(Το μνημείο του Κόκκινου Στρατού στη Σόφια, μετά από εικαστική παρέμβαση)
28 Σεπ 2011
26 Σεπ 2011
Ματώνουν τα ματάκια μου...
Από το πρωί το παραπάνω status φιγουράρει στις σελίδες διαφόρων γνωστών μου στο Facebook. Σε πολλών. Δεν ξέρω αν πρέπει να τους σβήσω άμεσα από φίλους μου από ντροπή ή αν πρέπει να τους διατηρήσω ως μια αστείρευτη πηγή ξεκαρδιστικού γέλιου -ειδικά ότι συνεισφέρουν και οι δικοί τους γνωστοί με σχόλια σαν αυτό της φωτογραφίας.
22 Σεπ 2011
20 Σεπ 2011
Scarlett-Gate, Explained (fap, fap, fap, fap...)
Κανονικά θα έπρεπε να κάνω απλώς update σ' αυτό το post, αλλά όταν το ξαναείδα, δεν ήθελα να προσθέσω τίποτε. Αλλά κάποια στιγμή, έπρεπε και σ' αυτό το blog να γράψουμε όλη την αλήθεια για τις γυμνές φωτογραφίες της Σκάρλετ. Επειδή δεν έχουμε λόγια, όμως, προτιμήσαμε το υπέροχο - και καλόγουστο - animation που έκαναν οι καλοί συνάδελφοι της ταϊβανέζικης τηλεόρασης. Πραγματικά, ο τρόπος τους να εξηγούν τον κόσμο είναι υπέροχος.
Θα επανέλθουμε στο Scarlett-Gate - σε άλλο Post, φυσικά.
Θα επανέλθουμε στο Scarlett-Gate - σε άλλο Post, φυσικά.
16 Σεπ 2011
"When it all comes down, look for me and I'll still be around"
Σήμερα ο B.B. King έχει γενέθλια. Γίνεται 86 ετών. Ας το γιορτάσουμε ακούγοντας ένα από τα ομορφότερα τραγούδια του - ή, εν πάση περιπτώσει, το αγαπημένο μου από τα τραγούδια του.
Θα μου θυμίζει πάντα εκείνο το καυτό καλοκαιρινό βράδυ στον Λυκαβηττό ('91; '92; δεν είμαι σίγουρος). Ήταν η εποχή που αντιμετώπιζα τα μπλουζ τραγούδια ως φροντιστήριο, ΜΑΘΑΙΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΠΟ ΑΥΤΑ, φίλε - κι αυτό το μελό "εσύ εκεί να κάνεις τα δικά σου κι εγώ εδώ θα σε περιμένω βράχος να ακουμπήσεις, όταν όλα καταρρεύσουν" πολύ μού πήγαινε. Τόσα ήξερα.
15 Σεπ 2011
Στο "Πο Πο Culture!" στηρίζουμε το ελληνικό χέβι μέταλ
Nightfall - Astron Black
12 Σεπ 2011
Europe is our playground
Σορβόννη
Ήταν Φεβρουάριος του 1999, το Παρίσι παγωμένο, κι ένα ψιλόβροχο που μόλις ξεκινούσε μού ξύλιαζε ακόμη περισσότερο το πρόσωπο, καθώς ανέβαινα την Ρυ Σεν Ζακ για να στρίψω δεξιά στην Ρυ ντεζ Εκόλ και ξανά αριστερά στην Σορμπόν, να μπω για λίγο στο προαύλιο του πανεπιστημίου, που σ' εκείνο, το πρώτο μου ταξίδι χωρίς την υπόλοιπη οικογένεια στο Παρίσι, μού φάνταζε σαν ένα αξιοπρόσεκτο αξιοθέατο. Άκουγα μουσική από ένα παλιό walkman με κασέτα -τα MP3 είχαν μόλις αρχίσει να γίνονται το νέο μας αγαπημένο φορμά μουσικής και MP3 Players, σε τιμή που να μπορεί να τα αγοράσει κάποιος που μόλις είχε τελειώσει τη σχολή του και ετοιμαζόταν να πάει στο στρατό, δεν υπήρχαν ακόμη.
Άκουγα Suede. Το "Europe Is Our Playground" εκείνη την στιγμή. Και, καθώς έσερνα τα βήματά μου στους γλιστερούς δρόμους του Σαν Ζερμαίν, υποσχόμουν κάτι στον εαυτό μου: Εκείνο θα ήταν απλά το πρώτο από μια σειρά ταξιδιών που θα έκανα, αρχικά στην Ευρώπη, μετά στον κόσμο όλο -κι ας είχαν σωθεί κι οι τελευταίες μου οικονομίες για να φθάσω ως το Σαρλ ντε Γκωλ και να μείνω σχεδόν ένα μήνα στην Πόλη του Φωτός (όπου αργότερα μού έκλεψαν και το πορτοφόλι και επέστρεψα στην Αθήνα με 120 δραχμές). Ήθελα να γίνει και δική μου παιδική χαρά η Ευρώπη, δεν με χωρούσε η Ελλαδίτσα, ήθελα να ζήσω την πραγματική λάμψη των Suede και των μητροπόλεων όπου εκτυλίσσονταν οι ιστορίες τους, μαζί με τον ζοφερό ρομαντισμό της -όχι το κακέκτυπο των δικών μας enfants gâtés πίσω στα Βόρεια Προάστεια.
Ηλιούπολη
Είχα το προνόμιο να υπηρετήσω τη θητεία μου -μετά το 40ημερο της εκπαίδευσης- στην Αθήνα, στο Ανώτατο Συμβούλιο Αθλητισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, γιατί στα τέλη της δεκαετίας του '90 ήμουν στην Εθνική Ομάδα του Στίβου και ο στρατός διευκόλυνε τις προπονήσεις μας με κάθε τρόπο. Ήμουν όμως τραυματίας, ο πόνος χαμηλά στον κοιλιακό και αριστερά κάτω από τη βουβωνική χώρα με διέλυε -μπορούσα μόνο να τρέχω σε χαλαρούς ρυθμούς στο χόρτο, η πλήρης αποθεραπεία και οι δυνατές προπονήσεις έμοιαζαν τόσο μα τόσο μακρινές. Και μετά, πόσο δύσκολο θα ήταν να ξαναγυρίσω στο επίπεδο που ήμουν πριν, είχα μεγαλώσει κιόλας... Ο κόσμος που ήξερα, η ασφάλειά του, είχε πια χαθεί. Έπρεπε να διαλέξω ένα αύριο. Και δυσκολευόμουν. Ο πρωταθλητισμός με είχε κάπως βολέψει. Μού γέμιζε τις ώρες, τις μέρες, με έβαζε σε ένα πρόγραμμα. Τι υπήρχε μετά; Και, κυρίως, πώς θα έστηνα την ημέρα μου τώρα, τώρα που δεν είχα πια 6-7 ώρες προπόνηση και ύπνο από νωρίς;
Κατέβαινα στο ΑΣΑΕΔ 2-3 φορές την εβδομάδα, πολύ νωρίς. Είχα φτιάξει ένα CD για το αυτοκίνητο και η κίνηση στις επτά το πρωί ήταν πάντα ακριβώς η ίδια. Το "Every Monday Morning Comes" έπαιζε κάθε φορά που έφθανα στο φανάρι της Ηλιούπολης πριν στρίψω προς Ελληνικό. Και σχεδόν πάντα μού έφερνε δάκρυα στα μάτια. Και την αισιοδοξία που έλειπε απ' όλη την υπόλοιπη ζωή μου.
Γκάζι
Λίγο πριν ξεκινήσουμε για το Γκάζι, για την μπουζουκλερί που θα φιλοξενούσε τους Suede, συνειδητοποίησα κάτι πολύ απότομα. Με κατέλαβε εξαπίνης, αλλά δεν μου προκάλεσε κάποιο έντονο συναίσθημα. Το αντιμετώπισα κι αυτό με την ίδια απάθεια που αντιμετωπίζω πια τα πάντα. Δεν είχα πάρει είδηση ότι πέρασαν πια δεκαεπτά χρόνια από τότε που είχα ανακαλύψει τους Suede και τους είχα δώσει τον τίτλο της αγαπημένης μου μπάντας. Δεκαέξι από τότε που δεν κατάφερα να τους δω στο πρώτο τους αθηναϊκό live γιατί βρισκόμουν κάπου στην Τσεχία, σ' ένα κουλό, αξέχαστο ταξίδι που είχε προκύψει από το πουθενά. Δώδεκα από την ψιχάλα στο παγωμένο Παρίσι, έντεκα από τα δάκρυα του φαναριού της Ηλιούπολης. Είχαν περάσει πολλά χρόνια που οι Suede δεν ήταν πια η αγαπημένη μου μπάντα -κι ας παρακολουθούσα την σόλο καριέρα του Μπρετ Άντερσον και τις παραγωγές του Μπέρναρ Μπάτλερ. Σχεδόν μια ζωή. Έκανα τόσα ταξίδια από τότε. Άλλαξα τόσα πολλά στην καθημερινότητά μου. Πόσο αστεία ήταν τα άγχη του "Every Monday Morning Comes", πόσο ωραία υπόσχεση είχα δώσει στο "Europe Is Our Playground"...
Κατηφόρισα κάπως καθυστερημένος προς το Γκάζι, από την Εθνική. Είχε κίνηση -φαίνεται ο κόσμος φεύγει ακόμη για σαββατοκύριακα. Δεν αγχώθηκα στην ιδέα ότι θα έχανα το ξεκίνημα της συναυλίας. Τους είχα τελικά δει live κάποια στιγμή αργότερα και δεν ήταν και τίποτε το φοβερό. Η σκέψη μου ήταν αλλού: Στο ότι πάλι δεν αποφάσισαν απολύσεις στο δημόσιο, στο πόσο θα μου κόστιζε το χαράτσι στα ακίνητα, στα ταξίδια που δεν θα μπορούσα να κάνω πια, στα νέα άγχη για τη νέα ζωή που θα ξεκινούσε μετά τη νέα άρση σιγουριάς, τη νέα απώλεια ασφάλειας.
Όταν πας απροετοίμαστος για κάτι, κι αυτό το κάτι έλθει υπέροχο, το απολαμβάνεις πολύ περισσότερο απ' το αν πήγαινες γεμάτος προσδοκίες. Το χθεσινό live των Suede ήταν πραγματικά απίστευτο. Αναγεννημένοι, με τον Μπρετ Άντερσον -τον Ντόριαν Γκρέι, το ίδιο νέο, το ίδιο όμορφο όπως τότε- πιο προσιτό από ποτέ, έναν εκφραστικό γίγαντα του σύγχρονου ρομαντισμού σε μια πραγματικά σπουδαία ημέρα, να χώνεται μέσα στο κοινό και να ερμηνεύει άψογα όλα εκείνα τα ποιήματα που στιγμάτισαν τα '90s μας. Δεν ξέρω αν ήταν μια τελευταία δόση κοσμοπολιτισμού, πριν τη βουτιά στο Μεσαίωνα που προμηνύεται -ή αν ήταν ένα κάλεσμα για να αφήσω αυτήν την μίζερη πραγματικότητα και να ξαναπάω να παίξω στην παιδική χαρά μου, μακριά από εδώ. Ξέρω μόνο πως, όπως when every monday morning comes, στο φανάρι ένα δάκρυ έτρεξε στο μάγουλό μου.
(Η φωτογραφία από το χθεσινό live των Suede είναι του Θοδωρή Μάρκου. Περισσότερες εδώ.)
Y.Γ. Χθες, τουιτάροντας μερικές ατάκες από την συναυλία, έκανα δύο λάθη μέσα στον ενθουσιασμό μου. Ο σωσίας του Άντονι -and the Johnsons- δεν ήταν, εννοείται, ο Μπέρναρ Μπάτλερ, ο οποίος παραμένει στυλάκι αλλά και εκτός μπάντας, αλλά ο Ρίτσαρντ Όουκς που μεγάλωσε άσχημα. Και το κομμάτι -"παύση"- στη μέση της συναυλίας, για να ξεκουραστούν λίγοι οι μουσικοί, δεν ήταν το "Where The Pigs Don't Fly", αλλά το "To The Birds". Αμφότερα είναι λατρεμένα b-sides τους και μπέρδεψα τους τίτλους. Και γράφοντας αυτήν την παρένθεση, συνειδητοποιώ ότι για καμμιά από τις επόμενες "αγαπημένες μου μπάντες" δεν θυμάμαι ούτε έναν τίτλο b-side ή τα ονόματα όλων των μελών του γκρουπ. Ίσως τελικά η τελευταία αγαπημένη μου μπάντα να ήταν όντως οι Suede...
Ήταν Φεβρουάριος του 1999, το Παρίσι παγωμένο, κι ένα ψιλόβροχο που μόλις ξεκινούσε μού ξύλιαζε ακόμη περισσότερο το πρόσωπο, καθώς ανέβαινα την Ρυ Σεν Ζακ για να στρίψω δεξιά στην Ρυ ντεζ Εκόλ και ξανά αριστερά στην Σορμπόν, να μπω για λίγο στο προαύλιο του πανεπιστημίου, που σ' εκείνο, το πρώτο μου ταξίδι χωρίς την υπόλοιπη οικογένεια στο Παρίσι, μού φάνταζε σαν ένα αξιοπρόσεκτο αξιοθέατο. Άκουγα μουσική από ένα παλιό walkman με κασέτα -τα MP3 είχαν μόλις αρχίσει να γίνονται το νέο μας αγαπημένο φορμά μουσικής και MP3 Players, σε τιμή που να μπορεί να τα αγοράσει κάποιος που μόλις είχε τελειώσει τη σχολή του και ετοιμαζόταν να πάει στο στρατό, δεν υπήρχαν ακόμη.
Άκουγα Suede. Το "Europe Is Our Playground" εκείνη την στιγμή. Και, καθώς έσερνα τα βήματά μου στους γλιστερούς δρόμους του Σαν Ζερμαίν, υποσχόμουν κάτι στον εαυτό μου: Εκείνο θα ήταν απλά το πρώτο από μια σειρά ταξιδιών που θα έκανα, αρχικά στην Ευρώπη, μετά στον κόσμο όλο -κι ας είχαν σωθεί κι οι τελευταίες μου οικονομίες για να φθάσω ως το Σαρλ ντε Γκωλ και να μείνω σχεδόν ένα μήνα στην Πόλη του Φωτός (όπου αργότερα μού έκλεψαν και το πορτοφόλι και επέστρεψα στην Αθήνα με 120 δραχμές). Ήθελα να γίνει και δική μου παιδική χαρά η Ευρώπη, δεν με χωρούσε η Ελλαδίτσα, ήθελα να ζήσω την πραγματική λάμψη των Suede και των μητροπόλεων όπου εκτυλίσσονταν οι ιστορίες τους, μαζί με τον ζοφερό ρομαντισμό της -όχι το κακέκτυπο των δικών μας enfants gâtés πίσω στα Βόρεια Προάστεια.
Ηλιούπολη
Είχα το προνόμιο να υπηρετήσω τη θητεία μου -μετά το 40ημερο της εκπαίδευσης- στην Αθήνα, στο Ανώτατο Συμβούλιο Αθλητισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, γιατί στα τέλη της δεκαετίας του '90 ήμουν στην Εθνική Ομάδα του Στίβου και ο στρατός διευκόλυνε τις προπονήσεις μας με κάθε τρόπο. Ήμουν όμως τραυματίας, ο πόνος χαμηλά στον κοιλιακό και αριστερά κάτω από τη βουβωνική χώρα με διέλυε -μπορούσα μόνο να τρέχω σε χαλαρούς ρυθμούς στο χόρτο, η πλήρης αποθεραπεία και οι δυνατές προπονήσεις έμοιαζαν τόσο μα τόσο μακρινές. Και μετά, πόσο δύσκολο θα ήταν να ξαναγυρίσω στο επίπεδο που ήμουν πριν, είχα μεγαλώσει κιόλας... Ο κόσμος που ήξερα, η ασφάλειά του, είχε πια χαθεί. Έπρεπε να διαλέξω ένα αύριο. Και δυσκολευόμουν. Ο πρωταθλητισμός με είχε κάπως βολέψει. Μού γέμιζε τις ώρες, τις μέρες, με έβαζε σε ένα πρόγραμμα. Τι υπήρχε μετά; Και, κυρίως, πώς θα έστηνα την ημέρα μου τώρα, τώρα που δεν είχα πια 6-7 ώρες προπόνηση και ύπνο από νωρίς;
Κατέβαινα στο ΑΣΑΕΔ 2-3 φορές την εβδομάδα, πολύ νωρίς. Είχα φτιάξει ένα CD για το αυτοκίνητο και η κίνηση στις επτά το πρωί ήταν πάντα ακριβώς η ίδια. Το "Every Monday Morning Comes" έπαιζε κάθε φορά που έφθανα στο φανάρι της Ηλιούπολης πριν στρίψω προς Ελληνικό. Και σχεδόν πάντα μού έφερνε δάκρυα στα μάτια. Και την αισιοδοξία που έλειπε απ' όλη την υπόλοιπη ζωή μου.
Γκάζι
Λίγο πριν ξεκινήσουμε για το Γκάζι, για την μπουζουκλερί που θα φιλοξενούσε τους Suede, συνειδητοποίησα κάτι πολύ απότομα. Με κατέλαβε εξαπίνης, αλλά δεν μου προκάλεσε κάποιο έντονο συναίσθημα. Το αντιμετώπισα κι αυτό με την ίδια απάθεια που αντιμετωπίζω πια τα πάντα. Δεν είχα πάρει είδηση ότι πέρασαν πια δεκαεπτά χρόνια από τότε που είχα ανακαλύψει τους Suede και τους είχα δώσει τον τίτλο της αγαπημένης μου μπάντας. Δεκαέξι από τότε που δεν κατάφερα να τους δω στο πρώτο τους αθηναϊκό live γιατί βρισκόμουν κάπου στην Τσεχία, σ' ένα κουλό, αξέχαστο ταξίδι που είχε προκύψει από το πουθενά. Δώδεκα από την ψιχάλα στο παγωμένο Παρίσι, έντεκα από τα δάκρυα του φαναριού της Ηλιούπολης. Είχαν περάσει πολλά χρόνια που οι Suede δεν ήταν πια η αγαπημένη μου μπάντα -κι ας παρακολουθούσα την σόλο καριέρα του Μπρετ Άντερσον και τις παραγωγές του Μπέρναρ Μπάτλερ. Σχεδόν μια ζωή. Έκανα τόσα ταξίδια από τότε. Άλλαξα τόσα πολλά στην καθημερινότητά μου. Πόσο αστεία ήταν τα άγχη του "Every Monday Morning Comes", πόσο ωραία υπόσχεση είχα δώσει στο "Europe Is Our Playground"...
Κατηφόρισα κάπως καθυστερημένος προς το Γκάζι, από την Εθνική. Είχε κίνηση -φαίνεται ο κόσμος φεύγει ακόμη για σαββατοκύριακα. Δεν αγχώθηκα στην ιδέα ότι θα έχανα το ξεκίνημα της συναυλίας. Τους είχα τελικά δει live κάποια στιγμή αργότερα και δεν ήταν και τίποτε το φοβερό. Η σκέψη μου ήταν αλλού: Στο ότι πάλι δεν αποφάσισαν απολύσεις στο δημόσιο, στο πόσο θα μου κόστιζε το χαράτσι στα ακίνητα, στα ταξίδια που δεν θα μπορούσα να κάνω πια, στα νέα άγχη για τη νέα ζωή που θα ξεκινούσε μετά τη νέα άρση σιγουριάς, τη νέα απώλεια ασφάλειας.
Όταν πας απροετοίμαστος για κάτι, κι αυτό το κάτι έλθει υπέροχο, το απολαμβάνεις πολύ περισσότερο απ' το αν πήγαινες γεμάτος προσδοκίες. Το χθεσινό live των Suede ήταν πραγματικά απίστευτο. Αναγεννημένοι, με τον Μπρετ Άντερσον -τον Ντόριαν Γκρέι, το ίδιο νέο, το ίδιο όμορφο όπως τότε- πιο προσιτό από ποτέ, έναν εκφραστικό γίγαντα του σύγχρονου ρομαντισμού σε μια πραγματικά σπουδαία ημέρα, να χώνεται μέσα στο κοινό και να ερμηνεύει άψογα όλα εκείνα τα ποιήματα που στιγμάτισαν τα '90s μας. Δεν ξέρω αν ήταν μια τελευταία δόση κοσμοπολιτισμού, πριν τη βουτιά στο Μεσαίωνα που προμηνύεται -ή αν ήταν ένα κάλεσμα για να αφήσω αυτήν την μίζερη πραγματικότητα και να ξαναπάω να παίξω στην παιδική χαρά μου, μακριά από εδώ. Ξέρω μόνο πως, όπως when every monday morning comes, στο φανάρι ένα δάκρυ έτρεξε στο μάγουλό μου.
(Η φωτογραφία από το χθεσινό live των Suede είναι του Θοδωρή Μάρκου. Περισσότερες εδώ.)
Y.Γ. Χθες, τουιτάροντας μερικές ατάκες από την συναυλία, έκανα δύο λάθη μέσα στον ενθουσιασμό μου. Ο σωσίας του Άντονι -and the Johnsons- δεν ήταν, εννοείται, ο Μπέρναρ Μπάτλερ, ο οποίος παραμένει στυλάκι αλλά και εκτός μπάντας, αλλά ο Ρίτσαρντ Όουκς που μεγάλωσε άσχημα. Και το κομμάτι -"παύση"- στη μέση της συναυλίας, για να ξεκουραστούν λίγοι οι μουσικοί, δεν ήταν το "Where The Pigs Don't Fly", αλλά το "To The Birds". Αμφότερα είναι λατρεμένα b-sides τους και μπέρδεψα τους τίτλους. Και γράφοντας αυτήν την παρένθεση, συνειδητοποιώ ότι για καμμιά από τις επόμενες "αγαπημένες μου μπάντες" δεν θυμάμαι ούτε έναν τίτλο b-side ή τα ονόματα όλων των μελών του γκρουπ. Ίσως τελικά η τελευταία αγαπημένη μου μπάντα να ήταν όντως οι Suede...
11 Σεπ 2011
Μελαγχολία
Δεν είχα ποτέ σκεφθεί πόσο γλυκό μπορεί να είναι το τέλος. Μελαγχολικό, αλλά γλυκό, όμορφο, λυτρωτικό. Ευτυχώς που υπάρχει και ο Λαρς φον Τρίερ, αυτός ο μέγας σαδιστής, που τον έπιασε ξαφνικά μια μανία να τα τελειώσει όλα. Το ανθρώπινο είδος, τη φύση, τη Γη -σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Η σύγκρουση της μειλίχιας συνειδητοποίησης της Κίρστεν Ντανστ με την αγχώδη -σε επίπεδα υστερίας- αναζήτηση της Σαρλότ Γκενσμπούργκ και την αποστομωτική ανατροπή της σιγουριάς του Τζακ Μπάουερ (χε χε), σε ένα μαγευτικό τοπίο που θα έπρεπε κανονικά να είναι το φόντο για τις πιο ρομαντικές στιγμές των πιο συναισθηματικών ψυχών, είναι η ομορφότερη και ηπιότερη στιγμή της καριέρας του Δανού προβοκάτορα. Φαντάζομαι πως κάπως σαν την Ντανστ της "Μελαγχολίας" αντιμετωπίζουν τον θάνατο οι υπέργηροι και οι άρρωστοι και λυτρώνομαι στην συνειδητοποίηση πως δεν χρειάζεται να αγχώνομαι για το τέλος -παρ' ότι σαν χαρακτήρας μοιάζω περισσότερο με την οργανωτική και ψυχαναγκαστική Γκενσμπούργκ.
Οι ερμηνείες και των δύο είναι -εννοείται- υπέροχες. Ο φον Τρίερ ξέρει πώς να ξεζουμίζει τις γυναίκες. Αλλά στο τέλος της βραδιάς, αυτό που σού μένει πάνω απ' όλα είναι η απορία: Σε ποιον πλαστικό πήγε η Κίρστεν Ντανστ και της έφτιαξε τόσο φυσικό βυζί;
6 Σεπ 2011
Ποιοι είναι οι Arcade Fire;
Η μετά θάνατον ζωή
Πάγος έχει καλύψει τα μάτια των γονιών μου. Πώς να δούν; Πώς να κλάψουν; Μεγαλώνοντας σε μια παράξενη καταιγίδα –κανείς δεν παγώνει, κανείς δεν ζεσταίνεται. Βγήκα έξω στη νύκτα, βγήκα να ψάξω για λίγο φως. Παιδά πεθαίνουν έξω στο χιόνι. Δες τα να φεύγουν. Δες τα να φεύγουν!
-Neighborhood #3 (Power Out), από το άλμπουμ “Funeral” (2004)
Toν Ιούνιο του 2003 η γιαγιά της Ρεζίν Σασάν άφηνε τον μάταιο τούτο κόσμο. Στο ταξίδι της την ακολούθησε τον Μάρτιο του 2004 ο παππούς του Γουίν Μπάτλερ. Και ένα μήνα αργότερα η πολυαγαπημένη θεία του Ρίτσαρντ Πάρι. Θα ήταν τρεις ακόμη θάνατοι από φυσικά αίτια, τρεις αποχωρήσεις υπερηλίκων από την ζωή, τρία απλά, καθημερινά συμβάντα, αν οι Σασάν και Μπάτλερ δεν ήταν σύντροφοι στη ζωή και ο Πάρι δεν ήταν συνεργάτης τους. Και αν όλα αυτά δεν συνέβαιναν την περίοδο που το μουσικό τους γκρουπ, οι Arcade Fire, δεν συνέγραφαν και ηχογραφούσαν τα τραγούδια για το πρώτο τους άλμπουμ. Το ζοφερό κλίμα αποτυπώθηκε στον ήχο του.
Δεν ήταν τρεις άδικοι, βίαιοι ή αναπάντεχοι θάνατοι, γι’ αυτό και η αναγνώριση του εσωτερικού πόνου ήταν μάλλον υποσυνείδητη. Αλλά ήταν μια διαδικασία που κρατούσε για μήνες. Η μια απώλεια διαδεχόταν την άλλη. Η αμηχανία, οι σκέψεις, η ωρίμανση και μαζί μια ιδιότυπη αναγέννηση πότιζαν τους τοίχους του στούντιο, τα σεντόνια του ζεύγους, τα ίχνη που άφηναν οι πατημασιές του γκρουπ στα χιονισμένα πεζοδρόμια του Μόντρεαλ. Όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος τους, τον Σεπτέμβριο του 2004, τον ονόμασαν «Κηδεία» («Funeral») και όλοι οι μουσικοκριτικοί του κόσμου τον ονόμασαν το καλύτερο πράγμα που είχαν ακούσει για δεκαετίες.
Αυτό που είχε συμβεί ήταν μεταφυσικά απλό: Οι Arcade Fire ήταν ένα γκρουπ με πολύ ταλέντο. Δεν θα υπέγραφε συμβόλαιο μαζί τους η Merge, αλλιώς. Παρ’ ότι μικρή και ανεξάρτητη δισκογραφική, είναι κορυφαία στο είδος της –όλες οι νέες μπάντες της indie rock θα ήθελαν να βρεθούν κάτω από την στέγη της. Όχι, το πρόβλημα με τους Arcade Fire δεν ήταν η έλλειψη ταλέντου. Ήταν η αδυναμία να το τιθασεύσουν. Επτά μέλη, στις αρχές της τρίτης δεκαετίας της ζωής τους όλοι, με άπειρες ιδέες, ελάχιστη συνεννόηση, πολλά νεύρα. Οι Arcade Fire ήταν ένα χάος. Και ύστερα ήλθαν οι θάνατοι των αγαπημένων τους προσώπων και γαλήνεψαν την οργή, χαλιναγώγησαν το πάθος κι έβαλαν σε έναν δρόμο τις ιδέες τους. Σήμερα, που πλέον η μπάντα έγινε παγκοσμίως γνωστή, μετά το βραβείο Γκράμι για τον καλύτερο δίσκο που κέρδισαν τον Φεβρουάριο, το “Funeral” αναγνωρίζεται σαν το καλύτερο άλμπουμ της δεκαετίας που πέρασε.
Η ευαγγελική ρητορική
Δεν θέλω να πολεμήσω έναν ιερό πόλεμο / δεν θέλω οι πωλητές να μού κτυπούν την πόρτα / δεν θέλω να ζω στην Αμερική άλλο πια [...] Τρίτε Παγκόσμιε Πόλεμο πότε θα μού έλθεις; / όσο παίζαμε με τους σπινθήρες, απελευθερώσαμε τη φωτιά / τα παράθυρα είναι σφαλιστά τώρα, οπότε τι μάς έρχεται; / ένα σπίτι που θ’ αρπάξει φωτιά ή μια φουσκωμένη θάλασσα;
-Windowsill, από το άλμπουμ “Neon Bible” (2007)
Όταν ξεστομίζεις τόσο εύκολα ένα «Δεν θέλω να ζω στην Αμερική άλλο πια», μπορείς εύκολα να βρεθείς στην πυρά –αλλά τον Μάρτιο του 2007, ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος ήταν ακόμη πλανητάρχης και η Αμερική ήταν διχασμένη. Και μπορεί τα 5 από τα 7 μόνιμα μέλη των Arcade Fire να είναι Καναδοί, αλλά τα αδέλφια Γουίν και Γουίλ Μπάτλερ όχι μόνο γεννήθηκαν στις ΗΠΑ, στην Καλιφόρνια, αλλά μεγάλωσαν στο Οχάιο του Τέξας, την πολιτεία της οποίας υπήρξε κυβερνήτης ο Μπους μέχρι το 2000. Έχοντας και την πρόσθετη εμπειρία της Μορμόνας μητέρας τους και του αυστηρού χριστιανικού περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσαν, ήξεραν πολύ καλά για ποιο λόγο δεν άντεχαν πια να ζουν στην πατρίδα τους.
Το δεύτερο άλμπουμ των Arcade Fire, το 2007 ήταν ένα αποκαλυπτικό, πομπώδες μανιφέστο κατά του καταναλωτισμού, της δογματικής θρησκείας και των πολιτικών εναντίον του περιβάλλοντος και εναντίον «των εχθρών της Αμερικής». Οι ιδέες τους εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα από τον Μπαράκ Ομπάμα, του οποίου ο Γουίν –ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της μπάντας, κι ας διαρρηγνύει ο ίδιος τα ιμάτιά του ότι όλοι είναι ίσοι- δήλωσε από νωρίς οπαδός. Το 2008 οι Arcade Fire έδιναν δωρεάν συναυλίες στις ΗΠΑ υπέρ της υποψηφιότητας Ομπάμα και τραγούδια τους αποτελούσαν κομμάτια του «σάουντρακ της ελπίδας», της μουσικής λίστας που επένδυε, δηλαδή, τις εκδηλώσεις υπέρ του μετέπειτα Προέδρου.
Τον Ιανουάριο του 2010 ένας σεισμός ισοπέδωσε τη Αϊτή, σκοτώνοντας εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους. Η Ρεζίν Σασάν, μισή Κανδή – μισή Αϊτινή είχε ήδη γράψει ένα τραγούδι για την πατρίδα της που μιλούσε κατά του καθεστώτος Ντιβαλιέ. Το επόμενο βήμα ήταν η σύσταση, μέσω του γκρουπ, της φιλανθρωπικής οργάνωσης Kanpe, υπέρ των πληγέντων από τον σεισμό. Ο Ομπάμα, η Αϊτή και η ρητορική του “Neon Bible”, ενός υπέροχου άλμπουμ που δεν απογοήτευσε ούτε στο ελάχιστο όσους είχαν εκστασιαστεί με το “Funeral”, έκαναν κάποιους να ξεστομίσουν για πρώτη φορά το «οι Arcade Fire είναι οι νέοι U2». Σπουδαίοι μουσικοί, με επικά, συναυλιακά κομμάτια και ακτιβιστική δράση. Οι πρώτοι, μάλιστα, είχαν βρεθεί να ανοίγουν και τρεις συναυλίες των δεύτερων το 2006, στην μια εκ των οποίων οι U2 τους κάλεσαν ν’ ανεβούν μαζί τους στην σκηνή να πουν παρέα το “Love Will Tear Us Apart” των Joy Division. Για τον σκληρό πυρήνα των φαν των Arcade Fire, η σύγκριση με τους U2 ήταν κάτι σαν προδοσία. Τι σχέση είχε ο λαϊκισμός του Μπόνο με την επαναστατικότητα του Γουίν;
Η ζωντανή αποκάλυψη
Όλα τα παιδιά ανέκαθεν γνώριζαν / πως ο αυτοκράτορας δεν φοράει ρούχα / αλλά τον προσκυνούσαν έτσι κι αλλιώς / καλύτερα έτσι απ’ το να ήταν μόνα...
-Ready To Start, από το άλμπουμ “The Suburbs” (2010)
Από το Κολοράντο ως τη Νέα Ορλεάνη και από το το Ζάγκρεμπ ως το Εδιμβούργο, η μισή Αμερική και η μισή Ευρώπη, πενήντα – εξήντα χιλιάδες άνθρωποι τη φορά αποθεώνουν τους Arcade Fire σε κάθε τους συναυλία από τον Απρίλιο, όταν ξεκίνησε η τελευταία τους περιοδεία. Μπορεί το “The Suburbs” να ψηφίστηκε από κάθε μουσικό έντυπο που σέβεται τον εαυτό του σαν το κορυφαίο της χρονιάς που πέρασε, αλλά στο να αναγνωρίζει πια όλος ο κόσμος την μπάντα (που μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν το μυστικό που οι χίπστερς έτρεμαν να μην μάθουν οι υπολοιποι) συνέβαλε κυρίως η αναπάντεχή τους βράβευση με το Γκράμι, τον Φεβρουάριο. Και πάλι όμως, τέτοιοι μύθοι σβήνουν γρήγορα αν δεν συνοδεύονται από γερές συγκινήσεις. Και οι Arcade Fire στην σκηνή είναι μόνο συγκινήσεις.
Τα επτά μέλη της μπάντας (Γουίν και Γουίλ Μπάτλερ, Ρεζίν Σασάν, Ρίτσαρντ Πάρι, Τζέρεμι Γκάρα, Σάρα Νόιφιλντ και Τιμ Κίνγκσμπερι) συνοδευόμενα συνήθως από τρεις-τέσσερις ακόμη μουσικούς (όπως ο βιρτουόζος του βιολιού Όουεν Πάλετ) εναλλάσσονται σε κάθε πιθανό όργανο (παίζουν βιολιά, βιόλες, τσέλα, πιάνα, ακορντεόν, συνθεσάιζερ, εκτός από τις κιθάρες, το μπάσο και τα ντραμς) στις συναυλίες τους, παρουσιάζοντας ένα διαρκώς κινούμενο σύνολο, που σε συνεπαίρνει με την ενέργειά του ακόμη περισσότερο απ’ ότι κάνουν τα, ούτως ή άλλως, άκρως υμνικά, συναυλιακά κομμάτια που παίζουν. Ακόμη και όσοι φίλοι της μουσικής δεν τούς είχαν πάρει είδηση επτά χρόνια τώρα, είναι πια αδύνατον να ξεφύγουν απ’ τη σαγήνη τους.
Απρόβλεπτοι μουσικά, βαπτισμένοι στην κολυμβήθρα του καναδικού indie rock, της κοιτίδας της πιο δημιουργικής μουσικής παγκοσμίως την τελευταία δεκαετία, ευφυείς και ποιητικοί στιχουργικά, τολμηροί στις κοινωνικές τους παρεμβάσεις, μουσικοί και όχι ροκ σταρ (δεν έχουν αναπτύξει κακές συνήθειες, εθισμούς ή έστω κάποια ανάγκη επίδειξης), αποκαλυπτικοί στις συναυλίες τους, οι Arcade Fire είναι αυτή την στιγμή η «σπουδαιότερη μπάντα του πλανήτη» και, όχι, δεν είναι οι νέοι U2, γιατί –όσο βέβηλο κι αν διαβάζεται αυτό- είχαν προσπεράσει τους U2 από την πρώτη κιόλας στιγμή ορίζοντας το παιχνίδι με εντελώς νέους κανόνες: Οι U2 συμπύκνωσαν και περιέγραψαν μια εποχή, όταν οι Arcade Fire τόλμησαν να ζητήσουν και πέτυχαν να ξεκινήσουν μια καινούργια.
(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Κ" της "Καθημερινής" την Κυριακή, 04.09.11)
...and we' re back! (ή "Τι άλλο άκουσα το καλοκαίρι")

Μπαγιάτεψαν πια στο πίσω USB του laptop μου μουσικές που άκουγα πριν καν φύγω για διακοπές. Κι άλλες επιμένουν να παίζουν πρωί, μεσημέρι και βράδυ, φλερτάροντας με τον τίτλο του "άλμπουμ της χρονιάς". Πάμε να τις περάσουμε όλες από ένα γρήγορο χάδι, να ξεμπερδέψουμε με τον ψυχαναγκασμό των δισκοκριτικών έστω κι έτσι στα όρθια -και με το που επιστρέψουμε στα θρανία να γυρίσουμε και σε κανονικούς ρυθμούς.
Marissa Nadler - Marissa Nadler: Ξεκινάμε από την άνωθι εικονιζόμενη μελαγχολική Βοστονέζα, που μπλέκει τη folk με την dream pop μ' έναν αιθέριο, δραματικό τρόπο, όπου ξεχωρίζει η ακουστική της κιθάρα και η άγριας ομορφιάς φωνή της. Τεσσεράμισι αστεράκια
Melissa Nadler - Alabaster Queen
Okkervil River - I Am Very Far: H πιο μεγαλοπρεπής και πομπώδης δουλειά που έχει παρουσιάσει ως τώρα η συμπαθέστατη μπάντα είναι περισσότερο rock και λιγότερο folk απ' ότι στο παρελθόν, αλλά καθόλου δεν χαλάει ακόμη κι έναν λάτρη του μπάντζου όπως είμαι εγώ. Τέσσερα αστεράκια
Okkervil River - Wake And be Fine
Wild Beasts - Bed Of Nails
Dirty Beaches - Badlands: Θορυβώδεις και ακατέργαστοι, χαοτικά ανεπιτήδευτοι, κάθε άλλο παρά θυμίζουν την κομψότητα με την οποίαν διοχέτευε την δική του οργή ο Τέρενς Μάλικ στην ταινία με τον ίδιο τίτλο. Αλλά ένα άλμπουμ με μια ταινία δεν είναι συγκρίσιμα πράγματα και τούτοι εδώ αγαπιούνται από κάτι Πίτσφορκ και τέτοια. Οπότε καταλαβαίνεις. Δύο αστεράκια
ΕΜΑ - Past Life Martyred Saints: Ο κατά πάσα πιθανότητα δίσκος της χρονιάς έρχεται από μια νεαρή Σουηδέζα που έχει κάτι από PJ Harvey και κάτι άλλο από Πάτι Σμιθ, αλλά που -ούσα τόσο μικρότερη στην ηλικία και τόσο φρέσκια- ακούγεται ξεδιάντροπα αυθάδης και αυθεντικά indie, σαν ένα DIY ποπ σύμβολο που είχε σκοπό να καταναλωθεί μέσα στο υπνοδωμάτιό του, μπροστά στον καθρέπτη, αλλά κάποιος το βιντεοσκόπησε κρυφά και το χάρισε στον κόσμο. Τεσσεράμισι αστεράκια
EMA - Milkman
Let's Wrestle - Nursing Home: Από κάτι τέτοιες ιντίλες γράφονται κάτι όνειρα τύπου Nirvana. Εντάξει, μην φθάσουμε ως εκεί, αλλά σκέψου κάτι παρόμοια ακατέργαστο και πρωτόλειο, δυνατό και ξεσηκωτικό που κάθε φορά που το ακούς, το γουστάρεις και πιο πολύ. Ατόφιο ροκ χωρίς πόζα. Τριάμισι αστεράκια
My Morning Jacket - Circuital: Μουσάτοι ροκάδες σε μεγάλα κέφια με ηλεκτρισμένες διαθέσεις και φανφαρώδεις ορχηστρικές παραγωγές. Εντάξει, συνταγή για το καλλίτερό τους άλμπουμ ever. Τέσσερα αστεράκια
My Morning Jacket - Holding On To Black Metal
Queensryche - Dedicated To Chaos: Δυστυχώς αποδεικνύεται ότι η επιστροφή στο μελωδικό progressive metal που επιχείρησαν στα δύο περασμένα άλμπουμ τους, στη μουσική δηλαδή που έγραφαν καλλίτερα απ' οποιαδήποτε άλλη μπάντα στον κόσμο πριν 20-25 χρόνια, ήταν απλά μια παρένθεση στην αλλόκοτη πορεία που έχει πάρει η καριέρα τους προς το adult pop rock. Μην παραπλανά κανέναν ο τίτλος του νέου τους άλμπουμ, γιατί εδώ γίνεται απλά της σαχλής μπαλάντας. Και ο Τζοφ Τέιτ ακούγεται τόσο κουρασμένος. Καιρός για απόσυρση. Δύο αστεράκια
Sarah Jarosz - Follow Me Down: Το προ διετίας εύρημα του blog μεγάλωσε, ενηλικιώθηκε και τιθάσευσε την ορμή του μπάντζου της έτσι ώστε τα κομμάτια της να είναι λιγότερο ρουστίκ και πολύ πιο ευάκουστα από μεγαλύτερες ομάδες φίλων της μουσικής. Μια ποπ σταρ γεννιέται; Τέσσερα αστεράκια
Sarah Jarosz - Anabelle Lee (Live)
Sons And Daughters - Mirror Mirror: Μακριά από την ηλεκτρισμένη οργή του περασμένου τους άλμπουμ, του "This Gift"", που ήταν όντως ένα αναπάντεχο δώρο για μένα πίσω στο 2008, φέτος η πολλή επιτήδευση ναι μεν τους κρατάει μακριά από τις πονηρές ατραπούς της εμπορευματοποίησης, αλλά όταν δεν γίνεται πάνω σε σοβαρές βάσεις καθιστά το τελικό αποτέλεσμα αχταρμά. Μάλλον δεν έπρεπε να πάρουν τόσο σοβαρά τον εαυτό τους. Άσε που ώρες ώρες ακούγονται σαν κακέκτυπο των (επίσης κακών φέτος, έτσι κι αλλιώς) Kills. Τρία αστεράκια
Tim Booth - Love Life: Συνέχιση μιας εντελώς ανούσιας σόλο καριέρας, σε μια περίοδο που ούτε για τους James θεωρείται η καλλίτερη μουσικά. Κρίμα και πάλι κρίμα για έναν μουσικό και performer που στα '90s και τα ξέφρενα Madchester χρόνια έκανε θαύματα. Τώρα πια παίζει ακριβώς τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά, τα ίδια ακόρντα, με τα ίδια τεχνάσματα. Βαρετό. Δύο αστεράκια
31 Αυγ 2011
22 Αυγ 2011
Όχι, δεν πεθάναμε...
4 Αυγ 2011
Επειδή δεν έχω αξιωθεί να γράψω δισκοκριτικές εδώ και καιρό...
EMA - California
3 Αυγ 2011
2 Αυγ 2011
Ποιος σκότωσε την Amy Winehouse;
Εκατομμύρια φαν σε όλον τον κόσμο θρηνούν το πιο γνήσιο, πηγαίο ταλέντο που βγήκε τα τελευταία χρόνια, ένα ταλέντο που είδαν να καίγεται και να αυτοκαταστρέφεται μπροστά στα μάτια τους; Θα μπορούσε να αποφευχθεί αυτή η πορεία; Ίσως, αν όλοι οι εμπλεκόμενοι – η οικογένεια, ο σύζυγος, οι παραγωγοί και οι έμποροι αυτού του προϊόντος δεν ήταν τόσο απασχολημένοι να εκταμιεύουν την επιτυχία για το δικό τους όφελος.
"Η καρδιά μου είναι θλιμμένη και μόνη/ Για σένα κλαίω, για σένα μόνο αγαπημένε/ Γιατί δεν το βλέπεις;/ Είμαι δική σου, ψυχή και σώμα". Οι τελευταίοι στίχοι που τραγούδησε η Amy Winehouse δεν θυμίζουν σε πολλά τα τραγούδια του "Back to Black" που την έκαναν διάσημη σε όλον τον κόσμο. Οι ρετρό τζαζ μπαλάντες του ΄30, όπως το κλασικό "Body and Soul", είναι φτιαγμένες για να τις τραγουδούν εύθραυστες ντίβες, συντετριμμένες από το βάρος των συναισθημάτων τους όχι τσαμπουκαλεμένα κορίτσια που δεν δίνουν δεκάρα για το τι λέει ο κόσμος γι' αυτές. Κι όμως, η μπαρουτοκαπνισμένη φωνή της ήταν πλασμένη για να αφηγείται τέτοιες ιστορίες συντριβής, μια - ακόμη - απόδειξη αυτού του παράδοξου που ενσάρκωνε η Amy Winehouse: μια "παλιά ψυχή" μέσα σε ένα νευρώδες νεαρό σώμα – ένα σώμα το οποίο ταλαιπώρησε και κατέστρεψε με μεθοδικότητα. Κι αυτό το τραγούδι, που είπε στο πλευρό του θρύλου Tony Bennett, για το άλμπουμ του που θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο, αυτός ο διαχρονικός τζαζ ύμνος που έχει ακουστεί από φωνές όπως αυτές της Billie Holiday και του Frank Sinatra (φωνές που ήταν εγγεγραμμένες στο DNA αυτού του κοριτσιού που μεγάλωσε ακούγοντας την δισκοθήκη του πατέρα της) είναι ίσως το ιδανικό κύκνειο άσμα για αυτήν που θα μπορούσε να είναι η μεγαλύτερη τραγουδίστρια της γενιάς της, αν την ένοιαζε. Και είναι το ιδανικό κύκνειο άσμα για ένα κορίτσι που αφέθηκε στην αυτοκαταστροφή, χωρίς να την νοιάζει να σωθεί, γιατί μάλλον δεν κατάφερε ποτέ να αγαπήσει αρκετά τον εαυτό της - γιατί ίσως δεν βρέθηκε κανείς να την αγαπήσει αρκετά. O θάνατός της προκάλεσε μεγάλη θλίψη, αλλά δεν σόκαρε κανέναν - κι αυτό είναι το πιο τραγικό που μπορεί να συμβεί σε ένα 27χρονο κορίτσι. Να γίνεται η παρακμή και η πτώση του θέαμα για ένα αχόρταγο, αδηφάγο κοινό που καταναλώνει «celebrities». Ένα κοινό που φαίνεται να ενθουσιάζεται στην ιδέα να ανεβάζει ινδάλματα για να τα βλέπει να πέφτουν. Κι όσο πιο ψηλά τα ανεβάζει, τόσο πιο θεαματική είναι η πτώση τους. Ένα κοινό που πληρώνει αδρά για ένα εισιτήριο συναυλίας, ώστε μετά να γιουχάρει αυτήν που πήγε να θαυμάσει, όπως συνέβη στο Βελιγράδι.
"Παίζω σε ένα φεστιβάλ στην Σερβία με την Amy Winehouse και έχει βγει στην σκηνή και μουρμουρίζει. Δεν την ξέρω, αλλά ελπίζω ειλικρινά ότι κάποιος δικός της θα παρέμβει και θα της προσφέρει βοήθεια. Σπαράζει η καρδιά μου". Εκείνο το βράδυ, που ο Moby έκανε στο Twitter έκκληση για βοήθεια, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι, μερικές εβδομάδες αργότερα η τραγουδίστρια που του σπάραζε την καρδιά θα ήταν νεκρή. Είχε μεσολαβήσει η ματαίωση της περιοδείας της (που θα την έφερνε στην Αθήνα, όπου εκείνος βγήκε και τραγούδησε το Rehab προς τιμήν της), μια ακόμη απόπειρα αποτοξίνωσης και μετά το τέλος. Στο μεταξύ, το βίντεο από την ντροπιαστική της εμφάνιση έκανε το γύρο των social media, για να καταβροχθιστεί από τα μάτια του κοινού, που εδώ και μερικά χρόνια παρακολουθούσε την αντίστροφη μέτρηση, περιμένοντας την οριστική πτώση. Το ρολόι σταμάτησε στις 23 Ιουλίου. Η ποπ κουλτούρα έχασε το μεγαλύτερο - και πιο πηγαίο - ταλέντο που είχε εμφανιστεί εδώ και πολλά χρόνια. "Μετά από το σόου μας στην Σερβία, εύχομαι να μπορούσα να είχα βοηθήσει την Amy. Λυπάμαι", έγραψε ο Moby στο twitter. Αλλά το ερώτημά του παραμένει αναπάντητο: δεν υπήρχε κάποιος δικός της να παρέμβει και να την βοηθήσει; Γιατί την άφησαν να αυτοκαταστραφεί; Ποιος την άφησε να πεθάνει;
Ο Πατέρας
Ο προηγούμενος άνθρωπος που έκανε δημόσια έκκληση για βοήθεια ήταν ο πατέρας της, ο Mitch Winehouse. "Θέλω να νοσηλευτεί. Η κατάστασή της βγαίνει εκτός ελέγχου. Δεν πρέπει να κυκλοφορεί εκεί έξω", δήλωνε τον Απρίλιο του 2008 στην (απαξιωμένη πια) εφημερίδα "News of the World", εκφράζοντας την δυσπιστία του για τα προγράμματα απεξάρτησης. "Δεν πιστεύω ότι θα την βοηθήσει να βρίσκεται κάπου κλεισμένη για έξι εβδομάδες. Χρειάζεται να πιάσουμε τον ταύρο από τα κέρατα". Ακόμη κι αν τα εννοούσε, φαίνεται πως δεν κατάφερε να κάνει τα λόγια του πράξη. Ενάμιση χρόνο αργότερα, το φθινόπωρο του 2009, κι ενώ η κόρη του βρισκόταν στην Καραϊβική, προσπαθώντας να "καθαρίσει", εκείνος έβγαινε και έκανε δηλώσεις για το νέο στήθος που απέκτησε με πλαστική χειρουργική η Amy. "Τα νέα της βυζιά είναι φανταστικά", είπε στην βρετανική τηλεόραση, σαν να είναι ένας φαν που παραληρεί και όχι ο ίδιος πατέρας που λίγο πριν καλούσε τους βουλευτές της χώρας του να χαράξουν μια νέα πολιτική που θα αντιμετωπίζει τους χρήστες ουσιών (όπως η κόρη του) σαν αρρώστους.
Με τα χρόνια, ο ανήσυχος πατέρας που αγωνιούσε για την υγεία της κόρης του, που έδινε συνεντεύξεις – ιατρικά ανακοινωθέντα και ενημέρωνε το κοινό για το εμφύσημα της Amy, μαλάκωσε – ίσως γιατί άρχισε και ο ίδιος να απολαμβάνει τις δάφνες της δημοσιότητας. Όχι μόνο όταν συμπρωταγωνιστούσε στα ρεπορτάζ του Rolling Stone ως «ο στοργικός πατέρας που βρίσκεται κοντά της και ξυπνά στην άγρια ροκ σταρ την τρυφερή κόρη που του ετοιμάζει σάντουιτς με γαλοπούλα και αγγούρι», αλλά κι όταν κατάφερε να εκταμιεύσει προσωπικά την δόξα της κόρης του, υπογράφοντας ο ίδιος συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρεία και ηχογραφώντας ένα άλμπουμ όπου τραγουδά τζαζ (με μέτρια αποτελέσματα), κάνοντας έτσι πραγματικότητα το όνειρο που εγκατέλειψε όταν απέκτησε οικογένεια. Επίδοξος τζαζ τραγουδιστής, ο Mitch αποχαιρέτησε την καριέρα στο τραγούδι, προκειμένου να βρει μια σταθερή δουλειά ως οδηγός ταξί, ώστε να μπορέσει να φροντίζει την οικογένειά του (την Amy, τον μεγαλύτερο αδελφό της, Alex και την σύζυγό του, Janis, με την οποία χώρισαν όταν τα παιδιά ήταν μικρά). Το γούστο του όμως έπαιξε μεγάλο ρόλο στην δημιουργία του φαινομένου Amy - η δική του δισκοθήκη, γεμάτη από τα άλμπουμ του Frank Sinatra, της Sarah Vaughn, όλων των μεγάλων φωνών του '50, ήταν που γαλούχησε την μικρή Amyκαι που της έδωσε το πρώτο σύστημα καλλιτεχνικής αναφοράς. Όταν διαπίστωσε το ταλέντο της κόρης του στο τραγούδι, έμεινε άφωνος. H Amy ήταν 14 ετών και είχε ήδη ξεκινήσει να παρακολουθεί μαθήματα θεάτρου από την ηλικία των 8. Σε μια παράσταση της σχολής Sylvia Young, ανέβηκε και τραγούδησε. Ο πατέρας της, που περίμενε ότι απλώς θα την δει να παίζει, έμεινε άφωνος. Τρία χρόνια αργότερα, κι ενώ είχε αποβληθεί από την σχολή (γιατί έκανε piercing στην μύτη και γιατί η γενικότερη συμπεριφορά της δεν ταίριαζε με τις απαιτήσεις της σχολής), η Amy παρουσιάστηκε στον ιδιοκτήτη του τζαζ κλαμπ "After Dark" στο Σόχο και τού ζήτησε να ανέβει να τραγουδήσει με την μπάντα που έπαιζε μπλουζ εκείνη την ώρα. Ήταν ένα κορίτσι 17 ετών, που μύριζε αλκοόλ – αλλά με το που ανέβηκε στην σκηνή, όλα τα μάτια και τα αυτιά στράφηκαν προς το μέρος της. Σύντομα υπέγραψε συμβόλαιο με την Island – και με τον μάνατζερ Simon Fuller, γνωστό για τις Spice Girls και τα τηλεοπτικά Pop Idol, X-Factor (και τις παραλλαγές τους), ο οποίος μάταια προσπάθησε να την χειραγωγήσει: «ξέρει ότι δεν μπορεί να με κάνει ό,τι θέλει», έλεγε η ίδια (λέγεται ότι ο στίχος «προσπάθησαν να με στείλουν για αποτοξίνωση» στο τραγούδι «Rehab» αναφέρεται στον Fuller και την ομάδα του). Ο ένας μετά τον άλλο, οι παράγοντες της βρετανικής μουσικής βιομηχανίας ανακάλυπταν αυτό το νέο ταλέντο, που στα 19 της, το 2003 είχε ήδη κυκλοφορήσει το πρώτο της άλμπουμ. Το «Frank» ήταν ένα τζάζι δισκάκι που αποκάλυπτε μια τραγουδίστρια με γατίσιο γουργούρισμα και δυναμικό attitude, μια τραγουδίστρια που έγραφε με ωμή ειλικρίνεια για τις ερωτικές της σχέσεις (τα τραγούδια ήταν εμπνευσμένα από τον πρώην φίλο της), ενώ διασκεύαζε με μοντέρνο τρόπο κλασικά τζαζ θέματα. Μια σταρ είχε γεννηθεί. Αλλά δεν την ένοιαζε ιδιαίτερα. Η ίδια προτιμούσε να συχνάζει στην αγαπημένη της παμπ «Hawley Arms» στο Κάμντεν, να πίνει και να καπνίζει χόρτο, συνήθεια που απέκτησε στα 16 της, αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις των γονιών της: "Οι γονείς μου κατάλαβαν γρήγορα ότι θα έκανα ό,τι ήθελα", έλεγε. Κι αυτό που ήθελε το 2003 δεν ήταν να απολαύσει την επιτυχία. Ήταν να ζήσει μια συγκλονιστική ερωτική εμπειρία.
Ο σύζυγος
Τότε ήταν που μπήκε στην ζωή της ο Blake Fielder-Civil, ένας από αυτούς τους ανθρώπους που δεν έχουν ακριβώς κάποια ειδικότητα, αλλά κυκλοφορούν στους κύκλους των μουσικών – δούλευε κυρίως ως βοηθός σε γυρίσματα βιντεοκλίπ. Η Amy τον ερωτεύτηκε ακαριαία. Κοντά του, μεταμορφώθηκε. Από ένα ζουμερό, υγιές, δημιουργικό κορίτσι, λίγο γεμάτο, με προδιάθεση για περιπέτεια, έγινε αυτό που το σύμπαν της ποπ περίμενε να γνωρίσει, μια νεαρή καλλιτέχνις με την δική της προσωπικότητα και μια εμφάνιση-σήμα κατατεθέν: με τα μπράτσα καλυμμένα από τατουάζ, το χτένισμα σφηκοφωλιά και τα μάτια βαμμένα σε στυλ «Κλεοπάτρα», μια σύγχρονη εκδοχή του στυλ που λάνσαραν τα girl groups στα ‘50s και τα ‘60s. «Όταν την είδα σε ένα περιοδικό, νόμιζα ότι έκαναν αφιέρωμα σε μένα», δήλωσε χαρακτηριστικά η Ronnie Spector, η τραγουδίστρια των Ronettes. «Μετά έβαλα τα γυαλιά μου και είδα ότι ήταν η Amy». Η Amy ήταν μια Ronnie Spector φορτωμένη ουσίες, πήρε ένα πρότυπο θηλυκότητας, ελαφρώς καρτουνίστικο, όπως η Betty Boop που είχε «χτυπήσει» στο κορμί της, και το οδήγησε στα άκρα – πάντα με τον Blake στο πλευρό της (και το στήθος της, όπου ήταν γραμμένο το όνομά του). Όταν την παράτησε για μια άλλη γυναίκα, εκείνη το έριξε στην δουλειά κι έγραψε τα τραγούδια που θα συνέθεταν το δεύτερο άλμπουμ της, το «Back to Black». Η ίδια ωμή ειλικρίνεια, ο ίδιος συνδυασμός επιθετικής στάσης και πληγωμένων συναισθημάτων, η ίδια συγκλονιστική, δυναμική κι ελαφρώς ραγισμένη φωνή, που θύμιζε τις μεγάλες ντίβες της σόουλ και της τζαζ, σε ένα ακαταμάχητο πακέτο που έκανε το άλμπουμ επιτυχία σε όλον τον πλανήτη. Η ποπ κουλτούρα είχε ανακαλύψει μια νέα ηρωίδα, η μουσική βιομηχανία της είχε παραδοθεί, το ένα μετά το άλλο, τα μεγάλα μουσικά βραβεία έφεραν χαραγμένο το όνομά της – από το 2006 μέχρι το 2008, ήταν η αδιαμφισβήτητη πρωταγωνίστρια. Η ίδια δεν έδινε σημασία. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν ο Blake, ο οποίος επέστρεψε κοντά της – παντρεύτηκαν παρορμητικά στο Μαϊάμι, το 2007 κι ενώ το περιοδικό Rolling Stone την ακολουθούσε καταγράφοντας ένα ρεπορτάζ για την ζωή της. Η Amy και ο Blake έγιναν το αγαπημένο ζευγάρι των tabloid, κυρίως γιατί δεν έπαψαν να τους δίνουν αφορμή για να γράφουν. Η κοινή τους ζωή έγινε μια ιλιγγιώδης κούρσα καταχρήσεων, βίας και αυτοκαταστροφής, σε δημόσια θέα: αλκοόλ, κάνναβη, ηρωΐνη, κρακ, δεν υπήρχε ουσία που να μην καταναλώσουν (και που να μην της δίδαξε ο Blake πώς να παίρνει). Η ίδια η Amy γινόταν σιγά σιγά από καρικατούρα ντίβας, ένα φάντασμα, αποστεωμένη, βρόμικη, με γυάλινο βλέμμα και τα μπράτσα γεμάτα χαρακιές. Όταν οι παπαράτσι την έπιασαν με τις μπαλαρίνες της γεμάτες αίματα, οι φήμες για ξυλοδαρμούς άρχισαν να φουντώνουν. Εκείνη ορκιζόταν πως ήταν ευτυχισμένη, πως στον Blake είχε βρει το άλλο της μισό. Ο πατέρας του, ο πεθερός της, βγήκε στο BBC και έκανε έκκληση στους θαυμαστές της να σταματήσουν να αγοράζουν τα άλμπουμ της, να της κάνουν μποϊκοτάζ, προκειμένου να την ταρακουνήσουν. Αυτό που δεν κατάφερε εκείνος, το κατάφερε η δικαιοσύνη. Το ζευγάρι πήρε διαζύγιο το 2009, όταν εκείνος καταδικάστηκε σε φυλάκιση για διάρρηξη και κατοχή απομίμησης όπλου. Εκείνη πήγε στην Καραϊβική για μια ακόμη αποτυχημένη απόπειρα αποτοξίνωσης (αν και προσωρινά εμφανίστηκε υγιέστερη, με το χρώμα να έχει επανέλθει στα μάγουλά της και το κορμί της να έχει πάρει λίγο βάρος). Εκείνος, γνώρισε σε μια κλινική αποτοξίνωσης την Sarah Aspin, με την οποία παντρεύτηκαν κι έκανε παιδί, αλλά δεν ξέχασε ποτέ την Amy. Δεν τον άφησε εκείνη να τον ξεχάσει, καθώς του έστελνε καθημερινά δεκάδες ερωτικά sms τα οποία υπέγραφε ως "η γυναίκα σου". Τώρα, ο Fielder-Civil βρίσκεται σε επιτήρηση από φόβο μήπως αυτοκτονήσει. Αν και σ’ αυτό το ενδεχόμενο, θα έχανε την περιουσία (ανάμεσα σε 9,8 και 32,6 εκατομμύρια δολάρια) που δικαιούται από τα δικαιώματα της Amy (εκτός κι αν εμφανιστεί κάποια διαθήκη που τον αποκλείει). Στην ζωή ή τον θάνατο, η Amy ήταν για τους οκείους της η κότα με τα χρυσά αυγά.
Ο παραγωγός
Σε μια εποχή που η μουσική βιομηχανία παράγει μαζικά τυποποιημένα είδωλα και δημιουργεί μόδες βάσει μετρήσεων, η σαρωτική παρουσία της Amy Winehouse ήρθε να ταράξει τα νερά. Το 2006 κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το κοινό είχε ανάγκη να ακούσει αυτήν την μοντέρνα εκδοχή του ρετρό soul ήχου του ’60 – και κυρίως, κανείς δεν φανταζόταν ότι το μεγαλύτερο αστέρι της μουσικής βιομηχανίας θα ήταν ένα κορίτσι που δεν το έλεγες ακριβώς καλλονή. Ο μάνατζέρ της, ο Simon Fuller, έβγαινε στα American Idol και τα X-Factor του κόσμου αναζητώντας το είδωλο που θα ταίριαζε στο καλούπι – νέα παιδιά, όμορφα, με φωνή και (κυρίως) υπάκουα στις επιταγές των μάνατζερ. Η Amy ήταν ακριβώς το αντίθετο. Αλλά αυτό το ανοικονόμητο ταλέντο χρειαζόταν κάποιον να την τιθασεύσει. Αυτός ήταν ο DJ και παραγωγός Mark Ronson, ένα ιδιοφυές ταλέντο που αμέσως κατάλαβε πώς να αναδείξει το υλικό της τραγουδίστριας. Ήταν εκείνος που έκλεισε τους Dap-Kings, την μπάντα που συνόδευε την σόουλ τραγουδίστρια Sharon Jones για να παίξουν στο άλμπουμ, αναπαράγοντας τον κλασικό ήχο των ‘60s, που έκανε το Back to Black αυτό που είναι. Τα τελευταία τρία χρόνια, όλοι περίμεναν την επόμενη συνεργασία τους, την συνέχεια του Back to Black. «Θα είναι περίπου στο ίδιο στυλ, αλλά λίγο πιο ska», έλεγε η Amy στις συνεντεύξεις, προτού παγώσουν οι σχέσεις της με τον παραγωγό. Εκείνος ήταν πιο επαγγελματίας, εκείνη δεν έδειχνε όρεξη να δουλέψει. «Το υλικό είναι φανταστικό» , λέει ο Lucian Grainge, επικεφαλής της Universal, διαψεύδοντας έτσι τις φήμες που θέλουν την εταιρεία να επιστρέφει ως απαράδεκτα τα τραγούδια που είχε παραδώσει πέρσι σε demo η Amy. Σήμερα, η ποιότητά τους δεν έχει καμία σημασία. Και μόνο ο θάνατος της τραγουδίστριας είναι εγγύηση για τις πωλήσεις - ήδη τα τραγούδια της έχουν χτυπήσει κορυφή στα chart των itunes. Αλλά και όσο ζούσε η Amy, η εταιρία κατάφερε να εκταμιεύσει πολλές φορές το ενδιαφέρον του κοινού γι’ αυτήν, πουλώντας και ξαναπουλώντας το Frank και το Back to Black με πολλές συσκευασίες – deluxe, με ακυκλοφόρητα κομμάτια, σε διπλό πακέτο που περιλαμβάνει και τα δύο κ.ο.κ.
Κι όταν φάνηκε ότι η τραγουδίστρια μπήκε σε τροχιά προς την αυτοκαταστροφή, πήραν τα μέτρα τους. Πρώτα ετοίμασαν την διάδοχη κατάσταση, στο πρόσωπο της Duffy – η ίδια ψυχωμένη, «μαύρη» φωνή, το ίδιο soul ηχοτοπίο, με τον κιθαρίστα (των Suede) Bernard Butler σε ρόλο Mark Ronson, αλλά σε υγιές, ροζ περιτύλιγμα, χωρίς το σκοτάδι και την παρακμιακή συμπεριφορά της Amy. Και μετά, επένδυσαν στην Adele, ένα κορίτσι που μοιράζεται πολλά από τα χαρακτηριστικά της Amy Winehouse – και κυρίως το πηγαίο ταλέντο, την αδιαφορία για τις μόδες και την εμμονή με την εξωτερική εμφάνιση. Σε πείσμα της προκάτ ποπ βιομηχανίας, η Adele κατάφερε με τα τραγούδια της να σπάσει τα στεγανά και να δημιουργήσει μια γνήσια επιτυχία, χάρη στην δύναμη της μουσικής της και μόνο – ό,τι είχε κάνει η Amy Winehouse πριν αυτοκαταστραφεί μπροστά στα μάτια ενός κοινού που λατρεύει να βλέπει τον μύθο του “live fast, die young” να αναπαράγεται στο διηνεκές, κάθε φορά που ένα αστέρι θα γίνεται σούπερ νόβα σε δημόσια θέα. Η βασίλισσα πέθανε, ζήτω η καινούρια;
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Down Town, την Πέμπτη 28/7)

"Παίζω σε ένα φεστιβάλ στην Σερβία με την Amy Winehouse και έχει βγει στην σκηνή και μουρμουρίζει. Δεν την ξέρω, αλλά ελπίζω ειλικρινά ότι κάποιος δικός της θα παρέμβει και θα της προσφέρει βοήθεια. Σπαράζει η καρδιά μου". Εκείνο το βράδυ, που ο Moby έκανε στο Twitter έκκληση για βοήθεια, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι, μερικές εβδομάδες αργότερα η τραγουδίστρια που του σπάραζε την καρδιά θα ήταν νεκρή. Είχε μεσολαβήσει η ματαίωση της περιοδείας της (που θα την έφερνε στην Αθήνα, όπου εκείνος βγήκε και τραγούδησε το Rehab προς τιμήν της), μια ακόμη απόπειρα αποτοξίνωσης και μετά το τέλος. Στο μεταξύ, το βίντεο από την ντροπιαστική της εμφάνιση έκανε το γύρο των social media, για να καταβροχθιστεί από τα μάτια του κοινού, που εδώ και μερικά χρόνια παρακολουθούσε την αντίστροφη μέτρηση, περιμένοντας την οριστική πτώση. Το ρολόι σταμάτησε στις 23 Ιουλίου. Η ποπ κουλτούρα έχασε το μεγαλύτερο - και πιο πηγαίο - ταλέντο που είχε εμφανιστεί εδώ και πολλά χρόνια. "Μετά από το σόου μας στην Σερβία, εύχομαι να μπορούσα να είχα βοηθήσει την Amy. Λυπάμαι", έγραψε ο Moby στο twitter. Αλλά το ερώτημά του παραμένει αναπάντητο: δεν υπήρχε κάποιος δικός της να παρέμβει και να την βοηθήσει; Γιατί την άφησαν να αυτοκαταστραφεί; Ποιος την άφησε να πεθάνει;
Ο Πατέρας
Ο προηγούμενος άνθρωπος που έκανε δημόσια έκκληση για βοήθεια ήταν ο πατέρας της, ο Mitch Winehouse. "Θέλω να νοσηλευτεί. Η κατάστασή της βγαίνει εκτός ελέγχου. Δεν πρέπει να κυκλοφορεί εκεί έξω", δήλωνε τον Απρίλιο του 2008 στην (απαξιωμένη πια) εφημερίδα "News of the World", εκφράζοντας την δυσπιστία του για τα προγράμματα απεξάρτησης. "Δεν πιστεύω ότι θα την βοηθήσει να βρίσκεται κάπου κλεισμένη για έξι εβδομάδες. Χρειάζεται να πιάσουμε τον ταύρο από τα κέρατα". Ακόμη κι αν τα εννοούσε, φαίνεται πως δεν κατάφερε να κάνει τα λόγια του πράξη. Ενάμιση χρόνο αργότερα, το φθινόπωρο του 2009, κι ενώ η κόρη του βρισκόταν στην Καραϊβική, προσπαθώντας να "καθαρίσει", εκείνος έβγαινε και έκανε δηλώσεις για το νέο στήθος που απέκτησε με πλαστική χειρουργική η Amy. "Τα νέα της βυζιά είναι φανταστικά", είπε στην βρετανική τηλεόραση, σαν να είναι ένας φαν που παραληρεί και όχι ο ίδιος πατέρας που λίγο πριν καλούσε τους βουλευτές της χώρας του να χαράξουν μια νέα πολιτική που θα αντιμετωπίζει τους χρήστες ουσιών (όπως η κόρη του) σαν αρρώστους.
Με τα χρόνια, ο ανήσυχος πατέρας που αγωνιούσε για την υγεία της κόρης του, που έδινε συνεντεύξεις – ιατρικά ανακοινωθέντα και ενημέρωνε το κοινό για το εμφύσημα της Amy, μαλάκωσε – ίσως γιατί άρχισε και ο ίδιος να απολαμβάνει τις δάφνες της δημοσιότητας. Όχι μόνο όταν συμπρωταγωνιστούσε στα ρεπορτάζ του Rolling Stone ως «ο στοργικός πατέρας που βρίσκεται κοντά της και ξυπνά στην άγρια ροκ σταρ την τρυφερή κόρη που του ετοιμάζει σάντουιτς με γαλοπούλα και αγγούρι», αλλά κι όταν κατάφερε να εκταμιεύσει προσωπικά την δόξα της κόρης του, υπογράφοντας ο ίδιος συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρεία και ηχογραφώντας ένα άλμπουμ όπου τραγουδά τζαζ (με μέτρια αποτελέσματα), κάνοντας έτσι πραγματικότητα το όνειρο που εγκατέλειψε όταν απέκτησε οικογένεια. Επίδοξος τζαζ τραγουδιστής, ο Mitch αποχαιρέτησε την καριέρα στο τραγούδι, προκειμένου να βρει μια σταθερή δουλειά ως οδηγός ταξί, ώστε να μπορέσει να φροντίζει την οικογένειά του (την Amy, τον μεγαλύτερο αδελφό της, Alex και την σύζυγό του, Janis, με την οποία χώρισαν όταν τα παιδιά ήταν μικρά). Το γούστο του όμως έπαιξε μεγάλο ρόλο στην δημιουργία του φαινομένου Amy - η δική του δισκοθήκη, γεμάτη από τα άλμπουμ του Frank Sinatra, της Sarah Vaughn, όλων των μεγάλων φωνών του '50, ήταν που γαλούχησε την μικρή Amyκαι που της έδωσε το πρώτο σύστημα καλλιτεχνικής αναφοράς. Όταν διαπίστωσε το ταλέντο της κόρης του στο τραγούδι, έμεινε άφωνος. H Amy ήταν 14 ετών και είχε ήδη ξεκινήσει να παρακολουθεί μαθήματα θεάτρου από την ηλικία των 8. Σε μια παράσταση της σχολής Sylvia Young, ανέβηκε και τραγούδησε. Ο πατέρας της, που περίμενε ότι απλώς θα την δει να παίζει, έμεινε άφωνος. Τρία χρόνια αργότερα, κι ενώ είχε αποβληθεί από την σχολή (γιατί έκανε piercing στην μύτη και γιατί η γενικότερη συμπεριφορά της δεν ταίριαζε με τις απαιτήσεις της σχολής), η Amy παρουσιάστηκε στον ιδιοκτήτη του τζαζ κλαμπ "After Dark" στο Σόχο και τού ζήτησε να ανέβει να τραγουδήσει με την μπάντα που έπαιζε μπλουζ εκείνη την ώρα. Ήταν ένα κορίτσι 17 ετών, που μύριζε αλκοόλ – αλλά με το που ανέβηκε στην σκηνή, όλα τα μάτια και τα αυτιά στράφηκαν προς το μέρος της. Σύντομα υπέγραψε συμβόλαιο με την Island – και με τον μάνατζερ Simon Fuller, γνωστό για τις Spice Girls και τα τηλεοπτικά Pop Idol, X-Factor (και τις παραλλαγές τους), ο οποίος μάταια προσπάθησε να την χειραγωγήσει: «ξέρει ότι δεν μπορεί να με κάνει ό,τι θέλει», έλεγε η ίδια (λέγεται ότι ο στίχος «προσπάθησαν να με στείλουν για αποτοξίνωση» στο τραγούδι «Rehab» αναφέρεται στον Fuller και την ομάδα του). Ο ένας μετά τον άλλο, οι παράγοντες της βρετανικής μουσικής βιομηχανίας ανακάλυπταν αυτό το νέο ταλέντο, που στα 19 της, το 2003 είχε ήδη κυκλοφορήσει το πρώτο της άλμπουμ. Το «Frank» ήταν ένα τζάζι δισκάκι που αποκάλυπτε μια τραγουδίστρια με γατίσιο γουργούρισμα και δυναμικό attitude, μια τραγουδίστρια που έγραφε με ωμή ειλικρίνεια για τις ερωτικές της σχέσεις (τα τραγούδια ήταν εμπνευσμένα από τον πρώην φίλο της), ενώ διασκεύαζε με μοντέρνο τρόπο κλασικά τζαζ θέματα. Μια σταρ είχε γεννηθεί. Αλλά δεν την ένοιαζε ιδιαίτερα. Η ίδια προτιμούσε να συχνάζει στην αγαπημένη της παμπ «Hawley Arms» στο Κάμντεν, να πίνει και να καπνίζει χόρτο, συνήθεια που απέκτησε στα 16 της, αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις των γονιών της: "Οι γονείς μου κατάλαβαν γρήγορα ότι θα έκανα ό,τι ήθελα", έλεγε. Κι αυτό που ήθελε το 2003 δεν ήταν να απολαύσει την επιτυχία. Ήταν να ζήσει μια συγκλονιστική ερωτική εμπειρία.
Ο σύζυγος
Τότε ήταν που μπήκε στην ζωή της ο Blake Fielder-Civil, ένας από αυτούς τους ανθρώπους που δεν έχουν ακριβώς κάποια ειδικότητα, αλλά κυκλοφορούν στους κύκλους των μουσικών – δούλευε κυρίως ως βοηθός σε γυρίσματα βιντεοκλίπ. Η Amy τον ερωτεύτηκε ακαριαία. Κοντά του, μεταμορφώθηκε. Από ένα ζουμερό, υγιές, δημιουργικό κορίτσι, λίγο γεμάτο, με προδιάθεση για περιπέτεια, έγινε αυτό που το σύμπαν της ποπ περίμενε να γνωρίσει, μια νεαρή καλλιτέχνις με την δική της προσωπικότητα και μια εμφάνιση-σήμα κατατεθέν: με τα μπράτσα καλυμμένα από τατουάζ, το χτένισμα σφηκοφωλιά και τα μάτια βαμμένα σε στυλ «Κλεοπάτρα», μια σύγχρονη εκδοχή του στυλ που λάνσαραν τα girl groups στα ‘50s και τα ‘60s. «Όταν την είδα σε ένα περιοδικό, νόμιζα ότι έκαναν αφιέρωμα σε μένα», δήλωσε χαρακτηριστικά η Ronnie Spector, η τραγουδίστρια των Ronettes. «Μετά έβαλα τα γυαλιά μου και είδα ότι ήταν η Amy». Η Amy ήταν μια Ronnie Spector φορτωμένη ουσίες, πήρε ένα πρότυπο θηλυκότητας, ελαφρώς καρτουνίστικο, όπως η Betty Boop που είχε «χτυπήσει» στο κορμί της, και το οδήγησε στα άκρα – πάντα με τον Blake στο πλευρό της (και το στήθος της, όπου ήταν γραμμένο το όνομά του). Όταν την παράτησε για μια άλλη γυναίκα, εκείνη το έριξε στην δουλειά κι έγραψε τα τραγούδια που θα συνέθεταν το δεύτερο άλμπουμ της, το «Back to Black». Η ίδια ωμή ειλικρίνεια, ο ίδιος συνδυασμός επιθετικής στάσης και πληγωμένων συναισθημάτων, η ίδια συγκλονιστική, δυναμική κι ελαφρώς ραγισμένη φωνή, που θύμιζε τις μεγάλες ντίβες της σόουλ και της τζαζ, σε ένα ακαταμάχητο πακέτο που έκανε το άλμπουμ επιτυχία σε όλον τον πλανήτη. Η ποπ κουλτούρα είχε ανακαλύψει μια νέα ηρωίδα, η μουσική βιομηχανία της είχε παραδοθεί, το ένα μετά το άλλο, τα μεγάλα μουσικά βραβεία έφεραν χαραγμένο το όνομά της – από το 2006 μέχρι το 2008, ήταν η αδιαμφισβήτητη πρωταγωνίστρια. Η ίδια δεν έδινε σημασία. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν ο Blake, ο οποίος επέστρεψε κοντά της – παντρεύτηκαν παρορμητικά στο Μαϊάμι, το 2007 κι ενώ το περιοδικό Rolling Stone την ακολουθούσε καταγράφοντας ένα ρεπορτάζ για την ζωή της. Η Amy και ο Blake έγιναν το αγαπημένο ζευγάρι των tabloid, κυρίως γιατί δεν έπαψαν να τους δίνουν αφορμή για να γράφουν. Η κοινή τους ζωή έγινε μια ιλιγγιώδης κούρσα καταχρήσεων, βίας και αυτοκαταστροφής, σε δημόσια θέα: αλκοόλ, κάνναβη, ηρωΐνη, κρακ, δεν υπήρχε ουσία που να μην καταναλώσουν (και που να μην της δίδαξε ο Blake πώς να παίρνει). Η ίδια η Amy γινόταν σιγά σιγά από καρικατούρα ντίβας, ένα φάντασμα, αποστεωμένη, βρόμικη, με γυάλινο βλέμμα και τα μπράτσα γεμάτα χαρακιές. Όταν οι παπαράτσι την έπιασαν με τις μπαλαρίνες της γεμάτες αίματα, οι φήμες για ξυλοδαρμούς άρχισαν να φουντώνουν. Εκείνη ορκιζόταν πως ήταν ευτυχισμένη, πως στον Blake είχε βρει το άλλο της μισό. Ο πατέρας του, ο πεθερός της, βγήκε στο BBC και έκανε έκκληση στους θαυμαστές της να σταματήσουν να αγοράζουν τα άλμπουμ της, να της κάνουν μποϊκοτάζ, προκειμένου να την ταρακουνήσουν. Αυτό που δεν κατάφερε εκείνος, το κατάφερε η δικαιοσύνη. Το ζευγάρι πήρε διαζύγιο το 2009, όταν εκείνος καταδικάστηκε σε φυλάκιση για διάρρηξη και κατοχή απομίμησης όπλου. Εκείνη πήγε στην Καραϊβική για μια ακόμη αποτυχημένη απόπειρα αποτοξίνωσης (αν και προσωρινά εμφανίστηκε υγιέστερη, με το χρώμα να έχει επανέλθει στα μάγουλά της και το κορμί της να έχει πάρει λίγο βάρος). Εκείνος, γνώρισε σε μια κλινική αποτοξίνωσης την Sarah Aspin, με την οποία παντρεύτηκαν κι έκανε παιδί, αλλά δεν ξέχασε ποτέ την Amy. Δεν τον άφησε εκείνη να τον ξεχάσει, καθώς του έστελνε καθημερινά δεκάδες ερωτικά sms τα οποία υπέγραφε ως "η γυναίκα σου". Τώρα, ο Fielder-Civil βρίσκεται σε επιτήρηση από φόβο μήπως αυτοκτονήσει. Αν και σ’ αυτό το ενδεχόμενο, θα έχανε την περιουσία (ανάμεσα σε 9,8 και 32,6 εκατομμύρια δολάρια) που δικαιούται από τα δικαιώματα της Amy (εκτός κι αν εμφανιστεί κάποια διαθήκη που τον αποκλείει). Στην ζωή ή τον θάνατο, η Amy ήταν για τους οκείους της η κότα με τα χρυσά αυγά.
Ο παραγωγός
Σε μια εποχή που η μουσική βιομηχανία παράγει μαζικά τυποποιημένα είδωλα και δημιουργεί μόδες βάσει μετρήσεων, η σαρωτική παρουσία της Amy Winehouse ήρθε να ταράξει τα νερά. Το 2006 κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το κοινό είχε ανάγκη να ακούσει αυτήν την μοντέρνα εκδοχή του ρετρό soul ήχου του ’60 – και κυρίως, κανείς δεν φανταζόταν ότι το μεγαλύτερο αστέρι της μουσικής βιομηχανίας θα ήταν ένα κορίτσι που δεν το έλεγες ακριβώς καλλονή. Ο μάνατζέρ της, ο Simon Fuller, έβγαινε στα American Idol και τα X-Factor του κόσμου αναζητώντας το είδωλο που θα ταίριαζε στο καλούπι – νέα παιδιά, όμορφα, με φωνή και (κυρίως) υπάκουα στις επιταγές των μάνατζερ. Η Amy ήταν ακριβώς το αντίθετο. Αλλά αυτό το ανοικονόμητο ταλέντο χρειαζόταν κάποιον να την τιθασεύσει. Αυτός ήταν ο DJ και παραγωγός Mark Ronson, ένα ιδιοφυές ταλέντο που αμέσως κατάλαβε πώς να αναδείξει το υλικό της τραγουδίστριας. Ήταν εκείνος που έκλεισε τους Dap-Kings, την μπάντα που συνόδευε την σόουλ τραγουδίστρια Sharon Jones για να παίξουν στο άλμπουμ, αναπαράγοντας τον κλασικό ήχο των ‘60s, που έκανε το Back to Black αυτό που είναι. Τα τελευταία τρία χρόνια, όλοι περίμεναν την επόμενη συνεργασία τους, την συνέχεια του Back to Black. «Θα είναι περίπου στο ίδιο στυλ, αλλά λίγο πιο ska», έλεγε η Amy στις συνεντεύξεις, προτού παγώσουν οι σχέσεις της με τον παραγωγό. Εκείνος ήταν πιο επαγγελματίας, εκείνη δεν έδειχνε όρεξη να δουλέψει. «Το υλικό είναι φανταστικό» , λέει ο Lucian Grainge, επικεφαλής της Universal, διαψεύδοντας έτσι τις φήμες που θέλουν την εταιρεία να επιστρέφει ως απαράδεκτα τα τραγούδια που είχε παραδώσει πέρσι σε demo η Amy. Σήμερα, η ποιότητά τους δεν έχει καμία σημασία. Και μόνο ο θάνατος της τραγουδίστριας είναι εγγύηση για τις πωλήσεις - ήδη τα τραγούδια της έχουν χτυπήσει κορυφή στα chart των itunes. Αλλά και όσο ζούσε η Amy, η εταιρία κατάφερε να εκταμιεύσει πολλές φορές το ενδιαφέρον του κοινού γι’ αυτήν, πουλώντας και ξαναπουλώντας το Frank και το Back to Black με πολλές συσκευασίες – deluxe, με ακυκλοφόρητα κομμάτια, σε διπλό πακέτο που περιλαμβάνει και τα δύο κ.ο.κ.
Κι όταν φάνηκε ότι η τραγουδίστρια μπήκε σε τροχιά προς την αυτοκαταστροφή, πήραν τα μέτρα τους. Πρώτα ετοίμασαν την διάδοχη κατάσταση, στο πρόσωπο της Duffy – η ίδια ψυχωμένη, «μαύρη» φωνή, το ίδιο soul ηχοτοπίο, με τον κιθαρίστα (των Suede) Bernard Butler σε ρόλο Mark Ronson, αλλά σε υγιές, ροζ περιτύλιγμα, χωρίς το σκοτάδι και την παρακμιακή συμπεριφορά της Amy. Και μετά, επένδυσαν στην Adele, ένα κορίτσι που μοιράζεται πολλά από τα χαρακτηριστικά της Amy Winehouse – και κυρίως το πηγαίο ταλέντο, την αδιαφορία για τις μόδες και την εμμονή με την εξωτερική εμφάνιση. Σε πείσμα της προκάτ ποπ βιομηχανίας, η Adele κατάφερε με τα τραγούδια της να σπάσει τα στεγανά και να δημιουργήσει μια γνήσια επιτυχία, χάρη στην δύναμη της μουσικής της και μόνο – ό,τι είχε κάνει η Amy Winehouse πριν αυτοκαταστραφεί μπροστά στα μάτια ενός κοινού που λατρεύει να βλέπει τον μύθο του “live fast, die young” να αναπαράγεται στο διηνεκές, κάθε φορά που ένα αστέρι θα γίνεται σούπερ νόβα σε δημόσια θέα. Η βασίλισσα πέθανε, ζήτω η καινούρια;
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Down Town, την Πέμπτη 28/7)
31 Ιουλ 2011
Η συνέχεια θα ήταν βαρετή

Το «I Got A Woman» του Ρέι Τσαρλς θεωρείται ο θεμέλιος λίθος της σόουλ. Τσιμπολογώντας από τον ποπ ενθουσιασμό των αφροαμερικάνικων ρυθμ ν’ μπλουζ κι από τον εκστασιασμό της γκόσπελ, συνθέτει ένα αλήτικο, καθημερινό, πιασάρικο τραγούδι για μια γυναίκα που ταΐζει, κανακεύει και υπακούει τον αχαΐρευτο, τυχοδιώκτη ήρωα των στίχων. Γράφτηκε το 1954. 52 χρόνια μετά, η Έιμι Γουαϊνχάουζ έδινε στο θηλυκό το δικαίωμα στην αλητεία και ανάγκαζε τον απατημένο σύζυγο να καταπιεί την ταπείνωση μ’ ένα απλό «You Know I’m No Good». Στις αρχές της νέας χιλιετίας, η σόουλ ήταν ένα είδος παλιακό. Και ξαφνικά, ένα λαϊκό κορίτσι με ύφος βαριεστημένης κομμώτριας την ξανάκανε της μόδας, ανατρέποντας μάλιστα κάποια απ’ τα θεμελιώδη δεδομένα της.
Έπαιζαν κι άλλοι νεο-σόουλ. Αλλά ήταν το «Back To Black», το δεύτερο άλμπουμ της Έιμι Γουαϊνχάουζ, που πότισε με το είδος τα ηχεία όλου του κόσμου. Όπως ακριβώς με τους Nirvana: κάποιοι άλλοι έπαιξαν πρώτοι γκραντζ –και καλλίτερα-, αλλά ήταν η παρέα του Κομπέιν που έγινε σύμβολο. Οι λόγοι και στις δύο περιπτώσεις ήταν πάνω-κάτω οι ίδιοι. Ανεπιτήδευτο στυλ, τραγούδια που γράφτηκαν πάνω στον δημιουργικό οίστρο που δημιουργούν οι καταχρήσεις (ακριβώς πριν την κόκκινη γραμμή απ’ την οποία δεν υπάρχει επιστροφή), η δίψα του κοινού για κάτι νέο και η ανάγκη μιας ολόκληρης χώρας, της Μεγάλης Βρετανίας στην περίπτωση της Γουαϊνχάουζ, να ξαναεπιβληθεί σε κάποιο μουσικό είδος. Η Γουαϊνχάουζ έκανε σπουδαία μουσική το δράμα ενός χωρισμού (που το ζούσε πιο έντονα λόγω των ναρκωτικών) και ο κορυφαίος παραγωγός Μαρκ Ρόνσον το λούστραρε όσο χρειαζόταν για να γίνει εθισμός στο κοινό.
Τέτοια άλμπουμ, όμως, γράφονται μόνο μια φορά. Είναι το momentum, οι συνθήκες, η κατάλληλη δόση αλκοόλ και κρακ. Οι Nirvana πρόλαβαν κι έβγαλαν ένα ακόμη, πριν τινάξει τα μυαλά του στον αέρα ο Κομπέιν. Ήταν υποδεέστερο του «Nevermind». Αν η Γουαϊνχάουζ «καθάριζε» από τις καταχρήσεις, θα έκανε μια βαρετή καριέρα στη συνέχεια. Είναι μια κυνική διαπίστωση, αλλά είναι αλήθεια. Και το ότι έφυγε στα 27, στην ίδια ηλικία με τον Κομπέιν είναι μια σύμπτωση που θα την κάνει θρύλο πολύ πιο εύκολα απ’ το αν έγραφε άλλα δέκα σπουδαία τραγούδια στην ζωή της.
(Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Κ" της "Καθημερινής" την Κυριακή 31.07.2011)
28 Ιουλ 2011
26 Ιουλ 2011
Μια υπέροχη εβδομάδα. Γεμάτη θάνατο.

Τρίτη: Γκουντγιόνσεν. Τετάρτη: Bon Jovi. Πέμπτη: Τομά Βεκλέρ. Παρασκευή: Aple d' Huez. Σάββατο: Έιμι Γουαϊνχάουζ. Κυριακή: Κάστρο. Δευτέρα: Χίτσκοκ. Τρίτη: Απολογισμός / Ή, όταν απωθημένα ετών γίνονται πραγματικότητα / Βραχάδα ακόμη, μια βδομάδα μετά. Κόντεψα να χάσω κι άλλα, έχασα μόνο τη φωνή μου, καλά είναι / Παλιμπαιδισμός και μνήμες απ' το 1986 / Γιατί δεν είπαν, όμως, το "Runaway"; / Έχει φθάσει Τρίτη κι ακόμη τα πρωινά ξυπνάω με μια γεύση γλυκανάλατης μπαλάντας στη γλώσσα. Σηκώνομαι και βραχνιάζω το "Blaze of Glory" και το "Wanted Dead Or Alive". Πιπιλάω κακή, ξεπερασμένη μουσική. Τι σού είναι τ' απωθημένα... / Και δεν έχω καν βάλει ν' ακούσω μια φορά το "Back To Black" / Στον παιδικό κόσμο των 12 ετών δεν υπάρχει θάνατος. Ή, δεν υπάρχει θάνατος που να μην διορθώνεται μ' ένα sing along σε μια μπαλάντα γεμάτη κλισέ, έρωτες και περμανάντ, φορεμένη πάνω από ένα κολλητό τζιν με τρύπες κι ένα αμάνικο πέτσινο / Κακογιάννης, Φρόιντ, "Στέλλα", σεξ, βλακείες, ξέρεις ήταν γέροι αυτοί, θα πέθαιναν κάποια στιγμή, θα ερχόταν η σειρά τους / Οι νεκρολογίες τους ήταν γραμμένες από καιρό. Δεν θα μιλούσαν για τον εξπρεσιονιστικό ρεαλισμό του Λούσιαν Φρόιντ. Ή μάλλον θα μιλούσαν, αλλά θα έλεγαν περισσότερα για τα ξώγαμα / Θα σε ζάλιζαν με την "Στέλλα" και τον "Ζορμπά", αλλά δεν θα ανέφεραν ποτέ τις "Τρωάδες", την "Ηλέκτρα", την "Ιφιγένεια", το πόσο μεγάλος καλλιτέχνης πρέπει να είσαι αν μπορείς να κάνεις κινηματογράφο το αρχαίο δράμα / Σέρνω τα πόδια μου στα βοτσάλινα σοκάκια της παλιάς πόλης, κάτω απ' τους θυρεούς των ιπποτών, δίπλα στις επάλξεις του κάστρου, συγκινούμαι τόσο πολύ κάθε φορά που βρίσκομαι στη Ρόδο, που φαντάζομαι τ' άλογά τους και τους σταυρούς τους, που υπάρχει αυτό το παραμυθένιο σκηνικό μια ώρα δρόμο απ' το σπίτι μου / Κι ας ξέρω ότι οι σταυροί τους σήμαιναν μόνο θάνατο / Φαντάζομαι ήταν γραμμένη κι η νεκρολογία της Έιμι από πριν / Ήταν βραχνή, γεμάτη δράμα και μ' ένα μεγάλο σταυρό / Κάποιος έπρεπε κάποια στιγμή να σταυρωθεί / Καλλίτερα νά 'ναι 27 ετών / Θα βόλευε στις μνήμες του Κομπέιν, της Τζάνις, του Χέντριξ / Κλισέ, έρωτες, περμανάντ / Κομπέιν, είπα, και περμανάντ. Ξέρεις. Bon Jovi, Motley Crue, Cinderella, μέχρι που ήλθε αυτό το μουνί ο Κομπέιν και τα γάμησε όλα / Οι άλλοι ήταν γέροι / Μα ζούσε ακόμη ο Κακογιάννης; / Θα πέθαιναν κάποια στιγμή. Αλλά ο Κομπέιν; Η Έιμι; / Είχα συμφωνήσει κάποτε: Δεν με νοιάζει αν πέθαινε αύριο κιόλας. Αρκεί να ήταν αυτό κομμάτι της διαδικασίας για να μας δώσει ένα ακόμη "Back To Black" / Τελικά πέθανε. Και δεν ξέρω καν αν ήταν έτοιμο το άλμπουμ / Έλα τώρα, χρειαζόμασταν ένα τέτοιο θάνατο. Οι άλλοι ήταν γέροι / Όταν ξεκίνησα αυτό το blog, το πρώτο post ήταν για την Έιμι Γουαϊνχάουζ. Ήταν το σύμβολο μιας εποχής. Αλλά τώρα που έφυγε, δεν άλλαξε τίποτε. Τίποτε / Mηχανισμός στήριξης / Μισέλ Πλατινί / Μακελειό στη Νορβηγία / Θάνατος παντού / Αλλά ξέρεις, ήταν μια υπέροχη εβδομάδα. Ο Γκουντγιόνσεν ήλθε στην ΑΕΚ. Και ο Τομά Βεκλέρ φορούσε την κίτρινη φανέλα στο Γύρο της Γαλλίας ακόμη και μετά το Col de Galibier/ Είχε Γύρο Γαλλίας, βασικά / Τώρα που τελείωσε;
(Η φωτογραφία της Amy Winehouse είναι από τον Hedi Slimane. Περισσότερες εδώ.)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)