18 Ιουν 2013

Πώς το "Sherlock" άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε τις τηλεοπτικές σειρές


Το “Sherlock”, η σύγχρονη και πιο μοντέρνα τηλεοπτική εκδοχή των ιστοριών του Sir Arthur Conan Doyle έρχονται σε λίγο καιρό στην ελληνική τηλεόραση και συγκεκριμένα στον OTE TV, κουβαλώντας τα 30 βραβεία που έχει αποσπάσει στις 47 ως τώρα υποψηφιότητές του. Φέρνει μαζί του, όμως, και κάτι ακόμη. Μια διαφορετική αντίληψη για τις τηλεοπτικές σειράς και το πώς τις παρακολουθούμε.

Πώς τις παρακολουθούμε όλοι και όχι μόνο στη Μεγάλη Βρετανία, τις ΗΠΑ ή τον Καναδά, εκεί δηλαδή που έλαβε όλες τις προαναφερθείσες βραβεύσεις. Γιατί ο “Sherlock” παίζεται σε περισσότερες από 100 χώρες παγκοσμίως κι έχει ήδη γίνει ένας από τους βασικότερους λόγους για την ισχυρή κερδοφορία του BBC τα τελευταία χρόνια (να μια ωραία αντίθεση με το από πού αντλούσε έσοδα η ΕΡΤ). Όλοι τον θέλουν σαν τρελοί. Όλοι τον βλέπουν σαν τρελοί.

Προφανώς γιατί ο “Sherlock” είναι μια πολύ καλή σειρά. Αυτό, όμως, που έχει περισσότερη σημασία στο «σαν τρελοί» της προηγούμενης παραγράφου είναι ότι η διάθεση δεν αλλάζει, παρότι ο τρόπος που προβάλλεται η συγκεκριμένη παραγωγή είναι διαφορετικός από αυτόν που έχουμε συνηθίσει. Να εξηγηθώ: Οι πρώτες του δύο σεζόν είχαν 3 επεισόδια η καθεμία. 3 μόνο. 6 σύνολο. Διήρκεσε η πρώτη από τον Ιούλιο μέχρι τον Αύγουστο του 2010 και η δεύτερη έπιασε λίγο από τον Ιανουάριο του 2012, στη Μεγάλη Βρετανία. Αυτό ήταν όλο κι όλο. Πρόκειται, βέβαια, για επεισόδια των 90 λεπτών, κανονικές ταινίες δηλαδή, αλλά το θέμα παραμένει: Τι κάνεις μέχρι να βγει ο επόμενος κύκλος; Στην περίπτωση του “Sherlock” κάνεις υπομονή και περιμένεις με αγωνία. Και το ξαναβλέπεις, βέβαια… Ξανά και ξανά.

Η αλήθεια είναι ότι η σειρά έχει συζητηθεί τόσο πολύ που, πέρα από το παρανοϊκό fandom που έχει αποκτήσει στο Tumblr, έγινε γρήγορα αντικείμενο πειρατείας. Από την άλλη, το γεγονός ότι έχει τόσα λίγα επεισόδια, διευκόλυνε αρκετά αυτούς που αντιστέκονται στα παράνομα downloads. Ή, ακόμη κι αν την έχουν δει με το που παίχτηκε στην Αγγλία, οι τεράστιοι χρόνοι αναμονής ανάμεσα στους κύκλους, τους ώθησαν να την ξαναδούν με το ίδιο ενδιαφέρον όταν παίχτηκε στη χώρα τους. Πολλοί αγόρασαν και το DVD.

Ο “Sherlock” απέκτησε εύκολα και γρήγορα ένα πιστό κοινό και κατάφερε να το κρατήσει παρά τα μεγάλα διαστήματα αναμονής. Πρόσθεσε ένα ακόμη τούβλο, έναν ακόμη όροφο καλύτερα, στην πορεία της τηλεόρασης τα τελευταία χρόνια προς μια όλο και πιο «κινηματογραφική» λογική. Το μοντέλο των όλο και πιο σύντομων σε όλο και πιο μεγάλα χρονικά διαστήματα κύκλων βρήκε εδώ την αποθέωσή του (το “Downton Abbey” μοιάζει να έχει τη συχνότητα της «Τόλμης και Γοητείας» μπροστά του). Και πρακτικά διερεύνησε τις πρόσθετες μεθόδους κερδοφορίας, κάνοντας τον εαυτό του παράδειγμα προς μίμηση με την επιτυχία του. Ακόμη κι αν δεν ήταν μια τόσο καλή και πολυβραβευμένη παραγωγή, θα άξιζε να τον μελετήσουμε και μόνο για τον τρόπο που πουλιέται. Σίγουρα θα τον διαδεχθούν κι άλλοι. Και θα μας δώσουν την αφορμή να δούμε αν είναι καθαρά θέμα ανώτερης ποιότητας ή αν η λογική του «στήνω μια αίρεση κι αν θες ακολουθείς» παίζει κι αυτή το ρόλο της…

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

17 Ιουν 2013

Πώς σας φάνηκε λοιπόν το νέο iOS;


Έγραφα τις προάλλες ότι ο επανασχεδιασμός του iOS θα έπαιζε το ρόλο του άσου στο μανίκι της Apple για την επιστροφή στην πορεία που την είχε καλομάθει ο εκλιπών Steve Jobs. Αν ήταν όντως μόνο αυτό, τότε τα νέα δεν είναι καλά. Οι επενδυτές δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενθουσιασμό και η μετοχή της Apple όχι μόνο δεν κέρδισε κάτι την Δευτέρα το βράδυ, όταν παρουσιάστηκε το νέο λειτουργικό για το iPhone και το iPad, αλλά γλίστρησε και λίγο πιο κάτω.

Όμως το νέο iOS δεν είναι μόνο αυτό. Και δεν θα κριθεί τόσο γρήγορα. Η δουλειά που έκανε ο «πολύς» (πάντα ήθελα να το γράψω αυτό) Jonathan Ive, ο σχεδιαστής των πιο ποθητών gadgets που έβγαλε ποτέ η Apple, στο πώς δείχνει το νέο λειτουργικό είναι εντυπωσιακή. Η ίδια η εταιρεία θέλησε να τονίσει τη σχέση του design που έχει πλέον το iOS με εκείνο των συσκευών της, ξεκινώντας από εκεί το διαφημιστικό της βίντεο.


Λιτές γραμμές, πολύ λευκό, πιο ευανάγνωστα γράμματα και –σε πρώτη εντύπωση- πιο εύχρηστα apps είναι αυτό που προσφέρει το iOS 7. Επίσης, θα έρχεται με μερικές νέες λειτουργίες, όπως ο iRadio, η υπηρεσία streaming music που έγραφα προχθές. Αλλά, όταν οι πρώτες εντυπώσεις σβήνουν, αρχίζει ο προβληματισμός. Πώς μπορούν να συγκριθούν οι online υπηρεσίες της Apple με αυτές που προσφέρει η Google; Καλή η ομορφιά, αλλά η ουσία είναι καλύτερη.

Όσο για τις προσθήκες που είναι όντως ουσιαστικές, όπως για παράδειγμα η δυνατότητα στο iPhoto να οργανώνεις τις φωτογραφίες σου ανά περιοχή ή ανά ημερομηνία, εκεί ξέσπασε μια άλλη γκρίνια: η Apple δεν δίστασε να κλέψει ιδέες από αυτόνομους προγραμματιστές που τις πουλούσαν τόσο καιρό για ένα δολάριο στο App Store.

Αλλά, μην είμαστε κι αχάριστοι. Το Control Center, ο νέος, πολύ πιο εύχρηστος τρόπος για να πηγαίνεις κατευθείαν στις πιο βασικές λειτουργίες της συσκευής, δηλαδή, και η ευκολία του multitasking είναι χαρακτηριστικά που δίνουν στο iOS σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι του ανταγωνισμού. Θα αποδειχτεί θέμα συνήθειας η χρήση του και η αναγωγή του σε βωμό λατρείας. Η Apple –ακόμη κι αν χρησιμοποίησε κάπως ανορθόδοξο τρόπο- αποδεικνύει ότι δεν έχει χάσει την επαφή της με τα υψηλά του coolness. Απλά πια δεν βρίσκεται μόνη της εκεί. Και τελικά το μεγάλο στοίχημα παραμένει η παρουσίαση των νέων της συσκευών το καλοκαίρι. Η εμφάνιση ενός νέου iOS είναι ένα ενθαρρυντικό βήμα ότι κάτι κινείται. Αλλά δεν αρκεί από μόνο του. Οψόμεθα, λοιπόν…

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

3 Ιουν 2013

Jimi Hendrix, Miles Davis, Paul McCartney: Το (παραλίγο) απόλυτο supergroup της ιστορίας


Δεν ήταν μυστικό στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ότι οι δύο βιρτουόζοι, ο Miles Davis και ο Jimi Hendrix, ήθελαν να βγάλουν ένα άλμπουμ παρέα. Ο τρομπετίστας και ο κιθαρίστας το συζητούσαν από καιρό. Και πιθανότατα θα είχαν προλάβει να το κάνουν, αν δεν ερχόταν ο αιφνίδιος θάνατος του Hendrix το 1970. Στα ντραμς θα καθόταν ένας ακόμη βιρτουόζος της εποχής, ο Tony Williams, ένας εκ των κορυφαίων τζαζ ντράμερ όλων των εποχών. Αλλά ποιος θα έπαιζε μπάσο;

Η λεπτομέρεια αυτή δεν ήταν γνωστή μέχρι προσφάτως. Και η αποκάλυψή της ανεβάζει το γκρουπ -που δεν προέκυψε ποτέ- στη σφαίρα του μυθικού. Το 1995 η αλυσίδα εστιατορίων Hard Rock Café αγόρασε ένα πακέτο με ροκ memorabilia για να τα χρησιμοποιήσει στα καταστήματά της. Ανάμεσά τους υπήρχε και μπόλικη αλληλογραφία μεταξύ διαφόρων μουσικών. Πριν λίγο καιρό, ένας από τους ανθρώπους της εταιρείας ανακάλυψε ένα τηλεγράφημα με αποστολέα τον Hendrix, ημερομηνία αποστολής τις 21 Οκτωβρίου του 1969 και παραλήπτη τον Paul McCartney!

Γεμάτο ορθογραφικά λάθη, έγραψε πάνω-κάτω το εξής: «Θα ηχογραφήσουμε ένα δίσκο αυτό το σαββατοκύριακο στη Νέα Υόρκη. Τι λες να έρθεις να παίξεις λίγο μπάσο; Τηλεφώνησε στον Allan Douglas στο 212-5812212. Ειρήνη. Jimi Hendrix, Miles Davis, Tony Williams”.

Το τηλεγράφημα έχει πλέον κορνιζαριστεί και μπορεί να το δει όποιος επισκέπτεται το Hard Rock Café της Πράγας. Πέραν του απόλυτου short notice που προκαλεί άπειρα γέλια, η αξία του δεν είναι αμελητέα. Μπορεί το άλμπουμ να μην ηχογραφήθηκε ποτέ, αλλά ο Davis και ο Hendrix το είχαν πάρει απόφαση. Δεν ξέρουμε αν ο McCartney απάντησε και τι, δεν ξέρουμε καν αν γνώριζε τις προθέσεις των δύο Αμερικανών, αλλά το έγγραφο αυτό επιβεβαιώνει τη φήμη που υπήρχε εκείνη την περίοδο ότι οι –μακαρίτες πια– βιρτουόζοι είχαν έτοιμο υλικό για ένα δίσκο. Για λογαριασμό του McCartney είχε απαντήσει τότε ο Peter Brown, βοηθός των Beatles, εξηγώντας ότι ο Βρετανός μουσικός θα έλειπε σε διακοπές για τις επόμενες δύο εβδομάδες. Δεν γνωρίζουμε τι έγινε όταν επέστρεψε.

Ο Stuart Bell, ο εκπρόσωπός του, ενημέρωσε τους δημοσιογράφους πριν λίγες ημέρες ότι αυτή την περίοδο ο Sir Paul McCartney (ο μόνος από τα τέσσερα μέλη του supergroup που ζει ακόμη) βρίσκεται σε περιοδεία, δεν θυμάται άμεσα την υπόθεση και δεν έχει το χρόνο και τα μέσα αυτήν την στιγμή να ψάξει να βρει στα αρχεία του τι είχε ακριβώς συμβεί.

Στην βιογραφία του Miles Davis, πάντως, η ιστορία αυτή αναφέρεται σαφώς (χωρίς την πτυχή McCartney) και δίνεται και η εξήγηση γιατί το σχέδιο τελικά ναυάγησε: Οικονομικές διαφορές χώρισαν τους δύο μουσικούς. Βασικά, ο Davis ήθελε 50.000 δολάρια προκαταβολή για να δεχτεί να ηχογραφήσει, κάτι που ο Hendrix το θεώρησε απαράδεκτο. Η συζήτηση, πάντως, δεν είχε λήξει όταν στις 18 Σεπτεμβρίου του 1970 ο Jimi Hendrix έφυγε αιφνιδιαστικά από τη ζωή.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

22 Μαΐ 2013

H Coca-Cola του Πο Πο Culture!

Φωτογραφημένη για το Πράγματα Που Λαμβάνω Στη Δουλειά.

Iron & Wine - Ghost On Ghost

Iron & Wine
Ghost On Ghost
(Απρίλιος 2013)


Ο Samuel Beam κάποτε ηχογραφούσε για την Sub Pop. Και τραγουδούσε ψιθυριστά, αλλά επιβλητικά, σκοτεινά, αλλά σαφή διηγήματα. Ήταν lo-fi και indie, όσο lo-fi και indie μπορεί να είναι κάτι τόσο ρουστίκ, όσο η μουσική του. Και ο Samuel Beam, ο μουσικός από τη Νότια Καρολίνα που προτιμούσε να τον φωνάζουν Iron & Wine, ήταν πάνω απ’ όλα folk. Ένα παιδί του λαού, του αγρού, της φύσης. Εσωστρεφής, ωστόσο, και λιγάκι μυστήριος, έμοιαζε κάθε φορά που έβγαζε δίσκο να σού δίνει μια πρόσκληση για να μπεις στο υπνοδωμάτιό του, να τον ακούσεις την ώρα που γρατζουνούσε την κιθάρα ή το μπάντζο του, γυρεύοντας να σκαρώσει νέες μελωδίες.

Όλα αυτά μέχρι το 2007, όταν η μουσική του άρχισε να πλαισιώνεται από γεμάτες ενορχηστρώσεις, από μουσικούς βιρτουόζους, που έπαιζαν τα πάντα και την έκαναν ξαφνικά να ακούγεται τόσο, μα τόσο πλούσια –κοίτα να δεις τι δυναμική έκρυβε μέσα της τόσο καιρό. Ο Iron & Wine είχε βγει απ’ το υπνοδωμάτιο και είχε πάει κατ’ ευθείαν στο Μέγαρο Μουσικής, χωρίς να χάσει ούτε ένα γραμμάριο από την αυθεντικότητα ή την έμπνευσή του στην διαδρομή. Κάποιοι, βέβαια, δίσταζαν να τον ακολουθήσουν σ’ αυτό του το ταξίδι. Διέκριναν μια τάση για μεγαλείο, μια λέξη που δεν θες να την πολυλές αν είσαι indie. 4 χρόνια αργότερα, όντως, η Beam ηχογραφούσε πια για την Warner Bros. Και η μουσική του ήταν ακόμη πιο εύπεπτη. Μπορούσαν πια να την ακούν ακόμη κι εκείνοι που δεν θεωρούσαν εαυτούς indie ή ο,τιδήποτε άλλο παρόμοιο με τους αντίστοιχους περιορισμούς. Όμως η μουσική του παρέμενε αυθεντική και η μοναδική του ικανότητα στο να γράφει γλυκά τραγούδια, χωρίς να καταντά αηδία από το πολύ μέλι, δεν μας άφησε ασυγκίνητους. Προσωπικά, δεν θεωρώ το “Kiss Each Other Clean” (2011) υποδεέστερο των προηγούμενων άλμπουμ του. Ίσα-ίσα που οι ασκήσεις μεγαλείου του με κέρδισαν, αντί να με αποτρέψουν.

Δύο χρόνια μετά πηγαίνει ακόμη παραπέρα τη μετάλλαξή του από έναν κλεισμένο στο σύμπαν του, μελαγχολικό χωριατάκο, σε έναν λαμπερό crooner. Παραδόξως δεν το κάνει με τα εργαλεία της arena rock που έδειχνε να τιθασεύει στο πρόσφατο παρελθόν. Δεν ανεβάζει ρυθμούς, δεν παρακάνει ηλεκτρικό τον ήχο του. Στο πέμπτο του άλμπουμ προτιμά απλά να αφήσει στην άκρη τη μελαγχολία και να προσθέσει λίγο παραπάνω χαμόγελο. Τραγουδά για την αγάπη με έναν τρόπο κάπως ποπ και σε κομμάτια όπως το “The Dessert Babbler” δεν διστάζει να φλερτάρει ακόμη και με τη soft rock. Jazz, soul, funk στοιχεία ξεπετιούνται μια στο τόσο, ήπια πάντα και μετρημένα, τραβώντας πάντως το “Ghost on Ghost” μακριά από τη σφαίρα της folk –το έχουν ξανακάνει κι άλλοι στο παρελθόν αυτό, οι Simon & Garfunkel, ας πούμε, ή οι Beach Boys. Το αποτέλεσμα θα ξενίσει τους παλιούς του οπαδούς. Αλλά θα κερδίσει όσους τον ακολούθησαν σε κάθε του βήμα και επικρότησαν την κάθε του μεταμόρφωση. Ο Iron & Wine στέκεται πια κάπου ανάμεσα στους Belle & Sebastian, τον George Michael και τον δικό του, παλιό, σκοτεινό εαυτό –και μοιάζει να είναι πολύ άνετος με αυτό. Εσύ μπορείς μόνο να τον κατηγορήσεις ότι έχει πια χάσει τον αυθορμητισμό του, αλλά κι αυτό πόσο να του στερήσει από την τελική σούμα, όταν το όλο αποτέλεσμα είναι τόσο μα τόσο ευχάριστο; Ένα; Άντε ενάμισι αστεράκι στα πέντε…


Iron & Wine - Joy

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

21 Μαΐ 2013

Ray Manzarek: 1939 - 2013



Στο άκουσμα του ονόματος της μπάντας, το μυαλό σου πηγαίνει αυτόματα σε μια φιγούρα. The Doors σημαίνει Jim Morisson όσο τίποτε άλλο. Στο άκουσμα, όμως, του ήχου τους, της μουσικής τους, κρατάς το μυστήριο και την παραισθησιογόνα ρευστότητα των πλήκτρων του Ray Manzarek. Όταν ο συνιδρυτής της μπάντας έφυγε χθες από τη ζωή, σε ηλικία 74 ετών, μετά από πολυετή μάχη με τον καρκίνο, ο John Densmore, ο ντράμερ των Doors, έκανε μια δήλωση που συμπυκνώνει όλα τα παραπάνω: «Δεν υπήρξε άλλος κιμπορντίστας στον πλανήτη πιο κατάλληλος από τον Ray να στηρίξει τους στίχους του Jim».

Η ιστορία της γνωριμίας των δύο είναι γνωστή: στη σχολή κινηματογράφου του UCLA (o Manzarek είχε κι άλλο πτυχίο, Οικονομικών από το Πανεπιστήμιο DePaul, όπου και είχε πρωτοξεκινήσει να παίζει μουσική). Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’60, μια εποχή που η Καλιφόρνια την ζούσε υπό την επήρεια παραισθησιογόνων… Η καλλιτεχνική παραγωγή ως εκ τούτου βρισκόταν στο απόγειό της και η τεράστια προσφορά, που υπολειπόταν της ζήτησης, έκανε τον παράγοντα τύχη καθοριστικό στοιχείο στη επιτυχία ή όχι μιας μπάντας. Στην περίπτωση των Doors η τύχη ήταν εκεί, αλλά η προσωπικότητα του Morisson και το ταλέντο του Manzarek έπαιξαν μεγαλύτερο ρόλο.

Ο Manzarek γεννήθηκε στο Σικάγο, από γονείς πολωνικής καταγωγής. Πιθανότατα δεν θα είχε φτάσει ποτέ στην Καλιφόρνια, στο LSD και στους Doors αν το όνειρο της ζωής του είχε μπει σε ράγες από νωρίς: ήθελε να παίξει επαγγελματικό μπάσκετ. Αλλά δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλός για το σπορ (1,84 μ.). Στο σχολείο ήταν ένα δυνατό «τεσσάρι», όταν όμως μεγάλωσε χωρίς να ψηλώσει άλλο, οι προπονητές του επέμεναν ότι έπρεπε να μάθει να παίζει γκαρντ. Ο Manzarek δεν έδειξε καμία διάθεση να αλλάξει το στυλ παιχνιδιού του, παράτησε το μπάσκετ και στο πανεπιστήμιο ασχολήθηκε με τη μουσική.

Έπαιζε διαφόρων ειδών πλήκτρα. Στις συναυλίες των Doors, οι οποίοι δεν είχαν μπασίστα για μόνιμο μέλος τους (χρησιμοποιούσαν διάφορους στις ηχογραφήσεις των δίσκων τους μόνο), έπαιζε ταυτόχρονα δύο όργανα. Το ένα ήταν keyboard για να καλύψει τις χαμηλές νότες του μπάσου. Το άλλο, βέβαια, ήταν το θρυλικό Vox Continental, το ηλεκτρικό πιάνο που χρησιμοποιούσαν οι περισσότεροι ψυχεδελικοί μουσικοί της εποχής. Αργότερα το άλλαξε για το Gibson G-101 Kalamazoo, που έβγαζε παρόμοιο ήχο, αλλά είχε κοκάλινα πλήκτρα, άρα πιο γερά από τα πλαστικά του Vox Continental που συχνά διαλύονταν στις ζωντανές εμφανίσεις των Doors όταν ο Manzarek τα έδινε όλα πάνω στα keyboards του.

Οι Doors έβγαλαν δύο άλμπουμ μετά το θάνατο του Morisson και ήταν ο Manzarek που ανέλαβε να τραγουδήσει. Γενικά, η επιμονή του να διατηρήσει ζωντανό το θρύλο της μπάντας (θα θυμάσαι ίσως την θλιβερή εμφάνισή τους στον Λυκαβηττό, λίγο μετά το Euro του 2004, με τις φανέλες της Εθνικής Ελλάδας) τον έκαναν κάπως αμφιλεγόμενο από το 1971 και μετά. O Densmore διαφώνησε με τους χειρισμούς του Manzarek και δεν δέχτηκε να τον ακολουθήσει στις διάφορες αναβιώσεις του θρυλικού γκρουπ των ‘60s, κάτι που έκανε μετά χαράς ο κιθαρίστας Robby Krieger.

Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι τα κίνητρα του Manzarek ήταν διαφορετικά από του Krieger. Ενώ ο δεύτερος ήθελε όντως να εξαργυρώσει τη συμμετοχή του σε ένα από τα πιο δημοφιλή ροκ συγκροτήματα της ιστορίας, για τον κιμπορντίστα και συνιδρυτή των Doors το στοίχημα ήταν άλλο. Να αποδείξει ότι ήταν εξίσου ισχυρός παράγοντας της επιτυχίας τους με τον Jim Morisson. Ο Manzarek ήταν σαν να διαιωνίζει έναν (συγκαλυμμένο τα χρόνια της ύπαρξής του) ανταγωνισμό ακόμη και μετά το θάνατο του ενός εκ των δύο «αντιπάλων». Έφυγε από τη ζωή χωρίς ποτέ να καταφέρει να χωνέψει ότι για την συντριπτική πλειονότητα των φίλων της μουσικής The Doors σημαίνει Morisson.

Η μουσική του προσωπικότητα, πάντως, θα μείνει αθάνατη. Θα είναι εκεί κάθε φορά που θ’ ακούγεται η εισαγωγή του “Light My Fire”. Θα σε απειλεί σε κάθε “Waiting For The Sun”, θα σε ανεβάζει σε κάθε “Hello, I Love You”, θα τρυπώνει στο υποσυνείδητό σου με κάθε “Love Me Two Times”. Η δική του, ψυχεδελική, σφραγίδα όρισε τον ήχο των Doors. Χωρίς αυτόν, ο Morisson πιθανότατα θα ήταν ένας σπουδαίος ποιητής, χωρίς όμως να είχε γίνει ροκ σταρ.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

10 τραγούδια για τη ζέστη


Το καλοκαίρι ήλθε μερικές εβδομάδες νωρίτερα και το Jumping Fish είπε να το υποδεχτεί με μια ιδρωμένη playlist, γεμάτη με λεκέδες από καρπούζι και παγωτό χωνάκι. Όποιος, πάλι, θεωρεί ότι ο καλύτερος τρόπος να πολεμήσεις τη ζέστη είναι με ψύχρα, έχουμε και από αυτό. Εδώ θα βρεις 10 τραγούδια για το κρύο)


David Bowie – “Heat”
Ολόφρεσκος David Bowie στο (κατ’ εμέ) καλύτερο κομμάτι του κάπως μέτριου τελευταίου του άλμπουμ, σ’ ένα υπαρξιακό δράμα που πάντως ελάχιστη σχέση έχει με τον καύσωνα των ημερών πέραν του τίτλου του.


Toto – “Fahreneit” 
Το κατάμεστο στα πλήκτρα soft / adult (τι χαρακτηρισμός κι αυτός) rock που έπαιζαν οι Toto, είχε αρχίσει να γίνεται πολύ βαρετό και πασέ στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και όντως το “Fahreneit” του 1986 είναι ένα από τα πιο άθλια άλμπουμ τους. Ακούγοντας όμως το ομώνυμο κομμάτι σήμερα δεν μπορείς να μη νιώσεις μια κάποια νοσταλγία για την εποχή εκείνη που αγόραζες γρανίτα grillo ένα εικοσάρικο και έκανες διακοπές στην Στούπα και στην Κινέτα.


Yello – “Celsius” 
To έβαλα ως αντιστάθμιση στο “Fahreneit” περισσότερο, για να μετρήσουμε την θερμοκρασία και με τον δικό μας τρόπο, αλλά είναι τόσο ιδιαίτερο μέσα στην ηλεκτρονική του παράνοια, που ναι μεν δεν πολυθυμίζει καλοκαίρι, αλλά προσθέτει μια πινελιά αυθεντικότητας στη λίστα. Είναι σαν να φοράς panama hat από τον Παναμά αντί για ψάθινο καπελάκι από το σούπερ μάρκετ του νησιού.


Suzanne Vega – “99.9 F°”
To 1992 υπήρχε μια φήμη ότι η Suzanne Vega θα το γύριζε στην ηλεκτρονική μουσική. Όχι τυχαία. Το remix των DNA στο υπέροχο παλιό της folk κομμάτι “Tom’s Diner” είχε γίνει πριν δύο χρόνια η μεγαλύτερη επιτυχία που έκανε ποτέ. Τελικά το “99.9 F°” δεν ήταν techno, αλλά δεν είχε και πολύ σχέση με την ιδιαίτερη «αστική» folk που έγραφε μέχρι τότε. Το ομώνυμο κομμάτι είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση. Το πείραμα πάντως δεν πέτυχε και η Vega σύντομα γύρισε σε πιο γνώριμα μονοπάτια.


Donna Summer – “Hot Stuff”
Δεν χρειάζονται συστάσεις για το πιο μεγάλο hit της Donna Summer. H μακαρίτισσα εδώ και ένα χρόνο Donna, έψαχνε για το πιο καυτό πράγμα απ’ όλα –κάτι που είναι παντός καιρού είναι η αλήθεια και δεν προϋποθέτει αποκλειστικά το καλοκαίρι για να το απολαύσεις.


Pat Benatar – “In The Heat Of The Night”
Στο εφηβικό μας δίλημμα “Lita Ford ή Pat Benatar;” οι περισσότεροι είχαμε δώσει την ψήφο μας στην πρώτη, επιμένοντας ότι ήταν πιο αυθεντική ροκού (και πιο ξανθιά, θα προσθέσω), αλλά οι λίγοι, οι ποιοτικοί, επέμεναν ότι η Pat –όντας και πιο παλιά στο χώρο- ήταν απείρως πιο «καυτή». Αυτό της το κομμάτι, από το σπουδαίο ομώνυμο άλμπουμ της του 1979 (που περιείχε και το έπος “We Live For Love”) το αποδεικνύει. Και επίσης προσθέτει και ποιοτικά χαρακτηριστικά στο δίλημμα. Lita το χειμώνα. Pat το καλοκαίρι.


Phil Ocs – “In The Heat Of The Summer” 
Ένα ιστορικό κομμάτι από μια από τις θρυλικότερες φιγούρες που γέννησε ποτέ η folk. Το ακούς και βρίσκεις με τη μια τη βασική επιρροή όλων των nu-folk καλλιτεχνών που ξεπηδάνε τα τελευταία χρόνια σαν κράχτες ενοικιαζόμενων δωματίων την στιγμή που ακουμπάει ο καταπέλτης του φέρι μποτ στην προβλήτα του νησιού.


John Lee Hooker & Canned Heat – “Burning Hell” 
Από τα πιο δημοφιλή κομμάτια του John Lee Hooker (το έγραψε το 1959), διπλασίασε την θερμαντική του ιδιότητα, όταν ξαναηχογραφήθηκε το 1970 με τη βοήθεια των Canned Heat, που –ως γνωστόν- μπορούσαν να κάνουν το καυτό ακόμη καυτότερο. 


John Fogerty and The Fairfield Four "A Hundred and Ten In The Shade"
110 βαθμοί Φαρενάιτ είναι κάτι παραπάνω από 43 βαθμούς Κελσίου για όποιον αναρωτιέται. Και το συγκεκριμένο κομμάτι του John Fogerty είναι από τα πιο χαρακτηριστικά που έγραψε (το 1997) από τότε που διέλυσε τους Creedence Clearwater Revival.


Martha & the Vandellas – “Heatwave” 
Ήθελα να κλείσω τη λίστα με το χαρακτηριστικότερο κομμάτι της και ήμουν έτοιμος να βάλω το “Vanilla Ice Ice Baby”, μέχρι που θυμήθηκα ότι υπήρχε το απόλυτο αντίδοτο στον καύσωνα, που μάλιστα χρησιμοποιούσε τη λέξη σαν τίτλο του! 

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

15 Μαΐ 2013

10 λογοκριμένα video clips


Το τελευταίο video clip του David Bowie, με τον ίδιο στο ρόλο ενός μάλλον αδιάφορου κι ατάραχου Μεσσία και τους Gary Oldman και Marion Cotillard να υποκρίνονται χαρακτήρες που ανεβάζουν το αίμα στο κεφάλι του κάθε καλού Χριστιανού. έγινε μέσα σε λίγες ώρες αντικείμενο κατακραυγής και λογοκρισίας. Έγινε, δηλαδή, μια ωραία αφορμή για να θυμηθούμε 10 ακόμη περιπτώσεις που το βίντεο ενός τραγουδιού προκάλεσε και κυνηγήθηκε (κατορθώνοντας, μεταξύ άλλων, να τραβήξει την προσοχή από τη μουσική και να τη στείλει αλλού –μερικές φορές εντελώς προσχεδιασμένα…):


Madonna – “Justify My Love”
Για τη βασίλισσα της ποπ αυτό ήταν μόνο η αρχή…


Madonna – “Erotica”
…γιατί μερικά χρόνια αργότερα ήρθε αυτό.


The Prodigy – “Smack My Bitch Up”
Μια προφανής επιλογή για την παρούσα λίστα και μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που ήταν κρίμα που το βίντεο επισκίασε το τραγούδι.


Cee Lo Green – “Fuck You”
Απολαυστικά αθώο βίντεο, αλλά είναι αυτές οι σιγανοπαπαδιές που διαβρώνουν τα ήθη με το χειρότερο τρόπο.


Bjork – “Pagan Poetry”
Το ότι κάποιοι σοκαρίστηκαν από το βυζί της Ισλανδής και κατάφεραν να «κόψουν» το εν λόγω video clip από το MTV παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της τηλεόρασης μέχρι σήμερα.


Charlotte et Serge Gainsbourg – “Lemon Incest”
Μπαμπάς και κόρη ημίγυμνοι στο κρεβάτι; Θα περνούσε, αν ο μπαμπάς δεν λεγόταν Gainsbourg.


Erykah Badu – “Window Seat”
Από πίσω ακούγεται αθώα, ρομαντική σόουλ, εκείνη ξεκινά να τα πετά, αλλά –περίμενε– είναι μέρα μεσημέρι, το κάνει στη μέση του δρόμου και στο τέλος πέφτει κάτω, παριστάνοντας τη νεκρή, εκεί που σκότωσαν τον JFK. WTF?


Nine Inch Nails – “Closer”
Ένα σπουδαίο κομμάτι, που χρειαζόταν και το ανάλογο βίντεο. Μόνο που ήταν κάπως προχωρημένο για την εποχή του (1994). Και το ένα και το άλλο.


Frank Zappa – “You Are What You Is”
Όπου ένας σωσίας του τότε πλανητάρχη Ronald Reagan εκτελείται στην ηλεκτρική καρέκλα.


Missy Elliot – “She’s a Bitch”
Άθλιο τραγούδι, υπέροχο βίντεο, λάθος τίτλος. 14 χρόνια μετά μπορούμε πια να το απολαύσουμε χωρίς ενοχές.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

14 Μαΐ 2013

Πότε θα αναγνωριστεί επιτέλους το μεγαλείο του Josh Ritter;


Το “The Beast In Its Tracks” δεν είναι το καλύτερο άλμπουμ του Josh Ritter. Στη δική μου λίστα με τις δουλειές του τραγουδοποιού από το Idaho κάθεται προς το παρόν κάπου στη μέση. Αλλά δεν έχει περάσει και πολύς καιρός από τότε που βγήκε. Είναι πολύ πιθανόν όταν του χρόνου κάτσω να ξανακούσω και τα επτά που έχει βγάλει ως τώρα και ξαναβγάλω αξιολόγηση, το “The Beast In Its Tracks” να πιάσει πάτο.

Αλλά αυτό από μόνο του αποτελεί μια ισχυρή ένδειξη ότι ο Ritter είναι σπουδαίος. Αν το χειρότερό του άλμπουμ είναι τόσο όμορφο όσο το “The Beast In Its Tracks” κι αν έχουν περάσει πια 14 χρόνια και τόσες κυκλοφορίες για να φτάσουμε στο σημείο να πούμε ότι «αυτή τη φορά δεν ξεπέρασε τον εαυτό του», τότε μήπως απλά τον έχουμε αδικήσει κατάφωρα τόσο καιρό;

Σύμφωνοι, με το μεγαλειώδες “So Runs The World Away”, ο ίδιος ο Josh είχε βάλει τον πήχη πολύ ψηλά, καλλιεργώντας μεγάλες προσδοκίες σε μας, τους πιστούς του φαν. Και, όντως η νέα του δουλειά δεν έχει μέσα αριστουργήματα σαν το “Lantern”, το “Folk Bloodbath” ή το “The Curse”. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι εθιστική. Δεν υπάρχει περίπτωση να βάλεις το “The Beast In Its Tracks” να παίζει και να το κλείσεις 43 και μισό λεπτά μετά. Θα το ξαναπάς από την αρχή, θα κολλήσεις σε 2-3 σημεία του (σίγουρα με το «χιτ» “New Lover”), θα μάθεις τις ιστοριούλες του απέξω.

Αν είναι κάτι που τον κάνει ξεχωριστό είναι ακριβώς αυτές οι ιστοριούλες. Στο νέο του άλμπουμ παίρνει για αφορμή μια δύσκολη προσωπική του στιγμή και γράφει μπόλικα παραμύθια που έχουν πολλά να πουν στον καθένα μας. Δεν είναι εύκολος ένας δίσκος που να μιλά για τον χωρισμό (εκτός κι αν γράφεις ζεϊμπεκιές για τον Βασίλη Καρρά ή τσιφτετελοπόπ για τα φτηνά τσόλια των πιστών). Είναι εσωστρεφής, γεμάτος αναστεναγμούς και κλισέ –μπορεί εύκολα να κατεβεί στο επίπεδο του «γραφικού» (ή στον Καρρά και τα τσόλια που λέγαμε). Αλλά ο Josh Ritter μεταχειρίζεται αριστουργηματικά το διαζύγιό του, πηδώντας από το θυμό στον αυτοσαρκασμό και από τη ζεστασιά στο χιούμορ και την τιμιότητα από το ένα τραγούδι στο άλλο.

Αν δεν τα κατάφερνε αυτός, ποιος θα τα κατάφερνε; Από την πρώτη στιγμή που έπιασε την κιθάρα του για να πει τα folk παραμύθια του, από το “Josh Ritter” του 1999 και το “Golden Age of Radio” του 2000, η σεμνότητά του ξεχείλιζε από παντού. Έπιανε τα θέματά του χωρίς καμία διάθεση να τα ξεσκίσει – αλλά εξερευνητικά, γλυκά, ήρεμα. Αν μπορούσε κανείς να τον κατηγορήσει για κάτι ήταν αυτή η υπερβολική ηπιότητα και σεμνότητα. O Ritter ήταν politically correct. Σε καμμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να προκαλέσει. Δεν έμοιαζε με τον μέντορά του, του Bob Dylan ας πούμε.

Όχι, ο Ritter δεν ήθελε με τίποτε να κάνει κάτι τέτοιο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ήθελε να πάει κι από τον εύκολο δρόμο. Στο “Hello Starling” του 2003, το καλύτερο ίσως άλμπουμ του ως τώρα, πρόσθεσε στις διηγήσεις του δύο ακόμη στοιχεία: την ωριμότητα και τη σοφία. Σύμφωνοι, δεν θα συγκρουστεί ποτέ με κάποιο θέμα του, αλλά δεν θα το αφήσει και σε ησυχία. Θα μπει μέσα του, θα ψηλαφίσει κάθε του πτυχή και όταν πια το κατανοήσει θα βγάλει προς τα έξω μόνο αυτά που αξίζουν, μόνο αυτά που έχει νόημα να μας πει. Στο “Hello Starling” ο Ritter μετατρέπεται στον Leonard Cohen της folk και θα κρατήσει αυτόν τον ρόλο και στα δύο επόμενά του άλμπουμ. Στο “The Animal Years” (2006) με λίγο λιγότερο χιούμορ και πολύ περισσότερη μειλίχια διάθεση. Και στο “The Historical Conquests of Josh Ritter” με όρεξη να πάει στην άλλη πλευρά, με ηλεκτρισμό α λα Springsteen και ιστορίες κοφτερές και επικές.

Κάπως έτσι φτάσαμε και στο αποκορύφωμα του “So Runs the World Away” το 2010. Εκεί οι ελεγείες του έμοιαζαν πια με ένα ταξίδι πάνω στο ποταμόπλοιο του εξωφύλλου, παρέα με τον Mark Twain και τον Tom Waits. Ο κύκλος του Ritter – Φιλέα Φογκ μοιάζει τώρα πως ολοκληρώθηκε κάπου εκεί.

Είναι όμως όντως έτσι; Ή μήπως απλά έχει διακοπεί λόγω του χωρισμού του, που έγινε το θέμα του τελευταίου του άλμπουμ; Μήπως ο αφηγητής, ο παραμυθάς Ritter, έκανε απλά μια στάση για να βγάλει μερικά πράγματα από μέσα του και θα επιστρέψει σύντομα στην παρατήρηση και την εξερεύνηση όλων αυτών των ηρώων που λάτρευε να αποθεώνει τόσα χρόνια; Πιθανότατα ναι. Κι εμείς τι κάνουμε μέχρι τότε; Αυτή η στάση είναι μια καλή ευκαιρία να ξαναμελετήσουμε το έργο του από την αρχή, ήρεμα, σεμνά, βαθιά, όπως θα έκανε κι εκείνος. Και να αναγνωρίσουμε επιτέλους το μεγαλείο του.

Ως συνήθως όλα αυτά τα λέει καλύτερα η ίδια η μουσική. Αν δεν έχεις την τύχη να έχεις στη συλλογή σου τα άλμπουμ του Josh Ritter, μπορείς πάντα να ξεκινήσεις με ένα preview της δουλειάς του εδώ.

(Γράφτηκε για τo Jumping Fish)

13 Μαΐ 2013

Metallica, τώρα και σε φλιπεράκι


Διαφημίζοντάς το με κερατάκια και χαζοβιόλικη heavy metal μαγκιά, ο James Hetfield παρουσίασε τις προάλλες ένα βίντεο με το making of του νέου project των Metallica που δεν είναι κάποιο άλμπουμ, κάποιο DVD ή ας πούμε ένα νέο σετ ντραμς με τις φάτσες της μπάντας πάνω στις κάσες και τα πιατίνια, αλλά ένα… φλιπεράκι.

Στο βίντεο δεν το βλέπεις σε δράση, αλλά το γκρουπ έκανε γνωστές μερικές από τις λεπτομέρειες της συνεργασίας του με την Stern Pinball Inc., την πιο μεγάλη κατασκευάστρια τέτοιων παλιομοδίτικων παιχνιδιών: Το φλιπεράκι των Metallica θα παίζει ήχους από τα κλασικά έπη τους “Creeping Deat”', “For Whom The Bell Tolls”, “Master Of Puppets”, “Fuel”, “Battery”, “Sad But True”, “Enter Sandman” και μερικά ακόμη.

Λογικά το παιχνίδι θα είναι έτοιμο πριν τις 8 Ιουνίου, ώστε να παρουσιαστεί στο Orion Music + More, το φεστιβάλ που διοργανώνουν για δεύτερη φορά οι ίδιοι στο Ντιτρόιτ. Και το οποίο φέτος θα είναι αρκετά indie, με Foals, The Joy Formidable, Japandroids στο lineup και μεγάλο όνομα, πλην των Metallica, τους Red Hot Chili Peppers.

Για εμάς που ούτε στο Ντιτρόιτ προβλέπεται να βρεθούμε, ούτε έχουμε λεφτά για να κάνουμε εισαγωγές συλλεκτικών φλιπερακίων από Αμερική, οι Metallica ετοιμάζουν το επόμενο άλμπουμ τους μετά το (πολύ ικανοποιητικό) comeback στον παλιό τους ήχο, το “Death Magnetic” του 2008. Σιγά σιγά θα μπουν στο στούντιο για ηχογραφήσεις και μέσα στο 2014 η νέα τους δουλειά θα βγει σε δισκοπωλεία και «κατεβαστήρια».



(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

12 Μαΐ 2013

10 τραγούδια για τις μαμάδες



Από βαθιά συναισθηματικά (σε βαθμό χειμάρρου δακρύων), ως προκλητικά ερωτικά (σε βαθμό «της μάνας σου») με όλη τη γκάμα να φιλοξενείται στο ενδιάμεσο (υπερπροστατευτικές, αυστηρές, γλυκές και λοιπές μαμάδες), τα τραγούδια της λίστας μας αποτελούν το ιδανικό soundtrack για την Ημέρα της Μητέρας. Διαλέγεις ποιο ταιριάζει στην δική σου και ξεκινάς από εκεί –αλλά προς Θεού, μην αγνοήσεις τα υπόλοιπα, γιατί θα το πούμε στη μαμά σου!



John Lennon - "Mother"
Λέγεται «μητέρα», αλλά πρακτικά μιλά και για τον πατέρα του. Τόσο η Julia, όσο και ο Alf Lennon παράτησαν τον Johnny όταν ήταν παιδάκι. O Alf την έκανε νωρίς από το σπίτι, ενώ η Julia τον παρέδωσε αργότερα στην αδελφή της, και τελικά έφυγε από τη ζωή όταν εκείνος ήταν 17, σε ένα δυστύχημα.



Elvis Presley - "Mama Liked The Roses" 
Αν δεν αντέχεις τις συγκινήσεις, μπορείς να το προσπεράσεις και να πας στο… μεθεπόμενο (γιατί το επόμενο είναι πέντε φορές πιο βαρύ). Ένα από τα πιο συναισθηματικά κομμάτια που είπε ποτέ ο Presley, γεμάτο από αναμνήσεις και δάκρυα.



Lost In The Trees – “Golden Eyelids”
Ολόκληρο το περσινό αριστουργηματικό “A Church That Fits Our Needs” είναι μια ελεγεία για την απώλεια που νιώθει ο ηγέτης των Lost In The Trees, Ari Picker, για τη μητέρα του που αυτοκτόνησε, μην μπορώντας να παλέψει άλλο με τον καρκίνο. Λογικά τα δάκρυα έχουν ήδη ανεβεί στα μάτια σου, οπότε άκου και το κορυφαίο κομμάτι του άλμπουμ, για να φτάσεις στην κορύφωση της συγκίνησης.



Etta James - "Tell Mama"
Όπου ο λατρεμένος της γιος έρχεται να μιλήσει στη μαμά Etta για μια μεγάλη ερωτική απογοήτευση. Η προστατευτική φωνή της James είναι η ιδανικότερη επιλογή για την παρηγοριά. Στην αγκαλιά μιας τέτοιας μαμάς, όλες οι έγνοιες φεύγουν μακριά.



The Shirelles – “Mama Said”
Παρόμοια περίπτωση με της Etta James, αλλά εδώ οι μαμάδες είναι πολλές. Και λέγονται Shirelles. Πολλαπλή η παρηγοριά.



Fountains Of Wayne - "Stacy's Mom"
Την Ημέρα της Μητέρας δεν την γιορτάζουν βέβαια μόνο οι γιοι και οι κόρες. Την γιορτάζουν και όλοι οι MILF lovers…



Scissor Sisters - "Take Your Mama"
Από τη λίστα δεν θα μπορούσε να λείπει το πιο απολαυστικό κομμάτι που έχει ποτέ γραφτεί για τη σχέση που αναπτύσσουν με τις μητέρες τους εκείνα τα αγόρια που τους αρέσουν τα αγόρια. Η ιδέα του να βγεις έξω με τη μαμά σου και την παρέα σου και να λιώσετε στο χορό ως το πρωί είναι ό,τι πιο γλυκό έχει συμπεριληφθεί ποτέ σε ερωτικό τραγούδι.



Joni Mitchell – “Little Green”
Πίσω στα δάκρυα: Μια έφηβη που έχει μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, δίνει το παιδί της για υιοθεσία. Η ίδια η Joni ενώθηκε με την κόρη της πολλά χρόνια μετά…



Genesis - "Mama" 
Ένα συγκρότημα που λέγεται Genesis θα έπρεπε να έχει στη λίστα του ένα κομμάτι που να μιλά για μια μητέρα. Είναι απολύτως λογικό.



Sinead O'Connor – “This Ιs Τo Mother You”
To κλείνουμε με κάτι τόσο Sinead και τόσο Ημέρα της Μητέρας, που μας ξαναπιάνουν τα δάκρυα με το πόσο σπουδαίοι είμαστε που σού επιφυλάξαμε τέτοιο φινάλε.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

1 Μαΐ 2013

10 τραγούδια για να γιορτάσεις την Εργατική Πρωτομαγιά



Ανεξαρτήτως του αν θα τιμήσεις την 1η Μαΐου ανήμερα την Πρωτομαγιά, ή θα ακολουθήσεις τη μεταφορά τη γιορτής από το Υπουργείο Εργασίας ειδικά για φέτος στην Τρίτη του Πάσχα, το top 10 που ακολουθεί θα σε βοηθήσει να την περάσεις ευχάριστα, με τον κατάλληλο –πάντα– προβληματισμό.



Bob Dylan - "Maggie's Farm"
Οι σχέσεις εργαζόμενου – εργοδότη περνούν στο μικροσκόπιο του Bob Dylan. Ο ήρωάς του δεν αντέχει να δουλεύει άλλο στη φάρμα της Maggie με τους όρους που του βάζει. Προτιμά να τα τινάξει όλα στον αέρα και να φύγει μ’ ένα χορταστικά electric blues τρόπο.



The Clash - "Career Opportunities”
Όταν οι Clash έγραφαν αυτό το τραγούδι, στην Αγγλία των ‘70s, οι δουλειές ήταν λίγες και η γκρίνια πολλή. Τόσο πολλή που οι Clash δεν ήθελαν π.χ. να δουλέψουν σαν οδηγοί ασθενοφόρου. Αν ζούσαν άραγε στην Ελλάδα του 2013 θα άλλαζαν γνώμη;



Styx – “Blue Collar Man (Long Nights)”
Δώσε μου μια δουλειά, ό,τι δουλειά να ‘ναι. Δώσε μου μια ευκαιρία να επιζήσω. Κι εγώ θα σου δώσω λίγο lame hard rock.



Huey Lewis and the News – “Workin' for a Livin'”
Το τραγούδι που δεν λέει απολύτως τίποτε, αλλά την ίδια ώρα λέει τόσα πολλά. Γραμμένο από τον άνθρωπο που δεν έγραψε ούτε μισό αξιόλογο κομμάτι στην καριέρα του, αλλά έκανε μια τόσο σπουδαία καριέρα. Γιατί η ζωή –και η εργατιά– είναι γεμάτες από τέτοιες αντιθέσεις (αδικίες;).



Donna Summer – “She Works Hard For The Money” 
Εκείνη δουλεύει σκληρά για τα λεφτά κι εμείς χύνουμε τόνους ιδρώτα κάτω από τη ντισκομπάλα. Δίκαιο.



Dolly Parton - “9 to 5”
Η πιο ευχάριστη ωδή στο οκτάωρο από την απόλυτη σταρ της country (στο πιο pop κομμάτι που έγραψε ποτέ, ωστόσο).


Rolling Stones – “Salt of The Earth”
Όσο παράξενο κι αν ακούγεται ένα κομμάτι όπου κάποιος σαν τον Mick Jagger μιλά για τους ανθρώπους που εργάζονται σκληρά (όχι ότι δεν έχει εργαστεί και αυτός σκληρά στη ζωή του, αλλά σίγουρα όχι με τον τρόπο που το εννοούμε εμείς), αυτό εδώ το αριστούργημα των Stones είναι ένας από τους ανεπίσημους ύμνους της Πρωτομαγιάς.



John Lennon – “Working Class Hero”
Αυτό εδώ, πάλι, είναι ημιεπίσημος ύμνος…



Billy Bragg - “There is Power in a Union”
Πρωτομαγιά όμως σημαίνει πάνω απ’ όλα συνδικάτα και αυτό εδώ είναι το κομμάτι τους.



Βασίλης Παπακωνσταντίνου – “1η Μαΐου” 
Σιγά μην το άφηνα απ’ έξω. Χρειάζεται και λίγη ερωτική περιπέτεια η Πρωτομαγιά, για να μείνει ακόμη πιο βαθειά στη μνήμη. «Πες μου Μαρία, μήπως θυμάσαι ‘κείνο το βράδυ που σε πήρα αγκαλιά;»

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

30 Απρ 2013

To Gmail έγινε 9 ετών και το γιορτάζει μ' ένα infographic


(κλικ για μεγέθυνση)

Θυμάμαι τον Απρίλιο του 2004 να κυνηγάω όλους τους «χάκερ» γνωστούς μου για μια πρόσκληση στο «Hotmail της Google». Το Gmail είχε μόλις λανσαριστεί. Αλλά ήταν invite-only. Όσοι τυχεροί είχαν προσκληθεί από την Google να το δοκιμάσουν είχαν μερικές προσκλήσεις να μοιράσουν με τη σειρά τους. Δεν είμαι άσχετος με τα ιντερνετικά και τα τεχνολογικά, αλλά εκείνοι οι ελάχιστοι πρώτοι χρήστες του Gmail δεν είχαν πάρει τυχαία τις προσκλήσεις. Developers οι περισσότεροι, ανήκαν σε ένα δίκτυο ανθρώπων που είχαν σχέση με κάποιον μέσα από την Google –ήταν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι της εταιρείας, όπως είναι λογικό, που πρωτοδοκίμασαν το webmail της. Τελικά τα κατάφερα σχετικά σύντομα. Η πρόσκλησή μου έφτασε περίπου ένα μήνα αργότερα –θυμάμαι ότι ήμουν στα γραφεία της εφημερίδας που δούλευα τότε κι έβλεπα έναν αγώνα στο Roland Garros... (Editor, δικό σου). [Editor's note: το 2004 δεν τελείωσε ποτέ για σένα.]

Έπαθα σοκ απ’ αυτό που μου χαριζόταν τόσο απλόχερα. Το 1 GB χώρου ήταν ένας παρανοϊκός όγκος για την εποχή. Ήταν 20 φορές απ’ όσο έδινε τότε το Hotmail στην δωρεάν του έκδοση. Πρακτικά σήμαινε ότι δεν θα χρειαζόταν ποτέ να σβήσω ούτε ένα email, ούτε ένα συνημμένο… Ένα χρόνο αργότερα, την Πρωταπριλιά του 2005, η Google το κρατούσε ακόμη σε beta μορφή με προσκλήσεις, αλλά μας έκανε δώρο 1 GB ακόμη. Το Φεβρουάριο του 2006 μας έδωσε κι έναν instant messenger, για να σταματήσουμε πια να χρησιμοποιούμε την (πολύ γρήγορη) υπηρεσία e-mail της για να τσατάρουμε. Πριν καν κλείσει το 2007 μας έδινε και δωρεάν τη δυνατότητα για IMAP, που σήμαινε ότι πια μπορούσαμε να παίρνουμε το email μας και από άλλες συσκευές ή clients.

Εκείνα τα τρία πρώτα χρόνια του Gmail η Google κέρδισε ένα κοινό που της έμεινε πιστό για πάντα και που ανταποκρίνεται με παυλοφικά αντανακλαστικά κάθε φορά που η εταιρεία ανακοινώνει ένα νέο project. To πώς το Gmail είχε διευκολύνει τη ζωή μας, το πόσο είχε αλλάξει την καθημερινότητά μας –και μάλιστα δωρεάν– ήταν απλά συγκλονιστικό.

Πολλά ακόμη χαρακτηριστικά προστέθηκαν μέχρι σήμερα. Όχι τυχαία οι περισσότεροί μας έχουμε εγκαταλείψει όλα τα υπόλοιπα emails μας για χάρη του. Η Google, για να γιορτάσει τα ένατά του γενέθλια, έφτιαξε ένα infographic με την εξέλιξή του. Χαζεύοντάς το, όλα σου μοιάζουν τόσο μακρινά, αναμνήσεις μιας άλλης εποχής. Κι όμως, δεν γεμίζουν ούτε μια δεκαετία. Είναι απλά μία ακόμη ένδειξη για το πόσο γρήγορα κινείται πια η καθημερινότητά μας, ο κόσμος γύρω μας. Κι είναι ακριβώς εργαλεία σαν το Gmail που την κάνουν τόσο, μα τόσο γρήγορη.

Για την ιστορία, το τόσο πετυχημένο email της Google δεν ήταν κάποιο project που σχεδίαζε για χρόνια η εταιρεία (όπως άλλα, πολύ πιο αποτυχημένα, που το ακολούθησαν). Αντιθέτως, ήταν αποτέλεσμα του “20 percent time program”. Πρόκειται μια πρωτοβουλία που δίνει στους εργαζόμενούς της να δουλεύουν το 20% του συνολικού χρόνου εργασίας τους σε κάτι άλλο από την συνηθισμένη τους δουλειά. Πολλοί θα το έβλεπαν ως μια τέλεια ευκαιρία για μπαλαφαρία και χάζεμα στο Facebook, αλλά η Google απέδειξε πως μερικές από τις καλύτερες ιδέες έχουν προκύψει έτσι (βέβαια, πίσω στο 2004 δεν υπήρχε Facebook και όλοι ήταν τόσο, μα τόσο πιο δημιουργικοί τότε…).

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

26 Απρ 2013

Η ιστορία ενός τραγουδιού: April Come She Will - Simon & Garfunkel



Το “Sounds of Silence” ήταν το δεύτερο άλμπουμ των Simon & Garfunkel. Ήρθε 18 μήνες μετά το ντεμπούτο τους, διάστημα που αποδείχτηκε αρκετό για να αλλάξει εντελώς τον ήχο τους. Τα μέσα της δεκαετίας του ’60 ήταν μια πολύ ταραγμένη περίοδος για να παραμένεις σκέτο folk, αν ήθελες να πεις κάτι στο κοινό σου. Και o Paul Simon με τον Art Garfunkel όχι μόνο ζούσαν στο ρυθμό της εποχής, αλλά συνέγραψαν και το υλικό που έμελλε να θεωρηθεί σταθμός για την ιστορία του fusion μεταξύ folk και rock και σημείο αναφοράς για όλους τους 10.000 Maniacs, Belle & Sebastian, Kings Of Convenience, Lemonheads και Mumford & Sons που ακολούθησαν.

Το “Sounds of Silence”, βέβαια, δεν ήταν το καλύτερο άλμπουμ στην ιστορία του ντουέτου. Δεν ήταν καν το καλύτερο άλμπουμ τους γα το 1966. Βγήκε τον Ιανουάριο, αλλά μόλις 10 μήνες αργότερα θα είχαν ήδη γράψει και ηχογραφήσει το ακόμη πιο έντονο και ατμοσφαιρικό “Parsley, Sage, Rosemary and Thyme”. Ήταν όμως το πρώτο που τους έκανε ξεχωριστούς, που τους όρισε ως πρωτοπόρους. Από το 1966 και πέρα ό,τι κι αν παρουσίαζαν ήταν καλύτερο από το προηγούμενο, το ένα αριστούργημα μετά το άλλο –με την παρένθεση του soundtrack του «Πρωτάρη», που, και πάλι, δεν το λες «κακό» άλμπουμ σε καμία περίπτωση.




Τέλος πάντων, ας μην αναλύσουμε ολόκληρη την δισκογραφία των Simon & Garfunkel τώρα, αλλά ας πάμε κατ’ ευθείαν στο τρίτο κομμάτι της β’ πλευράς του “Sounds of Silence”. To “April Come She Will” δεν κρατάει ούτε δύο λεπτά και θυμίζει πολύ έντονα κάτι σε όποιον έχει τύχει αγγλικής παιδείας. Βλέποντας πέρσι το υπέροχο “Moonrise Kingdom” του Wes Anderson ίσως κάποιος να έκανε τον συνειρμό, όταν στην ταινία ακούστηκε κάποια στιγμή το “Cuckoo”. Πρόκειται για ένα παλιό, παραδοσιακό, παιδικό folk τραγουδάκι, του οποίου οι στίχοι είναι στην ουσία η φαινολογία της ζωής του κούκου. Πιο συγκεκριμένα, ένα τμήμα του ετήσιου κύκλου της ζωής του πουλιού, που ξεκινάει τον Απρίλη και ολοκληρώνεται τον Σεπτέμβριο.

Παρένθεση: φαινολογία η (ουσιαστικό) (βιολ.) η μελέτη των επιδράσεων του κλίματος πάνω στη ζωή και την υγεία των ζωντανών οργανισμών.

To “Cuckoo” μοιάζει με ένα τραγουδιστό αίνιγμα. Αν αφαιρέσεις τον αρχικό στίχο («κούκε, κούκε τι κάνεις;»), το υπόλοιπο κομμάτι σε ταξιδεύει σε πέντε μήνες της ζωής του, σε α’ πρόσωπο. Σχεδόν περιμένεις την ερώτηση «ποιος είμαι;» στο τέλος:

In April I open my bill;
In May I sing all day;
In June I change my tune;
In July away I fly;
In August away I must.

Οι Simon & Garfunkel προσπάθησαν να διατηρήσουν το παραδοσιακό folk στοιχείο μέσα στον χείμαρρο που ήταν το “Sounds of Silence” όχι μόνο αναπαριστώντας τη μουσική δομή του “Cuckoo” στο “April Come She Will”, αλλά πλησιάζοντας πολύ και σ’ εκείνη των στίχων:

April come she will
When streams are ripe and swelled with rain
May she will stay
Resting in my arms again
June she'll change her tune
In restless walks she'll prowl the night
July she will fly
And give no warning to her flight
August die she must
The autumn winds blow chilly and cold
September I remember
A love once new has now grown old

Στη φαινολογία μιας σχέσης (ή ο,τιδήποτε άλλου) που περιγράφουν στο κομμάτι τους, έχουν αυξήσει τα λόγια κι έχουν προσθέσει έναν ακόμη μήνα. Μόνο που ο Σεπτέμβριος του “April Come She Will” δεν αφορά πια στην ηρωίδα του υπόλοιπου τραγουδιού, αλλά σ’ αυτόν που το ερμηνεύει και στο πώς νιώθει για την απώλειά της.

Ο Paul Simon έγραψε τους στίχους σε ένα διάστημα που ζούσε στην Αγγλία, σαφώς επηρεασμένος όχι μόνο από το “Cuckoo”, αλλά και από τη μουντή και βροχερή ατμόσφαιρα που συνάντησε εκεί. Κάτι παρόμοιο έκανε και με το “Scarborough Fair”, έναν από τους ύμνους των Simon & Garfunkel, που όμως στην ουσία είναι ένα παραδοσιακό κομμάτι του Γιόρκσιρ.

Στην απορία για το σε ποιαν τελικά αναφέρεται το κομμάτι, οι ερμηνείες που έχουν δοθεί είναι πολλές (καμία όμως από τα χείλη του ίδιου του Simon). Η επικρατέστερη είναι ότι πρόκειται απλά για ένα όμορφο κομμάτι που μιλά για μια σύντομη ερωτική σχέση. Υπαρκτή ή ανύπαρκτη, μικρό ρόλο παίζει, αφού όλοι μας έχουμε κάποια στιγμή ζήσει μια τέτοια: έντονη στην αρχή, ατίθαση και δύσκολη στη συνέχεια, νεκρή στο τέλος. Είναι μια μεταφορά για όλα εκείνα τα κορίτσια που δύσκολα αντέχουν να κάτσουν σε ένα μέρος, όσο έντονα κι αν το ερωτεύονται στην αρχή.

Άλλοι το εξειδικεύουν περισσότερο, ενώ άλλοι το κάνουν πιο γενικό: o Paul Simon έχει γράψει πολλά κομμάτια για την έννοια του χρόνου και της διάβρωσης που φέρνει και το “April Come She Will” θα ταίριαζε τέλεια σ’ αυτό το πλαίσιο. Θα μπορούσε όμως να μιλά και για μια πολύ πιο συγκεκριμένη σχέση: Του Simon με το μπέιζμπολ, το αγαπημένο του σπορ, και μιας ομάδας που δεν καταφέρνει να φτάσει στα πλέι οφ. Η πιο αγαπημένη, πάντως, ερμηνεία είναι αυτή που πάει το κομμάτι σε ένα άλλο επίπεδο: Το “April Come She Will” μιλά για τον κύκλο ζωής της καλλιέργειας μαριχουάνας… (Είναι ίσως η μοναδική εκδοχή που μπορεί να εξηγήσει γιατί αποφάσισαν να το τραγουδήσουν κάποια στιγμή και οι emo Coheed & Cambria.)

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

25 Απρ 2013

Δες το εξώφυλλο του νέου άλμπουμ των Knife να γίνεται video art


Το “Shaking The Habitual” το πρωτακούσαμε την Πρωταπριλιά. Για πολλούς, το σχόλιο «ωραίο το αστείο σας, βγάλτε τώρα και το κανονικό άλμπουμ» ήταν το πιο επιτυχημένο της μέρας. Άλλοι πάλι το λάτρεψαν (το άλμπουμ, όχι το αστείο ή το σχόλιο). Προφανώς, το τέταρτο άλμπουμ του σουηδικού ντουέτου των αδελφών Dreijer θα αποτελέσει το «α λα Animal Collective ή Swans» debate της χρονιάς. Δεν υπάρχει μέση τοποθέτηση: Ή το λατρεύεις, ή το μισείς.

Οι ίδιοι οι Knife, εννοείται, ότι το γνωρίζουν καλά αυτό. Δεν υπήρξαν ποτέ συμβατικοί και δεν έχουν κανένα σκοπό να αλλάξουν τώρα. Και θα ρίχνουν όσο περισσότερο λάδι στη φωτιά αυτής της συζήτησης μπορούν. «Δεν έχουν και τίποτε καλύτερο να κάνουν, μπας και ασχοληθεί κανείς μαζί τους», θα πουν οι μεν, «μα αυτό είναι το μεγαλείο της ιδιοφυίας τους», θα ισχυριστούν οι δε. Τέλος πάντων.

Στο πλαίσιο της αντισυμβατικότητας (ή της αχρηστίας τους) μπορεί κανείς να εξετάσει και το εξώφυλλο του “Shaking The Habitual”. Φυστικί γράμματα πάνω σε έναν οργασμό ματζέντας (δες το δέκα δευτερόλεπτα και μετά πάρε τηλέφωνο τον οφθαλμίατρό σου) με κάποια γεωμετρικά σχήματα και τον τίτλο γραμμένο «κάπως στο χέρι». Σού μένει. Αλλά για τον σωστό, τον καλό λόγο;

Αυτοί πάντως που το βλέπουν κι αυτό ως αριστούργημα, οφείλουν να χαζέψουν και το βίντεο που βασίζεται πάνω στο εξώφυλλο (ή μήπως είναι το εξώφυλλο που προέκυψε από το βίντεο;) και όπου τα γεωμετρικά σχήματα (πάντα φυστικί σε φόντο μαντζέντα) γυρίζουν γύρω γύρω για περίπου 9 λεπτά. Το όλο πράγμα συνοδεύεται και από ήχους –από το “A Cherry On Top”, το τρίτο κομμάτι του άλμπουμ- και είναι πραγματικά το κερασάκι στην τούρτα ή η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι (αναλόγως του σε ποια μεριά του debate βρίσκεσαι). Ανήκοντας σε αυτούς που δεν γουστάρουν ούτε τα κεράσια, ούτε τις τούρτες, ομολογώ ότι δεν άντεξα ως το τέλος. Αλλά μπορείς να δοκιμάσεις κι εσύ τις δυνάμεις σου και να μας στείλεις ένα σχόλιο με το πώς τα κατάφερες.




(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

24 Απρ 2013

(Σχεδόν) Όλη η ιστορία της μουσικής βιομηχανίας σε ένα GIF



ΟΚ, η ιστορία της μουσικής βιομηχανίας είναι μεγαλύτερη των τεσσάρων δεκαετιών που μετράει το εν λόγω GIF, αλλά από κάπου έπρεπε να το πιάσουν οι δημιουργοί του. Και το 1973 ήταν μια καλή χρονιά. Υπήρχαν πάνω από 3 φορμά και αρκετά στοιχεία για να μπορούν να βγάλουν μια αξιόπιστη πιτούλα.

Η ιδέα ήταν απλή: Παίρνουμε τα δεδομένα, τα περνάμε σε ένα εξελάκι, μας δίνει πιτούλα. Done. Παίρνουμε τα δεδομένα της επόμενης χρονιάς, τα περνάμε σε ένα εξελάκι, μας δίνει πιτούλα. Και ούτω καθ’ εξής. Όπου δεδομένα είναι τα ποσοστά των κερδών της μουσικής βιομηχανίας από το κάθε φορμά που την υπηρέτησε κατά καιρούς. Ήτοι, όπως θα περίμενε κανείς, στα 70s κυριαρχεί το βινύλιο, στα 80s η κασέτα, στα 90s το CD, μετά αρχίζει ο αχταρμάς και η πολυχρωμία.

Και ποιος καλύτερος τρόπος για να το δείξεις αυτό; Μα να κάνεις όλες τις πιτούλες ένα ωραίο animated GID, που μοιάζει να χορεύει γύρω από τα έσοδα της RIAA. Η ιδέα ανήκει στο Digital Music News και το τελικό αποτέλεσμα είναι χορταστικό. Το πώς η κασέτα διώχνει το βινύλιο σιγά σιγά, για να εκδιωχθεί (πιο γρήγορα εκείνη) από το CD και το πόσο γρήγορα κατατροπώνεται το τελευταίο από την ψηφιακή λαίλαπα έχει φοβερό ενδιαφέρον. Αλλά τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Απόλαυσε το GIF τώρα. Ξανά και ξανά.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

23 Απρ 2013

Αλληλούια: Οι Fleetwood Mac επιστρέφουν!


Έχουν περάσει 10 ολόκληρα χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε το “Say You Will” η τελευταία δισκογραφική δουλειά των Fleetwood Mac. Και τότε είχαν περάσει 15 χρόνια από το “The Dance” του 1997. Η μπάντα ψιλοδιαλύθηκε ξανά μετά το “Say You Will”, αλλά απ’ ότι φαίνεται, η μάζωξή της τον τελευταίο καιρό για μια σειρά συναυλιών έφερε και μπόλικο δημιουργικό οίστρο και η τωρινή της σύνθεση κάθισε και ηχογράφησε κάποιο νέο υλικό.

Τουλάχιστον έτσι δήλωσε ο Lindsey Buckingham στην Φιλαδέλφεια το περασμένο Σάββατο, στην πρώτη ζωντανή τους εμφάνιση μετά από καιρό: «Ένα από τα πράγματα που σκεφτήκαμε ότι θα ήταν καλή ιδέα να κάνουμε πριν βγούμε στο δρόμο για την περιοδεία, ήταν να μπούμε στο στούντιο και να ηχογραφήσουμε λίγο νέο υλικό», δήλωσε ο frontman του θρυλικού γκρουπ και στη συνέχεια οι Fleetwood Mac έπαιξαν για πρώτη φορά το “Sad Angel”.




To ποιοι ακριβώς είναι οι νέοι Fleetwood Mac –μια μπάντα, διάσημη και για τις άπειρες αλλαγές στην σύνθεσή της– δεν είναι σαφές, καθώς ίσως οι φανατικοί της φίλοι να ακούσουν σύντομα πολύ ευχάριστα νέα. Η Christine McVie, που αποχώρησε όχι μόνο από τους Fleetwood Mac, αλλά γενικά από την ενεργό δράση, το 1998, υποσχέθηκε ότι θα ανεβεί στη σκηνή μαζί με τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ, όταν η περιοδεία του φτάσει στο Λονδίνο. Κυριακή κοντή γιορτή, δηλαδή, αφού για τις 24, 25 και 27 Σεπτεμβρίου φέτος, η O2 Arena είναι κλεισμένη για τις reunion συναυλίες των Fleetwood Mac.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

19 Απρ 2013

Twitter #Music: Τ'είν'τούτο πάλι;



Υπήρχε αρκετή συζήτηση από την περασμένη εβδομάδα. Στις διαθέσεις του Twitter, μαθαίναμε, ήταν να παρουσιάσει την δική του μουσική υπηρεσία. Προφανώς έχουν καταλάβει πόσο σημαντικό εργαλείο για τον επηρεασμό εν όψει Blogovision είναι το social medium τους και είπαν να το κάνουν λίγο πιο εύκολο. Οι φήμες μιλούσαν για λανσάρισμα της νέας υπηρεσίας πάνω στο Coachella, για να δημιουργηθεί περισσότερος ντόρος. Αλλά το Σαββατοκύριακο πέρασε και δεν ακούσαμε κανένα νέο. Ούτε καν πώς θα το λένε.

Και ξαφνικά, το μεσημέρι της Πέμπτης, 18 Απριλίου, ένα νέο app προσγειώθηκε στο iTunes με το τόσο απλό όνομα “Twitter #Music”. Τι είν’ τούτο πάλι; Είναι ένα app που στην ουσία δημιουργεί μια playlist, βασισμένη στα τραγούδια που ποστάρουν όσοι ακολουθείς. Τα τραγούδια στριμάρονται από τρεις διαφορετικές πηγές: Από το iTunes, το Spotify και το Rdio. Αν είσαι συνδρομητής σε ένα από τα δύο τελευταία, ακούς ολόκληρο το κομμάτι, αλλιώς μένεις με το preview α λα iTunes.

Σύμφωνα με το Twitter, αυτό δεν είναι όλο. Στο Δελτίο Τύπου που συνόδευσε την εμφάνιση του app κάνει λόγο για συνδρομητικές υπηρεσίες που σύντομα θα πλαισιώσουν αυτό το πρώτο, φτωχό βήμα της εταιρείας προς τον κόσμο της μουσικής.

Στο μεταξύ, οι πρώτες αντιδράσεις του κοινού είναι… μηδενικές, αφού, όπως φαίνεται, το app δυσκολεύεται ακόμη να βρει τα τραγούδια όσων κάνεις follow και να τα παίξει (παιδικές ασθένειες), ενώ κι εμείς δεν μπορούμε να πούμε την γνώμη μας γιατί το Twitter #Music δεν είναι ακόμη διαθέσιμο στην ελληνική αγορά. Αλλά θα επανέλθουμε (σιγά μην το αφήσουμε).

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

18 Απρ 2013

H Carla Bruni τραγουδά για Francois Hollande και Mick Jagger (και τους κάνει όλους άνω-κάτω)



Το “Little French Songs” είναι το τέταρτο άλμπουμ της Carla Bruni. Για πολύ κόσμο, ο πρότερος βίος της ως μοντέλου και ο πρόσφατος ως πρώτης κυρίας της Γαλλίας σημαίνουν ότι τα μουσικά της κατορθώματα έχουν περάσει απαρατήρητα. Η αλήθεια είναι ότι το “Comme Si de Rien N'Etait”, το άλμπουμ που έβγαλε το 2008 και που –απολύτως λογικά– γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία στη (νέα) πατρίδα της, δεν ήταν τόσο αξιόλογο όσο τα δύο πρώτα της. Κοινώς, αν δεν είσαι Γάλλος, δεν έχεις λόγο να το έχεις ακούσει. Αν ψάχνεσαι με τη μουσική, λογικά θα έπρεπε να έχεις ανακαλύψει το ντεμπούτο της, το “Quelqu'un M'a Dit” του 2003 –αλλά και πάλι, τα γαλλικά θα ήταν ένα εμπόδιο. Οπότε συγχωρείσαι.

Τέλος πάντων, εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι η Bruni (η οποία γράφει μόνη της ένα μεγάλο μέρος της μουσικής που ερμηνεύει) είναι μια αξιολογότατη περίπτωση French pop, μια άξια διάδοχος του Gainsbourg (της Birkin πιο σωστά) και το στυλ της μοιάζει με τις πιο «γαλλικές» στιγμές της Feist και της Keren Ann. Κοινώς αξίζει. Και είναι κρίμα που δεν την ξέρουμε ως την Carla με την κιθάρα, αλλά ως την Carla με την κ*λάρα (παλιότερα) και την Carla δίπλα στον κοντούρα (πιο πρόσφατα).

Αλλά στους «τρεις καλούς λόγους για να ακούσεις» το νέο της άλμπουμ, πρωτοστατούν μη μουσικές ιστορίες… Η Carla Bruni, για κάποιο λόγο που αξίζει να μας τον αναλύσει ψυχολόγος, αποφάσισε να τα βάλει με τον πολιτικό αντίπαλο του συζύγου της, το νέο Πρόεδρο της Γαλλίας Francois Hollande, να πλέξει το εγκώμιο του Nicolas Sarkozy (παρ’ ότι, θεωρητικά, ο άντρας της δεν ενδιαφέρεται να επιστρέψει στο πολιτικό προσκήνιο), αλλά και να θυμηθεί τις μποέμικες εποχές της δίπλα στον Mick Jagger (ερωμένη του οποίου υπήρξε για ένα φεγγάρι, όπως και των Eric Clapton, Kevin Costner, Donald Trump…) και όλα αυτά στο ίδιο άλμπουμ.

Στο “Chez Keith et Anita” διηγείται μια ιστορία από τη θητεία της στο κρεβάτι του Mick Jagger. Όπως είναι περισσότερο από προφανές από τον τίτλο, το κομμάτι μιλά για το σπίτι του Keith Richards και της τότε κοπέλας του Anita Pallenberg, όπου η Carla και ο Mick πέρασαν μια ονειρεμένη μέρα, θολή από τους καπνούς μπάφων και μεσ’ στη ζαλάδα άλλων ουσιών που μόνο υπονοούνται στο τραγούδι.

Στο “Mon Raymond”, όπου αντικαθιστάς τον Ραϊμόνδο με τον Sarkozy, η Carla μιλά για τις αρετές του συζύγου της, αποκαλώντας τον «δυναμίτη». Αλλά αυτό δεν φαίνεται να της αρκεί. Στο “Le Pingouin ”, το κομμάτι που έχει ήδη δημιουργήσει ένα σχετικό ντόρο στη Γαλλία, φωτογραφίζει τον Hollande ως έναν άξεστο, άχαρο τύπο (αυτό δηλαδή που υπονοεί και ο όρος «πιγκουίνος» στα γαλλικά).

Λέγεται ότι η Carla Bruni φέρει ακόμη βαρέως το ότι ο Francois Hollande δεν ακολούθησε το εθιμοτυπικό που θέλει το νέο Πρόεδρο να συνοδεύει τον απερχόμενο ζεύγος κατά την αποχώρησή του από το Παλάτι των Ηλυσίων, κατά την τελετή παράδοσης – παραλαβής του προεδρικού θώκου. Ο Hollande, αντιθέτως, σταμάτησε στον κήπο και πόζαρε στους φωτογράφους. «Ε, πινγκουίνε, μοιάζεις μόνος σου στον κήπο» λέει ένας στίχος του κομματιού, της προσβεβλημένης Bruni, η οποία πάντως φρόντισε να σχολιάσει ότι το “Le Pingouin” δεν αφορά κάποιο υπαρκτό πρόσωπο.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, η συζήτηση μετατοπίζεται για μία ακόμη φορά από τις όποιες μουσικές αρετές του άλμπουμ. Αλλά η αλήθεια είναι ότι αυτές δεν είναι και πολλές. Το τέταρτο άλμπουμ της Carla Bruni είναι θερμό και οικείο, αλλά μάλλον το πιο βαρετό της καριέρας της ως τώρα.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

Εξώφυλλα βιβλίων, εμπνευσμένα από σπουδαία άλμπουμ


Ο Christophe Gowans δεν είναι κάποιος τυχαίος γραφίστας. Έχει εργαστεί ως art director σε περιοδικά όπως το βρετανικό Esquire και το The Sunday Telegraph Magazine, ενώ στο παρελθόν σχεδίαζε εξώφυλλα δίσκων. Οι ιδιότητές του αυτές σίγουρα αποδείχτηκαν ιδιαίτερα χρήσιμες στο μέγεθος της δημοσιότητας που έλαβε το τελευταίο του project, το “The Record Books” –αλλά η δημοσιότητα θα έπρεπε να έλθει και να είναι τεράστια, ούτως ή άλλως.

Γιατί το “The Record Books” είναι ό,τι πιο όμορφο θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ένας βιβλιολάτρης μουσικόφιλος ή ένας λάτρης της μουσικής που διαβάζει και βιβλία ή οποιοσδήποτε άνθρωπος με μια κάποια αισθητική, τέλος πάντων. Ο Gowans πιάνει όσους τίτλους δίσκων του «κάνουν» κάτι (είτε επειδή είναι ένα λογοπαίγνιο, είτε επειδή του βγάζουν μια έντονη εικόνα, και τους μετατρέπει σε εξώφυλλα κάθε λογής βιβλίων: από αστυνομικά τσέπης και νουβέλες με σκληρό εξώφυλλο μέχρι λεξικά και οδηγούς. Έχει ήδη φτάσει τα 120 βιβλία μέσα σε 2 χρόνια.

Προσοχή: Από το άλμπουμ κρατά μόνο το λεκτικό. Αφήνει στην άκρη την όποια οπτικοποίηση γνωρίζουμε ήδη και μεταφέρει τον τίτλο σε ένα εντελώς νέο περιβάλλον, αυτόν του βιβλίου. Εκεί, μάλιστα, δεν δουλεύει μόνο στην τεχνοτροπία που έχει χαρακτηρίσει την κάθε κατηγορία, αλλά προσθέτει κι άλλα στοιχεία, όπως την παλαίωση που θα έχει υποστεί από τη χρήση και το χρόνο ένας παλιός τόμος κλπ. Δες τα παρακάτω παραδείγματα και θα καταλάβεις.




Power, Corruption and Lies – New Order
Οδηγός τσέπης για φιλόδοξους καπιταλιστές.




Born to Run – Bruce Springsteen
Μια αυτοβιογραφία του γνωστού δρομέα που έδειξε ποιος είναι το «Αφεντικό» στους Ολυμπιακούς του Λος Άντζελες το 1932.




Blood on the Tracks – Bob Dylan
Νουάρ νουβέλα από τα ‘50s. (To συγκεκριμένο εξώφυλλο υπάρχει κανονικά, για ένα βιβλίο με άλλο τίτλο εννοείται).




Abbey Road – The Beatles
Συγκινητικό μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Penguin Apple.




Let England Shake – PJ Harvey
Οδηγός για χορευτικές φιγούρες.




The Suburbs – Arcade Fire
Μοντέρνο μυθιστόρημα για την ζωή στη Νέα Υόρκη.





Loveless – My Bloody Valentine
Ρομαντική ποίηση.





Hot Fuss - The Killers 
Μοντέρνο μυθιστόρημα για απελευθερωμένα κορίτσια.





Exile On Main Street – The Rolling Stones
Νεοκαφκικό δράμα.





Bad – Michael Jackson
Θρίλερ επιστημονικής φαντασίας




Horses - Patti Smith
Οδηγός Ιππασίας για παιδιά.




Brothers In Arms - Dire Straits 
Πολεμικό κόμικ.




(What’s the Story) Morning Glory? – Oasis
Φυλλάδιο των Μαρτύρων του Ιεχωβά.




Arrival – ABBA
Ποιητική συλλογή Σκανδιναβών σουρρεαλιστών.





This Is Happening - LCD Soundsystem 
Πρωτοσέλιδο σκανδαλοθηρικής εφημερίδας.




OK Computer - Radiohead 
Οδηγός για αρχάριους χρήστες ηλεκτρονικών υπολογιστών.




The Man Machine – Kraftwerk
Παλιό καλό pulp fiction.




Purple Rain – Prince
Μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας από τις αρχές της δεκαετίας του ’70.



Faith – George Michael
Η ανεπίσημη βιογραφία της Faith Brown.





Fear Of A Dark Planet – Public Enemy 
Προχωρημένη νουβέλα επιστημονικής φαντασίας από καλτ συγγραφέα με ορκισμένο κοινό. 



(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

9 Απρ 2013

Το νέο "σπίτι" του Facebook



Στην αρχή ήταν τα κινητά τηλέφωνα. Μετά μάθαμε τα camera phones. Τα οποία σύντομα εξελίχθηκαν σε smartphones. Τα απλά «κινητά», στο μεταξύ, είχαν μετατραπεί σε chat phones, business phones, easy phones και όποια άλλη κατηγοριοποίηση θα μπορούσε να πουλήσει το πιο χαρακτηριστικό σημείο του εξοπλισμού τους. Πλέον, ο Mark Zuckerberg μιλάει για social phones. Και το πρώτο της νέας αυτής γενιάς θα είναι η νέα συσκευή της HTC που θα τρέχει Facebook Home.

To Facebook Home δεν είναι ακριβώς ένα λειτουργικό σύστημα. Αλλά δεν είναι και μια απλή εφαρμογή. Στην ουσία πρόκειται για ένα εξελιγμένο app που κάθεται πάνω στο Android και «κυριεύει» την αρχική οθόνη του smartphone. Αντί, δηλαδή, να βλέπεις μια τυπική οθόνη γεμάτη apps, ημερολόγια, μετοχές, τον καιρό κλπ, αν το κινητό σου διαθέτει το Facebook Home, αυτό που θα βλέπεις θα είναι φωτογραφίες, status updates και μηνύματα από το Facebook. Mια ομάδα από apps δηλαδή, φτιαγμένα όλα από την Facebook, που συνεργάζονται. Πέρα από την οθόνη υποδοχής, το Facebook Home θα συνεχίζει να κυριαρχεί στα κινητά που θα το χρησιμοποιούν. Για παράδειγμα, όταν έχεις ανοιχτή μια άλλη εφαρμογή και κάποιος φίλος σού στείλει ένα μήνυμα στο Facebook, τότε το “Chat Heads”, ένα χαρακτηριστικό του Facebook Home, θα σου πετάει ένα εικονίδιο με τη φατσούλα του φίλου που θέλετε να επικοινωνήσετε.

Η πρωτοβουλία αυτή της Facebook έχει διάφορες πτυχές. Από τη μία είναι η στρατηγική της εταιρείας: Προσφέροντας ένα τόσο απλό εργαλείο, προσπαθεί να κυριαρχήσει απόλυτα σε μια πολύ μεγάλη μερίδα της αγοράς χρηστών κινητών. Αυτοί που τα έχουν μόνο για το Facebook, για sharing φωτογραφιών και για chat και SMS δεν θα χρειάζονται τίποτε περισσότερο. Σύμφωνα με τις έρευνες του Zuckerberg, ο μέσος χρήστης smartphone μπαίνει στο Facebook ή στο Twitter περίπου 12 φορές τη μέρα από το κινητό του, αλλά τσεκάρει την αρχική του οθόνη πάνω από 100 φορές. Αν αυτές οι 100 ξαφνικά έχουν να κάνουν με το Facebook, μπορεί κανείς να καταλάβει την απόλυτη κυριαρχία που θα πετύχει ξαφνικά το μέσο στους χρήστες κινητών.

Στο δεύτερο στάδιο έρχεται, φυσικά, η εμπορική εκμετάλλευση αυτού του πράγματος. Οι ευκαιρίες για προώθηση διαφημίσεων στους χρήστες του Facebook Home θα δεκαπλασιαστούν σε μια στιγμή. Η mobile διαφήμιση είναι το μεγάλο στοίχημα της Facebook. Από τότε που την ξεκίνησε, τα νούμερα είναι εντυπωσιακά και ήδη σχεδόν το ένα τέταρτο των κερδών της σήμερα βγαίνει από αυτές.

Υπάρχει όμως και μία ακόμη πτυχή: Τι γίνεται με τα προσωπικά δεδομένα; Μια εφαρμογή που είναι συνδεδεμένη με το Facebook ασταμάτητα, 24 ώρες το 24ωρο, 7 ημέρες την εβδομάδα, πόσο ασφαλής μπορεί να είναι; Για παράδειγμα, θα μπορεί η Facebook να γνωρίζει πού βρισκόμαστε ανά πάσα στιγμή. Αφού η σχέση του με την συσκευή δεν θα είναι πια αυτή ενός app, αλλά σχεδόν αυτή ενός λειτουργικού, θα μπορεί να παίρνει δεδομένα από το GPS και να καταλαβαίνει για παράδειγμα που μένεις, ακόμη κι αν εσύ δεν το έχεις δηλώσει στα στοιχεία που δίνεις στο Facebook. Θα μπορεί να μάθει πράγματα για τις συνήθειές σου. Τι μουσική ακούς ή τι ταινίες βλέπεις, τι σπορ κάνεις, αν τα κάνεις καλά και ό,τι άλλες πληροφορίες μπορεί να βρει στο κινητό σου χάρη στα υπόλοιπα apps. Πολλά ερωτήματα μένει ακόμη να απαντηθούν. Και ίσως μια νέα νομοθεσία να πρέπει να προκύψει, για να προστατεύσει τους ανυποψίαστους χρήστες των… social phones.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)