24 Αυγ 2008

Summertime Sunday: για δυνατούς λύτες

(Κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, του George Gershwin - και μετά ο Αθήναιος προτείνει τη συνταγή που ταιριάζει)
Τον καλύτερο αφορισμό για τις διαφορές της μαύρης από τη λευκή ποπ κουλτούρα τον έχω ακούσει από την πιο παράδοξη πηγή - τον κατακαμένο (μυαλό ναγκασάκι) σκηνοθέτη Μάικλ Τσιμίνο, ο οποίος, σε μια συνέντευξή του στο γαλλικό περιοδικό Les Inrockuptibles, έλεγε πάνω κάτω τα εξής: η μαύρη μουσική (από τα μπλουζ και τη σόουλ μέχρι το ραπ και το r'n'b) ασχολείται με τα θεμελιώδη ζητήματα - λεφτά, γαμίσια, φόνους - ενώ η λευκή (από τον Χανκ Γουίλιαμς μέχρι τον Μπομπ Ντίλαν και τους Radiohead) είναι βυθισμένη σε νευρώσεις. Δεν έχει πολύ άδικο, ειδικά αν σκεφτεί κανείς πόσοι κλαψομούνηδες με μια κιθαρίτσα μας έχουν πρήξει τα συκώτια τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Όσο για τη τζαζ, αυτή ισορροπεί ανάμεσα στις δύο καταστάσεις από τα τέλη του '40 - όταν δηλαδή το bebop έβγαλε το είδος από τις αίθουσες χορού και τα χαμαιτυπεία και ανήγαγε το είδος στη σημαντικότερη μορφή τέχνης που γέννησε ο 20ός αιώνας.

Στην ηχογράφηση του Summertime που περιέλαβε ο μεγάλος Χέρμπι Χάνκοκ στο αφιέρωμά του στον Γκέρσουιν προ δεκαετίας, υπάρχει η απόδειξη του ισχυρισμού του Τσιμίνο. Τη "μαύρη" πλευρά εκπροσωπεί επάξια ο προφήτης Στίβι Γουόντερ, με αυτή τη φυσαρμόνικα που σε λιγώνει και κάνει τη ραχοκοκαλιά σου μέλι. Τη "λευκή" πλευρά η ιέρεια των νευρώσεων Τζόνι Μίτσελ, που τραγουδά με αυτή τη ραγισμένη φωνή, σαν να λέει "καλό μου παιδί, έχεις να καταπιείς πολλά χάπια στη ζωή σου για να φτάσεις στο βαθμό συνειδητοποίησης που βρίσκομαι τώρα εγώ". Ενώ το θυελλώδες πιάνο του Χέρμπι Χάνκοκ καλείται να ενώσει αυτούς τους δύο κόσμους σε ένα - φυσικά το καταφέρνει, με τα μάτια κλειστά. Mιλάμε για μια μικρή dream team για "σκεπτόμενους" ακροατές εδώ, που ξαναχτύπησε πέρσι με ένα δισκάκι που είχα επισημάνει εδώ πέρα προτού κερδίσει το Γκράμι καλύτερου άλμπουμ. Η εκτέλεση έχει μια βαρύτητα που λείπει από οποιαδήποτε άλλη έχω ακούσει, κάνει την ήσυχη καλοκαιρινή περιγραφή να αναφέρεται σε ένα τοπίο μετά την καταστροφή, αλλά με κάθε ακρόαση εισχωρεί ύπουλα μέσα σου και σε κυριεύει.
Και για όποιον δεν κατάλαβε, οι διακοπές μου τελείωσαν για φέτος. Όχι ότι έχω παράπονο - χρόνια είχα να φύγω τόσο συχνά και σε τόσα διαφορετικά μέρη.