10 Οκτ 2011

Αυτόν τον μήνα τα ηχεία παίζουν: Bjork, Beirut, Dum Dum Girls κ.α

Για ποιον στήνει κώλο η Λάνα ντελ Ρέι;
Ο Σεπτέμβριος ήταν πάντα μήνας μεγάλων αλλαγών για μένα. Από τότε που γεννήθηκα. Ίσως επειδή γεννήθηκα Σεπτέμβριο. Και η μετάβαση από το "μηδέν" στο "είναι" αν μη τι άλλο είναι τεράστια αλλαγή. Αλλά ας αφήσουμε κατά μέρους αυτά τα σαρτρικά γιατί ο σκοπός μου δεν ήταν να προσδώσω βάρος στις γραμμές που ακολουθούν. Ήθελα απλά να γκρινιάξω για το πόσα πολλά πράγματα μαζεύτηκαν γύρω μου (και πάνω μου) τον μήνα που έφυγε. Και να παινευτώ για την απεριόριστη προσαρμοστικότητά μου -σε τούτους τους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε με έσωσε για μία ακόμη φορά απ' την κατάθλιψη και τη μιζέρια. Ναι, με απλά ελληνικά: Πήζω. Αλλά πήζω ακούγοντας νέες και υπέροχες μουσικές (για τις οποίες, βέβαια, δεν βρίσκω χρόνο να γράψω). Δεν θα τις ξεπετάξω συνοπτικά όπως έκανα με την συγκομιδή του καλοκαιριού. Θα ζητήσω από την ανερχόμενη ιέρεια του χιψτερισμού Λάνα ντελ Ρέι μια αποκλειστική πόζα σαν την παραπάνω, θα οπλισθώ με υπομονή και θα ξεκινήσω το παραμύθι μου. Αν βαρεθώ, θα το συνεχίσω σε άλλο post. Αλλά αυτά που πρέπει να γραφούν, θα γραφούν...


John Maus
We Must Become the Pitiless Censors of Ourselves
(Απρίλιος 2011)
Η μουσική του είναι σαν εκείνες που έπαιζα πιτσιρικάς με τα φοβερά και τρομερά γκρίζα σύνθι της Yamaha που είχαν κάτι φίλοι μου. Ρύθμιζα το drum machine και μετά οργίαζα με τα reverb και τα λοιπά φιλτράκια, πληκτρολογώντας όχι μόνο νότες, αλλά ολόκληρα μυθιστορήματα παραμορφωμένων ήχων. Τα φωνητικά του είναι βγαλμένα από κάποιον μεθυσμένο διαγωνισμό καραόκε. Και οι στίχοι του περιέχουν την ξιπασιά που περιμένεις να βρεις σε κάποιον που συνεργάζεται με τον Ariel Pink, τον Panda Bear και τους Animal Collective. Γενικώς, το άλμπουμ κουβαλάει πάνω του μια ανυπόφορη "πιτσφορκιά", τέτοια που με καθυστέρησε μισό χρόνο από το να το πάρω στα σοβαρά. 

Λάθος μου. Γιατί μπορεί μεν να μού είναι εξαιρετικά δύσκολο να το ακούω στο repeat ή να το χωρέσω σ' αυτά που θα συμβολίζουν για πάντα του 2011 μου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι ένας δίσκος με σπάνιες αρετές. Χωρώντας το αποστασιοποιημένο μεγαλείο του Ντέιβιντ Μπάουι και την χαοτική απλοϊκότητα των Joy Division στο ίδιο καζάνι με ηλεκτρονικούς ήχους βγαλμένους από κονσόλα της Konami στην δεκαετία του '80, ο Τζον Μάους καταφέρνει να ξεχωρίζει -αν μη τι άλλο για το θάρρος του. Και το "Cop Killer" (oυδεμία σχέση με το ομώνυμο των Body Count) είναι ο ηλεκτρονικός ύμνος της χρονιάς.






John Maus - Cop Killer


Dum Dum Girls
Only In Dreams
(Σεπτέμβριος 2011)
Δεν είχα διστάσει να καταδικάσω το ντεμπούτο τους στα τάρταρα του "Πο Πο Culture!" με δυόμισι μόνο αστεράκια, λόγω χαοτικότητας και ακατέργαστης μανίας. Αλλά ήδη από το ΕΡ τους φέτος την άνοιξη, είχα αλλάξει ρότα, βλέποντας πως τα κορίτσια έμαθαν να φτιάχνουν και κανονικά τραγουδάκια -από αυτά που ακούγονται. Το άλμπουμ τους είναι πιο δυναμικό σε σχέση με το ΕΡ, αλλά το ίδιο '60s. Είναι το ιδανικό soundtrack για τα πρωινά μου στον δρομο προς τη Λούτσα με το Freewave και τα πανιά φορτωμένα πάνω στ' αμάξι. Δεν είναι τίποτε το απίστευτο, κάτι που δεν έχουμε ξανακούσει ποτέ, κάποιο αναπάντεχο αριστούργημα. Αλλά είναι καλοδουλεμένο και περιέχει 4-5 κομματάκια που είναι γραμμένα για να κάνουν σαρωτικό χιτ (στις πίστες; -το λέμε ακόμη αυτό;). Είναι lo-fi 60's pop που έγινε surf rock και που θέλει να γίνει μερικά πράγματα ακόμη, αλλά μέχρι τότε μας ξεγελάει με κομμάτια σαν το "Bedroom Eyes" που αναγκάζουν τα δακτυλάκια μας να ξαναπατάνε το play μόλις φθάνει στα τελευταία του δευτερόλεπτα. Και ξανά. Και ξανά...






Dum Dum Girls - Bedroom Eyes



Girls
Father, Son, Holy Ghost
(Σεπτέμβριος 2011)

Ήθελα κάποια στιγμή να προσπαθήσω να βγάλω ένα Top 10 της χρονιάς αποτελούμενο μόνο από κορίτσια. Νομίζω ότι θα τα κατάφερνα. Το 2011 είναι "θηλυκή" χρονιά. Θα χωρούσαν και οι Girls, βέβαια, λόγω ονόματος. Βγαλμένο από την πιο άγρια φαντασία των Belle & Sebastian, το δεύτερό τους άλμπουμ περιέχει αυτά το πανέμορφα, απλά, soft-rock τραγουδάκια που ώρες ώρες ξεγλιστρούν σε ένα πηγαίο τζαμάρισμα και που κάποιες άλλες φορές τείνουν προς ένα πομπώδες stoner - prog rock. Μια αυθεντική ροκ μπάντα (με όλα τα "κακά" που κουβαλάει το "αυθεντικός" δίπλα στο "ροκ" -τα ναρκωτικά δηλαδή) από αυτές που σπανίζουν στις μέρες μας.






Girls - Vomit



M83 
Harry Up, We’ Re Dreaming 
(Οκτώβριος 2011) 

Λιγότερο Brian Eno και περισσότερο Cocteau Twins απ’ ότι μέχρι τώρα, λιγότερο shoegaze και περισσότερο danceable, λιγότερο εσωστρεφές και περισσότερο πιασάρικο, το νέο άλμπουμ των (του) Μ83 (Άντονι Γκονζάλεζ), απευθύνεται σ’ ένα ευρύτερο κοινό από τις προηγούμενες δημιουργίες τους, χωρίς όμως να γυρίζει την πλάτη στους πιστούς τους φαν. Συνεπές στις indie electro / ambient pop φόρμες του και με τα φωνητικά να παίζουν όλο και πιο κυρίαρχο ρόλο (με guest εμφανίσεις από καλλιτέχνες όπως η Zola Jesus), είναι ένα περίτεχνο κέντημα mainstream αποδοχής με απόκεντρες κλωστές. Εκεί που σε ζαλίζει γοητευτικά με catchy τραγουδάκια από αυτά που θα κάνουν ραδιοφωνική καριέρα, σου πετάει μετά μια α λα Animal Collective λούπα για τηλεμεταφορά σ’ ένα πειραματικό σύμπαν και μετά μια μπαλάντα με λίγη κιθάρα για το ξεκάρφωμα. Η συνταγή μοιάζει μαγική, αλλά δυστυχώς το πιάτο σερβίρεται λάθος. Σε ένα διπλό άλμπουμ με 22 κομμάτια, αναγκαστικά χωρούν και «σαπάκια». Αν έμενε στα μισά, ίσως μιλούσαμε για τον δίσκο της χρονιάς.


Bjork
Biophilia
(Οκτώβριος 2011)


Μια τεράστια παραφιλολογία είχε ήδη διαφημίσει αυτόν τον δίσκο σαν το μέλλον της μουσικής μήνες πριν ακουστεί έστω και μισή νότα από τα τραγούδια του. Η αιτία ήταν οι νέοι πειραματισμοί της νεράιδας από την Ισλανδία, αυτήν την φορά με το iPad και το iPhone. Το κρίσιμο ερώτημα όμως τώρα που το άλμπουμ υπάρχει εκεί έξω και δεν είναι πια μια απορία για το τι στο διάολο μηχανεύθηκε πάλι η ιδιοφυία της Bjork είναι αν η μουσική ακούγεται. Αν υπάρχουν τραγούδια που θα αγαπήσεις, όπως ήταν κάποτε το "Army of Me" ή το "Bachelorette" και τόσα άλλα. 

Η απάντηση δεν μπορεί να έλθει άμεσα, με ένα "ναι" ή ένα "όχι". Η Bjork έχει αλλάξει στυλ εδώ και μια δεκαετία, ψάχνοντας για ήχους στα πιο παράξενα σημεία, σε μέρη που δύσκολα περιμένεις να σου δώσουν τραγούδια στο τέλος της ημέρας. Η μουσική της δεν είναι πρώτου επιπέδου, αλλά έχει το προτέρημα να μην είναι τόσο παράξενη όσο των υπολοίπων "πειραματιζόμενων". Ως εκ τούτου δεν είναι ποτέ δήθεν. Έχει πάντα κάτι να πει και το λέει -σε κάποιους αρέσει, σε άλλους όχι. Αλλά πάμε πίσω στην απάντηση. Ναι, υπάρχουν μερικά απίθανα τραγούδια στο "Biophilia" (π.χ. το ανατριχιαστικό "Mutal Core" που μπαίνει εύκολα μέσα στην πεντάδα με τα καλλίτερα κομμάτια που έχει γράψει στην 20χρονη καριέρα της. Και όχι, δεν είναι όλος ο δίσκος γεμάτος από τέτοια τραγούδια. Στη μισή του διάρκεια η Bjork κτίζει σιγά σιγά την ατμόσφαιρα της διαστημικής έκρηξης που σε συγκλονίζει στα άλλα μισά. Και το κάνει με την μαεστρία ενός συνθέτη του επιπέδου του Βάγκνερ, του Μπετόβεν ή του Ντεμπισί. Το έχω ξαναγράψει: Σε εκατό χρόνια από τώρα, όταν τα παιδάκια θα διδάσκονται μουσική του 20ου και του 21ου αιώνα, η Bjork θα είναι το πιο πολυσέλιδο μάθημα.






Bjork - Moon




ΤΙ ΑΛΛΟ ΑΚΟΥΣΑ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ: 
Red Hot Chili Peppers – I’m With You: Ακόμη και να είχαν τον Φρουσιάντε στην σύνθεσή τους, και πάλι αμφιβάλλω αν θα κατάφερναν να ακουστούν περισσότερο δημιουργικοί απ’ ότι ακούγονται. Εμμένοντας στη μουσική που εισήγαγαν πριν πολλά χρόνια στον κόσμο, αλλά εκλαϊκεύοντάς την στο έπακρο και στερώντας την από νεανικά τεχνάσματα, μας παρουσιάζουν το χειρότερο άλμπουμ της καριέρας τους κι εμείς λέμε: κρίμα. Και: Δυόμισι αστεράκια / Jesse Sykes & The Sweet Hereafter – Marble Son: Ήμουν τόσο αδαής που δεν είχα καμμία απολύτως ιδέα για το παρελθόν της μπάντας. Και ομολογώ ότι στην αρχή δεν κατάλαβα καν ότι επρόκειτο για την και όχι τον Τζέσι Σάικς… Ίσως γιατί μαγεύθηκα από την γαλήνεια ψυχεδέλεια που βγάζει αυτή η εναλλαγή κιθάρας και keyboards στις country post rock μελωδίες τους. Τέσσερα αστεράκια / Brett Anderson – Black Rainbows: Μας συγκλόνισε με την απίστευτη ζωντανή εμφάνισή του παρέα με τους επανενοποιημένους Suede τον Σεπτέμβριο, αλλά στην σόλο καριέρα του επιμένει να μην εντάσσει καθόλου τους τόνους του ρομαντικού πρίγκηπα που έβαψαν τα δύο πρώτα άλμπουμ της μπάντας. Και στο “Black Rainbows” παραμένει γλυκερός κι ευχάριστος, αλλά κομματάκι αδιάφορος. Το καλλίτερο σόλο άλμπουμ του παραμένει το προ τριετίας “Wilderness”. Τρία αστεράκια / Fool’s Gold – Leave No Trace: Στα αγγλικά και όχι στα εβραϊκά πια, άρα πολύ πιο κατανοητά, τραγουδούν τα αφρο-μεσανατολικο-indie rock κομμάτια του, μ’ αυτό τα γήινο, χαρωπό στυλ που τόσο μας ενθουσίασε στον πρώτο τους δίσκο. Μόνο που δεν εμφανίζουν τίποτε καινούργιο και πρωτότυπο. Τρία αστεράκια / Mia Doi Todd – Cosmic Ocean Ship: Μια Σούζαν Βέγκα στο πιο απογειωμένο, μια St. Vincent στο πιο worldbeat, μια πιο χαρωπή και –βεβαίως- θηλυκή εκδοχή του Λέοναρντ Κοέν, η Μία Ντόι Τοντ μπλέκει μουσικές από όλον τον κόσμο σε ένα ντελικάτο στυλ που έχει ροκ και τζαζ στοιχεία και περιγράφει με όμορφους στίχους ιστορίες από τα ταξίδια της σε όλον τον κόσμο. Τριάμισι αστεράκια / Lana Del Rey – First Album: Με κάθε επιφύλαξη, γιατί δεν είμαι σίγουρος ότι τα κομμάτια που κυκλοφορούν στο Internet θα είναι όντως αυτά που θα παίξουν στο πρώτο της άλμπουμ, δηλώνω ότι καλή η εμφάνιση, αλλά χρειάζεται και κάτι παραπάνω για να γίνεις η νέα ιέρεια της indie κοινότητας. Ωστόσο, η ύπαρξη και μόνο του έπους που λέγεται “Video Games” (και που δεν περιέχεται στο πακέτο που έχω ως “First Album”, πολλαπλασιάζοντας τις υποψίες μου) υπόσχεται ένα υπέροχο μέλλον στο ξανθό κορίτσι με το παπίσιο μουτράκι (κακή πλαστική;). Δυόμισι αστεράκια / Beirut - The Rip Tide: Tώρα που μετρίασε κάπως τις τσιγγάνικες φιλοδοξίες του, ο Ζακ Κόντον κατάφερε να γράψει ένα προστιό, στρογγυλεμένο άλμπουμ με τόσες πολλές όμορφες στιγμές, που σε κάνει να αναρωτιέσαι προς τι ο λόγος για τόση υπερβολή στη μανιέρα στις προηγούμενές του δουλειές... Τριάμισι αστεράκια






Beirut - Santa Fe


(Σύντομα έπεται επική συνέχεια με Feist, St. Vincent, Zola Jesus, Wild Flag, Eleanor Friedberger κι άλλα αγαπημένα κορίτσια. Απλά δεν κρατιόμουν να βάλω την Bjork εδώ -αν και ταίριαζε περισσότερο στο επόμενο. Εσύ, τέλος πάντων, μείνε συντονισμένος.)

26 Σεπ 2011

Ματώνουν τα ματάκια μου...

Από το πρωί το παραπάνω status φιγουράρει στις σελίδες διαφόρων γνωστών μου στο Facebook. Σε πολλών. Δεν ξέρω αν πρέπει να τους σβήσω άμεσα από φίλους μου από ντροπή ή αν πρέπει να τους διατηρήσω ως μια αστείρευτη πηγή ξεκαρδιστικού γέλιου -ειδικά ότι συνεισφέρουν και οι δικοί τους γνωστοί με σχόλια σαν αυτό της φωτογραφίας.

20 Σεπ 2011

Scarlett-Gate, Explained (fap, fap, fap, fap...)

Κανονικά θα έπρεπε να κάνω απλώς update σ' αυτό το post, αλλά όταν το ξαναείδα, δεν ήθελα να προσθέσω τίποτε. Αλλά κάποια στιγμή, έπρεπε και σ' αυτό το blog να γράψουμε όλη την αλήθεια για τις γυμνές φωτογραφίες της Σκάρλετ. Επειδή δεν έχουμε λόγια, όμως, προτιμήσαμε το υπέροχο - και καλόγουστο - animation που έκαναν οι καλοί συνάδελφοι της ταϊβανέζικης τηλεόρασης. Πραγματικά, ο τρόπος τους να εξηγούν τον κόσμο είναι υπέροχος.

Θα επανέλθουμε στο Scarlett-Gate - σε άλλο Post, φυσικά.

16 Σεπ 2011

"When it all comes down, look for me and I'll still be around"

Σήμερα ο B.B. King έχει γενέθλια. Γίνεται 86 ετών. Ας το γιορτάσουμε ακούγοντας ένα από τα ομορφότερα τραγούδια του - ή, εν πάση περιπτώσει, το αγαπημένο μου από τα τραγούδια του.
Θα μου θυμίζει πάντα εκείνο το καυτό καλοκαιρινό βράδυ στον Λυκαβηττό ('91; '92; δεν είμαι σίγουρος). Ήταν η εποχή που αντιμετώπιζα τα μπλουζ τραγούδια ως φροντιστήριο, ΜΑΘΑΙΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΠΟ ΑΥΤΑ, φίλε - κι αυτό το μελό "εσύ εκεί να κάνεις τα δικά σου κι εγώ εδώ θα σε περιμένω βράχος να ακουμπήσεις, όταν όλα καταρρεύσουν" πολύ μού πήγαινε. Τόσα ήξερα.

12 Σεπ 2011

Europe is our playground

Σορβόννη

Ήταν Φεβρουάριος του 1999, το Παρίσι παγωμένο, κι ένα ψιλόβροχο που μόλις ξεκινούσε μού ξύλιαζε ακόμη περισσότερο το πρόσωπο, καθώς ανέβαινα την Ρυ Σεν Ζακ για να στρίψω δεξιά στην Ρυ ντεζ Εκόλ και ξανά αριστερά στην Σορμπόν, να μπω για λίγο στο προαύλιο του πανεπιστημίου, που σ' εκείνο, το πρώτο μου ταξίδι χωρίς την υπόλοιπη οικογένεια στο Παρίσι, μού φάνταζε σαν ένα αξιοπρόσεκτο αξιοθέατο. Άκουγα μουσική από ένα παλιό walkman με κασέτα -τα MP3 είχαν μόλις αρχίσει να γίνονται το νέο μας αγαπημένο φορμά μουσικής και MP3 Players, σε τιμή που να μπορεί να τα αγοράσει κάποιος που μόλις είχε τελειώσει τη σχολή του και ετοιμαζόταν να πάει στο στρατό, δεν υπήρχαν ακόμη.
Άκουγα Suede. Το "Europe Is Our Playground" εκείνη την στιγμή. Και, καθώς έσερνα τα βήματά μου στους γλιστερούς δρόμους του Σαν Ζερμαίν, υποσχόμουν κάτι στον εαυτό μου: Εκείνο θα ήταν απλά το πρώτο από μια σειρά ταξιδιών που θα έκανα, αρχικά στην Ευρώπη, μετά στον κόσμο όλο -κι ας είχαν σωθεί κι οι τελευταίες μου οικονομίες για να φθάσω ως το Σαρλ ντε Γκωλ και να μείνω σχεδόν ένα μήνα στην Πόλη του Φωτός (όπου αργότερα μού έκλεψαν και το πορτοφόλι και επέστρεψα στην Αθήνα με 120 δραχμές). Ήθελα να γίνει και δική μου παιδική χαρά η Ευρώπη, δεν με χωρούσε η Ελλαδίτσα, ήθελα να ζήσω την πραγματική λάμψη των Suede και των μητροπόλεων όπου εκτυλίσσονταν οι ιστορίες τους, μαζί με τον ζοφερό ρομαντισμό της -όχι το κακέκτυπο των δικών μας enfants gâtés πίσω στα Βόρεια Προάστεια.

Ηλιούπολη

Είχα το προνόμιο να υπηρετήσω τη θητεία μου -μετά το 40ημερο της εκπαίδευσης- στην Αθήνα, στο Ανώτατο Συμβούλιο Αθλητισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, γιατί στα τέλη της δεκαετίας του '90 ήμουν στην Εθνική Ομάδα του Στίβου και ο στρατός διευκόλυνε τις προπονήσεις μας με κάθε τρόπο. Ήμουν όμως τραυματίας, ο πόνος χαμηλά στον κοιλιακό και αριστερά κάτω από τη βουβωνική χώρα με διέλυε -μπορούσα μόνο να τρέχω σε χαλαρούς ρυθμούς στο χόρτο, η πλήρης αποθεραπεία και οι δυνατές προπονήσεις έμοιαζαν τόσο μα τόσο μακρινές. Και μετά, πόσο δύσκολο θα ήταν να ξαναγυρίσω στο επίπεδο που ήμουν πριν, είχα μεγαλώσει κιόλας... Ο κόσμος που ήξερα, η ασφάλειά του, είχε πια χαθεί. Έπρεπε να διαλέξω ένα αύριο. Και δυσκολευόμουν. Ο πρωταθλητισμός με είχε κάπως βολέψει. Μού γέμιζε τις ώρες, τις μέρες, με έβαζε σε ένα πρόγραμμα. Τι υπήρχε μετά; Και, κυρίως, πώς θα έστηνα την ημέρα μου τώρα, τώρα που δεν είχα πια 6-7 ώρες προπόνηση και ύπνο από νωρίς;
Κατέβαινα στο ΑΣΑΕΔ 2-3 φορές την εβδομάδα, πολύ νωρίς. Είχα φτιάξει ένα CD για το αυτοκίνητο και η κίνηση στις επτά το πρωί ήταν πάντα ακριβώς η ίδια. Το "Every Monday Morning Comes" έπαιζε κάθε φορά που έφθανα στο φανάρι της Ηλιούπολης πριν στρίψω προς Ελληνικό. Και σχεδόν πάντα μού έφερνε δάκρυα στα μάτια. Και την αισιοδοξία που έλειπε απ' όλη την υπόλοιπη ζωή μου.

Γκάζι

Λίγο πριν ξεκινήσουμε για το Γκάζι, για την μπουζουκλερί που θα φιλοξενούσε τους Suede, συνειδητοποίησα κάτι πολύ απότομα. Με κατέλαβε εξαπίνης, αλλά δεν μου προκάλεσε κάποιο έντονο συναίσθημα. Το αντιμετώπισα κι αυτό με την ίδια απάθεια που αντιμετωπίζω πια τα πάντα. Δεν είχα πάρει είδηση ότι πέρασαν πια δεκαεπτά χρόνια από τότε που είχα ανακαλύψει τους Suede και τους είχα δώσει τον τίτλο της αγαπημένης μου μπάντας. Δεκαέξι από τότε που δεν κατάφερα να τους δω στο πρώτο τους αθηναϊκό live γιατί βρισκόμουν κάπου στην Τσεχία, σ' ένα κουλό, αξέχαστο ταξίδι που είχε προκύψει από το πουθενά. Δώδεκα από την ψιχάλα στο παγωμένο Παρίσι, έντεκα από τα δάκρυα του φαναριού της Ηλιούπολης. Είχαν περάσει πολλά χρόνια που οι Suede δεν ήταν πια η αγαπημένη μου μπάντα -κι ας παρακολουθούσα την σόλο καριέρα του Μπρετ Άντερσον και τις παραγωγές του Μπέρναρ Μπάτλερ. Σχεδόν μια ζωή. Έκανα τόσα ταξίδια από τότε. Άλλαξα τόσα πολλά στην καθημερινότητά μου. Πόσο αστεία ήταν τα άγχη του "Every Monday Morning Comes", πόσο ωραία υπόσχεση είχα δώσει στο "Europe Is Our Playground"...
Κατηφόρισα κάπως καθυστερημένος προς το Γκάζι, από την Εθνική. Είχε κίνηση -φαίνεται ο κόσμος φεύγει ακόμη για σαββατοκύριακα. Δεν αγχώθηκα στην ιδέα ότι θα έχανα το ξεκίνημα της συναυλίας. Τους είχα τελικά δει live κάποια στιγμή αργότερα και δεν ήταν και τίποτε το φοβερό. Η σκέψη μου ήταν αλλού: Στο ότι πάλι δεν αποφάσισαν απολύσεις στο δημόσιο, στο πόσο θα μου κόστιζε το χαράτσι στα ακίνητα, στα ταξίδια που δεν θα μπορούσα να κάνω πια, στα νέα άγχη για τη νέα ζωή που θα ξεκινούσε μετά τη νέα άρση σιγουριάς, τη νέα απώλεια ασφάλειας.
Όταν πας απροετοίμαστος για κάτι, κι αυτό το κάτι έλθει υπέροχο, το απολαμβάνεις πολύ περισσότερο απ' το αν πήγαινες γεμάτος προσδοκίες. Το χθεσινό live των Suede ήταν πραγματικά απίστευτο. Αναγεννημένοι, με τον Μπρετ Άντερσον -τον Ντόριαν Γκρέι, το ίδιο νέο, το ίδιο όμορφο όπως τότε- πιο προσιτό από ποτέ, έναν εκφραστικό γίγαντα του σύγχρονου ρομαντισμού σε μια πραγματικά σπουδαία ημέρα, να χώνεται μέσα στο κοινό και να ερμηνεύει άψογα όλα εκείνα τα ποιήματα που στιγμάτισαν τα '90s μας. Δεν ξέρω αν ήταν μια τελευταία δόση κοσμοπολιτισμού, πριν τη βουτιά στο Μεσαίωνα που προμηνύεται -ή αν ήταν ένα κάλεσμα για να αφήσω αυτήν την μίζερη πραγματικότητα και να ξαναπάω να παίξω στην παιδική χαρά μου, μακριά από εδώ. Ξέρω μόνο πως, όπως when every monday morning comes, στο φανάρι ένα δάκρυ έτρεξε στο μάγουλό μου.

(Η φωτογραφία από το χθεσινό live των Suede είναι του Θοδωρή Μάρκου. Περισσότερες εδώ.)

Y.Γ. Χθες, τουιτάροντας μερικές ατάκες από την συναυλία, έκανα δύο λάθη μέσα στον ενθουσιασμό μου. Ο σωσίας του Άντονι -and the Johnsons- δεν ήταν, εννοείται, ο Μπέρναρ Μπάτλερ, ο οποίος παραμένει στυλάκι αλλά και εκτός μπάντας, αλλά ο Ρίτσαρντ Όουκς που μεγάλωσε άσχημα. Και το κομμάτι -"παύση"- στη μέση της συναυλίας, για να ξεκουραστούν λίγοι οι μουσικοί, δεν ήταν το "Where The Pigs Don't Fly", αλλά το "To The Birds". Αμφότερα είναι λατρεμένα b-sides τους και μπέρδεψα τους τίτλους. Και γράφοντας αυτήν την παρένθεση, συνειδητοποιώ ότι για καμμιά από τις επόμενες "αγαπημένες μου μπάντες" δεν θυμάμαι ούτε έναν τίτλο b-side ή τα ονόματα όλων των μελών του γκρουπ. Ίσως τελικά η τελευταία αγαπημένη μου μπάντα να ήταν όντως οι Suede...

11 Σεπ 2011

Μελαγχολία

Δεν είχα ποτέ σκεφθεί πόσο γλυκό μπορεί να είναι το τέλος. Μελαγχολικό, αλλά γλυκό, όμορφο, λυτρωτικό. Ευτυχώς που υπάρχει και ο Λαρς φον Τρίερ, αυτός ο μέγας σαδιστής, που τον έπιασε ξαφνικά μια μανία να τα τελειώσει όλα. Το ανθρώπινο είδος, τη φύση, τη Γη -σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Η σύγκρουση της μειλίχιας συνειδητοποίησης της Κίρστεν Ντανστ με την αγχώδη -σε επίπεδα υστερίας- αναζήτηση της Σαρλότ Γκενσμπούργκ και την αποστομωτική ανατροπή της σιγουριάς του Τζακ Μπάουερ (χε χε), σε ένα μαγευτικό τοπίο που θα έπρεπε κανονικά να είναι το φόντο για τις πιο ρομαντικές στιγμές των πιο συναισθηματικών ψυχών, είναι η ομορφότερη και ηπιότερη στιγμή της καριέρας του Δανού προβοκάτορα. Φαντάζομαι πως κάπως σαν την Ντανστ της "Μελαγχολίας" αντιμετωπίζουν τον θάνατο οι υπέργηροι και οι άρρωστοι και λυτρώνομαι στην συνειδητοποίηση πως δεν χρειάζεται να αγχώνομαι για το τέλος -παρ' ότι σαν χαρακτήρας μοιάζω περισσότερο με την οργανωτική και ψυχαναγκαστική Γκενσμπούργκ.

Οι ερμηνείες και των δύο είναι -εννοείται- υπέροχες. Ο φον Τρίερ ξέρει πώς να ξεζουμίζει τις γυναίκες. Αλλά στο τέλος της βραδιάς, αυτό που σού μένει πάνω απ' όλα είναι η απορία: Σε ποιον πλαστικό πήγε η Κίρστεν Ντανστ και της έφτιαξε τόσο φυσικό βυζί;

6 Σεπ 2011

Ποιοι είναι οι Arcade Fire;




Η μετά θάνατον ζωή 
Πάγος έχει καλύψει τα μάτια των γονιών μου. Πώς να δούν; Πώς να κλάψουν; Μεγαλώνοντας σε μια παράξενη καταιγίδα –κανείς δεν παγώνει, κανείς δεν ζεσταίνεται. Βγήκα έξω στη νύκτα, βγήκα να ψάξω για λίγο φως. Παιδά πεθαίνουν έξω στο χιόνι. Δες τα να φεύγουν. Δες τα να φεύγουν!
                   -Neighborhood #3 (Power Out), από το άλμπουμ “Funeral” (2004) 

Toν Ιούνιο του 2003 η γιαγιά της Ρεζίν Σασάν άφηνε τον μάταιο τούτο κόσμο. Στο ταξίδι της την ακολούθησε τον Μάρτιο του 2004 ο παππούς του Γουίν Μπάτλερ. Και ένα μήνα αργότερα η πολυαγαπημένη θεία του Ρίτσαρντ Πάρι. Θα ήταν τρεις ακόμη θάνατοι από φυσικά αίτια, τρεις αποχωρήσεις υπερηλίκων από την ζωή, τρία απλά, καθημερινά συμβάντα, αν οι Σασάν και Μπάτλερ δεν ήταν σύντροφοι στη ζωή και ο Πάρι δεν ήταν συνεργάτης τους. Και αν όλα αυτά δεν συνέβαιναν την περίοδο που το μουσικό τους γκρουπ, οι Arcade Fire, δεν συνέγραφαν και ηχογραφούσαν τα τραγούδια για το πρώτο τους άλμπουμ. Το ζοφερό κλίμα αποτυπώθηκε στον ήχο του.
Δεν ήταν τρεις άδικοι, βίαιοι ή αναπάντεχοι θάνατοι, γι’ αυτό και η αναγνώριση του εσωτερικού πόνου ήταν μάλλον υποσυνείδητη. Αλλά ήταν μια διαδικασία που κρατούσε για μήνες. Η μια απώλεια διαδεχόταν την άλλη. Η αμηχανία, οι σκέψεις, η ωρίμανση και μαζί μια ιδιότυπη αναγέννηση πότιζαν τους τοίχους του στούντιο, τα σεντόνια του ζεύγους, τα ίχνη που άφηναν οι πατημασιές του γκρουπ στα χιονισμένα πεζοδρόμια του Μόντρεαλ. Όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος τους, τον Σεπτέμβριο του 2004, τον ονόμασαν «Κηδεία» («Funeral») και όλοι οι μουσικοκριτικοί του κόσμου τον ονόμασαν το καλύτερο πράγμα που είχαν ακούσει για δεκαετίες.
Αυτό που είχε συμβεί ήταν μεταφυσικά απλό: Οι Arcade Fire ήταν ένα γκρουπ με πολύ ταλέντο. Δεν θα υπέγραφε συμβόλαιο μαζί τους η Merge, αλλιώς. Παρ’ ότι μικρή και ανεξάρτητη δισκογραφική, είναι κορυφαία στο είδος της –όλες οι νέες μπάντες της indie rock θα ήθελαν να βρεθούν κάτω από την στέγη της. Όχι, το πρόβλημα με τους Arcade Fire δεν ήταν η έλλειψη ταλέντου. Ήταν η αδυναμία να το τιθασεύσουν. Επτά μέλη, στις αρχές της τρίτης δεκαετίας της ζωής τους όλοι, με άπειρες ιδέες, ελάχιστη συνεννόηση, πολλά νεύρα. Οι Arcade Fire ήταν ένα χάος. Και ύστερα ήλθαν οι θάνατοι των αγαπημένων τους προσώπων και γαλήνεψαν την οργή, χαλιναγώγησαν το πάθος κι έβαλαν σε έναν δρόμο τις ιδέες τους. Σήμερα, που πλέον η μπάντα έγινε παγκοσμίως γνωστή, μετά το βραβείο Γκράμι για τον καλύτερο δίσκο που κέρδισαν τον Φεβρουάριο, το “Funeral” αναγνωρίζεται σαν το καλύτερο άλμπουμ της δεκαετίας που πέρασε.

Η ευαγγελική ρητορική
Δεν θέλω να πολεμήσω έναν ιερό πόλεμο / δεν θέλω οι πωλητές να μού κτυπούν την πόρτα / δεν θέλω να ζω στην Αμερική άλλο πια [...] Τρίτε Παγκόσμιε Πόλεμο πότε θα μού έλθεις; / όσο παίζαμε με τους σπινθήρες, απελευθερώσαμε τη φωτιά / τα παράθυρα είναι σφαλιστά τώρα, οπότε τι μάς έρχεται; / ένα σπίτι που θ’ αρπάξει φωτιά ή μια φουσκωμένη θάλασσα;
                             -Windowsill, από το άλμπουμ “Neon Bible” (2007) 

Όταν ξεστομίζεις τόσο εύκολα ένα «Δεν θέλω να ζω στην Αμερική άλλο πια», μπορείς εύκολα να βρεθείς στην πυρά –αλλά τον Μάρτιο του 2007, ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος ήταν ακόμη πλανητάρχης και η Αμερική ήταν διχασμένη. Και μπορεί τα 5 από τα 7 μόνιμα μέλη των Arcade Fire να είναι Καναδοί, αλλά τα αδέλφια Γουίν και Γουίλ Μπάτλερ όχι μόνο γεννήθηκαν στις ΗΠΑ, στην Καλιφόρνια, αλλά μεγάλωσαν στο Οχάιο του Τέξας, την πολιτεία της οποίας υπήρξε κυβερνήτης ο Μπους μέχρι το 2000. Έχοντας και την πρόσθετη εμπειρία της Μορμόνας μητέρας τους και του αυστηρού χριστιανικού περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσαν, ήξεραν πολύ καλά για ποιο λόγο δεν άντεχαν πια να ζουν στην πατρίδα τους.
Το δεύτερο άλμπουμ των Arcade Fire, το 2007 ήταν ένα αποκαλυπτικό, πομπώδες μανιφέστο κατά του καταναλωτισμού, της δογματικής θρησκείας και των πολιτικών εναντίον του περιβάλλοντος και εναντίον «των εχθρών της Αμερικής». Οι ιδέες τους εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα από τον Μπαράκ Ομπάμα, του οποίου ο Γουίν –ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της μπάντας, κι ας διαρρηγνύει ο ίδιος τα ιμάτιά του ότι όλοι είναι ίσοι- δήλωσε από νωρίς οπαδός. Το 2008 οι Arcade Fire έδιναν δωρεάν συναυλίες στις ΗΠΑ υπέρ της υποψηφιότητας Ομπάμα και τραγούδια τους αποτελούσαν κομμάτια του «σάουντρακ της ελπίδας», της μουσικής λίστας που επένδυε, δηλαδή, τις εκδηλώσεις υπέρ του μετέπειτα Προέδρου.
Τον Ιανουάριο του 2010 ένας σεισμός ισοπέδωσε τη Αϊτή, σκοτώνοντας εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους. Η Ρεζίν Σασάν, μισή Κανδή – μισή Αϊτινή είχε ήδη γράψει ένα τραγούδι για την πατρίδα της που μιλούσε κατά του καθεστώτος Ντιβαλιέ. Το επόμενο βήμα ήταν η σύσταση, μέσω του γκρουπ, της φιλανθρωπικής οργάνωσης Kanpe, υπέρ των πληγέντων από τον σεισμό. Ο Ομπάμα, η Αϊτή και η ρητορική του “Neon Bible”, ενός υπέροχου άλμπουμ που δεν απογοήτευσε ούτε στο ελάχιστο όσους είχαν εκστασιαστεί με το “Funeral”, έκαναν κάποιους να ξεστομίσουν για πρώτη φορά το «οι Arcade Fire είναι οι νέοι U2». Σπουδαίοι μουσικοί, με επικά, συναυλιακά κομμάτια και ακτιβιστική δράση. Οι πρώτοι, μάλιστα, είχαν βρεθεί να ανοίγουν και τρεις συναυλίες των δεύτερων το 2006, στην μια εκ των οποίων οι U2 τους κάλεσαν ν’ ανεβούν μαζί τους στην σκηνή να πουν παρέα το “Love Will Tear Us Apart” των Joy Division. Για τον σκληρό πυρήνα των φαν των Arcade Fire, η σύγκριση με τους U2 ήταν κάτι σαν προδοσία. Τι σχέση είχε ο λαϊκισμός του Μπόνο με την επαναστατικότητα του Γουίν;

Η ζωντανή αποκάλυψη
Όλα τα παιδιά ανέκαθεν γνώριζαν / πως ο αυτοκράτορας δεν φοράει ρούχα / αλλά τον προσκυνούσαν έτσι κι αλλιώς / καλύτερα έτσι απ’ το να ήταν μόνα...
                             -Ready To Start, από το άλμπουμ “The Suburbs” (2010) 

Από το Κολοράντο ως τη Νέα Ορλεάνη και από το το Ζάγκρεμπ ως το Εδιμβούργο, η μισή Αμερική και η μισή Ευρώπη, πενήντα – εξήντα χιλιάδες άνθρωποι τη φορά αποθεώνουν τους Arcade Fire σε κάθε τους συναυλία από τον Απρίλιο, όταν ξεκίνησε η τελευταία τους περιοδεία. Μπορεί το “The Suburbs” να ψηφίστηκε από κάθε μουσικό έντυπο που σέβεται τον εαυτό του σαν το κορυφαίο της χρονιάς που πέρασε, αλλά στο να αναγνωρίζει πια όλος ο κόσμος την μπάντα (που μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν το μυστικό που οι χίπστερς έτρεμαν να μην μάθουν οι υπολοιποι) συνέβαλε κυρίως η αναπάντεχή τους βράβευση με το Γκράμι, τον Φεβρουάριο. Και πάλι όμως, τέτοιοι μύθοι σβήνουν γρήγορα αν δεν συνοδεύονται από γερές συγκινήσεις. Και οι Arcade Fire στην σκηνή είναι μόνο συγκινήσεις.
Τα επτά μέλη της μπάντας (Γουίν και Γουίλ Μπάτλερ, Ρεζίν Σασάν, Ρίτσαρντ Πάρι, Τζέρεμι Γκάρα, Σάρα Νόιφιλντ και Τιμ Κίνγκσμπερι) συνοδευόμενα συνήθως από τρεις-τέσσερις ακόμη μουσικούς (όπως ο βιρτουόζος του βιολιού Όουεν Πάλετ) εναλλάσσονται σε κάθε πιθανό όργανο (παίζουν βιολιά, βιόλες, τσέλα, πιάνα, ακορντεόν, συνθεσάιζερ, εκτός από τις κιθάρες, το μπάσο και τα ντραμς) στις συναυλίες τους, παρουσιάζοντας ένα διαρκώς κινούμενο σύνολο, που σε συνεπαίρνει με την ενέργειά του ακόμη περισσότερο απ’ ότι κάνουν τα, ούτως ή άλλως, άκρως υμνικά, συναυλιακά κομμάτια που παίζουν. Ακόμη και όσοι φίλοι της μουσικής δεν τούς είχαν πάρει είδηση επτά χρόνια τώρα, είναι πια αδύνατον να ξεφύγουν απ’ τη σαγήνη τους.
Απρόβλεπτοι μουσικά, βαπτισμένοι στην κολυμβήθρα του καναδικού indie rock, της κοιτίδας της πιο δημιουργικής μουσικής παγκοσμίως την τελευταία δεκαετία, ευφυείς και ποιητικοί στιχουργικά, τολμηροί στις κοινωνικές τους παρεμβάσεις, μουσικοί και όχι ροκ σταρ (δεν έχουν αναπτύξει κακές συνήθειες, εθισμούς ή έστω κάποια ανάγκη επίδειξης), αποκαλυπτικοί στις συναυλίες τους, οι Arcade Fire είναι αυτή την στιγμή η «σπουδαιότερη μπάντα του πλανήτη» και, όχι, δεν είναι οι νέοι U2, γιατί –όσο βέβηλο κι αν διαβάζεται αυτό- είχαν προσπεράσει τους U2 από την πρώτη κιόλας στιγμή ορίζοντας το παιχνίδι με εντελώς νέους κανόνες: Οι U2 συμπύκνωσαν και περιέγραψαν μια εποχή, όταν οι Arcade Fire τόλμησαν να ζητήσουν και πέτυχαν να ξεκινήσουν μια καινούργια.

(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Κ" της "Καθημερινής" την Κυριακή, 04.09.11)

...and we' re back! (ή "Τι άλλο άκουσα το καλοκαίρι")


Μπαγιάτεψαν πια στο πίσω USB του laptop μου μουσικές που άκουγα πριν καν φύγω για διακοπές. Κι άλλες επιμένουν να παίζουν πρωί, μεσημέρι και βράδυ, φλερτάροντας με τον τίτλο του "άλμπουμ της χρονιάς". Πάμε να τις περάσουμε όλες από ένα γρήγορο χάδι, να ξεμπερδέψουμε με τον ψυχαναγκασμό των δισκοκριτικών έστω κι έτσι στα όρθια -και με το που επιστρέψουμε στα θρανία να γυρίσουμε και σε κανονικούς ρυθμούς.

Marissa Nadler - Marissa Nadler: Ξεκινάμε από την άνωθι εικονιζόμενη μελαγχολική Βοστονέζα, που μπλέκει τη folk με την dream pop μ' έναν αιθέριο, δραματικό τρόπο, όπου ξεχωρίζει η ακουστική της κιθάρα και η άγριας ομορφιάς φωνή της. Τεσσεράμισι αστεράκια







Melissa Nadler - Alabaster Queen



Okkervil River - I Am Very Far: H πιο μεγαλοπρεπής και πομπώδης δουλειά που έχει παρουσιάσει ως τώρα η συμπαθέστατη μπάντα είναι περισσότερο rock και λιγότερο folk απ' ότι στο παρελθόν, αλλά καθόλου δεν χαλάει ακόμη κι έναν λάτρη του μπάντζου όπως είμαι εγώ. Τέσσερα αστεράκια








Okkervil River - Wake And be Fine


Ηandsome Furs - Sound Kapital: Τον Νταν Μπέκνερ τον λατρεύουμε λόγω των Wolf Parade, αλλά στο ντουέτο που κάνει με τη σύζυγό του, Αλεξέι Πέρι, οι ήχοι είναι εντελώς διαφορετικοί, είναι synth-pop και είναι τουλάχιστον αναζωογονητικό να ακούς τέτοια πράγματα από έναν μάστορα της κιθαριστικής ροκ. Τέσσερα αστεράκια


Wild Beasts - Smother: Περισσότερο Antony & The Johnsons και λιγότερο Suede και Talking Heads από το προ διετίας "Two Dancers" τους, που τόσο άρεσε στα μέρη μας, ακούγονται τόσο εύθραυστοι, αλλά ταυτόχρονα επιβλητικά κομψοί, που δεν γίνεται να μην σε παρασύρουν στο παραμύθι τους. Και τον πιο μεγάλο ρόλο παίζει η φωνή του Χέιντεν Θορπ. Τέσσερα αστεράκια








Wild Beasts - Bed Of Nails 


Dirty Beaches - Badlands: Θορυβώδεις και ακατέργαστοι, χαοτικά ανεπιτήδευτοι, κάθε άλλο παρά θυμίζουν την κομψότητα με την οποίαν διοχέτευε την δική του οργή ο Τέρενς Μάλικ στην ταινία με τον ίδιο τίτλο. Αλλά ένα άλμπουμ με μια ταινία δεν είναι συγκρίσιμα πράγματα και τούτοι εδώ αγαπιούνται από κάτι Πίτσφορκ και τέτοια. Οπότε καταλαβαίνεις. Δύο αστεράκια


ΕΜΑ - Past Life Martyred Saints: Ο κατά πάσα πιθανότητα δίσκος της χρονιάς έρχεται από μια νεαρή Σουηδέζα που έχει κάτι από PJ Harvey και κάτι άλλο από Πάτι Σμιθ, αλλά που -ούσα τόσο μικρότερη στην ηλικία και τόσο φρέσκια- ακούγεται ξεδιάντροπα αυθάδης και αυθεντικά indie, σαν ένα DIY ποπ σύμβολο που είχε σκοπό να καταναλωθεί μέσα στο υπνοδωμάτιό του, μπροστά στον καθρέπτη, αλλά κάποιος το βιντεοσκόπησε κρυφά και το χάρισε στον κόσμο. Τεσσεράμισι αστεράκια







EMA - Milkman



Johann Johannson - The Miner's Hymns: Όταν ο Ισλανδός γράφει την ηλεκτρονική του κλασσική μουσική με επικές διαθέσεις, μπορεί να κάνει θαύματα. Αλλά όταν τον πιάνουν τάσεις καταθλιπτικές ακούγεται μόνο σε μαζοχιστικές στιγμές. Και στο "The Miner's Hymns" είναι περισσότερο υποτονικός και κατατονικός από ποτέ. Δυόμισι αστεράκια


Let's Wrestle - Nursing Home: Από κάτι τέτοιες ιντίλες γράφονται κάτι όνειρα τύπου Nirvana. Εντάξει, μην φθάσουμε ως εκεί, αλλά σκέψου κάτι παρόμοια ακατέργαστο και πρωτόλειο, δυνατό και ξεσηκωτικό που κάθε φορά που το ακούς, το γουστάρεις και πιο πολύ. Ατόφιο ροκ χωρίς πόζα. Τριάμισι αστεράκια


My Morning Jacket - Circuital: Μουσάτοι ροκάδες σε μεγάλα κέφια με ηλεκτρισμένες διαθέσεις και φανφαρώδεις ορχηστρικές παραγωγές. Εντάξει, συνταγή για το καλλίτερό τους άλμπουμ ever. Τέσσερα αστεράκια





My Morning Jacket - Holding On To Black Metal


Queensryche - Dedicated To Chaos: Δυστυχώς αποδεικνύεται ότι η επιστροφή στο μελωδικό progressive metal που επιχείρησαν στα δύο περασμένα άλμπουμ τους, στη μουσική δηλαδή που έγραφαν καλλίτερα απ' οποιαδήποτε άλλη μπάντα στον κόσμο πριν 20-25 χρόνια, ήταν απλά μια παρένθεση στην αλλόκοτη πορεία που έχει πάρει η καριέρα τους προς το adult pop rock. Μην παραπλανά κανέναν ο τίτλος του νέου τους άλμπουμ, γιατί εδώ γίνεται απλά της σαχλής μπαλάντας. Και ο Τζοφ Τέιτ ακούγεται τόσο κουρασμένος. Καιρός για απόσυρση. Δύο αστεράκια


Sarah Jarosz - Follow Me Down: Το προ διετίας εύρημα του blog μεγάλωσε, ενηλικιώθηκε και τιθάσευσε την ορμή του μπάντζου της έτσι ώστε τα κομμάτια της να είναι λιγότερο ρουστίκ και πολύ πιο ευάκουστα από μεγαλύτερες ομάδες φίλων της μουσικής. Μια ποπ σταρ γεννιέται; Τέσσερα αστεράκια




Sarah Jarosz - Anabelle Lee (Live)



Sons And Daughters - Mirror Mirror: Μακριά από την ηλεκτρισμένη οργή του περασμένου τους άλμπουμ, του "This Gift"", που ήταν όντως ένα αναπάντεχο δώρο για μένα πίσω στο 2008, φέτος η πολλή επιτήδευση ναι μεν τους κρατάει μακριά από τις πονηρές ατραπούς της εμπορευματοποίησης, αλλά όταν δεν γίνεται πάνω σε σοβαρές βάσεις καθιστά το τελικό αποτέλεσμα αχταρμά. Μάλλον δεν έπρεπε να πάρουν τόσο σοβαρά τον εαυτό τους. Άσε που ώρες ώρες ακούγονται σαν κακέκτυπο των (επίσης κακών φέτος, έτσι κι αλλιώς) Kills. Τρία αστεράκια


The Boy - Hλιοθεραπεία: Κάποιος να μαζέψει τον Aλέξανδρο Βούλγαρη πριν σφάξει καναν άνθρωπο (ή και πολλούς μαζί, με πολυβόλα, μπαζούκας κλπ). Σοβαρά τώρα, ωραία ήταν τα πάντα στο "Κοστουμάκι", αλλά το να επαναλαμβάνεται το ίδιο πράγμα κάθε χρόνο με όλο και μεγαλύτερη μανία δεν καταντά απλώς κουραστικό, αλλά και κάτι σαν ένδειξη ότι επίκειται κάτι επικίνδυνο. Μακάρι να κάνει νέα στροφή στην καριέρα του, κάτι που συνηθίζει κάθε 2 χρόνια εξάλλου, πριν γίνει το κακό. Δυόμισι αστεράκια


Tim Booth - Love Life: Συνέχιση μιας εντελώς ανούσιας σόλο καριέρας, σε μια περίοδο που ούτε για τους James θεωρείται η καλλίτερη μουσικά. Κρίμα και πάλι κρίμα για έναν μουσικό και performer που στα '90s και τα ξέφρενα Madchester χρόνια έκανε θαύματα. Τώρα πια παίζει ακριβώς τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά, τα ίδια ακόρντα, με τα ίδια τεχνάσματα. Βαρετό. Δύο αστεράκια

22 Αυγ 2011

Όχι, δεν πεθάναμε...

...απλά αποφασίσαμε να κάνουμε διακοπές από τα πάντα τον Αύγουστο. Επιστροφή σε λίγες ημέρες, με πολλά κέφια, πιστόλια, λεπτές γραβάτες κλπ.

4 Αυγ 2011

Επειδή δεν έχω αξιωθεί να γράψω δισκοκριτικές εδώ και καιρό...


EMA - California

..κι επειδή δεν προβλέπεται να ξαναγράφω μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, είναι κρίμα να πας διακοπές και να μην ξέρεις ότι τον καλλίτερο δίσκο της χρονιάς τον έχει βγάλει η ΕΜΑ. (Tην οποία συμπεριέλαβα και στα δέκα κορίτσια που πρέπει να γνωρίσεις αυτό το καλοκαίρι, σ' ένα κειμενάκι στη Lifo).

Μια ζωή ποδήλατο

Πρώτη φορά που τέλειωσε ο Γύρος και εγώ είμαι ακόμη στην Αθήνα. Πουτάνα κρίση.

2 Αυγ 2011

Ποιος σκότωσε την Amy Winehouse;

Εκατομμύρια φαν σε όλον τον κόσμο θρηνούν το πιο γνήσιο, πηγαίο ταλέντο που βγήκε τα τελευταία χρόνια, ένα ταλέντο που είδαν να καίγεται και να αυτοκαταστρέφεται μπροστά στα μάτια τους; Θα μπορούσε να αποφευχθεί αυτή η πορεία; Ίσως, αν όλοι οι εμπλεκόμενοι – η οικογένεια, ο σύζυγος, οι παραγωγοί και οι έμποροι αυτού του προϊόντος δεν ήταν τόσο απασχολημένοι να εκταμιεύουν την επιτυχία για το δικό τους όφελος.

"Η καρδιά μου είναι θλιμμένη και μόνη/ Για σένα κλαίω, για σένα μόνο αγαπημένε/ Γιατί δεν το βλέπεις;/ Είμαι δική σου, ψυχή και σώμα". Οι τελευταίοι στίχοι που τραγούδησε η Amy Winehouse δεν θυμίζουν σε πολλά τα τραγούδια του "Back to Black" που την έκαναν διάσημη σε όλον τον κόσμο. Οι ρετρό τζαζ μπαλάντες του ΄30, όπως το κλασικό "Body and Soul", είναι φτιαγμένες για να τις τραγουδούν εύθραυστες ντίβες, συντετριμμένες από το βάρος των συναισθημάτων τους όχι τσαμπουκαλεμένα κορίτσια που δεν δίνουν δεκάρα για το τι λέει ο κόσμος γι' αυτές. Κι όμως, η μπαρουτοκαπνισμένη φωνή της ήταν πλασμένη για να αφηγείται τέτοιες ιστορίες συντριβής, μια - ακόμη - απόδειξη αυτού του παράδοξου που ενσάρκωνε η Amy Winehouse: μια "παλιά ψυχή" μέσα σε ένα νευρώδες νεαρό σώμα – ένα σώμα το οποίο ταλαιπώρησε και κατέστρεψε με μεθοδικότητα. Κι αυτό το τραγούδι, που είπε στο πλευρό του θρύλου Tony Bennett, για το άλμπουμ του που θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο, αυτός ο διαχρονικός τζαζ ύμνος που έχει ακουστεί από φωνές όπως αυτές της Billie Holiday και του Frank Sinatra (φωνές που ήταν εγγεγραμμένες στο DNA αυτού του κοριτσιού που μεγάλωσε ακούγοντας την δισκοθήκη του πατέρα της) είναι ίσως το ιδανικό κύκνειο άσμα για αυτήν που θα μπορούσε να είναι η μεγαλύτερη τραγουδίστρια της γενιάς της, αν την ένοιαζε. Και είναι το ιδανικό κύκνειο άσμα για ένα κορίτσι που αφέθηκε στην αυτοκαταστροφή, χωρίς να την νοιάζει να σωθεί, γιατί μάλλον δεν κατάφερε ποτέ να αγαπήσει αρκετά τον εαυτό της - γιατί ίσως δεν βρέθηκε κανείς να την αγαπήσει αρκετά. O θάνατός της προκάλεσε μεγάλη θλίψη, αλλά δεν σόκαρε κανέναν - κι αυτό είναι το πιο τραγικό που μπορεί να συμβεί σε ένα 27χρονο κορίτσι. Να γίνεται η παρακμή και η πτώση του θέαμα για ένα αχόρταγο, αδηφάγο κοινό που καταναλώνει «celebrities». Ένα κοινό που φαίνεται να ενθουσιάζεται στην ιδέα να ανεβάζει ινδάλματα για να τα βλέπει να πέφτουν. Κι όσο πιο ψηλά τα ανεβάζει, τόσο πιο θεαματική είναι η πτώση τους. Ένα κοινό που πληρώνει αδρά για ένα εισιτήριο συναυλίας, ώστε μετά να γιουχάρει αυτήν που πήγε να θαυμάσει, όπως συνέβη στο Βελιγράδι.
"Παίζω σε ένα φεστιβάλ στην Σερβία με την Amy Winehouse και έχει βγει στην σκηνή και μουρμουρίζει. Δεν την ξέρω, αλλά ελπίζω ειλικρινά ότι κάποιος δικός της θα παρέμβει και θα της προσφέρει βοήθεια. Σπαράζει η καρδιά μου". Εκείνο το βράδυ, που ο Moby έκανε στο Twitter έκκληση για βοήθεια, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι, μερικές εβδομάδες αργότερα η τραγουδίστρια που του σπάραζε την καρδιά θα ήταν νεκρή. Είχε μεσολαβήσει η ματαίωση της περιοδείας της (που θα την έφερνε στην Αθήνα, όπου εκείνος βγήκε και τραγούδησε το Rehab προς τιμήν της), μια ακόμη απόπειρα αποτοξίνωσης και μετά το τέλος. Στο μεταξύ, το βίντεο από την ντροπιαστική της εμφάνιση έκανε το γύρο των social media, για να καταβροχθιστεί από τα μάτια του κοινού, που εδώ και μερικά χρόνια παρακολουθούσε την αντίστροφη μέτρηση, περιμένοντας την οριστική πτώση. Το ρολόι σταμάτησε στις 23 Ιουλίου. Η ποπ κουλτούρα έχασε το μεγαλύτερο - και πιο πηγαίο - ταλέντο που είχε εμφανιστεί εδώ και πολλά χρόνια. "Μετά από το σόου μας στην Σερβία, εύχομαι να μπορούσα να είχα βοηθήσει την Amy. Λυπάμαι", έγραψε ο Moby στο twitter. Αλλά το ερώτημά του παραμένει αναπάντητο: δεν υπήρχε κάποιος δικός της να παρέμβει και να την βοηθήσει; Γιατί την άφησαν να αυτοκαταστραφεί; Ποιος την άφησε να πεθάνει;

Ο Πατέρας

Ο προηγούμενος άνθρωπος που έκανε δημόσια έκκληση για βοήθεια ήταν ο πατέρας της, ο Mitch Winehouse. "Θέλω να νοσηλευτεί. Η κατάστασή της βγαίνει εκτός ελέγχου. Δεν πρέπει να κυκλοφορεί εκεί έξω", δήλωνε τον Απρίλιο του 2008 στην (απαξιωμένη πια) εφημερίδα "News of the World", εκφράζοντας την δυσπιστία του για τα προγράμματα απεξάρτησης. "Δεν πιστεύω ότι θα την βοηθήσει να βρίσκεται κάπου κλεισμένη για έξι εβδομάδες. Χρειάζεται να πιάσουμε τον ταύρο από τα κέρατα". Ακόμη κι αν τα εννοούσε, φαίνεται πως δεν κατάφερε να κάνει τα λόγια του πράξη. Ενάμιση χρόνο αργότερα, το φθινόπωρο του 2009, κι ενώ η κόρη του βρισκόταν στην Καραϊβική, προσπαθώντας να "καθαρίσει", εκείνος έβγαινε και έκανε δηλώσεις για το νέο στήθος που απέκτησε με πλαστική χειρουργική η Amy. "Τα νέα της βυζιά είναι φανταστικά", είπε στην βρετανική τηλεόραση, σαν να είναι ένας φαν που παραληρεί και όχι ο ίδιος πατέρας που λίγο πριν καλούσε τους βουλευτές της χώρας του να χαράξουν μια νέα πολιτική που θα αντιμετωπίζει τους χρήστες ουσιών (όπως η κόρη του) σαν αρρώστους.
Με τα χρόνια, ο ανήσυχος πατέρας που αγωνιούσε για την υγεία της κόρης του, που έδινε συνεντεύξεις – ιατρικά ανακοινωθέντα και ενημέρωνε το κοινό για το εμφύσημα της Amy, μαλάκωσε – ίσως γιατί άρχισε και ο ίδιος να απολαμβάνει τις δάφνες της δημοσιότητας. Όχι μόνο όταν συμπρωταγωνιστούσε στα ρεπορτάζ του Rolling Stone ως «ο στοργικός πατέρας που βρίσκεται κοντά της και ξυπνά στην άγρια ροκ σταρ την τρυφερή κόρη που του ετοιμάζει σάντουιτς με γαλοπούλα και αγγούρι», αλλά κι όταν κατάφερε να εκταμιεύσει προσωπικά την δόξα της κόρης του, υπογράφοντας ο ίδιος συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρεία και ηχογραφώντας ένα άλμπουμ όπου τραγουδά τζαζ (με μέτρια αποτελέσματα), κάνοντας έτσι πραγματικότητα το όνειρο που εγκατέλειψε όταν απέκτησε οικογένεια. Επίδοξος τζαζ τραγουδιστής, ο Mitch αποχαιρέτησε την καριέρα στο τραγούδι, προκειμένου να βρει μια σταθερή δουλειά ως οδηγός ταξί, ώστε να μπορέσει να φροντίζει την οικογένειά του (την Amy, τον μεγαλύτερο αδελφό της, Alex και την σύζυγό του, Janis, με την οποία χώρισαν όταν τα παιδιά ήταν μικρά). Το γούστο του όμως έπαιξε μεγάλο ρόλο στην δημιουργία του φαινομένου Amy - η δική του δισκοθήκη, γεμάτη από τα άλμπουμ του Frank Sinatra, της Sarah Vaughn, όλων των μεγάλων φωνών του '50, ήταν που γαλούχησε την μικρή Amyκαι που της έδωσε το πρώτο σύστημα καλλιτεχνικής αναφοράς. Όταν διαπίστωσε το ταλέντο της κόρης του στο τραγούδι, έμεινε άφωνος. H Amy ήταν 14 ετών και είχε ήδη ξεκινήσει να παρακολουθεί μαθήματα θεάτρου από την ηλικία των 8. Σε μια παράσταση της σχολής Sylvia Young, ανέβηκε και τραγούδησε. Ο πατέρας της, που περίμενε ότι απλώς θα την δει να παίζει, έμεινε άφωνος. Τρία χρόνια αργότερα, κι ενώ είχε αποβληθεί από την σχολή (γιατί έκανε piercing στην μύτη και γιατί η γενικότερη συμπεριφορά της δεν ταίριαζε με τις απαιτήσεις της σχολής), η Amy παρουσιάστηκε στον ιδιοκτήτη του τζαζ κλαμπ "After Dark" στο Σόχο και τού ζήτησε να ανέβει να τραγουδήσει με την μπάντα που έπαιζε μπλουζ εκείνη την ώρα. Ήταν ένα κορίτσι 17 ετών, που μύριζε αλκοόλ – αλλά με το που ανέβηκε στην σκηνή, όλα τα μάτια και τα αυτιά στράφηκαν προς το μέρος της. Σύντομα υπέγραψε συμβόλαιο με την Island – και με τον μάνατζερ Simon Fuller, γνωστό για τις Spice Girls και τα τηλεοπτικά Pop Idol, X-Factor (και τις παραλλαγές τους), ο οποίος μάταια προσπάθησε να την χειραγωγήσει: «ξέρει ότι δεν μπορεί να με κάνει ό,τι θέλει», έλεγε η ίδια (λέγεται ότι ο στίχος «προσπάθησαν να με στείλουν για αποτοξίνωση» στο τραγούδι «Rehab» αναφέρεται στον Fuller και την ομάδα του). Ο ένας μετά τον άλλο, οι παράγοντες της βρετανικής μουσικής βιομηχανίας ανακάλυπταν αυτό το νέο ταλέντο, που στα 19 της, το 2003 είχε ήδη κυκλοφορήσει το πρώτο της άλμπουμ. Το «Frank» ήταν ένα τζάζι δισκάκι που αποκάλυπτε μια τραγουδίστρια με γατίσιο γουργούρισμα και δυναμικό attitude, μια τραγουδίστρια που έγραφε με ωμή ειλικρίνεια για τις ερωτικές της σχέσεις (τα τραγούδια ήταν εμπνευσμένα από τον πρώην φίλο της), ενώ διασκεύαζε με μοντέρνο τρόπο κλασικά τζαζ θέματα. Μια σταρ είχε γεννηθεί. Αλλά δεν την ένοιαζε ιδιαίτερα. Η ίδια προτιμούσε να συχνάζει στην αγαπημένη της παμπ «Hawley Arms» στο Κάμντεν, να πίνει και να καπνίζει χόρτο, συνήθεια που απέκτησε στα 16 της, αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις των γονιών της: "Οι γονείς μου κατάλαβαν γρήγορα ότι θα έκανα ό,τι ήθελα", έλεγε. Κι αυτό που ήθελε το 2003 δεν ήταν να απολαύσει την επιτυχία. Ήταν να ζήσει μια συγκλονιστική ερωτική εμπειρία.

Ο σύζυγος

Τότε ήταν που μπήκε στην ζωή της ο Blake Fielder-Civil, ένας από αυτούς τους ανθρώπους που δεν έχουν ακριβώς κάποια ειδικότητα, αλλά κυκλοφορούν στους κύκλους των μουσικών – δούλευε κυρίως ως βοηθός σε γυρίσματα βιντεοκλίπ. Η Amy τον ερωτεύτηκε ακαριαία. Κοντά του, μεταμορφώθηκε. Από ένα ζουμερό, υγιές, δημιουργικό κορίτσι, λίγο γεμάτο, με προδιάθεση για περιπέτεια, έγινε αυτό που το σύμπαν της ποπ περίμενε να γνωρίσει, μια νεαρή καλλιτέχνις με την δική της προσωπικότητα και μια εμφάνιση-σήμα κατατεθέν: με τα μπράτσα καλυμμένα από τατουάζ, το χτένισμα σφηκοφωλιά και τα μάτια βαμμένα σε στυλ «Κλεοπάτρα», μια σύγχρονη εκδοχή του στυλ που λάνσαραν τα girl groups στα ‘50s και τα ‘60s. «Όταν την είδα σε ένα περιοδικό, νόμιζα ότι έκαναν αφιέρωμα σε μένα», δήλωσε χαρακτηριστικά η Ronnie Spector, η τραγουδίστρια των Ronettes. «Μετά έβαλα τα γυαλιά μου και είδα ότι ήταν η Amy». Η Amy ήταν μια Ronnie Spector φορτωμένη ουσίες, πήρε ένα πρότυπο θηλυκότητας, ελαφρώς καρτουνίστικο, όπως η Betty Boop που είχε «χτυπήσει» στο κορμί της, και το οδήγησε στα άκρα – πάντα με τον Blake στο πλευρό της (και το στήθος της, όπου ήταν γραμμένο το όνομά του). Όταν την παράτησε για μια άλλη γυναίκα, εκείνη το έριξε στην δουλειά κι έγραψε τα τραγούδια που θα συνέθεταν το δεύτερο άλμπουμ της, το «Back to Black». Η ίδια ωμή ειλικρίνεια, ο ίδιος συνδυασμός επιθετικής στάσης και πληγωμένων συναισθημάτων, η ίδια συγκλονιστική, δυναμική κι ελαφρώς ραγισμένη φωνή, που θύμιζε τις μεγάλες ντίβες της σόουλ και της τζαζ, σε ένα ακαταμάχητο πακέτο που έκανε το άλμπουμ επιτυχία σε όλον τον πλανήτη. Η ποπ κουλτούρα είχε ανακαλύψει μια νέα ηρωίδα, η μουσική βιομηχανία της είχε παραδοθεί, το ένα μετά το άλλο, τα μεγάλα μουσικά βραβεία έφεραν χαραγμένο το όνομά της – από το 2006 μέχρι το 2008, ήταν η αδιαμφισβήτητη πρωταγωνίστρια. Η ίδια δεν έδινε σημασία. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν ο Blake, ο οποίος επέστρεψε κοντά της – παντρεύτηκαν παρορμητικά στο Μαϊάμι, το 2007 κι ενώ το περιοδικό Rolling Stone την ακολουθούσε καταγράφοντας ένα ρεπορτάζ για την ζωή της. Η Amy και ο Blake έγιναν το αγαπημένο ζευγάρι των tabloid, κυρίως γιατί δεν έπαψαν να τους δίνουν αφορμή για να γράφουν. Η κοινή τους ζωή έγινε μια ιλιγγιώδης κούρσα καταχρήσεων, βίας και αυτοκαταστροφής, σε δημόσια θέα: αλκοόλ, κάνναβη, ηρωΐνη, κρακ, δεν υπήρχε ουσία που να μην καταναλώσουν (και που να μην της δίδαξε ο Blake πώς να παίρνει). Η ίδια η Amy γινόταν σιγά σιγά από καρικατούρα ντίβας, ένα φάντασμα, αποστεωμένη, βρόμικη, με γυάλινο βλέμμα και τα μπράτσα γεμάτα χαρακιές. Όταν οι παπαράτσι την έπιασαν με τις μπαλαρίνες της γεμάτες αίματα, οι φήμες για ξυλοδαρμούς άρχισαν να φουντώνουν. Εκείνη ορκιζόταν πως ήταν ευτυχισμένη, πως στον Blake είχε βρει το άλλο της μισό. Ο πατέρας του, ο πεθερός της, βγήκε στο BBC και έκανε έκκληση στους θαυμαστές της να σταματήσουν να αγοράζουν τα άλμπουμ της, να της κάνουν μποϊκοτάζ, προκειμένου να την ταρακουνήσουν. Αυτό που δεν κατάφερε εκείνος, το κατάφερε η δικαιοσύνη. Το ζευγάρι πήρε διαζύγιο το 2009, όταν εκείνος καταδικάστηκε σε φυλάκιση για διάρρηξη και κατοχή απομίμησης όπλου. Εκείνη πήγε στην Καραϊβική για μια ακόμη αποτυχημένη απόπειρα αποτοξίνωσης (αν και προσωρινά εμφανίστηκε υγιέστερη, με το χρώμα να έχει επανέλθει στα μάγουλά της και το κορμί της να έχει πάρει λίγο βάρος). Εκείνος, γνώρισε σε μια κλινική αποτοξίνωσης την Sarah Aspin, με την οποία παντρεύτηκαν κι έκανε παιδί, αλλά δεν ξέχασε ποτέ την Amy. Δεν τον άφησε εκείνη να τον ξεχάσει, καθώς του έστελνε καθημερινά δεκάδες ερωτικά sms τα οποία υπέγραφε ως "η γυναίκα σου". Τώρα, ο Fielder-Civil βρίσκεται σε επιτήρηση από φόβο μήπως αυτοκτονήσει. Αν και σ’ αυτό το ενδεχόμενο, θα έχανε την περιουσία (ανάμεσα σε 9,8 και 32,6 εκατομμύρια δολάρια) που δικαιούται από τα δικαιώματα της Amy (εκτός κι αν εμφανιστεί κάποια διαθήκη που τον αποκλείει). Στην ζωή ή τον θάνατο, η Amy ήταν για τους οκείους της η κότα με τα χρυσά αυγά.

Ο παραγωγός

Σε μια εποχή που η μουσική βιομηχανία παράγει μαζικά τυποποιημένα είδωλα και δημιουργεί μόδες βάσει μετρήσεων, η σαρωτική παρουσία της Amy Winehouse ήρθε να ταράξει τα νερά. Το 2006 κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το κοινό είχε ανάγκη να ακούσει αυτήν την μοντέρνα εκδοχή του ρετρό soul ήχου του ’60 – και κυρίως, κανείς δεν φανταζόταν ότι το μεγαλύτερο αστέρι της μουσικής βιομηχανίας θα ήταν ένα κορίτσι που δεν το έλεγες ακριβώς καλλονή. Ο μάνατζέρ της, ο Simon Fuller, έβγαινε στα American Idol και τα X-Factor του κόσμου αναζητώντας το είδωλο που θα ταίριαζε στο καλούπι – νέα παιδιά, όμορφα, με φωνή και (κυρίως) υπάκουα στις επιταγές των μάνατζερ. Η Amy ήταν ακριβώς το αντίθετο. Αλλά αυτό το ανοικονόμητο ταλέντο χρειαζόταν κάποιον να την τιθασεύσει. Αυτός ήταν ο DJ και παραγωγός Mark Ronson, ένα ιδιοφυές ταλέντο που αμέσως κατάλαβε πώς να αναδείξει το υλικό της τραγουδίστριας. Ήταν εκείνος που έκλεισε τους Dap-Kings, την μπάντα που συνόδευε την σόουλ τραγουδίστρια Sharon Jones για να παίξουν στο άλμπουμ, αναπαράγοντας τον κλασικό ήχο των ‘60s, που έκανε το Back to Black αυτό που είναι. Τα τελευταία τρία χρόνια, όλοι περίμεναν την επόμενη συνεργασία τους, την συνέχεια του Back to Black. «Θα είναι περίπου στο ίδιο στυλ, αλλά λίγο πιο ska», έλεγε η Amy στις συνεντεύξεις, προτού παγώσουν οι σχέσεις της με τον παραγωγό. Εκείνος ήταν πιο επαγγελματίας, εκείνη δεν έδειχνε όρεξη να δουλέψει. «Το υλικό είναι φανταστικό» , λέει ο Lucian Grainge, επικεφαλής της Universal, διαψεύδοντας έτσι τις φήμες που θέλουν την εταιρεία να επιστρέφει ως απαράδεκτα τα τραγούδια που είχε παραδώσει πέρσι σε demo η Amy. Σήμερα, η ποιότητά τους δεν έχει καμία σημασία. Και μόνο ο θάνατος της τραγουδίστριας είναι εγγύηση για τις πωλήσεις - ήδη τα τραγούδια της έχουν χτυπήσει κορυφή στα chart των itunes. Αλλά και όσο ζούσε η Amy, η εταιρία κατάφερε να εκταμιεύσει πολλές φορές το ενδιαφέρον του κοινού γι’ αυτήν, πουλώντας και ξαναπουλώντας το Frank και το Back to Black με πολλές συσκευασίες – deluxe, με ακυκλοφόρητα κομμάτια, σε διπλό πακέτο που περιλαμβάνει και τα δύο κ.ο.κ.
Κι όταν φάνηκε ότι η τραγουδίστρια μπήκε σε τροχιά προς την αυτοκαταστροφή, πήραν τα μέτρα τους. Πρώτα ετοίμασαν την διάδοχη κατάσταση, στο πρόσωπο της Duffy – η ίδια ψυχωμένη, «μαύρη» φωνή, το ίδιο soul ηχοτοπίο, με τον κιθαρίστα (των Suede) Bernard Butler σε ρόλο Mark Ronson, αλλά σε υγιές, ροζ περιτύλιγμα, χωρίς το σκοτάδι και την παρακμιακή συμπεριφορά της Amy. Και μετά, επένδυσαν στην Adele, ένα κορίτσι που μοιράζεται πολλά από τα χαρακτηριστικά της Amy Winehouse – και κυρίως το πηγαίο ταλέντο, την αδιαφορία για τις μόδες και την εμμονή με την εξωτερική εμφάνιση. Σε πείσμα της προκάτ ποπ βιομηχανίας, η Adele κατάφερε με τα τραγούδια της να σπάσει τα στεγανά και να δημιουργήσει μια γνήσια επιτυχία, χάρη στην δύναμη της μουσικής της και μόνο – ό,τι είχε κάνει η Amy Winehouse πριν αυτοκαταστραφεί μπροστά στα μάτια ενός κοινού που λατρεύει να βλέπει τον μύθο του “live fast, die young” να αναπαράγεται στο διηνεκές, κάθε φορά που ένα αστέρι θα γίνεται σούπερ νόβα σε δημόσια θέα. Η βασίλισσα πέθανε, ζήτω η καινούρια;
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Down Town, την Πέμπτη 28/7)

31 Ιουλ 2011

Η συνέχεια θα ήταν βαρετή


Το «I Got A Woman» του Ρέι Τσαρλς θεωρείται ο θεμέλιος λίθος της σόουλ. Τσιμπολογώντας από τον ποπ ενθουσιασμό των αφροαμερικάνικων ρυθμ ν’ μπλουζ κι από τον εκστασιασμό της γκόσπελ, συνθέτει ένα αλήτικο, καθημερινό, πιασάρικο τραγούδι για μια γυναίκα που ταΐζει, κανακεύει και υπακούει τον αχαΐρευτο, τυχοδιώκτη ήρωα των στίχων. Γράφτηκε το 1954. 52 χρόνια μετά, η Έιμι Γουαϊνχάουζ έδινε στο θηλυκό το δικαίωμα στην αλητεία και ανάγκαζε τον απατημένο σύζυγο να καταπιεί την ταπείνωση μ’ ένα απλό «You Know I’m No Good». Στις αρχές της νέας χιλιετίας, η σόουλ ήταν ένα είδος παλιακό. Και ξαφνικά, ένα λαϊκό κορίτσι με ύφος βαριεστημένης κομμώτριας την ξανάκανε της μόδας, ανατρέποντας μάλιστα κάποια απ’ τα θεμελιώδη δεδομένα της.

Έπαιζαν κι άλλοι νεο-σόουλ. Αλλά ήταν το «Back To Black», το δεύτερο άλμπουμ της Έιμι Γουαϊνχάουζ, που πότισε με το είδος τα ηχεία όλου του κόσμου. Όπως ακριβώς με τους Nirvana: κάποιοι άλλοι έπαιξαν πρώτοι γκραντζ –και καλλίτερα-, αλλά ήταν η παρέα του Κομπέιν που έγινε σύμβολο. Οι λόγοι και στις δύο περιπτώσεις ήταν πάνω-κάτω οι ίδιοι. Ανεπιτήδευτο στυλ, τραγούδια που γράφτηκαν πάνω στον δημιουργικό οίστρο που δημιουργούν οι καταχρήσεις (ακριβώς πριν την κόκκινη γραμμή απ’ την οποία δεν υπάρχει επιστροφή), η δίψα του κοινού για κάτι νέο και η ανάγκη μιας ολόκληρης χώρας, της Μεγάλης Βρετανίας στην περίπτωση της Γουαϊνχάουζ, να ξαναεπιβληθεί σε κάποιο μουσικό είδος. Η Γουαϊνχάουζ έκανε σπουδαία μουσική το δράμα ενός χωρισμού (που το ζούσε πιο έντονα λόγω των ναρκωτικών) και ο κορυφαίος παραγωγός Μαρκ Ρόνσον το λούστραρε όσο χρειαζόταν για να γίνει εθισμός στο κοινό.

Τέτοια άλμπουμ, όμως, γράφονται μόνο μια φορά. Είναι το momentum, οι συνθήκες, η κατάλληλη δόση αλκοόλ και κρακ. Οι Nirvana πρόλαβαν κι έβγαλαν ένα ακόμη, πριν τινάξει τα μυαλά του στον αέρα ο Κομπέιν. Ήταν υποδεέστερο του «Nevermind». Αν η Γουαϊνχάουζ «καθάριζε» από τις καταχρήσεις, θα έκανε μια βαρετή καριέρα στη συνέχεια. Είναι μια κυνική διαπίστωση, αλλά είναι αλήθεια. Και το ότι έφυγε στα 27, στην ίδια ηλικία με τον Κομπέιν είναι μια σύμπτωση που θα την κάνει θρύλο πολύ πιο εύκολα απ’ το αν έγραφε άλλα δέκα σπουδαία τραγούδια στην ζωή της.

(Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Κ" της "Καθημερινής" την Κυριακή 31.07.2011)

26 Ιουλ 2011

Μια υπέροχη εβδομάδα. Γεμάτη θάνατο.

Τρίτη: Γκουντγιόνσεν. Τετάρτη: Bon Jovi. Πέμπτη: Τομά Βεκλέρ. Παρασκευή: Aple d' Huez. Σάββατο: Έιμι Γουαϊνχάουζ. Κυριακή: Κάστρο. Δευτέρα: Χίτσκοκ. Τρίτη: Απολογισμός / Ή, όταν απωθημένα ετών γίνονται πραγματικότητα / Βραχάδα ακόμη, μια βδομάδα μετά. Κόντεψα να χάσω κι άλλα, έχασα μόνο τη φωνή μου, καλά είναι / Παλιμπαιδισμός και μνήμες απ' το 1986 / Γιατί δεν είπαν, όμως, το "Runaway"; / Έχει φθάσει Τρίτη κι ακόμη τα πρωινά ξυπνάω με μια γεύση γλυκανάλατης μπαλάντας στη γλώσσα. Σηκώνομαι και βραχνιάζω το "Blaze of Glory" και το "Wanted Dead Or Alive". Πιπιλάω κακή, ξεπερασμένη μουσική. Τι σού είναι τ' απωθημένα... / Και δεν έχω καν βάλει ν' ακούσω μια φορά το "Back To Black" / Στον παιδικό κόσμο των 12 ετών δεν υπάρχει θάνατος. Ή, δεν υπάρχει θάνατος που να μην διορθώνεται μ' ένα sing along σε μια μπαλάντα γεμάτη κλισέ, έρωτες και περμανάντ, φορεμένη πάνω από ένα κολλητό τζιν με τρύπες κι ένα αμάνικο πέτσινο / Κακογιάννης, Φρόιντ, "Στέλλα", σεξ, βλακείες, ξέρεις ήταν γέροι αυτοί, θα πέθαιναν κάποια στιγμή, θα ερχόταν η σειρά τους / Οι νεκρολογίες τους ήταν γραμμένες από καιρό. Δεν θα μιλούσαν για τον εξπρεσιονιστικό ρεαλισμό του Λούσιαν Φρόιντ. Ή μάλλον θα μιλούσαν, αλλά θα έλεγαν περισσότερα για τα ξώγαμα / Θα σε ζάλιζαν με την "Στέλλα" και τον "Ζορμπά", αλλά δεν θα ανέφεραν ποτέ τις "Τρωάδες", την "Ηλέκτρα", την "Ιφιγένεια", το πόσο μεγάλος καλλιτέχνης πρέπει να είσαι αν μπορείς να κάνεις κινηματογράφο το αρχαίο δράμα / Σέρνω τα πόδια μου στα βοτσάλινα σοκάκια της παλιάς πόλης, κάτω απ' τους θυρεούς των ιπποτών, δίπλα στις επάλξεις του κάστρου, συγκινούμαι τόσο πολύ κάθε φορά που βρίσκομαι στη Ρόδο, που φαντάζομαι τ' άλογά τους και τους σταυρούς τους, που υπάρχει αυτό το παραμυθένιο σκηνικό μια ώρα δρόμο απ' το σπίτι μου / Κι ας ξέρω ότι οι σταυροί τους σήμαιναν μόνο θάνατο / Φαντάζομαι ήταν γραμμένη κι η νεκρολογία της Έιμι από πριν / Ήταν βραχνή, γεμάτη δράμα και μ' ένα μεγάλο σταυρό / Κάποιος έπρεπε κάποια στιγμή να σταυρωθεί / Καλλίτερα νά 'ναι 27 ετών / Θα βόλευε στις μνήμες του Κομπέιν, της Τζάνις, του Χέντριξ / Κλισέ, έρωτες, περμανάντ / Κομπέιν, είπα, και περμανάντ. Ξέρεις. Bon Jovi, Motley Crue, Cinderella, μέχρι που ήλθε αυτό το μουνί ο Κομπέιν και τα γάμησε όλα / Οι άλλοι ήταν γέροι / Μα ζούσε ακόμη ο Κακογιάννης; / Θα πέθαιναν κάποια στιγμή. Αλλά ο Κομπέιν; Η Έιμι; / Είχα συμφωνήσει κάποτε: Δεν με νοιάζει αν πέθαινε αύριο κιόλας. Αρκεί να ήταν αυτό κομμάτι της διαδικασίας για να μας δώσει ένα ακόμη "Back To Black" / Τελικά πέθανε. Και δεν ξέρω καν αν ήταν έτοιμο το άλμπουμ / Έλα τώρα, χρειαζόμασταν ένα τέτοιο θάνατο. Οι άλλοι ήταν γέροι / Όταν ξεκίνησα αυτό το blog, το πρώτο post ήταν για την Έιμι Γουαϊνχάουζ. Ήταν το σύμβολο μιας εποχής. Αλλά τώρα που έφυγε, δεν άλλαξε τίποτε. Τίποτε / Mηχανισμός στήριξης / Μισέλ Πλατινί / Μακελειό στη Νορβηγία / Θάνατος παντού / Αλλά ξέρεις, ήταν μια υπέροχη εβδομάδα. Ο Γκουντγιόνσεν ήλθε στην ΑΕΚ. Και ο Τομά Βεκλέρ φορούσε την κίτρινη φανέλα στο Γύρο της Γαλλίας ακόμη και μετά το Col de Galibier/ Είχε Γύρο Γαλλίας, βασικά / Τώρα που τελείωσε;

(Η φωτογραφία της Amy Winehouse είναι από τον Hedi Slimane. Περισσότερες εδώ.)

20 Ιουλ 2011

H καλύτερη ταινία που θα δεις αυτό το καλοκαίρι...

Lambert from Peter on Vimeo.


...είναι ένα ντοκιμαντέρ μικρού μήκους του Ντι Έι Πένμπεϊκερ (γκουγκλ ιτ) για την προσπάθεια του Ντέιβ Λάμπερτ (αυτό κι αν γκουγκλ ιτ) να κάνει ένα ντέμο με τα τραγούδια του στο στούντιο της RCA. Πιο (γνήσια και ανυπόκριτα) cool παθαίνεις ψύξη.

Bon Jovi: Επιτέλους, απόψε live -όχι πια μόνο κουκλάκια!

4 Ιουλ 2011

Αυτήν την εβδομάδα τα ηχεία παίζουν: Cults, Beastie Boys, Eddie Vedder κ.α.

Αφού πότισα τους προηγούμενους μήνες το blog με μια ακατάσχετη γκρίνια για το «μέτριο, μουσικά, 2011», κάποιος που με άκουσε εκεί στα πολύ ψηλά, έστειλε στα ηχεία μου με μιας τόνους υπέροχων τραγουδιών. Τα πάντα, συνέβησαν, φυσικά σε μια περίοδο που ξαφνικά φορτώθηκα με άπειρη δουλειά και με μερικά συνεχόμενα ταξίδια και άρα είχα ελάχιστο χρόνο να κάτσω και να γράψω τις εντυπώσεις μου. Κάπως έτσι, φθάνουμε σ’ αυτό το post, που περιέχει δύο από τα άλμπουμ που εύκολα θα έβαζα στο Top 5 μου, αν υπήρχε ενδιάμεση Blogovision «Α’ εξαμήνου». Η πλάκα είναι ότι έπονται κι άλλα αριστουργήματα στο επόμενο post με δισκοκριτικές που θα κάνω (ελπίζω την ερχόμενη εβδομάδα), ανατρέποντας έτσι οριστικά το σκηνικό ενός «όχι και τόσο καλού 2011» που είχα στήσει τόσο καιρό εδώ μέσα.


Cults
Cults
(Ιούνιος 2011)

Συμβατικά cult, ασυμβίβαστα vintage, η λίγο επάνω από μισή ώρα ετούτου του άλμπουμ ακούγεται εξίσου γεμάτη όσο το προ μισής δεκαετίας “Back To Black” της Έιμι Γουάινχάουζ (και όσο κανείς άλλος, τόσο μικρός σε διάρκεια, δίσκος δεν κατάφερε έκτοτε). Η ευελιξία στο χρόνο εκτύλιξης του παραμυθιού τους, τούς προσδίδει μια πρόθετη πολύτιμη ιδιότητα: Όταν βάζεις το “Cults” να παίζει, ξεχνάς να το βγάλεις. Από τη στιγμή που η θερμοκρασία ανέβηκε στους 30 βαθμούς, η καθημερινότητα πολλών από εμάς έχει γίνει “Cults on Repeat”. Όχι τυχαία. Γιατί το υπέροχο αυτό ντουετάκι το πιάνει από εκεί που το άφησαν οι Tennis στην αρχή της σεζόν και το πάνε ένα βήμα παραπέρα. Με φωνητικά που ορίζουν το σύμπαν ανάμεσα στις Supremes και τους Jackson 5, με στίχους που δηλώνουν έναν άβολο ρομαντισμό, με μουσική που ξετινάζει την ποπ των ‘60s με τον θορυβώδη τρόπο των ‘10s, οι Cults δικαιολόγησαν απόλυτα το hype που έκτισαν πέρσι στην μουσική μπλογκόσφαιρα και βρίσκονται εδώ για να μας ξανακάνουν να χορέψουμε. If you know what I mean.


Cults - Abducted



Russian Red
Fuerteventura
(Μάιος 2011)

Η Λούρντες Χερνάντεζ είναι η Ισπανίδα Monika. Κι είναι ένα θεσπέσιο πλάσμα με γλυκύτατη φυσική παρουσία, ζεστή, παιδική φωνή και μπόλικο ταλέντο στη συγγραφή απλής, ακουστικής, χαλαρής κιθαριστικής ποπ. Πριν από τρία χρόνια μάς είχε αναστατώσει με το αναπάντεχο “I Love Your Glasses” και τρέχαμε όλοι να μάθουμε τι συμβαίνει στην ανεξάρτητη σκηνή της ιβηρικής χερσονήσου. Φέτος επιστρέφει με το “Fuerteventura” που παραμένει νεραϊδένιο enough, μουσική για να πλαισιώσει το πιο αγαπησιάρικο αγκάλιασμα στην καλή σου. Αλλά που δεν έχει εκείνες τις αναστατωτικές εμπνεύσεις του ντεμπούτου της. Και πάλι όμως, είναι τέτοια κουκλίτσα που δεν μπορείς να της προσάψεις απολύτως τίποτε. Θες απλά να είσαι συνεχώς τριγύρω της.


Russian Red - I Hate You But I Love You



Treefight For Sunlight
Treefight For Sunlight
(Φεβρουάριος 2011)

Πόσο διαφορετική θα ήταν η διάθεσή μου απέναντι σ’ ολόκληρη την μουσική παραγωγή της φετινής χρονιάς αν είχα ακούσει ετούτη την μπάντα τότε που κυκλοφόρησε το ντεμπούτο της κι όχι ένα τετράμηνο αργότερα; Το “Treefight For Sunlight” παλεύει όχι για λίγο φως του ήλιου στην δική μου συνείδηση, αλλά για την κορυφαία θέση ανάμεσα στα καλλίτερα άλμπουμ της χρονιάς! Η μπάντα που το έγραψε είναι δανέζικη και στο πρώτο άκουσμα, θα σου φέρουν στο νου τους Fleet Foxes. Έχουν ένα θεματάκι με αυτό οι Δανοί. Να βγάζουν σπουδαία γκρουπ που όμως δεν είναι αυτόφωτα, που πάντα, μοιραία, μοιάζουν με κάποιον άλλον. Όπως οι Kissaway Trail είναι «οι Arcade Fire της Δανίας», έτσι και τούτοι εδώ είναι «οι Fleet Foxes της Σκανδιναυίας». Κι αυτός ο χαρακτηρισμός είναι άδικος. Ειδικά σε μια χρονιά που έβγαλαν νέο άλμπουμ και οι ίδιοι οι Fleet Foxes…

Γιατί το «Treefight For Sunlight» είναι σαφώς ανώτερο από το υποτιθέμενό του πρότυπο, είναι πιο ποπ και εύπεπτο, είναι κάτι σαν κιθαριστικός Panda Bear (για να πιάσουμε όσους άλλους του μοιάζουν και κυκλοφόρησαν δουλειά πρόσφατα), με συνεχείς ενέσεις από Beatles και από Beach Boys. Το πιο βασικό: Δεν είναι κάτι συγκεκριμένο, κάτι άκαμπτο. Κομμάτι με το κομμάτι μεταβάλλεται και εξελίσσεται και φθάνει μέχρι και τον αφρομπίτικο ενθουσιασμό των Vampire Weekend και των πρώιμων Yeasayer ή την ατμόσφαιρα του δεύτερου άλμπουμ των MGMT. Είναι αφάνταστα σύγχρονο, αλλά μυρίζει και λίγο βιντάζ μούχλα. Και είναι προσεγμένο σε κάθε του λεπτομέρεια. Ένας σκανδιναυικός θρύλος λέει πως τούς πήρε τριάμισι χρόνια να το ηχογραφήσουν. Ας κάνουν πέντε μέχρι να κυκλοφορήσουν το επόμενό τους. Αρκεί να είναι το ίδιο ονειρεμένο!


Treefight For Sunlight - Facing The Sun



Gang Gang Dance
Eye Contact
(Μάιος 2011)

Πώς καταφέρνει αυτή η μπάντα να συλλέγει φρούτα από τόσους ξένους κήπους, από τόσο διαφορετικές περιοχές και να σού παρουσιάζει ένα καλάθι που δεν έχει συγκεκριμένη φόρμα, που μάλλον θέλει να ξεφύγει από κάθε είδους φόρμες –κι όμως το αποτέλεσμα να μην είναι χαοτικό; Πώς καταφέρνει να εξελίσσεται τόσο πολύ από άλμπουμ σε άλμπουμ, ν’ ακούγεται διαφορετική κάθε φορά, πιο δυνατή, πιο σίγουρη, πιο ανεβαστική; Αν πρέπει με το ζόρι να την κατατάξεις κάπου, file it under “electronica” αλλά να ξέρεις ότι οι Gang Gang Dance είναι πολλά παραπάνω από αυτό. Άκου πιο καλά. Μέση Ανατολή, Αφρική, Καραϊβική, Λατινική Αμερική, Ιαπωνία, Κίνα, Ινδία, όλες οι μουσικές του κόσμου είναι εδώ. Μαζί με τη ραπ, μαζί με την ευρωπαϊκή ντίσκο μαζί με μια λούπα από ένα τραγούδι κάποιου Έλληνα λαϊκου τραγουδιστή που έκανε καρίερα στην Αμερική κάποτε, την δεκαετία του ’50 νομίζω. Λες και οι Cocteau Twins χλαπάκιασαν ξαφνικά αμφεταμίνες και ξεχύθηκαν με στολή σπρίντερ στους δρόμους, οι Gang Gang Dance έρχονται με μια απίστευτη ορμή να σε παρασύρουν στην τρέλλα τους. Τόση ορμή, που μπορεί και να σε προσπεράσουν και να μην τους προλαβαίνεις μετά με τίποτε.


Gang Gang Dance - MindKilla


ΤΙ ΑΛΛΟ;
Eddie Vedder – Ukulele Songs: O Βέντερ θα μπορούσε να κάνει θαύματα ακόμη κι αν έπαιζε τσαμπούνα, πόσω μάλλον τώρα που πιάνει το γιουκαλίλι του. Χωρίς την οργή που όρισε τον ήχο των Pearl Jam, αναδεικνύει το γοητευτικό, καθησυχαστικό της φωνής του, γράφοντας πράες μπαλάντες που σε κάνουν να θες να γίνεις αμέσως γλυκός με κάποιον. Τέσσερα αστεράκια / Death Cab For Cutie – Codes And Keys: Μακριά από τον εαυτό τους που το ’99 όριζε τα νέα σύνορα της indie rock και που το 2003 τα περιφρουρούσε με το απίστευτο “Transatlanticism”, συνεχίζουν να κάνουν από κεκτημένη ταχύτητα και χάρη στη φοβερή τους εμπειρία τη δουλειά τους. Μόνο που πια την κάνουν «απλά καλά». Τρία αστεράκια / Beastie Boys – Hot Sauce Committee, Pt.2: Πέστε να με φάτε που ποτέ δεν γούσταρα τον θορυβώση ραπάδικο τσαμπουκά τους και το ακαταλαβίστικο χιούμορ τους. Σύμφωνοι, το νέο τους άλμπουμ θυμίζει όντως το ξεκίνημά τους, στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Δηλαδή εγώ δεν αντέχω να το ακούσω. Ενάμισι αστεράκι / Friendly Fires – Pala: Η ντίσκο συνεχίζει να ψιχαλίζει πάνω στην indie pop τους και όλα είναι τόσο ‘80s και τόσο φανταχτερά, που τους αξίζει κάθε χαμόγελο που προκαλούν. Αλίμονο όμως, μουσικά όλο αυτό είναι κομματάκι ανέμπνευστο. Τρία αστεράκια / Hugh Laurie – Let Them Talk: Tον γνωρίσαμε δίπλα στον Ρόουαν Άτκινσον στη «Μαύρη Οχιά», τον λατρέψαμε ως «Dr.House», τον μάθαμε ως συγγραφέα, ως λάτρη των μοτοσικλετών, ώρα είναι να τον ακούσουμε και ως μουσικό. Μπλουζ της Νέας Ορλεάνης και πιανιστική Τζαζ είναι τα αγαπημένα του είδη. Είναι όμως λιγουλάκι φλύαρος. Δυόμισι αστεράκια.


Hugh Laurie - Swanee River (Live)

3 Ιουλ 2011

3Djokovic: Βλέποντας τένις στο σινεμά

Δεν είχα παρέα. Κι έτσι άργησα να πάρω την απόφαση να κατεβώ μόνος μου. Έτσι μπήκα όταν το πρώτο σετ ήταν 2-2. Κάθισα βιαστικά σε μια από τις πίσω θέσεις. Ελάχιστες ήταν κενές, τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε, όπως μπήκα στην σκοτεινή αίθουσα "1" του "Δαναού". Σύντομα ξέχασα και ότι δεν είχα παρέα και ότι δεν είχα φάει για μεσημέρι και ότι είχα ένα σωρό δουλειές να τελειώσω σήμερα. Ο Νόβακ Τζόκοβιτς άρχισε να παίζει, από το ένατο game του πρώτου σετ και για περίπου 40 λεπτά, το πιο αλάνθαστο τένις που έχει τύχει να παρακολουθήσω ποτέ. Χάζευα την οθόνη με το στόμα ανοικτό. Όταν τέλειωσε και το δεύτερο σετ και ο Σέρβος βρισκόταν μπροστά με 2-0 και άναψαν για λίγο πάλι τα φώτα στην αίθουσα, άκουσα δύο κυρίους να λένε "όσο πιο κοντά στην οθόνη, τόσο πιο καλά". Διαπίστωσα ότι οι τρεις πρώτες σειρές δεν είχαν και τόσο κόσμο και μεταφέρθηκα μπροστά.

Μετά σταμάτησα για λίγο να ασχολούμαι με το πόσο καλά παίζει ο Τζόκοβιτς και με το γιατί δεν ρισκάρει λίγο ο Ναδάλ -και με όλα αυτά τα ανούσια. Είχα ξαφνικά μεταφερθεί στη θέση ενός επόπτη γραμμών, κάπου στο βόρειο Λονδίνο. Ενός πολύ ψηλού επόπτη, τέλος πάντων, αφού η κάμερα 3D που μεταδίδει τους αγώνες στο Wimbledon είναι τοποθετημένη στην πλάτη του ενός παίκτη, σε ένα ύψος περίπου δυόμισι μέτρων. Όχι τόσο ψηλά όσο στην κανονική μετάδοση δηλαδή. Από εκεί, μπορούσα να παρακολουθώ κάθε σπιν της μπάλας (και, ως γνωστόν ο Ναδάλ βάζει κάτι υπερβολικά τέτοια...), να καταλαβαίνω την ταχύτητα του κάθε κτυπήματος, να κατανοώ απόλυτα τον τρόπο παιχνιδιού του καθενός. Σχεδόν ξεκινούσα να κρεμάω τη ρακέτα μου σε κάθε μπαλιά, σχεδόν ετοιμαζόμουν για τον κάθε πόντο. Όταν ο Τζόκοβιτς έφτασε στο Championship Point, βλαστημούσα που δεν κατάλαβα πιο νωρίς ότι έπρεπε να κάτσω εκεί μπροστά και ευχόμουν να το χάσει, να τού κάνει ένα φοβερό comeback ο Ναδάλ, να πάνε στο πέμπτο σετ και να παίζουν για δεκατρείς ώρες και σαρανταδυό λεπτά ακόμη, μέχρι να πάρει κάποιος 2 games διαφορά. Κι ας υποστήριζα από την αρχή τον Σέρβο.

Μού κόστισε 18 ευρώ (15 η είσοδος και 2 ευρώ το ποπ κορν που πήγα και πήρα όταν ο Ναδάλ μείωσε σε 2-1 και άρα είχαμε τουλάχιστον μισή ώρα μέλλον ακόμη, συν κάτι νεράκια γιατί έχουμε και καλοκαίρι), λίγο παραπάνω, δηλαδή, από το να έβλεπα μια κανονική ταινία στον Δαναό -νομίζω ότι όταν είναι 3D, το εισιτήριο πάει στα 10 ή τα 12 ευρώ από το σύνηθες 8,5-, αλλά ανάθεμα κι αν δεν πέρασα πολύ καλλίτερα απ' ότι σε οποιαδήποτε ταινία έχω πάει να δω τα τελευταία δέκα χρόνια.

Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα έφτανα στο σημείο να πω κάτι τέτοιο...


...αλλά τού άξιζαν άλλοι τόσοι καφέδες κι άλλες τόσες καρπαζιές.

2 Ιουλ 2011

It's all greeklish to me



Φαντάσου να βρίσκεσαι σε ένα beach bar, ας πούμε στην Χαλκιδική - σφηνάκια, μπύρες, γλιστερά κορμιά, eurotrash hits να ξεχύνονται από τα ηχεία - και ξαφνικά να πλησιάζει η ψυχή του πάρτι, ξεθεωμένος μετά από έναν μαραθώνιο ρακέτες με αντίπαλο τον Αντώνη Ρέμο. Παραγγέλνει ποτά για όλους, πηδάει δίπλα στον DJ και βάζει το κομμάτι που όλοι περιμένουν - το "I'm in love with you" του Jared Evan - για να αρχίσουν να χοροπηδούν εκστατικοί, με πρώτο τον ίδιο, εμφανέστατα ικανοποιημένο, με τις αιωνίως λαδωμένες τούφες των μαλλιών του να κολλούν στο μέτωπο και τα μάτια του να λάμπουν πίσω από τα γυαλιά με τους χοντρούς φακούς και τον κοκκάλινο σκελετό.
Φαντάσου δηλαδή, στην Χαλκιδική, να είναι επίσημος τελετάρχης του καλοκαιριου ο Γιώργος Μπαμπινιώτης.
Το αμέσως λιγότερο πιθανό σενάριο βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη: ο Αντώνης Κανάκης και το entourage του εμφανίζονται στις οθόνες μας ως γλωσσαμύντορες, έτοιμοι να μας φέρουν προ των ευθυνών μας, οδυρόμενοι για την απειλή που υφίσταται από τα greeklish "η γλώσσα μας, ένα από τα λίγα πράγματα που μας έχουν μείνει για να είμαστε υπερήφανοι σ' αυτήν την χώρα".
Δεν λέω ότι δεν έχει δικαίωμα ο Κανάκης να επιλέξει την σταυροφορία που θέλει να αναλάβει και ούτε - πολύ περισσότερο - δεν προσπαθώ να υπερασπιστώ τα greeklish. Κάθε άλλο. Για την ακρίβεια, τα μισώ τα greeklish. Τα θεωρώ την επιτομή της κακογουστιάς, της τεμπελιάς, της αγραμματοσύνης, όλων των στοιχείων που χαρακτηρίζουν την σύγχρονη ελληνική κουλτούρα. Κανονικά, ένας άνθρωπος που ξεκινά εκστρατεία εναντίον τους θα συγκαταλεγόταν αμέσως στους "δικούς μου". Κι αν ο Κανάκης έβγαινε κι έλεγε "όποιος γράφει greeklish είναι ένας αγράμματος ηλίθιος κι ελπίζω το ΔΝΤ να του πάρει το σπίτι", θα χειροκροτούσα. Αλλά όχι. Αντί να πει κάτι άμεσο, στακάτο κι επιθετικό, αρχίζει την κλάψα, τις φοβέρες και τις νουθεσίες: "Διαπράττουμε ένα έγκλημα εναντίον της ελληνικής γλώσσας", κουνάει το δάχτυλο ο Γιάννης Σερβετάς, ενώ ο Χρήστος Κιούσης μας φοβερίζει ότι η χρήση των greeklish απειλεί "να καταργήσει τον ελληνικό γραπτό λόγο και όχι μόνο". Δηλαδή; Τι άλλο μπορεί να καταργηθεί ως επακόλουθο της χρήσης greeklish; Ο ελληνικός καφές; Η ελληνική λεβεντιά; Η ελληνική φιλοξενία; Τα γαϊδουράκια στην Σαντορίνη; Αυτά τα τρομακτικά αποσιωπητικά φιλοδοξούν να κάνουν τους πιτσιρικάδες να ντραπούν και με σκυμμένο το κεφάλι να αρχίσουν να ανταλλάσσουν μηνύματα τύπου "re c, mipws na kovame ta greeklish k na arxisoume na milame stin glwssa mas, poy gennise thn dimokratia k tn filosofia?"
Όλη η καμπάνια δηλαδή, είναι στημένη με τα αντανακλαστικά σκετς σε κατασκήνωση του κατηχητικού. Μελόδραμα και διδακτισμός: "αυτήν την στιγμή μια ολόκληρη γενιά έχει σχεδόν ξεχάσει να γράφει ελληνικά", θρηνεί ο Αντώνης Κανάκης. Επίσης, μια ολόκληρη γενιά δεν ξέρει τι σημαίνει να γράφεις κασέτες με τραγούδια, πώς είναι η ζωή χωρίς ίντερνετ, τι σημαίνει να υπάρχουν δύο κρατικά τηλεοπτικά κανάλια που εκπέμπουν πρόγραμμα από τις 5 μέχρι τα μεσάνυχτα. Υπάρχει μια γενιά που δεν ξέρει ότι στα μακρινά '80s, η Λιάνα Κανέλλη παρουσίαζε ένα τηλεπαιχνίδι με τίτλο "Ομιλείτε Ελληνικά" που αναλάμβανε τις γλωσσικές σταυροφορίες της εποχής. Στην πιο σοβαρή από αυτές, ο επιστημονικός συνεργάτης της εκπομπής (σωστά κατάλαβες, ο Γιώργος Μπαμπινιώτης), πρότεινε την αντικατάσταση της λέξης "Fast Food" με την λέξη "ταχυφαγείο". Η συνέχεια είναι γνωστή. Δεν πρέπει να έχει σημειωθεί ποτέ περιστατικό όπου χρησιμοποιήθηκε αυτή η λέξη - όπως δεν έχει πει ποτέ κανείς "τηλεομοιότυπο" αντί για "φαξ", "δίσκος ακτίνας" αντί "CD", "ιστολόγιο" αντί για "μπλογκ". Γιατί η αλήθεια είναι ότι αυτή η θαυμάσια γλώσσα, για την οποία είμαστε εθνικά υπερήφανοι, δεν έχει αποδειχθεί και πολύ ευέλικτη - ή πρόθυμη να προσαρμοστεί στην σύγχρονη εποχή. Η αλήθεια, επίσης, είναι ότι από την εποχή που η γλώσσα αυτή δημιουργούσε φιλοσοφία και δημοκρατία, έχουν περάσει αιώνες, κατά τους οποίους απλώς παρακολουθεί τις επιστήμες να αναπτύσσονται, αγκομαχώντας πίσω από τις νέες τεχνολογίες. Τα greeklish είναι ακριβώς η γλώσσα αυτού του αγκομαχητού, ο τρόπος να χρησιμοποιήσουν Έλληνες πλατφόρμες επικοινωνίας - από το Ίντερνετ μέχρι τα κινητά τηλέφωνα - που την στιγμή της δημιουργίας τους δεν ενδιαφέρονταν για άλλα αλφάβητα εκτός από το λατινικό - με άλλα λόγια, στην διαδικασία της δημιουργίας ενός iPhone, ή ενός facebook, το να μπορεί να το χρησιμοποιήσει κάποιος που γράφει στα ελληνικά, είναι ένα από τα πολύ τελικά στάδια. Καλό είναι, δηλαδή, προτού ξεκινήσεις μια σταυροφορία, να καταλάβεις τι ακριβώς είναι αυτό που πολεμάς. Γιατί αλλιώς, καταλήγεις να θυμίζεις εκείνους τους γέρους στις σειρές του Γιάννη Δαλιανίδη που γκρινιάζουν με την γλώσσα των νέων - με τα "δικέ μου" και τα "καράφλιασα". Και από αυτό το σημείο είναι μια ανάσα η στιγμή που θα βγεις και θα πεις στην μπάντα που παρουσιάζεις στην εκπομπή: "όλα καλά ρε παιδιά, αλλά είναι ανάγκη να τραγουδάτε στα εγγλέζικα; Χάθηκαν τα δικά μας τραγούδια;"

(Κείμενο που έχασε τον δρόμο του προς την δημοσίευση σε περιοδικό και αναζητά τώρα την τύχη του εδώ μέσα)

1 Ιουλ 2011

Aμηχανία

Το ένα μου χέρι έχει μια μικρή γαλάζια πιτσιλιά. Το άλλο μια εξίσου μικρή φούξια.Είναι γιατί χθες, μέχρι τις 4 τα ξημερώματα βρισκόμουν στο μαγαζί που πια είναι η βασική μου δουλειά και προσπαθούσα να βάψω κάτι τραπεζάκια. Δώδεκα ώρες αργότερα βρισκόμουν σε ένα meeting σχετικό με μια άλλη δουλειά, πιο συναφή με την μέχρι τώρα επαγγελματική μου δραστηριότητα. Βρέθηκα να εξομολογούμαι σε έναν σχεδόν άγνωστό μου άνθρωπο την πλήρη μου αδυναμία να γράψω κάτι εδώ και περίπου έναν χρόνο.Εντάξει, όχι πλήρη αδυναμία: όσο δούλευα στο Big Fish κατάφερνα, χωρίς ιδαίτερο κόπο, να βγάλω δύο κείμενα των 500 λέξεων την εβδομάδα, με σκέψεις και αντιδράσεις για όσα έβλεπα γύρω μου. Αλλά οφείλω να ομολογήσω πως η απόλυσή μου, μού προκάλεσε πρώτα από ολα ανακούφιση. Είναι ίσως μια ένδειξη της αποτυχίας μου ως δημοσιογράφου, αλλά πιστεύω στ' αλήθεια πως ο κόσμος μπορεί να ζήσει και χωρίς την άποψή μου. Πολύ περισσότερο δε που "η άποψή μου" - κι αυτή είναι άλλη μια ένδειξη της αποτυχίας μου ως δημοσιογράφου - δεν είναι κάτι σαφές. Από την στιγμή που η χώρα βρέθηκε στο καθεστώς του Μνημονίου, έπιασα τον εαυτό μου να αλλάζει γνώμη με αστραπιαίες ταχύτητες: δεν προλάβαινα να σκεφτώ κάτι και αμέσως μού ερχόταν στο μυαλό η ακριβώς αντίθετη σκέψη.Βλέπω, όλους αυτούς τους μήνες, να πεθαίνει η Ελλάδα που ξέραμε τα τελευταία 30 χρόνια και δεν μπορώ παρά να νιώσω χαρά. Γιατί πιστεύω πως αυτή η Ελλάδα δεν πήγαινε άλλο. Θέλω κι εγώ να τελειώνουμε με το Δημόσιο, να σταματήσουν να υπάρχουν κρατικές επιχειρήσεις - δεν υπάρχει κανένας λόγος το Κράτος να είναι επιχειρηματίας, πρέπει απλώς να ελέγχει, να ρυθμίζει και να εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις για την ομαλή λειτουργία των επιχειρήσεων, τόσο των "Κοινής Ωφελείας", όσο και των υπολοίπων. Αλλά αυτό σημαίνει ότι θέλω να απολυθεί τόσος κόσμος, να μείνει στον δρόμο χωρίς προοπτική, να χάσουν την δουλειά τους μερικές χιλιάδες μόνιμοι της ΕΡΤ - η οποία, επιτέλους, θα πρέπει να έχει ΕΝΑ τηλεοπτικό κανάλι και δύο-τρία ραδιόφωνα, αν όχι μόνο το "Τρίτο". Δεν θέλω, όμως, να χάσει κανείς την δουλειά του. Θέλω να δικαιωθούν οι συμβασιούχοι που ακούν ψέμματα τόσα χρόνια. Πιστεύω στο κράτος πρόνοιας, θέλω κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη και υγεία και παιδεία και συντάξεις και ποδηλατόδρομους και δημοτικές βιβλιοθήκες και μονόκερους να χορεύουν στις παρυφές διπλών ουράνιων τόξων. Είδα το μπαλόνι που λέγεται "Ελλάδα των τελευταίων 30 χρόνων" να σκάει στα χέρια μου και δεν εννοώ ότι έχασα μια καλοπληρωμένη δουλειά και ξέρω ότι η επόμενη δουλειά στο "αντικείμενό μου" θα είναι με χειρότερους όρους - εννοώ ότι είμαι διαβητικός και βλέπω τα ταμεία να δυσκολεύονται να μου καλύψουν τα πραγματικά μου μηνιαία έξοδα για τα αναλώσιμα της αντλίας ινσουλίνης και ξέρω ότι αυτό είναι συνέπεια του γεγονότος ότι η μητέρα μου βγήκε στην σύνταξη από τα 45 της. Προσπαθώ εδώ και πέντε χρόνια να λειτουργήσω μια μικρομεσαία επιχείρηση - την μόνη στην κατηγορία της (και νομίζω ότι ξέρω τι λέω) που κόβει απόδειξη ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΛΑΤΗ - και έχασα έξι μήνες στην πολεοδομία για να την στήσω, επειδή δεν ήθελα να καταθέσω ψεύτικα σχέδια, αλλά ακόμη και για να διορθώσεις κάτι στην πολεοδομία πρέπει να λαδώσεις. Όμως δεν νιώθω αγανακτισμένος. Δεν έχω νιώσει την ανάγκη να πάω στο Σύνταγμα να μουτζώσω κτίρια ούτε - πολύ περισσότερο - να "αποκλείσω" την βουλή, εμποδίζοντας αυτούς που εγώ έστειλα εκεί να πάνε να κάνουν την δουλειά που τους ανέθεσα - κι ας την κάνουν φρικτά. Διαβάζω κάθε μέρα κάποιον να λέει ότι έχουμε Χούντα κι εκνευρίζομαι. Δεν έχουμε Χούντα. Έχουμε μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση που κάνει αυτό που έχει δικαίωμα να κάνει: παίρνει σκληρά, αντιλαϊκά μέτρα, αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις του λαού. Θα κριθεί από το αποτέλεσμα - που ναι, θα είναι μια πλήρης αποτυχία. Αλλά μια ανίκανη κυβέρνηση δεν είναι χούντα. Είναι μια κυβέρνηση που πρέπει να αλλάξει, όταν έρθει η ώρα - και τότε, θα πρέπει να στείλουμε άλλους, καλύτερους. Μετά συμβαίνει μια μέρα σαν την περασμένη Τρίτη, με όλη αυτήν την φρικαλεότητα που ζήσαμε στο κέντρο της Αθήνας, και νιώθω να κλονίζομαι: αν δεν είναι χούντα, γιατί η Αστυνομία επιτίθεται στους πολίτες; Δεν έχω απάντηση. Όλες μου οι σκέψεις μπάζουν από παντού - αλλά τις προτιμώ από τις αεροστεγείς απόψεις που βλέπω γύρω μου, τις προτιμώ από τους "Μνημονιακούς" που θεωρούν λογικό να πληρώσουμε στις τράπεζες για μια κρίση που εκείνες προκάλεσαν (σε συνεργασία με ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, φυσικά), τις προτιμώ από εκείνους που πιστεύουν ότι τώρα ήρθε η ώρα να πέσει ο καπιταλισμός και κάνουν πολιιτκή ψυχοθεραπεία στις "Λαϊκές συνελεύσεις" του Συντάγματος, πιστεύοντας ότι με τα φληναφήματά τους θέτουν τις βάσεις για μια άλλη Πολιτεία. Είναι και μερικοί φίλοι μου εκεί. Κι άλλοι που δεν είναι φίλοι μου αλλά τους ξέρω. Προσπαθούν μέσα από τις συλλογικότητες να βρουν απαντήσεις για τα υπαρξιακά τους κενά. Είναι οι ίδιοι ταλιμπάν που βλέπεις να συρρέουν στις ΜΚΟ - παλιότερα πήγαιναν στα κόμματα.
Τόση ώρα γράφω γι' αυτά που δεν μπορώ να γράψω - και θαυμάζω τον Homo Ludens που καταφέρνει να βάλει τις σκέψεις του σε σειρά, είτε γράφει για μουσική, είτε για τα ΜΜΕ, είτε για την Κρίση. Εγώ δεν μπορώ να το κάνω. Δεν μπορώ να βάλω τις σκέψεις μου σε σειρά για τα σημαντικά. Θα μπορούα να γράψω για τα άλλα - τις απολαύσεις της ζωής, την μουσική, τις γυναίκες, τα κόμιξ (σε τελική ανάλυση, οι οικονομίες καταρρέουν, οι χώρες διαλύονται, αλλά οι άνθρωποι δεν τελειώνουν ποτέ, η ζωή δεν σταματά). Αλλά κι αυτό μου φαίνεται μάταιο - όταν γύρω σου όλα διαλύονται, πώς είναι δυνατόν εσύ να ακούς αμέριμνος Offpiste Gurus;
Ξύπνησα σήμερα βαρύς, νιώθοντας, ως πολίτης, βαθιά προδομένος από τους θεσμούς της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (την οποία συνεχίζω να θεωρώ μια από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του ανθρώπου). Άνοιξα το twitter κι ανάρτησα ένα τραγούδι του Έλινγκτον, όπως το είπε η θεά Ρομπέρτα Γκαμπαρίνι (η οποία πέρσι τραγούδησε σε μια άδεια Τεχνόπολη) μαζί με τον υπέρκομψο Χανκ Τζόουνς. Το έκανα με δισταγμό, με ντροπή, σαν να μην ταιριάζει στο κλίμα της ημέρας. Ένας (άγνωστος) φίλος είπε ότι τον έκανε να νιώσει καλύτερα. Είχε δίκιο. Πρέπει να κρατηθούμε από αυτά που αγαπάμε.
(Tο σκίτσο του Αλτάν λέει: "Αυτή η κρίση θα κρατήσει χρόνια". "Επιτέλους, λίγη σταθερότητα".)