμαι να έχω δει ποτέ. Ξεκινούν με ένα αστείο σχόλιο πάνω στην εμμονή των διάφορων Λιακόπουλων να διαβάζουν εξωγήινα μηνύματα στις σπηλαιογραφίες και στους τάφους των Φαραώ, εξελίσσονται σε μια αποθέωση του animation σαν συνέχεια της μοντέρνας τέχνης και καταλήγουν στον πιο homo ludens -ή μάλλον robot ludens- τρόπο παράθεσης των τόσων ονομάτων που δούλεψαν για να ολοκληρωθεί αυτή η υπερπαραγωγή. Είναι και η φωνή του Πίτερ Γκάμπριελ, φυσικά, που σε απογειώνει. Κι αν έχεις και τόσο υπέροχη παρέα, όσο είχα εγώ όταν πήγα στο σινεμά, χώνεσαι απλά κι άλλο μέσα στο κάθισμά σου και παρακαλάς ο "χασάπης" να αφήσει τα end credits να ξετυλιχθούν μέχρι το τέλος, απλώνοντας το χέρι σου όπως κάνουν η Eva και ο Wall-E μέσα στην ταινία...

9 Οκτ 2008

MSN στο γραφείο: Ναγκασάκι στο Φάληρο

Homo Ludens: αρχισε οπονοκεφαλος παλι. κατι θελει να μουπει ο οργανισμος μου, αλλα τον αγνοω επιδεικτικα
Ovelix: Mια Πέγκυ Χουρχούλη μου έστειλε δελτιο τυπου με θεμα "Ανάπτυξη δραστηριοτήτων της SYNTAX στην Ρωσία και Ουκρανία."
Homo Ludens: θες να αρχισουμε αυτο το παιχνιδι τωρα;
να σου λεω τι ΔΤ στελνουν σ' εμενα; κι εσυ σε μενα;
αυτο κι αν ειναι σουρρεαλιστικο
εχω ΠΟΝΟΚΕΦΑΛΟ ΛΕΜΕ
Ovelix: θα σε σκισω, εχω καλυτερους τιτλους
Διεθνές Συνέδριο για το έργο του Philippe Lacoue-Labarthe
ΑΠΟΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΣΥΝΑΥΛΙΑΣ ΒΑΣΙΛΗ ΛΕΚΚΑ ΣΤΟ ZITHOS BIRTHDAY ΜΕ ΧΟΡΗΓΟ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ ΡΟΥΒΑΛΗ
Homo Ludens: ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ RODOKANAKIS ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ
παρ'τ'αρχιδια μου
"Η ομάδα «Όχι Παίζουμε» κλείνει πανηγυρικά το επετειακό φεστιβάλ «Rodokanakis Rediscovered 1908-2008 στο Μουσείο Μπενάκη, με τέσσερις παραστάσεις (20-23 Σεπτεμβρίου) και αντίστοιχες διαλέξεις."
Ovelix: stepevi
είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς τα χαλιά stepevi με μία λέξη - γιατί δεν υπάρχει λέξη που να περιέχει όλες τις έννοιες μαζί.
Homo Ludens: ΟΚ, ΠΑΡΑΙΤΟΥΜΑΙ
Depon εχεις;

Ποιός έχει ανάγκη τον Mr. Arkadin, όταν υπάρχει ο "Ριζοσπάστης";

Εδώ και καιρό περιμένω τον συνblogger μου να ανεβάσει τις εντυπώσεις του από τη νέα ταινία του Γούντι Άλεν. Έχω, μάλιστα, ρίξει και κλεφτές ματιές στο προσχέδιο του κειμένου του. Αλίμονο. Η ταινία βγαίνει στις αίθουσες και ο Αρκάντιν ακόμη να το τελειώσει. Ευτυχώς, υπάρχουν πάντα οι σελίδες σινεκριτικής του "Ριζοσπάστη":


Vicky, Cristina, Barcelona
του Γούντι Άλεν

Δεν είναι σώνει και καλά κακό αν κάποιος καλλιτέχνης έχει εμμονή σε κάποιο θέμα, σε κάποιον συγκεκριμένο κοινωνικό ή πολιτικό χώρο ή σε οτιδήποτε άλλο σχετικό. Οι εμμονές δεν είναι πάντα κακές. Φτάνει, βέβαια, να μην μένει κανείς στάσιμος ή, και το χειρότερο, να μη γυρίζει προς τα πίσω. Λυπάμαι που θα πω, γιατί έχω γελάσει στις ταινίες του, γιατί έχω προβληματιστεί με κάποιες από αυτές, πως ο Γούντι Αλεν, καιρό τώρα, μοιάζει να έχει στερέψει. Ερχεται και επανέρχεται στα θέματά του χωρίς να τα εξελίσσει, χωρίς να τα αναπτύσσει. Κάνει ατέρμονους κύκλους γύρω από τον εαυτό του.

Αλήθεια, τι προσφέρει η τελευταία του ταινία «Vicky, Cristina, Barcelona»; Τίποτα! Ούτε καν απλό και αστόχαστο γέλιο. Αφού η ιστορία του είναι τόσο τετριμμένη και, κρίμα για το μέγεθός του, χιλιοειπωμένη. Δυο «αθώες» και ανοργασμικές Αμερικανίδες φτάνουν στη μεσογειακή και «θερμή» Βαρκελώνη έτοιμες για τα πάντα. Εκεί, τι πρωτοτυπία, πέφτουν πάνω σε «θερμό» και τσαχπίνη ζωγράφο, παρτουζιάρη από άποψη, και τα κορίτσια ρίχνονται στην αγκαλιά του, όπου βλέπουν το φως το μεσογειακό, κλπ., κλπ. Α, υπάρχει και η μεσογειακή γυναίκα, το ίδιο εκρηκτική όπως και ο μεσογειακός άντρας. Και αυτή, ζωγράφος και η ίδια, είναι «ελευθέρων ηθών», όπως και ο ζωγράφος που υπήρξε και άντρας της. Και την πέφτει και αυτή στα δυστυχισμένα «αθώα» και «άβγαλτα» κορίτσια! (Τον άστοχο και τελείως αδιάφορο και αψυχολόγητο ρόλο ερμηνεύει το καταπληκτικό ερμηνευτικό εργαλείο, η Πενέλοπε Κρουζ. Κρίμα!).

Τα τέσσερα αυτά άτομα, συν ο αρραβωνιαστικός της μιας Αμερικάνας, καθώς και μιας κάπως ηλικιωμένης κυρίας που δε νιώθει ευτυχισμένη με το γάμο της, σπαταλάνε 96 ολόκληρα πολύτιμα λεπτά για να καταλήξουν όλοι, μαζί και ο θεατής, από εκεί απ' όπου ξεκίνησαν. Τίποτα δεν πέρασε κάτω από την πέτσα. Μόλις πλύνουμε τα χέρια μας, δε θα υπάρχει ίχνος ταινίας.

Γιατί όλα αυτά, λοιπόν; Είναι φανερό, για το εισιτήριο, βέβαια! Το οποίο για να κοπεί κάπως αγόγγυστα στολίζεται με μερικές τουριστικές εικόνες της Ισπανίας, λίγο σεξ και πολλά σεξουαλικά υπονοούμενα για ανέραστους. Κάποιοι, βέβαια, θα πούνε πως η ταινία έχει έξυπνους διαλόγους. Είναι φανερό ότι κάνουν σύγχυση ανάμεσα στο έξυπνο και στο εξυπνακίστικο.

Διάλογοι και ταινία πάνε ασορτί. Μοιάζουν με κάποιους θαμώνες του «Φίλιον» και του «Καφέ Ντι Κάπο», όπου διαγωνίζονται σε προκλήσεις και κενές κουβέντες. Μοιάζουν με κάποιους αργόσχολους μικροαστούς που προσπαθούν να εντυπωσιάσουν. Ομως, σήμερα πια, κανένας δεν ασχολείται με αυτόν τον κόσμο. Ακόμα και οι μικροαστοί έχουν γίνει δραματικά πρόσωπα. Δεν προκαλούν, πια, γέλιο. Οσο για τις παρτούζες και τα σεξουαλικά τρίο πέρασαν πια ανεπιστρεπτί. Ο κόσμος έχει άλλα ενδιαφέροντα.

Παίζουν: Χαβιέρ Μπαρντέμ, Πενέπολε Κρουζ, Σκάρλετ Τζόχανσον, Ρεμπέκα Χολ. κ.ά.

(ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ ότι διατηρήθηκε ακριβώς η ορθογραφία του κειμένου της εφημερίδας)

8 Οκτ 2008

Torn for the hearing impaired



Ωραία η μόδα που μας γνώρισε ο Zaphod's Evil Head, αλλά υπάρχει πάντα και ο παραπάνω τρόπος να περιγράψεις ένα τραγούδι σε κάποιον που δεν μπορεί να το ακούσει...

Διάβασε - Διάδοσε!

Σεβασμό, σεβασμό και μόνο σεβασμό έχει από μένα ένας blogger που
(α) επιλέγει για ψευδώνυμο το Zaphod's Evil Head
(β) βάζει ως avatar μια φωτογραφία του Σπύρου Μαρκεζίνη
(γ) μου γνωστοποιεί μια από τις πιο ιδιοφυείς μόδες του youtube
(δ) κάνει αυτή τη νεκρολογία για τον Πολ Νιούμαν
(ε) γράφει μια από τις καλύτερες αναλύσεις ποπ κουλτούρας που έχουν γραφτεί στα ελληνικά εδώ και πολλά πολλά χρόνια
...αν άφηνε ανοιχτά και τα σχόλια, τι καλά που θα ήταν

Η "Μήδεια" του Παπαϊωάννου είναι καλύτερη από τη "Μήδεια" του Ευριπίδη (ανταπόκριση από μια πρεμιέρα)

Ναι, η παράσταση ήταν εξαιρετική - αλλά κανείς δεν πήγε την περασμένη Παρασκευή στο "Παλλάς" για την παράσταση. Από τη μια υπήρχε εκείνη η φράξια που ποτέ δεν θα παραδεχόταν ότι της άρεσε, γιατί είχαν δει την παράσταση του 1993 κλπ. κλπ. κλπ. Εγώ το '93 είχα προτιμήσει να δω τη "Μήδεια" του Μποστ (που κι αυτή είναι καλύτερη από του Ευριπιδη), οπότε δεν είχα τέτοια κολλήματα. Τέλος πάντων το θέαμα είναι ασφαλώς εντυπωσιακό, σίγουρα ιδιοφυές και σε μερικές σκηνές ιδιαίτερα συγκινητικό - εντύπωση που δεν μοιράστηκε ακριβώς η δημοσιογραφική ομήγυρη με την οποία καταλήξαμε σε ένα κουτουκάκι (εντάξει, στη Brasserie Valaoritou) μετά την παράσταση. Από ό,τι κατάλαβα, οι συνάδελφοι του πολιτιστικού ρεπορτάζ έχουν νεύρα με τον καλλιτέχνη γιατί παίρνει επιχορηγήσεις εκατομμυρίων ευρώ τη στιγμή που το υπουργείο δεν δίνει ούτε σεντ στους υπόλοιπους. Άλλοι απλώς τον συγκαταλέγουν στην πολιτιστική χούντα του γαλανονταλαριστάν που μας δυναστεύει εδώ και δεκαετίες (μοιάζει το ίδιο, αλλά εδώ το κριτήριο είναι καλλιτεχνικό και όχι οικονομικό). Και υπάρχουν και αυτοί που απλώς νιώθουν σαν παιδιά που δεν τους παίζουν οι συμμαθητές τους. Κατά τ'άλλα, η συζήτηση περιορίστηκε στην κοσμική πλευρά της εκδήλωσης ("είδες τις γόβες της Στάη";), που συγκέντρωσε την πνευματική, οικονομική και πολιτική ελίτ της χώρας - από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη (που, από ό,τι έχω καταλάβει, δεν χάνει πρεμιέρα για πρεμιέρα) μέχρι τη Βάσια Λόη, πάνω στην οποία σχεδόν προσέκρουσα. Εκείνη θα ήταν και η μοναδική celebrity που παρατήρησα, αν η συνοδός μου δεν μου γνωστοποιούσε την παρουσία της κυρίας Γιάννας, προτρέποντάς με να την παρατηρήσω καλά, και να προσέξω τόσο το νέο της πρόσωπο (με γεια), όσο, κυρίως, το αβυζαλέο ντεκολτέ της.

7 Οκτ 2008

Anne Hathaway for today...

(έχω αρχίσει και γίνομαι γραφικός, ε;)

Countdown to 007: (024) Τζέημς Μποντ, Πράκτωρ 007. Επιχείρησις «Κεραυνός»

Ο Ρικ φαν Νούτερ πρέπει να είναι ο χειρότερος Φίλιξ Λέιτερ όλων των ταινιών του 007. Δεν ξέρω αν φταίει ο ολλανδικής καταγωγής απόγονος το Θέσπιος. Αλλά νομίζω πως όχι. Απλά το σενάριο του "Thunderball" περιόριζε τον Αμερικανό πράκτορα της CIA σε ρόλο αδιάφορου βαστάζου του 007, κάτι που είχε αποφύγει και στον "Δρα. Νο" και στον "Χρυσοδάκτυλο", εκεί όπου ο κολλητός του Μποντ πετούσε και τις ωραίες του ατάκες και έκανε και κάποια ουσιαστική δουλειά για να μπουζουριάσουν τον κακό. Αλλά με τον χαρακτήρα του Φίλιξ Λέιτερ θα ασχοληθώ διεξοδικά στο "Licence to Kill" του '89. Τώρα βρισκόμαστε ακόμη στο 1965 και ο μοναδικός λόγος που ξεκίνησα έτσι το post για την "Επιχείρηση Κεραυνός" είναι επειδή ήθελα να ανεβάσω μια ωραία φωτογραφία της Ανίτας Έκμπεργκ, της οποίας σύζυγος ήταν από το '63 ως το '75 ο φαν Νούτερ.


Η Έκμπεργκ προσπάθησε να κάνει παιδί με τον φαν Νούτερ, αλλά είχε συνεχείς αποβολές -μέχρι που το πήρε απόφαση. Ίσως να έφταιγε η ακόλαστη ζωή της (οι σημερινές Πάρις Χίλτον και Λίντσεϊ Λόχαν είναι αστείες περιπτώσεις μπροστά στις ικανότητες στα πάρτυ που είχε η Σουηδέζα καλλονή, η οποία έγινε διάσημη χάρη στη σκηνή του συντριβανιού στο "Dolce Vita" του Φελίνι). Η Έκμπεργκ είχε μια παρόμοια ζωή -στο πιο ξέσαλο και με πιο διάσημους και πολλούς εραστές- μ' αυτήν της Ούρσουλα Άντρες, αλλά σε αντίθεση με την συμπατριώτισσά της δεν έπαιξε ποτέ το "Bond Girl". Κρίμα, γιατί θα της ταίριαζε...

Αλλά, ας επιστρέψω στο "Thunderball" πριν χάσω τελείως τη μπάλα. Στην τέταρτη κινηματογραφική συνέχεια του μύθου του φλεγματικού Βρετανού πράκτορα της ΜΙ6, ευτυχώς, δεν χρειαζόταν καμμία Ανίτα Έκμπεργκ για να ανεβάσει την διάθεση του ανδρικού κοινού. Και οι 3 ευτυχήσασες να περάσουν από το κρεββάτι του Μποντ (η μία περνάει πρώτα από το βυθό του Νασάου, αφού το κάνουν... υποβρυχίως!) είναι κουκλάρες. Αγαπημένη μου η Λουτσιάνα Παλούτσι που παίζει την "κακιά" Φιόνα Βόλπε καβαλώντας υπέροχα μια 650άρα BSA A65. Αλλά και οι Κλοντίν Ογκέρ (ως "Ντόμινο" -η underwater lover που λέγαμε) και Μόλι Πίτερς (η φυσιοθεραπεύτρια Πατ Φίρινγκ) είναι γυναικάρες με τα όλα τους. Ο σεξομετρητής έχει ανεβεί πια στο 10 (κι έχουμε δει μόνο τέσσερις ταινίες) και πια φαίνεται ότι ο κανόνας είναι "τρία καρφιτσώματα ανά φιλμ".

Μ' αυτά και μ' αυτά όποιος δεν θυμάται τι γίνεται στο "Thunderball" -και με δεδομένο ότι η κύρια δράση λαμβάνει χώρα στις Μπαχάμες- θα φαντασιώνεται μια τεράστια καλοκαιρινή παρτούζα με φόντο κοράλια και πολύχρωμα ψαράκια. Κι όμως. Η "Επιχείρησις Κεραυνός" είναι η πιο σκοτεινή και βίαιη ταινία της πρώτης περιόδου του Τζέημς Μποντ, με έναν απολαυστικό κακό, τον Εμίλιο Λάργκο (τον υποδύεται ο Αντόλφο Τσέλι) και μια τραβηγμένη σκηνή υποβρύχιας μάχης με ψαροτούφεκα ανάμεσα στους λεγεωνάριους της SPECTRE και τις δυνάμεις της CIA. Φαντάζομαι ότι η εν λόγω σκηνή θα έπρεπε στα μέσα της δεκαετίας του '60 να καθήλωσε το κοινό (η ταινία άλλωστε κέρδισε και το μοναδικό Όσκαρ του 007, για τα ειδικά της εφέ), αλλά σήμερα φαντάζει απλά ως η άχρηστη επιμήκυνση της διάρκειας της ταινίας σε πάνω από δύο ώρες (όταν οι τρεις πρώτες πήγαν οριακά πάνω από τα 100 λεπτά).

Το κοινό δεν έχει σε μεγάλη υπόληψη το "Thunderball" και νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο ότι το φλέγμα εδώ είναι ελάχιστο, ο χαβαλές ακόμη λιγότερος και το φετίχ φαίνεται να είναι το πόσους κομπάρσους θα προλάβει να στείλει στον άλλο κόσμο η κάθε πλευρά μέχρι να φάει επιτέλους ο Μποντ τον Λάργκο και να μείνει μόνος με το κορίτσι στη βάρκα (τέσσερα στα τέσσερα κορίτσια στη βάρκα, στο φινάλε, ως τώρα...). Με δεδομένο ότι από την πρώτη στιγμή ο Λάργκο ξέρει ποιος είναι ο Μποντ και προτιμά να του πιάνει την κουβέντα, αντί να τον καθαρίσει με μια πιστολιά στο "δόξα πατρί", σ΄αυτή την ταινία απολαμβάνουμε υπέροχες σκηνές όπου πραγματικά αγωνιούμε για το πώς θα τη γλιτώσει πάλι ο 007 (καλά, δεν αγωνιούμε κιόλας, αλλά εδώ πραγματικά "στριμώχνεται" άγρια ο δικός μας -και όχι μόνο μία φορά). Η περίφημη σκηνή με την πισίνα και τους καρχαρίες, για παράδειγμα, είναι alltime classic. Κοινώς, εγώ το γουστάρω το "Thunderball", ίσως επειδή ο ίδιος ο ρόλος του Μποντ είναι περιορισμένος (και επειδή δεν είμαι τρελλός φαν του Κόνερι, άρα δεν με χαλάει). Είναι μια ταινία δράσης με τα όλα της...

Και κρατά και μερικά από τα φετίχ που μας αρέσει να αναλύουμε εδώ στο "ΠΠC". H Aston Martin DB5 επιστρέφει, για παράδειγμα. Την είχαμε αφήσει τρακαρισμένη σε έναν τοίχο του εργοστασίου του "Χρυσοδάκτυλου" έξω από τη Γενεύη, αλλά εδώ είναι άθικτη και ο "Q" δεν εμφανίζεται να γκρινιάζει στον Μποντ για τα χάλια στα οποία λογικά την παρέλαβε. Εκείνη τη χρονιά (το 1965) σταμάτησε η παραγωγή του εν λόγω μοντέλου, που πρωτοεμφανίστηκε το 1963 και έμελλε να γίνει το πιο διάσημο της εμβληματικής αγγλικής εταιρείας (εννοείται χάρη στις ταινίες του Μποντ). Είχε ηλεκτρικά παράθυρα, air condition, κινητήρα 4 λίτρων που απέδιδε 325 ίππους, πολυβόλα εμπρός, αλεξίσφαιρη ασπίδα πίσω, εκτοξευτήρες νερού και λαδιού... (ΟΚ, τα τρία τελευταία features δεν έπαιζαν στο αυτοκίνητο μαζικής παραγωγής -όχι ότι η λέξη "μαζική" πάει δίπλα στο "Aston Martin"). Η βρετανική εταιρεία, πάντως, δεν είχε και τόσο μεγάλη ανάγκη το οδήγημα του Σον Κόνερι εκείνα τα χρόνια για να γίνει γνωστή. Ένα άλλο μοντέλο της, αγωνιστικό αυτή τη φορά, η DBR1 της έδινε μεγάλες επιτυχίες στις 24 ώρες του Λε Μαν.

Στο "Thunderball" επιστρέφει και το Ford Mustang. Ήταν δέσμευση της παραγωγής να το διαφημίσει ως αντάλλαγμα για την Lincoln Continental που διέλυσαν στην πρέσα στην προηγούμενη ταινία. Ξαναεμφανίζεται το Rolex Submariner. Αλλά ο Μποντ το αφήνει μερικές φορές στην άκρη για ένα Breitling που του δίνει ο "Q" με δυνατότητα μέτρησης της ραδιενέργειας. Τέτοιο μοντέλο, εννοείται, ότι δεν υπήρχε στην πραγματικότητα. Υπήρχε όμως το κλασικό Breitling Navitimer, το απόλυτο pilot's watch, που φορούσε ο... πιλότος του βομβαρδιστικού με τις ατομικές βόμβες, που "κλέβει" η SPECTRE. Εδώ κάνει και την τέταρτη εμφάνισή του το περουκίνι του Σον Κόνερι, μόνο που πια είναι περισσότερο εμφανές από ποτέ (μη μου πείτε ότι δεν το ξέρατε ότι έπαιζε με περουκίνι!). Εδώ ακούγεται και ο οίκος "De Beers", όταν η αγγλική κυβέρνηση πρέπει να αγοράσει διαμάντια των 3 και άνω καρατίων (έλεος!) για να δώσει στην SPECTRE ως αντάλλαγμα για τις κλεμμένες βόμβες -όταν ο Μποντ έχει αργήσει να τις ανακαλύψει. Την υπόθεση μάλλον την έχετε καταλάβει πια, οπότε κλείνω με τα ποτά: Λίγο Campari με τζιν (όχι βότκα μαρτίνι αυτή τη φορά) και λίγη Dom Perignon του '55. Στον Χρυσοδάκτυλο έπινε του '53. Καλές χρονιές για το 1965. Οποιος ψάχνει τι Dom Perignon να αγοράσει σήμερα, του προτείνω '96, '90 και '85 -ή ροζέ του '98...



Και τώρα περιμένω το σχόλιο του Mr. Arkadin για το αριστουργηματικό "Thunderball" του Τομ Τζόουνς. Όσο θεατρικό, όσο επικό και όσο λυπημένο ταιριάζει σε τραγούδι τίτλων ενός 007!



Update (post μέσα στο post - από τον Mr. Arkadin):
Καλά τα λέει ο Homo Ludens - "θεατρικό, επικό και λυπημένο", το "Thunderball" (εδώ η σουινγκάτη εκτέλεση του Κάουντ Μπέιζι) είναι ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα ευτυχούς σύμπτωσης φόρμας και περιεχομένου. Ως περιεχόμενο έχουμε ένα τραγούδι που περιγράφει με τον καλύτερο (συγγνώμη, με τον "καλλίτερο") τρόπο τον κεντρικό ήρωα: "He always runs, while others walk/ he acts, while other men just talk/ (...) he is the winner who takes all/ and he strikes like thunderball". Ενας τέτοιος πανηγυρικός γι' αυτό το ανδρικό πρότυπο χρειαζόταν έναν ερμηνευτή με ειδικό βάρος. Έναν άνθρωπο που να ξέρει τι σημαίνει να μπλέκονται δεκάδες γυναικεία δάχτυλα στον τριχωτό θύσανο του θώρακά του, που ξέρει να αποκρούει ορδές ξαναμμένων γυναικών και να προκαλεί το φθόνο των υπόλοιπων ανδρών. Μόνο ο Τομ Τζόουνς μπορούσε ποτέ (ή, εν πάση περιπτώσει, εκείνη την εποχή) να μπει στο πετσί του Τζέιμς Μποντ, να συμπάσχει μαζί του, να νιώσει το δράμα του και να το ερμηνεύσει με τέτοιο πάθος και αυτοθυσία, που, σύμφωνα με το θρύλο, με το που άφησε αυτήν την συγκλονιστική κορώνα στο τέλος του τραγουδιού, λιποθύμησε.

6 Οκτ 2008

Γιατί (νομίζω ότι) κάνω την καλλίτερη δουλειά στον κόσμο


Λατρεμένη μου Αν,
επιτέλους έφτασε η ώρα να σου αφιερώσω αυτό το σαλόνι! Στήνομαι κάθε μήνα ενώπιος ενωπίω στην ντιζαϊνάτη μουτσούνα του iMac, με το τεύχος ολόκληρο σαν καζάνι που φουσκαλιάζει έναν αλλόκοτο χυλό μεσ’ στο κεφάλι μου, και ψάχνω να βρω με ποια άκυρη γκόμενα θα το συνδέσω για να της απευθύνω το γράμμα που περιμένει αδημονώντας η Ελένη και το υπόλοιπο ατελιέ, μπας και στείλει το αναθεματισμένο δεκαεξασέλιδο στο τυπογραφείο σε κάποια λογική ώρα. Κανονικά έπρεπε να γράφω σ’ εσένα κάθε μήνα, να σε αποθεώνω όσο σου αξίζει και να μοιράζομαι όλες τις εργένικες εμμονές μου μαζί σου -κι όχι με τις άλλες, που αμφιβάλλω αν πήραν ποτέ είδηση τι ήθελα να τους πω. (Αυτό, βεβαίως, λένε ότι είναι ένα γενικότερο πρόβλημα των κειμένων μου -κανείς δεν καταλαβαίνει τι θέλω να πω, ποτέ!-, αλλά δεν είναι του παρόντος. Καταλαβαίνεις τώρα...).

Απ’ την άλλην όμως, σε πόσους πρωτοκλασάτους φωτογράφους να προλάβεις να ποζάρεις κι εσύ για να έχουμε να βάζουμε στο δισέλιδο; Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι δεν διακατέχομαι από ιδιαίτερο κόμπλεξ συγχρωτισμού με διάσημες, κι αν είναι να τα τινάξω όλα στον αέρα για να ακολουθήσω κάποια σταρ του Χόλιγουντ / βασίλισα της ποπ / γκλαμαζόνα της πασαρέλας, εσένα και μόνο εσένα θα έπαιρνα από πίσω. Πήγαινε με όπου θες! Ποια Σκάρλετ και ποια Αντζελίνα, ποια Feist, ποια Fergie, ποια Ζιζέλ και ποια Νατάλια; Αρκεί ένα σου χαμόγελο! Αλλά να το έχεις μακιγιάρει μ’ εκείνο το ωραίο, το παχύ, το μπορντό, το κραγιόν που σ’ έκανε στο «Ο διάβολος φοράει Prada» να σβήνεις όποια μνήμη είχε διατηρήσει ο αντρικός πληθυσμός από την Τζούλια Ρόμπερτς και τη δική της «παπίσια» προβολή ερωτεύσιμης οδοντοστοιχίας.

«Εντάξει», θα μου πεις, «Xαλάρωσε. Και γιατί τώρα; Γιατί, αφού είσαι ερωτευμένος μαζί μου τόσον καιρό, δεν μου έστελνες την ερωτική σου επιστολή νωρίτερα;» Μα επειδή ήθελα να ‘ναι σπέσιαλ η περίσταση. Να πέσεις πάνω στο momentum! «Και τι το σπέσιαλ έχει ο Οκτώβριος του 2008;», θα αναρωτηθείς ευλόγως. Για δες την αρίθμηση του τεύχους... Κλείνουμε ένα χρόνο, φθάσαμε στο δωδέκατο. Και με πετυχαίνεις σε κατάσταση πλήρους ικανοποίησης. Θέλω να φωνάξω ότι κάνω την καλύτερη δουλειά στον κόσμο. Εσύ θα με καταλάβεις απολύτως. Εκανες την ίδια, την μίσησες, την λάτρεψες, την ξαναμίσησες, την έζησες στο φουλ της έντασής της. ΟΚ, ήταν σε φιλμ το πέρασμά σου από τα περιοδικά, αλλά πες μου: Δεν ξετρελλάθηκες όσο χάζευες slides στην τεράστια φωτοτράπεζα του Runway, όπως ονόμασε η Λορίν Γουάιζμπεργκερ το περιοδικό όπου θήτευεσες δίπλα στο διάβολο και τα Prada του; Δεν έζησες το καλύτερο Central Park της ζωής σου τότε που κράταγες αχνιστούς καφέδες απ’ τα Starbucks για τα κορίτσια που τουρτούριζαν ημίγυμνα κάτω από τα τεράστια φώτα ΗΜΙ κι απέναντι απ’ το φακό του Ντεμαρσεγιέ, του Κλάιν, του Μαϊζέλ; Δεν μύριζαν υπέροχα τα δοκίμια απ’ τις σελίδες, όταν τα κολλούσες το ένα δίπλα στο άλλο για να φτιάξεις ένα περιοδικό -ιδέα του περιοδικού που θα τυπωνόταν λίγες μέρες μετά (και θα μύριζε ακόμη πιο όμορφα);

Ναι, το ξέρω ότι συμπεριφέρομαι άκρως ψωνίστικα αυτή την στιγμή, αλλά επιμένω: Κάνω την καλύτερη δουλειά στον κόσμο. Δώδεκα χρόνια από τότε που πρωτόγραψα κείμενο για glossy σελίδα και συνειδητοποίησα πόσο τίποτε θα ήταν χωρίς τη σωστή φωτογραφία δίπλα του, μισή ζωή από τότε που ανακάλυπτα ότι ζούσα στο Matrix κι ότι υπήρχε κι ο κόσμος του «01» εκεί έξω, ένας ολόκληρος αιώνας από τότε που τρυγούσα νέες λέξεις, συμπεριφορές κι ιδέες από την Εικονογραφημένη Εγκυκλοπαίδεια των ’80s (το «ΚΛΙΚ»), χαίρομαι περισσότερο από ποτέ που τελικά δεν θεώρησα πολύ «παιδικό» τον μπούσουλα του παιδικού μου ονείρου κι αποφάσισα να το κυνηγήσω. Τα κορίτσια είναι τόοοοοοσο όμορφα όσο φανταζόμουν (δεν μου θυμώνεις, έτσι;), τα πάρτυ όντως δεν τελειώνουν ποτέ, τα ταξίδια παραμένουν ενέσεις ανανεωτικού κοσμοπολιτισμού και «ανοικτομυαλισμού» όταν ακόμη και η πιο hip όψη της Αθήνας αρχίζει να μοιάζει κολλημένη σε φρεσκοχυμένο τσιμέντο.

Δεν πιστεύω να νόμιζες κι εσύ ότι τα περιοδικά είναι μόνο δημοσιογραφία ή φωτορεπορτάζ! Εσύ, με την κλάση της Οντρεϊ Χέπμπορν, το ταλέντο της Τζούντι Γκάρλαντ, την ομορφιά της Τζούλια Ρόμπερτς, εσύ ξέρεις τι σημαίνει να πασχίζεις να τα στριμώξεις και τα τρία σε μια σελίδα, χωρίς το ένα να πνίξει το άλλο. Και ξέρεις γιατί, όσα νεύρα, όση κούραση, όσο χρόνο σου κοστίσει αυτή η σελίδα, στο τέλος, όταν θα την αρπάξεις από τη γωνίτσα της και θα την στείλεις να σκεπάσει αγαπησιάρικα την προηγούμενη, θα σου έχει αφήσει τόση ικανοποίηση που θα τα ξεχάσεις όλα. Με τούτη εδώ τη σελίδα μετράω 2.236 από τότε που πρωτοβγήκε το GK, πέρσι το Νοέμβριο. Τέσσερις ακόμη και γιορτάζουμε τα πρώτα μας γενέθλια. Πέντε, για να προλάβω να κοιτάξω τι άλλαξε στη ζωή μου από τότε. «Οταν σταματήσεις να έχεις προσωπική ζωή, τότε ήλθε η ώρα να πάρεις προαγωγή» σου λέει κάποια στιγμή ο Νάιτζελ στην ταινία. Ευτυχώς, δεν έχω απολύτως καμία διάθεση να πάρω προαγωγή.

Κάνω την καλύτερη δουλειά στον κόσμο, γιατί πολύ απλά δεν είναι δουλειά. Γιατί αυτά που με απασχολούν στο γραφείο όλη μέρα είναι ακριβώς αυτά που συζητάμε το βράδυ με τους κολλητούς μετά το 5x5. Και κανένας κολλητός μου δεν είναι και συνάδελφος. Κάνω την καλύτερη δουλειά στον κόσμο, αλλά να ξέρεις ότι θα την παρατούσα επιτόπου, αν μου απαντούσες σ’ αυτήν εδώ την επιστολή...

Σε φιλώ στο «παπίσιο» μουτράκι,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Οκτωβρίου '08)



UPDATE:
Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε μετά το πάρτυ γενεθλίων που κάναμε μαζί με τον Λευτέρη Κεφαλά του "Free" πριν από έναν ακριβώς μήνα. Και γράφτηκε πριν τυπωθεί το τελευταίο "Free" όπου ο lefkef με ένα δισέλιδο γεμάτο μόνο φωτογραφίες είπε όλα αυτά για τα οποία εγώ χρειάστηκα τόσες λέξεις...


Και αφού ανέβασα το σαλόνι του "Free", ας ανεβάσω και μερικές σελίδες του "Entertainment Weekly" με το μεγάλο μου έρωτα!





Κι άλλο ένα update - άμεση ανταπόκριση στο σχόλιο του sandman. Η Αν Χάθαγουεϊ φωτογραφημένη "και κάπως αλλιώς" από το Μάριο Σορέντι, για το τελευταίο "W":







5 Οκτ 2008

Όταν το Σάββατο είναι μεγάλο, ετοιμάσου για μικρή Κυριακή


Monika - Pretend


Όταν το Σάββατο είναι μεγάλο, ετοιμάσου για μικρή Κυριακή. Αν έχεις κλείσει τα χρόνια του Χριστού και επιμένεις να ζεις εργένης και να μη λες ποτέ "όχι" σ' αυτά που σε τραβούσαν όταν ήσουν δέκα χρόνια μικρότερος, η παραπάνω πρόταση είναι ένα αξίωμα με το οποίο πρέπει να μάθεις να συμβιβάζεσαι. Εκτός κι αν καταφύγεις στην κοκαΐνη. Ξεκίνησα χθες κατά τις οκτώ το βράδυ από το σπίτι για να δω τη Monika στο Θησείο (πρόλαβα μόνο τη μισή συναυλία -αλλά ήταν ακριβώς αυτό που περίμενα: μαγική) και για ένα γρήγορο ποτό μετά. Ήθελα να γυρίσω νωρίς, να ξεκουράσω το πονεμένο από το πρωινό ποδοσφαιρικό ματς και από την μεσημβρινή αχθοφορία ντέξιον ραφιών (επιτέλους θα φτιάξω ένα δημοσιογραφικό αρχείο της προκοπής στο υπόγειό μου) κορμί μου.

Αλλά, ΟΚ, με τις παρέες που κάνω, τέτοια πλάνα είναι απλώς αδύνατον να υλοποιηθούν. Αφού συνάντησα παλιούς κολλητούς από τα Γιάννενα και την Θεσσαλονίκη που είχα να επισκεφθώ χρόνια, και που κατέβηκαν στην Αθήνα για το Μονικάκι και τους R.E.M., αφού μπαροτσάρκαρα στην Πραξιτέλους, την Καρύτση και στα πέριξ με μια φίλη που ήθελα με λαχτάρα να συναντήσω εδώ κι ένα μήνα για να ανταλλάξουμε νέα (αλλά τη μία ήταν ο ένας στο Μιλάνο, την άλλη ο άλλος στη Μαδρίτη κ.ο.κ.), αφού συμπληρώθηκε το team ώρες μετά τα μεσάνυκτα με έναν ακόμη κολλητό που είχε όρεξη "για ένα ποτό" (απλώς ξεκίνησε για το δικό του κάπως αργά...), ήταν δεδομένο ότι θα γυρνούσα πάλι σπίτι μου ξημερώματα. Αυτό που δεν είχα φαντασθεί ήταν το πόσο συναρπαστική μπορεί να γίνει μια βραδιά όταν δηλώσεις έτοιμος για νάνι και μετά απλά υπερβείς το όριό σου πίνοντας μία ακόμη μπίρα. Είχα μείνει μόνος με τον Λευτέρη στο "Key" όταν γνωρίσαμε δυο κορίτσια, πιάσαμε τη κουβέντα, κλείσαμε το μαγαζί και οι τέσσερις μαζί με τον Κώστα, τον sui generis DJ, φύγαμε τρεκλίζοντας για το αγαπημένο μου μπαρ, το "Jokers". Κι άλλοι φίλοι εκεί, σε ένα αυτοσχέδιο πάρτυ από αυτά που σκαρώνονται σε ανύποπτο χρόνο, κάτι κουλές ώρες, όταν πια έχεις ξεχάσει αχίλλειους τένοντες, άδεια πορτοφόλια και το πόσο μακριά από την Βουλής βρίσκεται το κρεββάτι σου.

Το μπλουζάκι της Άννας, έξι το πρωί στο Joker's

A night to remember. And a day to forget. Ξύπνησα με βαρύ κεφάλι. Ο πατέρας μου ήταν πιστός στο ραντεβού για το Black & Decker (τα ντέξιον ήθελαν και βίδωμα στον τοίχο). Αλλά αυτό σήμαινε ότι ο ύπνος μου περιοριζόταν στις 4 ώρες και ότι ο πρώτος ήχος που θα άκουγα αυτή την Κυριακή θα ήταν το τσίριγμα του τρυπανιού. Η υπόλοιπη μέρα ήταν απλά κουτσή... Ο χρόνος περνούσε με διαφορετικό ρυθμό απ' το σύνηθες. Όταν έμαθα ότι τελικά το MTV θα μετέδιδε live το event από το Παναθηναϊκό Στάδιο, αποφάσισα να μην το κουνήσω από το σπίτι. Κάθομαι τώρα και βλέπω τους R.E.M. από την τηλεόραση, αντί να τους αποθεώνω από κοντά, πληρώνοντας τα γηρατειά μου και την υπέροχη χθεσινή βραδιά. Δεν το μετανιώνω. Κυρίως γιατί μέχρι να έφτανα στους R.E.M., θα έπρεπε να υποστώ την ατάλαντη τραγουδίστρια των C-Real, αυτή την αστεία μορφή από την Αυστραλία που ήθελε να τραγουδήσει και Zeppelin, τους "one-song-band" Kaiser Chiefs και τον εκνευριστικό θόρυβο που παράγουν, αλλά και όλα τα χαρωπά διαλείμματα από τα δέκα παιδιά που θέλουν να γίνουν VJs στο ελληνικό MTV και αναπαράγουν ακριβώς τις ίδιες ατάκες σε κάθε ευκαιρία ("Περνάτε καλά;", "are you a Gabriela Cilmi fan?", "live at kallimarmaron stadium").

Κοινώς, ωραία όλα αυτά, αλλά το ροκ θέλει πολλά αρχίδια. Και όταν βλέπεις αυτή την επιβλητική μπάντα να τραγουδά τόσο όμορφα, με τόσο νεύρο και τόσο ενθουσιασμό τέτοια αριστουργήματα, συνειδητοποιείς πόσο τίποτε ήταν όλη η υπόλοιπη βραδιά, όλοι οι Chiefs κι όλες οι chicks, Ελληνίδες ή Αυστραλέζες... Ένα χαρτάκι γράφει: "Hello! Encore? Thelete ki allo?". Αν θέλουμε, λέει; 30 χρόνια τραγούδια θέλουμε να ακούμε. Orange Crush, Man on the Moon. Daysleeper, Everybody Hurts, It's the end of the World. Έστω κι από την τηλεόραση. Αυτά δεν τα έχεις τραγουδήσει ακόμη Μάικλ. Συνέχισε. Θέλουμε encore. Όταν το Σάββατο είναι μεγάλο, η Κυριακή σου θα είναι μικρή. Εκτός κι αν σου τύχει κάποιο θεϊκό συμβάν. Έστω και στην τηλεόραση. Ένα μεγάλο "ευχαριστώ" στους R.E.M. Κι ένα ακόμη σχόλιο για τη Monika: Μπορεί σε τριάντα χρόνια να γράφω και γι' αυτήν ένα αντίστοιχο post. Είναι πραγματικά υπέροχη.

(Υ.Γ. Τελικά το ριγέ πουκάμισο του Μάικλ Στάιπ μέσα από το σακάκι ήταν κοντομάνικο. Κρίμα...)

4 Οκτ 2008

Django Weekend: Guitar Hero (χε)


"Τι είναι αυτό το 'Baby Trio' που μου λένε να πάω απόψε;". H συνάδελφος από το εμπορικό τμήμα του περιοδικού είχε βλέμμα απόγνωσης. Είχα χρέος να την καθησυχάσω και να της εξηγήσω ότι οι φίλοι της είχαν δίκιο: το Jazz Upstairs του Guru είναι ίσως το πιο φιλικό τζαζ κλαμπ της Αθήνας και το πρόγραμμα που είχε ήταν ένα κι ένα για το τέλος μιας κουραστικής εβδομάδας. Το organ trio του πάντα θυελλώδους - ειδικά τώρα που παίζει hammond - Γιώργου Κοντραφούρη ήταν ίσως ο καλύτερος τρόπος να ξεκινήσει η φετινή τζαζ σεζόν - μια σεζόν που αναμένεται καυτή. Ο Κοντραφούρης παρέδωσε τη σκυτάλη του groove σε έναν αγέρωχο, αεράτο και εκρηκτικό jazz funk κιθαρίστα, τον Μέλβιν Σπαρκς που θα βρίσκεται μέχρι την Πέμπτη στο "καθεστωτικό" πλέον Half Note Jazz Club. Θα πάω. Γιατί μου αρέσει πολύ αυτός ο χαμογελαστός αγαθός γίγας, που έχει συνοδέψει με την κιθάρα του τους μεγαλύτερους ήρωες της soul jazz, από τον Λου Ντόναλντσον μέχρι τον Ρούμπεν Γουίλσον και τον Τζακ Μακ Νταφ. Ακούω ένα από τα πιο απολαυστικά κομμάτια που έχει ηχογραφήσει, το "Akilah" και σκέφτομαι ότι ταιριάζει πάρα πολύ με ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια του Τζάνγκο, το "Folie a l' Amphion" - και τα δύο φέρνουν στο μυαλό εικόνες πόλης, έστω κι αν πρόκειται για δυο διαφορετικές πόλεις, σε δυο διαφορετικές ηπείρους, σε δυο διαφορετικές δεκαετίες.

Countdown to 007: (025) Τζέημς Μποντ, Πράκτωρ 007 εναντίον Χρυσοδάκτυλου

Επειδή θεωρώ δεδομένο ότι δεν υπάρχει τακτικός αναγνώστης του "ΠΠC" που να μην έχει δει τουλάχιστον τρεις φορές τον "Χρυσοδάκτυλο" (αν υπάρχει, ας μάθει ότι δεν του αξίζει να είναι φίλος μας!), δεν πρόκειται να ασχοληθώ καθόλου με την ταινία -που είναι σίγουρα η καλλίτερη των πέντε που γύρισε ο Σον Κόνερι και πιθανόν και η καλλίτερη γενικώς της σειράς του 007. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν θα ασχοληθώ ούτε με το αφοπλιστικό, καθηλωτικό, εθιστικό τραγούδι των τίτλων και τη φωνή της Σίρλεϊ Μπάσεϊ -ή τη σχέση της, από αυτή την ταινία και στο εξής, με τον 007... Γι' αυτά είναι υπεύθυνος ο Mr. Arkadin και πραγματικά αισθάνομαι σπουδαίος που είχα την έμπνευση να του ζητήσω πριν ενάμισι χρόνο να "πιάσει δουλειά" στο "ΠΠC". Γράφει με τόσο εύστοχο τρόπο όλα αυτά που θα ήθελα να γράψω εγώ, αλλά θα τα χαλούσα με την ακατάσχετη φλυαρία μου, ώστε απογειώνει στους περισσότερους τομείς αυτό το blog εκεί που οι προθέσεις μου ήθελαν πάντα να το στείλουν (ΟΚ, ίσως όχι με την ενότητα Django Weekend...).

Πίσω στον "Χρυσοδάκτυλο" όμως... Μου μένουν τα εξής πολύ απλά πράγματα για να ασχοληθώ: το Rolex Submariner, η Dom Perignon του '53, το "one point" δίπλωμα του μαντηλιού τσέπης, το σμόκιν και η σωστή του χρήση, η Aston Martin DB5, η Rolls Royce Phantom III, τα μπαλάκια της Slazenger (για γκολφ ή για τέννις), το sack suit του κ. Χρυσοδάκτυλου, το Ford Mustang (ναι, αυτό που οδηγούσε και ο Μπράντον στο Μπέβερλι Χιλς). Βρισκόμαστε στο 1964, ο Τζέημς Μποντ εμφανίζεται σε ταινία για τρίτη συνεχόμενη χρονιά και εκτός του ότι επιτέλους το βιβλίο του Ίαν Φλέμινγκ μετατρέπεται σε ένα σοβαρό σενάριο και η σκηνοθεσία και οι ερμηνείες είναι αρκούντως ικανοποιητικές, ο τρίτος "Πράκτωρ 007" προσθέτει σε στυλ όσα έλειπαν από τους προηγούμενους δύο και ολοκληρώνει την εικόνα του φλεγματικού, αβρού, γόη πράκτορα με την άδεια να σκοτώνει. Το "κουνημένο" βότκα μαρτίνι επιστρέφει, το sex-o-meter ανεβαίνει πια στο 7 ("σφάζει" -ή υποθέτουμε ότι το κάνει- άλλες τρεις εδώ: την Μεξικάνα στην αρχή, την Τζιλ που αργότερα πεθαίνει ολόχρυση στο Μαϊάμι και φυσικά την Πούσι Γκαλόρ, την -κατ' εμέ- εντυπωσιακότερη γκόμενα του Μποντ, με το τέλειο όνομα -τύφλα να 'χει ο Ρον Τζέρεμι ξανά-, το τέλειο στήθος, τις τέλειες ατάκες και τον τέλειο ρόλο στο βιβλίο του Φλέμινγκ, όπου είναι απλώς λεσβία...), τα αυτοκίνητα που διαλύει στο διάβα του κοντεύουν να γεμίσουν πάρκινγκ εμπορικού κέντρου. ΟΚ, ούτε χρόνο έχω, ούτε εσείς διάθεση για άλλο scroll down, ώστε να αναλύσω όλα τα παραπάνω. Οπότε, πιάνω μόνο τα βασικά:

To Rolex Submariner. Στην αρχική σκηνή ο Κόνερι αναδύεται από τη θάλασσα και βγάζει τη στολή του δύτη. Από μέσα φορά λευκό σμόκιν με παπιγιόν και μαύρο παντελόνι -και ένα Rolex Submariner. Λάθος επιλογή για το σμόκιν, σωστή για το βυθό απ' όπου έσκασε μύτη. Το πρώτο Submariner εμφανίστηκε 10 χρόνια πριν την ταινία και αποτέλεσε το αρχέτυπο για τα diver's watches που ακολούθησαν: περιστρεφόμενη στεφάνη με εμφανείς ενδείξεις των λεπτών, ώστε να ξέρει ο δύτης με μια ματιά πόση ώρα βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, φωσφορίζοντες δείκτες και ενδείξεις ωρών σε μαύρο καντράν, στεγανότητα στα 300 μ. Από τότε, η Rolex (αλλά και αρκετές ακόμη μεγάλες ωρολογοποιίες) έκαναν παπάδες στο θέμα της στεγανότητας και φτάσαμε φέτος να παρουσιαστεί το Rolex Sea-Dweller που συνεχίζει να δουλεύει ακόμη και σε βάθος 3.900 μ. Όχι ότι θα το πάρει ποτέ άνθρωπος εκεί κάτω να το δοκιμάσει, αφού το είδος μας αντέχει μέχρι τα 320 μέτρα το πολύ. Τέλος πάντων, ακόμη κι αυτό το κοκόρι της υψηλής ωρολογοποιίας, στη φάτσα είναι πανομοιότυπο με το Submariner που φορούσε ο Κόνερι το 1964. Η χρήση της λέξης "κλασσικό" εν προκειμένω είναι ό,τι πιο κλισέ μπορώ να γράψω για να κλείσω αυτή την παράγραφο.

Γενικώς, μάλλον, θα κλείσω εδώ, γιατί έχω πρωινό ξύπνημα αύριο. Προτού ο mr. Arkadin προσθέσει τα περί Σίρλεϊ Μπάσεϊ και προτού εσείς επιλέξετε (αν το κάνετε, γιατί έχω και μια ελαφρά υπόνοια ότι κανείς δεν ασχολείται με τα τζεημσποντικά πέραν ημών των δύο και του Αθήναιου) με ποιο άλλο φετίχ από όλα όσα εμφανίζονται σ' αυτήν την ταινιάρα πρέπει να ασχοληθώ στο update μου, θα ανεβάσω άλλη μια φωτογραφία ρολογιού: τον χρυσαφί (τι άλλο;) χρονογράφο που σχεδίασε η Swatch προς τιμήν του Όντζομπ, του πιστού και μουγγού Κορεάτη μπράβου του Χρυσοδάκτυλου.



Update (Post μέσα στο Post - από τον Mr. Arkadin):
Ναι, το τραγούδι των τίτλων του Goldfinger είναι ίσως το πλέον αρχετυπικό τραγούδι 007, ο κανόνας με τον οποίο αναμετρώνται όλα τα υπόλοιπα τραγούδια της σειράς. Είναι ένα τραγούδι με ένα πολύ χαρακτηριστικό swing - κάτι που φαίνεται και από την άνεση με την οποία πέρασε στο ρεπερτόριο του Κάουντ Μπέιζι, διψάει το κομμάτι για μια big band να το ερμηνεύσει. Βέβαια, η πιο τζαζ εκδοχή του κομματιού είναι από τον Τζέιμς Μποντ αυτοπροσώπως - έστω κι αν πρόκειται για απλή συνωνυμία: για τον μπασίστα Τζίμι Μποντ, έναν από τους ήρωες της West Coast Jazz των '60s, o οποίος ερμήνευσε το κομμάτι με μπρίο και την coolness που του αναλογεί. Το θεωρώ καλύτερο από το original, το οποίο, για να πω την αμαρτία μου, εμένα δεν μου αρέσει*. Ή μάλλον, μου αρέσει το τραγούδι, αλλά δεν αντέχω τη Σίρλεϊ Μπάσεϊ - μου τη δίνει στα νεύρα το μέταλλο της φωνής της, θεωρώ υπερβολική την ερμηνεία της, μου κάνει λίγο drag show όλο αυτό (θα πω περισσότερα γι' αυτήν στη συνέχεια του αφιερώματος). Ίσως γι' αυτό και η μοναδική στιγμή που την απολαμβάνω πραγματικά, είναι όταν αυτοπαρωδείται, στο πλαίσιο του καλύτερου τηλεοπτικού βαριετέ όλων των εποχών:

*(μπορεί βέβαια να φταίει και το ότι έχω περάσει πολλές ώρες της φοιτητικής μου ζωής, τραγουδώντας με φίλους "κωλοφίνγκερ", με αποτέλεσμα πλέον να μην μπορώ να το ακούσω κανονικά...)

Update 2 (πάλι από τον mr. Arkadin)
Ξέχασα μια ακόμα cult εκτέλεση του Goldfinger, εκείνης που ακουγόταν στους τίτλους της ταινίας στη Γαλλία. Γιατί τότε, εκτός από τους διαλόγους, μεταγλώττιζαν και τα τραγούδια, με αποτέλεσμα κάποια ξεθυμασμένη ορχήστρα να συνοδεύει κάποιον Τζον Γουίλιαμ (!) να τραγουδά "γκολντφίνγκεγ"!

3 Οκτ 2008

Xρονομετρώντας μέχρι το 007...


Μόλις έλαβα ένα διαφημιστικό φάκελο από τη Swatch με τα νέα μοντέλα που ετοίμασε εν όψει του "Quantum Solace": ένα ρολόι εμπνευσμένο από τον πιο εμβληματικό κακό της κάθε ταινίας. 22 στο σύνολο (έχουν ετοιμάσει και για τη φετινή...) Θα έχετε ήδη δει κάποια στις καταχωρίσεις της εταιρείας στα διάφορα περιοδικά. Είναι τόσο ψυχαναγκαστικά πανέμορφη η πρωτοβουλία των Ελβετών, που απλά δεν μπορώ να αντισταθώ. Στα επόμενα posts μου για τις ταινίες του Πράκτορος 007 θα προσθέτω και το ρολόι του κάθε κακού. Αναδρομικά, ανεβάζω εδώ αυτά του Δρος Νο και της Ρόζας Κλεμπ.

2 Οκτ 2008

Countdown to 007: (026) Τζέημς Μποντ, Πράκτωρ 007 σε Παγίδα

Καθ' όλη τη διάρκεια του "From Russia With Love" ("Απ' τη Ρωσία με Αγάπη", το ξέρουμε κι εμείς εδώ, άσχετα αν το 1963 παίχτηκε στα αθηναϊκά σινεμά ως "Πράκτωρ 007 σε Παγίδα") ο Σον Κόνερι ως 007, ο Πέδρο Αρμεντάριθ ως Καρίμ Μπέι και ο Ρόμπερτ Σόου ως Ντόνοβαν Γκραντ, φορούν pochette τσακισμένη με τον "presidential" τρόπο. Μόνο. Και λευκή, πάντα λευκή. Έτσι φορούσε την pochette του ο Πράκτωρ 007 και στο "Dr. No", έτσι την φορούν και οι Μ και Q φυσικά (εδώ η πρώτη, πολύ σύντομη εμφάνιση του δεύτερου, πριν γίνει ο cult ημίθεος της σειράς). Μόνο ο Ρώσος πράκτορας Μπεντζ προτιμά μια μάλλινη μαύρη και ίσως γι' αυτό ο Τζέημς Μποντ του βουλώνει μ' αυτήν το στόμα, κάνοντας ένα υποτιμητικό σχόλιο για τον ράφτη του. Το "presidential" είναι το ευκολότερο και το επισημότερο δίπλωμα του μαντηλιού τσέπης, μια κλασσική λύση για τον gentleman που βιάζεται, αλλά δεν θέλει να παραμελήσει το ντύσιμό του και η συνηθέστερη επιλογή που κάνει ο τεμπέλης εαυτός μου -παρ' ότι λατρεύω το "puff" και το "ανάποδο puff". Βγαίνει από το τσεπάκι του σακακιού μόνο για να θωπεύσει αιθέριες υπάρξεις: να της σκουπίσει ένα δάκρυ, να καλύψει τα σημάδια ενός ατυχήματος (ένα γρατζούνισμα ίσως ή ο ιδρώτας στο κούτελο από κάποια αγχώδη κατάσταση), να χρησιμεύσει ιπποτικά ως η ασπίδα της απέναντι στα μικρόβια που μπορεί να κρύβει ένα κουτάκι μπίρας, όταν δεν υπάρχει κάτι άλλο να βοηθήσει. Αλλά το να έχεις φτάσει να ανοίγεις κουτάκια μπίρας με μια αιθέρια ύπαρξη, φορώντας ακόμη το κοστούμι σου, είναι μια εντελώς άσχετη υπόθεση με το παρόν post...

Πίσω στον Τζέημς Μποντ τώρα. Η πιο παράξενη σκηνή του "From Russia With Love" είναι όταν ο Σον Κόνερι τραβά τη λευκή pochette του απ' το τσεπάκι, όχι για να χαϊδέψει με το μετάξι της την Τατιάνα Ρομάνοβα, αλλά για να σκουπίσει τα δάκτυλά του μετά από ένα δείπνο με τα χέρια σε έναν τσιγγάνικο καταυλισμό. Αλλά είπαμε: η ταινία γυρίστηκε το 1963. Όταν οι playboys αυτού του κόσμου ακόμη έρχονταν στα χέρια για την τιμή μιας δούκισσας, έτρεχαν σε αγώνες Formula 1 μετά από απίθανα ξενύκτια στα καζίνο και διατηρούσαν ακόμη για το αγαπημένο τους αξεσουάρ τον χρηστικό του ρόλο: να τους καθαρίζει τα χέρια. Ο Πορφίριο Ρουμπιρόζα θα ήταν περήφανος για την διαγωγή του 007 καθ' όλη την διάρκεια της ταινίας... Ακόμη και στις σκηνές γυναικείας ανασφάλειας, όπου η Ρωσίδα πράκτορας αναρωτιέται αν είναι αρκετά ποθητή, αν τα κορίτσια στη Δύση είναι πολύ πιο όμορφα από εκείνην ή αν μπορεί να φορέσει λευκό αραχνοΰφαντο φόρεμα στο Πικαντίλι, ο Μποντ παραμένει ατάραχος και αγαπουλίνος, αντί να την διαολοστείλει. Και το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι μετά από τις δύο πρώτες ταινίες ο δείκτης σεξ έχει παραμείνει στο 4: Στο "From Russia With Love" το ξανακάνει με την Σύλβια Τρεντς του "Dr. No" και μετά σχεδόν... παντρεύεται την Ρομάνοβα - την πανέμορφη, αναπληρωματική "Μις Κόσμος 1960" Ντανιέλα Μπιάνκι. Μονογαμία άνευ λόγου... Τρεις στην πρώτη ταινία, μόνο μία στην δεύτερη. Τζίφος. Τουλάχιστον η Μπιάνκι εμφανίζεται γυμνή -όχι σαν την Ούρσουλα Άντρες που φορούσε μπεζ μαγιό- και καλύπτεται πίσω από μια κουρτίνα μόνο, αλλά το εκπαιδευμένο μάτι και το καλό DVD player δεν ξεγελιούνται.


Οι γαμάτοι χαρακτήρες της ταινίας είναι βέβαια οι κακοί. Την δεκαετία του '60 για τους Δυτικούς η Ρωσία ήταν κορυφή μόνο στους σκακιστές και στους κατασκόπους και ο Κρόνκστιν υπηρετεί με επιτυχία και τους δύο ρόλους. Η Ρόζα Κλεμπ (Λευκορωσίδα;) πασχίζει μέχρι την τελευταία στιγμή να φάει τον Μποντ, αλλά στην περίφημη σκηνή της Βενετίας, ο έρωτας της Τατιάνας Ρομάνοβα για τον Άγγλο εραστή της υπερισχύει του έρωτα για την πατρίδα (και των λεσβιακών υπονοούμενων της Κλεμπ) και καθαρίζει την εντολέα της (άρα χαλάλι η μονογαμία). Ο Θεός, βέβαια, δεν είναι άλλος από τον Ερνστ Σταύρο Μπλόφελντ. Αφού ο Δρ. Νο ήταν τόσο loser ώστε να αφήσει τον Μποντ σε ένα κελί με ολόκληρη έξοδο διαφυγής, στην δεύτερη ταινία επιστρατεύεται ο ίδιος ο "εγκέφαλος" της οργάνωσης SPECTRE. Τον οποίον δεν βλέπουμε πουθενά! Μόνο τα χέρια του που χαϊδεύουν τη περσική γάτα του και το όνομά του στους τίτλους τέλους με ένα ? δίπλα για τον ηθοποιό που θα τον υποδυθεί στη συνέχεια. Τι υπέροχο κλείσιμο ματιού στους Bond fans ακόμη και σήμερα, 45 χρόνια μετά...

Η ταινία, γενικά, απέχει παρασάγγας από την προηγούμενη. Η παραγωγή είναι εξαιρετική, με γυρίσματα σε Κωνσταντινούπολη και Βενετία, το σενάριο είναι έξυπνο, οι ερμηνείες ικανοποιητικές, το τραγούδι υπέροχο (αλλά γι' αυτό θα μιλήσει ο Αρκάντιν), το gadgetάκι χρήσιμο και πολύπλοκο (μια βαλίτσα - υπερόπλο, σε μια εποχή που οι τρομοέλεγχοι στα αεροδρόμια ήταν άγνωστη έννοια). Προσωπικά, την κατατάσσω στις κορυφαίες της σειράς κυρίως λόγω της ατμόσφαιράς της. Στις αρχές της δεκαετίας του '60, με τον Ψυχρό Πόλεμο να οδηγεί τις δύο πλευρές σε ακραίες και εντελώς γελοίες πρακτικές -αν τις ξαναδει κανείς σχεδόν μισό αιώνα μετά- η Κωνσταντινούπολη ήταν το meeting point κατασκόπων και πρακτόρων που λειτουργούσαν με τον παράξενο, μεθυστικό τρόπο της πιο όμορφης -ίσως- ευρωπαϊκής πόλης. Κατασκοπεία με την ιδιοσυγκρασία της Ιστανμπούλ, σε μια περίοδο που πήγαινες από το αεροδρόμιο στο Σουλταναχμέτ σε είκοσι λεπτά (σήμερα η εφιαλτική κίνηση το κάνει αδύνατο), πανέμορφες γυναίκες κι ένας "βοηθός 007" με προσωπικότητα και μπρίο (ο Καρίμ Μπέι): δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι καλλίτερο.

Κρίμα που δεν λείπουν οι συνήθεις χαζοβιόλικες σκηνές υπερβολής: Ένα training camp με φλογοβόλα, ξιφομάχους, καρατέγκα, όλα μαζί σε λίγα τετραγωνικά, με όψιμους "Μποντοκτόνους" να ιδρώνουν εκπαιδευόμενοι, η κλασσική ατάκα "Λονδίνο το αεροπλάνο σου προσγειώθηκε", με το που ο Μποντ φτάνει στην Πόλη (το ίδιο έγινε και στο "Dr. No" με το Κίνγκστον) -λες και δεν είχαν άλλο τρόπο να μας πούν πού μετατίθεται η δράση μετά το αρχηγείο του Μ- και το θρυλικό περισκόπιο υποβρυχίου που καταλήγει μέσα στο ρωσικό προξενείο από τα σπλάχνα του ιουστινιάνιου συστήματος αποχέτευσης! Προξενείο, έγραψα, και κλείνω με το εξής: μια φωτογραφία του Γιούρι Γκαγκάριν, του πρώτου ανθρώπου στο διάστημα (το 1961) κοσμεί το ρωσικό προξενείο της Ιστανμπούλ στην ταινία, σηματοδοτώντας με τον πιο εύστοχο τρόπο το σε ποια εποχή αναφέρεται η ταινία. Η υπόθεση; Η SPECTRE του Μπλόφελντ μηχανεύεται τον τρόπο να μπερδέψει τους δύο πόλους του Ψυχρού Πολέμου, ώστε να βουτήξει από τους Ρώσους μια μηχανή αποκωδικοποίησης που θυμίζει το Enigma των γερμανικών U-Boats στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Να λύσω μία παρεξήγηση: Ο Αθήναιος αντέδρασε άμεσα στην ανάρτηση της νέας μας ενότητας, αφιερώνοντας ένα post στον Ντάνιελ Κρεγκ και κράζοντάς με που παίρνω τον 007 στα σοβαρά. Τα σχόλιά μου εκεί ίσως παρεξηγήθηκαν... Θεωρώ τον Κρεγκ κορυφαίο ηθοποιό. Τον κορυφαίο που έχει παίξει ποτέ το ρόλο του Μποντ. Τον θεωρώ και απολύτως ταιριαστό με τον εν λόγω ρόλο. Απλά γελάω με το γεγονός ότι, ενώ μια ολόκληρη βιομηχανία έχει στηθεί μισό αιώνα τώρα γύρω από το στυλ του 007, γκόμενες όπως η Βίβιαν συγκλονίζονται από την πιο γελοία σκηνή σε ταινία Τζέημς Μποντ: τη στιγμή που ο Κρεγκ βγαίνει από τη θάλασσα φορώντας ένα κολλητό μαγιό σορτσάκι, ακριβώς όπως αναδύονται όλοι οι Πολωνοί γυψοσανιδάδες και οι Αλβανοί μπετατζήδες κάθε μέρα του καλοκαιριού από την πλαζ μπροστά στο δάσος του Σχοινιά. Και, ναι, παίρνω τις ταινίες του 007 στα σοβαρά! Ταυτίζομαι και ξεπατικώνω κόλπα. Αλλά μην το πείτε στη Μοσάντ...


update (post μέσα στο post - από τον mr. Arkadin):
Εδώ πια, τα πράγματα αρχίζουν, σιγά-σιγά, να μπαίνουν στη θέση τους. Ο Τζον Μπάρι έχει μόνος του την ευθύνη του soundtrack και παίζει μπάλα με το θέμα του Τζέιμς Μποντ, το οποίο ενορχηστρώνει σε διάφορες σκηνές με διάφορους τρόπους, χρησιμοποιώντας τα πιο cool όργανα της εποχής, με αποκορύφωμα τα μπόνγκος! Το ότι η ταινία εξελίσσεται εν μέρει στην Ισταμπούλ, του επέτρεψε να γράψει κι ένα κομμάτι για τον Κεράτιο Κόλπο, το οποίο πήρε αργότερα ο Κάουντ Μπέιζι και του έδωσε και κατάλαβε. Αλλά δεν είναι αυτό το σημαντικό. Το σημαντικό είναι ότι από αυτήν την ταινία ξεκινά η μεγάλη παράδοση της σειράς με αυτά τα τραγούδια που ισορροπουν ανάμεσα στο μελόδραμα και το έπος - και ξεκινά με τον καλύτερο τρόπο: με τον παραγνωρισμένο Βρετανό crooner Ματ Μονρό, να τραγουδά μελιστάλαχτα ένα από τα ομορφότερα τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ για ταινία και που έχουν γνωρίσει δεκάδες διασκευές, είτε από γνωστές ορχήστρες, είτε από άγνωστες, ή ακόμη και από τα τμήματα μεταγλωττίσεων των κατά τόπους διανομέων της ταινίας στην Ευρώπη. Το τραγούδι, βέβαια, δεν ακούγεται στους τίτλους, αλλά σε μια ρομαντική σκηνή, μέσα από ένα ραδιόφωνο, κάτι που βρίσκω πολύ αστείο...

1 Οκτ 2008

Θερμή παράκληση...

Προς τον φίλο μου Χρήστο Παναγόπουλο: Δεν γίνεται, Πρόεδρε, να κανονίσεις να έχουμε πάντα Κύπριους σπορτκάστερς όταν βάζεις Champions League στη ΝΕΤ;

(Επίσης, ως φιλόλογος, σηκώνω τα χέρια ψηλά στο ανάγνωσμα του κειμένου στο γραφικό που ανέβασα...)

Countdown to 007: (027) Τζέημς Μποντ, Πράκτωρ 007 Εναντίον Δρος Νο

Για το μέσο αναγνώστη του "ΠΠC" η σκηνή με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τα 105 λεπτά της πρεμιέρας του 007 στη μεγάλη οθόνη δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την απολύμανση του Σον Κόνερι και της Ούρσουλα Άντρες από το επιτελείο του Δρος Νο. Έτσι κι αλλιώς η υπόθεση της ταινίας είναι ολίγον τι παιδική, συνεπώς η πιθανότητα να ξεκλέψεις ένα δέκατο του δευτερολέπτου με την ομορφότερη γυναίκα της δεκαετίας του '60 τσίτσιδη καθίσταται αυτομάτως αυτοσκοπός από την στιγμή που την βλέπεις να βγαίνει από τη θάλασσα χαριεντιζόμενη με κάτι όστρακα, κάπου στο μέσον του "Dr. No". Φρόντισα να κάνω pause και zoom την ώρα που ο αυλικός του Κινέζου κακού προσφέρει το γαλάζιο μπουρνούζι στην Χάνι Ράιντερ (ο Ρον Τζέρεμι σκέφτηκε το όνομα;) αλλά τζίφος: Η Ούρσουλα Άντρες φορούσε μαγιουδάκι στο χρώμα του δέρματος και ούτως ή άλλως οι υπερβολικές της καμπύλες δεν είναι του γούστου μου -αν και ήταν το πρότυπο όμορφου σώματος εν έτει 1962, όταν βγήκε η ταινία.

Βατερλό η υπόνοια τσόντας, λοιπόν, και προσπαθώ να καταλάβω γιατί στο IMDB ο "Dr.No" έχει μαζέψει 73%. Στα προφανή: Εδώ ακούγεται για πρώτη φορά το "Μποντ, Τζέιμς Μποντ", εδώ ρίχνει για πρώτη φορά τρεις πούτσους σε τρεις εντελώς διαφορετικού στυλ μουνάρες, εδώ πίνει για πρώτη φορά βότκα μαρτίνι "shaken, not stirred". Μάλιστα η βότκα είναι Smirnoff, όσες φορές εμφανίζεται, που δείχνει ότι ο γευσιγνώστης που ανέλαβε την στελέχωση του φιλμ με booze είναι της ποιοτικής μάζας και αυτό είναι κάτι που ενθουσιάζει έναν λάτρη της μπίρας Kaiser, του "Κατωγιού Αβέρωφ" και του κονιάκ Metaxa (ακόμη κι αν μιλάμε για επτάστερο). Αλλά και πάλι. Τα παραπάνω δεν φτάνουν για τον ενθουσιασμό που δείχνουν οι φίλοι του 007 για την ταινία. Ως ηθοποιός ο Σον Κόνερι ξεχωρίζει, αλλά μάλλον δεν οφείλεται στις υποκριτικές του ικανότητες αυτό, αλλά στο πόσο χάλια παίζουν όλοι οι υπόλοιποι (πλην του Τζόζεφ Γουάιζμαν -στο ρόλο της ζωής του ως Δρ. Νο- που είναι επαρκής).



Υποθέτω ότι η ο όλος μύθος γύρω από τον "Dr. No" οφείλεται (πέραν της Ούρσουλα) στο γεγονός ότι απλά εδώ τίθενται οι βασικές αρχές αυτού που θα ακολουθήσει. Έγραψα ήδη για τις ατάκες, το σεξ και τη βότκα μαρτίνι, προσθέτω και τα υπόλοιπα: Ο 007 ράβεται στη Saville Row (το αναφέρει χωρίς ίχνος αλαζονείας στον Αμερικανό πράκτορα Φέλιξ Λέιτερ) -φορά γκρι δίκουμπο τη μέρα με λευκό πουκάμισο και μαύρη γραβάτα και μαύρο κοστούμι τα βράδια-, παίζει (και εννοείται κερδίζει στο) Σεμαίν ντε Φερ, οδηγάει γρήγορα αυτοκίνητα και ξεφεύγει εύκολα από τους κακούς (εδώ ένα κάμπριο Sunbeam Alpine Series II Tiger του '61 κόντρα σε μια... νεκροφόρα σε χωματόδρομο της Τζαμάικας σε μια σκηνή που θυμίζει Ράλι Ακρόπολις με χάλια οπτικά εφέ) και αφήνει στην άκρη τη Μπερέτα του για το Walter PPK που θα γράψει ιστορία στα χέρια του. Επίσης, τα βάζει με ανορθόδοξους "κακούς" (μια μαύρη χήρα στον ύπνο του, για παράδειγμα) και ακούει για πρώτη φορά τα εξ αμάξης από τον Μ -Μπέρναρ Λι: "Το 00 σημαίνει ότι έχεις άδεια να σκοτώνεις, όχι να σκοτώνεσαι".

Από εκεί και πέρα, καταφεύγω στα trivia του IMDB και περιμένω τον Mr.Arkadin να μιλήσει για τους τίτλους αρχής και το τραγούδι (απορία: όλη η ταινία είναι γυρισμένη στην Τζαμάικα, γιατί δεν έπαιξε καθόλου ρέγκε;). Τον ρόλο του Δρος Νο απέρριψαν οι Νόελ Κάουαρντ (με τη θρυλική ατάκα "Dr. No? No, no, no!") και Μαξ φον Σίντοφ, ο Μπρόκολι ήθελε να τον παίξει ο ξάδελφός του Κρίστοφερ Λι (που έπαιξε άλλωστε τον Φου Μαντσού τόσες φορές, ο οποίος Φου Μαντσού ήταν η επιρροή του Φλέμινγκ για να δημιουργήσει έναν Κινέζο κακό -τελικά ο Λι εμφανίστηκε 12 χρόνια αργότερα ως ο "Ανθρωπος με το Χρυσό Πιστόλι"), η οργάνωση των κακών είναι η SPECTRE που για μία και μόνη φορά εμφανίζεται χωρίς να ακούγεται το όνομα"Μπλόφελντ" πουθενά, η Σύλβια Τρεντς (την οποία ο Μποντ ξεμουνιάζει στο Σεμαίν ντε Φερ και μετά και στην κυριολεξία) είναι το μόνο "Bond girl" που εμφανίζεται και σε άλλη ταινία -στην επόμενη- και ο πίνακας στον οποίο κοντοστέκεται για λίγο ο 007 στο αρχηγείο του Δρ. Νο είναι ο κλεμμένος -τότε και μέχρι το '65- "Δούκας του Γουέλινγκτον" του Γκόγια. Κορυφαίο! Τέλος, δεν υπάρχει πουθενά ο Q (μαλακία) και η υπόθεση έχει ως εξής: Μια παρανοϊκή ιδιοφυία επιχειρεί να καταστρέψει το διαστημικό πρόγραμμα των ΗΠΑ (άνευ ξεκάθαρου λόγου), οι Άγγλοι επεμβαίνουν και ο 007 καταστρέφει (με άκρως αστείο τρόπο, αποδρώντας πανεύκολα και απλά δέρνοντας τον κακό) όλα του τα πλάνα, δευτερόλεπτα πριν ενεργοποιήσει τις ραδιενεργές του παρεμβολές που θα έριχναν στη ζούγκλα του Αμαζονίου το διαστημόπλοιο...




Και με αυτό το post εγκαινιάζεται η ενότητα που είχα υποσχεθεί στο κοινό του "ΠΠC". Η αντίστροφη μέτρηση ξεκινά από το 027 γιατί θα σταματήσει όχι στο 000, αλλά στο 007, όπως αρμόζει σε ένα αφιέρωμα στον Τζέιμς Μποντ. Για τις εκτός σειράς ταινίες προκαλώ τον Mr. Arkadin να προβεί σε -επίσης- εκτός σειράς posts.

Update (post μέσα στο post - από τον Mr. Arkadin):
Η μουσική της ταινίας είναι ένα πολύ ωραίο θέμα που έχει προκαλέσει εκατοντάδες συζητήσεις και διαμάχες. Οι παραγωγοί ανέθεσαν το soundtrack στον Μόντι Νόρμαν, ο οποίος στην εποχή του ήταν ήδη μάλλον επιτυχημένος συνθέτης θεατρικής και κινηματογραφικής μουσικής, αλλά αποδείχθηκε ανεπαρκέστατος για την περίσταση. Οπότε, προσελήφθη ο Τζον Μπάρι για να σώσει την κατάσταση - και κυρίως να κάνει τις ενορχηστρώσεις, φέρνοντας στη σειρά τον ήχο του swinging London: βαρβάτα πνευστά και κοφτερές κιθαριές. Το βασικό θέμα του Τζέιμς Μποντ αποδίδεται στον Νόρμαν, όμως ο Μπάρι ισχυρίζεται ακόμα πως το έχει συνθέσει ο ίδιος (κι ας έχασε το σχετικό δικαστήριο πριν από μερικά χρόνια). Η αλήθεια φαίνεται πως είναι κάπου στη μέση: ο Νόρμαν πρέπει να έγραψε το εισαγωγικό μοτίβο (με τα πνευστά) και ο Μπάρι να προσέθεσε (στο πλαίσιο της "ενορχήστρωσης") αυτό το γαμάτο ριφ με την τόσο '60s κιθάρα. Τέλος πάντων. Ο Homo Ludens αναρωτιέται γιατί, ενώ εξελίσσεται στη Τζαμάικα η ταινία, δεν ακούγεται καθόλου ρέγκε. Η απάντηση είναι γιατί η ρέγκε, ως είδος, εμφανίστηκε περίπου πέντε χρόνια αργότερα - στην ταινία υπάρχει σε αφθονία, ως couleur locale, χωρίς να τονίζεται ιδιαίτερα, το είδος που έμεινε γνωστό ως calypso (αυτό που τραγουδούσε ο Μπελαφόντε). Δεν έχω στα χέρια μου το κανονικό soundtrack, έχω όμως το θεϊκό άλμπουμ "Basie meets Bond", όπου ο βασιλιάς του σουίνγκ, Κάουντ Μπέιζι, διασκευάζει τις μουσικές που τότε είχαν γίνει τεράστιο σουξέ (από τις πρώτες τέσσερις ταινίες). Από το "Δρ. Νο", εκτός από το γνωστό κλασικό θέμα, υπάρχει επίσης το "Dr. No's Fantasy" και δύο καλυψοειδή θέματα, το "Underneath the Mango Tree" και το "Kingston Calypso" (που με τη σειρά του βασίζεται στο παιδικό τραγουδάκι "Three Blind Mice") - οι ενορχηστρώσεις που έκανε σ' αυτά ο θεός της λάτιν τζαζ Τσίκο Ο' Φαρίλ είναι κατά τη γνώμη μου καλύτερες κι από αυτές του Μπάρι (υπόσχομαι οι επόμενες παρεμβάσεις μου να είναι μικρότερες)