11 Μαρ 2010

Βάργκας, Μπέντνερ, Αμπροζίνι, Κριστιάνο

Το Σάπιον Λινκ είναι πια στα καλλίτερά του. Τα ματσάκια είναι τόσο απολαυστικά που καταβροχθίζεις χωρίς να το συνειδητοποιείς ο,τιδήποτε σκατολοΐδι (θεϊκή λέξη;) βρεθεί σε ένα πιάτο, μια χαρτοπετσέτα, μια οδοντογλυφίδα, ένα πηρούνι, μια λαδόκολλα μπροστά σου. Τα μάτια σου είναι κολλημένα στο γήπεδο και το μόνο που μπορεί να σου χαλάσει τη γιορτή είναι η εκπομπή του Θαναηλάκη ή ο Μαραγκώνιας μετά το ματς, αλλά αυτό το έχεις υπολογισμένο. Πας τουαλέτα να βγάλεις ό,τι καταβρόχθιζες πριν και να κάνεις ένα ντουσάκι, με το που τελειώσει το πρώτο μας -κι επιστρέφεις λουσμένος και στυλάκι να δεις το δεύτερο (τις "εκτεταμένες φάσεις" ή όπως το λένε, τέλος πάντων), έχοντας αποφύγει την τρισδιάστατη ανάλυση, το Μένιο και τα λοιπά.

Στις 18 Φεβρουαρίου έγραφα ότι περίμενα πολλά από το Βάργκας στη ρεβάνς του Μπάγερν - Φιορεντίνα. Με δικαίωσε από νωρίς, με ένα απίθανο γκολ. Στην χθεσινή και προχθεσινή αγωνιστική, του έκαναν παρέα τρεις ακόμη φοβερές φιγούρες...

Αν ο Χουάν Μανιουέλ Βάργκας ήταν κινηματογραφικός ήρωας, θα έπαιζε τον κουτσό -και καλά- μπάρμαν σε ταινία του Ροντρίγκεζ με σενάριο και παραγωγή από τον Ταραντίνο. Θα γυάλιζε τα ποτήρια, φτύνοντας αδιάφορα στο εσωτερικό τους πριν τα περάσει με την πετσέτα, στρίβοντας όλο του κορμί (το θώρακα και το κεφάλι δηλαδή, αφού δεν έχει λαιμό και αφού θα έπαιζε τον κουτσό) με τη φορά του γυαλίσματος. Θα κυττούσε τον ήρωα με μισό μάτι μέσα απ' την ελεεινή λιγδιασμένη του φράντζα και την κρίσιμη στιγμή θα άρπαζε ένα δίκανο, γεμισμένο με σκάγια για βρυκόλακες, που θα έκρυβε κάτω από τη μπάρα, θα τού μπουμπουνούσε μία, θα πηδούσε μέσα από τον καθρέπτη (ήταν και καλά κουτσός λέμε) πάνω σε μια Χάρλεϊ και θα εξαφανιζόταν σίγουρος πως είχε κάνει καλά τη δουλειά του.


Τον κεντρικό ήρωα θα τον έσωζε ο νοσοκόμος Αμπροζίνι. Θα ήταν άλλος ένας αδιάφορος β' ρόλος για έναν ηθοποιό που ποτέ στην καριέρα του δεν παραπονέθηκε για τίποτε, όσο κι αν υπέφερε. Που δεν παραπονέθηκε π.χ. ούτε και σ' εκείνο το α λα Λαρς Φον Τρίερ ψυχαναγκαστικό β΄ημίχρονο μέσα στο Θέατρο Των Ονείρων, όταν ο Λαρς Φον Λεονάρντο του είπε να παίξει στόπερ. Έτσι και στην περιπέτεια του Ροντρίγκεζ, ο Αμπροζίνι θα έσωνε τον ήρωα με μια μαγική ένεση στην καρδιά και θα εξαφανιζόταν όπως εμφανίστηκε, από το πουθενά. Όλοι οι θεατές θα είχαν ξεχάσει την αδιάφορη φάτσα του τρία λεπτά μετά την εμφάνισή του.

Ο κεντρικός ήρωας θα σηκωνόταν αλαφιασμένος και θα ξεκινούσε να κυνηγήσει τον πρώην κουτσό με τη Χάρλεϊ. Θα έκανε ωτοστόπ και θα σταματούσε μια Καμάρο. θα την οδηγούσε ο Νίκλας Μπέντνερ. Που θα ήξερε όλη την ιστορία. Θα μασούσε ατάραχος την τσίχλα του όσο θα εξηγούσε στον κεντρικό ήρωα ποιος είναι -ένας άγγελος του διαβόλου, που εστάλη στη γη για να τον βοηθήσει, ο πιο αποτελεσματικός από τους αγγέλους του διαβόλου, θα του έλεγε, αυτός που απλά περιμένει τη στιγμή, σχεδόν αδιάφορος, σχεδόν αόρατος, και τότε καθαρίζει...

Ο κεντρικός ήρωας θα τον κυττούσε καλά καλά από πάνω μέχρι κάτω. Και θα έβγαινε από την Καμάρο για να κάνει ξανά ωτοστόπ, χαϊδεύοντας το σκουλαρίκι στο αριστερό του αυτί με το ένα χέρι και παίζοντας με την εμετική του χαιτούλα με το άλλο. Ο Κριστιάνο Ρονάλντο δεν χρειαζόταν τη βοήθεια κανενός ξανθού διαβολάνθρωπου. Θα έκανε τη δουλειά μόνος του. Άντε με τη βοήθεια ενός "δικού του" ανθρώπου. Μετά από λίγο θα σταματούσε ο Κώστας Μήτρογλου με το παπί του. Αυτό με την βγαλμένη ποδιά και την κομμένη εξάτμιση.

10 Μαρ 2010

Στιγμές από τα Μουντιάλ που θυμάμαι: 1982, Ισπανία #3 (Η φονική κλωτσιά του Χάραλντ Σουμάχερ)

Τον Ιούλιο του 1982 οι γαλλικές εφημερίδες έκαναν μια δημοσκόπηση. Θέμα: "Ποιος είναι ο πιο μισητός Γερμανός της ιστορίας;". Ο Αδόλφος Χίτλερ πήρε το αργυρό μετάλλιο. Τον Ιούλιο του 1982 ο Τόνι Σουμάχερ, ο μουστακαλής μπουκλοχαιτάς τερματοφύλακας της Εθνικής Δυτικής Γερμανίας και της Κολωνίας, ήταν ό,τι πιο απεχθές κατοικούσε ή καταγόταν από την ανατολική πλευρά του Ρήνου για όσους είχαν γεννηθεί ή ζούσαν στην δυτική. Και για πολύ κόσμο ακόμη. Χθες το βράδυ, όταν συζητούσα με την παρέα μου -πάνω από αλάδωτες πίτες, γύρο, σως και το ρεσιτάλ της Άρσεναλ- την πρόθεσή μου να αφιερώσω ένα post στη φονική κλωτσιά (και αγκωνιά) του Χάραλντ (για τους φίλους "Τόνι") στον Πατρίκ Μπατιστόν, ο Μητσάκος θυμήθηκε το πόση οργή είχε νιώσει τότε, παιδάκι, στο μακρινό '82 εκείνος και οι υπόλοιποι φίλοι του, βλέποντας τον ημιτελικό ανάμεσα στη Γαλλία και τη Δυτική Γερμανία. Τόση οργή, ώστε έκαναν στο τέλος έναν της παρέας τους που πήγαινε στο ελληνογερμανικό σχολείο να βάλει τα κλάμματα. Στις 8 Ιουλίου του 1982, ο Αδόλφος Χίτλερ έμοιαζε σαν την Μητέρα Τερέζα μπροστά στον Τόνι Σουμάχερ. Δες γιατί (με ιδιαίτερη προσοχή μετά το 1' 30"):



Ο Πατρίκ Μπατιστόν πρόλαβε να παίξει δέκα λεπτά στον ημιτελικό. Με έναν ακραίο κυνισμό, αποστασιοποιημένο από τα γεγονότα της 08.07.82, θα μπορούσε κάποιος να πει "καλά να πάθει ο κουλός, που χαράμισε τη μαγική μπαλιά του Μισέλ Πλατινί, στέλνοντας τη μπάλα άουτ". Αλλά εκείνη τη στιγμή, όλος ο κόσμος (πιθανότατα και η μεγάλη πλειονότητα των Δυτικογερμανών φιλάθλων) δεν είχε κανένα άλλο αίσθημα από τη συμπόνοια. 3 σπασμένα πλευρά απ' την κλωτσιά, 3 σπασμένα δόντια απ' την αγκωνιά, 3 λεπτά σχεδόν σε κώμα από μια γυρισμένη γλώσσα λόγω της πτώσης με την πλάτη. Ο Μισέλ Πλατινί είπε μετά τον αγώνα: "Για μια στιγμή νόμιζα ότι είχε πεθάνει. Δεν είχε σφιγμό κι ήταν τόσο χλωμός". Ο Τόνι Σουμάχερ είπε μετά τον αγώνα: "Αν το μόνο που έπαθε είναι τρία σπασμένα δόντια, θα του πληρώσω τον οδοντίατρο". Ο διαιτητής, ο Ολλανδός Τσαρλς Κόρβερ, που δεν σφύριξε κανένα φάουλ, κανένα πέναλτι και δεν έδωσε καμμία κάρτα, δεν είπε τίποτε. Κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί του -άλλες εποχές...



Εικοσιοκτώ χρόνια μετά, το μόνο που θυμάμαι από εκείνο το ματς είναι όντως η φονική κλωτσιά του Χάραλντ Σουμάχερ. Και όσους ρώτησα χθες, θυμούνται κι εκείνοι ακριβώς το ίδιο. Και μόνο αυτό. Στα παιδικά μας μάτια τότε ήταν η πιο ακραία μορφή βίας που είχαμε δει ποτέ σε γήπεδο ποδοσφαίρου, ήταν ένα σοκ. Νομίζαμε ότι είχαμε δει άνθρωπο να σκοτώνεται. Σε απευθείας μετάδοση.

Κρίμα, γιατί ο δεύτερος ημιτελικός του Μουντιάλ της Ισπανίας, μετά το ματς της Ιταλίας με την Πολωνία, που είχε γίνει την ίδια ημέρα, ήταν μία από τις συγκλονιστικότερες ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις όλων των εποχών. Δεν έχω αναμνήσεις για να την περιγράψω, αλλά -ευτυχώς- υπάρχει το παρακάτω βίντεο:



Η Εθνική Γαλλίας της περιόδου '82-'86 (κυρίως χάρη στο μαγικό Euro '84 που είχε κάνει) είναι η αγαπημένη μου ομάδα όλων των εποχών. Και ο λόγος -μαζί μ' εκείνον, τον άδικο στα μάτια μου, αποκλεισμό από τη Δυτική Γερμανία- που στα μετέπειτα Μουντιάλ πάντοτε υποστήριζα τη Γαλλία και που το 1998 πανηγύρισα ουρλιάζοντας σαν τρελλός σε κάθε ένα από τα τρία γκολ του τελικού εις βάρος της Βραζιλίας. Ήταν μια ομάδα γεμάτη τεχνίτες παίκτες. Ακόμη και τα μπακ της, ο Αμορός ή ο Μποσίς (αυτός που έχασε το τελευταίο πέναλτι), ήταν εξαιρετικοί με τη μπάλα στα πόδια, ενώ οι μέσοι της, ο Φερναντές, ο Ζιρές, o Τιγκανά και φυσικά ο Μισέλ Πλατινί ήταν πραγματικοί μάγοι, που έβγαζαν απίστευτους συνδυασμούς ανά πάσα στιγμή και μυρίζονταν το γκολ ακόμη και στις πιο απίθανες φάσεις. Ήταν η πρώτη εθνική που έπαιζε πραγματικά ομαδικό ποδόσφαιρο, χωρίς να περιμένει να την κουβαλήσει στους ώμους της ένας μόνο παίκτης, ή να βασίζεται σε ατομικές ενέργειες. Είχε το νου της συνεχώς στο σκοράρισμα (15-8 ήταν τα τέρματά της σ' εκείνο το Μουντιάλ, και δύο χρόνια μετά, στο Ευρωπαϊκό που κατέκτησε, ήταν 16-4 με πέντε νίκες σε ισάριθμα ματς) και δυστυχώς αυτό πλήρωσε στον ημιτελικό με τη Δυτική Γερμανία. Ο Ζιρές έκανε το 3-1 στο '98 κι αντί να ταμπουρωθούν για τα υπόλοιπα 22 λεπτά της παράτασης, οι παίκτες του Ινταλγκό συνέχισαν να κυνηγούν τα γκολ... Ήταν και μια ομάδα με κακή ψυχολογία. Η ήττα από τους Γερμανούς -που ξαφνικά είχε αναβιώσει όλο το ιστορικό μίσος των δύο χωρών- τους συνέθλιψε το ηθικό, ακριβώς όπως το Blitzkrieg στο Σεντάν το 1940. Τελικά δεν πήραν ούτε το χάλκινο στο Μουντιάλ, αφού δύο μέρες μετά παραδόθηκαν και στους Πολωνούς στον Μικρό Τελικό.

Εκείνος ο ημιτελικός, βέβαια, πιστοποίησε και μία από τις μεγαλύτερες αλήθειες του ποδοσφαίρου. Στο τέλος κερδίζουν πάντα οι Γερμανοί... Η Δυτική Γερμανία του '82 ήταν μια τραχειά ομάδα, με μοναδικό ποδοσφαιριστή που να μπορεί να εντυπωσιάσει τον Πιερ Λιτμπάρσκι και δέκα ακόμη ελεύθερους σκοπευτές που σκοπός τους ήταν να μην αφήνουν τον αντίπαλο να κάνει το παιχνίδι του και να αμολούν σέντρες από κάθε πιθανό σημείο. Ήταν όμως και οι έντεκά τους γεννημένοι νικητές. Τουλάχιστον μέχρι να συναντήσουν την Ιταλία στον Τελικό...

(Στο επόμενο: To θλιμμένο γκολ του Πωλ Μπράιτνερ)

Ναι, αγοράζω ακόμα cd!

Ξέρω, είναι πλέον δείγμα λουδιτισμού, συντήρησης - ή έστω εκκεντρικότητας - το να αγοράζεις cd μουσικής, και οφείλω να απολογηθώ. Όπως όλοι, κατεβάζω κι εγώ μουσική από τα torrents μετά μανίας. Ντρέπομαι γι' αυτήν την ροπή μου στην πειρατεία, αλλά ντρέπομαι περισσότερο όταν διαβαίνω το κατώφλι ενός δισκοπωλείου και αντικρύζω αυτήν την θλιβερή εικόνα των στoιβαγμένων cd, με τα αυτοκόλλητα των προσφορών και την ιεράρχηση που οι επιβάλλουν οι τρεις μεγάλες πολυεθνικές δισκογραφικές. Ξεπλένω τις ενοχές μου αγοράζοντας τα cd που πραγματικά μ' ενδιαφέρουν από το amazon - αν όχι κατευθείαν από τους αγαπημένους μου καλλιτέχνες: το έκανα με την τελευταία τριλογία των Medeski, Martin & Wood, αλλά και με το live των Squirrel Nut Zippers, που το παρήγγειλα σε βινύλιο, υπογεγραμμένο από την θεά Katharine Whalen (ταυτόχρονα με τους κωδικούς για να κατεβάσω τα τραγούδια και σε Mp3). Κυρίως όμως, αγοράζω cd στα live που πηγαίνω. Με αυτόν τον τρόπο, νιώθω ότι στηρίζω τους ίδιους τους καλλιτέχνες - και όχι την γραφειοκρατία μιας δισκογραφικής εταιρείας. Όχι ότι το σκέφτομαι ιδιαίτερα. Μού φαίνεται πια απολύτως φυσικό - ενώ το 1992, όταν ο tour manager του Dizzy Gillespie είχε ανοίξει το βαλιτσάκι με τα cd στα σκαλιά του "Παλλάς", ντράπηκα για λογαριασμό του τζαζ θρύλου που ξέπεσε να πουλάει δισκάκια κατ' αυτόν τον τρόπο. Πού να 'ξερα ότι δυο δεκαετίες αργότερα, αυτή η απευθείας πώληση θα ήταν ζωτικής σημασίας για την τζαζ - και την μουσική γενικότερα.
Την περασμένη Τετάρτη, λοιπόν, βρέθηκα στο Half Note - οι Mingus Dynasty ήταν υπέροχοι, ως αναμενόμενο. Την παράσταση έκλεψε φυσικά ο "Ku-Umba" Frank Lacy, αλλά εγώ είχα ενθουσιαστεί που ανάμεσά τους βρισκόταν ένας από τους καλύτερους σαξοφωνίστες της Νέας Υόρκης, ο ακούραστος Wayne Escoffery. Ήθελα να πάρω το cd του, όμως είχε εξαντληθεί, όπως με ενημέρωσε ο έτερος σαξοφωνίστας της μπάντας, ο Jaleel Shaw, που εκείνη την ώρα εκτελούσε χρέη πωλητή. Ντράπηκα και τσίμπησα το δικό του cd, όπως κι εκείνο του πιανίστα Orrin Evans, το οποίο χάρισα στην φίλη που με συνόδευσε εκείνο το βράδυ. Δεν μου έχει ξανασυμβεί να αγοράσω κάτι από ντροπή, το αποτέλεσμα όμως με αποζημίωσε με το παραπάνω: όχι μόνο γιατί ο Shaw είναι ένας εξαιρετικός σαξοφωνίστας, αλλά γιατί στο Optimism τον συνοδεύουν δύο από τις ταχύτερα ανερχόμενες προσωπικότητες της σύγχρονης τζαζ, ο θαυμάσιος τρομπετίστας Jeremy Pelt και ο ιδιοφυής πιανίστας Robert Glasper. Σύγχρονη modal jazz, χαλαρή και ολοζώντανη, μού έφτιαξε το κέφι αυτές τις μέρες με το ψιλόβροχο και την μουντάδα.
Αλλά το δισκάκι που πραγματικά με ενθουσίασε το τσίμπησα το Σάββατο το βράδυ στο Jazz On Top του ξενοδοχείου President. Εκεί, σ' αυτό το περιβάλλον συγκρατημένης χλιδής, ο πάντα αγέρωχος Δημήτρης Βασιλάκης - ένας υπέροχος σαξοφωνίστας και το πιο "jazz" παράστημα της Ελλάδας - φιλοξενούσε τον Craig Bailey, έναν επίσης υπέροχο σαξοφωνίστα, που πέρασε μεγάλο μέρος της καριέρας του συνοδεύοντας τον Ray Charles. Φεύγοντας τού ζήτησα να υπογράψει το cd που είχε φέρει και πουλούσε. To έβαλα στο αυτοκίνητο προτού καν κοιτάξω το εξώφυλλο - οπότε η έκπληξή μου ήταν ακόμα μεγαλύτερη. Ο τύπος έχει φτιάξει μια big band με τον σαξοφωνίστα Tim Armacost, την Brooklyn Big Band, η οποία παίζει με κέφι, μπρίο και συναίσθημα μερικές από τις ομορφότερες συνθέσεις που έχω ακούσει τελευταία. Ο Bailey έχει μείνει στην Αθήνα και παίζει με διάφορες μπάντες αυτές τις μέρες - έπαιξε στο Baraonda, ενώ απόψε εμφανίζεται στο Aperitif, στην Καλαμιώτου (δεν έχω πάει ποτέ, αλλά πόσο άσχημα μπορεί να είναι;). Αν δεν έχεις τίποτε να κάνεις απόψε, θα περάσεις θαύμα.

Κι εγώ βιντεάκι!


Yeasayer - O.N.E.

Για τους Yeasayer (προφέρεται όπως θα έλεγε "μάλιστα" ένας Οξφορδέζος φαντάρος - "yes sire" - "γιεσάιαρ") τα έγραφα εδώ. Αυτό είναι το ολοκαίνουργιο βίντεο κλιπ από το δεύτερο single του νέου τους άλμπουμ. Το Ο.Ν.Ε. -το ξέρεις ήδη- είναι το τραγούδι που θα χορευθεί περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο φέτος. To βίντεο το λάτρεψα. Γιατί καταφέρνει να αποτυπώσει ακριβώς την αισθητική που έχουν τα νέα τους τραγούδια. Ενώ δηλαδή το βίντεο του "Ambling Alp" (δες το link πιο πάνω) είχε κρατήσει λίγο από το μυστικισμό και τον πολυεθνικό στοιχείο του πρώτου τους άλμπουμ, αυτό του "Ο.Ν.Ε" είναι τίγκα στην χιπστεράδα και την Μπρουκλινιά. Ο δε Ανάντ Γουάιλντερ (αυτός που τραγουδάει με το χρυσό μικρόφωνο μέσα σε ένα κλουβί) είναι ο νέος μου θεός. Κάποιοι θα πουν ότι μοιάζουμε κιόλας...

Με συγκινεί τόσο πολύ αυτό το κορίτσι...

...και ο τρόπος που αξιοποιεί το ταλέντο της

Χρωστάω ένα post για την Esperanza Spalding, το μεγαλύτερο ταλέντο που έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια στην τζαζ - και όχι μόνο - και η οποία εδώ, εξηγεί στον γεροξούρα του New Yorker πώς ανέπτυξε την τελευταία της σύνθεση από μια μπασογραμμή που της έχει κολλήσει στο μυαλό.

5 Μαρ 2010

ο ΣΥΡΙΖΑ λέει:

"ο άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση"στο επόμενο πανό προβλέπω:
''Ποτέ οι στέγες των σπιτιών δεν ήταν τόσο κοντά και οι καρδιές των ανθρώπων τόσο μακρυά"

Μου τρέχουν τα σάλια

Kafka's Pastries*


Λατρεμένη μου Αν,
έλα να το γιορτάσουμε! Δεύτερη φορά που στέκεσαι στην ατίθαση εξώπορτα του περιοδικού που βαπτίσαμε Exitorial, με την τσουλήθρα της πλάτης σου γυμνή πάλι, παιδική χαρά για ασυγκράτητα δάχτυλα. Πρώτο exitorial girl που επιστρέφει εδώ· δεκαεπτά μήνες πέρασαν. Ελα να το γιορτάσουμε. Σπίτι μου. Μην πάει ο νους σου στο πονηρό. Με ρωτάς τι άλλαξε ενάμιση χρόνο τώρα. Αλλαξε που πριν από τον Ρίτσαρντ Χόλεϊ το Σάββατο και ένα πάρτι την Παρασκευή, είχα μία ολόκληρη εβδομάδα να ξεμυτίσω νύχτα. Τώρα πια τα βράδια τα περνάω μέσα. Οχι, δεν το έβαλα σε υποθήκη ξαφνικά. Δεν με κυνηγούν δανειστές, τράπεζες, μπράβοι. Ούτε με περιμένει τα βράδια κάποιος γκρινιάρης, ημικαραφλός, σαλιάρης τυπάκος που σε λίγο καιρό θα θέλει να λέγεται Χριστόπουλος στο επώνυμο, ενώ για το μικρό του όνομα θα ερίζουν οι γονείς, τα πεθερικά μου και διάφοροι αρχαίοι ημών πρόγονοι με ιστορικό πλεονέκτημα διαιώνισης του δικού τους brand, έναντι του Γιάννης ή του Μπάμπης. Ούτε καν παντρεμένος είμαι. Είμαι ο ίδιος αθεράπευτος εργένης, φιλόξενος σπόγγος για ποιοτικό αλκοόλ μετά πνευματωδών συζητήσεων, εκτιμητής του ποδόγυρου που γνώρισες πριν από ενάμιση χρόνο.

Αλλαξε όμως ο κόσμος, η Αφροδίτη της Μήλου σηκώνει το μεσαίο δάχτυλο από το νεοαποκτηθέν δεξί της χέρι στο εξώφυλλο ενός γερμανικού περιοδικού, όλοι γύρω μιζεριάζουν μέχρι τελικής πτώσεως ψελλίζοντας λέξεις όπως «spread» και «επιτήρηση» και η περιπέτεια της Αθήνας έχει αρχίσει να γίνεται βαρετή, χωρίς νέα μαγαζιά, νέες φάτσες ή έστω τον αναθεματισμένο νόμο κατά του τσιγάρου σε εφαρμογή. Ανοιξε η «Αμπάριζα» στη στοά στη Λέκκα - αυτό είναι ένα αξιοπρόσεκτο new entry. Αλλά όλοι καπνίζουν. Γκρίνια. Προτιμώ το σπίτι μου.

Δεν θα γυρίσω, βέβαια, κατ’ ευθείαν από το γραφείο για να βάλω παντόφλες και να πιω μπίρες βλέποντας Γκιμαράες - Πάσου ντε Φερέιρα στο Κύπελλο Πορτογαλίας. Οχι, δεν θα θυσιάσω το «νύκτα έξω» για το τίποτε. Γιατί ο καναπές μου είναι το νέο 7 Jokers, σερβίρει υπέροχα malt whiskies (μετά από εντατική γευσιγνωσία τριμηνιαίας διάρκειας, καταλήγω στο ότι το Glenrothes με έξι σταγόνες νερό είναι τελικά το νέκταρ των θεών), χωράει και τα τέσσερα μέλη της μπάντας μου στο Guitar Hero, φιλοξενεί αδιαμαρτύρητα τις ολονύχτιες αναγνώσεις των VMan, Above, Vs, Worth και Monocle που στριμώχνονται στο πορτοκαλί coffee table μου. Και αναδεικνύει την ακρόαση αριστουργημάτων, όταν το παίρνω απόφαση να φυλακίσω τις υπόλοιπες αισθήσεις: το «Rook» των Shearwater, το «Lovetune for Vacuum» της Soap & Skin, τα άπαντα της Bjork και βέβαια το συγκλονιστικό ντεμπούτο των Mumford & Sons και το «Odd Blood» των Yeasayer ήταν από τα άλμπουμ που απέκτησαν ξαφνικά άλλον ήχο κατ’ οίκον και με σφαλισμένους τους οφθαλμούς. Βλέπει μαζί μου τον τρίτο κύκλο του Mad Men, θρέφεται απ’ τα ψίχουλα που πέφτουν απ’ τα καινούργια πιάτα που πάσχισα πάνω από μία ώρα να υλοποιήσω στην κουζίνα (οι καβουροκεφτέδες μου έκαναν θραύση στη συνάντηση της Καθαράς Δευτέρας), ποτίζεται από πιπεράτες σταγόνες νέων κοκτέιλ. Και, κυρίως, αντέχει το μοίρασμα όλων των παραπάνω με ένα κορμί ακόμη - ναι, έχω πια πιστό κοινό για το ψωνίστικο σόου μου, και είναι, πίστεψέ με, υπέροχη η συντροφιά μου.

Γι’ αυτό μη φοβάσαι. Ελα να το γιορτάσουμε. Σπίτι μου,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

* Τυχαίο όνομα μπάντας που σου δίνει το Guitar Hero

(Exitorial, GK Μαρτίου 2010. Κυκλοφορεί στις 7/3)

Κάθε φορά που εμφανίζονται μπροστά μου οι Mumford & Sons ανατριχιάζω


Mumford & Sons - Lion Man (Live on Letterman)




Mumford & Sons - The Cave (Live on Ferguson)

Και μετά από τις δύο παραπάνω εμφανίσεις τους στην αμερικανική τηλεόραση, έχει να πέσει άπειρη ανατριχίλα. Από εδώ και στο εξής προβλέπω να τους συναντάμε συνέχεια...

Περισσότεροι Mumford & Sons στο ΠΠC:
Xειμωνιάτικοι αέρηδες (με το videoclip του "Winter Winds")
Δισκοκριτικές Ιανουαρίου (με το videoclip του "The Cave")



4 Μαρ 2010

Στιγμές από τα Μουντιάλ που θυμάμαι: 1982, Ισπανία #2 (Το μουστάκι του Γιόζεφ Μλίναρτζικ)

Όπως έγραφα και στο προηγούμενο κεφάλαιο, μέχρι να με βάλει ένας ξάδελφός μου να δούμε Βραζιλία - Ιταλία το '82, δεν είχα δει ποτέ Μουντιάλ. Είχα δει όμως που μάζευαν τα ξαδέλφια μου κάτι χαρτάκια που τα έβαζαν μετά στον τοίχο κι έπεφταν πεταλουδίζοντας. Κι άμα το ένα έπεφτε πάνω στο άλλο, αυτός που είχε το από πάνω τα κέρδιζε και τα δύο. Και μετά τα κολλούσε σε ένα άλμπουμ. Και είχα πει στον μπαμπά μου να μου το πάρει κι εμένα.

Ο μπαμπάς μου μού πήρε ένα άλμπουμ και πρέπει να μου πήρε και δύο φακελάκια το πολύ, γιατί θεωρούσε ότι αυτά ήταν χαμένα λεφτά σε βλακείες. Τότε τα φακελάκια πρέπει να είχαν 6 παίκτες μέσα, δεν θυμάμαι, τέλος πάντων το πολύ να κόλλησα 12-13 χαρτάκια, 15 αν μου χάρισε και κανας ξάδελφος από τα δικά του διπλά Panini. Γενικά δεν πολυθυμάμαι, μόνο τη μασκότ του Espana '82, το τεράστιο πορτοκάλι στο εξώφυλλο και μια κίτρινη μπλούζα με ένα τεράστιο μουστάκι από πάνω στις σελίδες μέσα. Ήταν το μουστάκι του Γιόζεφ Μλίναρτζικ, του τερματοφύλακα της Εθνικής Πολωνίας. Ήταν ένα μουστάκι που με στοίχειωσε για τα καλά. Για αρκετά χρόνια μετά από εκείνη την πρώτη μου επαφή με τον κόσμο της Panini, πίστευα ότι καλός τερματοφύλακας δεν γίνεσαι αν δεν μοιάζεις με τον Γιαγκούλα. Για αρκετά χρόνια μετά το Μουντιάλ του '82 θεωρούσα καλόν τερματοφύλακα τον Γιώργο Μουκέα...



Όλες αυτές οι εμμονές δεν θα είχαν κανένα νόημα, αν στις 8 Ιουλίου το 1982 δεν καθόμουν να δω τον ημιτελικό ανάμεσα στην Πολωνία του ελέω Panini ειδώλου μου με το μουστάκι και στην Ιταλία που είχα θαυμάσει να διακορεύει την Βραζιλία στην πρώτη μου επαφή με το σπορ. Ποια ομάδα θα υποστήριζα; Το δίλημμα ήταν τεράστιο. Από τη μία αυτός ο φοβερός, τρομακτικός τύπος, που κάθε φορά που άνοιγα τη σελίδα του άλμπουμ μου με γέμιζε με δέος, αυτός ο Διγενής Ακρίτας ή ο οποιοσδήποτε σκοτεινός θρύλος της ελληνικής μυθολογίας με συνάρπαζε τότε. Από την άλλη, αυτή η παρέα με τα γαλάζια μπλουζάκια Diadora και τα τόσο εύηχα ονόματα: Καμπρίνι, Κολοβάτι, Αντονιόνι, Ταρντέλι, Οριόλι...

Ο προβληματισμός μου έληξε νωρίς. Ένα τακουνάκι του Πάολο Ρόσι (πάλι αυτού!) έβαλε μπροστά την Ιταλία σε μια στημένη φάση. Και σε μια ένδειξη αλληλεγγύης προς τον αδύναμο, μια συμπεριφορά που στα ποδοσφαιρικά πράγματα (αλλά μόνο εκεί) θα με συνόδευε για όλη μου τη ζωή, αποφάσισα να ταχθώ υπέρ της Πολωνίας. Με είχαν εξάλλου κερδίσει ήδη και τα υπόλοιπα παιδιά της παρέας του Μλίναρτζικ. Ένας καράφλας ονόματι Λάτο, δαιμόνιος ντριμπλαδόρος που ζουζούνιζε όλη την ώρα ανάμεσα στον Μπέργκομι και τον Καμπρίνι και διάφοροι άλλοι με πολύ δύσκολα ονόματα που χρειάστηκε να τα ψάξω λίγο στο site της FIFA για να τα θυμηθώ: Ο Ζμούντα, ο Σμολάρεκ, ο Μάτυσικ. Η Πολωνία είχε ξαναπαίξει με την Ιταλία στην πρώτη φάση του Μουντιάλ, στους Ομίλους, και είχε φέρει 0-0. Με το ίδιο σκορ έληξε και το ματς της με το Καμερούν, αλλά είχε διασύρει μετά με 5-1 εκείνους τους μαυριδερούς με την κόκκινη, διαγώνια ρίγα στη λευκή φανέλα, τους Περουβιανούς, και είχε προκριθεί πρώτη στον όμιλο. Στην β' φάση έφερε άλλο ένα 0-0 με την Σοβιετική Ένωση σε μια ένδειξη σοσιαλιστικής αλληλεγγύης, αλλά προκρίθηκε για τα ημιτελικά γιατί είχε κερδίσει 3-0 τους Βέλγους, όταν οι Σοβιετικοί τους είχαν βάλει μόνο ένα. Είχαν φτάσει ως εδώ αήττητοι και έχοντας φάει μόνο ένα γκολ. Στο 73' ο Πάολο Ρόσι τους κόλλησε άλλο ένα, δεύτερο για το ματς και τρίτο συνολικά στο παθητικό του Μλίναρτζικ για το Μουντιάλ) και έληξε την πορεία της σπουδαίας αυτής ομάδας (που είχε στις τάξεις της και τον μεγάλο Ζμπίγκνιεφ Μπόνιεκ, ο οποίος δεν είχε παίξει στον ημιτελικό λόγω καρτών).

Η παρουσία του Μλίναρτζικ ανάμεσα σ' εκείνα τα πρώτα Panini που κόλλησα στη ζωή μου σήμανε εκτός από την προσωρινή μου εκτίμηση στα μουστάκια των τερματοφυλάκων και κάτι άλλο: Από τότε και στο εξής θα πρόσεχα πάντοτε τους Πολωνούς τερματοφύλακες. Και η μοίρα τα έφερε έτσι που δύο από τις πιο ξεκαρδιστικές μορφές που κάθισαν ποτέ κάτω από τα γκολποστ να είναι Πολωνοί. Ο Γιάτσεκ Καζιμιέρσκι ήταν μια χαρά γκολκίπερ μέχρι που το ΄87 ήλθε να παίξει για τον Ολυμπιακό και αναδείχθηκε επιπέδου Μουκέα. Για τον Λούκας Φαμπιάνσκι, το μεγαλύτερο βλάκα του παγκοσμίου ποδοσφαίρου δεν θέλω να γράψω πολλά. Γιατί αναμένω ιστορικές στιγμές γέλιου πολύ σύντομα. Προς το παρόν, τον κράζω λίγο εδώ.

(Στο επόμενο: Η φονική κλωτσιά του Χάραλντ Σουμάχερ)


Pop Culture Mash-up: Ian Scott Vs. Scott Ian

H ίδια η Τζούλια επιμένει. Δεν ήταν επαγγελματικά αυτά τα 26 εκατοστά. Ήταν του Γιώργου. Οι επιβεβαιωμένες όμως πληροφορίες του Αιμίλιου Λιάτσου δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Ο ακέφαλος καβαλάρης στο βίντεο που από χθες γαλουχεί γενιές και γενιές Ελλήνων στη σωστή χρήση του σαμπανομπούκαλου δεν είναι άλλος από τον Γάλλο πορνοστάρ Ίαν Σκοτ. Το Troktiko το επιβεβαιώνει. Και εκεί τίποτε δεν γράφεται τυχαία. Το κοινό, διψασμένο για λίγη Τζούλια ακόμη, αφού γκούγκλαρε κάθε πιθανό τρόπο που θα το οδηγούσε στο περίφημο βίντεο, τώρα γκουγκλάρει το όνομα του μέχρι χθες ανώνυμου και απρόσωπου επιβήτορα. Ωιμέ. Τα πρώτα αποτελέσματα στο google images είναι σοκαριστικά. Αυτός ο καραφλός με το ελεεινό goatee διακόρευσε την εθνική μας πορνοστάρ; (Και αν ναι, γιατί δεν έδειξαν φάτσα, να γελάσουμε λίγο;)

Όχι. Δεν είναι αυτός ο Ίαν Σκοτ. Δεν είναι αυτός ο "Γιώργος" της Τζούλιας. Ο καραφλομπέκατσος με την κιθάρα και τις βερμούδες που σού βγήκε στο γκουγκλάρισμα είναι ο Σκοτ Ίαν. Ο κιθαρίστας - ψυχή των Anthrax. Που η μοίρα τα φέρνει να σχετίζεται ξαφνικά με την πατρίδα μας με πολλαπλό τρόπο. Μιλάμε για double penetration. Όχι μόνο είναι η αναπάντεχη φάτσα που μας έλειπε από το βίντεο (που δεν είναι, ξαναλέω. Ο κανονικός πορνοστάρ Ίαν Σκοτ είναι ετούτος εδώ παραπάνω που ποζάρει με ένα βραβείο του, από αυτά που δίνει η πορνοβιομηχανία και που μοιάζει πάρα πολύ με το Ζιλ Ριμέ που έδιναν παλιά στα Μουντιάλ). Όχι μόνο λοιπόν είναι το αποτέλεσμα του γκουγκλαρίσματος για τον γαμιά, αλλά θα είναι κι ένα από τα βασικά αστέρια του Sonisphere που θα πέσει σαν κεραυνός στη Μαλακάσα στα τέλη του Ιουνίου, φέρνοντας για πρώτη φορά τους Big Four μαζί. Ποιοι είναι οι "τέσσερις μεγάλοι"; Οι Metallica, οι Slayer, οι Megadeth και οι Anthrax είναι οι τέσσερις μπάντες που όρισαν το thrash metal την δεκαετία του '80 και που ακμάζουν μέχρι και σήμερα.

Βασικά οι πρώτοι τρεις ακμάζουν. Οι Anthrax είχαν ψιλοχαθεί. Αλλά τώρα, μετά το χθεσινό όργιο με τις σαμπάνιες, τα γκουγκλαρίσματα για τον frontman τους θα τους έχουν αναπτερώσει το ηθικό. Με αγωνία θα μετρούν τις ημέρες για να έλθουν στην Ελλάδα που τόσο τους αναζητά. Για να έλθουν και να γαμήσουν.

Πλέοντας στο χρυσούν αρχιπέλαγος των Shearwater


Shearwater
The Golden Archipelago
(Φεβρουάριος 2010)

Κάποια ευλογημένη νύκτα του μήνα που έφυγε πριν λίγο, με πήγαινε έτσι η όμορφη, αλλά σεμνή διάθεση που κυριαρχούσε στο σαλόνι του ταπεινού μου σπιτικού εκεί στα Βόρεια Προάστεια, που κάποια στιγμή έσπρωξα το δισκάκι του "Rook" στο CD Player, πριν ξαναγυρίσω στο καφετί του καναπέ, να της προσφέρω το ποτήρι με το Malbec που μου είχε ζητήσει. Σιγήσαμε σχεδόν αμέσως. Το αριστούργημα που κυκλοφόρησε ο Τζόναθαν Μέιμπουργκ πριν δύο χρόνια μάς ρούφηξε για τα καλά στην έντονη δίνη του. Μία-δύο μέρες μετά έγραψα στο Twitter πως κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω πως το "Rook" των Shearwater είναι το καλλίτερο άλμπουμ όλων των εποχών.

Το "The Golden Archipelago" είναι η συνέχειά του. Είναι μεν το 6ο άλμπουμ μιας μπάντας που κάποτε δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα side project μελών των Okkervil River, αλλά στην ουσία είναι το τρίτο. Με την έννοια ότι οι Shearwater από το 2006 είναι το κανονικό, το πρώτο γκρουπ των Τζόναθαν Μέιμπουργκ κι ότι σε τούτο εδώ, όπως και στα "Palo Santo" και "Rook" κουμάντο κάνει αυτός και μόνο αυτός, αφήνοντας πολύ μακριά την εποχή που στη μπάντα υπήρχε ο Γουίλ Σεφ. Πολύ μακρινή και πολύ αδιάφορη εποχή. Γιατί αυτό που έλειπε από τη μουσική έμπνευση των τότε Shearwater ήταν ένας σκοπός. Όταν ο Μέιμπουργκ έμεινε μόνος, ο σκοπός του έγινε και σκοπός της μπάντας: Ένα σκοτεινό, περιβαλλοντικό αλύχτισμα αγωνίας. Το "The Golden Archipelago" συνοδεύεται από ένα βιβλιαράκι 72 σελίδων που μιλάει για όλα τα δεινά που έφερε ο δυτικός κόσμος στο Νότιο Ειρηνικό. Το "Rook" μιλούσε για τα πτηνά...


Shearwater - Hidden Lakes

Σε σχέση με το "Rook" το "The Golden Archipelago" υστερεί μόνο στο ότι λείπουν ένα - δύο έπη, όπως ήταν το "Rooks" ή το "Snow Leopard", που θα το έστελναν στην στρατόσφαιρα των indie αριστουργημάτων. Κατά τ' άλλα, τα 12 κομμάτια του κινούνται υφολογικά εκεί που βρισκόταν και το "Rook", λιγάκι πιο γεμάτα από ήχους από τα διάφορα όργανα που μπορεί να χειριστεί ο Μέιμπουργκ κι ελάχιστα πιο άδεια από ένταση και οργή. Μπορείς να το κατηγορήσεις ως μελοδραματικό, με όλα αυτά τα βιολιά, τις επιμελημένες ηλεκτρονικές ενέσεις χαμηλής έντασης, τα ψηλά πιάνα και κυρίως την απίστευτα θεατρική φωνή του ίδιου του Μέιμπουργκ. Αλλά δεν μπορείς να του αρνηθείς την τελειότητα του μελοδράματος. Και σ' αυτό το είδος, οι Shearwater είναι ίσως το μοναδικό σχήμα που μπορεί να συναγωνισθεί τους Antony & The Johnsons.





Τι άλλο άκουσα τον Φεβρουάριο...
(εκτός από τούτα εδώ)

...και μου άρεσε:

Rotting Christ
Aealo
(Φεβρουάριος 2010)

Και μόνο για το πώς έντυσαν μουσικά το "Orders From The Dead" της Diamanda Gallas οι Έλληνες με το ευρηματικότερο όνομα μπάντας στην ιστορία του Death Metal, το "Aealo" ή "Εάλω" αξίζει όλα του τ' αστεράκια. Χεβιμεταλλικώς μιλώντας, είναι κομμάτι πιο επικό και συμφωνικό από το σύνηθες των αδελφών Τόλη, ένα μείγμα όλων των ειδών της σκληρής μουσικής, αλλά και πολλών ειδών ελληνικής δημοτικής παράδοσης.

Αν δεν ακούς metal, κι αν η έννοια death metal σου κάνει ό,τι πιο απόκοσμο και τρομακτικό υπάρχει στη μουσική, αυτό το θαύμα θα σε κάνει να αλλάξεις άποψη. Το πώς τα δίκασα ντραμς σε ταχύτητες που ούτε ο Γιουσέιν Μπολτ δεν μπορεί να διανοηθεί ότι θα κουνήσει τα πόδια του συνδυάζονται με ηπειρώτικο πολυφωνικό τραγούδισμα είναι απλά συγκλονιστικό. Οι γνωστές φόρμες της χέβι μέταλ, τα ριφς, οι γέφυρες, τα κιθαριστικά σόλο, τα επαναληπτικά, καταιγιστικά ντραμς, τα άγρια φωνητικά, όλα αυτά λειτουργούν στο "Εάλω" σαν χαλί για κάτι ολοκαίνουργιο, που όμως μοιάζει σαν απίστευτα πρωτόγονο, σαν να έρχεται κατευθείαν από την εποχή του πολέμου της Τροίας όταν ήταν τα ένστικτα που οδηγούσαν τον άνθρωπο.

Το μόνο μεμπτόν του άλμπουμ είναι ότι κάποια κομμάτια μοιάζουν πολύ το ένα στο άλλο, αλλά κι αυτό είναι ηθελημένο. Είναι κάτι σαν μοτίβο που κρατάει τον δίσκο σε συνοχή. Είναι απίστευτο ότι αυτή η μπάντα είναι ελληνική και είναι τόσο κρίμα που πλην των μεταλλάδων, οι υπόλοιποι Έλληνες τους γνωρίζουν (αν τους γνωρίζουν κιόλας) μόνο ως ένα προκλητικό όνομα.


Electric Litany
How To Be A Child And Win The War
(Φεβρουάριος 2010)

Ο ελληνικός δίσκος της χρονιάς! (Ναι, και οι Rotting Christ είναι Έλληνες, αλλά ετούτοι εδώ είναι ολόφρεσκοι και η μουσική που παίζουν μοιάζει παλιά αλλά είναι τόσο καινούργια. Γι' αυτό τους δίνω το χρυσό...) Ένας Κερκυραίος, ένας Άγγλος κι ένας Αμερικανός (χε χε, ήδη το αναίρεσα το "ελληνικόν" του πράγματος, αλλά η δισκογραφική είναι δική μας, η Inner Ear) γράφουν μυσταγωγικές μελωδίες για την ομορφιά και την απώλειά της, σε κάτι που θυμίζει από Dead Can Dance ως παλιούς, καλούς U2, με ροκ περάσματα μοντέρνα, σκοτεινά, τύπου Editors, με χεβιμεταλλάδικα riffs ώρες ώρες, με ατμόσφαιρα από Mogwai αλλά και Sigur Ros, με πολλή επένδυση από πιάνα, έγχορδα και με εξαιρετική, γεμάτη, ψυχοτροπική παραγωγή. Ακόμη κι η Monika θα χρειαστεί δουλειά πολλή για να τους ξεπεράσει.


These New Puritans
Hidden
(Ιανουάριος 2010)

Είχες ακούσει το ντεμπούτο των TNP, το "Beat Pyramid" προ διετίας; Ε, ξέχνα το. Στο δεύτερό τους άλμπουμ παίζουν άλλου είδους μουσική. Έτσι απλά. Κάθε λογής όργανα, από όμποε και φλάουτο μέχρι ταμπούρλα και φτηνιάρικα σύνθι με πάναπλα presets για discobets, βαριές, χεβιμεταλλικές κιθάρες, πιάνα, urban φωνητικά, κουτρουβαλιάζονται σε ένα αναπάντεχο μουσικό παιχνίδι που είναι απλά σχεδόν αδύνατον να το χαρακτηρίσεις ως κάποιο είδος. Ας πούμε ότι ο Timbaland συναντάει τον Marilyn Manson, τα φτιάχνουν και πάνε να το κάνουν πάνω στην κονσόλα του Burial ακούγοντας Melody Gardot, έτσι για την καύλα.






...και δεν με χάλασε:


Get Well Soon
Vexations
(Φεβρουάριος 2010)

Ο φοβερός και τρομερός Κονσταντίν Γκρόπερ είναι για κάτι σαν ο Νιλ Χάνον της Γερμανίας. Δηλαδή οι Get Well Soon είναι οι Divine Comedy της χώρας που οι Έλληνες λατρεύουν να μισούν αυτές τις μέρες. Όποιος παρακολουθεί το "ΠΠC" και γνωρίζει την λατρεία που θρέφω για τον Χάνον, καταλαβαίνει πως οι Get Well Soon στ' αυτιά μου ακούγονται ως Θεοί. Το προπέρσινο "Rest now weary head, you will get well soon" ήταν ένα υπερ-κουλ υπερωκεάνιο που μας πήγε βαρκάδα σε όλα τα είδη της μουσικής, μ' έναν κυνικό, αποστασιοποιημένο και ελαφρώς σαρκαστικό τρόπο. Το "Vexations" εμπνέεται από τον Σενέκα το νεώτερο, τον Ρωμαίο στωικό φιλόσοφο κι είναι ακόμη περισσότερο κουλ και gentlemanish. Φιλοσοφεί όμορφα και πάνω σε διάφορα ζητήματα, σε προβληματίζει και σε διασκεδάζει ταυτόχρονα. Υστερεί όμως σε σχέση με το ντεμπούτο του Γκρόπερ σε μουσικές εμπνεύσεις -ή απλά, έχοντας ήδη εκπλαγεί μια φορά από το πόσο καλά μπορεί να αναμειχθεί η όπερα με το γκραντζ και την ίντι ποπ, δύσκολα μας ξαναπιάνει τόσο απροετοίμαστους. Παρ' όλα αυτά, είναι ένα απολαυστικό, πανέμορφο άλμπουμ.


Get Well Soon - Angry Young Man


Slayer
World Painted Blood
(Νοέμβριος 2009)

Έχει να γίνει της κακομοίρας το καλοκαίρι στο Sonisphere και οι βασικοί υπαίτιοι, πέραν των Metallica, θα είναι τούτοι εδώ, που τριάντα χρόνια τώρα δεν έχουν κάνει ούτε ένα δευτερόλεπτο έκπτωση στην πώρωση που κιθαρίζουν τα riffs τους και κοπανάνε τις κάσες της ντραμς, thrashάροντας με τον ίδιο, επίμονο, ανελέητο, επιβλητικό τρόπο. Στο "World Painted Blood", εκτός από τις συνθέσεις τους, εντυπωσιάζουν και με την επιλογή μιας παραγωγής "παλιάς", κάπως "κουφής", κάπως μονοφωνικής που δίνει στον ήχο τους ένα ωμό αποτέλεσμα, τόσο ταιριαστό με αυτό που θέλει να σου δείξει το εξώφυλλο.







...και δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση:


Marina & The Diamonds
The Family Jewels
(Φεβρουάριος 2010)

Κρίμα και πάλι κρίμα. Είχα τόση χαρά για τη Μαρίνα Διαμαντή όταν έπεσε στα χέρια μου το ΕΡ της, το "Crown Jewels", τόσον ενθουσιασμό που μια (ντεμί έστω) συμπατριώτισσα είχε το ταλέντο να κάνει κάτι σπουδαίο σε τούτους τους χαλεπούς για τη χώρα καιρούς... Κρίμα! Το "The Family Jewels" είναι υποδεέστερο του ΕΡ, το καταλαβαίνεις κι από το όνομά του. Τι να κλάσουν τα κοσμήματα της οικογένειας μπροστά σ' εκείνα του στέμματος;


Marina & The Diamonds - Mowgli's Road

Οι όποιες ροκ διαθέσεις έχουνε πάει βόλτα, από το ΕΡ χώρεσε μόνο το "I Am Not A Robot" και στο LP (και κάμποσοι κλώνοι του - τα μισά κομμάτια είναι... ένα, αυτό!), το "Hollywood" και το "Mowgli's Road" είναι εδώ, ΟΚ, αλλά όλο το υπόλοιπο άλμπουμ είναι ένα σαχλό ποπ. Μια μέτρια απομίμηση της Λίλυ Άλεν (προφανώς γιατί η δισκογραφική ήξερε ότι αυτό θα πουλήσει και όχι το υβρίδιο του ΕΡ). Ακούγεται όπως θα ακουγόταν αν έκαναν ποτέ οι ΑΒΒΑ κακό άλμπουμ (δεν έκαναν). Το "Shampain" μάλιστα είναι όσο αντιγραφή ΑΒΒΑ μπορείς κάποιον να φανταστείς να κάνει εν έτει 2010. Κρίμα, κρίμα. Τώρα πια το μόνο που με συγκινεί στη Μαρίνα είναι η αγωνία μου να την δω να κάνει ξώβυζη φωτογράφιση, όπως έκανε η Λίλυ Άλεν. Σε αυτή τη σύγκριση η Μαρίνα θα σκίσει, καθότι σούπερ προικισμένη.


Joanna Newsom
Have One On Me
(Μάρτιος 2010)

Kingfisher είναι η περίφημη ινδική μπίρα με καριέρα στην Αμερική και την Ευρώπη που περήφανα φέρουν ως διαφήμιση τα αυτοκίνητα της Force India στη Formula 1. Kingfisher λέγεται και το αγαπημένο μου τραγούδι από το τρίτο άλμπουμ της 28χρονης πια Τζοάνα Νιούσομ. Το αγαπημένο μου από τα 18 του "Have One On Me", που κυκλοφορεί σε... τριπλό CD. Ίσως ο λόγος που είναι το αγαπημένο μου έχει να κάνει ακριβώς και μόνο με το γεγονός ότι μου έφερνε στο νου κάτι που μου αρέσει (τη μπίρα και τη Formula 1). Γιατί, για να το επιλέξω ανάμεσα στα 18 τεράστιας διάρκειας κομμάτια του άλμπουμ θα έπρεπε να το ακούω ξανά και ξανά, με προσοχή. Κάτι που απλά δεν γίνεται.

Θυμίσου το προ τετραετίας "Ys" που τόσο είχε συγκλονίσει τους μουσικοκριτικούς. Θυμίσου πόσο σε κούραζαν κάτι 16λεπτα τραγούδια που είχε μέσα. Κι όμως, το "Ys" συνολικά διαρκούσε λίγο κάτω από μια ώρα. Το "Have One On Me" ξεπερνάει τις δύο. Τα κομμάτια είναι ατάκτως ερριγμένα. Και είναι τόσο ίδια μεταξύ τους, που τελικά αυτό το δίωρο μοιάζει σαν ένα συνεχές, ατέλειωτο τραγούδι. Καλλιτεχνικά γεμάτο με ιδέες μεν, αλλά χαίρω πολύ. Μιλάμε για μουσική που θα ταίριαζε στο δάσος του Νότιγχαμ και στο παρεάκι του Ρομπέν του Δασών, ή σε τίποτε γάμους μεταξύ βασιλέων των γερμανικών κρατιδίων που αποτελούσαν την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία την εποχή του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης -όχι μουσική για το 2010. Τη μουσική της Νιούσομ, αυτό το πανάρχαιο πράγμα που γεμίζει την ατμόσφαιρα με αρπίσματα και νεραϊδένια φωνητικά, δεν την δέχεσαι εύκολα. Αρνείται να μπει σε φόρμες, δεν ακολουθεί κανόνες, δεν δημιουργεί τραγούδια, μόνο κάποιες αλληλουχίες μελωδιών. Αλλά στο "Ys" υπήρχε μια θεία έμπνευση που έβαζε κάποιου είδους τάξη. Εδώ όλα μοιάζουν σαν αυτό που θα έβγαζε από μέσα του ένας πιλότος της Formula 1, αν οδηγούσε πέντε γύρους, έχοντας πιει ένα κιβώτιο Kingfisher. (BTW, Kingfisher λεγόταν και μια μπάντα που είχε παλιά ο Μέιμπουργκ των Shearwater, που όσο η Τζοάνα έβγαζε αυτόν τον αχταρμά, εκείνος έστηνε άλλο ένα αριστούργημα).


Codeine Velvet Club
Codeine Velvet Club
(Δεκέμβριος 2009)

Μπαίνουν με μπόλικη φόρα (το "Hollywood" το θεωρώ τραγουδάρα και, μαλάκα μου, το εξώφυλλό τους είναι Θ-Ε-Ι-Κ-Ο), αλλά ξεφουσκώνουν σχεδόν αμέσως στις γνώριμες φόρμες των Fratellis (των οποίων αποτελούν side project) και βουτούν σε όλες τις πιθανές παγίδες που κάνουν την ορχηστρική ποπ βαρετή. Χωρίς το ταλέντο που έχει ένας Ρούφους Γουέινραϊτ για παράδειγμα, οι παγίδες είναι όλες μοιραίες, τους δαγκώνουν τα μαντήλια, τα wayfarers, τις καμπαρντίνες, τα παγωτά και στο τέλος τους αφήνουν γυμνούς στον ήλιο.


Codeine Velvet Club - Hollywood


Midlake
Courage Of Others
(Φεβρουάριος 2010)

Αν θες να παίξεις lo fi, αργό, μελαγχολικό ίντι ροκ, καλό είναι να το κάνεις με μια κάποια διάθεση. Γιατί άμα προσθέσεις και τη δική σου βαρεμάρα στο ήδη αργόν του όλου πράγματος, το αποτέλεσμα προκαλεί αυτό που θα προκαλούσε μια χειροβομβίδα αναισθητικού σε ένα ΚΑΠΗ. Κάθε φορά που ακούω το τρίτο άλμπουμ των Midlake, ένα τεράστιο βάρος ρίχνει τα βλέφαρά μου κάτω, αλλά λίγο πριν κλείσουν τελείως, ρίχνω μια ακόμη ματιά στο εξώφυλλο, ξεκαρδίζομαι στα γέλια και ξυπνάω. (Πέρα από την πλάκα, για αυτό που παίζουν, καλοί είναι ακόμη. Απλά δεν ξέρω ποιος μη καταθλιπτικός ή με τάσεις αυτοκτονίας τους αντέχει πάνω από ένα τέταρτο).







...και το ψιλοβαρέθηκα:

Them Crooked Vultures
Them Crooked Vultures
(Νοέμβριος 2009)

Είναι supergroup οι Them Crooked Vultures; Σύμφωνα με τη σύνθεσή τους (Τζος Χομ από τους Queens of the Stone Age, Ντέιβ Γκρολ από Nirvana και Foo Fighters και βέβαια Τζον Πολ Τζόουνς από τους Led Zeppelin) είναι και παραείναι. Σύμφωνα με τα τραγούδια που γράφουν, είναι μια αρπαχτή. Είναι δυνατό, ρυθμικό ροκ, με λίγες ενέσεις prog rock μέσα, τόσο βαρετό και αναμενόμενο που προτιμάς εναλλακτικά να διαβάσεις Πάολο Κοέλιο.






Sade
Soldier Of Love
(Φεβρουάριος 2010)

Η Sade, λέει, επέστρεψε. Και ακούγεται όπως όταν μας άφησε (το 2000. Και τότε πάλι είχε επιστρέψει από το 1992...). Λαμπρά. Το 2010 ακούγεται όπως ακουγόταν το '92. Περίπου δηλαδή όπως ακουγόταν το '84, όταν χορεύαμε τις μπαλάντες της με τα γκομενάκια στα σχολικά πάρτυ, μπας και τα φτιάξουμε με καμμία, να γράψει κάτι στο μπλοκάκι. Πώς ακούγεται; Ζζζζζζζζζζζζ... ζζζζζζζζζζ.... ζζζζζζζζζζζζ... ζζζζζ... ζζζζ...




Owl City
Ocean Eyes
(Φεβρουάριος 2010)

Ο Ανταμ Γιανγκ, οι Owl City δηλαδή, πρέπει να είναι ο Πλιάτσικας της Αμερικής. Κάνει τρελλό σουξέ, φτιάχνοντας παντελώς αδιάφορα πράγματα και ξεπατικώνοντας άλλα αδιάφορα. Στο "Ocean Eyes" ακούγεται ολόιδιος με Postal Service. Αλλά με Postal Service από αυτά που πετάνε στο καλάθι των αχρήστων και δεν τυπώνονται ποτέ σε CD. O Γιανγκ τα τύπωσε. Κι έβαλε εξώφυλλο και το Burj Dubai. Κι αυτό πουλάει σαν τρελλό στις Η.Π.Α. Ό,τι νά 'ναι...






The Magnetic Fields
Realism
(Ιανουάριος 2010)

Ό,τι είχαν να δώσουν οι Magnetic Fields, μας το έδωσαν απόχερα εκεί, στα τέλη της πρόπερασμένης δεκαετίας. Μαζί με όλες τις μπάντες που παίζουν παρόμοια μουσική, και κυρίως τους Belle & Sebastian, σαν κακέκτυπο των οποίων ακούγονται οι Magnetic Fields σήμερα. Τα αερικά τους ρομαντικά μελωδίσματα παρέα με τους εκκεντρικούς στίχους είναι χαρωπά και τραλαλά ακόμη και σήμερα, αλλά ποιος νοιάζεται; Τα ίδια και τα ίδια 20 χρόνια τώρα πάει πολύ. Το άλμπουμ είναι μόνο για τους φανατικούς τους φίλους και για όσους έχουν μείνει αθεράπευτα κολλημένοι στο 1999...






...και πήγα να κάνω εμετό:


Shining
Blackjazz
(Μάρτιος 2010)

Κλασσικό άλμπουμ για να καυλώνουν οι μουσικοκριτικοί και να απορούν οι κοινοί θνητοί. Free jazz παρέα με speed metal, industrial α λα Nine Inch Nails με φωνητικά που μόλις βγήκαν από την πιο ζοφερή νουβέλα του H.P.Lovecraft ως το κάλεσμα του Κτούλου, πριονιστικά rave ηλεκτρονικά, ανελέητο κοπάνημα των τυμπάνων στο γάμο του καραγκιόζη -και ο Θεός βοηθός. Δεν το καταλαβαίνω καθόλου. Εσύ;

2 Μαρ 2010

Wonderland Revisited

Σ'αυτό που μάλλον είναι το πιο βαρύ #outofyourculticloset αυτού εδώ του blog, o Homo Ludens προ ολίγου παραδέχθηκε ότι δεν πιάνει το νόημα πίσω από την Αλίκη, ενώ εγώ επαυξάνω με μια παραδοχή που σόκαρε κι εμένα τον ίδιο: δεν έχω διαβάσει την "Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων". Το διαπίστωσα προχθές, όταν πήγα να δω την ταινία του Τιμ Μπάρτον σε avant-premiere. Μέχρι προχθές, δηλαδή, δεν το είχα διαβάσει ποτέ, από την αρχή μέχρι το τέλος, σαν κανονικό βιβλίο. Κι όμως, μου είναι τόσο οικεία η ιστορία, η πλοκή, οι χαρακτήρες - και όχι μόνο. Όταν κατέβασα το βιβλίο από την βιβλιοθήκη μου και άρχισα - για πρώτη φορά, επαναλαμβάνω, να το διαβάζω κανονικά - διαπίστωσα ότι μου είναι οικεία η ίδια η πρόζα, οι εκφράσεις, ο λόγος του Λιούις Κάρολ. Curiouser and curiouser; Καθόλου. Απλώς αυτό είναι η διακειμενικότητα, για την οποία μάθαινα στο πανεπιστήμιο (την εποχή δηλαδή που μου χάρισε μια φίλη το βιβλίο): έχει αναπαραχθεί τόσο πολύ αυτός ο πανηγυρικός της παιδικότητας, έχει παρεισφρύσει σε τόσα άλλα κείμενα - λογοτεχνικά, δημοσιογραφικά, μουσικά, οτιδήποτε - αυτό το μανιφέστο της φαντασιοπληξίας που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του συλλογικού ασυνειδήτου. Εκεί ποντάρει και ο Τιμ Μπάρτον, με την δική του εκδοχή της ιστορίας. Βάζοντας την Αλίκη, στο τέλος της εφηβείας της να επιστρέφει στην Χώρα των Θαυμάτων, προτείνει, επί της ουσίας, την επιστροφή στην παιδικότητα ως μέρος ενός τελετουργικού ενηλικίωσης, ως απαραίτητο βήμα στην πορεία για την αυτογνωσία - καθ' όλη την διάρκεια της ταινίας, αυτή η "σχεδόν Αλίκη" (όπως την αποκαλούν μειωτικά) καλείται να βρει την απάντηση στο ερώτημα "ποια είσαι", που κάθε άνθρωπος οφείλει να θέσει στον εαυτό του, προτού κάνει τα σημαντικά βήματα στην ζωή του. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει ο Μπάρτον αυτά τα ερωτήματα είναι το λιγότερο συγκινητικός - ενώ το εικαστικό σύμπαν που έχει στήσει είναι πραγματικά μαγευτικό, αν και ελάχιστα "Μπαρτονικό"* (καταλαβαίνω δηλαδή αυτούς που το ήθελαν πιο "δικό του", αν κι εμένα καθόλου δεν με ξένισε). Το καστ είναι καταπληκτικό: η Ελενα Μπόναμ Κάρτερ είναι απολαυστική στον ρόλο της λυσσασμένα κομπλεξικής Κόκκινης Βασίλισσας, η Αν Χάθαγουεϊ αξιολάτρευτη ως λεπτεπίλεπτη χαζέλω Λευκή Βασίλισσα, ο Κρίσπιν Γκλόβερ ιδανικός Βαλές, ενώ οι φωνές του Αλαν Ρίκμαν και του Στίβεν Φράι μοιάζουν προορισμένες για να εκφέρουν τα λόγια της κάμπιας και του γάτου του Τσέσαϊρ (αντιστοίχως). Το βαρύ πυροβολικό είναι ασφαλώς ο Τζόνι Ντεπ που καταφέρνει κάτι απίστευτο: να δώσει σάρκα, οστά και υπόσταση σε έναν ήρωα που εκ πρώτης όψεως μοιάζει εντελώς καρικατούρα. Όσο για την Μία Βασικόφσκα, μου πήρε λίγο χρόνο να την συνηθίσω, αλλά στην πορεία - όσο δηλαδή η "Αλίκη" γινόταν ο εαυτός της - μου φαινόταν όλο και πιο καλή στο ρόλο. Και φυσικά, δεν μπορεί να είναι κακή μια ταινία για την οποία έχει γράψει τέτοια μουσική ο Ντάνι Έλφμαν.
*(Μπαρτονικό: με τα λόγια ενός φίλου μου, ό,τι συνοψίζεται στην εικόνα ενός καρβουνιασμένου δέντρου)

Σινέ-ππc/ Σήμερον: "Η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων"


(εντάξει, είναι η εκδοχή του 1903, η πρώτη μεταφορά της Αλίκης στο - νέο τότε - μέσον, και η οποία πολύ έχει παίξει τελευταίως, οπότε θα ήταν κρίμα να μείνουμε πίσω)

Θυμάται κανείς το "σουσέλ";


(Δες και το videoclip του ίδιου του τραγουδιού. Δυστυχώς το YouTube δεν επιτρέπει την ενσωμάτωση.)

Πολλά χρόνια πριν ο Μάκης αποκαλύψει τα doggystyles του Στέφανου Κορκολή και τα "σουσέλ" του Μιχάλη Ασλάνη, η Γαλλία είχε συγκλονισθεί από το σκάνδαλο των "σουσέτ" (όπως είναι η σωστή λέξη για το "γλειφιτζούρι" στα γαλλικά), ένα τραγουδάκι που έγραψε ο Σερζ Γκενσμπούργκ για την κορασίδα, αθώα Φρανς Γκαλ (ναι, ήταν αμέσως μετά τη συνεργασία τους για το καλλίτερο κομμάτι που ακούστηκε ποτέ σε Eurovision, το "Poupee de Cire").

Δεν χρειάζεται να αναλύσω πώς ο παμμέγιστος Γκενσμπούργκ εξαπάτησε την γλυκύτατη Φρανς Γκαλ. Το παραπάνω βιντεάκι τα λέει όλα. Πιο πολύ με απασχολεί το πώς θα γράψω για χάρη της Καλομοίρας ένα παιδικό τραγουδάκι για μπαλόνια...

1 Μαρ 2010

Διαφημιστές σε απόγνωση

Υπάρχουν μερικά αλάνθαστα σημάδια υπολογισμού της σοβαρότητας της «Κρίσης». Το ένα, π.χ. είναι η απελπισία των εκπτώσεων – ειδικά σε συνδυασμό με τα ενοικιαστήρια των μικρών καταστημάτων που δεν αντέχουν την σημερινή οικονομική κατάσταση. Άλλο είναι τα μισοάδεια τραπέζια των εστιατορίων στο Γκάζι το σαββατόβραδο – τα μπαρ, ευτυχώς, δεν έχουν τέτοιο πρόβλημα. Για μας που δουλεύουμε στα «Μέσα», το βασικό σημάδι είναι η διαφήμιση. Και η αλήθεια είναι ότι η διαφήμιση στην Ελλάδα περνά μεγάλη κρίση. Μόνο που αυτή η κρίση είναι κυρίως δημιουργική. Το πιο ανησυχητικό σημάδι είναι η αντικατάσταση του αρχετυπικού δολώματος «ημίγυμνη θελκτική γυναίκα» με το νέο αρχέτυπο «αστεία γιαγιά με τσεμπέρι». Είτε πρόκειται για συσκευασμένα ντιπ, είτε για τεχνολογία αιχμής, οι Ελληνες διαφημιστές θεωρούν ότι μπορούν να πουλήσουν τα πάντα, αν βάλουν μια γιαγιά με τσεμπέρι να μιλά με επαρχιώτική διάλεκτο. Θα ήταν αστείο, αν δεν ήταν θλιβερό. Αλλά το πιο θλιβερό προέκυψε τελευταία, όταν ξαφνικά έσκασε διαφημιστικό σποτ για εμφιαλωμένο επιτραπέζιο ελαιόλαδο με την φωνή του Διονύση Σαββόπουλου να απαγγέλει με νόημα «Τόσος χρόνος πλάι του πέρασε/ και τον προσπέρασε/ τι να ζητάει», ενώ η εικόνα δείχνει έναν προβληματισμένο μεσήλικα. Κι εκεί που περιμένεις ότι η διαφήμιση αφορά τουλάχιστον σε ασφάλεια ζωής, την οικολογία, ή την στυτική δυσλειτουργία, αντιλαμβάνεσαι ότι διαφημίζει παρθένο ελαιόλαδο. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που σκέφτεσαι ότι κάποιοι δημιουργοί καλό είναι να αποφεύγουν την διαφήμιση, για να περισώσουν την υστεροφημία τους και τον αντίκτυπο του έργου τους. Ο,τι δεν κατάφερε στο γόητρο του «βαλκάνιου μπίτνικ» το πολυσυζητημένο «Μητσοτάκ» και οι συναυλίες του Υπουργείου Άμυνας πριν από είκοσι χρόνια, φαίνεται πως θα το καταφέρει ένας τενεκές λάδι. Όχι ότι έχει καμία υποχρέωση ο Σαββόπουλος – ή κάθε Σαββόπουλος – απέναντι στο κοινό του, σε ιδεολογίες, στην Αριστερά, το πνεύμα των ‘60s. Τις υποχρεώσεις του απέναντί τους τις έχει ξεπληρώσει και με το παραπάνω. Είναι απλώς θέμα καλαισθησίας. Γι’ αυτήν την καλαισθησία ερίζουν χρόνια τώρα οι εναπομείναντες Doors, που τους έχουν κάνει χρυσούς για να δώσουν τα τραγούδια τους για διαφημίσεις κι εκείνοι αρνούνται – δηλαδή ο ντράμερ τους, ο Τζον Ντένσμορ, αρνείται, από σεβασμό στη μνήμη του Τζιμ Μόρισον. Ενώ οι Rolling Stones δεν ντράπηκαν να συνδέσουν το “Start me up” με τα Windows95 – αλλά οι στίχοι των Stones δεν ήταν ποτέ αυτό που λέμε ποίηση. Υπάρχουν, με άλλα λόγια, τραγουδοποιοί που περηφανεύονται για επιτυχίες όπως το «Σόγια είναι/ υγεία είναι» ή το «Σανταρόζα μαρμελάδα/ στο ψωμί στη φρυγανιά», αλλά για τον ελληνικό πολιτισμό από την μεταπολίτευση και μετά, ο Διονύσης Σαββόπουλος έπαιζε άλλο ρόλο. Αυτόν που, σε μεγαλύτερη κλίμακα ασφαλώς, παίζει διεθνώς ο Μπομπ Ντίλαν. Και μπορεί ο Ντίλαν να «ξεπουλήθηκε» κι αυτός στην διαφήμιση, εκείνος όμως το έκανε για τα περίφημα εσώρουχα «Victoria’s Secret» - κανείς δεν πρόκειται ποτέ να ψέξει έναν μεσήλικα πρώην αμφισβητία, επειδή θεώρησε καλή ιδέα να τραγουδήσει ανάμεσα σε ημίγυμνες γυναίκες. Ευτυχώς που στην δική τους διαφημιστική αγορά, δεν έχουν ανακαλύψει ακόμη τις γιαγιάδες με τσεμπέρι.
*(δημοσιεύτηκε στο "Big Fish" την Κυριακή 28/2)

H παροιμιώδης πατριωτική αυταπάρνηση της Νάνας Μούσχουρη

Ξέρεις ότι είσαι ηλίθιος όταν:

• Αντιμετωπίζεις ένα δημοσίευμα ενός ξένου περιοδικού για την πατρίδα σου σαν να πρόκειται για επίσημη θέση της χώρας στην οποία εκδίδεται αυτό το περιοδικό.
• Είσαι πρόεδρος της Βουλής και κάνεις διάβημα στον πρεσβευτή ξένης χώρας να πάρει θέση για δημοσίευμα περιοδικού της χώρας του, επιδεικνύοντας παροιμιώδη περιφρόνηση για έννοιες όπως «ελευθερία του τύπου».
• Πιστεύεις ότι κάθε δημοσίευμα είναι κατευθυνόμενο από σκοτεινά κέντρα. (Αλλά κάπως έτσι εξηγείται το ότι το «troktiko» έχει γίνει εξουσία σ’ αυτήν την χώρα).
• Προσβάλλεσαι από το προϊόν της δουλειάς ενός κακόγουστου γραφίστα, αντιμετωπίζοντας μια άγαρμπη φωτοσοπιά* σαν κάτι περισσότερο από αυτό που είναι (δηλαδή «μια άγαρμπη φωτοσοπιά»).
• Κατακλύζεις με τηλεφωνήματα και email διαμαρτυρίας ζητώντας τα ρέστα από την ελληνική έκδοση ενός ιταλικού περιοδικού εκλαϊκευμένης επιστήμης, νομίζοντας ότι είναι η ελληνική έκδοση ενός γερμανικού newsmagazine το οποίο φιλοξένησε μια κακόγουστη φωτοσοπιά για την χώρα σου.
• Απαντάς σε μια κακόγουστη φωτοσοπιά με ένα κύμα από ακόμη πιο κακόγουστες φωτοσοπιές, κατακλύζοντας τα ΜΜΕ της χώρας σου με σβάστικες.
• Είσαι αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και μπαίνεις στον κόπο να απαντήσεις στα δημοσιεύματα εντύπων ξένης χώρας με το θηριώδες επιχείρημα «ναι, αλλά και η δική σας χώρα κατέστρεψε την χώρα μας επί Κατοχής».
• Είσαι δήμαρχος της πρωτεύουσας μιας χώρας και μπαίνεις στον κόπο να απαντήσεις στα δημοσιεύματα εντύπων ξένης χώρας με το θηριώδες επιχείρημα «ναι, αλλά μας χρωστάτε πολεμικές αποζημιώσεις».
• Γενικά, θεωρείς ότι το επιχείρημα «ναι, αλλά μας χρωστάτε πολεμικές αποζημιώσεις» είναι αποστομωτική απάντηση στο ερώτημα «γιατί δεν κάνετε κάτι για το έλλειμμα της χώρας σας».
• Θεωρείς ότι το επιχείρημα «ναι, αλλά εσείς κάνατε το Ολοκαύτωμα» είναι ακόμη πιο αποστομωτική απάντηση στο ερώτημα «γιατί δεν κάνετε κάτι για το έλλειμμα της χώρας σας».
• Πιστεύεις στ’ αλήθεια πως, αν μας είχαν αποδοθεί οι αποζημιώσεις που ζητάμε μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, θα είχαμε αξιοποιήσει το ποσό για να δημιουργήσουμε πλούτο και υποδομές – όπως αξιοποιήσαμε υποδειγματικά τον πακτωλό χρημάτων που ήρθε υπό μορφή επιδοτήσεων στα δημόσια ταμεία.
• Πιστεύεις ότι μπορείς στ’ αλήθεια να κερδίσεις χρόνο, αλλάζοντας το θέμα από την παρούσα και πραγματική κατάσταση της οικονομίας της χώρας σου σε οτιδήποτε άσχετο.
• Δεν καταλαβαίνεις ότι με αυτήν την συμπεριφορά το μόνο που κάνεις είναι να επιβεβαιώνεις το δημοσίευμα που τόσο σε εξόργισε. (Συγγνώμη, αλλά σου αξίζουν χειρότερα από όσα ζεις).
*(δημοσιεύτηκε στο protagon.gr)