Βασικό χαρακτηριστικό της Jungle Music είναι το «γρύλισμα», μια τεχνική για την οποία είναι μάλλον υπεύθυνος ο Bubber Miley, τρομπετίστας της ορχήστρας του Έλινγκτον, που πειραματιζόταν πάνω σε κάποια τεχνάσματα του King Oliver. Το «γρύλισμα» είναι αυτό που λέει η λέξη: περνά από το λαιμό στα χείλη, κι από εκεί στο πνευστό, το οποίο παίζεται με διπλή σουρντίνα: εσωτερική, και εξωτερική, ώστε να δημιουργείται αυτός ο χαρακτηριστικός ήχος που ακούγεται σαν «γουα-γουα», ενώ ο μουσικός φροντίζει να τραγουδά «μουγκρίζοντας» την ίδια νότα που παίζει. Το αποτέλεσμα είναι η ιδανική μουσική υπόκρουση για τα «εξωτικά» θεάματα του Cotton Club: ένας ήχος που παραπέμπει στα γρυλίσματα, τα μουγκρητά και τις φωνές των θηρίων της ζούγκλας, και που σε συνδυασμό με τη ρυθμικότητα της τζαζ φέρνει στο φως τις αφρικανικές ρίζες αυτής της μουσικής. «Η μπάντα μας άλλαξε φυσιογνωμία όταν ήρθε ο Μπάμπερ», θυμόταν ο Ντιουκ Έλινγκτον. «Γρύλιζε όλη τη νύχτα, παίζοντας με τη σουρντίνα. Τότε αποφασίσαμε να ξεχάσουμε δια παντός τη γλυκιά μουσική». Χρειαζόταν βέβαια ένας ιδιοφυής ενορχηστρωτής, όπως ήταν εκείνος, για να κάνει όλο αυτό το πράγμα να ακούγεται τόσο συναρπαστικό.
DUKE ELLINGTON & his Cotton Club orchestra: Echoes of the Jungle (Williams – Mills)Cootie Williams, Arthur Whetsel, Freddy Jenkins (tp), Joe “Tricky Sam” Nanton, Juan Tizol (tb), Barney Bigard (cl, ts), Johnny Hodges (cl, as), Harry Carney (cl, as, bs), Duke Ellington (p), Fred Guy (bjo), Wellman Braud (b), Sonny Greer (d).
Recorded: New York, 16/6/1931
Ο Bubber Miley είχε ήδη εγκαταλείψει την ορχήστρα του Ellington, με αποτέλεσμα το βάρος της δημιουργίας του Jungle ήχου να μοιράζεται ανάμεσα στον Arthur Whetsel και τον Cootie Williams, του οποίου η υπογραφή βρίσκεται σ’ αυτόν εδώ τον απόηχο της ζούγκλας.









Μια τυπική βραδιά στο Κότον Κλαμπ περιλάμβανε δύο παραστάσεις: η πρώτη γύρω στα μεσάνυχτα και η επόμενη δυο ώρες μετά. Στο διάστημα πριν, μετά και ανάμεσα στις παραστάσεις, η σταθερή ορχήστρα καλείτο να παίξει τις δικές της συνθέσεις καθώς και τις επιτυχίες της εποχής, ώστε να χορέψει το κοινό – ή να απολαύσει το ακροατήριο που μεταφερόταν στο κλαμπ χάρη στην εβδομαδιαία ραδιοφωνική μετάδοση. Όσο για τις παραστάσεις, ήταν ένα είδος επιθεωρήσεων – βαριετέ, με τραγουδιστές, κωμικούς και χορευτές – τα περίφημα Cotton Club girls, που λέγαμε, αλλά και τα αντίστοιχα Cotton Club boys – σε μια εναλλαγή τραγουδιών, χορευτικών και σκετς, όλα σε εξωτικά σκηνικά: ζούγκλες, ερήμους, αλλά και οι εξωτικές.... βαμβακοφυτείες του Νότου. Υπεύθυνοι για αυτές τις επιθεωρήσεις ήταν μερικοί από τους πιο παραγωγικούς συνθέτες της εποχής, όπως ο Χάρολντ Άρλεν, αλλά κυρίως ο Τζίμι ΜακΧιού, που με στιχουργό μια τολμηρή έφηβη ονόματι Ντόροθι Φιλντς, δημιούργησε τεράστιες επιτυχίες, όπως το I Can’t Give you anything But Love, το Bandanna Babies, το Diga Diga Do, το Harlemania, το Hot Feet, το Freeze and Melt, το Harlem River Quiver (τα περισσότερα έχουν μείνει αθάνατα, χάρη στις ηχογραφήσεις του Ντιουκ Έλινγκτον, του κατεξοχήν bandleader αυτής της εξωτικής, “jungle music”, όπως αποκαλείτο η τζαζ της εποχής – καθόλου τυχαία.





THE MISSOURIANS: Prohibition Blues 



Το Cotton Club ήταν με άλλα λόγια, ένα μέρος όπου η αποκλειστικά λευκή πελατεία, μπορούσε να απολαύσει τους καλύτερους μαύρους καλλιτέχνες και τα ομορφότερα κορίτσια, τα οποία έπρεπε να είναι “tall, tan and terrific” – και για την ακρίβεια, άνω του 1,60, κάτω των 21 ετών και με χρώμα δέρματος ανοιχτό (για μαύρη επιδερμίδα). Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Ίσως, λίγο αλκοόλ...
EDITH WILSON with BUBBER MILEY & his MILEAGE MAKERS: The Penalty of Love


