Οσο να ‘ναι, οι όροι «ύφεση» και «κραχ», που παραδοσιακά χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε αυτό που συνέβη το 1929 δεν έχουν την ίδια δύναμη με τον όρο «the great depression», έστω και λόγω των ψυχολογικών συμπαραδηλώσεων. Μια κοινωνία σε κατάθλιψη – που όμως βρήκε την δύναμη να παλέψει, να ορθοποδήσει, να βρει την διάθεση για δημιουργία. Δεν είναι τυχαίο το ότι εκείνη την εποχή χτίστηκε στην Νέα Υόρκη το εμβληματικό Empire State Building, ο ψηλότερος ουρανοξύστης της πόλης – κι ας έμεινε άδειος για χρόνια, λόγω της «ύφεσης», παρέμενε ένα σύμβολο μιας οικονομίας που προσπαθεί να βρει τρόπο (και λόγο) ύπαρξης, αν όχι ένα διαχρονικό σύμβολο ελπίδας. Τίποτε όμως δεν έδινε περισσότερη ελπίδα και δεν ανακούφιζε τους δοκιμαζόμενους από την φτώχια Αμερικανούς από το Χόλιγουντ. Τα χρόνια του «κραχ» ήταν που άνθισε αυτό το λαϊκό σινεμά που έδωσε στους ανθρώπους την ευκαιρία να ζήσουν το όνειρο, χάρη στο πιο φθηνό είδος διασκέδασης. Συγγραφείς όπως ο Γουίλιαμ Φόκνερ και ο Φ.Σ.Φιτζέραλντ έγραφαν σενάρια, συνθέτες όπως ο Τζορτζ Γκέρσουιν έγραφαν μουσική, θεατρικές ομάδες όπως οι Αδελφοί Μαρξ μετέφεραν την δημιουργική τους ορμή στην οθόνη, χαρίζοντας στον κόσμο μια τόσο πολύτιμη διέξοδο από τα βασανιστικά τους προβλήματα, την στιγμή που προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν τις ευκαιρίες του New Deal. Σ’ αυτόν τον φτωχό κόσμο έδιναν ελπίδα η Τζίντζερ Ρότζερς και ο Φρεντ Αστέρ, χορεύοντας σε σκηνικά ονειρεμένης χλιδής. Όλα αυτά, βέβαια, απέχουν έτη φωτός από την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε εμείς σήμερα – και όχι μόνο γιατί το «κραχ» και η «πτώχευση» είναι διαφορετικές καταστάσεις. Όχι, αυτό που λείπει σήμερα είναι η προοπτική της ανάπτυξης, το New Deal, ένας ουρανοξύστης-σύμβολο των καλύτερων ημερών που θα έρθουν. Επίσης, λείπει ένα λαϊκό θέαμα που θα μας βγάλει από την κατάθλιψη. Μόνο κάτι talent shows έχουμε, που – μεταξύ μας – δεν είναι το καλύτερο που μπορείς να δεις, όταν βρίσκεσαι στο χείλος του γκρεμού, ενώ και η ελληνική κωμωδία δεν βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση. Ακόμη και ο κατά τεκμήριο μεγαλύτερος σατιρικός κωμικός μας, ο Λάκης Λαζόπουλος, περνά περισσότερο χρόνο αγορεύοντας τελευταία, παρά διακωμωδώντας. Από αυτήν την άποψη, δεν είναι τυχαία η επιτυχία του μιούζικαλ της Μαρινέλλας, μιας φωνής που θα παραπέμπει πάντα σε μια εποχή αθωότητας – και φτώχιας – παρά τη λάμψη της, μας θυμίζει πάντα ότι ξεκίνησε την καριέρα της στο πλευρό του Στέλιου Καζαντζίδη. Γιατί, και στην δική μας εποχή της φτώχιας, άνθισε μια πλούσια λαϊκή τέχνη, χάρη στα μπουζούκια και το σινεμά της Finos Films. Σήμερα, αντί για τις ταινίες του Φίνου, μιλάμε για τις πορνοταινίες της Sirina και προσβλέπουμε στα σεξουαλικά θέλγητρα της Μαριάννας Ντούβλη, να δώσει μια τονωτική ένεση στην εθνική μας λίμπιντο. Όχι πως αυτό είναι κακό. Είναι άλλωστε γνωστό ότι, περισσότερο από το σινεμά, η πιο φθηνή διασκέδαση παραμένει το σεξ. Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, που έχει πλήρη μεσάνυχτα από σεξουαλική αγωγή, αυτό δεν αποκλείεται να σημαίνει ότι, σε εννέα μήνες ίσως ζούμε το δικό μας εθνικό baby boom. Και τότε να δούμε πώς θα στείλουμε το λογαριασμό από τις πάνες και τα μαιευτήρια στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. (δημοσιεύτηκε την Κυριακή 9/5 στο Big Fish - νιώθω ήδη ότι έχουν περάσει αιώνες από τότε)
Ο ετεροχρονισμός ήταν τόσο υπερβολικός που στο τέλος κατέληξε στην πιο επίκαιρη παρακολούθηση ταινίας που έχω απολαύσει ποτέ. Η "Στρέλλα" βγήκε στις αίθουσες στις 17 Δεκεμβρίου. Κι εγώ αξιώθηκα να τη δω μόλις χθες, σχεδόν πέντε μήνες μετά. Αλλά χθες παρουσιάσθηκαν και τα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, τα πρώτα «ελληνικά Όσκαρ» (σιχαμένη φράση), εκεί όπου η ταινία του Πάνου Κούτρα βραβεύθηκε 4 φορές. Όχι ότι το ήξερα -ότι το θυμόμουν, μάλλον. Απλά έτυχε. Αυτές οι χαζοσυμπτώσεις είναι το αλατοπίπερο της ζωής. Ή έστω, η σως μπεαρνέζ μιας χαλαρής Δευτέρας στο κέντρο της πόλης. Έπινα μια μπίρα παρέα με τη Βάλια και το Φώτη στην "Αμπάριζα" και του λέγαμε ότι σκοπεύαμε να πάμε στο "Ααβόρα" μετά. Κι εκείνη τη στιγμή τσέκαρε το twitter στο Blackberry του (μηχανική κίνηση των εθισμένων στα social networks, ευτυχώς ή δυστυχώς επιμένω σε ένα ταπεινό κινητό των 30 ευρώ που δεν έχει καν κάμερα) και μάς ανακοίνωσε ότι η Μίνα Ορφανού, η Στέλλα ή "Στρέλλα" της ταινίας, μόλις είχε κερδίσει το βραβείο Α' Γυναικείου Ρόλου...
Καθ' όλα δίκαιη η βράβευση. Όχι μόνο γιατί η Μίνα Ορφανού -που δεν είναι καν ηθοποιός, μην ξεχνιόμαστε- έπαιξε άψογα τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια από τις καλλίτερες ταινίες της χρονιάς. Ούτε γιατί μόλις δέκα ημέρες πριν το ΕΣΡ είχε αποδείξει για μία ακόμη φορά από τι αρτηριοσκληρωτικά και πιθανόν εξωγήινα όντα διοικείται, όταν επέβαλε πρόστιμο στην εκπομπή των Φώτη και Μαρίας επειδή την είχαν καλεσμένη, "μία τρανς, σε ακατάλληλη ώρα". Όχι. Η βράβευση ήταν η ιδανική κυρίως για τον συμβολισμό που κουβαλούσε, χωρίς ιδιαίτερο κόπο είναι η αλήθεια: Η πρώτη φορά που δίνεται βραβείο Α' γυναικείου ρόλου σ' αυτά τα «ελληνικά Όσκαρ» και πήγε σε μια ερασιτέχνη ηθοποιό, που δεν γεννήθηκε καν γυναίκα. Κάτι αλλάζει στον ελληνικό κινηματογράφο. Και αλλάζει προς το καλλίτερο. Προς το μη προβλέψιμο, τέλος πάντων.
Η ταινία του Κούτρα ούτως ή άλλως είναι ένα συγκλονιστικό δράμα, ένα πραγματικό αριστούργημα. Για μένα είναι μαζί με τον «Κυνόδοντα» (για τον οποίον όμως παίζει να αλλάξω σήμερα κιόλας γνώμη -θα καταλάβεις γιατί σε λίγο) και τον «Απίθανο κύριο Φοξ» οι ταινίες της χρονιάς. Πραγματεύεται ίσως το πιο δύσκολο θέμα που έχω δει ποτέ σε κινηματογραφική αίθουσα, ένα δίλημμα, μια εμπλοκή από την οποία μέχρι και το δικό μου ψυχαναγκαστικά υπεραναλυτικό μυαλό αδυνατεί ακόμη και τώρα, μισή μέρα μετά, να βρει διέξοδο. Πραγματεύεται μια περιπέτεια στο περιθώριο των ανθρωπίνων σχέσεων, από αυτές που σκοτίζουν μόνο σκηνοθέτες επιπέδου Αλμοδόβαρ. Και την πραγματεύεται πιο περίτεχνα απ' τον καθένα. Χωρίς να ολισθαίνει σε συναισθηματικές υπερβολές, τραβεστί λύσεις, ανασφαλείς ή εξαρτημένες από ναρκωτικά εξηγήσεις. Φαντάζομαι ότι ένα παρόμοιο σενάριο στα χέρια του διάσημου Ισπανού θα είχε καταλήξει σε ένα γκροτέσκο τερατούργημα ή σε μια πικρή κωμωδία που θα τόνιζε το απίθανον του πράγματος. Κοινώς σε ντομάτες που θα εκτοξεύονταν προς το πανί. Στα χέρια του Πάνου Κούτρα έγινε μια ειλικρινής ιστορία αγάπης, από τις πιο όμορφες και -παραδόξως- λυτρωτικές που έχεις δει ποτέ.
Τα περισσότερα και τα σημαντικότερα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου -καθώς και το εισιτήριο για τις προτάσεις για τα κανονικά Όσκαρ- τα πήρε η άλλη σπουδαία στιγμή του ελληνικού κινηματογράφου την τελευταία δεκαετία, ο "Κυνόδοντας" του Γιώργου Λάνθιμου. Καλλίτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, πρότασης της Ακαδημίας για τα Όσκαρ, Β' ανδρικού ρόλου (Χρήστος Πασσαλής), μοντάζ, τα έξι βραβεία για τον «Κυνόδοντα» σήμαναν αναγκαστικά ότι η «Στρέλλα» έπρεπε να περιορισθεί σε τέσσερα (Α' γυναικείου, μακιγιάζ, κοστούμια, σκηνογραφία). Αμφιβάλλω αν στις βραβεύσεις των επόμενων ετών, τα μέλη της Ακαδημίας θα βρεθούν σε τόσο μεγάλο δίλημμα. Αμφιβάλλω γενικά αν ο ελληνικός κινηματογράφος θα βγάλει όχι δύο, αλλά ένα έστω τέτοιο αριστούργημα στα επόμενα δέκα χρόνια...
Το βραβείο φωτογραφίας πήγε φυσικά στο "Μαύρο Λιβάδι", η Άννα Μάσχα πήρε το Β' γυναικείου για το ρόλο της στη "Χρυσόσκονη", ο Αντώνης Καφετζόπουλος το Α' ανδρικού για την "Ακαδημία Πλάτωνος", ο Σταύρος Ψυλλάκης πήρε το βραβείο Ντοκιμαντέρ (για το "Άλλος Δρόμος Δεν Υπήρχε"), ο Τζώρτζης Γρηγοράκης το Μικρού Μήκους ("Κι Εγώ Για Μένα"), ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος το Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη ("Bank Bang") και ο Θανάσης Βέγγος ένα βραβείο Τιμής Ένεκεν.
Σκηνές από τον «Κυνόδοντα» και το «El Castillo de la Pureza»
Και την ώρα που ανακοίνωνα στον Mr. Arkadin πως σκοπεύω να κάνω ένα post για τη "Στρέλλα" και τα βραβεία, μου έστειλε το παραπάνω βιντεάκι. Το ανακάλυψε ο Τάσος Θεοδωρόπουλος και δείχνει τις ομοιότητες μεταξύ του πολυβραβευμένου "Κυνόδοντα" και της ισπανικής ταινίας "El Castillo de la Pureza". Ξέρω: Πώς μπορείς να βγάλεις συμπεράσματα από δέκα σκηνές; Εμένα κάτι έσπασε μέσα μου πάντως. Ξέρω επίσης: Αυτό λέγεται διακειμενικότητα, που λέει κι ο Mr. Arkadin. Ναι, μόνο που ένας σκηνοθέτης της τάξεως του Κουέντιν Ταραντίνο όχι μόνο θα διαφημίσει το πόσο "διακειμενικός" είναι, αλλά θα σου δώσει και τους ακριβείς τίτλους των ταινιών που αντιγράφει. Αν ο Λάνθιμος έχει υπάρξει κι αυτός "διακειμενικός", ίσως το να ανέφερε το "El Castillo de la Pureza" να του στερούσε μερικά βραβεία. Δεν ξέρω. Σε διάφορα indie σινεμαδοblogs είδα ότι οι ομοιότητες αναφέρονται χωρίς να ενοχλούν. Προφανώς γιατί ο Λάνθιμος σκηνοθετικά έκανε άψογη δουλειά. Αλλά αν η ιδέα -αυτό που μας σόκαρε όλους- τελικά δεν ήταν δική του, το να μην το αναφέρει πουθενά δεν λέγεται "διακειμενικότητα". Λέγεται "αντιγραφή".
...πες μου ότι δεν θέλεις να δεις αυτήν την ταινία! (και ναι, ξέρω, το έχω παρακάνει με το vulture, το "πολιτιστικό" blog του New York, αλλά κάπως πρέπει να ξαλεγράρω - όλο Αταλί θα διαβάζω;)
Ούτε στην πιο τρελή μου φαντασίωση δεν προβλεπόταν διοργάνωση φεστιβάλ gypsy swing στην Αθήνα και να που θα το ζήσω κι αυτό απόψε, που στο Gagarin - έναν χώρο που δεν συμπαθώ καθόλου - θα μαζευτούν όλες οι ελληνικές μπάντες που παίζουν jazz manouche, σε έναν καυτό φόρο τιμής στην μνήμη του Django Reinhardt, τα εκατό χρόνια από την γέννηση του οποίου γιορτάζει φέτος η τζαζ γενικώς (και η ευρωπαϊκή τζαζ ειδικώς). Το ΠΠC συμμετέχει στη γιορτή με την βιογραφία του Τζάνγκο (σε μικρές, βασανιστικές δόσεις) και με την ανάρτηση δύο κομματιών του σημαντικότερου ίσως σύγχρονου σχήματος του είδους, του Rosenberg Trio: ένα κατεξοχήν τζαζ κι ένα κατεξοχήν ευρωπαϊκό. Cheers!(Update - Η Έφη, από τους Diminuita Swing Trio, μου έστειλε ένα είδος ανταπόκρισης και την ευχαριστώ θερμά γι' αυτό):"Ουτε και στα δικά μου κρυφά όνειρα δεν ήταν αναμενόμενο να είναι sold out και να μείνουν και 200 άτομα εκτός! (...) Το καλύτερο πάντως όλων, ήταν το απίστευτο κλίμα συνεργασίας μεταξύ των σχημάτων, που νομίζω έλαμπε στα πρόσωπα όλων μας.Μόλις περνούσες την πόρτα για να ανέβεις στα καμαρίνια και τα παρασκήνια σε έπαιρνε η αύρα της αγάπης και της χαράς! (...) Φιλικά και με αγωνιστικούς gypsyjazzίστικους χαιρετισμούς!"
Η σειρά εξελίσσεται τρεις μήνες μετά την καταστροφή και καταγράφει ακριβώς τις προσπάθειες αυτής της κοινότητας να σταθεί ξανά στα πόδια της και να συνεχίσει την ζωή της. Είναι ένα συναρπαστικό χρονικό, με την μουσική να διεκδικεί κανονικό ρόλο ανάμεσα στους πρωταγωνιστές - και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς; Μιλάμε για Νέα Ορλεάνη, την πόλη όπου γεννήθηκε η τζαζ και που συνεχίζει να παράγεται η καλύτερη λαϊκή μουσική του κόσμου (κάποιοι Βραζιλιάνοι ίσως διαφωνούν μ' αυτό) - η μουσική για το "Treme" είναι ό,τι ήταν το dating για το "Sex & the City", οι φόνοι για τους "Sopranos" (ή το "Law & Order"), οι εξωγήινοι για το "X-Files": το σημείο αναφοράς, η κινητήρια δύναμη, αυτό που κινεί τον μύθο. Στα τρία μέχρι στιγμής επεισόδια έχουν εμφανιστεί ο θεός Kermit Ruffins, o Elvis Costello (μόνος του και με τον Allen Toussaint), οι Galactic, o Dr. John (φυσικά) και η συνέχεια αναμένεται να είναι ανάλογη.Οι ιστορίες των "κανονικών" πρωταγωνιστών είναι αντάξια της μουσικής - και σε τελική ανάλυση, προσωπικά βρίσκω πολύ ανακουφιστικό, μετά από τόσα χρόνια που η τηλεοπτική μυθοπλασία περιστρέφεται γύρω από φόνους, δολοπλοκίες, σεξ κ.ο.κ., να υπάρχει μια σειρά που ασχολείται με ανθρώπους που παλεύουν να βγάλουν το μήνα, να βρουν τους αγνοούμενους συγγενείς τους, να ξαναχτίσουν τα κατεστραμμένα τους σπίτια. Οι χαρακτήρες είναι εξαιρετικοί - και ο τρόπος που αναπτύσσονται από επεισόδιο σε επεισόδιο υποδειγματικός, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ζευγάρι των πλανόδιων μουσικών που, από μια σκηνή στο δεύτερο επεισόδιο σχεδόν μονοπώλησαν το τρίτο. Πεθαίνω με τον "big chief" Άλμπερτ Λαμπρό, που επιστρέφει με το κοντραμπάσο και την ινδιάνικη στολή του μένοντας σε ένα μπαρ (το σπίτι του είναι κατεστραμμένο) αποφασισμένος να διασώσει την παράδοση του Mardi Gras, παρά τις αντιρρήσεις των παιδιών του (ο γιος του είναι υποτίθεται ένας τζαζ τρομπετίστας που κάνει καριέρα στην Νέα Υόρκη - άμεση παραπομπή στον Christian Scott). Λατρεύω την Ζανέτ Ντεσοτέλ, μαγείρισσα που παλεύει να ξαναφτιάξει το εστιατόριό της (γιατί δεν ήξερα την Kim Dickens; κάποιος πρέπει να πληρώσει γι 'αυτό!), αντιμέτωπη με προμηθευτές που της κόβουν την πίστωση, ανύπαρκτο προσωπικό, γονείς που δεν της δανείζουν - κι έναν εκνευριστικά loser on-off εραστή, τον μουσικό και dj με τα χαρακτηριστικά του Steve Zahn, ο οποίος δεν χάνει ευκαιρία να θεωρητικολογήσει για την ιστορία και την κουλτούρα της Νέας Ορλεάνης, προτείνοντας ακόμα και την ιδέα να αναζητήσει η πόλη σωτηρία όχι από το κράτος, αλλά από την Μαφία, η οποία στο παρελθόν έθρεψε την τζαζ (η σκηνή που παίζει στην εκπομπή του το Buona Sera του Λούι Πρίμα, είναι η ωραιότερη χρήση αυτού του κομματιού ως soundtrack οπτικοακουστικού έργου). Εξίσου υπέροχος θεωρητικός της Νέας Ορλεάνης ο οξύθυμος πανεπιστημιακός του John Goodman, φέρνει αγαλλίαση στους φαν του Big Lebowski.Η γυναίκα του, η Τόνι Μπερνέτ, η μαχητική δικηγόρος (την υποδύεται η καταπληκτική Melissa Leo) είναι η γείωση, το συνδετικό στοιχείο των ηρώων, εκείνη που αναλαμβάνει την επικοινωνία τους με τους θεσμούς, το κράτος, τους "εχθρούς" της πόλης με άλλα λόγια. Aλλά η καρδιά μου είναι με τον Αντουάν Μπατίστ, τον μαλαγάνα μπατίρη τρομπονίστα που υποδύεται ο Wendell Pierce (ο οποίος στα ρεπό του παρουσιάζει εκπομπές στο τζαζ ραδιόφωνο του Νιούαρκ) που αναγκάζεται να δουλέψει στα μαγαζιά-τουριστοπαγίδες της Bourbon Street. Καθ' οδόν, σταματά σοκαρισμένος μπροστά από το κατεστραμμένο Preservation Hall. H αλήθεια είναι ότι αυτός ο ναός της μουσικής που κρατά αναμμένη την φλόγα της παραδοσιακής τζαζ της Νέας Ορλεάνης δεν έχει καταφέρει ακόμα να σταθεί στα πόδια του και χρειάζεται τη βοήθειά μας. Γι' αυτό και φέτος κυκλοφόρησε ένα καταπληκτικό δισκάκι με την ορχήστρα να συνοδεύεται από μια dream team της αμερικανικής μουσικής, από τον Pete Seeger, τον Richie Havens και τον Tom Waits μέχρι την Ani Di Franco και τον Andrew Bird. Αν είναι να αγοράσεις ένα δισκάκι νεορλεανέζικης μουσικής αυτήν την άνοιξη, ξέρεις ποιο θα είναι αυτό.
Το 1982 το Subbuteo ήταν για μένα ένας απαγορευμένος καρπός. Επιτραπέζιο ποδοσφαιράκι έπαιζα μόνο σε αυτά τα μικρά, τα πλαστικά, που διέθεταν δύο εντεκάδες, τους κόκκινους και τους μπλε, στηριγμένους σε ελατήρια. Ο μπαμπάς μου θεωρούσε το Subbuteo ακριβό δώρο κι ήμουν, συνεπώς, αναγκασμένος να το απολαμβάνω μόνος μου -και πολύ προσεκτικά- για μερικά μόνο δευτερόλεπτα, όταν άφηναν το δικό τους για λίγο τα μεγαλύτερα σε ηλικία ξαδέλφια μου. Κάποια ζημιά θα είχα κάνει στην πρώτη μου επαφή με τους παίκτες - μινιατούρες, γιατί ούτε με έπαιζαν, ούτε μου έδιναν τη Βραζιλία ή την Ιταλία να μαλακιστώ, μόνο κάτι παλιές, σπασμένες αγγλικές, κάτι Άστον Βίλα και κάτι Νόριτς, με τους μισούς παίκτες κυριολεκτικά... μισούς.
Το 1986, όμως, ήμουν πια 11 ετών, καλός μαθητής και με ένα στοιχειώδες χαρτζιλίκι που θα μπορούσε να στηρίξει την αρχική πατρική επένδυση. Έλαβα λοιπόν το πρώτο πακετάκι, με την τσόχα, τα τέρματα, τη Ρεάλ Μαδρίτης και την Άντερλεχτ για πρωτοχρονιάτικο δώρο και επένδυσα τα υπόλοιπα δώρα -που οι γιαγιάδες μου έκαναν παραδοσιακά σε ρευστό- για να αγοράσω μερικές ακόμη ομάδες και το παραδοσιακή φράκτη για να μη φεύγει η μπάλα. Απέφυγα αυτές που είχαν ήδη οι φίλοι και οι συγγενείς μου (δηλαδή όλες τις καλές -είχα αργήσει πάαααρα πολύ να μπω στο μαγικό κόσμο του Subbuteo) και διάλεξα από τις υπόλοιπες με βασικό κριτήριο το πόσο μου άρεσε η φανέλα. Πήρα, βέβαια, και την ΑΕΚ, την ομάδα μου. Οι δύο που θυμάμαι πιο έντονα ήταν η Παρί Σεν Ζερμαίν και η Εθνική Ουγγαρίας.
Για τους Μαγυάρους εκείνα τα χρόνια είχε φτιάξει η Adidas μια παραλλαγή της κλασικής κόκκινης φανέλας με το λευκό σορτς και τις πράσινες κάλτσες. Είχε προσθέσει οριζόντιες λευκές γραμμές στη φανέλα, όχι ίδιου μεγέθους -καμμία σχέση με Σέλτικ ή Κιου Πι Άρ δηλαδή- αλλά πιο παχιές ψηλά, στο λαιμό, και πιο λεπτές κάτω στην κοιλιά. Δεν έμοιαζαν ούτε με εκείνες της αγαπημένης μου ομάδας όλων των εποχών, της Γαλλίας, που στην ουσία ήταν μια μεγάλη κόκκινη και τρεις πιο μικρές, σαν τις συνήθεις ρίγες των ρούχων της Adidas. Η εμφάνιση της Ουγγαρίας είχε κάτι το μοναδικό, γι' αυτό και την είχα λατρέψει. Επίσης, στο άλμπουμ της Panini είδα ότι τη χώρα δεν τη λένε Ουγγαρία, αλλά Μαγκιαρόρζαγκ (ακόμη δεν είμαι σίγουρος πού ακριβώς πέφτει ο τόνος) και αυτό με είχε ιντριγκάρει τα μάλα. Βάλε και ότι στη σύνθεσή της φιγούραρε το μουστάκι του Μάρτον Εστερχάζι, που φιγούραρε στην κεφαλή της επίθεσης της τότε άνυδρης ΑΕΚ (από το ΄87 μαζί και με τον παμμέγιστο Χένρικ Νίλσεν) και θα καταλάβεις ότι εκείνο το μεσημέρι της 2ας Ιουνίου του 1986, ήμουν φίλα προσκείμενος σε εκείνη την ομάδα και όχι στο μεγάλο φαβορί για το ματς που ήταν η Σοβιετική Ένωση.
Για τον πιο σημαντικό συμβολισμό εκείνου του ματς δεν γνώριζα απολύτως τίποτε. Το όνομα Ίμρε Νάγκι, για παράδειγμα, του μεταρρυθμιστή κομμουνιστή πρωθυπουργού της Ουγγαρίας που δολοφονήθηκε το '58 από το πιο σκληροπυρηνικό, σταλινικό, κομμάτι του τοποθετημένου από τους Σοβιετικούς καθεστώτος δεν μου έλεγε τίποτε. Μου έλεγε κάτι ο Ίμρε Γκάραμπα, στόπερ, και ο Άνταλ Νάγκι, αριστερό χαφ, ο Ίμρε Νάγκι νάδα. Δεν ήξερα και πολλά για την έξοδο της Ουγγαρίας από την κομμουνιστική επιρροή, κάτι που το 1986 ήταν πια σαφές και απλά θέμα χρόνου να εκφραστεί και συνταγματικώς (το '87 ανέλαβε πρωθυπουργός ο Κάρολι Γκροσζ, από το '88 άνοιξε τα σύνορα ελεύθερα -και όχι μόνο στους ποδοσφαιριστές- και το '89 οργάνωσε ελεύθερες εκλογές). Αντιθέτως, γνώριζα πολύ καλά τι παικταράς ήταν ο Λάγιος Ντέταρι και πολύ είχα χαρεί που δύο χρόνια μετά θα ερχόταν να παίξει στην Ελλάδα (αν και μισούσα τον Ολυμπιακό, πήγαινα και τον έβλεπα στο Ολυμπιακό Στάδιο συχνά). Τέλος πάντων. Στο ελληνικό πρωτάθλημα θα έπαιζε κάποιο ρόλο τελικά και η μισή Σοβιετική Ένωση που έμπαινε στο Ιραπουάτο ως αντίπαλος της Ουγγαρίας εκείνη την ημέρα.
Ή μάλλον, αυτοί που κάθονταν στον πάγκο εκείνη την ημέρα ήταν αυτοί που θα έπιαναν λιμάνι στον Πειραιά πιο μετά. Φαντάσου τι ομαδάρα ήταν η Σοβιετική Ένωση του 1986 που ο Μπλαχίν, ο καλλίτερός της παίκτης το '82, και τα υπερηχητικά ΜIG (πόσο λατρεύω τα ποδοσφαιρικά κλισέ) που θαυμάσαμε κάποια χρόνια μετά και εδώ, ο Λιτόφτσενκο κι ο Προτάσοφ, ήταν αναπληρωματικοί. Ο Σάβιτσεφ δεν έπαιζε κάν στην εθνική τότε...
Οι Ούγγροι πήραν την κρυάδα από το 2ο κιόλας λεπτό. Στο 4' το σκορ είχε γίνει 2-0. 3-0 στο ημίχρονο, 6-0 τελικό. Ήταν σαν ο Κόκκινος Στρατός να πέρναγε μία ακόμη φορά από τη Βουδαπέστη, μία τελευταία, για να θυμίσει στους Μαγυάρους δεινά και κακουχίες. Και εγώ, συνέχισα μεν να συμπαθώ τους Ούγγρους, αλλά μετά από αυτή την εκθαμβωτική εμφάνιση των Σοβιετικών, με το καθολικό ποδόσφαιρο, την πίεση σε όλο το γήπεδο και το ξεδίπλωμα των επιθέσεων με μπαλιές που δίνονταν με τη μία σε αστραπιαίο χρόνο, κατάλαβα ότι αυτή η ομάδα ήταν να φτάστει ψηλά. Στον ίδιο όμιλο έπαιζαν και οι αγαπημένοι μου Γάλλοι κι άρχισα να εύχομαι να μην τους συντρίψουν κι αυτούς (δεν το έκαναν, το Γαλλία - ΕΣΣΔ έληξε 1-1 και το γκολ των Σοβιετικών πέτυχε ο αγαπημένος μου παίκτης τους τότε, ο Ουκρανός Βασίλι Ρατς, με μια βολίδα από τα 40 μέτρα). Οι Σοβιετικοί τελικά προκρίθηκαν πρώτοι στον όμιλο χάρη στη διαφορά γκολ (κέρδισαν και τον Καναδά 2-0, ενώ οι Γάλλοι με 1-0 και τους Ούγγρους με 3-0), αλλά στον επόμενο γύρο αντιμετώπισαν το μεγαλύτερο Βέλγιο όλων των εποχών και την έχθρα της FIFA προς ο,τιδήποτε κομμουνιστικό, όπως εκφράστηκε από τον Σουηδό διαιτητή Έρικ Φρέντρικσον. Αποκλείστηκαν 3-4 στην παράταση...
Αυτή είναι η εικόνα που σχεδίασε ο Τζον Ρομίτα Τζούνιορ για το εξώφυλλο του επετειακού 600ού τεύχους του Amazing Spider-Man. Όσο περισσότερο την βλέπω, τόσο πιστεύω ότι θα είναι η πιο καθοριστική εικόνα του ήρωα.
"Είδες το 'Kick-Ass'; Είναι κάτι ανάμεσα σε 'Kill Bill' και τα ανέκδοτα με την Αννούλα". Η κριτική του φίλου (το γούστο του οποίου σέβομαι απεριόριστα) με έψησε. Όχι ότι ήθελα πολύ ψήσιμο. Έχω ήδη αγαπήσει το κόμικ στο οποίο βασίζεται η ταινία - και όχι μόνο επειδή έχει βγει από το πενάκι ενός από τους αγαπημένους μου σχεδιαστές, του Τζον Ρομίτα Τζούνιορ. Όχι, αυτό που παραμένει το πιο γοητευτικό στοιχείο στο "Kick-Ass" είναι η ανάδειξη του έφηβου geek, αυτού του αντικοινωνικού, μονομανούς, άχαρου ανθρωπότυπου, που έχει ως σύστημα αναφοράς τα κόμιξ, τα videogames και την μυθοπλασία του φανταστικού, σε ήρωα. Και όταν λέμε "ήρωα" εννοούμε κανονικό ήρωα, που υπερασπίζεται τους αδύνατους, τα βάζει με τους κακούς, απονέμει δικαιοσύνη. Προσωπικά, με συγκίνησε κι ένα ακόμη δομικό στοιχείο του Kick-Ass: το ότι το κίνητρο που ώθησε τον πιτσιρικά πρωταγωνιστή στον ηρωισμό δεν ήταν μια σκοτεινή ιστορία εκδίκησης ή κάτι τέτοιο, αλλά η μοναξιά, η αποξένωση και η απελπισία. Από αυτήν την άποψη, το "Kick-Ass" είναι ένα υπέροχο "what if", η πραγματοποίηση (έστω στο χαρτί/ στην οθόνη) του υπέρτατου ονείρου κάθε έφηβου αναγνώστη των κόμιξ με σούπερ-ήρωες: να γίνει και ο ίδιος σούπερ-ήρωας, να φορέσει μια εφαρμοστή στολή, να υιοθετήσει μια κρυφή ταυτότητα και να τα περιπολεί τις νύχτες στην πόλη, πολεμώντας τους κακούς. Στην περίπτωση του νεαρού ήρωα του κόμικ η εφαρμοστή στολή είναι από νεοπρέν, το όνομα (Kick-Ass) του το έδωσαν οι θεατές των περιπετειών του στο Youtube και οι μάχες με τους κακούς σήμαιναν ένα γερό ξυλοφόρτωμα για τον ίδιο. Είναι το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη η καλύτερη σάτιρα κι αν σ' αυτό προσθέσεις έναν φασίζοντα ψυχωτικό πατέρα/ σούπερ ήρωα που εκπαιδεύει την ανήλικη κόρη του να γίνει φονική μηχανή, πασπαλίσεις με μπόλικο φετιχισμό της βίας, έχεις μια ακαταμάχητη συνταγή. Μια συνταγή που λειτουργεί άψογα στο κόμικ, αλλά είναι φτιαγμένη για να γίνει ταινία - κι αυτή είναι η συνήθης μομφή που απευθύνεται στον σεναριογράφο Μαρκ Μίλαρ, ότι χρησιμοποιεί το μέσο του κόμικ ως προθάλαμο για το Χόλιγουντ. Η άλλη μομφή αφορά ακριβώς την ιστορία του "Big Daddy" και του "Hit Girl" - ένας πατέρας καταστρέφει δια παντός την παιδική ηλικία και την ψυχική υγεία της κόρης του κι εμείς χειροκροτάμε, διασκεδάζοντας: δεν είναι λίγο ανήθικο αυτό; Ήταν η ερώτηση που έθεσα στον Ρομίτα την περασμένη Παρασκευή, όταν τον συνάντησα στο πλαίσιο του Comicdom Con. Η απάντησή του με ικανοποίησε. Μου επεσήμανε όλες αυτές τις περιπτώσεις γονέων που πιέζουν τα παιδιά τους να γίνουν πρώτοι μαθητές, που τα οδηγούν στον πρωταθλητισμό, τους διαγωνισμούς ομορφιάς, που τα βάζουν να εξασκούνται με τις ώρες στον χορό, την μουσική, οτιδήποτε. Το "Hit Girl" είναι όλα αυτά τα παιδιά, μόνο που αντί να μαθαίνει ρυθμική γυμναστική, μαθαίνει να σκοτώνει με αποτελεσματικότητα νίντζα. Το στοιχείο της σάτιρας που λέγαμε... Τώρα έχω ένα αναλυτικό εργαλείο για να απολαύσω το όργιο βίας της ταινίας - πολλώ δε μάλλον που τον ρόλο του "Hit Girl" ενσαρκώνει η Κλόι Μόρετζ, που έκλεψε με τεράστια άνεση όλες τις σκηνές που εμφανιζόταν στο "500 days of Summer", αποδεικνύοντας ότι δεν θα ξεμπερδέψουμε εύκολα με δαύτη.
Ο Ντέιβιντ Κούλθαρντ σχολιάζει στη μετάδοση του BBC / Ο Μίκαελ Σουμάχερ πιλοτάρει / Κάποτε ήταν αντίπαλοι / Ο Πεπ Γκουαρντιόλα φοράει ποσέτ / Ο Μουρίνιο έχει ξεκούμπωτο το σακάκι. Κουνιέται συνέχεια / Ο Ρομπέν νιώθει μπλοκαρισμένος / Ο Λορίς δεν είναι στη μέρα του σήμερα / Ο Κούλθαρντ το ξέρει, το περιμένει, το σχολιάζει ατάραχος / Ο Σουμάχερ αγκομαχάει, παλεύει με φαντάσματα / Βρέχει στη Σαγκάη / Ο διαιτητής δεν θα σου χαριστεί / Ο Μέσι; Πού είναι ο Μέσι; / Πλησιάζει ο Φέτελ. Τον Φέτελ τον έχουν πει «νέο Σουμάχερ» / Ο Νίκο Ρόζμπεργκ είναι ψηλά, πολύ ψηλά. Οδηγάει κι αυτός Mercedes. Όπως ο Σουμάχερ. Δεν αγκομαχάει / Ο Πεπ Γκουαρντιόλα είναι ανήσυχος / Κανείς δεν φυλάει τον Μάξουελ. Πάσα, γκολ, 0-1 / Ο Μουρίνιο δεν έχει κάνει κανένα λάθος / Ο Φέτελ περνάει / Ο Γουέμπερ περνάει / Ο Βιτάλι Πετρόφ περνάει / Ποιος είναι ο Βιτάλι Πετρόφ; / Γκολ, 1-1 / Ο Μουρίνιο ξέρει / Και ο Κούλθαρντ ξέρει, δεν θέλει να το πει τελείως κυνικά, αλλά ξέρει ότι θα συμβεί / Ο Μίκαελ Σουμάχερ είναι 41 ετών / Ο Χάμιλτον έχει περάσει εδώ και ώρα / Ο Ριμπερί μπερδεύει το πόδι για μπάλα / Ο Φαν Χαάλ ξέρει / Κόκκινη κάρτα / Γκολ, 2-1 / Ο Πεπ Γκουαρντιόλα δεν ξέρει / Γκολ, 3-1 / Ο Τουλαλάν είναι τεράστιο αμυντικό χαφ. Αλλά δεν είναι στόπερ / Ο Βιτάλι Πετρόφ; / Δεύτερη κίτρινη, κόκκινη / Μία φορά θέλει να νιώσει ελεύθερος ο Ρομπέν. Να σουτάρει με το αριστερό / Η βροχή δεν σταματάει στη Σαγκάη / Ο Μπάτον κερδίζει / Ελεύθερος. Σουτάρει. 1-0 / Ο Μουρίνιο είναι ο μεγαλύτερος προπονητής στον κόσμο / Με διαφορά.