26 Μαΐ 2008

Ο παλιόφιλος Ίντυ

Τον πρώτο Ιντιάνα έβαζα τον πατέρα μου και τον νοίκιαζε τουλάχιστον μια φορά το μήνα από το video club. Τον είχα δει ήδη πάνω από δέκα φορές μέχρι που τον πρωτοέπαιξε η τηλεόραση. Τον δεύτερο τον είδα δύο-τρεις, αλλά τον βαρέθηκα γρήγορα. Στον τρίτο, κάθισα για πρώτη φορά σε σκαλάκια κινηματογράφου για να δω ταινία. Ένα "Αθήναιον" κατάμεστο, μια παρέα από 12χρονα εμείς, παιδιά του γυμνασίου, αγόρια και κορίτσια μαζί είχαμε πάει, πράγμα περίεργο αφού τότε οι παρέες ήταν μόνο αγόρια ή μόνο κορίτσια και το ερωτικό ενδιαφέρον ήταν πολύ βαθειά ενδόμυχο, αλλά έτσι ήταν ο Ίντυ, ήταν το φαινόμενο της ποπ κουλτούρας μας, αυτός και οι Duran Duran, ένωνε ακόμη και τα εντελώς αντίθετα... Χειροκροτήσαμε όταν ο Σων Κόνερυ μίλησε ελληνικά, μείναμε με το στόμα ανοικτό στη σκηνή που θύμιζε μεσαιωνικές μονομαχίες, συγκινηθήκαμε στο τέλος.

Και τώρα, 19 χρόνια μετά (κι έχοντας ξαναδεί τα τρία πρώτα δεκάδες ακόμη φορές, έχοντας εκτιμήσει δεόντως ακόμη και το δεύτερο πια...) πήγα με την ίδια χαρά στο θερινό σινεμά με τους κολλητούς μου και με ακόμη περισσότερη χαρά, με το που γύρισα σπίτι, κάθισα στον υπολογιστή να ποστάρω κάτι για το "Βασίλειο του Κρυστάλλινου Κρανίου".


Εννοείται ότι ενθουσιάστηκα με την ταινία. Όχι γιατί διαθέτει τίποτε σημαντικές κινηματογραφικές αρετές ή γιατί είναι πανέξυπνη και θεαματική. Τίποτε από τα τρία δεν ισχύει: δεν μου άρεσε ούτε η υπερβολή στην χρήση των computer graphics, ούτε οι μέτριες σκηνές κυνηγητού με αυτοκίνητα (είμαι μεγάλος φαν του είδους και μπορώ να πω με σιγουριά ότι έχουμε δει δεκάδες καλλίτερες). Και, φυσικά, βρήκα το σενάριο παιδικό. Αλλά...

...όλα τα παραπάνω, που με την πρώτη ματιά μοιάζουν να είναι τα αρνητικά της ταινίας, είναι στην ουσία οι πύλες για το πιο βασικό της στοιχείο. Το "ευχαριστώ" που λέει σε όλους εμάς τους φανατικούς φίλους του Ίντυ. Γιατί διευκολύνουν την ταινία να κάνει κάτι πολύ απλό, διασκεδαστικό και απολαυστικό: Στην ουσία, η τέταρτη συνέχεια των περιπετειών του Δρος Τζόουνς είναι ένα αυτοαναφορικό, αυτοσαρκαστικό, χωρίς σενάριο κι απαιτήσεις κλείσιμο ματιού στη γενιά που μεγάλωσε με τον Χάρισον Φορντ ως πρότυπο εφηρμοσμένης -"περιπετειώδους"- γνώσης, ένα κλείσιμο ματιού, ντυμένο με εικόνες, με ένα fedora, ένα μαστίγιο και μια απέχθεια για τα φίδια. Είμαι σίγουρος ότι οι σημερινοί 20άρηδες δεν θα εκτιμήσουν καθόλου το μεγαλείο της. Δεν θα παρατηρήσουν τον πίνακα του Μάρκους Μπρόουντι στον διάδρομο του πανεπιστημίου, δεν θα ενθουσιαστούν με την εμφάνιση του Σάια Λεμπέφ ως "Ατίθασου", δεν θα εκτιμήσουν το γεγονός ότι η ζωή του Ίντυ σώζεται από ένα φίδι... Αντιθέτως, θα γελάσουν με τις υπερβολές της και τις σεναριακές αυθαιρεσίες, όπως το ότι ένα ψυγείο σώζει τον ήρωα από μια πυρηνική έκρηξη. Ναι, φυσικά και ένα ψυγείο δεν θα μπορούσε να επιβιώσει μιας πυρηνικής έκρηξης, αλλά η ουσία κρύβεται στην ούγια. Όταν ο Ίντυ ανοίγει την πόρτα για να μπουκάρει στο ύστατο καταφύγιο από τον επερχόμενο όλεθρο, διαβάζεις ότι το ψυγείο είναι φτιαγμένο από μόλυβδο. So 50s και so real. Τα πυρηνικά καταφύγια που κτίζονταν κατά εκατοντάδες τότε -στα "καλά χρόνια" του Ψυχρού Πολέμου- ήταν φτιαγμένο από μόλυβδο, που δεν αφήνει τη ραδιενέργεια να περάσει... Ξαναλέω: ο 4ος Ίντυ είναι γεμάτος αγνό χαβαλέ, αυτοσαρκασμό και παιχνίδι. Είναι ένα σκέτος Homo Ludens.


Κάπου είχα διαβάσει ότι ένα καλό βιβλίο είναι αυτό που μέσα του θα διαβάσεις αναφορές σε άλλα εκατό καλά βιβλία (στο "Επιμύθιο στο Όνομα του Ρόδου", μάλλον, αλλά δεν είμαι και σίγουρος). Το "Βασίλειο του Κρυστάλλινου Κρανίου" δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια συνεχής αναφορά σε άλλες ταινίες και κυρίως στις τρεις πρώτες περιπέτειες του Ιντιάνα Τζόουνς. Και ως κεντρική ιδέα χρησιμοποιεί την πιο βασική μοίχεια μεταφυσική πεποίθηση του μέσου όρου: ότι κάποτε, κάπου σ' αυτήν τη Γη, κάποια ανώτερα όντα, εξωγήινοι, δημιούργησαν έναν σπουδαίο πολιτισμό. Από τον Λιακόπουλο στον Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ και από τον Μίλτον (στίχοι του "Paradise Lost" -αν δεν κάνω λάθος- ακούγονται άλλωστε στην ταινία) μέχρι την CIA, όλοι πίστεψαν ή δούλεψαν δημιουργικά πάνω σ' αυτό το μύθο. Στην τέταρτη ταινία του Ιντιάνα παίρνουμε και μια πειστική εξήγηση για το πώς χάθηκε η Ατλαντίδα. Δεν θα κάνω spoiler εδώ. Όποιος την δει κα δεν καταλάβει πώς, να μου στείλει mail να του εξηγήσω...

Y.Γ. Για όποιον αγωνιά αν το franchise θα συνεχιστεί: (SOS, ακολουθεί spoiler) στην τελευταία σκηνή του έργου, ένα αεράκι φέρνει το fedora του Ίντυ στα πόδια του Χένρι Τζούνιορ που το σηκώνει και πάει να το φορέσει. Πριν προλάβει, ο Χάρισον Φορντ του το βουτά από τα χέρια και το φορά μ' ένα καταγοητευτικό χαμόγελο. Το franchise έλαβε τέλος...

6 σχόλια:

Mr. Arkadin είπε...

Καλά, μην παίρνεις όρκο για το franchise. Κατά τ' άλλα, ταυτίζομαι απόλυτα*, χωρίς να έχω δει ακόμα την ταινία - ήταν να πάω χθες, αλλά τελευταία στιγμή το ακύρωσα. Είχε προηγηθεί επανάληψη των τριών προηγούμενων ταινιών.
*(μέχρι τη φωτογραφία με το lego είχα σκεφτεί για το δικό μου αντίστοιχο post)

Αθήναιος είπε...

Ως τεράστια φαν του Ιντιάνα Τζόουν υπογράφω το rationalization μιας τεράστιας πατάτας αλλά πρέπει να προειδοποιήσω τους ανυποψίαστους αναγνώστες ότι πρόκειται περί τεράστιας μάπας. Όλα τα tributes που αναφέρει ο αγαπητός είναι βέβαια εκεί αλλά είναι χοντροκομμένα και αδούλευτα κάτι που υπαγορεύει και ο γρήγορος ρυθμός της ταινίας, truth must be told. Παραδόξως, αυτό που μου άρεσε πιο πολύ ήταν ότι διαζώζεται από ένα φίδι.Αυτό πράγματι ήταν φοβερά σαρκαστικό.

newManifesto είπε...

ο Λούκας και ο Σπίλμπεργκ ευθύνονται για την παλιμπαιδοποίηση του αμερικανικού κινηματογράφου και ταινίες σαν το ιντιάνα τζόουνς απευθύνονται σε παιδάκια το πολύ 12 ετών τα οποία ακριβώς χάρη στην τεράστια επιτυχία ανάλογων ταινιών καθορίζουν πλέον την παραγωγή του χόλυγουντ με αποτέλσμα να βλέπουμε τις πίπες που βλέπουμε

Homo Ludens είπε...

Έλα ρε Μανιφέστε, πώς κάνεις έτσι; Εξ άλλου εδώ και τόσο καιρό μιλάμε για τα 14χρονα παιδάκια μέσα μας σ' αυτό εδώ το blog.

Jason είπε...

Πολύ καλό post.
Αν και ανήκω στη γενιά των σημερινών 20ρηδων υποθέτω, καταλαβαίνω πολύ καλά τι εννοείς.

Οι περιπέτειες του Indy είναι όμορφες και ευχάριστες, ας ξεκομπλαριστούν όλοι. ;)

gsus είπε...

Πολύ χορταστική, συμφωνώ απόλυτα με τα σχόλια. Ένα πράγμα με χάλασε: το ότι λυπήθηκα την κακιά, ήδη από το πρώτο μισάωρο και σε όλη την υπόλοιπη ταινία την έβλεπα με συμπόνοια. Σχεδόν ήθελα να κερδίσει.