10 Απρ 2008

Και μια Τζέσικα Σίμσον με υπόνοια γύμνιας...

Φωτογραφημένη για το αμερικανικό Esquire. Την ανεβάζω με χαρά γιατί έχω σκοπό να γράψω πάααααααααρα πολύ για μουσική τις επόμενες ημέρες (βασικά, το μόνο πράγμα για το οποίο θέλω να γράψω για πολύ καιρό ακόμη είναι η μουσική!) και φοβάμαι μη μου πλήξετε. Κι από κάτω η Νάταλι Πόρτμαν και ο Ντεβέντρα Μπάνχαρτ εγκαινιάζουν μια νέα εποχή ποιοτικού celebrity gossip.

Natalie + Devendra = Love (?)

'Ο,τι και να λέτε εσείς, εγώ νομίζω ότι ταιριάζουν! (Και είναι τόσο ερωτευμένοι που ψωνίζουν ακόμη και παλτά παρέα...)


6 Απρ 2008

Τσάρλτον, Χέστον

"You, maniacs! Damn you!"
(R.I.P.)

ΟΣΦΠ - ΑΕΛ 0-1

Χμμμμμ. Μόλις τώρα ένας Τούρκος άλωσε το Καραϊσκάκη...

Περί ντόπινγκ στην Ελλάδα

Σταμάτησα τον πρωταθλητισμό όταν ήταν πια σαφές ότι για να πετύχω μια καλλίτερη καριέρα από μερικά μετάλλια στα πανελλήνια πρωταθλήματα έπρεπε να "κάνω θεραπεία" (έτσι το λέγαμε...). Αλλά βαριέμαι πάρα πολύ να γράψω για τα θετικά και τα αρνητικά του ντόπινγκ. Εγώ απλώς δεν ήθελα να πάρω, γιατί ήδη είχα ξεκινήσει μια άλλη καριέρα στα περιοδικά που μου άρεσε εξ ίσου, άρα είχα μια καλή εναλλακτική λύση για την ζωή μου.

Το μόνο σχόλιο που έχω να κάνω για αυτά που συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες στον ελληνικό αθλητισμό (γι' αυτά που συμβαίνουν χρόνια τώρα, βασικά, και όχι μόνο στον ελληνικό -απλά ο πολύς κόσμος τα παίρνει είδηση τώρα) είναι ότι ξεφυλλίζοντας το υπέροχο επετειακό Status, έπεσα πάνω στα παλιά του εξώφυλλα. Την περίοδο 1999-2004 πρέπει να είχε πάνω από 8 φορές τον Κώστα Κεντέρη στο εξώφυλλο, ενώ είναι αναρίθμητες και οι φωτογραφίσεις που έκαναν οι πρωταθλητές της Άρσης Βαρών για το ίδιο περιοδικό (και για πολλά ακόμη, απλά στο Status τα πέτυχα όλα μαζεμένα). Ούτε εμείς οι δημοσιογράφοι φταίμε για κάτι, ούτε εμείς... οι αθλητές. Γρανάζια ενός συστήματος είναι και οι μεν και οι δε, ενός συστήματος που ανεβάζει και κατεβάζει είδωλα αναλόγως των εκάστοτε συμφερόντων. Η Μάριον Τζόουνς βρίσκεται φυλακή αυτές τις μέρες. Επειδή είπε ψέμματα και καθυστέρησε την έρευνα κατά των αναβολικών. Παρ' όλ' αυτά, η Μάριον Τζόουνς υπήρξε μια πολύ μεγάλη αθλήτρια. Σοβαρά τώρα. Η συζήτηση είναι πολύ πιο σύνθετη και δεν μπορεί να καταλήγει ούτε σε αφορισμούς, ούτε σε πανυγηρισμούς. Ούτε χωράει σ' αυτό το μπλογκ. Φιλάκια, πάω να παίξω Pro. Ένα ευγενές σπορ όπου δεν γίνεται να ντοπαριστείς! Χε, χε...

Max Mosley, you naughty boy!


Κανονικά θα έπρεπε να ασχοληθώ με το γεγονός ότι στους τρείς πρώτους αγώνες του πρωταθλήματος ως τώρα είχαμε τρεις διαφορετικούς νικητές. Ή με το ότι η BMW προπορεύεται στο πρωτάθλημα κατασκευαστών. Ή με το ότι ο Νικ Χάιντφελντ βρίσκεται στην δεύτερη θέση στο πρωτάθλημα των οδηγών, χωρίς όμως ακόμη να έχει πετύχει νίκη. Όλα αυτά προμηνύουν μια συναρπαστική σεζόν με πολλούς πρωταγωνιστές και, κυρίως, όχι μόνο τους "προβλεπόμενους". Αλλά ξέρω ότι για τον πολύ κόσμο, το άκουσμα των λέξεων "Formula 1" αυτές τις ημέρες προκαλεί ένα άλλο ενδιαφέρον, γι' αυτό και απλά θα σας προτείνω να κάνετε κλικ εδώ. Και θα κλείσω με δύο σχόλια: 1. Έλα μωρέ! Και τι έγινε; Από πότε γίναμε τροχονόμοι στον κώλο άλλων; 2. Θα είχε πολύ περισσότερη πλάκα αν στη θέση του Μαξ Μόσλεϊ ήταν ο Μπέρνι Έκλεστόουν, πάντως!

Οι εξωγήινες Κυριακές μου

Είναι θλιβερό να είσαι εργαζόμενος -και με «επιτελικό» ρόλο- σε εφημερίδα και το βασικό κριτήριο επιλογής του ποια φύλλα θα αγοράσεις κάθε Κυριακή να είναι οι προσφορές τους. Το ξέρω. Αλλά είναι, επίσης, η αλήθεια. Και δεν έχω κανένα σκοπό να το παίξω μελετητής του σύγχρονου ελληνικού Τύπου. Τουλάχιστον όχι σε τέτοιο βαθμό ώστε να παραμυθιάσω οποιονδήποτε ότι τις τελευταίες τέσσερις Κυριακές αγόρασα με ενθουσιασμό το "Έθνος" γιατί δεν μπορούσα να κρατηθώ μέχρι την Δευτέρα για να διαβάσω στο γραφείο το άρθρο του Ερρίκου Μπαρτζινόπουλου.

Ο λόγος ήταν άλλος: Προφανώς, το "Alien" και οι συνέχειές του. Αυτή την Κυριακή ο κύκλος έκλεισε με το "Alien Resurrection" -δεν το έχω δει ακόμη, αλλά δεν νομίζω ότι η αγορά του και η προβολή του στο home theatre μου (χα, χα, χα θυμάμαι ότι πριν 5-6 χρόνια αυτός ο όρος ήταν τόσο εξωτικός και εστέτ...) θα αλλάξει δραστικά την ουσία αυτού του post. Οπότε, θα γράψω αυτά που έχω να γράψω τώρα.

H αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ήμουν φαν των ταινιών επιστημονικής φαντασίας. Ειδικά των "Star Wars" που προκαλούν πρόωρες εκσπερματίσεις σε ένα ευρύτατο κοινό και τις οποίες προσωπικά θεωρώ παντελώς άνευ ουσίας και ψιλοχαζές. Νομίζω ότι μέχρι το "Gattaca", η αγαπημένη μου ταινία επιστημονικής φαντασίας ήταν απλώς το cult "The Thing From Another World"... Θυμάμαι ότι η πρώτη μου αντίδραση στο "Alien" προ πολλών ετών ήταν εντελώς αρνητική -κυρίως λόγω της σκηνής που ο εξωγήινος ξεπροβάλλει από την κοιλιά του Κέιν, κάτι που μου είχε φανεί απίστευτα γελοίο και που, φυσικά, είχε αποτελέσει αφορμή για παρωδία σε κάποια κωμική ταινία, νομίζω στο "Spaceballs". Μαλακία μου. Γιατί η γενικότερη άρνησή μου για την επιστημονική φαντασία με έκανε να δω από εντελώς λάθος ματιά ένα αριστούργημα της 7ης τέχνης...



Το 1979 ο Ρίντλεϊ Σκοτ δεν είχε τα τεχνικά μέσα να σκορπίσει τον τρόμο μέσω μιας επιβλητικής "κακιάς" φιγούρας εξωγήινου. Και είχε καταλάβει ότι, αν άφηνε το πλάσμα να σουλατσάρει κακιασμένο καθ' όλη την διάρκεια της ταινίας, το αποτέλεσμα θα ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που θα ήθελε: απλά θα γελούσαμε όλη την ώρα με μια κακοφτιαγμένη γλοιώδη κούκλα. Γι' αυτό και επέλεξε να σπείρει τη φρίκη με τον τρόπο που είχε κάνει τον Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ τον κορυφαίο συγγραφέα του είδους του. Δηλαδή, δια της απουσίας της. Το trailer που ανέβασα πιο πάνω είναι ενδεικτικό. Ο εξωγήινος είναι εκεί, αλλά δεν τον βλέπεις. Τον αισθάνεσαι, βρίσκεις παντού ίχνη του, χάνεις έναν έναν τους συντρόφους σου, αλλά κεντρικός άξονας της ταινίας είναι η Έλεν Ρίπλεϊ και το προσωπικό της δράμα: θα τη γλιτώσει ή όχι;

Αρχικά πρωταγωνιστής είχε υπολογιστεί να είναι ο Ρίπλεϊ (ο Τομ Σκέριτ είχε επιλεγεί γι' αυτό το ρόλο) αλλά ο ήρωας έγινε γένους θηλυκού όταν η 20th Century Fox έμαθε ότι οι ανταγωνιστές της ετοίμαζαν action ταινίες με γυναίκες στον α' ρόλο και θέλησε να τους προλάβει. Κι έφεξε στην Σιγκούρνι Γουίβερ που κέρδισε, έτσι, τον πιο εμβληματικό ρόλο της καριέρας της... Η σύνδεση με τον Λάβκραφτ ισχύει και σε άλλο επίπεδο, αφού το όλο concept του απομονωμένου πλανήτη με τις μορφές ζωής που η ανθρωπότητα αγνοεί -και καλό είναι να συνεχίσει να αγνοεί- μοιάζει έντονα επηρεασμένο από το αριστουργηματικό «Στα Βουνά της Τρέλλας». (Όποιος δεν έχει ιδέα σε τι αναφέρομαι τώρα, ας κάνει άμεσα ένα γκουγκλάρισμα για "H.P. Lovecraft" κι ας σπεύσει να αποκτήσει τα άπαντά του απ' τις εκδόσεις "Κάκτος"). Για να μην πολυλογώ, ο Ρίντλεϊ Σκοτ απέδειξε με αυτήν την ταινία πόσο μεγάλος μάγος της σκηνοθεσίας είναι, αφού με συγκριτικά πενιχρά μέσα σε σχέση με αυτά που έχουν οι σκηνοθέτες sci-fi μπλοκμπάστερ σήμερα, έστησε ένα συγκλονιστικό θρίλερ που δεν σε αφήνει να ησυχάσεις λεπτό και που από ένα σημείο και μετά αρχίζει να πιέζει τόσο έντονα το στήθος σου, ώστε νοιώθεις πως κι εσύ βρίσκεσαι εγκλωβισμένος μέσα στο "Νοστρόμο". Τρία χρόνια μετά μεγαλούρηγησε με το "Blade Runner", το οποίο -σε αντίθεση με το "Alien"- πήγε κατά διαόλου στις αίθουσες και αποσύρθηκε κακήν κακώς πολύ νωρίτερα απ' ότι υπολογιζόταν.

Την σκυτάλη για να γυρίσει τη συνέχεια του "Alien" πήρε ο Τζέιμς Κάμερον -το όνομα που πάει πακέτο με το "ο σκηνοθέτης του Τιτανικού", με ό,τι συνεπάγεται αυτό... Ο Σκοτ δεν ενθουσιαζόταν ποτέ ιδιαιτέρως με την ιδέα ενός franchise εξωγήινων ταινιών, αν και το όνομά του, όπως και του Κάμερον, συζητήθηκε για την πέμπτη και τελευταία συνέχεια της σειράς. Που μάλλον δεν θα γυριστεί ποτέ, αφού η στροφή προς τα "Alien Vs Predator" δείχνει ότι το στούντιο έχει αλλού το μυαλό του και σίγουρα όχι σε ένα ατμοσφαιρικό κλειστοφοβικό θρίλερ. Εξ άλλου, η εμπλοκή του Σκοτ στο remastering του πρώτου "Alien" που έγινε το 2003 οδήγησε και σε μια μικροκόντρα, αφού ο σκηνοθέτης δεν ενθουσιάστηκε με το τελικό αποτέλεσμα και κατηγόρησε την 20th Century Fox ότι έκανε τα πάντα για τις εισπράξεις -δεν το είπε ακριβώς έτσι, αλλά τέλος πάντων...

Ο Τζίμι Κάμερον, απ' την άλλη, πολλά χρόνια πριν την δει ο νέος Κουστό (ή ο νέος Ιντιάνα Τζόουνς τελευταία), ήταν ένας ενθουσιώδης σκηνοθέτης με άριστες τεχνικές γνώσεις, ιδανικός για να οδηγήσει την κούρσα των στούντιο προς το χοντρό χρήμα με οχήματα τα εντυπωσιακά action movies. Ήταν επίσης λάτρης του πρώτου "Alien" και επιθυμούσε διακαώς να σκηνοθετήσει τη συνέχειά του. Εκείνη την περίοδο ετοίμαζε τον "Εξολοθρευτή" και έγραψε παράλληλα κι ένα σενάριο για την συνέχεια του "Alien" και το στούντιο του υποσχέθηκε ότι, αν το sci-fi action movie με τον νυν κυβερνήτη της Καλοφόρνια πήγαινε καλά, θα του έδιναν την ευκαιρία να γυρίσει και το "Aliens". Το "Terminator" πήγε όχι απλώς καλά και το "Aliens" είδε το φως του προβολέα στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1986, επτά ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη ταινία. Και ήταν μια μαλακία. Ξέρω, βέβαια, ότι πολλοί από σας θα αρχίσετε να με κράζετε, αλλά η ασελγία του Κάμερον πάνω στην κεντρική ιδέα και στο πώς την χειρίστηκε ο Σκοτ ήταν μέγιστη. Δεν μπορώ να καταλάβω τι σόι fan της πρώτης ταινίας ήταν, αν το τελικό αποτέλεσμα του "Aliens" ήταν απλά κάποιοι τιγκαρισμένοι στην αυξητική κομάντο που πυροβολούσαν ασταμάτητα με τα πάνβαρα οπλοπολυβολορουκετοβόλα τους τους εκατομμύρια εξωγήινους που η τεχνολογία των εφέ επέτρεπε πια να ξεχύνονται από παντού. Προφανώς και ο Κάμερον πήγε πιο κοντά στον "Ράμπο ΙΙ" (την αμέσως προηγούμενη ταινία του) και άφησε την επιρροή του από το "Alien" του Ρίντλεϊ Σκοτ να τον παρασύρει τρία χρόνια αργότερα, όταν γύρισε την "Άβυσσο" (που στην ουσία ήταν σαν το πρώτο "Alien" να διαδραματίζεται στο βυθό...) Φυσικά, το αιμοβόρο κοινό είχε διαφορετική άποψη από μένα και θεωρεί το "Aliens" την κορυφαία ταινία της τετραλογίας.

Και φυσικά, το ίδιο κοινό είναι που θεωρεί την επόμενη, το "Alien 3" ως την χειρότερη. Ε, ελπίζω αυτό το κοινό να μην είναι και το κοινό του "Πο Πο Culture!", γιατί τότε πάει στράφι το μεγαλύτερο post μου εδώ και καιρό...



Όσοι πάλι είδατε με ενδιαφέρον το παραπάνω trailer (όχι το επίσημο, αυτό εδώ το έφτιαξε ένας fan της ταινίας) και διακρίνατε κάτι διαφορετικό, είστε δικοί μου :-) Ο Ντέιβιντ Φίντσερ, τρία χρόνια πριν γυρίσει το "Se7en", μας χάρισε αυτό που κατά την ταπεινή μου άποψη είναι η καλλίτερη ταινία με ήρωες την Έλεν Ρίπλεϊ και τον εξωγήινο μέχρι τώρα. Και ο λόγος δεν είναι η επιβλητική εικόνα -η φωτογραφία της ταινίας, σκοτεινή και απόκοσμη, αλλά και η αφαιρετική σκηνογραφία, είναι απλά άψογες- ή οι υπέροχες ερμηνείες. Είναι ότι ο Φίντσερ για πρώτη φορά προσπαθεί να βγάλει κι ένα δεύτερο επίπεδο πίσω από την ήδη κουρασμένη ιδέα των εγκλωβισμένων σε ένα κτίριο ή διαστημόπλοιο γήινων με μερικά τερατάκια να τους λιανίζουν. Στα χέρια του Φίντσερ, το "Alien 3" αναβιώνει το μύθο του "Φρανκενστάιν" της Μαίρης Σέλεϋ και κάνει ένα σχόλιο πάνω στην αιώνια ανάγκη του ανθρώπου να κυνηγά το άγνωστο, ακόμη κι αν αγνοεί εντελώς τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται -εν προκειμένω την σπουδή της επιστήμης και το πώς ένα διεστραμμένο μυαλό, ή η "εταιρεία" στην περίπτωση της τετραλογίας των "Alien" μπορεί να την στρέψει ενάντια στο κοινό καλό.

Η ταινία λειτουργεί στο σύνολό της σχεδόν ως παραβολή, κινείται αργά αλλά όχι κουραστικά, με σαφή σκοπό να αποσυνδεθεί από το ρόλο του "action movie" που έδωσε στο μύθο του εξωγήινου ο Κάμερον, και για πρώτη φορά δίνει βάρος και σε άλλους χαρακτήρες πέραν της Έλεν Ρίπλεϊ. Κατ' αρχάς μπαίνει στο μυαλό του εξωγήινου (ναι, εδώ ο εξωγήινος βλέπει και σκέπτεται, καταστρώνει σχέδια και έχει ένα σκοπό), αλλά επίσης σκιαγραφεί τον χαρακτήρα μιας ομάδας κατάδικων που έχουν ασπαστεί μια αίρεση και πορεύονται για το υπόλοιπο της ζωής τους ως μεταμελημένοι πιστοί -μέχρι που μια γυναίκα και ένας εξωγήινος διαταράσσουν το ήσυχο σύμπαν τους... Το σκηνικό μοιάζει ξεχασμένο στην δεκαετία του '50 -επίτηδες, αφού ο Φίντσερ επαναφέρει τον τρόμο με τη ματιά του Λάβκραφτ σε ένα πολύ πρωτογενές επίπεδο-, οι προθέσεις της "εταιρείας" είναι όσο ποτέ σαφείς και συμβολικές, αλλά ακόμη πιο συμβολική είναι η εικόνα που χτίζει η Έλεν Ρίπλεϊ. Η θυσία της στο τέλος θα αναγκάσει το στούντιο να την κλωνοποιήσει για τις ανάγκες του "Alien: Resurrection", της τέταρτης ταινίας της σειράς, που σκηνοθετήθηκε από τον Ζαν Πιερ Ζενέ, πριν τον πιάσει ο ρομαντισμός και βγάλει την "Αμελί" από μέσα του...

5 Απρ 2008

Django Weekend: Blues en mineur

Μπορεί το όνομα Τζάνγκο Ράινχαρντ να είναι συνώνυμο με την κιθάρα, δεν ήταν όμως αυτό το πρώτο μουσικό όργανο με το οποίο καταπιάστηκε ο ιδιοφυής μουσικός. Σε πολύ μικρή ηλικία, έμαθε βιολί από τον πατέρα του και τους επτά θείους του, για να περάσει στο μπάντζο όταν έγινε δέκα - και από εκεί στην κιθάρα. Λόγω σχήματος, το βιολί ήταν εύκολο στη μεταφορά - είναι επίσης ένα μουσικό όργανο που επιτρέπει (περισσότερο από κάθε άλλο) στα συναισθήματα να εκφραστούν με ένταση και αμεσότητα. Και οι δύο παράμετροι εξηγούν γιατί αυτό το όργανο έγινε έμβλημα των Ρομά της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Καμιά δεκαπενταριά χρόνια από τότε που ο Τζάνγκο είχε εγκαταλείψει το βιολί, το ξαναέπιασε, για να ηχογραφήσει το δακρύβρεχτο, αλλά στιβαρό, Blues en Mineur, συνοδεία ενός πιανίστα. Στα χέρια του, οι χορδές κλαίνε από συγκίνηση και ηδονή για τον τρόπο που τις μεταχειρίζεται, πριν τις αφήσει για να ξαναπιάσει την κιθάρα για το δεύτερο μισο του κομματιού.

2 Απρ 2008

Προθέρμανση

Έχω ξυπνήσει με ένα απίστευτο hangover σήμερα και μου είναι σχεδόν αδύνατον να δουλέψω. Η μεγαλύτερή μου δυσκολία είναι να συγκεντρώσω τα μάτια μου σε κάποιο κοντινό αντικείμενο. Νοιώθω ότι αλληθωρίζω κάθε φορά που κυττάζω ο,τιδήποτε άλλο εκτός της θάλασσας έξω από το γραφείο μου! Άρα, το μόνο που μπορώ να κάνω με ασφάλεια είναι να αγναντεύω το πέλαγος και να ονειρεύομαι. Αλλά ακόμη κι αυτό δεν γίνεται έτσι ξεροσφύρι. Γι' αυτό και κάθισα -με υπερπροσπάθεια!- για λίγο μπροστά στον υπολογιστή κι έφτιαξα μια κασετούλα - προθέρμανση για το συναυλιακό μας καλοκαίρι. Δυστυχώς δεν βρήκα όλα όσα ήθελα. Αλλά κι αυτά που χώρεσα τελικά είναι μια ωραία πρόγευση. Ήδη υπολογίζω πόσες μέρες θα κυκλοφορώ με κλεισμένη τη φωνή -ειδικά μετά τη συναυλία των Kiss, του απόλυτου arena rock συγκροτήματος, που όλα του τα τραγούδια ΟΦΕΙΛΕΙΣ να τα ξέρεις απέξω και να τα τραγουδάς μαζί τους. Ναι, εννοείται και το "Beth"!

"in other news, πού ειναι η νεκρολογία?"

Έχω βρει το μπελά μου μ' αυτήν την ιστορία. Μόλις πεθαίνει κάποιος επιφανής, αρχίζουν να φτάνουν τα μηνύματα. Κι εκεί που κάνω να αντιδράσω, αρχίζει να με τρώει κιόλας η σκέψη του τι θα έβρισκα να γράψω για τον θανόντα - εν προκειμένω για τον Ντασέν. Για να είμαι ειλικρινής, δεν λυπήθηκα που πέθανε - δεν μπορώ να λυπηθώ για έναν άνθρωπο που έφτασε στα 97 παραμένοντας παθιασμένος για οτιδήποτε (το Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη, το Μουσείο, την εκστρατεία για την επιστροφή των Μαρμάρων). Αλλά φαίνεται πως το πάθος ήταν πάντα η κινητήρια δύναμή του. Αυτό ήταν που τον έκανε καλό σκηνοθέτη - κι εν πάση περιπτώσει καλύτερο, από τότε που η "Επιτροπή Αντιαμερικανικών Υποθέσεων" του γερουσιαστή Μακάρθι (και το καρφί Έντουαρντ Ντμίτρικ) κατέστρεψαν την αμερικανική του καριέρα. Μέχρι τότε, το 1952, είχε να περηφανεύεται για μερικά αξιοσημείωτα νουάρ, όπως τη Γυμνή Πόλη και το Η Νύχτα και η Πόλη. Μετά, από την αυτοεξορία του στο Παρίσι και για την υπόλοιπη δεκαετία του '50, μεγαλούργησε - πήρε την εκδίκησή του με το Ριφιφί και, ταινία την ταινία, βρήκε την αισιοδοξία που του επέτρεψε να κάνει ένα κομψοτέχνημα ελαφρότητας όπως το Ποτέ την Κυριακή.
Το πάθος ήταν που τον έκανε και μέτριο σκηνοθέτη - το πάθος του για τη Μελίνα. Από τότε που τη γνώρισε κι αφοσιώθηκε σ' αυτήν, δεν γύρισε ούτε μια αξιομνημόνευτη ταινία. Το Top Kapi είναι χαριτωμένο και ανάλαφρο, αλλά σε καμία περίπτωση σημαντικό. Η Φαίδρα, η Δοκιμή, οι Κραυγές Γυναικών είναι περισσότερο ιστορικά κειμήλια της εποχής τους, παρά ολοκληρωμένα έργα του πραγματικά μεγάλου δημιουργού που ήταν ο μακαρίτης. Όχι ότι έχει σημασία τίποτα από αυτά. Για έναν αληθινό σινεφίλ, ο Ντασέν έχει θέση στο πάνθεον και μόνο για το Ριφιφί, την απόλυτη ταινία "ληστείας" - όλες οι σκηνές ληστείας που έχουμε δει στο σινεμά τα τελευταία πενήντα χρόνια - ΟΛΕΣ - πηγάζουν από εκεί.
Αυτό είναι το (ντουμπλαρισμένο στα αγγλικά, με φρικτό τρόπο) τρέιλερ, που υπάρχει στην έκδοση της ταινίας από την Criterion Collection.
Κι αυτή είναι η Μαγκαλί Νοέλ στο τραγούδι της ταινίας που έγραψε ο Michel Philippe-Gérard.

Ήταν η εποχή (από τα μέσα του '50 μέχρι τα μέσα του '70) που άνθισε ενας υπέροχος λαϊκός ευρωπαϊκός (εντάξει, κυρίως γαλλικός και ιταλικός) κινηματογράφος, με ακόμα πιο υπέροχη μουσική (συχνά καλύτερη κι από την ταινία). Δεν είναι τυχαίο ότι το βασικό μουσικό θέμα του Ριφιφί, με την φυσαρμόνικα, παραμένει μαγευτικό και στοιχειωτικό, εδώ και πέντε δεκαετίες.

Το βάθος του Ουράνιου Θεού είναι Κόκκινο

Δεν έχω καμία όρεξη να κράξω τους Ιταλούς Σοσιαλιστές, ούτε επειδή είναι Ιταλοί, ούτε επειδή είναι Σοσιαλιστές. Καταλαβαίνω το άγχος τους να μιλήσουν στον μέσο ψηφοφόρο (ευτυχώς εδώ έχουμε τον Τσίπρα και ησυχάσαμε επ' αυτού). Επίσης, νιώθω μια ελαφριά αλληλεγγύη, ως μέλος μιας εξίσου θεοκρατικής κοινωνίας με την Ιταλική, την Ιρανική κ.ο.κ. - κυρίως όμως γέλασα πάρα πολύ μ' αυτό το βιντεάκι, το θεωρώ επιπέδου Monty Python.
Όσο για την ιδέα "ο Ιησούς είναι ο πρώτος σοσιαλιστής" είναι πολύ παλιά - ορίστε και η αφίσα-τεκμήριο:

Φαινόμενο...

Στο μεταξύ... δεν είναι φοβερό που το πραγματικό ποδοσφαιρικό "φαινόμενο" έχει το ίδιο όνομα με αυτόν που ονόμασαν "φαινόμενο" κάποτε οι δημοσιογράφοι;

What the fuck???????

29 Μαρ 2008

Django Weekend: Topsy


Τις περασμένες δύο εβδομάδες, ανέβασα μόνο μισό Django Weekend, κρυμμένο στο εορταστικό - και καλά - post, κι ένιωθα τύψεις. Ο δε Homo Ludens με έκραξε: αφού γράφεις ότι θεωρείς τα Django Weekends την πεμπτουσία του blogging, γιατί δεν ανεβάζεις; Είχα τόσο πολύ τρέξιμο - από παρασκευή μέχρι κυριακή που δεν προλάβαινα - και είμαι τόσο ψυχαναγκαστικός που δεν μπορώ να ανεβάσω Django Weekend αν δεν είναι, ξέρεις, weekend. Ήξερα ότι αυτό δεν έπρεπε να τριτώσει.
Χθες το βράδυ, έφυγα από το γραφείο στις 10 - φαντάσου να είχα κάνει μια στάλα δουλειά, αντί να κοιτάζω με βλέμμα κενό την οθόνη μου. Γύρισα σπίτι πτώμα, έχοντας στο νου μου ότι σήμερα με περίμενε μια μέρα με πολλή δουλειά και μια απογευματινή υποχρέωση που θα με κρατούσε μακριά από το blogger μέχρι αργά το βράδυ. Κατά τη 1, άνοιξα το laptop, αποφασισμένος να αγνοήσω τη νύστα και την κούραση - έπρεπε οπωσδήποτε να ανεβάσω Django Weekend.
Ευτυχώς που δεν το έκανα, τελικά. Γιατί χθες έβρεχε όλη μέρα, η υγρασία μου είχε σπάσει τα νεύρα, και θα ανέβαζα κάτι αργό, μελαγχολικό και ρετρό. Ενώ σήμερα ήταν χαρά θεού. Μπήκα στο αυτοκίνητο και ένιωθα τον ήλιο να μου καίει το πρόσωπο. Τέλειωσα τις δουλειές μου σε μιάμιση ώρα (όχι ακριβώς - τόσο ήταν η διαδρομή με το αυτοκίνητο Χαλάνδρι - Κολωνάκι - Καλλιθέα - Χαλάνδρι). Στις 2.30 η μέρα ήταν ακόμα δική μου: πήγα στο comicworld και ξόδεψα τα λεφτά μου σε τρία υπέροχα άλμπουμ - το Whiteout, που θα γίνει ταινία με την (αξιολάτρευτη) Κέιτ Μπέκινσεϊλ, το Blankets, που ήθελα να το αγοράσω μεταφρασμένο στα ελληνικά για να στηρίξω με τα λιγοστά χρήματά μου τις εκδόσεις ΚΨΜ, που κάνουν την τρέλα να μεταφράσουν ένα τέτοιο graphic novel (και ντρέπομαι που τελικά προτίμησα την πρωτότυπη έκδοση) και ένα άλμπουμ με βινιέτες του θεού Will Eisner με θέμα τη ζωή στη Νέα Υόρκη. Περπατούσα στους δρόμους του Χαλανδρίου με τα ακουστικά στ' αυτιά μου και βρέθηκα να βαδίζω στο ρυθμό του Topsy, όπως το έπαιζε ο Django Reinhardt, την εποχή που πειραματιζόταν με την ηλεκτρική κιθάρα, περνώντας από τη hot jazz στο be-bop. Γύρισα σπίτι με ένα τεράστιο χαμόγελο (στο μεταξύ η Σοφία είχε ακυρώσει και την απογευματινή υποχρέωση). Ξάπλωσα στον καναπέ και ρούφηξα το Whiteout - τώρα περιμένω να δω αν και η ταινία θα είναι εξίσου απολαυστική - μάλλον όχι...
(Το σκίτσο είναι το περίφημο πορτρέτο Django: fils de l' air, που σχεδίασε ο Κοκτώ το 1937. Αναφέρεται προφανώς στην προηγούμενη φάση του Τζάνγκο, αλλά δεν πειράζει - η διάθεσή μου έπρεπε να εικονογραφηθεί με κάτι τέτοιας - αν όχι μεγαλύτερης - αξίας).

28 Μαρ 2008

Κασετομανία!



«Τ' είν' τούτο τώρα;» ίσως αναρωτηθεί ο αναγνώστης του «Πο Πο Culture!». Είναι η κασέτα του Homo Ludens με τις αγαπημένες του γυναικείες φωνές αυτήν την περίοδο. Με το που το είδα στου Crazymonkey ήξερα ότι θα κολλήσω. Εννοείται ότι κόλλησα και τον Αρκάντιν, ο οποίος ήδη ετοιμάζει την δική του. Κάνε κλικ για να ακούσεις τα γλυκά μου τα κορίτσια, άσε το «Πο Πο Culture!» ανοικτό και πήγαινε να μπλογκάρεις αλλού, αφήνοντάς μας να σε διασκεδάζουμε εν είδει ραδιοφωνικού σταθμού. Ξέρω ξέρω: θα μπορούσαμε να το είχαμε κάνει νωρίτερα. Αλλά τότε δεν θα ΕΒΛΕΠΕΣ την κασέτα να γυρίζει. Και mixtape χωρίς κασέτα δεν έχει κανένα νόημα. Τη βάζω και στη δεξιά μπάρα, για να την βρίσκεις εκεί μόνιμα! Η δική μου περιέχει 16 κομμάτια, ένα κι ένα όλα. Μούρλια. Soko, Sia, St. Vincent, Minnie Driver, μέχρι και Suzanne Vega σου έχω. Τι περιμένεις; Κλίκαρε!

UPDATE:
Περίμενα ότι ο Αρκάντιν θα έκανε δικό του post, αλλά προφανώς είχε πολλή δουλειά και δεν προλάβαινε. Ανέβασε την δική του κασέτα εδώ. Και μόνο που ξεκινά με το "Moon River" από την Όντρεϊ Χέπμπορν, καταλαβαίνει κανείς ότι πρόκειται για συλλεκτικής αξίας δημιούργημα...



Respect

H πρώτη "σοβαρή" δουλειά που μου ανέθεσε ο Μπάμπης Ακτσόγλου (ακόμα δεν το έχω χωνέψει ότι πέθανε) για το "Αθηνόραμα" ήταν ένα κείμενο για μια από τις ταινίες "προσεχώς" της σεζόν 1997-1998 - το Night Falls over Manhattan, του Σίντνεϊ Λουμέτ. Θυμάμαι να έχω τρομερό άγχος ν' αντεπεξέλθω, να κατεβάζω λεξικά, να ψάχνω πληροφορίες να αντιγράφω κείμενα από ειδικά περιοδικά (κυκλοφορεί ακόμα το Preview;), σε βαθμό που, όταν μετά βγήκε στις αίθουσες, πήγα στη δημοσιογραφική προβολή με άγχος, σαν να είχα δουλέψει κι εγώ για την ταινία. Από τότε, νιώθω ότι έχω ένα περίεργο είδος σύνδεσης με τον Λουμέτ - έναν από τους πιο αξιόπιστους σκηνοθέτες του αμερικανικού σινεμά, που ξέρει όσο ελάχιστοι να χτίζει δράματα γύρω από τα διάφορα συστήματα αξιών που αντιμάχονται στο πλαίσιο της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας (τι φιλμογραφία, όμως, ε;).
Δεν περίμενα όμως ότι στα 84 του χρόνια θα έκανε μια τόσο στιβαρή ταινία. Το Before the Devil Knows You're Dead είναι κατά κάποιον τρόπο όπως θα ήταν το Reservoir Dogs, αν το είχε σκηνοθετήσει ο Μπέργκμαν. Είναι επίσης τυπικός Λουμέτ - με τα ηθικά διλήμματα, τους γεμάτους ψεγάδια χαρακτήρες, την κριτική για έναν κοινωνικό ιστό που μπορεί να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή. Επίσης: με ένα ονειρεμένο καστ - φυσικά την παράσταση κλέβει ο Άλμπερτ Φίνεϊ, αλλά έτσι κι αλλιώς ηθοποιοί σαν αυτόν βγαίνουν σπάνια (sorry, αλλά ο υπερεκτιμημένος Φίλιπ Σίμουρ Χόφμαν δεν θα γίνει ποτέ αυτής της κλάσης).
Η αποκάλυψη της ταινίας ήταν η Μαρίσα Τομέι - όχι μόνο γιατί είναι απόλυτα πειστική στο ρόλο της αλλοτριωμένης ανεπάγγελτης μικροαστής συζύγου που προσπαθεί να διατηρηθεί στη ζωή πάση θυσία (εμείς που την αγαπάμε κρυφά τόσα χρόνια, ξέραμε ότι είναι παραπάνω από επαρκής ως ηθοποιός). Αλλά γιατί περνά αρκετό μέρος της ταινίας (εν πάση περιπτώσει δυο αξιομνημόνευτες σκηνές) γυμνή - και στα 44 της, βάζει τα γυαλιά σε όλες αυτές τις ψεύτικες εκβιαστικές barbie που περνιούνται για sex symbols στο Χόλιγουντ, με την υπέροχη νεανική επιδερμίδα, το φυσικότατο, πανέμορφο στήθος της και το πιο αληθινό, ανεπιτήδευτο, αφοπλιστικό sex appeal που έχω δει τελευταία στο σινεμά. Είμαι ερωτευμένος.

27 Μαρ 2008

Η νέα αγαπημένη μου συνήθεια...

...όταν κολλάω στο γραφείο χωρίς να έχω κάτι να κάνω (εν προκειμένω, περιμένω το editorial του Παπανικολάου για να κλείσω τεύχος), είναι να χαζεύω φωτογραφίσεις περιοδικών. Και να ανακαλύπτω μερικές πανέμορφες κυρίες σε πόζες που αγνοούσα:

Αντζελίνα Τζολί

Κλερ Φορλάνι

Εβα Μέντες

Τζένιφερ Κόνελι

Σαρλίζ Θερόν

Κλόι Σεβινί



Η μεθυσμένη Φουρτάδο

Μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωση ενός απολαυστικού κειμένου. Το έγραψε ο περίφημος Σάσα Φρερ Τζόουνς στο τεύχος του «New Yorker» που κυκλοφόρησε στις 3 Μαρτίου (και που τις τελευταίες τρεις εβδομάδες καθόταν άθικτο στην κορυφή της ντάνας με τα ξένα περιοδικά που αποτελεί το περήφανο στολίδι του γραφείου μου). Το άρθρο μού άρεσε γιατί ασχολήθηκε με τη μουσική της Έιμι Γουάινχάουζ, ψύχραιμα και χρονικά παράταιρα -προφανώς επίτηδες, αφού πια η μικρή Έιμι απασχολεί για άλλους λόγους τα Μήδεια του κόσμου.

Επικεντρώνει την προσοχή του -σωστά- στην παραγωγή του Μαρκ Ρόνσον στο «Back to Black», αλλά και στην συμβολή των Dap-Kings στα live της Γουάινχάουζ, που όμως τα βρίσκει υποδεέστερα εκείνων της Σάρον Τζόουνς, που συνοδεύεται από την ίδια μπάντα. Τέλος πάντων, δεν έχει νόημα να κάνω περίληψη εδώ, μπες στο link που δίνω παραπάνω και διάβασέ το. Ο λόγος που γράφω αυτό το post είναι ότι θέλω να κάνω copy - paste μια πρόταση, για να μείνει για πάντα χαραγμένη στην καρδιά του «Πο Πο Culture!». Ιδού:
(“Frank” sounds a bit like a drunken Furtado working a piano bar without the benefit of a decent songbook.)