Βλέποντας αυτό το θρυλικό εξώφυλλο της Blue Note, που σχεδίασε ως γνωστόν (;) ο μέγιστος Reid Miles (κι έχει αντιγραφεί όσο ελάχιστα), μπορεί να σου έρθει στο μυαλό το φανκ, τα μπλουζ, η μαύρη κουλτούρα, σε καμία περίπτωση όμως ο Ιησούς λυτρωτής. Γι' αυτό όμως ο σοφός λαός λέει να μην κρίνουμε τα βιβλία και τους δίσκους από το εξώφυλλο - γιατί το New Perspectives, αυτός ο δίσκος που πρέπει να υπάρχει σε κάθε δισκοθήκη που σέβεται τον εαυτό της, είναι ένα από τα πιο κατανυκτικά, ευσεβή έργα της τζαζ, καταφέρνοντας παράλληλα να είναι φάνκι, σέξι και ξεσηκωτικό ακόμα και για κάποιον που δεν ενδιαφέρεται καθόλου να υμνήσει το θεό με μεταμοντέρνα γκόσπελ.
Οι ευσεβείς επισκέπτες αυτού του blog, πάντως, είναι βέβαιο ότι θα νιώσουν τις προσευχές τους να δυναμώνουν, ακούγοντας το Cristo Redentor, αυτήν την μαγευτική (και προφανέστατα θεόπνευστη) σύνθεση του Duke Pearson, που επιτρέπει στην τρομπέτα του Donald Byrd να φτάσει στα ουράνια. Για την ιστορία, "Cristo Redentor" σημαίνει "Χριστός Λυτρωτής" και είναι (εκτός των άλλων) το όνομα του περίφημου αγάλματος του Ιησού που δεσπόζει στο Ρίο Ντε Τζανέιρο. Το κομμάτι σε βοηθά να δεις τον κόσμο από την οπτική γωνία αυτού του γιγαντιαίου θεανθρώπου από μπετόν αρμέ.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να παρακάμψεις τα τελευταία κινηματογραφικά προϊόντα του Χόλιγουντ (ο βασικός λόγος είναι ότι δεν υπάρχουν τέτοια, έχει μήνες να βγει κανονική χολιγουντιανή ταινία στις αίθουσες) και να προτιμήσεις την κοινωνικοπολιτική δραμεντί του Ντανιέλε ΛουκέτιΟ αδελφός μου είναι μοναχοπαίδι: είναι μια όμορφη, γλυκόπικρη, καλοφτιαγμένη ταινία που κυλά νεράκι και σου συστήνει δυο δικαίως ανερχόμενα αστέρια του σύγχρονου ιταλικού σινεμά (τίνος;), τον ορμητικό Έλιο Τζερμάνο και τον "Ρέι Λιότα του φτωχού" Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, για τα μάτια του οποίου κόβουν φλέβες τα κοριτσόπουλα στην Ιταλία. Η ταινία συγκίνησε το ελληνικό κοινό - και μικρό μέρος της πλήρως πια απονευρωμένης κριτικής - για δύο κυρίως λογους: τη νοσταλγία για μια εποχή που οι συγκρούσεις των πολιτικών δογμάτων ήταν τρόπος ζωής (η ταινία αναφέρεται σε δυο αδέλφια από το ιταλικό προλεταριάτο του '60, που στρατεύονται με αντίρροπες πολιτικές δυνάμεις - ο ένας γίνεται μαρξιστής και ο άλλος φασίστας) και τη νοσταλγία για το ιταλικό τραγούδι του '60 και τα παλιά πεντακοσαράκια και εξακοσαράκια της Fiat. Έχω την εντύπωση πως η κριτική στην Ελλάδα την αγνόησε για δύο κυρίως λόγους: (α) το ιταλικό σινεμά δεν είναι καθόλου, μα καθόλου hip (σε αντίθεση με τις κορεάτικες μπούρδες) ώστε να συγκινήσει τη νέα γενιά κριτικών και (β) η παλιά γενιά κριτικών νιώθει άβολα με μια ταινία που γλιστρά προς μια απολογία της απαξίωσης του πολιτικού δογματισμού (δεν μπορώ να πιστέψω ότι έγραψα αυτή τη φράση), διατυπώνοντας την (όχι και τόσο πρωτότυπη, μεταξύ μας) θεωρία ότι πίσω από κάθε πολιτικό ριζοσπαστισμό βρίσκεται ο καταπιεστικός πυρήνας του θεσμού της οικογένειας, φροντίζοντας από την άλλη να τοποθετήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια πρώτη στην ιεράρχηση των πολιτικών διακυβευμάτων (για να καλύψει και τον κώλο της - η ταινία, όλα αυτά).
Για μένα τίποτε από αυτά δεν έχει σημασία, βέβαια: η ταινία θα μπορούσε να είναι μια φόλα ολκής και πάλι να μου αρέσει για έναν και μόνο λόγο - το χαμόγελο της Ντιάν Φλερί, ενός κοριτσιού που πατά με το ένα πόδι στη Γαλλία (γεννήθηκε στη Βρετάννη) και με το άλλο στην Ιταλία και καταφέρνει να ενσαρκώνει ό,τι αγαπώ και στις δύο χώρες. Είναι ένα κορίτσι που το νιώθεις δικό σου με το που το βλέπεις, είναι η φίλη σου, η συμμαθήτριά σου, ο εφηβικός σου έρωτας - θες να είναι δίπλα σου, να σε αγκαλιάζει, να της χαϊδεύεις τα μαλλιά (κι αυτή τη στραβή χωρίστρα), να φιλιέστε κάτω από ένα δέντρο και κυρίως να σου χαμογελάει.
Όπως πάντα υπέροχος ο κυριακάτικος Doonesbury - χρωστάω σχετικό post, τύπου "το σημαντικότερο και μακροβιότερο πολιτικό comic strip για αρχάριους" - κάποια άλλη φορά όμως...
Με έκραξε ο Αρκάντιν που -παρ' ότι ο ποδηλατολόγος της παρέας- δεν ασχολήθηκα με το ατύχημα που κρατά τον ΓΑΠ μακριά από τις υποχρεώσεις του ως ηγέτη της αξιωματικής αντιπολίτευσης (και της Σοσιαλιστικής Διεθνούς -μην ξεχνιόμαστε). Είμαι απαράδεκτος, γιατί δεν το είχα πάρει καν είδηση. Κάπου πήρε το αυτί μου ότι τραυματίστηκε, υπέθεσα ότι είχε να κάνει πάλι με ποδηλατικό ατύχημα, αλλά περνούσα ένα τόσο όμορφο σαββατοκύριακο -υπέροχες στιγμές χαλάρωσης και απλόχερης ανταλλαγής αγάπης με ανθρώπους που λατρεύω- που δεν μου πέρασε καν απ' το μυαλό να το ψάξω περαιτέρω. Όταν τελικά το έκανα, σήμερα το μεσημέρι, χαζεύοντας τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων στο Internet, ανακάλυψα ότι το ατύχημα περιβάλλεται από ένα μυστήριο:
...αλλά και ότι στην Ελλάδα κυκλοφορεί και η ιστορική ιταλική εφημερίδα "La Stampa" (προσαρμοσμένη, φυσικά, στα δεδομένα της εγχώριας αγοράς):
Θα μπορούσα να συνεχίσω με ανέκδοτα από τη ζωή του Django Reinhardt (ή με προσωπικές ιστορίες, δεν ξέρω τι είναι πιο βαρετό), νομίζω όμως ότι δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη της διαχρονικότητας και της αξίας ενός μουσικού από τον αντίκτυπο που έχει το έργο του στις επόμενες γενιές. Και η αλήθεια είναι ότι σήμερα υπάρχουν στην Ευρώπη και την Αμερική δεκάδες μπάντες που συνεχίζουν την παράδοση του Τζάνγκο. Μια από αυτές φέρει το όνομα Hot Club of Cowtown. Τους ανακάλυψα κάποια στιγμή διαβάζοντας το δικτυακό περιοδικό Salon - είναι σαφές νομίζω πλέον ότι οι λέξεις Hot Club ασκούν πάνω μου μια σχεδόν παβλοφική επίδραση.
Οι Hot Club of Cowtown είναι μια μπάντα από τη Νέα Υόρκη. Παίζουν αυτό το ακατέργαστο και ακαταμάχητο αγροτικό jump swing που ευδοκίμησε στην Αμερική στα τέλη των '90s - ειδικά μετά τη σχετική επιτυχία των Squirrel Nut Zippers (λεπτομέρειες σε προσεχές επεισόδιο του Django Weekend). Για να εξετάσω τη "ντζανγκοσύνη" τους, διάλεξα την εκτέλεσή τους στο I can't give you anything but love, ένα υπέροχο ελαφρό τραγούδι του μεσοπολέμου που ο Τζάνγκο ηχογράφησε αρκετές φορές. Έχω υπ' όψιν μου δυο διαφορετικές εκτελέσεις: μια με το κουιντέτο και τον Freddy Taylor στο τραγούδι (ή μήπως είναι ο Jerry Mengo; Δεν είμαι σίγουρος και βαριέμαι να το ψάξω τώρα) και μια πιο φιλόδοξη με τη big band του. Αμφότερες οι εκτελέσεις είναι αντανακλάσεις της εκτέλεσης του Duke Ellington από τα τέλη της δεκαετίας του '20 (η πρώτη γιατί παραπέμπει ευθέως στον τρόπο που τραγουδούσε η Baby Cox και η δεύτερη γιατί ...είναι big band, όπερ έδει δείξαι).
Προσωπικά μου αρέσει πολύ ο τρόπος που αντανακλώνται οι απόηχοι του ντουέτου Τζάνγκο Ράινχαρντ - Στεφάν Γκραπελί στην κιθάρα του Γουίτ Σμιθ και το βιολί της Ελάνα Σμιθ (που τραγουδά κιόλας), αλλά αν αγαπώ αυτήν την μπάντα είναι για μια πρωτότυπη σύνθεσή τους, ένα από τα ομορφότερα τραγούδια που έχουν γραφτεί τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια - έστω, ένα από τα αγαπημένα μου: το It Stops With Me, ένα τραγούδι για μια κακιά μητριά, που θα μπορούσε να μιλά για την καταπίεση στο οικογενειακό περιβάλλον γενικότερα. Άκου το, άκου πως καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα παλιό και μοντέρνο, και κυρίως πρόσεξε τους στίχους του:
Με αφορμή όσα έγραφα την περασμένη εβδομάδα, με έπιασε μια μικρή νοσταλγία - η οποία δεν είναι καινούρια: εδώ και λίγα χρόνια αντιπροτείνω τη "νοσταλγία για τα '90s" σε όσους μας τα πρήζουν με τα '80s. Αυτό που συνειδητοποίησα είναι ότι δεν νοσταλγώ τον περίγυρο - τη μουσική, τα μαγαζιά, τα περιοδικά, τα σίριαλ, την κουλτούρα και μια αίσθηση mix&match - αλλά τον εαυτό μου εκείνη την εποχή. Σε τελική ανάλυση, κάθε φορά που νοσταλγούμε κάτι, επί της ουσίας νοσταλγούμε τα νιάτα μας. Όλα αυτά τα σκεφτόμουν όσο ετοίμαζα μια κασέτα με τα πιο εμβληματικά (κατά τη γνώμη μου) κομμάτια που ακούγονταν γύρω μου στα '90s - όλα πρώτο επίπεδο και όλα αριστουργήματα.
Δείτε τώρα πόσο εύκολο είναι για τον Αρκάντιν να αναιρέσει όλα όσα έγραφε στο προηγούμενο post του για τις διασκευές. Παρακάτω μια διασκευή σε μπουζούκι του αγαπημένου του heavy metal κομματιού, του "Trooper" των Iron Maiden...
Δεν αντέχω άλλο! Όπου κι αν γυρίσω ακούω samples, κλεμμένα μέτρα, διασκευές, παραπομπές σε παλιότερα γνωστά τραγούδια. Αν ακούσω άλλο ένα "τύπου soul τραγούδι", μια ακόμα διασκευή παλιού ροκ/πανκ/new wave ύμνου από κανένα βραζιλιάνο του χαμού, ένα ακόμα κακομεταφρασμένο latin, μια ακόμα επανεκτέλεση μπλουζ από μοντέρνο κιθαρίστα με παρωνυχίδες θα βάλω τις φωνές! Είναι σαν να μην παράγεται τίποτα πραγματικά καινούριο στην ποπ κουλτούρα. Και το χειρότερο από όλα είναι ότι τα περισσότερα απευθύνονται σε ένα κοινό που αγνοεί πλήρως τις πρωτότυπες εκτελέσεις.
Πρέπει δηλαδή να είσαι τελείως άσχετος για να σου αρέσει το Be boy Baby, να μην έχεις κανένα κριτήριο, να μην έχεις ακούσει τις Ronettes στο αξεπέραστο Be my baby και να είσαι τόσο στουρνάρι που να μην καταλαβαίνεις ότι αυτή η ενορχήστρωση του Phil Spector θα παραμένει πιο μοντέρνα και φρέσκια από ότιδήποτε - ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ - νομίζει ότι μπορεί να πουλήσει ο κάθε παπάρας της μουσικής βιομηχανίας σήμερα (επίσης, αν ξέρεις τις Ronettes, δεν ψήνεσαι τόσο εύκολα από κάθε Amy Winehouse).
Ασταδιάλα, συγχύστηκα πάλι - πού είναι τα χάπια μου;
Γράφω αυτές τις μέρες ένα κομμάτι για τον Κάλβιν Κλάιν. Κι έχω ξεκολωθεί να χαζεύω παλιές του διαφημίσεις. Ρίξε μια ματιά σ' αυτήν εδώ με την -15χρονη τότε- Μπρουκ Σιλντς και τα ξαναλέμε μόλις δημοσιευθεί το κομμάτι μου, με μια πλήρη ανάλυση για το ρόλο που έπαιξε η αισθητική των διαφημίσεων του Κλάιν στην σύγχρονη ποπ κουλτούρα...
...βέβαια, όταν εξέφρασα φωναχτά αυτή τη σκέψη, η σύντροφος της ζωής μου μού επεσήμανε ότι το πραγματικά χειρότερο θα ήταν ο Μπερλουσκόνι να είχε αφήσει να καεί η μισή Ιταλία και μετά να επανεκλεγεί πανηγυρικά...
Τα καινούργια άλμπουμ που έχω λιώσει τα τελευταία δύο-τρία χρόνια δεν είναι κατ' ανάγκη αυτά που μουσικά τα θεωρώ καινοτόμα ή απλώς εξαιρετικά ή αυτά που θα τους έβαζα τη μεγαλύτερη βαθμολογία. Είναι κυρίως αυτά που με διασκεδάζουν, συνήθως αναμασήματα μουσικών που έχουμε βαρεθεί να ακούμε, αλλά με διακριτές αρετές. Πολλές φορές είναι μέτρια άλμπουμ με κανα-δυο καλά τραγουδάκια που -επειδή είμαι ψυχαναγκαστικός- τα ακούω ολόκληρα και καταπίνω και τον κατιμά.
Ας κάνω όμως μια λίστα μ' αυτά που έχω ακούσει πάνω από εκατό φορές στο πρόσφατο παρελθόν για να γίνει πιο σαφές αυτό που θέλω να πω: Amy Winehouse - Back to Black (2006), Rod Stewart - Still the Same (2006), My Chemical Romance - The Black Parade (2006), Pearl Jam - Live in Athens Bootleg (2006), Placebo - Meds (2006), Lily Allen - Alright Still (2006), Leonard Cohen - Dear Heather (2004), Divine Comedy - Victory for the Comic Muse (2006), The Killers - Hot Fuss (2004) και Sam's Town (2006), Damien Rice - O (2003), Coheed & Cambria - In Keeping Secrets of Silent Earth III (2003). Όπως μπορείς εύκολα να διαπιστώσεις, με εξαίρεση το άλμπουμ της Έιμι Γουάινχάουζ και πιθανότατα και των Coheed & Cambria, δεν έχω κολλήσει με κάποιο άλλο που θα μείνει κλασσικό στο είδος του ή που προσωπικά το θεωρώ αριστούργημα. Ακόμη και το "Volta" της Bjork το ακούω μια στο τόσο, πάντα υπό συνθήκες αφοσίωσης και όχι π.χ. στο αυτοκίνητο ή όταν μαγειρεύω. Τι θέλω να γράψω τόση ώρα; Μα το πολύ απλό: όπως υπάρχουν άλμπουμ συγκλονιστικά, που τα ακούς με χαμηλά τα φώτα, μόνος, σε ένα σούπερ ηχοσύστημα και με το καλλίτερο κρασί της κάβας σου και γεμίζεις με αισθήματα και συγκινήσεις για μια ολόκληρη βδομάδα, έτσι υπάρχουν και άλμπουμ χωρίς καινά δαιμόνια, αλλά με άψογο χειρισμό του υποσυνείδητού σου, αφού φλερτάρουν με τις εμμονές σου και σου ξαναδίνουν αυτό που έχεις λατρέψει στους μεγάλους κλασσικούς, αλλά με έναν τέτοιο τρόπο, που σου φαίνεται ολοκαίνουργιο και άκρως διασκεδαστικό... Και το "Rockferry" της Ντάφι είναι ακριβώς αυτό!
Στα πλαίσια της αναβίωσης της σόουλ των late 60s και στα πλαίσια της αναζήτησης για τη "νέα Έιμι Γουάινχάουζ" που αρχίζει πια να γίνεται εκνευριστικό φαινόμενο, οι Αγγλάρες μας έχουν συστήσει μια σειρά κοριτσόπουλων με εξαιρετικά προσόντα αλλά και μπόλικη βιασύνη να γίνουν το επόμενο it girl. Η Ουαλή Ντάφι χωράει σ' αυτήν την κατηγορία (το μικρό της, μάλιστα, είναι Έιμι! -και μουσικά μοιάζει πάααααααρα πολύ με την Ντάστι Σπρίνγκφιλντ), αλλά ξεμυτίζει γιατί κάνει αυτό που κάνει σαν να είναι το πιο απλό πράγμα του κόσμου. Γι' αυτό και έχω κολλήσει με το "Rockferry". Γιατί είναι ανεπιτήδευτο και ταξιδιάρικο. Φυσικά, δεν θα ήταν έτσι αν δεν εμπλεκόταν στην παραγωγή και τη σύνθεση κάποιων κομματιών ο τεράστιος Μπέραρντ Μπάτλερ, κιθαρίστας και βασικός συνθέτης της πρώτης -σκοτεινής- περιόδου του κορυφαίου συγκροτήματος της brit pop: των Suede.
To "60s feeling" είναι διάχυτο στα 35 περίπου λεπτά του "Rockferry" (επίσης, τέλεια η μόδα που θέλει δισκάκια των 10 τραγουδιών και των 40 λεπτών μάξιμουμ -επιτέλους!) και είναι σχεδόν συγκρίσιμο με το μεγαλείο του "Back to Black" της άλλης Έιμι... Μόνο που -πρώτον- έρχεται δεύτερο (τρίτο, τέταρτο...) και -δεύτερον- εκείνο ήταν ένα σαρκαστικό σχόλιο πάνω στην ουσία της σόουλ (στο πώς γεννήθηκε, πώς γράφτηκε, τι έλεγαν οι στίχοι του -γι' αυτό και είναι ήδη κλασσικό), ενώ τούτο είναι γεμάτο κοριτσίστικη μαλακία του τύπου "πώς την έχεις δε ρε παπάρα, θα σε παρατήσω και θα βρω άλλο γκόμενο" -λες και είναι το πιο απλό πράγμα του κόσμου :-) Δεν θα έκανα παρέα με τη Ντάφι και σίγουρα δεν θα της την έπεφτα, γιατί έρχεται με εγρήγορση να μου το παίξει αυτόνομη και απελευθερωμένη και ασχολείται μόνο με τα γκομενικά. Μακάρι να ήταν τόσο 1+1=2 οι ανθρώπινες σχέσεις και η πάλη των δύο φύλων. Αλλά από τη στιγμή που δεν είναι, προτιμώ τον αλκοολισμό στον οποίο βούτηξε η Έιμι και τις λοιπές της καταχρήσεις, που δείχνουν τον ευάλωτο ψυχισμό μας, όταν οι καταστάσεις πιέζουν. Κι επειδή με έπιασε πάλι η μαλακία μου με τα συναισθηματικά και είναι κρίμα να το κράζω το κοριτσάκι, υπενθυμίζω ότι έχω κολλήσει άσχημα με το "Rockferry" και, ναι μεν δεν θα την έπιανα γκόμενα ή δεν θα την έκανα φίλη, αλλά αν ήμουν ταρίφας θα την άκουγα σε όλη τη βάρδια στο repeat και θα μου έφτιαχνε τη μέρα!
(Υ.Γ. Με το "Mercy" δεν ασχολήθηκα γιατί μας έχουν ήδη ζαλίσει τα εντόσθια στα ελληνικά ραδιόφωνα και το τραγουδάκι είναι το χειρότερο του δίσκου! Προτιμώ το "Rockferry" -πιο κάτω το βίντεο κλιπ του-, το "Stepping Stone" και το -βρωμάει Μπάτλερ παντού!- "Distant Dreamer" που κλείνει τον δίσκο)
Δεν μου πάει να τους πω "Management", τι να κάνω; Άσε που είμαι σίγουρος ότι στην Ελλάδα θα γίνουν γνωστοί όπως διαβάζονται, όπως μ' αρέσει και μένα να τους προφέρω, MGMT δηλαδή, με το Μ και το G και M και το T κεφαλαίο! Οι δύο Μπρουκλινέζοι Μπεν Γκολντβάσερ και Άντριου Φαν Βύνγκαρντεν (όχι, δεν κάνω πλάκα, αυτά είναι όντως τα ονόματά τους) δίνουν με το ντεμπούτο τους το -ως τώρα- άλμπουμ της χρονιάς και, αν όλα πάνε όπως φαίνεται ότι θα πάνε, θα χαρίσουν επιτέλους mainstream υπόσταση σ' αυτό που κατά την ταπεινή μου άποψη θα είναι το next big thing της ροκ μουσικής: Στο indie rock - pop ιδίωμα που ψέλλισαν τα προηγούμενα δυο-τρία χρόνια μπάντες όπως οι Yeasayer, οι Of Montreal, οι Polyphonic Spree, οι Helio Sequence, αλλά που καμμιά τους δεν κατάφερε να συγκροτήσει έτσι ώστε να το κάνει κατανοητό στο "δύσκολο" αυτί του μέσου ακροατή. Ακόμη κι αν οι Arcade Fire μπόρεσαν να προσφέρουν ένα πιο ολοκληρωμένο ηχόχρωμα (και να κερδίσουν μια αρκετά ευρεία αναγνώριση), προσωπικά νομίζω ότι η χρυσή ευκαιρία για να βγει η μουσική αυτή από το καβούκι της και ν' αφήσει κατά μέρος την επιδειξιομανία είναι οι MGMT. Και φυσικά αυτό οφείλεται εν πολλοίς και στην μαγική παραγωγή του Ντέιβ Φρίντμαν...
Ο άνθρωπος που δημιούργησε τον εμβληματικό ήχο των Flaming Lips και πιστοποίησε ένα ολόκληρο είδος μουσικής, έρχεται τώρα να επιβάλλει τη νέα φρεσκαδούρα. Όταν η Columbia ρώτησε τους Γκολντβάσερ και Φαν Βύνγκαρντεν ποιον παραγωγό ήθελαν για το ντεμπούτο τους εκείνοι έδωσαν μια ημικωμική λίστα που -πέραν του Φρίντμαν- περιείχε τον Πρινς, τον Μπαράκ Ομπάμα και τον Νάιτζελ Γκόλντριτς του Beck. Τελικά τους έδωσαν τον Φρίντμαν κι εκείνος έκανε παπάδες. Πήρε το arty ντουέτο που ως τότε πειραματιζόταν με την electronica και του κόλλησε πάνω ό,τι επιρροή ταιριάζει περισσότερο στις συνθέσεις τους. Στο "Oracular Spectacular" τα βρίσκεις όλα: και ψυχεδέλεια, και ελέκτρο, και κλασικό ροκ (άκου τον Ντέιβιντ Μπάουι από πίσω, άκου τους Kinks!), μέχρι και ντίσκο (στο αριστουργηματικό "Electric Feel" με το οποίο στο μυαλό μου ξύπνησα σήμερα το πρωί, αγκαλιά με τη γυναίκα της ζωής μου). Κοινώς, ξεσηκώνεσαι με ένα χαρούμενα τρελλό άλμπουμ, αποτέλεσμα της έμπνευσης δύο ταλαντούχων παιδιών κι ενός συγκροτημένου γκουρού της μοντέρνας μουσικής.
Τον φαντάζομαι πάνω από την κονσόλα να παίζει βίδες, απομονώνοντας ήχους και παραμορφώνοντας τις κιθάρες -και τους άλλους δύο να μένουν εκστατικοί με ένα ύφος "τι παίζουμε οι πούστηδες;" Πλάκα έχουν κι οι στίχοι του γκρουπ που θυμούνται την live fast & die young μόδα του ροκ και εκεθειάζουν τις χαρές της (ξέσαλλης) ζωής, μιλώντας για ντρόγκες, πάρτυ, πάρτυ με ούζα, νειάτα, γκομενάκια και ένα μέλλον που φτάνει το πολύ δυο χρόνια μακριά. Στο δε ντύσιμό τους, ξεπερνούν κάθε επίπεδο, κάνοντας τον Ντεβέντρα Μπάνχαρτ να μοιάζει με μοντέλο για το GK. Μπου χα χα...
(Παρακάτω το καλλίτερο τραγούδι της χρονιάς ως τώρα, το "Time to Pretend" από ένα live τους στο Βερολίνο το Μάρτιο. Τρελαίνομαι για τα keyboards της εισαγωγής. Τρελαίνομαι!)
Τον Απρίλιο του 1993 το μόνο που με ενδιέφερε ήταν η επικείμενη 5ήμερη εκδρομή στη Ρόδο, και κάποια συγκεκριμένα κοριτσάκια - σε καμία περίπτωση η έκδοση ενός περιοδικού για τη τζαζ. Άλλωστε, παρά το ότι για κάποιο μυστήριο λόγο, στην ηλικία των 11 ετών είχα ζητήσει από τους γονείς μου να μου αγοράσουν για το walkman μου μια κασέτα με τα καλύτερα του Louis Armstrong, η σχέση μου με τη τζαζ δεν είχε εξελιχθεί από τότε. Τον Απρίλιο του '93 άκουγα κυρίως βαρβάτο, παλιομοδίτικο ροκ - με ιδιαίτερη αγάπη στους Doors και τους Led Zeppelin - ακούσματα που μοιραία με είχαν οδηγήσει στα blues, που εξερευνούσα με αχόρταγη περιέργεια, αλλά και στο "Blues" το θρυλικό ημιυπόγειο μπαράκι της οδού Βατοπεδίου (αργότερα μετακόμισε επί της Πανόρμου, και για κάποιο λόγο οι ψαγμένοι θεώρησαν ότι "χάλασε" έκτοτε - τρέχα γύρευε), όπου πηγαίναμε κάθε Παρασκευή, για ν' ακούσουμε Sonny Boy Williamson και Little Walter, πίνοντας τζιν (σκέτο - το πολύ με μια φέτα λεμόνι μέσα - ούτε πάγο - τόσο άντρες ήμασταν), καθισμένοι σε καρέκλες σκηνοθέτη, με την μεγάλη μπλε και κίτρινη ιταλική αφίσα των Blues Brothers ("Ι fratelli Blues", έγραφε, "το πιο εκρηκτικό δίδυμο μετά το Νίτρο και τη Γλυκερίνη") από τη μια μεριά και από την άλλη τη συγκλονιστική αφίσα του Μίλτον Γκλέιζερ για το δέκατο φεστιβάλ του Μοντρέ (αυτή η αφίσα ήταν κολλημένη σε μια μεταλλική πόρτα και γι' αυτό χάθηκε στη μετακόμιση, ενώ οι Blues Brothers διασώθηκαν, αλλά τους έβαλαν έξω από την τουαλέτα).
Το μαγαζί μας το είχε συστήσει μια καθηγήτριά μας, αναπληρώτρια, μόλις δέκα χρόνια μεγαλύτερη, με την οποία καταλήξαμε να κάνουμε παρέα - είναι μάλλον η μοναδική δασκάλα που αναγνωρίζω ως τέτοια, ίσως γιατί μου δάνειζε κασέτες της ν' ακούω: Captain Beefheart, Tom Waits, Mississippi John Hurt, τέτοια πράγματα. Στην κασέτα με τον Mississippi John Hurt, η δεύτερη πλευρά περιλάμβανε ολόκληρο το Clown του Charles Mingus. Θυμάμαι να ακούω για πρώτη φορά το Haitian Fight Song και να παθαίνω την πλάκα της ζωής μου - ακόμα δεν το έχω ξεπεράσει. Τότε πρέπει να αποχαιρέτησα για πάντα το ροκ - δεν νομίζω ότι σε ολόκληρη την 50χρονη ιστορία του υπάρχει ένα κομμάτι που να βγάζει τέτοια ένταση. Τον Απρίλιο του '93 άκουγα φανατικά το Jazz fm, που τότε ακόμα εξέπεμπε ως βραδινή ζώνη στον Ηχώ fm - τις ώρες ακριβώς που διάβαζα για τις πανελλήνιες. Αλλά για κάποιο λόγο δεν τολμούσα να εμβαθύνω στη τζαζ - κώλωνα, νομίζοντας ότι πρόκειται για ένα αχανές μουσικό σύμπαν που κατοικείται από ειδήμονες που θα με περιφρονούσαν. Το περιοδικό Jazz&Τζαζ που κυκλοφόρησε τότε δεν με αφορούσε καθόλου, δηλαδή. Έμαθα για την κυκλοφορία του, γιατί διάβαζα με προσήλωση το Αθηνόραμα - και κυρίως τα κείμενα του Γιώργου Χαρωνίτη, που λάτρευα το στιλ του. Οι υπόλοιπες αγαπημένες μου υπογραφές εκείνη την περίοδο ήταν ο Μπάμπης Ακτσόγλου, ασφαλώς, ο Τσαγκαρουσιάνος για τις "Επιλογές" στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, ο Μάκης Μηλάτος στο σημείωμά του στην εφημερίδα ΟΖ που έβγαζε ο Αντώνης Πανούτσος (και η οποία όταν έγινε περιοδικό χάλασε ανεξήγητα), και ο Γιάννης Νένες, στο όνομα του οποίου ορκίζομαι ακόμα (η στήλη Εν Εξάρσει στη Βαβέλ ήταν η καλύτερη μουσική στήλη στην ιστορία του ελληνικού τύπου και δεν δέχομαι αντιρρήσεις επ' αυτού). Ήμουν ήδη φανατικός αναγνώστης της Βαβέλ και του Σινεμά , οπότε δεν με έπαιρνε να έχω άλλο ένα μηνιαίο περιοδικίστικο έξοδο το μήνα, ειδικά για ένα περιοδικό που δεν με αφορούσε. Το πρώτο τεύχος του Jazz&Τζαζ που έπεσε στα χέρια μου πρέπει να ήταν το #9. Ήμουν ήδη φοιτητής και μου το χάρισε ένας φίλος που άκουγε Henri Texier και Ελένη Καραΐνδρου, ο οποίος για κάποιο λόγο το είχε διπλό. Το ξεφύλλισα με περιέργεια και διαπίστωσα ότι, όντως, αυτοί εκεί "δεν με παίζουν". Το δεύτερο που έπεσε στα χέρια μου ήταν εκείνο με το θρυλικό εξώφυλλο με τη βυζαντινή εικόνα του "Αγίου Ιωάννη Κολτρέιν" - το βούτηξα από τη βιβλιοθήκη του "Εν Δελφοίς" (που τότε ήταν πολύ μικρότερο από ό,τι είναι σήμερα. Στο πρώτο έτος της σχολής ξημεροβραδιαζόμασταν εκεί μέσα, εγώ δε πήγαινα και κάθε Σάββατο στις 8 το πρωί, τελείωνοντας από τη διαλογή του ΟΠΑΠ - χε - για να πιω έναν καπουτσίνο, μόνος μου με τη Μαρία, τη μπαργούμαν, που την είχα ψιλοερωτευτεί, αλλά μετά την έχασα). Το πρώτο τεύχος που αγόρασα ήταν το επετειακό των δύο χρόνων. Ήταν Απρίλιος του 1995, ήμουν στο δεύτερο έτος της σχολής, ο Jazz fm εξέπεμπε 24ωρο πρόγραμμα (αργότερα οι γελοίοι ιδιοκτήτες του θα πουλούσαν τη συχνότητα στον Nitro) και στο περίπτερο το μάτι μου κόλλησε στο υπέροχο εξώφυλλο "Τζαζ με τα τσαρούχια" (ένα τσολιαδάκι - στρατιωτάκι με σάλπιγγα, με φόντο την ελληνική σημαία, πρέπει να το σκανάρω) που είχε φιλοτεχνήσει ο μέγιστος Δημήτρης Αρβανίτης. Από τότε δεν έχασα τεύχος. Έχω σταθεί μάλλον τυχερός επαγγελματικά, μέχρι στιγμής, με την έννοια ότι έχω συνεργαστεί με τα περισσότερα έντυπα που διάβαζα έτσι κι αλλιώς. Όταν δηλαδή βρέθηκα στην αίθουσα σύνταξης του Αθηνοράματος, είχα κατουρηθεί πάνω μου. Δεν είχαμε γραφεία, βέβαια, είχαμε έναν πάγκο που έτρεχε κατά μήκος των τοίχων και καθόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλο - εγώ καθόμουν δίπλα στον Μπάμπη, κοιτώντας έναν τοίχο με κάτι αφίσες από συναυλιές του Nick Cave (διοργάνωση: breathless) ενώ ήμουν πλάτη με πλάτη με ον Γιώργο Χαρωνίτη. Του μιλούσα με δέος και σεβασμό, εκείνος μου μάθαινε πτυχές της ποπ κουλτούρας που αγνοούσα, από την Σάνον Τουίντ μέχρι τους Εκδικητές και κάποια στιγμή τόλμησα να ρωτήσω αν θέλει να του γράψω για το περιοδικό. Έκτοτε, είναι ο αγαπημένος μου τρόπος να ξεδίνω, εξισορροπώντας το στρες από τις άλλες μου δουλειές: γράφω για τα κατά καιρούς μουσικά μου κολλήματα, σε ένα μουσικό περιοδικό που δεκαπέντε χρόνια τώρα, έχει δει τη τζαζ στην Έλλάδα να ανθίζει και να παρακμάζει αδικαιολόγητα πολλές φορές - κι έχει δει μουσικά περιοδικά με πιο "εμπορικές" προδιαγραφές να μαραζώνουν και να κλείνουν. Όσο για το Δάσκαλο, είναι πια ένας από τους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους σ' αυτή τη ζωή. Τον λέω "δάσκαλο", γιατί κατάφερε να μου διδάξει ένα πάρα πολύ σημαντικό πράγμα, που με βοήθησε να ξεπεράσω το δέος μου για τη τζαζ και τους "ειδικούς": ότι το να γράφεις για μουσική δεν σημαίνει να γράφεις μουσικολογία, αλλά να γράφεις για την απόλαυση που σου δημιουργεί η μουσική. Είναι μια τόσο απλή αρχή, που κανείς δεν τη σέβεται - όλοι θέλουν να δείξουν τι ξέρουν και να κάνουν τους έξυπνους. Είναι η ίδια αρχή που κάνει τα cd που συνοδεύουν το περιοδικό τόσο απολαυστικά - καλύτερα από τις περισσότερες συλλογές που βρίσκεις στα δισκάδικα. Για το επετειακό τεύχος, ο Δάσκαλος έδωσε πάλι ρέστα. Μάζεψε δεκαπέντε από τα αγαπημένα του κομμάτια, που συνθέτουν μια μικρή ιστορία της τζαζ (του '50, κυρίως) καταγράφοντας τις στιγμές που επέτρεψαν στο είδος να διεκδικήσει τον τίτλο της σημαντικότερης μορφής τέχνης του 20ού αιώνα - για όσους ξέρουμε, δεν αποτελεί έκπληξη το ότι ανάμεσα σ' αυτά χωράει το Jambalaya του HankWilliams (καμία σχέση με τη τζαζ, αλλά αριστούργημα). Το ότι το προτελευταίο κομμάτι είναι το Haitian Fight Song (σε μια εκτέλεση που δεν ήξερα), ήταν απλώς μια επιβεβαίωση ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο, τελικά...
Γιορτάζοντας τα 15 χρόνια του Jazz&Τζαζ, μετέτρεψα το επετειακό cd σε κασέτα, σίγουρος ότι μόλις την ακούσεις, θα τρέξεις να το αγοράσεις.
Φωτογραφημένη για το αμερικανικό Esquire. Την ανεβάζω με χαρά γιατί έχω σκοπό να γράψω πάααααααααρα πολύ για μουσική τις επόμενες ημέρες (βασικά, το μόνο πράγμα για το οποίο θέλω να γράψω για πολύ καιρό ακόμη είναι η μουσική!) και φοβάμαι μη μου πλήξετε. Κι από κάτω η Νάταλι Πόρτμαν και ο Ντεβέντρα Μπάνχαρτ εγκαινιάζουν μια νέα εποχή ποιοτικού celebrity gossip.
Σταμάτησα τον πρωταθλητισμό όταν ήταν πια σαφές ότι για να πετύχω μια καλλίτερη καριέρα από μερικά μετάλλια στα πανελλήνια πρωταθλήματα έπρεπε να "κάνω θεραπεία" (έτσι το λέγαμε...). Αλλά βαριέμαι πάρα πολύ να γράψω για τα θετικά και τα αρνητικά του ντόπινγκ. Εγώ απλώς δεν ήθελα να πάρω, γιατί ήδη είχα ξεκινήσει μια άλλη καριέρα στα περιοδικά που μου άρεσε εξ ίσου, άρα είχα μια καλή εναλλακτική λύση για την ζωή μου.
Το μόνο σχόλιο που έχω να κάνω για αυτά που συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες στον ελληνικό αθλητισμό (γι' αυτά που συμβαίνουν χρόνια τώρα, βασικά, και όχι μόνο στον ελληνικό -απλά ο πολύς κόσμος τα παίρνει είδηση τώρα) είναι ότι ξεφυλλίζοντας το υπέροχο επετειακό Status, έπεσα πάνω στα παλιά του εξώφυλλα. Την περίοδο 1999-2004 πρέπει να είχε πάνω από 8 φορές τον Κώστα Κεντέρη στο εξώφυλλο, ενώ είναι αναρίθμητες και οι φωτογραφίσεις που έκαναν οι πρωταθλητές της Άρσης Βαρών για το ίδιο περιοδικό (και για πολλά ακόμη, απλά στο Status τα πέτυχα όλα μαζεμένα). Ούτε εμείς οι δημοσιογράφοι φταίμε για κάτι, ούτε εμείς... οι αθλητές. Γρανάζια ενός συστήματος είναι και οι μεν και οι δε, ενός συστήματος που ανεβάζει και κατεβάζει είδωλα αναλόγως των εκάστοτε συμφερόντων. Η Μάριον Τζόουνς βρίσκεται φυλακή αυτές τις μέρες. Επειδή είπε ψέμματα και καθυστέρησε την έρευνα κατά των αναβολικών. Παρ' όλ' αυτά, η Μάριον Τζόουνς υπήρξε μια πολύ μεγάλη αθλήτρια. Σοβαρά τώρα. Η συζήτηση είναι πολύ πιο σύνθετη και δεν μπορεί να καταλήγει ούτε σε αφορισμούς, ούτε σε πανυγηρισμούς. Ούτε χωράει σ' αυτό το μπλογκ. Φιλάκια, πάω να παίξω Pro. Ένα ευγενές σπορ όπου δεν γίνεται να ντοπαριστείς! Χε, χε...
Κανονικά θα έπρεπε να ασχοληθώ με το γεγονός ότι στους τρείς πρώτους αγώνες του πρωταθλήματος ως τώρα είχαμε τρεις διαφορετικούς νικητές. Ή με το ότι η BMW προπορεύεται στο πρωτάθλημα κατασκευαστών. Ή με το ότι ο Νικ Χάιντφελντ βρίσκεται στην δεύτερη θέση στο πρωτάθλημα των οδηγών, χωρίς όμως ακόμη να έχει πετύχει νίκη. Όλα αυτά προμηνύουν μια συναρπαστική σεζόν με πολλούς πρωταγωνιστές και, κυρίως, όχι μόνο τους "προβλεπόμενους". Αλλά ξέρω ότι για τον πολύ κόσμο, το άκουσμα των λέξεων "Formula 1" αυτές τις ημέρες προκαλεί ένα άλλο ενδιαφέρον, γι' αυτό και απλά θα σας προτείνω να κάνετε κλικ εδώ. Και θα κλείσω με δύο σχόλια: 1. Έλα μωρέ! Και τι έγινε; Από πότε γίναμε τροχονόμοι στον κώλο άλλων; 2. Θα είχε πολύ περισσότερη πλάκα αν στη θέση του Μαξ Μόσλεϊ ήταν ο Μπέρνι Έκλεστόουν, πάντως!
Είναι θλιβερό να είσαι εργαζόμενος -και με «επιτελικό» ρόλο- σε εφημερίδα και το βασικό κριτήριο επιλογής του ποια φύλλα θα αγοράσεις κάθε Κυριακή να είναι οι προσφορές τους. Το ξέρω. Αλλά είναι, επίσης, η αλήθεια. Και δεν έχω κανένα σκοπό να το παίξω μελετητής του σύγχρονου ελληνικού Τύπου. Τουλάχιστον όχι σε τέτοιο βαθμό ώστε να παραμυθιάσω οποιονδήποτε ότι τις τελευταίες τέσσερις Κυριακές αγόρασα με ενθουσιασμό το "Έθνος" γιατί δεν μπορούσα να κρατηθώ μέχρι την Δευτέρα για να διαβάσω στο γραφείο το άρθρο του Ερρίκου Μπαρτζινόπουλου.
Ο λόγος ήταν άλλος: Προφανώς, το "Alien" και οι συνέχειές του. Αυτή την Κυριακή ο κύκλος έκλεισε με το "Alien Resurrection" -δεν το έχω δει ακόμη, αλλά δεν νομίζω ότι η αγορά του και η προβολή του στο home theatre μου (χα, χα, χα θυμάμαι ότι πριν 5-6 χρόνια αυτός ο όρος ήταν τόσο εξωτικός και εστέτ...) θα αλλάξει δραστικά την ουσία αυτού του post. Οπότε, θα γράψω αυτά που έχω να γράψω τώρα.
H αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ήμουν φαν των ταινιών επιστημονικής φαντασίας. Ειδικά των "Star Wars" που προκαλούν πρόωρες εκσπερματίσεις σε ένα ευρύτατο κοινό και τις οποίες προσωπικά θεωρώ παντελώς άνευ ουσίας και ψιλοχαζές. Νομίζω ότι μέχρι το "Gattaca", η αγαπημένη μου ταινία επιστημονικής φαντασίας ήταν απλώς το cult "The Thing From Another World"... Θυμάμαι ότι η πρώτη μου αντίδραση στο "Alien" προ πολλών ετών ήταν εντελώς αρνητική -κυρίως λόγω της σκηνής που ο εξωγήινος ξεπροβάλλει από την κοιλιά του Κέιν, κάτι που μου είχε φανεί απίστευτα γελοίο και που, φυσικά, είχε αποτελέσει αφορμή για παρωδία σε κάποια κωμική ταινία, νομίζω στο "Spaceballs". Μαλακία μου. Γιατί η γενικότερη άρνησή μου για την επιστημονική φαντασία με έκανε να δω από εντελώς λάθος ματιά ένα αριστούργημα της 7ης τέχνης...
Το 1979 ο Ρίντλεϊ Σκοτ δεν είχε τα τεχνικά μέσα να σκορπίσει τον τρόμο μέσω μιας επιβλητικής "κακιάς" φιγούρας εξωγήινου. Και είχε καταλάβει ότι, αν άφηνε το πλάσμα να σουλατσάρει κακιασμένο καθ' όλη την διάρκεια της ταινίας, το αποτέλεσμα θα ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που θα ήθελε: απλά θα γελούσαμε όλη την ώρα με μια κακοφτιαγμένη γλοιώδη κούκλα. Γι' αυτό και επέλεξε να σπείρει τη φρίκη με τον τρόπο που είχε κάνει τον Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ τον κορυφαίο συγγραφέα του είδους του. Δηλαδή, δια της απουσίας της. Το trailer που ανέβασα πιο πάνω είναι ενδεικτικό. Ο εξωγήινος είναι εκεί, αλλά δεν τον βλέπεις. Τον αισθάνεσαι, βρίσκεις παντού ίχνη του, χάνεις έναν έναν τους συντρόφους σου, αλλά κεντρικός άξονας της ταινίας είναι η Έλεν Ρίπλεϊ και το προσωπικό της δράμα: θα τη γλιτώσει ή όχι;
Αρχικά πρωταγωνιστής είχε υπολογιστεί να είναι ο Ρίπλεϊ (ο Τομ Σκέριτ είχε επιλεγεί γι' αυτό το ρόλο) αλλά ο ήρωας έγινε γένους θηλυκού όταν η 20th Century Fox έμαθε ότι οι ανταγωνιστές της ετοίμαζαν action ταινίες με γυναίκες στον α' ρόλο και θέλησε να τους προλάβει. Κι έφεξε στην Σιγκούρνι Γουίβερ που κέρδισε, έτσι, τον πιο εμβληματικό ρόλο της καριέρας της... Η σύνδεση με τον Λάβκραφτ ισχύει και σε άλλο επίπεδο, αφού το όλο concept του απομονωμένου πλανήτη με τις μορφές ζωής που η ανθρωπότητα αγνοεί -και καλό είναι να συνεχίσει να αγνοεί- μοιάζει έντονα επηρεασμένο από το αριστουργηματικό «Στα Βουνά της Τρέλλας». (Όποιος δεν έχει ιδέα σε τι αναφέρομαι τώρα, ας κάνει άμεσα ένα γκουγκλάρισμα για "H.P. Lovecraft" κι ας σπεύσει να αποκτήσει τα άπαντά του απ' τις εκδόσεις "Κάκτος"). Για να μην πολυλογώ, ο Ρίντλεϊ Σκοτ απέδειξε με αυτήν την ταινία πόσο μεγάλος μάγος της σκηνοθεσίας είναι, αφού με συγκριτικά πενιχρά μέσα σε σχέση με αυτά που έχουν οι σκηνοθέτες sci-fi μπλοκμπάστερ σήμερα, έστησε ένα συγκλονιστικό θρίλερ που δεν σε αφήνει να ησυχάσεις λεπτό και που από ένα σημείο και μετά αρχίζει να πιέζει τόσο έντονα το στήθος σου, ώστε νοιώθεις πως κι εσύ βρίσκεσαι εγκλωβισμένος μέσα στο "Νοστρόμο". Τρία χρόνια μετά μεγαλούρηγησε με το "Blade Runner", το οποίο -σε αντίθεση με το "Alien"- πήγε κατά διαόλου στις αίθουσες και αποσύρθηκε κακήν κακώς πολύ νωρίτερα απ' ότι υπολογιζόταν.
Την σκυτάλη για να γυρίσει τη συνέχεια του "Alien" πήρε ο Τζέιμς Κάμερον -το όνομα που πάει πακέτο με το "ο σκηνοθέτης του Τιτανικού", με ό,τι συνεπάγεται αυτό... Ο Σκοτ δεν ενθουσιαζόταν ποτέ ιδιαιτέρως με την ιδέα ενός franchise εξωγήινων ταινιών, αν και το όνομά του, όπως και του Κάμερον, συζητήθηκε για την πέμπτη και τελευταία συνέχεια της σειράς. Που μάλλον δεν θα γυριστεί ποτέ, αφού η στροφή προς τα "Alien Vs Predator" δείχνει ότι το στούντιο έχει αλλού το μυαλό του και σίγουρα όχι σε ένα ατμοσφαιρικό κλειστοφοβικό θρίλερ. Εξ άλλου, η εμπλοκή του Σκοτ στο remastering του πρώτου "Alien" που έγινε το 2003 οδήγησε και σε μια μικροκόντρα, αφού ο σκηνοθέτης δεν ενθουσιάστηκε με το τελικό αποτέλεσμα και κατηγόρησε την 20th Century Fox ότι έκανε τα πάντα για τις εισπράξεις -δεν το είπε ακριβώς έτσι, αλλά τέλος πάντων...
Ο Τζίμι Κάμερον, απ' την άλλη, πολλά χρόνια πριν την δει ο νέος Κουστό (ή ο νέος Ιντιάνα Τζόουνς τελευταία), ήταν ένας ενθουσιώδης σκηνοθέτης με άριστες τεχνικές γνώσεις, ιδανικός για να οδηγήσει την κούρσα των στούντιο προς το χοντρό χρήμα με οχήματα τα εντυπωσιακά action movies. Ήταν επίσης λάτρης του πρώτου "Alien" και επιθυμούσε διακαώς να σκηνοθετήσει τη συνέχειά του. Εκείνη την περίοδο ετοίμαζε τον "Εξολοθρευτή" και έγραψε παράλληλα κι ένα σενάριο για την συνέχεια του "Alien" και το στούντιο του υποσχέθηκε ότι, αν το sci-fi action movie με τον νυν κυβερνήτη της Καλοφόρνια πήγαινε καλά, θα του έδιναν την ευκαιρία να γυρίσει και το "Aliens". Το "Terminator" πήγε όχι απλώς καλά και το "Aliens" είδε το φως του προβολέα στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1986, επτά ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη ταινία. Και ήταν μια μαλακία. Ξέρω, βέβαια, ότι πολλοί από σας θα αρχίσετε να με κράζετε, αλλά η ασελγία του Κάμερον πάνω στην κεντρική ιδέα και στο πώς την χειρίστηκε ο Σκοτ ήταν μέγιστη. Δεν μπορώ να καταλάβω τι σόι fan της πρώτης ταινίας ήταν, αν το τελικό αποτέλεσμα του "Aliens" ήταν απλά κάποιοι τιγκαρισμένοι στην αυξητική κομάντο που πυροβολούσαν ασταμάτητα με τα πάνβαρα οπλοπολυβολορουκετοβόλα τους τους εκατομμύρια εξωγήινους που η τεχνολογία των εφέ επέτρεπε πια να ξεχύνονται από παντού. Προφανώς και ο Κάμερον πήγε πιο κοντά στον "Ράμπο ΙΙ" (την αμέσως προηγούμενη ταινία του) και άφησε την επιρροή του από το "Alien" του Ρίντλεϊ Σκοτ να τον παρασύρει τρία χρόνια αργότερα, όταν γύρισε την "Άβυσσο" (που στην ουσία ήταν σαν το πρώτο "Alien" να διαδραματίζεται στο βυθό...) Φυσικά, το αιμοβόρο κοινό είχε διαφορετική άποψη από μένα και θεωρεί το "Aliens" την κορυφαία ταινία της τετραλογίας.
Και φυσικά, το ίδιο κοινό είναι που θεωρεί την επόμενη, το "Alien 3" ως την χειρότερη. Ε, ελπίζω αυτό το κοινό να μην είναι και το κοινό του "Πο Πο Culture!", γιατί τότε πάει στράφι το μεγαλύτερο post μου εδώ και καιρό...
Όσοι πάλι είδατε με ενδιαφέρον το παραπάνω trailer (όχι το επίσημο, αυτό εδώ το έφτιαξε ένας fan της ταινίας) και διακρίνατε κάτι διαφορετικό, είστε δικοί μου :-) Ο Ντέιβιντ Φίντσερ, τρία χρόνια πριν γυρίσει το "Se7en", μας χάρισε αυτό που κατά την ταπεινή μου άποψη είναι η καλλίτερη ταινία με ήρωες την Έλεν Ρίπλεϊ και τον εξωγήινο μέχρι τώρα. Και ο λόγος δεν είναι η επιβλητική εικόνα -η φωτογραφία της ταινίας, σκοτεινή και απόκοσμη, αλλά και η αφαιρετική σκηνογραφία, είναι απλά άψογες- ή οι υπέροχες ερμηνείες. Είναι ότι ο Φίντσερ για πρώτη φορά προσπαθεί να βγάλει κι ένα δεύτερο επίπεδο πίσω από την ήδη κουρασμένη ιδέα των εγκλωβισμένων σε ένα κτίριο ή διαστημόπλοιο γήινων με μερικά τερατάκια να τους λιανίζουν. Στα χέρια του Φίντσερ, το "Alien 3" αναβιώνει το μύθο του "Φρανκενστάιν" της Μαίρης Σέλεϋ και κάνει ένα σχόλιο πάνω στην αιώνια ανάγκη του ανθρώπου να κυνηγά το άγνωστο, ακόμη κι αν αγνοεί εντελώς τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται -εν προκειμένω την σπουδή της επιστήμης και το πώς ένα διεστραμμένο μυαλό, ή η "εταιρεία" στην περίπτωση της τετραλογίας των "Alien" μπορεί να την στρέψει ενάντια στο κοινό καλό.
Η ταινία λειτουργεί στο σύνολό της σχεδόν ως παραβολή, κινείται αργά αλλά όχι κουραστικά, με σαφή σκοπό να αποσυνδεθεί από το ρόλο του "action movie" που έδωσε στο μύθο του εξωγήινου ο Κάμερον, και για πρώτη φορά δίνει βάρος και σε άλλους χαρακτήρες πέραν της Έλεν Ρίπλεϊ. Κατ' αρχάς μπαίνει στο μυαλό του εξωγήινου (ναι, εδώ ο εξωγήινος βλέπει και σκέπτεται, καταστρώνει σχέδια και έχει ένα σκοπό), αλλά επίσης σκιαγραφεί τον χαρακτήρα μιας ομάδας κατάδικων που έχουν ασπαστεί μια αίρεση και πορεύονται για το υπόλοιπο της ζωής τους ως μεταμελημένοι πιστοί -μέχρι που μια γυναίκα και ένας εξωγήινος διαταράσσουν το ήσυχο σύμπαν τους... Το σκηνικό μοιάζει ξεχασμένο στην δεκαετία του '50 -επίτηδες, αφού ο Φίντσερ επαναφέρει τον τρόμο με τη ματιά του Λάβκραφτ σε ένα πολύ πρωτογενές επίπεδο-, οι προθέσεις της "εταιρείας" είναι όσο ποτέ σαφείς και συμβολικές, αλλά ακόμη πιο συμβολική είναι η εικόνα που χτίζει η Έλεν Ρίπλεϊ. Η θυσία της στο τέλος θα αναγκάσει το στούντιο να την κλωνοποιήσει για τις ανάγκες του "Alien: Resurrection", της τέταρτης ταινίας της σειράς, που σκηνοθετήθηκε από τον Ζαν Πιερ Ζενέ, πριν τον πιάσει ο ρομαντισμός και βγάλει την "Αμελί" από μέσα του...
Μπορεί το όνομα Τζάνγκο Ράινχαρντ να είναι συνώνυμο με την κιθάρα, δεν ήταν όμως αυτό το πρώτο μουσικό όργανο με το οποίο καταπιάστηκε ο ιδιοφυής μουσικός. Σε πολύ μικρή ηλικία, έμαθε βιολί από τον πατέρα του και τους επτά θείους του, για να περάσει στο μπάντζο όταν έγινε δέκα - και από εκεί στην κιθάρα. Λόγω σχήματος, το βιολί ήταν εύκολο στη μεταφορά - είναι επίσης ένα μουσικό όργανο που επιτρέπει (περισσότερο από κάθε άλλο) στα συναισθήματα να εκφραστούν με ένταση και αμεσότητα. Και οι δύο παράμετροι εξηγούν γιατί αυτό το όργανο έγινε έμβλημα των Ρομά της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Καμιά δεκαπενταριά χρόνια από τότε που ο Τζάνγκο είχε εγκαταλείψει το βιολί, το ξαναέπιασε, για να ηχογραφήσει το δακρύβρεχτο, αλλά στιβαρό, Blues en Mineur, συνοδεία ενός πιανίστα. Στα χέρια του, οι χορδές κλαίνε από συγκίνηση και ηδονή για τον τρόπο που τις μεταχειρίζεται, πριν τις αφήσει για να ξαναπιάσει την κιθάρα για το δεύτερο μισο του κομματιού.
Έχω ξυπνήσει με ένα απίστευτο hangover σήμερα και μου είναι σχεδόν αδύνατον να δουλέψω. Η μεγαλύτερή μου δυσκολία είναι να συγκεντρώσω τα μάτια μου σε κάποιο κοντινό αντικείμενο. Νοιώθω ότι αλληθωρίζω κάθε φορά που κυττάζω ο,τιδήποτε άλλο εκτός της θάλασσας έξω από το γραφείο μου! Άρα, το μόνο που μπορώ να κάνω με ασφάλεια είναι να αγναντεύω το πέλαγος και να ονειρεύομαι. Αλλά ακόμη κι αυτό δεν γίνεται έτσι ξεροσφύρι. Γι' αυτό και κάθισα -με υπερπροσπάθεια!- για λίγο μπροστά στον υπολογιστή κι έφτιαξα μια κασετούλα - προθέρμανση για το συναυλιακό μας καλοκαίρι. Δυστυχώς δεν βρήκα όλα όσα ήθελα. Αλλά κι αυτά που χώρεσα τελικά είναι μια ωραία πρόγευση. Ήδη υπολογίζω πόσες μέρες θα κυκλοφορώ με κλεισμένη τη φωνή -ειδικά μετά τη συναυλία των Kiss, του απόλυτου arena rock συγκροτήματος, που όλα του τα τραγούδια ΟΦΕΙΛΕΙΣ να τα ξέρεις απέξω και να τα τραγουδάς μαζί τους. Ναι, εννοείται και το "Beth"!
Έχω βρει το μπελά μου μ' αυτήν την ιστορία. Μόλις πεθαίνει κάποιος επιφανής, αρχίζουν να φτάνουν τα μηνύματα. Κι εκεί που κάνω να αντιδράσω, αρχίζει να με τρώει κιόλας η σκέψη του τι θα έβρισκα να γράψω για τον θανόντα - εν προκειμένω για τον Ντασέν. Για να είμαι ειλικρινής, δεν λυπήθηκα που πέθανε - δεν μπορώ να λυπηθώ για έναν άνθρωπο που έφτασε στα 97 παραμένοντας παθιασμένος για οτιδήποτε (το Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη, το Μουσείο, την εκστρατεία για την επιστροφή των Μαρμάρων). Αλλά φαίνεται πως το πάθος ήταν πάντα η κινητήρια δύναμή του. Αυτό ήταν που τον έκανε καλό σκηνοθέτη - κι εν πάση περιπτώσει καλύτερο, από τότε που η "Επιτροπή Αντιαμερικανικών Υποθέσεων" του γερουσιαστή Μακάρθι (και το καρφί Έντουαρντ Ντμίτρικ) κατέστρεψαν την αμερικανική του καριέρα. Μέχρι τότε, το 1952, είχε να περηφανεύεται για μερικά αξιοσημείωτα νουάρ, όπως τη Γυμνή Πόλη και το Η Νύχτα και η Πόλη. Μετά, από την αυτοεξορία του στο Παρίσι και για την υπόλοιπη δεκαετία του '50, μεγαλούργησε - πήρε την εκδίκησή του με το Ριφιφί και, ταινία την ταινία, βρήκε την αισιοδοξία που του επέτρεψε να κάνει ένα κομψοτέχνημα ελαφρότητας όπως το Ποτέ την Κυριακή. Το πάθος ήταν που τον έκανε και μέτριο σκηνοθέτη - το πάθος του για τη Μελίνα. Από τότε που τη γνώρισε κι αφοσιώθηκε σ' αυτήν, δεν γύρισε ούτε μια αξιομνημόνευτη ταινία. Το Top Kapi είναι χαριτωμένο και ανάλαφρο, αλλά σε καμία περίπτωση σημαντικό. Η Φαίδρα, η Δοκιμή, οι Κραυγές Γυναικών είναι περισσότερο ιστορικά κειμήλια της εποχής τους, παρά ολοκληρωμένα έργα του πραγματικά μεγάλου δημιουργού που ήταν ο μακαρίτης. Όχι ότι έχει σημασία τίποτα από αυτά. Για έναν αληθινό σινεφίλ, ο Ντασέν έχει θέση στο πάνθεον και μόνο για το Ριφιφί, την απόλυτη ταινία "ληστείας" - όλες οι σκηνές ληστείας που έχουμε δει στο σινεμά τα τελευταία πενήντα χρόνια - ΟΛΕΣ - πηγάζουν από εκεί. Αυτό είναι το (ντουμπλαρισμένο στα αγγλικά, με φρικτό τρόπο) τρέιλερ, που υπάρχει στην έκδοση της ταινίας από την Criterion Collection. Κι αυτή είναι η Μαγκαλί Νοέλ στο τραγούδι της ταινίας που έγραψε ο Michel Philippe-Gérard.
Δεν έχω καμία όρεξη να κράξω τους Ιταλούς Σοσιαλιστές, ούτε επειδή είναι Ιταλοί, ούτε επειδή είναι Σοσιαλιστές. Καταλαβαίνω το άγχος τους να μιλήσουν στον μέσο ψηφοφόρο (ευτυχώς εδώ έχουμε τον Τσίπρα και ησυχάσαμε επ' αυτού). Επίσης, νιώθω μια ελαφριά αλληλεγγύη, ως μέλος μιας εξίσου θεοκρατικής κοινωνίας με την Ιταλική, την Ιρανική κ.ο.κ. - κυρίως όμως γέλασα πάρα πολύ μ' αυτό το βιντεάκι, το θεωρώ επιπέδου Monty Python. Όσο για την ιδέα "ο Ιησούς είναι ο πρώτος σοσιαλιστής" είναι πολύ παλιά - ορίστε και η αφίσα-τεκμήριο:
Στο μεταξύ... δεν είναι φοβερό που το πραγματικό ποδοσφαιρικό "φαινόμενο" έχει το ίδιο όνομα με αυτόν που ονόμασαν "φαινόμενο" κάποτε οι δημοσιογράφοι;