Μόλις έλαβα δελτίο τύπου από το MTV ότι ξεκινάει το ελληνικό Headbangers' Ball ("Headbungers" το λένε στο όνομα του αρχείου .doc που έστειλαν). Λαμπρά. Το είχα ξεχάσει εντελώς από τότε που το προλόγισα εδώ, πριν μισό χρόνο. Ξέχασα να ζητήσω και τη δουλειά -τελικά την πήραν ο Ορφέας και η Ευρυδίκη. Σόρι, η Βανέσα. Η οποία σε αυτή τη φωτό που έστειλαν από το MTV μοιάζει να έχει στην κοιλιά περισσότερες τρίχες κι από μένα (click to enlarge photo). Ίσως να την διάλεξαν ακριβώς γι' αυτό.
αν ήμουν δύο λέξεις, θα ήθελα να είναι «μαύρος κύκνος». Είτε το τραγούδι των Sunset Rubdown είτε η ταινία που ετοιμάζει ο Ντάρεν Αρονόφσκι. Ο σύντροφός σου.
Αν ήμουν ένα φιάσκο, θα ήθελα κάτι φινετσάτο και πολυαναμενόμενο. Το Google Wave ας πούμε.
Αν ήμουν τυπωμένη φράση σε οικολογικά ευαισθητοποιημένο έντυπο, θα ήθελα να είμαι το μότο του Above Magazine: «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο».
Αν ήμουν αδικαιολόγητη εμμονή, θα με έλεγαν «Merriweather Post Pavillion». Oχι το περίφημο αμφιθέατρο ανάμεσα στη Βαλτιμόρη και την Ουάσιγκτον. Αλλά το άλμπουμ των Animal Collective.
Αν ήμουν ένα παλιομοδίτικο γυναικείο εσώρουχο, μια φαρδιά κιλότα, θα ήθελα να τυλίξω τα οπίσθια της Κριστίνα Χέντρικς στο «Mad Men».
Αν ήμουν τατουάζ, θα ήταν η Μέριλιν Μονρόε. Στον δεξιό πήχυ της Μέγκαν Φοξ.
Αν ήμουν ένα ποτήρι κρασί, θα ήταν κάτι απ’ το Νέο Κόσμο. Value for money. Ενα ποτήρι Chardonnay Montes Alpha ίσως. Και θα ήθελα να με πιουν ευτυχισμένοι στη Scala Vinoteca της Αναγνωστοπούλου.
Αν ήμουν ένα μάτσο τρίχες, θα ήθελα να απαρτίζω την κοτσίδα ενός Nάβι στο «Αvatar» του Κάμερον.
Αν ήμουν τζιν ύφασμα, χρώματος χακί, θα ήμουν η τσάντα που σου στέλνει το περιοδικό Monocle μόλις γίνεις συνδρομητής.
Αν ήμουν στιγμιότυπο από το ταξίδι μιας χρονομηχανής, θα βρισκόμουν στη Σαμαρκάνδη, την εποχή του Ταμερλάνου.
Αν ήμουν ο Αριστοφάνης και η χρονομηχανή με έφερνε ξαφνικά στο 2010, θα έγραφα μια κωμωδία με θέμα το ελληνικό ποδόσφαιρο. Για το ότι σ’ αυτό το θέατρο του παραλόγου ο Νίκος Αλέφαντος παραμένει άνεργος.
Αν ήμουν αναμονή, θα ήθελα να αφορώ στο νέο άλμπουμ των Arcade Fire.
Αν ήμουν κάτι παλιό σε μοντέρνα εκδοχή, θα ήμουν η folk που παίζουν οι Mumford & Sons.
Aν ήμουν ανήλικος χαρακτήρας σε τηλεοπτική σειρά, δεν θα δεχόμουν οτιδήποτε κατώτερο του Τσακ Μπας από το «Gossip Girl», με ό,τι αυτό συνεπάγεται: Την αυθάδεια που του επιτρέπουν τα πλούτη του. Την ανέκφραστη ειρωνεία σε οτιδήποτε λέει. Την γκαρνταρόμπα του.
Αν ήμουν χειμερινό δίλημμα μιας Κυριακής, θα είχε να κάνει με σπορ πάνω σε σανίδα. Windsurf με 8 μποφόρ Νοτιά στο Λαύριο ή ξύπνημα 7 το πρωί για μερικές κατεβασιές με το snowboard στην 6, στη Φτερόλακκα;
Αν ήμουν αθηναϊκό μπαρ, τo «7 Jokers» ας πούμε, θα περίμενα να καλοκαιριάσει, να φύγει η τσιγαρίλα.
Αν ήμουν λογότυπο σε τσάντα μαθητή του Γυμνασίου, θα ήταν έξι γράμματα: Slayer.
Αν ήμουν συγχορδία κιθάρας στον αέρα μιας συναυλίας, θα με είχε γρατσουνίσει η Russian Red, η Basia Bulat, η Feist, η Monika, η Zooey Deschanel, η My Brightest Diamond ή η Bat For Lashes.
Aν ήμουν γυναίκα, θα ήθελα να είμαι εσύ.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
(Exitorial, GK Φεβρουαρίου '10. Θα κυκλοφορήσει την Κυριακή 10/2)
Γιατί είναι η πρώτη που δίνει τόση σημασία στα γυναικεία χείλη (και, ρε γαμώτο, δεν βρίσκω πουθενά την τέλεια φωτογραφία της Έβας Χερτζίγκοβα, με τον καπνό απ' το τσιγάρο να καλύπτει το μισό στόμα).
UPDATE:
Χάρη στον FivosV, που το έθεσε αναπάντεχο σκοπό ζωής, ιδού και η Έβα Χερτζίγκοβα:
Οι ανυπόφορα αυτοραπιζόμενες, αργόσυρτες και μελό ταινίες του Κλιντ Ίστγουντ είναι, πιστεύω, ό,τι πιο υπερτιμημένο στην ποπ κουλτούρα σήμερα. Ως εκ τούτου δεν έχω φροντίσει να δω το "Invictus" με το Μόργκαν Φρίμαν στον ρόλο του Νέλσονος Μαντέλα. Ξέρω, όμως, ότι το θέμα της ταινίας έχει να κάνει με την εθνική ομάδα ράγκμπι της Νότιας Αφρικής -μια ομάδα σύμβολο κάποτε του απαρτχάιντ. Το αντίθετό της, μια ομάδα - σύμβολο της «μαύρης» Αφρικής, είναι η εθνική ποδοσφαίρου. Που, φέτος, λόγω του ότι η Νότια Αφρική φιλοξενεί το Μουντιάλ, θα αποκτήσει ξαφνικά ενδιαφέρον για τα media. Ήρωες θα πρέπει να ανακαλυφθούν, μορφές να σηκώσουν στους ώμους τους όλο το marketing της σημαντικότερης αθλητικής διοργάνωσης μετά τους Ολυμπιακούς (θυμίσου τον Νακάτα το 2002 ή τον Ούγκο Σάντσες το '86), η διοργανώτρια ομάδα θα πουσαριστεί όσο γίνεται για να προκριθεί τουλάχιστον στον επόμενο γύρο (καμμία διοργανώτρια Μουντιάλ δεν έχει μείνει ποτέ μόνο στη φάση των Ομίλων)...
Επικρατέστερος για το ρόλο του ηγέτη της νοτιοαφρικανικής καμπάνιας προς την δόξα δεν είναι κάποιος από τους 10 μαύρους παίκτες της εντεκάδας. Είναι ο μοναδικός λευκός. Ο Μάθιου Μπουθ -αυτός που σφίγγει το χέρι του Μαντέλα στην φωτογραφία που ανέβασα πιο πάνω- είναι το νοτιοαφρικανικό αντίστοιχο του Βίνι Τζόουνς ή του Γιώργου Νταρακλίτσα, αν θες ντόπιο παράδειγμα, ένας σκληροτράχηλος αμυντικός που δεν θα διστάσει να κόψει τη μπάλα σε κάτι Μπενζεμάδες, Φορλάν και Τζιοβάνηδες ντος Σάντους (η Γαλλία, η Ουρουγουάη και το Μεξικό έχουν κληρωθεί στον Α' Όμιλο μαζί με τη Νότια Αφρική) αν προσπαθήσουν να τον περάσουν για να βάλουν γκολ. Είναι πιο μαύρος κι απ' τους μαύρους, ένα πραγματικό σύμβολο του τέλους του απαρτχάιντ, το όνομά του -κάθε φορά που η μπάλα πάει στα πόδια του- δονεί την κατά 90% έγχρωμη κερκίδα των Μαμελόντι Σαντάουνς. Ίσως γιατί τα δίνει όλα για την ομάδα. Ίσως γιατί είναι παντρεμένος με την Σόνια Μπονεβέντια, μια μαύρη σχεδιάστρια μόδας. Όπως και νά 'χει, το Κέηπ Τάουν και το Γιοχάνεσμπουργκ γυαλίζουν ήδη από την καράφλα του στα άπειρα πόστερ που διαφημίζουν από υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας μέχρι αφρούς ξυρίσματος. Κι ο Μάθιου χαμογελάει.
Η λογική βέβαια, όσο κι αν η FIFA θέλει το αντίθετο, θα φέρει τους Νοτιοαφρικανούς έρμαια στα πόδια των αντιπάλων τους. Η εθνική τους πάει από το κακό στο χειρότερο. Πήρε το Παναφρικανικό του '96, προκρίθηκε στα Μουντιάλ του '98 και του 2002, αλλά από τότε το μόνο που πετυχαίνει είναι ήττες. Στην υπόλοιπη "μαύρη ήπειρο" είναι ήδη ένα αστείο. Ας το ξαναγυρίσουν στο ράγκμπι που έχουν και τον Ματ Ντέιμον αρχηγό.
Να 'λεγε και τίποτε ως περιοδικό το Love, καλά θα ήταν... (Εγώ είμαι μεταξύ Λάρας και Ντάριας, αλλά η αλήθεια είναι ότι η Νατάλια Βοντιάνοβα ποζάρει τόσο άνετα, σαν να παίζει με το λαστιχάκι γυμνή, φορώντας γόβες, κάθε πρωί μόλις ξυπνάει).
Με τον αντίκτυπο του "Third" των Portishead ακόμη νωπό στα χνουδωτά καλύμματα των ηχείων μας (για τον υπογράφοντα -και πολύ κόσμο ακόμη- ήταν το καλλίτερο άλμπουμ του 2008), το καινούργιο άλμπουμ των Massive Attack είναι προορισμένο να γίνει αντικείμενο σύγκρισης. Και θα βγει massively ηττημένο από την σύγκριση αυτή. Όχι γιατί είναι ένα κακό άλμπουμ. Δεν είναι. Αλλά γιατί δεν καταφέρνει με τίποτε να σταθεί στο ύψος της μεγαλειώδους επιστροφής των Portishead και, κυρίως, γιατί ακούγεται σαν κάτι παλιό. Σαν κάτι που θα έπρεπε να βγει το 2000. Όχι το 2010.
Στην ουσία, μοιάζει σαν μια λογική συνέχεια του "Mezzanine". Σαν ένα απόνερο, ή σαν ένα βιαστικό δισκάκι για να επωφεληθεί το γκρουπ (ντουέτο;) την επιρροή που είχε στα μουσικά πράγματα το "Mezzanine", το 1998, και να μικροδιορθώσει την πορεία του. Προσωπικά, θεωρώ το ερεβώδες σύμπαν εκείνου του άλμπουμ ως την κορυφαία στιγμή στην σπουδαία καριέρα μιας μπάντας επιδραστικής όσο λίγες. Τεχνικά και ατμοσφαιρικά ήταν καλλίτερο και από το "Blue Lines" του 1991 και από το "Protection" του 1994 (που ήταν, φυσικά, και τα δύο εξαιρετικά, φανταστικά κι ανεπανάληπτα άλμπουμ), απλά ήταν πιο "δύσκολο", υπό την έννοια ότι ήταν καταθλιπτικό και απόκοσμο. Στην διαχρονία όμως των Massive Attack έπαιζε το ρόλο του. Από την εισαγωγή στο νέο ήχο του trip-hop που μας έφεραν με το "Blue Lines", στην πιο εύπεπτη εκδοχή του νέου ιδιώματος όπως μας την έδωσαν με το "Protection", το επόμενο βήμα ήταν λογικά κάτι πιο σοφιστικέ και εσωστρεφές: Το "Mezzanine". Αν συνέχιζαν γραμμικά, θα έπρεπε μετά να προχωρήσουν σε μια διόρθωση. Σε ένα άλμπουμ ατμοσφαιρικό μεν σαν το "Mezzanine", αρκετά σκοτεινό, αλλά με ένα σαφές φως να ορίζει την άκρη του τούνελ. Ένα τέτοιο άλμπουμ είναι το "Heligoland". Μόνο που, ξαναλέω, δεν βγήκε το 2000, αλλά το 2010.
Στο μεταξύ, οι Massive Attack, το 2003, και χωρίς τον Daddy G, κυκλοφόρησαν το "100th Window". Το οποίο οι κριτικοί καθόλου δεν γούσταραν, αλλά που αντικειμενικά ήταν ένα τίμιο δισκάκι, χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες, με 4-5 πολύ καλές στιγμές μόνο. Αν είχαν τότε καταφέρει να γράψουν περισσότερα τραγούδια σαν το "What Your Soul Sings" ή σαν το "A Prayer For England", θα ήταν και το "100th Window" ένα άλμπουμ κλασικό και κανείς δεν θα το θεωρούσε παρένθεση. Από την άλλη, δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε, έτσι κι αλλιώς. Είναι η μοναδική δουλειά τους ως Massive Attack την περασμένη δεκαετία και, είτε το θέλουμε είτε όχι, το "Heligoland" έρχεται μετά το "100th Window" και άρα θα συγκριθεί και με αυτό. Όπως θα συγκριθεί και με την παράλληλη καριέρα του Del Naja και του Νιλ Ντέιβιτζ στην συγγραφή μουσικής για ταινίες -ένα σπορ στο οποίο επιδόθηκαν με επιτυχία από τα μέσα των '00s και μετά.
Πάμε λοιπόν: Μουσικά το "Heligoland" ξεφεύγει από το αυστηρό περιβάλλον του trip-hop και περιέχει πολλά στοιχεία world μουσικής αλλά και ευρύτερης electro. Είναι πιο κοντά σε soundtrack ταινίας παρά σε άλμπουμ με τραγούδια. Το καταλαβαίνεις εύκολα χαζεύοντας το videoclip του "Paradise Circus" με τις τέλειες εικόνες, που ανέβασα πιο πάνω. Αν ακούσεις το τραγούδι, χωρίς την εικόνα, δεν θα σου κάνει και μεγάλη εντύπωση. Ως άλμπουμ, στο σύνολό του, έχει πρόβλημα ειρμού. Το ένα κομμάτι δεν οδηγεί στο άλλο. Τουλάχιστον στο "100th Window" κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Και ναι μεν, μουσικά είναι ένα βήμα προς το καλλίτερο σε σχέση με το πολύ μέτριο ΕΡ "Splitting the Atom" που έβγαλαν πέρσι το Σεπτέμβριο (τα τρία χειρότερα κομμάτια του "Heligoland" είναι τα τρία που υπήρχαν και στο ΕΡ), αλλά ως σύνολο δεν ξεσηκώνει. Ούτε καν αν το βάλεις στο shuffle και κατά τύχη πετύχεις την τέλεια σειρά. Ίσως γιατί υπάρχουν τα τρία μέτρια αυτά κομμάτια, ίσως γιατί δεν έχει να μας πει κάτι καινούργιο εν έτει 2010, ίσως γιατί πια κι εμείς μεγαλώσαμε και βαρεθήκαμε τις παλιές εμμονές μας.
Υπό την έννοια αυτή, έχω ήδη ασχοληθεί παραπάνω απ' όσο χρειαζόταν. Θα μπορούσε να είναι όλο αυτό το post μια πρόταση μόνο: Το "Heligoland" είναι ένα αξιοπρεπές, ατμοσφαιρικό, αργόσυρτο ηλεκτρονικό άλμπουμ, αλλά δεν μπορεί με τίποτε να συγκριθεί με το αριστουργηματικό παρελθόν των δημιιουργών του.
Τι άλλο άκουσα τον Ιανουάριο...
...και με ενθουσίασε:
Mumford & Sons Sigh No More (Οκτώβριος 2009)
Καλά, στην blogovision στο τέλος της χρονιάς έχω να κάνω τρελλό σαματά στην προσπάθειά μου να περάσω ως νόμιμη τη συμμετοχή αυτής της υπεραπίθανης μπάντας. Ναι, ο δίσκος κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο, αλλά περιορισμένα και μόνο στην Αγγλία. Κι αμέσως έγινε χαμός, οπότε η Island ετοιμάζει παγκόσμιο επαναλανσάριμα σε λίγο. Κάπου εκεί θα στηριχτώ για να το θεωρήσουμε 2010 και να το ψηφίσουμε μετά μανίας.
Γιατί τέτοιος ντόρος; Αν παρακολουθείς το "Πο Πο Culture!" θα έχεις ήδη δει αυτό και αυτό το post και θα έχεις ξετρελλαθεί με τα συγκλονιστικά τραγούδια που ανέβασα εκεί. Ο Μάρκους Μάμφορντ και οι "γιοί" του, τα άλλα τρία μέλη του γκρουπ, παίζουν ένα ξέφρενα μοντέρνο folk, είναι μια χαρούμενη εκδοχή των Fleet Foxes, πιο γυμνή και ανάλαφρη, μια speed εκδοχή του Ντέμιεν Ράις, μια ξέσαλλη εξέλιξη στην Βίβλο που μας άφησε ο Μπομπ Ντίλαν. Μιλάμε για έναν ήχο που, αν δεν έχω κάνει κάποιο απίστευτα τραγικό λάθος τώρα, θα είναι ό,τι πιο ξεσηκωτικό μπορεί να ακούσει κανείς σε συναυλία το έτος που διανύουμε -με την εξαίρεση ίσως των Slayer.
Mumford & Sons - The Cave
...και μου άρεσε:
Broken Bells Broken Bells (Μάρτιος 2010)
Ναι, βγαίνει το Μάρτιο, αλλά από τον Δεκέμβριο του '09 ήδη το έχει ακούσει (και τον παίζει) το μισό Internet. Τι είναι; Είναι το νέο project του μοναδικού, του ανεπανάληπτου, του δαιμόνιου, του παιδιού-θαύματος, του ανθρώπου με την επική αφάνα, του Danger Mouse, με τον Τζέιμς Μέρσερ των The Shins. Συνεχίζει την ιστορία από εκεί που την άφησε το περσινό του Danger Mouse με τον Sparklehorse και θυμίζει από Blur (αλήθεια, πότε θα συνεργαστεί ο Danger Mouse με τον Άλμπαρν, να γίνει εντελώς της πόρνης;), μέχρι New Order και Talking Heads! Ένα από τα άλμπουμ της χρονιάς έρχεται πολύ πολύ νωρίς και ίσως και να το αδικώ τώρα με τα τέσσερα αστεράκια που του βάζω - φταίει ότι δεν το έχω ακούσει πάνω από πέντε φορές. Έχω ξετρελλαθεί, βέβαια, και τις πέντε...
Fool's Gold Fool's Gold (Σεπτέμβριος 2009)
Αυτό θα είναι το soundtrack μου από τούδε και στο εξής, όταν παίζω Europa Universalis III και παίρνω καναν ειρηνικό λαό της Ανατολής, τίποτε Μαμελούκους, ή το Μάλι. Γιατί τώρα με τον Ταμερλάνο μόνο Βάγκνερ και Manowar επιτρέπεται να ακούσω. Τι να πει κανείς για τους Fool's Gold; Ό,τι πιο όμορφο έχει να δώσει η αφρικάνικη και η μεσανατολίτικη μουσική το παίρνουν και το κάνουν διαμαντάκι. Το "Fool's Gold" είναι το ηχητικό αντίστοιχο ενός National Geographic με best of φωτογραφιών από Αφρική και τις αραβικές χώρες. Και μόνο που τη μία τραγουδάνε στα αγγλικά και την άλλη στα εβραϊκά φτάνει. Άσε που το ακούω και θέλω να πλακωθώ στα φαλάφελ, τα χούμους και τα ταμπουλέ. Ακούγονται παρέα με Vampire Weekend (δες πιο κάτω).
Fool's Gold - Surprise Hotel
Memory Tapes Seek Magic (Νοέμβριος 2009)
Οι Memory Tapes είναι ο Ντέιβι Χωκ. Και χορεύονται. Αλλά όχι σε φάση ecstasy. Ούτε λιωμιδέ στα Κ44 ή γκομενοκαυλέ στα clubs της παραλιακής. Χορεύονται με νοσταλγικό -παύλα- μελαγχολικό τρόπο, σαν ανάμνηση όμορφου καλοκαιριού κάπου στα '80s στην Σαντορίνη. Το θεϊκό της υπόθεσης τώρα είναι ότι ο μέγιστος Ντέιβι Χωκ είχε κι άλλα ονόματα γκρουπ στον πληθυντικό, ενώ ήταν μόνος του. Το ένα το 'λέγαν Weird Tapes και το άλλο Memory Cassette. To ένα ήταν χορευτική electro. Το άλλο ατμοσφαιρικό και διαστημικό. Μάντεψε: Οι Memory Tapes είναι στη μέση. Αν το χορευτικό άλμπουμ που λιώσαμε το 2009 ήταν το εντελώς α' επιπέδου του Kleerup, με φοβερή χαρά θα καταβροχθίσουμε φέτος τούτο εδώ, που ξεκινάει από παιδικό παιχνιδάκι Chicco και φτάνει μέχρι Kraftwerk και New Order. Προσκυνώ.
Vampire Weekend Contra (Ιανουάριος 2010)
Εδώ τώρα ετοιμάσου για υποκλίσεις. Γιατί το "Cousins" που ανεβάζω αμέσως από κάτω θα είναι στο τέλος της χρονιάς ένα από τα top 5 κομμάτια της. Κι αυτό στο γράφει κάποιος που δεν είχε ξετρελλαθεί με το μουσικό ιδιώμα των Vampire Weekend, in the first place. Δηλαδή προ διετίας, όταν κυκλοφόρησαν το ομώνυμο ντεμπούτο τους. Το είχα εκτιμήσει, ωστόσο, και τώρα δηλώνω κατενθουσιασμένος που η έθνικ παιδεία τους έχει δέσει τόσο γερά με την σερφάδικη λολαμάρα τους. Το "Contra" είναι ένα σαφές σύνολο, κόντρα στον αχταρμά του "Vampire Weekend" και οι Vampire Weekend είναι το πιο χαρωπό indie group που υπάρχει αυτή τη στιγμή στον κόσμο.
Vampire Weekend - Cousins
...και δεν με χάλασε:
Wild Beasts Two Dancers (Σεπτέμβριος 2009)
Από αυτούς που έχασα τελείως μέσα στη χρονιά που έφυγε και τελικά τους ανακάλυψα από την blogovision στο τέλος (σκαρφάλωσαν μάλιστα ως το #14): Οι Talking Heads του μέλλοντός μας (στο ύφος έστω) παίζουν ενδιαφέρουσα μουσική, συνταιριάζουν χίλια δυο είδη, γράφουν ευχάριστα και κατανοητά κομματάκια, αλλά εμένα όλο αυτό που βγαίνει στο τέλος απλά δεν με συγκινεί -σίγουρα πολύ λιγότερο από ότι οι Antony & The Johnsons ή οι Suede που θεωρητικά τους επηρέασαν. Καθαρά θέμα γούστου.
Laura Veirs July Flame (Ιανουάριος 2010)
Αντιγράφω τον εαυτό μου και όσα έγραφα εδώ για το "Saltbreakers", το προηγούμενό της άλμπουμ. Τίποτε δεν έχει αλλάξει: Βαριέμαι αφόρητα όσους -και κυρίως όσες- δεν έχουν προσπαθήσει ποτέ με τη μουσική τους να πάνε πιο πέρα από το μονότονο -καταγγελτικό- ακτιβιστικό τραγούδι που πάει πακέτο με τα τιραντέ λουλουδάτα φορεματάκια και την ιδρωτίλα στις συναυλίες. Η Veirs ξεγλιστρά απ’ τον αφορισμό χάρη στην κρυστάλλινη φωνή της. Και λόγω της αίσθησης που σου δίνει ότι το μυαλουδάκι της ταξιδεύει περισσότερο στα βαριά σύννεφα, στα πουλάκια που κελαηδάνε, στο νεράκι που κυματίζει, παρά στο πώς θα κατεβάσει τον Μπους από την εξουσία. Μια Σέριλ Κρόου με στιλάκι Τζόαν Μπαέζ και διάθεση πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη στο Sundance. Εκτο άλμπουμ, ίδιο με τα προηγούμενα, άρα υπέροχο. Η ανεξάρτητη ροκ σε όλο της το μεγαλείο.
Laura Veirs - July Flame
The Cave Singers Welcome Joy (Αύγουστος 2009)
Ευχάριστο country-folk, το λέει και τ' όνομά του, με ένα-δύο κομματάρες μέσα, σαν το "Leap", που θες να το χορεύεις παίζοντας φυσαρμόνικα γύρω από μια φωτιά παρέα με τον Μπουτς Κασίντι και τον Σάντανς Κιντ. Αλλά Mumford & Sons δεν είναι...
The Drums Summertime (Αύγουστος 2009)
Κωλοπαιδισμός που θυμίζει εκείνους τους Γαλλάκους, τους Teenagers, σ' ένα ΕΡ που αφήνει υποσχέσεις για το αύριο, αν και αυτό που μας δίνει σήμερα είναι πολύ απλό και α' επιπέδου. Μοιάζουν πολύ με τους Surfer Blood (δες πιο κάτω), αλλά εμένα τούτοι εδώ μου αρέσουν πιο πολύ. Δηλαδή θα πήγαινα μαζί τους για σερφ, τους Surfer Blοοd θα τους σνόμπαρα.
The Drums - Let's Go Surfing
...και δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση:
Spoon Transference (Ιανουάριος 2010)
Παλιακό indie rock από μια γερασμένη μπάντα που θέλει ακόμη να τη γουστάρουν τα κολλεγιόπαιδα και να μπορεί να γράφει κομμάτια που ταιριάζουν ως soundtrack στο "Gossip Girl". Επαναλαμβανόμενα ακόρντα, σταθερά τύμπανα, γιεγιέδικα φωνητικά: η συνταγή είναι γνωστή, ό,τι πρέπει για πάρτυ, αλλά δεν έχει και πολλά να σου πει αν ψάχνεις για λίγη μουσική ποιότητα.
Surfer Blood Astro Coast (Ιανουάριος 2010)
Αν οι Spoon παίζουν παλιακό indie rock, οι Surfer Blood παίζουν απολιθωμένο. Βέβαια, το κάνουν με άποψη, αναμειγνύοντας '90s rock με Beach Boys και σερφαδοροκενρολ από τις χρυσές εποχές των μεγάλων κυμάτων και της μαριχουάνας για πρωινό. Κάτι που, βέβαια, προκαλεί μεγάλο hype, αλλά όταν τελικά φτάνει στ' αυτιά σου, μάλλον αδιάφορο είναι.
Lostprophets Betrayed (Ιανουάριος 2010)
Οι Ουαλοί έφτασαν αισίως στον πέμπτο τους δίσκο κι ακόμη προσπαθούν να αναμείξουν την εφηβική τρέλλα των παλιών Green Day, με το πομπώδες των Soundgarden και την κιθαριστική τέχνη θρυλικών metal συγκροτημάτων σαν τους Megadeth ή τους Annihilator. Αλλά για να το κάνεις αυτό θέλει πολύ μεγάλο ταλέντο.
Είναι 13 ετών, δυσλεκτικός, δεν έχει γνωρίσει ποτέ τον πατέρα του, ζει στο Σηάτλ, έχει μείνει μια χρονιά στην ίδια τάξη, έχει ταξιδέψει στις μισές Η.Π.Α., μια εταιρεία αθλητικών ενδυμάτων έχει ήδη φτιάξει μια σειρά με το ψευδώνυμό του ("Zo"), προπονείται επτά ώρες την ημέρα, σκοράρει στάνταρ 98 στις 100 βολές και δεν χάνει ποτέ πάνω από δύο συνεχόμενα τρίποντα όταν σουτάρει εκατό συνεχόμενα, δεκάδες κολλέγια στέλνουν κάθε μέρα SMS στη μάνα του για να την πείσουν να τον στείλει εκεί όταν τελειώσει το σχολείο, οι αλλοπαρμένοι με το μπάσκετ στην άλλη άκρη του Ατλαντικού ξέρουν ήδη σχεδόν τα πάντα γι' αυτόν, έχει κάνει μέχρι και εξώφυλλο στο περιοδικό των New York Times.
Το όνομά του είναι Αλόνζο Τρίερ και συμβολίζει την παράνοια του επαγγελματικού μπάσκετ, μπέιζμπολ, φούτμπολ, ο,τιδήποτε σε σπορ στις Η.Π.Α. Αλλά ΟΚ, πιθανότατα σε πέντε χρόνια όλοι να λένε ότι είναι ο επόμενος ΛεΜπρόν Τζέιμς και σε δέκα να είναι ο επόμενος Κόμπι Μπράιαντ. Ίσως κι ο επόμενος Τζόρνταν.
Υποθέτω ότι από το εξαιρετικό "The Prestige" του Κρίστοφερ Νόλαν και του σωτηρίου έτους 2006 δεν κράτησες τόσο το μαγικό μηχάνημα που κλωνοποιούσε τον "Μεγάλο Δαντόν" - Χιού Τζάκμαν (ουπς, σόρι, αυτό ήταν ελεεινό spoiler για όποιον δεν έχει δει την ταινία), όσο τη σκηνή όπου εκατοντάδες λάμπες ανάβουν κάπου στο υψίπεδο του Κολοράντο Σπρινγκς για λίγα δευτερόλεπτα μια παγωμένη νύκτα. Εκατοντάδες λάμπες ανάβουν χωρίς να συνδέονται σε κάποια πηγή ενέργειας με καλώδιο. Εκατοντάδες λάμπες ανάβουν χωρίς καλώδιο ή μπαταρία. Ασύρματα. Αυτό είναι πραγματική μαγεία.
Ξαναγυρίζω στο μαγικό μηχάνημα που μας οδήγησε στο spoiler. Ξέχνα το. Δεν κατασκευάστηκε ποτέ τέτοιο πράγμα. Αλλά δεν ήταν όλα ψέμματα στην ταινία. Ασύρματο ρεύμα, ρεύμα που έδινε ζωή σε γλόμπους που δεν ήταν συνδεδεμένοι με καλώδια, υπήρχε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Και υπήρχε χάρη στον κορυφαίο -ίσως- εφευρέτη όλων των εποχών. Τον Νικόλα Τέσλα (τον Σέρβο ηλεκτρολόγο μηχανικό που μετοίκησε αρχικά στο Παρίσι για να συνεργαστεί με τον Τόμας Έντισον, κι έπειτα στις Η.Π.Α, όταν τα έσπασε με τον Έντισον -σε μια από τις πιο δημιουργικές κόντρες της παγκόσμιας ιστορίας) τον υποδυόταν στο "The Prestige" ο Ντέιβιντ Μπάουι. Ήταν μια μεγαλειώδης έμπνευση στο casting. Με την έννοια ότι ο Μπάουι ήταν μπροστά από την εποχή του και ο Τέσλα ήταν όχι απλά μπροστά από την εποχή του, αλλά και μπροστά από την εποχή μας.
Κάποιες από τις εφευρέσεις του απλά δεν μπορούσε να τις δεχτεί ο κόσμος γύρω του. Όχι ότι έφτασε να τις ολοκληρώσει σε τέτοιο βαθμό που να μπορούσε να πείσει τους αμφισβητίες του. Το 1890, στο Κολοράντο Σπρινγκς, εκεί που συναντά και τον Μπάουι ο Χιου Τζάκμαν στην ταινία, ο Τέσλα έστειλε 1.000.000 βολτ ρεύματος στον αέρα, μέσω ενός πύργου ύψους 60 μέτρων, δημιουργώντας αστραπές μήκους 40 μέτρων και χρωματίζοντας φωσφοριζέ μπλε το παγωμένο γρασίδι για λίγη ώρα. Όσοι ήταν εκεί, φρίκαραν. Το πείραμα της ασύρματης ρευματοδότησης διεκόπη. Ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του...
Εν έτει 2010 όμως, το ασύρματο ρεύμα δεν είναι πια μόνο η δημιουργική -και ολίγον επικίνδυνη- τρέλλα στο βλέμμα ενός σπουδαίου εφευρέτη που έβλεπε όλο τον κόσμο να λατρεύει τον μεγαλύτερο ανταγωνιστή του (και πρώην συνεργάτη του) και να αγνοεί τον ίδιο επιδεικτικά. Το ασύρματο ρεύμα είναι πια εδώ. Χρησιμοποιείται ήδη από τον αμερικανικό στρατό -ποιον άλλον;- και μπορεί να μην ανάβει λάμπες σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων, αλλά έχει τη δυνατότητα να φορτίζει κινητά τηλέφωνα, φακούς, μικροσυσκευές χωρίς καλώδιο, απλά με την επαφή ή με το πλησίασμα στα 5-10 εκατοστά, χωρίς να επηρεάζει τη ζωή γύρω από τον φορτιστή. Χωρίς, δηλαδή, να σου τηγανίζει το κεφάλι, να σου σηκώνει τα μαλλιά καρφάκια, ή να σε κάνει φαντεζί ακτινογραφία. Και ήδη αναπτύσσεται η τεχνολογία που θα ανάβει λάμπες, τηλεοράσεις, δονητές μέσα σε ένα σπίτι, ασύρματα κι ακίνδυνα, μ' ένα μόνο κεντρικό πομπό κάπου στο υπόγειο...
Δεν με πιστεύεις; Ξεκίνα από το site της eCoupled, της τεχνολογίας που ανέπτυξε η Fulton Innovation, μετά πέρνα από την Powercast και κλείσε με την WiPower, αν και είμαι σίγουρος ότι έχουν προχωρήσει κι άλλες εταιρείες σε παρόμοιες κατασκευές. Αν δεν έχεις καταλάβει τι γράφω εδώ τόση ώρα, πάρ' το και με εναλλακτικό τίτλο:
Το 2010 είναι η χρονιά του ασύρματου ηλεκτρικού ρεύματος!
Όλα τα παραπάνω, βέβαια, δεν θα κολλούσαν σε ένα blog σαν το ΠΠC αν δεν υπήρχε το εξής μαγικό στοιχείο: Σε μια εβδομάδα ξεκινάει ο 6oς και τελευταίος κύκλος του "Lost". Στον 4ο και 5ο κύκλο του οποίου έπαιξε τεράστιο ρόλο ο Ντάνιελ Φάραντεϊ. Κάποιος Μάικλ Φάραντεϊ είχε το 1831 γράψει για την ηλεκτρομαγνητική επαγωγή, μια θεωρία πάνω στην οποία στηρίχτηκε ο Τέσλα και στη συνέχεια όλοι οι σύγχρονοι εφευρέτες που επιτέλους έφτιαξαν συσκευές που μπορούν να μεταδώσουν ασύρματα το ηλεκτρικό ρεύμα. Κοινώς, αν δεν ήταν ο Φάραντεϊ, ίσως δεν θα μιλούσαμε καν για ρεύμα χωρίς καλώδιο και χωρίς μπαταρία σήμερα. Κι αν ο Φάραντεϊ του "Lost" ξέρει πώς να μετακινεί ένα νησί μέσα στο χρόνο, τότε δεν θέλω καν να φανταστώ πόσο κοντά στην πραγματικότητα του Τέσλα βρέθηκε η ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν. Μπας και η μηχανή κλωνοποίησης δεν ήταν τόσο μύθος τελικά;
"Θα τον ονομάσουμε Τζάνγκο" (συνέχεια από το προηγούμενο)Δύο είναι τα ενδεχόμενα: μπροστά σε κάθε μορφή εξουσίας, οι Ρομά είτε μεταμορφώνονται σε μικρά παιδιά είτε εξεγείρονται. Η Ευρώπη γνωρίζει τέσσερα είδη Ρομά: τους μανούς, που μιλούν γαλλικά, τους ρομάνι, που εκφράζονται στα ιταλικά, τους τσιγγάνους της Ανδαλουσίας, την ποιητική σύνοψη των οποίων έγραψε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, και τους αθίγγανους - μακρυμάλληδες πρέσβεις με μόνη συστατική επιστολή το βιολί τους - οι οποίοι είναι και η πηγή της φυλής*. Με τα χέρια πίσω από την πλάτη, και εμφανώς συγχυσμένος, ο περί ου ο λόγος μανούς παρουσιάστηκε στο δημαρχείο, την ανώτατη αρχή, χωρίς να σκεφτεί ούτε στιγμή πως, πηγαίνοντας να δηλώσει την γέννηση ενός παιδιού, έκανε μια τεράστια εξυπηρέτηση στον γιο του: απαντούσε για λογοαριασμό του, τριάντα χρόνια νωρίτερα, στις πρώτες ερωτήσεις μιας αίτησης διαβατηρίου. - Επώνυμο; - Ράινχαρντ. - Όνομα; - Ζαν. - Όνομα μητρός; - Ράινχαρντ, Λοράνς, επονομαζόμενη "Νεγκρό" (Το πραγματικό όνομα των τσιγγάνων, είναι το προσωνύμιό τους. Ένα μόνο βαπτιστικό μετρά γι' αυτούς: εκείνο της φυλής.) - Όνομα πατρός; - Γεννηθείς αγνώστου πατρός. (Η εκκλησία, η δημαρχία είναι αφηρημένες αξίες για τους μανούς. Στα μάτια τους, ο Θεός έχει κυρίως την δύναμη μιας μεγαλοπρεπούς δεισιδαιμονίας. "Είναι η αγάπη, και τίποτε άλλο, που ευλογεί την ένωση ανάμεσα σε έναν άντρα και μία γυναίκα", λέει ακόμη και σήμερα η κυρία Ράινχαρντ.) Όταν ο πατέρας επέστρεψε στο μικρό δωμάτιο όπου ξεκουραζόταν η "Νεγκρό" - με το πρόσωπο αδιαπέραστο και σοβαρό - τον ρώτησε: - Τον ονόμασες Ζαν; - Ναι, αφού αυτό ήθελες. - Το Ζαν είναι πολύ κοινό. Όλος ο κόσμος λέγεται Ζαν. Δεν πρέπει ο γιος μας να λέγεται όπως όλος ο κόσμος. Θα τον φωνάζουμε Τζάνγκο. Την επομένη, η μικρή περιοδεύουσα ομάδα κατευθύνθηκε προς τις Αρδέννες. Παιδί του ταξιδιού, ο Τζάνγκο Ράινχαρντ θα μάθαινε να ζει μέσα στην άλγεβρα των ανέμων. [συνεχίζεται] *(σ.τ.μ. - είναι προφανές ότι εδώ τα έχω κάνει θάλασσα. Οι όροι που συνάντησα είναι "romanichels", "manouches", "romanis", "gitans", "tziganes". Δεν κατάφερα να βρω πώς αποδίδονται όλα αυτά στα ελληνικά. Θα το κάνω και θα το διορθώσω)