28 Ιαν 2010

Massive Attack, επτά χρόνια μετά


Massive Attack - Paradise Circus

Massive Attack
Heligoland
(Φεβρουάριος 2010)

Με τον αντίκτυπο του "Third" των Portishead ακόμη νωπό στα χνουδωτά καλύμματα των ηχείων μας (για τον υπογράφοντα -και πολύ κόσμο ακόμη- ήταν το καλλίτερο άλμπουμ του 2008), το καινούργιο άλμπουμ των Massive Attack είναι προορισμένο να γίνει αντικείμενο σύγκρισης. Και θα βγει massively ηττημένο από την σύγκριση αυτή. Όχι γιατί είναι ένα κακό άλμπουμ. Δεν είναι. Αλλά γιατί δεν καταφέρνει με τίποτε να σταθεί στο ύψος της μεγαλειώδους επιστροφής των Portishead και, κυρίως, γιατί ακούγεται σαν κάτι παλιό. Σαν κάτι που θα έπρεπε να βγει το 2000. Όχι το 2010.

Στην ουσία, μοιάζει σαν μια λογική συνέχεια του "Mezzanine". Σαν ένα απόνερο, ή σαν ένα βιαστικό δισκάκι για να επωφεληθεί το γκρουπ (ντουέτο;) την επιρροή που είχε στα μουσικά πράγματα το "Mezzanine", το 1998, και να μικροδιορθώσει την πορεία του. Προσωπικά, θεωρώ το ερεβώδες σύμπαν εκείνου του άλμπουμ ως την κορυφαία στιγμή στην σπουδαία καριέρα μιας μπάντας επιδραστικής όσο λίγες. Τεχνικά και ατμοσφαιρικά ήταν καλλίτερο και από το "Blue Lines" του 1991 και από το "Protection" του 1994 (που ήταν, φυσικά, και τα δύο εξαιρετικά, φανταστικά κι ανεπανάληπτα άλμπουμ), απλά ήταν πιο "δύσκολο", υπό την έννοια ότι ήταν καταθλιπτικό και απόκοσμο. Στην διαχρονία όμως των Massive Attack έπαιζε το ρόλο του. Από την εισαγωγή στο νέο ήχο του trip-hop που μας έφεραν με το "Blue Lines", στην πιο εύπεπτη εκδοχή του νέου ιδιώματος όπως μας την έδωσαν με το "Protection", το επόμενο βήμα ήταν λογικά κάτι πιο σοφιστικέ και εσωστρεφές: Το "Mezzanine". Αν συνέχιζαν γραμμικά, θα έπρεπε μετά να προχωρήσουν σε μια διόρθωση. Σε ένα άλμπουμ ατμοσφαιρικό μεν σαν το "Mezzanine", αρκετά σκοτεινό, αλλά με ένα σαφές φως να ορίζει την άκρη του τούνελ. Ένα τέτοιο άλμπουμ είναι το "Heligoland". Μόνο που, ξαναλέω, δεν βγήκε το 2000, αλλά το 2010.

Στο μεταξύ, οι Massive Attack, το 2003, και χωρίς τον Daddy G, κυκλοφόρησαν το "100th Window". Το οποίο οι κριτικοί καθόλου δεν γούσταραν, αλλά που αντικειμενικά ήταν ένα τίμιο δισκάκι, χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες, με 4-5 πολύ καλές στιγμές μόνο. Αν είχαν τότε καταφέρει να γράψουν περισσότερα τραγούδια σαν το "What Your Soul Sings" ή σαν το "A Prayer For England", θα ήταν και το "100th Window" ένα άλμπουμ κλασικό και κανείς δεν θα το θεωρούσε παρένθεση. Από την άλλη, δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε, έτσι κι αλλιώς. Είναι η μοναδική δουλειά τους ως Massive Attack την περασμένη δεκαετία και, είτε το θέλουμε είτε όχι, το "Heligoland" έρχεται μετά το "100th Window" και άρα θα συγκριθεί και με αυτό. Όπως θα συγκριθεί και με την παράλληλη καριέρα του Del Naja και του Νιλ Ντέιβιτζ στην συγγραφή μουσικής για ταινίες -ένα σπορ στο οποίο επιδόθηκαν με επιτυχία από τα μέσα των '00s και μετά.

Πάμε λοιπόν: Μουσικά το "Heligoland" ξεφεύγει από το αυστηρό περιβάλλον του trip-hop και περιέχει πολλά στοιχεία world μουσικής αλλά και ευρύτερης electro. Είναι πιο κοντά σε soundtrack ταινίας παρά σε άλμπουμ με τραγούδια. Το καταλαβαίνεις εύκολα χαζεύοντας το videoclip του "Paradise Circus" με τις τέλειες εικόνες, που ανέβασα πιο πάνω. Αν ακούσεις το τραγούδι, χωρίς την εικόνα, δεν θα σου κάνει και μεγάλη εντύπωση. Ως άλμπουμ, στο σύνολό του, έχει πρόβλημα ειρμού. Το ένα κομμάτι δεν οδηγεί στο άλλο. Τουλάχιστον στο "100th Window" κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Και ναι μεν, μουσικά είναι ένα βήμα προς το καλλίτερο σε σχέση με το πολύ μέτριο ΕΡ "Splitting the Atom" που έβγαλαν πέρσι το Σεπτέμβριο (τα τρία χειρότερα κομμάτια του "Heligoland" είναι τα τρία που υπήρχαν και στο ΕΡ), αλλά ως σύνολο δεν ξεσηκώνει. Ούτε καν αν το βάλεις στο shuffle και κατά τύχη πετύχεις την τέλεια σειρά. Ίσως γιατί υπάρχουν τα τρία μέτρια αυτά κομμάτια, ίσως γιατί δεν έχει να μας πει κάτι καινούργιο εν έτει 2010, ίσως γιατί πια κι εμείς μεγαλώσαμε και βαρεθήκαμε τις παλιές εμμονές μας.

Υπό την έννοια αυτή, έχω ήδη ασχοληθεί παραπάνω απ' όσο χρειαζόταν. Θα μπορούσε να είναι όλο αυτό το post μια πρόταση μόνο: Το "Heligoland" είναι ένα αξιοπρεπές, ατμοσφαιρικό, αργόσυρτο ηλεκτρονικό άλμπουμ, αλλά δεν μπορεί με τίποτε να συγκριθεί με το αριστουργηματικό παρελθόν των δημιιουργών του.





Τι άλλο άκουσα τον Ιανουάριο...
...και με ενθουσίασε:

Mumford & Sons
Sigh No More
(Οκτώβριος 2009)

Καλά, στην blogovision στο τέλος της χρονιάς έχω να κάνω τρελλό σαματά στην προσπάθειά μου να περάσω ως νόμιμη τη συμμετοχή αυτής της υπεραπίθανης μπάντας. Ναι, ο δίσκος κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο, αλλά περιορισμένα και μόνο στην Αγγλία. Κι αμέσως έγινε χαμός, οπότε η Island ετοιμάζει παγκόσμιο επαναλανσάριμα σε λίγο. Κάπου εκεί θα στηριχτώ για να το θεωρήσουμε 2010 και να το ψηφίσουμε μετά μανίας.

Γιατί τέτοιος ντόρος; Αν παρακολουθείς το "Πο Πο Culture!" θα έχεις ήδη δει αυτό και αυτό το post και θα έχεις ξετρελλαθεί με τα συγκλονιστικά τραγούδια που ανέβασα εκεί. Ο Μάρκους Μάμφορντ και οι "γιοί" του, τα άλλα τρία μέλη του γκρουπ, παίζουν ένα ξέφρενα μοντέρνο folk, είναι μια χαρούμενη εκδοχή των Fleet Foxes, πιο γυμνή και ανάλαφρη, μια speed εκδοχή του Ντέμιεν Ράις, μια ξέσαλλη εξέλιξη στην Βίβλο που μας άφησε ο Μπομπ Ντίλαν. Μιλάμε για έναν ήχο που, αν δεν έχω κάνει κάποιο απίστευτα τραγικό λάθος τώρα, θα είναι ό,τι πιο ξεσηκωτικό μπορεί να ακούσει κανείς σε συναυλία το έτος που διανύουμε -με την εξαίρεση ίσως των Slayer.


Mumford & Sons - The Cave







...και μου άρεσε:

Broken Bells
Broken Bells
(Μάρτιος 2010)

Ναι, βγαίνει το Μάρτιο, αλλά από τον Δεκέμβριο του '09 ήδη το έχει ακούσει (και τον παίζει) το μισό Internet. Τι είναι; Είναι το νέο project του μοναδικού, του ανεπανάληπτου, του δαιμόνιου, του παιδιού-θαύματος, του ανθρώπου με την επική αφάνα, του Danger Mouse, με τον Τζέιμς Μέρσερ των The Shins. Συνεχίζει την ιστορία από εκεί που την άφησε το περσινό του Danger Mouse με τον Sparklehorse και θυμίζει από Blur (αλήθεια, πότε θα συνεργαστεί ο Danger Mouse με τον Άλμπαρν, να γίνει εντελώς της πόρνης;), μέχρι New Order και Talking Heads! Ένα από τα άλμπουμ της χρονιάς έρχεται πολύ πολύ νωρίς και ίσως και να το αδικώ τώρα με τα τέσσερα αστεράκια που του βάζω - φταίει ότι δεν το έχω ακούσει πάνω από πέντε φορές. Έχω ξετρελλαθεί, βέβαια, και τις πέντε...

Fool's Gold
Fool's Gold
(Σεπτέμβριος 2009)

Αυτό θα είναι το soundtrack μου από τούδε και στο εξής, όταν παίζω Europa Universalis III και παίρνω καναν ειρηνικό λαό της Ανατολής, τίποτε Μαμελούκους, ή το Μάλι. Γιατί τώρα με τον Ταμερλάνο μόνο Βάγκνερ και Manowar επιτρέπεται να ακούσω. Τι να πει κανείς για τους Fool's Gold; Ό,τι πιο όμορφο έχει να δώσει η αφρικάνικη και η μεσανατολίτικη μουσική το παίρνουν και το κάνουν διαμαντάκι. Το "Fool's Gold" είναι το ηχητικό αντίστοιχο ενός National Geographic με best of φωτογραφιών από Αφρική και τις αραβικές χώρες. Και μόνο που τη μία τραγουδάνε στα αγγλικά και την άλλη στα εβραϊκά φτάνει. Άσε που το ακούω και θέλω να πλακωθώ στα φαλάφελ, τα χούμους και τα ταμπουλέ. Ακούγονται παρέα με Vampire Weekend (δες πιο κάτω).


Fool's Gold - Surprise Hotel

Memory Tapes
Seek Magic
(Νοέμβριος 2009)

Οι Memory Tapes είναι ο Ντέιβι Χωκ. Και χορεύονται. Αλλά όχι σε φάση ecstasy. Ούτε λιωμιδέ στα Κ44 ή γκομενοκαυλέ στα clubs της παραλιακής. Χορεύονται με νοσταλγικό -παύλα- μελαγχολικό τρόπο, σαν ανάμνηση όμορφου καλοκαιριού κάπου στα '80s στην Σαντορίνη. Το θεϊκό της υπόθεσης τώρα είναι ότι ο μέγιστος Ντέιβι Χωκ είχε κι άλλα ονόματα γκρουπ στον πληθυντικό, ενώ ήταν μόνος του. Το ένα το 'λέγαν Weird Tapes και το άλλο Memory Cassette. To ένα ήταν χορευτική electro. Το άλλο ατμοσφαιρικό και διαστημικό. Μάντεψε: Οι Memory Tapes είναι στη μέση. Αν το χορευτικό άλμπουμ που λιώσαμε το 2009 ήταν το εντελώς α' επιπέδου του Kleerup, με φοβερή χαρά θα καταβροχθίσουμε φέτος τούτο εδώ, που ξεκινάει από παιδικό παιχνιδάκι Chicco και φτάνει μέχρι Kraftwerk και New Order. Προσκυνώ.

Vampire Weekend
Contra
(Ιανουάριος 2010)

Εδώ τώρα ετοιμάσου για υποκλίσεις. Γιατί το "Cousins" που ανεβάζω αμέσως από κάτω θα είναι στο τέλος της χρονιάς ένα από τα top 5 κομμάτια της. Κι αυτό στο γράφει κάποιος που δεν είχε ξετρελλαθεί με το μουσικό ιδιώμα των Vampire Weekend, in the first place. Δηλαδή προ διετίας, όταν κυκλοφόρησαν το ομώνυμο ντεμπούτο τους. Το είχα εκτιμήσει, ωστόσο, και τώρα δηλώνω κατενθουσιασμένος που η έθνικ παιδεία τους έχει δέσει τόσο γερά με την σερφάδικη λολαμάρα τους. Το "Contra" είναι ένα σαφές σύνολο, κόντρα στον αχταρμά του "Vampire Weekend" και οι Vampire Weekend είναι το πιο χαρωπό indie group που υπάρχει αυτή τη στιγμή στον κόσμο.


Vampire Weekend - Cousins







...και δεν με χάλασε:

Wild Beasts
Two Dancers
(Σεπτέμβριος 2009)

Από αυτούς που έχασα τελείως μέσα στη χρονιά που έφυγε και τελικά τους ανακάλυψα από την blogovision στο τέλος (σκαρφάλωσαν μάλιστα ως το #14): Οι Talking Heads του μέλλοντός μας (στο ύφος έστω) παίζουν ενδιαφέρουσα μουσική, συνταιριάζουν χίλια δυο είδη, γράφουν ευχάριστα και κατανοητά κομματάκια, αλλά εμένα όλο αυτό που βγαίνει στο τέλος απλά δεν με συγκινεί -σίγουρα πολύ λιγότερο από ότι οι Antony & The Johnsons ή οι Suede που θεωρητικά τους επηρέασαν. Καθαρά θέμα γούστου.





Laura Veirs
July Flame
(Ιανουάριος 2010)

Αντιγράφω τον εαυτό μου και όσα έγραφα εδώ για το "Saltbreakers", το προηγούμενό της άλμπουμ. Τίποτε δεν έχει αλλάξει:
Βαριέμαι αφόρητα όσους -και κυρίως όσες- δεν έχουν προσπαθήσει ποτέ με τη μουσική τους να πάνε πιο πέρα από το μονότονο -καταγγελτικό- ακτιβιστικό τραγούδι που πάει πακέτο με τα τιραντέ λουλουδάτα φορεματάκια και την ιδρωτίλα στις συναυλίες. Η Veirs ξεγλιστρά απ’ τον αφορισμό χάρη στην κρυστάλλινη φωνή της. Και λόγω της αίσθησης που σου δίνει ότι το μυαλουδάκι της ταξιδεύει περισσότερο στα βαριά σύννεφα, στα πουλάκια που κελαηδάνε, στο νεράκι που κυματίζει, παρά στο πώς θα κατεβάσει τον Μπους από την εξουσία. Μια Σέριλ Κρόου με στιλάκι Τζόαν Μπαέζ και διάθεση πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη στο Sundance. Εκτο άλμπουμ, ίδιο με τα προηγούμενα, άρα υπέροχο. Η ανεξάρτητη ροκ σε όλο της το μεγαλείο.


Laura Veirs - July Flame

The Cave Singers
Welcome Joy
(Αύγουστος 2009)

Ευχάριστο country-folk, το λέει και τ' όνομά του, με ένα-δύο κομματάρες μέσα, σαν το "Leap", που θες να το χορεύεις παίζοντας φυσαρμόνικα γύρω από μια φωτιά παρέα με τον Μπουτς Κασίντι και τον Σάντανς Κιντ. Αλλά Mumford & Sons δεν είναι...







The Drums
Summertime
(Αύγουστος 2009)

Κωλοπαιδισμός που θυμίζει εκείνους τους Γαλλάκους, τους Teenagers, σ' ένα ΕΡ που αφήνει υποσχέσεις για το αύριο, αν και αυτό που μας δίνει σήμερα είναι πολύ απλό και α' επιπέδου. Μοιάζουν πολύ με τους Surfer Blood (δες πιο κάτω), αλλά εμένα τούτοι εδώ μου αρέσουν πιο πολύ. Δηλαδή θα πήγαινα μαζί τους για σερφ, τους Surfer Blοοd θα τους σνόμπαρα.


The Drums - Let's Go Surfing






...και δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση:

Spoon
Transference
(Ιανουάριος 2010)

Παλιακό indie rock από μια γερασμένη μπάντα που θέλει ακόμη να τη γουστάρουν τα κολλεγιόπαιδα και να μπορεί να γράφει κομμάτια που ταιριάζουν ως soundtrack στο "Gossip Girl". Επαναλαμβανόμενα ακόρντα, σταθερά τύμπανα, γιεγιέδικα φωνητικά: η συνταγή είναι γνωστή, ό,τι πρέπει για πάρτυ, αλλά δεν έχει και πολλά να σου πει αν ψάχνεις για λίγη μουσική ποιότητα.






Surfer Blood
Astro Coast
(Ιανουάριος 2010)

Αν οι Spoon παίζουν παλιακό indie rock, οι Surfer Blood παίζουν απολιθωμένο. Βέβαια, το κάνουν με άποψη, αναμειγνύοντας '90s rock με Beach Boys και σερφαδοροκενρολ από τις χρυσές εποχές των μεγάλων κυμάτων και της μαριχουάνας για πρωινό. Κάτι που, βέβαια, προκαλεί μεγάλο hype, αλλά όταν τελικά φτάνει στ' αυτιά σου, μάλλον αδιάφορο είναι.



Lostprophets
Betrayed
(Ιανουάριος 2010)

Οι Ουαλοί έφτασαν αισίως στον πέμπτο τους δίσκο κι ακόμη προσπαθούν να αναμείξουν την εφηβική τρέλλα των παλιών Green Day, με το πομπώδες των Soundgarden και την κιθαριστική τέχνη θρυλικών metal συγκροτημάτων σαν τους Megadeth ή τους Annihilator. Αλλά για να το κάνεις αυτό θέλει πολύ μεγάλο ταλέντο.



27 Ιαν 2010

Αποκλειστικό: Το "ΠΠC" είδε πρώτο την ταμπλέτα iVap

Ξέρεις πως κάτι συμβαίνει όταν τα comic strips σχολιάζουν την έκδοση ενός προϊόντος

από το Player Versus Playerκι από τον πάντα θεϊκό Doonesbury

Χειμωνιάτικοι αέρηδες


Mumford & Sons - Winter Winds

Μη γράφουμε τα ίδια και τα ίδια. Η αγαπημένη μου μπάντα αυτή την στιγμή είναι οι Mumford & Sons. Κι όποτε ετοιμάζουν καινούργιο βίντεοκλιπ, εγώ θα το ποστάρω με κατάνυξη.

Αυτός θα είναι σε 10 χρόνια το πιο λαμπρό αστέρι του ΝΒΑ


Είναι 13 ετών, δυσλεκτικός, δεν έχει γνωρίσει ποτέ τον πατέρα του, ζει στο Σηάτλ, έχει μείνει μια χρονιά στην ίδια τάξη, έχει ταξιδέψει στις μισές Η.Π.Α., μια εταιρεία αθλητικών ενδυμάτων έχει ήδη φτιάξει μια σειρά με το ψευδώνυμό του ("Zo"), προπονείται επτά ώρες την ημέρα, σκοράρει στάνταρ 98 στις 100 βολές και δεν χάνει ποτέ πάνω από δύο συνεχόμενα τρίποντα όταν σουτάρει εκατό συνεχόμενα, δεκάδες κολλέγια στέλνουν κάθε μέρα SMS στη μάνα του για να την πείσουν να τον στείλει εκεί όταν τελειώσει το σχολείο, οι αλλοπαρμένοι με το μπάσκετ στην άλλη άκρη του Ατλαντικού ξέρουν ήδη σχεδόν τα πάντα γι' αυτόν, έχει κάνει μέχρι και εξώφυλλο στο περιοδικό των New York Times.

Το όνομά του είναι Αλόνζο Τρίερ και συμβολίζει την παράνοια του επαγγελματικού μπάσκετ, μπέιζμπολ, φούτμπολ, ο,τιδήποτε σε σπορ στις Η.Π.Α. Αλλά ΟΚ, πιθανότατα σε πέντε χρόνια όλοι να λένε ότι είναι ο επόμενος ΛεΜπρόν Τζέιμς και σε δέκα να είναι ο επόμενος Κόμπι Μπράιαντ. Ίσως κι ο επόμενος Τζόρνταν.

Χωρίς καλώδιο

Υποθέτω ότι από το εξαιρετικό "The Prestige" του Κρίστοφερ Νόλαν και του σωτηρίου έτους 2006 δεν κράτησες τόσο το μαγικό μηχάνημα που κλωνοποιούσε τον "Μεγάλο Δαντόν" - Χιού Τζάκμαν (ουπς, σόρι, αυτό ήταν ελεεινό spoiler για όποιον δεν έχει δει την ταινία), όσο τη σκηνή όπου εκατοντάδες λάμπες ανάβουν κάπου στο υψίπεδο του Κολοράντο Σπρινγκς για λίγα δευτερόλεπτα μια παγωμένη νύκτα. Εκατοντάδες λάμπες ανάβουν χωρίς να συνδέονται σε κάποια πηγή ενέργειας με καλώδιο. Εκατοντάδες λάμπες ανάβουν χωρίς καλώδιο ή μπαταρία. Ασύρματα. Αυτό είναι πραγματική μαγεία.

Ξαναγυρίζω στο μαγικό μηχάνημα που μας οδήγησε στο spoiler. Ξέχνα το. Δεν κατασκευάστηκε ποτέ τέτοιο πράγμα. Αλλά δεν ήταν όλα ψέμματα στην ταινία. Ασύρματο ρεύμα, ρεύμα που έδινε ζωή σε γλόμπους που δεν ήταν συνδεδεμένοι με καλώδια, υπήρχε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Και υπήρχε χάρη στον κορυφαίο -ίσως- εφευρέτη όλων των εποχών. Τον Νικόλα Τέσλα (τον Σέρβο ηλεκτρολόγο μηχανικό που μετοίκησε αρχικά στο Παρίσι για να συνεργαστεί με τον Τόμας Έντισον, κι έπειτα στις Η.Π.Α, όταν τα έσπασε με τον Έντισον -σε μια από τις πιο δημιουργικές κόντρες της παγκόσμιας ιστορίας) τον υποδυόταν στο "The Prestige" ο Ντέιβιντ Μπάουι. Ήταν μια μεγαλειώδης έμπνευση στο casting. Με την έννοια ότι ο Μπάουι ήταν μπροστά από την εποχή του και ο Τέσλα ήταν όχι απλά μπροστά από την εποχή του, αλλά και μπροστά από την εποχή μας.

Κάποιες από τις εφευρέσεις του απλά δεν μπορούσε να τις δεχτεί ο κόσμος γύρω του. Όχι ότι έφτασε να τις ολοκληρώσει σε τέτοιο βαθμό που να μπορούσε να πείσει τους αμφισβητίες του. Το 1890, στο Κολοράντο Σπρινγκς, εκεί που συναντά και τον Μπάουι ο Χιου Τζάκμαν στην ταινία, ο Τέσλα έστειλε 1.000.000 βολτ ρεύματος στον αέρα, μέσω ενός πύργου ύψους 60 μέτρων, δημιουργώντας αστραπές μήκους 40 μέτρων και χρωματίζοντας φωσφοριζέ μπλε το παγωμένο γρασίδι για λίγη ώρα. Όσοι ήταν εκεί, φρίκαραν. Το πείραμα της ασύρματης ρευματοδότησης διεκόπη. Ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του...

Εν έτει 2010 όμως, το ασύρματο ρεύμα δεν είναι πια μόνο η δημιουργική -και ολίγον επικίνδυνη- τρέλλα στο βλέμμα ενός σπουδαίου εφευρέτη που έβλεπε όλο τον κόσμο να λατρεύει τον μεγαλύτερο ανταγωνιστή του (και πρώην συνεργάτη του) και να αγνοεί τον ίδιο επιδεικτικά. Το ασύρματο ρεύμα είναι πια εδώ. Χρησιμοποιείται ήδη από τον αμερικανικό στρατό -ποιον άλλον;- και μπορεί να μην ανάβει λάμπες σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων, αλλά έχει τη δυνατότητα να φορτίζει κινητά τηλέφωνα, φακούς, μικροσυσκευές χωρίς καλώδιο, απλά με την επαφή ή με το πλησίασμα στα 5-10 εκατοστά, χωρίς να επηρεάζει τη ζωή γύρω από τον φορτιστή. Χωρίς, δηλαδή, να σου τηγανίζει το κεφάλι, να σου σηκώνει τα μαλλιά καρφάκια, ή να σε κάνει φαντεζί ακτινογραφία. Και ήδη αναπτύσσεται η τεχνολογία που θα ανάβει λάμπες, τηλεοράσεις, δονητές μέσα σε ένα σπίτι, ασύρματα κι ακίνδυνα, μ' ένα μόνο κεντρικό πομπό κάπου στο υπόγειο...

Δεν με πιστεύεις; Ξεκίνα από το site της eCoupled, της τεχνολογίας που ανέπτυξε η Fulton Innovation, μετά πέρνα από την Powercast και κλείσε με την WiPower, αν και είμαι σίγουρος ότι έχουν προχωρήσει κι άλλες εταιρείες σε παρόμοιες κατασκευές. Αν δεν έχεις καταλάβει τι γράφω εδώ τόση ώρα, πάρ' το και με εναλλακτικό τίτλο:

Το 2010 είναι η χρονιά του ασύρματου ηλεκτρικού ρεύματος!

Όλα τα παραπάνω, βέβαια, δεν θα κολλούσαν σε ένα blog σαν το ΠΠC αν δεν υπήρχε το εξής μαγικό στοιχείο: Σε μια εβδομάδα ξεκινάει ο 6oς και τελευταίος κύκλος του "Lost". Στον 4ο και 5ο κύκλο του οποίου έπαιξε τεράστιο ρόλο ο Ντάνιελ Φάραντεϊ. Κάποιος Μάικλ Φάραντεϊ είχε το 1831 γράψει για την ηλεκτρομαγνητική επαγωγή, μια θεωρία πάνω στην οποία στηρίχτηκε ο Τέσλα και στη συνέχεια όλοι οι σύγχρονοι εφευρέτες που επιτέλους έφτιαξαν συσκευές που μπορούν να μεταδώσουν ασύρματα το ηλεκτρικό ρεύμα. Κοινώς, αν δεν ήταν ο Φάραντεϊ, ίσως δεν θα μιλούσαμε καν για ρεύμα χωρίς καλώδιο και χωρίς μπαταρία σήμερα. Κι αν ο Φάραντεϊ του "Lost" ξέρει πώς να μετακινεί ένα νησί μέσα στο χρόνο, τότε δεν θέλω καν να φανταστώ πόσο κοντά στην πραγματικότητα του Τέσλα βρέθηκε η ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν. Μπας και η μηχανή κλωνοποίησης δεν ήταν τόσο μύθος τελικά;

24 Ιαν 2010

Υβ Σαλγκ: "Ο θρύλος του Τζάνγκο" #3

"Θα τον ονομάσουμε Τζάνγκο" (συνέχεια από το προηγούμενο)Δύο είναι τα ενδεχόμενα: μπροστά σε κάθε μορφή εξουσίας, οι Ρομά είτε μεταμορφώνονται σε μικρά παιδιά είτε εξεγείρονται. Η Ευρώπη γνωρίζει τέσσερα είδη Ρομά: τους μανούς, που μιλούν γαλλικά, τους ρομάνι, που εκφράζονται στα ιταλικά, τους τσιγγάνους της Ανδαλουσίας, την ποιητική σύνοψη των οποίων έγραψε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, και τους αθίγγανους - μακρυμάλληδες πρέσβεις με μόνη συστατική επιστολή το βιολί τους - οι οποίοι είναι και η πηγή της φυλής*.
Με τα χέρια πίσω από την πλάτη, και εμφανώς συγχυσμένος, ο περί ου ο λόγος μανούς παρουσιάστηκε στο δημαρχείο, την ανώτατη αρχή, χωρίς να σκεφτεί ούτε στιγμή πως, πηγαίνοντας να δηλώσει την γέννηση ενός παιδιού, έκανε μια τεράστια εξυπηρέτηση στον γιο του: απαντούσε για λογοαριασμό του, τριάντα χρόνια νωρίτερα, στις πρώτες ερωτήσεις μιας αίτησης διαβατηρίου.
- Επώνυμο;
- Ράινχαρντ.
- Όνομα;
- Ζαν.
- Όνομα μητρός;
- Ράινχαρντ, Λοράνς, επονομαζόμενη "Νεγκρό" (Το πραγματικό όνομα των τσιγγάνων, είναι το προσωνύμιό τους. Ένα μόνο βαπτιστικό μετρά γι' αυτούς: εκείνο της φυλής.)
- Όνομα πατρός;
- Γεννηθείς αγνώστου πατρός. (Η εκκλησία, η δημαρχία είναι αφηρημένες αξίες για τους μανούς. Στα μάτια τους, ο Θεός έχει κυρίως την δύναμη μιας μεγαλοπρεπούς δεισιδαιμονίας. "Είναι η αγάπη, και τίποτε άλλο, που ευλογεί την ένωση ανάμεσα σε έναν άντρα και μία γυναίκα", λέει ακόμη και σήμερα η κυρία Ράινχαρντ.)
Όταν ο πατέρας επέστρεψε στο μικρό δωμάτιο όπου ξεκουραζόταν η "Νεγκρό" - με το πρόσωπο αδιαπέραστο και σοβαρό - τον ρώτησε:
- Τον ονόμασες Ζαν;
- Ναι, αφού αυτό ήθελες.
- Το Ζαν είναι πολύ κοινό. Όλος ο κόσμος λέγεται Ζαν. Δεν πρέπει ο γιος μας να λέγεται όπως όλος ο κόσμος. Θα τον φωνάζουμε Τζάνγκο.
Την επομένη, η μικρή περιοδεύουσα ομάδα κατευθύνθηκε προς τις Αρδέννες. Παιδί του ταξιδιού, ο Τζάνγκο Ράινχαρντ θα μάθαινε να ζει μέσα στην άλγεβρα των ανέμων.
[συνεχίζεται]
*(σ.τ.μ. - είναι προφανές ότι εδώ τα έχω κάνει θάλασσα. Οι όροι που συνάντησα είναι "romanichels", "manouches", "romanis", "gitans", "tziganes". Δεν κατάφερα να βρω πώς αποδίδονται όλα αυτά στα ελληνικά. Θα το κάνω και θα το διορθώσω)

22 Ιαν 2010

Mr. Arkadin, θα μας τρελλάνεις...

Τι πάει να πει «ποιο φίδι;» Τον βόα φυσικά! Τον βόα!

Για διάλειμμα από το κλείσιμο του τεύχους θα πάω σε μια συναυλία της Russian Red

Ξύπνησα σήμερα το πρωί με μια τεράστια λαχτάρα να ακούσω Russian Red. Και κάποια στιγμή το απόγευμα διάβασα στο Twitter ότι ο Dust Road θέλει να την παντρευτεί. Κι εγώ θέλω. Διέκοψα επιτόπου τη δουλειά μου και πετάχτηκα σε μια συναυλία της.





Η Ρέιτσελ Βάιζ είναι το επόμενο Exitorial Girl

16 Ιαν 2010

Υβ Σαλγκ: "Ο θρύλος του Τζάνγκο" #2

Θα τον ονομάσουμε Τζάνγκο (συνέχεια από το προηγούμενο)Με λίγα λόγια, όλο αυτό θα έκανε έναν ωραίο πίνακα του Βαν Γκογκ. Ο τόπος γέννησης - Λιβερσί, επαρχία του Μπραμπάν, Βέλγιο - δεν είχε μεγάλη σημασία. Ούτε και η ημερομηνία, 23 Ιανουαρίου 1910: η γέννηση είχε "προκαταχωρηθεί", καθώς την ώρα που συνέβαινε, ο γραμματέας του δημαρχείου ροχάλιζε βαριά στο αναπαυτικό του κρεβάτι. Κι όμως, αυτός ο τοκετός - γλυκός και σιωπηλός όσο ένας τοκετός χωρίς πόνο - θα εξαπέλυε σύντομα μια από τις πιο πλούσιες και ειρηνικές θύελλες που θα γνώριζε ποτέ ο κόσμος της τζαζ. Μαγεία στις χορδές, όλη η μυθολογία του σύμπαντος στις φάλαγγες των δακτύλων, όλη η φαντασία της γης όχι στο μυαλό αλλά στην καρδιά - "Η γλώσσα μου, είναι αυτό που παίζω", θα έλεγε. Μια μεγαλοφυΐα είχε γεννηθεί.
Τα χέρια του ήταν απολύτως φυσιολογικά: ροδαλά, στρουμπουλά, υγιή, ακόμη και η καλύτερη χειρομάντισσα θα ήταν ανίκανη να διαβάσει το παραμικρό πάνω τους - εκτός κι αν έβγαζε κάτι από το μυαλό της. Μια ελαφρώς υποκίτρινη, αλλά καθησυχαστική απόχρωση - κληρονομιά Κεντρικής Ευρώπης διορθωμένη από δυτικούς ανέμους. Για την ιστορία, ζύγιζε 15 λίβρες. Που σημαίνει ότι από την πρώτη στιγμή είχε μεγάλο εκτόπισμα.
(συνεχίζεται)

15 Ιαν 2010

Νέα καμπάνια εσωρούχων Armani; Για να δούμε...

Λαμπρά με τη Μέγκαν Φοξ. Τον άλλο τον κάγκουρα όμως τον είχαν τόσο μεγάλη ανάγκη; Ή έχει κανένα συμβόλαιο η Armani με τη Μάντσεστερ και τη Ρεάλ ότι με το που παίρνει κάποιος μετεγγραφή από τη μία στην άλλη πρέπει να διαφημίζει και τα βρακιά της;

14 Ιαν 2010

gsus_saved: Προ Φόρμα.

gsus_saved: Προ Φόρμα.
αν βαριέσαι να το διαβάσεις, αναδημοσιεύω το τέλος:
"Σημασία έχει ότι αυτός ήταν ο πιο ακριβός ύπνος που έχω κάνει [σε συνάρτηση χρόνου ύπνου/παρεχόμενης υπηρεσίας/χρημάτων] και θεωρώ τυχαίο το στατιστικό ότι έχω κοιμηθεί 2 στις 3 φορές που έχω παρακολουθήσει κάτι στο Παλλάς."

13 Ιαν 2010

Εσύ ποιος χαρακτήρας του Facebook είσαι;


Το τελευταίο αμερικανικό GQ ίσως σε κάνει να προβληματισθείς λίγο για τη ζωή σου στα social networks...

Η αγαπημένη μου μπάντα για τον Ιανουάριο


Mumford & Sons - Little Lion Man

Δεν σου κάνουν για Λονδρέζοι. Θα τους έλεγες Ιρλανδούς, ίσως Αμερικανούς από κάποια από τις Νότιες, Κεντρικές πολιτείες. Τραγουδούν και οι τέσσερις, ο Μάρκους Μάμφορντ και οι "υιοί" του. Ο Μάρκους παίζει και την κιθάρα και κοπανάει και την κάσα του με το πόδι την ίδια ώρα. Ο Γουίνστον Μάρσαλ γρατζουνίζει το μπάντζο του. Ο Τεντ Ντουέιν το κοντραμπάσο του. Και ο Μπεν Λόβετ κοπανάει το πιανάκι του. Μα είναι τόσο αναχρονιστικοί! Ανοίγουν τα κιούπια με τις καλλίτερες φολκ ποικιλλίες και μαζεύουν ευλαβικά κουταλιές λάδι για να βαπτίσουν το δικό τους υβρίδιο. Που ακούγεται όμως εξαιρετικά σύγχρονο. Με την έννοια ότι μετά τους Fleet Foxes, περιμένεις να ακούσεις κάτι σαν κι αυτό ακριβώς. Και μετά τον Ντέμιεν Ράις, βέβαια, τον άνθρωπο που δημιούργησε αυτό το είδος -την σύγχρονη φολκ. Κρίμα που το ανακάλυψα δύο μήνες αφ' ότου κυκλοφόρησε (τέλη Οκτωβρίου 2009 βγήκε από την Island) γιατί θα το είχα σίγουρα μέσα στην εικοσάδα μου για το χρόνο που πέρασε.



12 Ιαν 2010

Αυτή είναι η Μαρία η άτακτη;

Υπάρχει μια θέση στην κόλαση ρεζερβέ για τον ηλίθιο που σκέφτηκε να αποδώσει στην Μαρία Χούκλη τον χαρακτηρισμό "Μαρία η άτακτη" στις αφίσες που διαφημίζουν το πρόγραμμα του Βήμα FM. H όλη καμπάνια είναι βλακώδης: "Γιάννης ο κόκκινος" (Πρετεντέρης), "Σταύρος ο άγριος" (Θεοδωράκης), "Παύλος ο Αγενής" (Τσίμας), "Πολίτης ο απολίτιστος", "Σταρόβας ο λόρδος" - σπανίως έχω νιώσει τόση ντροπή για άλλους. Αλλά το "Μαρία η άτακτη" για μια από τις πιο κομψές προσωπικότητες των ελληνικών ΜΜΕ είναι το κάτι άλλο (και ναι, καταλαβαίνω ότι θέλουν να δημιουργήσουν μια παράδοξη εντύπωση, αλλά αυτά τα τεχνάσματα, όπως τα φτηνά λογοπαίγνια, αν δεν σημαίνουν κάτι, είναι απλώς εκκωφαντικές μαλακίες).Κι αυτό δεν είναι το χειρότερο - το χειρότερο είναι ότι αυτή η καμπάνια απλώς παραπληροφορεί. Δεν περιγράφει το πραγματικό πρόγραμμα του σταθμού - που είναι αξιοπρεπέστατο, με καλή ροή λόγου και μουσική που μπορεί να ακούσει ένας κανονικός άνθρωπος. Αλλά αυτά τα χαρακτηριστικά δεν καθιστούν διαφήμιση - η διαφήμιση θέλει κράχτες. Το θέμα είναι ότι " όλοι" αυτοί δεν κάνουν εκπομπές - κάνουν "παρεμβάσεις" στις εκπομπές άλλων. Αν, δηλαδή, θέλεις να ακούσεις τον "άγριο" θα πρέπει να ακούς τον - εξαιρετικό, συνήθως - Κώστα Γιαννακίδη και να περιμένεις να βγει ο Θεοδωράκης. Αν πας για κατούρημα εκείνη την ώρα, το έχασες. Αλλά, ως γνωστόν, οι ακροατές του ραδιοφώνου πλέον δεν πηγαίνουν για κατούρημα - το ραδιόφωνο είναι ένα μέσο που ακούγεται σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα στο αυτοκίνητο - και δη από ταξιτζήδες - αν σταματήσουν να ακούν οι ταξιτζήδες ραδιόφωνο, πάει η αγορά, κατέρρευσε. (Αυτοί που πηγαίνουν για κατούρημα ακούν web radio κατά κανόνα).Αυτό όμως που κυρίως μου τη δίνει στα νεύρα είναι το σλόγκαν: "Βήμα" fm: λέμε "Τα Νέα" αλλιώς - μια πρόταση, τρεις γραμματοσειρές, σε παράβαση κάθε κανόνα design και κάθε αίσθησης καλού γούστου. Και καλά, οι δύο από τις τρεις γραμματοσειρές είναι αυτές των λογοτύπων των δύο "θεσμικών" εφημερίδων, ώστε να κλείνουν το μάτι στον ακροατή/ταξιτζή. Η τρίτη; Η τρίτη είναι μια ξεχασμένη από θεό και ανθρώπους γραμματοσειρά που δέσποζε στις "lifestyle" σελίδες των "Νέων" πριν από είκοσι και βάλε χρόνια, προτού δηλαδή έρθει ο γκουρού Μάριο Γκαρσία με την ομάδα του, και σχεδιάσει εκ νέου την εφημερίδα, απαλλάσσοντάς την από όλα τα περιττά βάρη - πόσο ζήλευε τότε ο Φυντανίδης (και δικαίως, ήταν πανέμορφη εφημερίδα στις αρχές των '90s)! Η επανεμφάνιση αυτής της γραμματοσειράς είναι το κερασάκι σ' αυτό το όργιο κακογουστιάς που με έχει κάνει να οδηγώ με κλειστά μάτια για να αποφύγω τις αφίσες. Αν τρακάρω, θα ξέρετε ποιος φταίει.

Όταν ακόμη ήντουσαν (sic) rookies...

2003 - Πέτρα Νέμκοβα

1998 - Χάιντι Κλουμ

1996 - Τάιρα Μπανκς (Και η Βαλέρια Μάτσα. Δεν την ήξερα και δεν την αναγνώρισα -και είμαι πολύ γέρος για να διαβάσω τα μικροσκοπιά γράμματα της φωτογραφίας-, αλλά με βοήθησε ο Man About Town στα σχόλια...)

1991 - Άσλι Μοντάνα

1986 - Ελ ΜακΦέρσον

1979 - Κρίστι Μπρίνκλεϊ

Ξέθαψα ένα Sports Illustrated του '97 (το τεύχος "Swimsuit" με την Μπιγιονσέ στο εξώφυλλο) μέσα από την κιβωτό των περιοδικών που για κάποιο λόγο έχω αφήσει αδιάβαστα να αναπαύονται στην καρδιά του coffee table μου (διαθέτει δύο τεράστια κρυφά συρτάρια) και ξαφνικά με έπιασε μια αναπόληση. Πιο πάνω έξι "ντεμπούτα" σε εξώφυλλα Swimsuit του SI από καλλονές που χάρη σ' αυτά έγραψαν στη συνέχεια ιστορία στο modelling.

11 Ιαν 2010

Γιατί αγαπώ την Τζούλι Άντριους

για πάρα πολλούς λόγους, κυρίως όμως γι' αυτό(από την ταινία S.O.B. - την θυμήθηκα ξαφνικά πριν μερικές ώρες και δεν θα ησύχαζα αν δεν έβρισκα τη σκηνή)

Βρες την λεζάντα!

Σε ένα συναρπαστικό mash-up μαζικής κουλτούρας, ο θρυλικός πορνοστάρ Ρον Τζέρεμι φορά την στολή του ηρωικού Μάριο. Το ΠΠC το γιορτάζει, καλώντας τους φίλους του να προτείνουν μια λεζάντα γι' αυτήν την υπέροχη φωτογραφία - τα σχόλια στην διάθεσή σας. Ξεσαλώστε!

10 Ιαν 2010

Yβ Σαλγκ, "Ο θρύλος του Τζάνγκο"

Κεφάλαιο 1 - Θα τον ονομάσουμε ΤζάνγκοΣτους στενούς και ανήσυχους δρόμους του Στόριβιλ - της περιχαρακωμένης συνοικίας της Νέας Ορλεάνης - ένας κουρελής, γεροδεμένος πιτσιρικάς που στα μποτάκια του είχε σπάγκους για κορδόνια, σούφρωνε επιδέξια κομμάτια γλυκόριζας από τους πάγκους των μπακάληδων. Είμαστε στο ξεκίνημα του 1910 και αυτό το μάλλον άπραγο παρά ατίθασο χαμίνι, ο Λούι Άρμστρονγκ, ήταν δέκα ετών. Την ίδια περίοδο, στην γηραιά ήπειρο την οποία σύντομα θα ρήμαζε ο πόλεμος, και δίπλα στο Σαρλρουά, το οποίο μια ιερή σφαγή θα καθιστούσε διάσημο τέσσερα χρόνια αργότερα, τρία τροχόσπιτα κλυδωνίζονταν στον κεντρικό δρόμο. Τα έσερναν αποστεωμένα, ασθμαίνοντα, κακοταϊσμένα άλογα, που δεν μπορούσαν να τραφούν με το παγωμένο χορτάρι στις πλαγιές. Ο χειμώνας μπορεί να αποτελειώσει τα άλογα των τσιγγάνων καλύτερα κι από το σφαγείο. Οι λεύκες του Μπραμπάν λύγιζαν κάτω από την δύναμη του βοριά που ούρλιαζε. Το χωριό των μεταλλωρύχων ήταν παγωμένο.
Σαν πίνακας του Βαν Γκογκ, με λίγα λόγια - αλλά χωρίς το τρελό μαϊστράλι και τον ήλιο της Αρλ. Αν υποθέσουμε ότι ο Βίνσεντ δεν ήταν νεκρός και εκείνη την ημέρα τον είχε κυριεύσει η μανία του, δεν θα είχε παραλείψει να ονομάσει αυτόν τον πίνακα "Μητρότητα στον δρόμο". Γιατί, στο δεύτερο τροχόσπιτο, μια νέα γυναίκα υπέφερε - τα χαρακτηριστικά του προσώπου τραβηγμένα, τα χέρια στην κοιλιά. Υπέφερε με τον τρόπο που υποφέρουν οι απάτριδες, οι εξόριστοι, οι οδοιπόροι κάθε είδους - φτάνει να είναι αξιοπρεπείς: σιωπηλά. Υπέφερε με την ευτυχία της προσμονής ενός λαμπρού θαύματος: θα έφερνε ένα παιδί στον κόσμο.
Θα έφτανε πολύ μετά το σούρουπο και όχι στον δρόμο, αλλά στο χωριό. Εκεί κοντά, στην υπόγεια, γεμάτη καπνούς σάλα ενός καταγωγίου, οι τσιγγάνοι παρουσιάζονταν μπροστά από ένα κοινό αποτελούμενο αποκλειστικά από ανήλικους εργένηδες που τους κατάτρωγαν τα "blues" - αυτό το μεράκι των φτωχών. Το θέαμα δεν περιλάμβανε τον ήχο της κιθάρας, ούτε το τουρτούρισμα του μαντολίνου: μόνο σύντομα ταχυδακτυλουργικά, επικλήσεις στην μοίρα - "δώστε μου το χέρι σας, θα σας διαβάσω το ριζικό σας" - αδέξιους ακροβάτες που για πέντε νομίσματα, ρίσκαραν ευχαρίστως να σπάσουν τα πλευρά τους πέφτοντας ανάμεσα στα τραπέζια...
(συνεχίζεται)

Ποια είναι η πιο συγκινητική ταινία που έχεις δει ποτέ;


Anvil - Metal On Metal (Live in Toronto - 2009)

Ρώτα εκατό γυναίκες ποια είναι η πιο συγκινητική ταινία που έχουν δει ποτέ και θα πάρεις διακόσιες, χίλιες, τρεις χιλιάδες απαντήσεις. Κι έχε μαζί κι ένα πακέτο χαρτομάντηλα γιατί μπορεί να θυμηθούν κιόλας το γιατί τις συγκίνησε η καθεμία τόσο. Ρώτα εκατό άντρες. Και θα πάρεις εκατό "ε;". Εκατό παύσεις των δέκα, είκοσι, πενηνταεπτά δευτερολέπτων. Και μια χαζή απάντηση στο τέλος. "Το πρόγευμα στο Τίφανις"; "Η Πολίτικη Κουζίνα"; "Η Απόδραση των Έντεκα"; Πάντα με ερωτηματικό. Σαν να τους κάνεις τέστ και να υπάρχει μία μόνο σωστή απάντηση. ΟΚ. Μετά ρώτα τους ποια ήταν η πιο πωρωτική ταινία που είδαν ποτέ, η πιο αστεία, η πιο καυλωτική, η πιο ψαγμένη -θα σου δώσουν κι αυτοί τις χιλιάδες απαντήσεις τους. Αλλά "η πιο συγκινητική"; Αυτή δεν είναι ερώτηση για άντρες.

Ή, τουλάχιστον, δεν ήταν μέχρι προσφάτως. Προσωπικά έχω πλέον έναν τίτλο και γι' αυτόν τον δύσκολο γρίφο. Fuck man, the fucking "Story of Anvil", fucking yeah pal. Ή κάτι τέτοιο. Το "Anvil! The Story of Anvil" του Σάσα Γκερβάζι είναι ένα ντοκιμαντέρ που οφείλει να δει κάθε άντρας. Γιατί μιλάει για όνειρα, μιλάει για τον αναπόφευκτο κάποτε πάτο, μιλάει πάνω από όλα για την αληθινή, την απόλυτη αντρική φιλία. Αυτή που δένει δύο όχι ιδιαιτέρου πνευματικού επιπέδου Καναδούς για 30 ολόκληρα χρόνια, πάνω από δίκασες Pearl και γραφικές Flying V κιθάρες. Ακόμη κι αν βγάζεις σπυράκια κάθε φορά που ακούς ένα χεβιμεταλλικό riff, δεν υπάρχει καμμία περίπτωση να μην ταυτιστείς με τον αγαθούλη Lips ή τον καταθλιπτικό Ρομπ Ράινερ - τα δύο μέλη των θρυλικών Anvil που όρισαν το trash metal πίσω στις αρχές των '80s και που σήμερα ετοιμάζουν το 14ο άλμπουμ τους, με καινούργιο κιθαρίστα και μπασίστα για την τελευταία δεκαετία. Ο Σάσα Γκερβάζι τους ακολούθησε πριν δύο χρόνια στην απέλπιδα προσπάθειά τους να ξαναγίνουν ροκ σταρ στα 50 τους. Σε αστεία gigs σαν κι αυτό του πρώτου βίντεο που ανέβασα πιο πάνω, μπροστά σε 50 γραφικούς φαν που οι Lips και Ρομπ ξέρουν με τα μικρά τους ονόματα ή τα παρατσούκλια τους. Και σε αναμνήσεις επικών συναυλιών σαν αυτήν εδώ από κάτω, πριν εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια, σ΄ένα κατάμεστο στάδιο στο Τόκιο.

Ξέρω. Περσινά, ξινά σταφύλια. Έπρεπε να δω την ταινία αμέσως μόλις έκανε την αίσθηση που έκανε στο προπέρσινο Sundance. Κι όμως, είχε σχεδόν μουχλιάσει στην ταινιοθήκη μου. Περίμενα ίσως κάποια ιδιαίτερη στιγμή, κάποια ώρα που η αντροπαρέα θα χρειαζόταν μια σιωπή και κάτι να παίζει στην οθόνη για να της θυμίσει γιατί είναι αντροπαρέα. Δεν έβλεπα αυτή την ώρα να πλησιάζει σύντομα και κάθισα και την είδα απόψε μόνος -και χωρίς λόγο. Σαν το πολύτιμο κρασί που πίνει ο Τζιαμάτι στο "Sideways". Ήταν η πιο συγκινητική ταινία που έχω δει ποτέ. Fucking moving movie, fuck yeah man, που θα έλεγε και o Lips...


Anvil - School Love (Live In Tokyo - 1984)

7 Ιαν 2010

Rhapsody in Blue

Όπως με ενημέρωσε η Γιούλα Ράπτη στο Protagon, σαν σήμερα, 7 Ιανουαρίου του 1924, ένας από τους απολύτως αγαπημένους μου συνθέτες ξεκίνησε να γράφει μια από τις απολύτως αγαπημένες μου συνθέσεις, το Rhapsody in Blue. Πείραμα πάνω στην δυνατότητα σύγκλισης της τζαζ με την κλασική μουσική, η "Γαλάζια Ραψωδία" (τι φρικτά μελό εξελληνισμός, άσε που παραβλέπει την μουσική διάσταση των "blue" κλιμάκων!) είναι πια ένα από τα πιο κλασικά θέματα στην ιστορία του πολιτισμού. Συμμετέχοντας στους εορτασμούς, προσφέρω την δεύτερη ηχογράφηση του έργου*, από την ορχήστρα του Πολ Γουάιτμαν, με τον ίδιο τον Γκέρσουιν στο πιάνο, σε δύο μέρη - καθώς οι πλάκες του γραμμόφωνου ήταν περιορισμένης χωρητικότητας. Βέβαια, η κλασική ενορχήστρωση της "Ραψωδίας" προέκυψε καμιά εικοσαριά χρόνια αργότερα. Αυτήν χρησιμοποίησαν τα στούντιο Ντίσνεϋ στο μακράν καλύτερο από τα μέτρια κλιπ του "Fantasia 2000" - εκείνο που αποτελεί, μεταξύ άλλων, και φόρο τιμής στην σχεδιαστική γραμμή του Αλ Χέρσφιλντ, του παμμέγιστου σκιτσογράφου που φιλοτέχνησε τα πορτρέτα σύμπασας της καλλιτεχνικής ελίτ της Νέας Υόρκης του 20ού αιώνα - και δεν υπερβάλλω. Απολαύστε!


*(η πρώτη ηχογράφηση ήταν "ακουστική" - δηλαδή εκείνη η μαλακία που όλα τα όργανα έπαιζαν σε ένα χωνί που έκανε την εγγραφή - ενώ αυτή που παραθέτω είναι η "ηλεκτρική", με μικρόφωνο στο στούντιο)

5 Ιαν 2010

Οι γυναίκες του "Nine" και γιατί η Φέργκι είναι η καλλίτερη απ' όλες

Είχα δει το "8 1/2" σε μια περίοδο της ζωής μου που είχα άπειρο χρόνο. Και άπειρη άγνοια για τον πολιτισμό. Κατανάλωνα μουσική με τα gigabytes και δανειζόμουν DVDs από τον Μπούρα (ολόκληρες συλλογές, τα άπαντα του Ταρκόφσκι και τέτοια...) και περνούσα τη μισή μου μέρα στο υπόγειο που ζούσα τότε, προσπαθώντας να καταλάβω γιατί το "Κλέφτες Ποδηλάτων" του Ντε Σίκα θεωρείται τόσο σημαντική στιγμή για το σύγχρονο ευρωπαϊκό κινηματογράφο και διάφορα τέτοια αξιώματα. Ήταν η ίδια περίοδος που σταμάτησα να διαβάζω βιβλία ακριβώς γιατί είχα πια στρέψει όλη την προσοχή μου στη μουσική και τις ταινίες κι επειδή τα κενά μου στη λογοτεχνία -επίσης τεράστια, παρά τις σπουδές μου φιλολογίας- θα χρειάζονταν περισσότερο χρόνο για να καλυφθούν. Στα βιβλία δεν ξαναγύρισα ποτέ. Συνεχίζω και σήμερα να μην διαβάζω περισσότερα από πέντε το χρόνο -κι αυτά είναι πάντα κλασσικοί: Ροθ, Καπότε, Καζαντζάκης.

Δεν μου έμειναν και πολλά από εκείνα τα χρόνια. Περισσότερο η προδιάθεση για την γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση που θα ακολουθούσε, λόγω της πολλής πίτσας ξάπλα στον καναπέ, μπροστά από την οθόνη που έπαιζε Κισλόφσκι και Χίτσκοκ, παρά κάποιες ιδιαίτερες γνώσεις ή κάποιες μοναδικές αισθήσεις που με εξέλιξαν γρήγορα και θεαματικά. Ναι, ομολογώ ότι δεν με είχε συναρπάσει το "8 1/2" του Φελίνι. Ίσως γιατί ακόμη δεν είχα ούτε υπαρξιακά / δημιουργικά άγχη, ούτε αυξημένα πάθη για τις εκπροσώπους του ασθενούς φύλου. Έβγαινα μόλις από τα χρόνια του πρωταθλητισμού και δεν ήξερα καν τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου ή πώς να μιλήσω σε μια γκόμενα. Με είχε εντυπωσιάσει αρκετά το 8 1/2, μου άρεσε, καταλάβαινα το γιατί ήταν σημαντικό, αλλά δεν με είχε συναρπάσει... Σχεδόν δεν το θυμόμουν μετά.

Μέχρι τις προάλλες, που πήγα και είδα το "Nine". Γιατί όσο βρώμιζε την οθόνη του κινηματογράφου αυτό το έκτρωμα που σκάρωσε ο βλάχος Ρομπ Μάρσαλ, άρχιζαν σιγά σιγά να ξυπνούν μέσα μου οι σκηνές από την αρχετυπική ταινία του Φελίνι, πάνω στην οποία στηρίχτηκε το μιούζικαλ του Μπρόντουγαιη με τίτλο μισό νούμερο μετά, πάνω στο οποίο μιούζικαλ με τη σειρά του στηρίχτηκε το φιλμ με τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις, την Πενέλοπε Κρουζ, την Νικόλ Κίντμαν, την Μαριόν Κοτιγιάρ, την Σοφία Λόρεν, την Τζούντι Ντεντς, την Κέιτ Χάντσον και την Φέργκι. Περίμενα, βέβαια, πως το "Nine" θα ήταν μαλακία. Μα μιούζικαλ μια ταινία του Φελίνι; Οι κριτικοί το είχαν ήδη κράξει, ήξερα ότι πήγαινα να δω μούφα ταινία. Ομολογώ ότι πιο πολύ πήγαινα να δω κανα διάσημο βυζί από αυτά που υποσχόταν το τρέιλερ.

Γι' αυτό και δεν θα κράξω άλλο το "Nine". Αλλά θα γράψω για τις γκόμενες. Γιατί γι' αυτές πήγα. Και γιατί αυτό εδώ είναι το "Πο Πο Culture!", ένα blog που κάποτε ασχολιόταν με τα βυζιά και τους κώλους, πολύ περισσότερο απ' ότι με τους Animal Collective και τον Ρομπ Μάρσαλ. Ξεκινάω λοιπόν:

Μαριόν Κοτιγιάρ
Η ΣΥΖΥΓΟΣ
Για τη Γαλλίδα που έφτασε τα 34 (κι ένα Όσκαρ) μέχρι να τα πετάξει, έγραφα και πρόσφατα εδώ. Στο "Nine" είναι η σύζυγος. Είναι κερατωμένη σαν κάθε καλή σύζυγος μεγάλου καλλιτέχνη, μουνάρα σαν κάθε καλή σύζυγος μεγάλου καλλιτέχνη, κυριλέ σαν κάθε καλή σύζυγος μεγάλου καλλιτέχνη... Ο ρόλος τής ταιριάζει γάντι. Αν γυρνούσε την ταινία έστω ο Μπαζ Λούρμαν, θα μιλούσαμε για μια μεγάλη ερμηνεία. Προς το παρόν μας μένουν μόνο τα όμορφα μπουτάκια της στην σκηνή του ξεσπάσματος. Εκεί που ίσως και να υπονοοεί ότι θα μπορούσε να παρτουζώνεται με όλους αυτούς τους Χειμωνέτους άμα το ήθελε, αλλά ακόμη κρατάει ένα ψήγμα αξιοπρέπειας γιατί κάποτε ο μεγάλος καλλιτέχνης την είχε κάνει να νιώσει κι εκείνη σπουδαία. (Υποθέτω ότι αν ο Μάρσαλ βγάλει "9 1/2", τότε η ταινία θα ξεκινάει με bukkake στο γλυκούλικο μουτράκι της Μαριόν -και με αυτήν την σκέψη περνάω στην επόμενη κυρία).

Πενέλοπε Κρουζ
Η ΕΡΩΜΕΝΗ
Και αυτή η ταινία με αφήνει με την ίδια απορία: Πώς στο καλό έχει καταφέρει να βάλει τόσο φυσικό στην όψη ψεύτικο βυζί η Πενέλοπε. Γιατί εγώ τη θυμάμαι πιτσιρίκα με φρύδια α λα Φρίντα Κάλο κι εντελώς άβυζη. Ο Μάρσαλ πρέπει να είχε ένα κάρο ονειρώξεις με την πάρτη της και σίγουρα θα γύρισε και πιο πονηρές σκηνές, αλλά προκειμένου να πάει η ταινία στα σινεμά έστω κατάλληλη για 13 και άνω, τις κράτησε για το οικιακό του DVD και τις παίζει όταν έχει καύλες. Είναι τόσο ρηχός ο ρόλος της και τόσο πρώτου επιπέδου οι όλες υποκριτικές απαιτήσεις -μιλάμε για ελληνικό σήριαλ περίπου- που διασώζεται από το ναυάγιο απλά γιατί έπαιζε ήδη τον φελλό. Βαριέμαι. Πάμε στη μαμά.

Σοφία Λώρεν
Η ΜΗΤΕΡΑ
Εννοείται ότι το πρότυπο της ερωμένης είναι η μαμά του μεγάλου καλλιτέχνη και ότι η Πενέλοπε είναι φτυστή ή Σοφία Λόρεν στα νιάτα της. Ή ανάποδα. Ότι η Λόρεν του "Nine" είναι προβολή στο μέλλον του πώς θα γεράσει η Πενέλοπε Κρουζ. Μόνο που τη μαμά τη σέβεται κάπως ο Μάρσαλ και ενώ το μπούστο της θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει κάπως παραπάνω (γιατί όλα τα υπόλοιπα, από τα πολλά τραβήγματα, μπορεί και να πάθαιναν καμμιά ζημιά), τελικά μας αφήνει με την απορία. Αλλά, ΟΚ, νομίζω ότι για τον αντρικό πληθυσμό ισχύει το ότι αν ήταν να πάνε με μια 75άρα ντε και καλά, με τη Λόρεν θα πήγαινε.

Tζούντι Ντεντς
Η ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
Ο πιο άχαρος ρόλος της ταινίας. Γιατί πολύ απλά κανένας μεγάλος άντρας δεν χρειάζεται μια γυναίκα να τον συμβουλεύει εκτός κι αν συντρέχει η παρακάτω συνθήκη: Η εν λόγω γυναίκα να είναι μουνάρα και κατά βάθος να μην ακούει τις συμβουλές της, αλλά απλά να κυνηγάει να τη γαμήσει. Τη Τζούντι Ντεντς δεν θες να τη γαμήσεις επ ουδενί, ακόμη κι αν είσαι ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις που μιλάς χαζά ιταλικά και περπατάς σαν να κουβαλάς στην πλάτη σου ένα ψυγείο γεμάτο μπίρες Peroni, οπότε πάμε παρακάτω.

Νικόλ Κίντμαν
Η ΜΟΥΣΑ
Κι εγώ άμα είχα για μούσα μια ξανθιά ξενέρω που και καλά μοιάζει με τη Ρίτα Χέιγουορθ ή την Ανίτα Έκμπεργκ (ο Μάρσαλ πρέπει να είναι πολύ τυφλός τελικά - ή να μεγαλοπιάνεται υπερβολικά), το πιο πιθανό θα ήταν να βρισκόμουν σε συνεχές δημιουργικό αδιέξοδο, ακριβώς όπως ο μέγας καλλιτέχνης - πρωταγωνιστής της ταινίας. Ειδικά αν η εν λόγω μούσα βαρούσε τρία botox την ημέρα και είχε και το κομπλεξάκι ότι ο μεγάλος καλλιτέχνης, που έχει γαμήσει ό,τι κυκλοφορούσε στο πλατό του τις προηγούμενες οκτώ ταινίες, την ίδια την αφήνει αλώβητη μπας και συνεχίζει να τον εμπνέει. Είναι κουφό, αλλά όντως η Νικόλ Κίντμαν από τότε που τα 'σπασε με τον κοντοστούπη σαϊεντολόγο, έχει πάρει την κάτω βόλτα...

Κέιτ Χάντσον
Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΔΑ
Ό,τι πιο εμετικό στο "Nine", η ύπαρξη, ο ρόλος, η ερμηνεία της Κέιτ Χάντσον συμπυκώνει σε κάθε της σκηνή όλο το πρόβλημα της ταινίας: Η αμερικανοβλαχιά που θέλει να διασκευάσει το υπαρξιακό δράμα ενός από τους κορυφαίους Ευρωπαίους δημιουργούς. Όπως ο Μάρσαλ νομίζει ότι άμα γαμήσει τον Φελίνι θα έχει κάνει τέχνη, έτσι και η Αμερικάνα βλάχα του νομίζει ότι άμα πηδηχτεί με τον Ιταλό καμπούρη - μεγάλο καλλιτέχνη, θα γράψει σούπερ στόρι για το περιοδικό που δουλεύει. Όλη η ταινία είναι "βήτα". Όποτε εμφανίζεται η Χάντσον πάει και στο "γάμα". Στο "δέλτα", μάλλον, γιατί τουλάχιστον ο μέγας καλλιτέχνης τής το στερεί (αυτηνής έστω) το "γάμα με" που τού ζητάει.

Φέργκι
Η ΠΟΥΤΑΝΑ
Η Φέργκι είναι η Θεά του "Nine". Κατ' αρχάς γιατί υποδύεται την Σαραγκίνα που ήταν η θεά του "8 1/2". Την πουτάνα που κάθε άντρας ψάχνει να βρει για πάντα σε κάθε γυναίκα. Γιατί μόνο με αυτήν τελικά περνάει καλά. Κατά δεύτερον γιατί η Φέργκι ήταν πάντα "βήτα", β' του κερατά και δεν γύρεψε ποτέ να γίνει κάτι παραπάνω. Και σε μία ταινία επίσης β' του κερατά, η Φέργκι βρίσκεται στο φυσικό της στοιχείο. Είναι το πιράνχας στον Αμαζόνιο και έχει όρεξη για δάγκωμα. Η Νικόλ Κίντμαν θα προτιμούσε την πισίνα του Ritz... Κατά τρίτον η Φέργκι έχει φωνάρα. Και το "Nine" είναι μιούζικαλ. Οπότε το δικό της τραγούδι, μουσικά και ηχητικά τουλάχιστον, ήταν δεδομένο ότι θα ήταν ένα επίπεδο πάνω από των συμπρωταγωνιστριών της. Έτυχε να βγάλει και τον καλό του εαυτό ο Μάρσαλ στο σκετσάκι της και να που από όλο αυτό το περίλαμπρο καστ, η μόνη που καταφέρνει να κρατάει τη λάμψη της μετά από την βουτιά βαθειά μέσα στη λάσπη του "Nine" είναι η τραγουδίστρια των Black Eyed Peas. Ιδού και η περφορμάνς της:


Fergie - Be Italian

Ισως έπρεπε να σου είχα τηλεφωνήσει πρώτα...


Τζένιφερ, σε βλέπω!
Λευκό Τ-shirt, θα ’ναι Fruit Of The Loom, ξεβαμμένο τζιν, πάνω απ’ τη μέση, σχεδόν στον αφαλό, ήταν τότε της μόδας τα Wrangler και τα Lee. Μα αυτό, που αγκαλιάζει τους γοφούς σου πριν προλάβει να το κάνει το αγόρι με το κοκόρι, πρέπει να είναι Pepe. Αυτά δεν διαφήμιζε ο Τζέισον Πρίστλι εκείνα τα χρόνια; Ο Πρίστλι δεν είναι ο Μπράντον Γουλς από τα «Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χιλς» (sic), το αγόρι με το κοκόρι, το αγόρι που σε κυνηγάει δίπλα στην παραλία, που γλιστράει ανάμεσα στα πόδια σου έτσι όπως τον υποδέχεσαι αυθάδικα πάνω στο καπό του ασπρόμαυρου convertible, αυτός δεν είναι που οδηγάει όλη τη νύχτα για να φτάσει σ’ εσένα; Θεέ μου, είναι 1991 ξαφνικά, είσαι ακόμη είκοσι δύο, είμαι μόλις δεκάξι και σε θέλω ήδη. Kαι τον ζηλεύω. Πιο πολύ γιατί εκείνος οδηγάει μια Mustang του ’65 για να πάει στο σχολείο του, παρά γιατί σε έχει.

Γιατί δεν σε έχει. Είναι ένα βιντεοκλίπ, ένα γλυκανάλατο βιντεοκλίπ που σας αποθεώνει σε ασπρόμαυρο, να τυλίγεστε όλη την ώρα ο ένας γύρω από τον άλλον, γιατί απλώς δεν υπάρχει υλικό από τον Ρόι Ορμπισον να τραγουδάει το «I Drove All Night». Γιατί ο Ορμπισον έγινε άγγελος το ’88, πήγε να βρει τον Ενρίκο Καρούζο στον Παράδεισο, αυτός ο «Καρούζο της ροκ», και δεν τον ένοιαζε αν μια δισκογραφική θα γύρευε να εξαργυρώσει τα συμβόλαιά της με μεταθανάτιες κυκλοφορίες και λαχταριστά βιντεοκλίπ του γόη της χρονιάς να κάνει με χάρη αυτό που τον έκανε γόη της χρονιάς. Να οδηγάει. Ενα convertible. Ολη νύχτα. Για να φτάσει σ’ εσένα.

Είναι 2010, όμως, κι εγώ έχω εθιστεί σε μια άχρωμη εμμονή των πρώιμων ’90s, βυθισμένος στη σαγήνη της φωνής κάποιου που μεγαλούργησε στα ’60s και είχε ήδη αποδημήσει εις Κύριον πριν φύγουν τα ’80s. Οι δεκαετίες μπερδεύονται σαν τον πάτο μιας κυματισμένης παραλίας· φύκια, σκουπίδια, πέτρες, ξέσαλη άμμος, απομεινάρια από ευτυχείς παραθεριστές, αρχαία ναυάγια, δεν ξέρω πού πατάω, δεν βλέπω τι πατάω, απλώς πατάω για να βγω έξω στην ακτή, στην ασφάλεια. Πιάνομαι από όποια σταθερά έχει παραμείνει γύρω μου, χώνομαι στο τελευταίο καταφύγιο, σε γλυκανάλατα βιντεοκλίπ, στη σιγουριά της φωνής του Ρόι Ορμπισον, σε γαριασμένες πιτζάμες που μυρίζουν οικογένεια, σε ξεθωριασμένες εκτυπώσεις από φιλμ 35 χιλιοστών που μιλάνε για αξιοθέατα ανά την Ευρώπη, Αϊφελ, Γουεστμίνστερ, Φοντάνα ντι Τρέβι, σ’ ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο που δεν θα σβήσει τα φωτάκια του πριν μπει ο Φεβρουάριος, στο χακί των ματιών σου...

Τζένιφερ, σε βλέπω. Αλλά βλέπω μόνο ό,τι θέλω εγώ να δω από σένα. Βλέπω την ελιά πάνω απ’ το αριστερό μισό των χειλιών σου, ένα φουσκωμένο στήθος να κρύβεται πίσω από μια παλάμη που φοράει βέρα, το χακί στο βλέμμα. Δεν έχω χρόνο για τα υπόλοιπα. Πες μου εσύ τι άλλο οφείλω να δω. Πρέπει πια να ξεσκαρτάρω τα «θέλω», δικά μου και των γύρω, πρέπει πια να εστιάσω στο τι είναι σημαντικό και τι όχι, πρέπει να αναθεωρήσω προτεραιότητες, να απλώσω τα blueprints της νέας δεκαετίας και να φανταστώ το αρχιτεκτόνημα ορθωμένο, να θέσω στόχους που να μπορώ να εκπληρώσω. Πρέπει να εγκλιματιστώ. Στις συνθήκες. Εγώ, εσύ, πρέπει όλοι. Τα δεδομένα άλλαξαν, κανείς δεν θα βγει αλώβητος. Αλλά γιατί με νοιάζει τι θα κάνουν οι άλλοι; Εγώ, ευτυχώς, σε κάποια πράγματα ήμουν ανέκαθεν χαμαιλέων.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Ιανουαρίου 2010 - Κυκλοφορεί με την "Καθημερινή" την Κυριακή, 10 Ιανουαρίου)

Τι κρίμα που δεν μπορώ να πάω...

Με συγκίνησε ιδιαίτερα ο φίλος που μου έστειλε αυτήν την φωτογραφία, από τους εορτασμούς για τα "100 χρόνια Django". Πολύ θα ήθελα να πάω, αλλά δυστυχώς, μου είναι αδύνατον. Όποιος βρεθεί στο Παρίσι εκείνες τις ημέρες, μην το χάσει!

2 Ιαν 2010

Django New Year!

To 2010 με βρήκε στο συμπαθέστατο αίθριο του Bacaro, να ακούω τον Γιάννη Λουκάτο και τους Hot Club de Grece. Ήθελα καιρό να τους ακούσω - όπως και τις άλλες δύο μπάντες της Αθήνας που παίζουν κιθαριστικό swing, τους Diminuita και τους Swing Shoes - αλλά δεν τα είχα καταφέρει. Καμιά φορά όμως υπάρχουν και οι ευτυχείς συμπτώσεις - ή το πεπρωμένο, όπως το δει κανείς.
Όλα ξεκίνησαν από ένα σχόλιο που έκανε, σε ανύποπτο χρόνο, μια φίλη - "έχει συμπαθητικό μενού για Πρωτοχρονιά το Bacaro". Το θυμήθηκα την ώρα που χώνευα τα Χριστούγεννα, τηλεφώνησα και έκλεισα χωρίς να το σκεφτώ. "Να υποθέσω ότι θα έχετε και κάποιο live", έκανα αδιάφορα. "Ναι, τους Hot Club de Grece". Νόμιζα ότι μου έκαναν πλάκα - δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα άλλαζα τη χρονιά, ακούγοντας το αγαπημένο μου μουσικό ιδίωμα.
Το πράγμα φάνηκε ότι θα κυλήσει καλά από το πρώτο κομμάτι: όταν ξεκινάς με το "Nuits de St.Germain-des-pres" δεν υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να χαλάσει κάτι. Ο Λουκάτος κρατά αναμμένη την δάδα του Τζάνγκο, παίζοντας με ζήλο και ενθουσιασμό, η έκπληξη όμως ήταν η παρουσία στην μπάντα του Γιάννη Παπαναστασίου, ενός εξαίρετου σαξοφωνίστα, ο οποίος λίγες μέρες πριν έπαιζε στο Petite Fleur του Κολωνακίου - και ο οποίος πριν από τρεις πρωτοχρονιές, είχε σκάσει μύτη στην δική μας γιορτή, για να παίξει το Petite Fleur στο σοπράνο σαξόφωνό του. Μπορεί να έφταιγε το κιρ ρουαγιάλ ή το κρασί, όταν όμως έπαιξε το Minor Swing μού θύμισε τον Μπάρνι Γουίλεν. Μαζί τους είχαν και μια τραγουδίστρια, της οποίας το όνομα μού διαφεύγει, και η οποία περνούσε με άνεση από το (απαραίτητο) Sympathique, στο λατρεμένο μου I can't give you anything but love - γενικώς, μια χαρά.
Η σατανική σύμπτωση - ή η επιβεβαίωση της ύπαρξης πεπρωμένου, μην τα ξαναλέμε - ήταν το ότι μια μέρα πριν κατέφτασε στο γραμματοκιβώτιό μου το τελευταίο τεύχος της εγκριτης γαλλικής επιθεώρησης "Jazz magazine/ Jazzman" (προϊόν συγχώνευσης των μέχρι πρότινος ξεχωριστών περιοδικών εκδόσεων), με εξώφυλλο τον Django Reinhardt. O λόγος; Στις 23 Ιανουαρίου κλείνουν εκατό χρόνια από την γέννησή του, επέτειος που στο μικροσύμπαν της τζαζ θα γιορταστεί με μεγαλοπρέπεια - ειδικά στην Γαλλία, θα γίνει χαμός από συναυλίες Jazz Manouche, ψάξε το και κλείσε εισιτήρια.
Στον φάκελλο, υπήρχε και το απαραίτητο cd - δώρο για τους συνδρομητές, που περιλάμβανε μερικές ηχογραφήσεις που αποδεικνύουν (λέμε τώρα) την σχέση του Τζάνγκο με την κλασική μουσική. Το έβαλα στο αυτοκίνητο και απολαμβάνω τον ήρωά μου να αυτοσχεδιάζει σε συνθέσεις του Τσαϊκόφσκι, του Ντεμπισί, του Κράισλερ, του Γκρίεγκ, του Λιστ, του Μπαχ - αλλά και μια δική του, με το αρχαιολατρικό όνομα Νυμφέας, που έπαιξε για την πρωτοχρονιά μου τον ρόλο που παίζουν τα βαλς του Στράους για το πρωινό του νέου έτους στην ευρωπαϊκή παράδοση. Ναι, το 2010, δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει καλύτερα...
  • (Και κάπως έτσι, αναβιώνει σ' αυτό το blog η ενότητα Django Weekend, παροπλισμένη εδώ και μήνες - έχω δεκάδες κομμάτια να αναρτήσω και μια κλασική βιογραφία να μεταφράσω σε μικρές εβδομαδιαίες δόσεις. Κι αυτό είναι απειλή).