31 Ιαν 2009

Django Weekend, mon cul!



Έχει περάσει μια εβδομάδα κι ακόμη το φυσάω και δεν κρυώνει.
Το περασμένο Σάββατο, λοιπόν, βρίσκόμουν στο Παρίσι - η γυναίκα της ζωής μου ήθελε να δει το σημαντικότερο καλλιτεχνικό γεγονός του ευρωπαϊκού χειμώνα και φρόντισα (δυο μήνες πριν) να βγάλω εισιτήρια. Φρόντισα επίσης, όπως κάθε φορά που πρόκειται να επισκεφτώ μια πόλη, να τσεκάρω αν παίζει τίποτα καλό στα τζαζόμπαρα. Χαζεύοντας άγνωστα ονόματα στη jazzenda του αγαπημένου μου ραδιοφωνικού σταθμού, έπεσα πάνω σε μια πληροφορία που μου φάνηκε ενδιαφέρουσα: ο Moreno, λέει, στο Atelier Charonne - το οποίο είναι ένα μπαρ-ρεστοράν που άνοιξε την περασμένη άνοιξη στη Βαστίλλη, και το οποίο φιλοξενεί κάθε μέρα live την τρέχουσα σκηνή της Jazz Manouche - και όχι τυχαία ονόματα: ο Νινίν Γκαρσία, ο Αντζελό Ντεμπάρ, o Ροντόλφ Ραφαλί, οι αδελφοί Φερέ, ακόμη και ο ίδιος ο Νταβίντ Ράινχαρντ, ο εγγονός του Τζάνγκο παίζει εκεί τακτικά (για να καταλάβεις, οι Ράινχαρντ, οι Φερέ, οι Σμιτ, οι Ρόζενμπεργκ, οι Βίντερσταϊν είναι κάτι σαν τους δικούς μας Χαλκιάδες και τους Μπέκους: φατρίες παραδοσιακών μουσικών, όλοι τους με στιλπνά μαλλιά, πουκάμισα με λαχούρια και φορτωμένοι χρυσαφικά, που κηρύσσουν με τις κιθάρες τους το ευαγγέλιο του Gipsy Swing, όπως αποκαλύφθηκε στον Τζάνγκο). Ο Μορένο υποτίθεται πως είναι από τους καλύτερους (είχα ακούσει κάποια κομμάτια στη δισκοθήκη του Kosmos, όταν δούλευα εκεί, και μου είχε φανεί ok) - ήταν μαθητής του ηρωικού Τσαν Τσου Βιντάλ και είναι φοβερός δεξιοτέχνης - και διασκεδαστής.
Έψησα τη γυναίκα της ζωής μου - όχι χωρίς κόπο - και το περασμένο Σάββατο, στις 11 το βράδυ, κατάκοποι από δώδεκα ώρες πεζοπορίας στα μουσεία, τα καφέ, την Avenue Montaigne και τα μεγαλομπακάλικα της Μαντλέν, διαβήκαμε την πόρτα του μπαρ.
Και νομίσαμε ότι παίζουμε κομπάρσοι στο "Ρετιρέ" του Δαλιανίδη, και ότι είμαστε πελάτες στο μπαράκι της Χαρούλας.
Φαντάσου έναν διάδρομο σε σχήμα ανάποδου "Γ". Περπατάς κι έχεις αριστερά το μπαρ και δεξιά κάτι μικρά, υποφωτισμένα τραπεζάκια, με σαραντάρηδες τζαζόφιλους που πίνουν το ποτό τους. Στη γωνία, κάνεις αριστερά κι έχεις πάντα από τη μια μεριά το μπαρ και από την άλλη, άλλα τραπέζια, πιο στριμωγμένα, με εξίσου σαραντάρηδες που τρώνε. Και στη γωνία του ανάποδου "Γ", η ορχήστρα. Μπροστά από μια κόκκινη κουρτίνα, αν έχεις Θεό. Ένας κοντραμπασίστας. Ένας κιθαρίστας πιτσιρικάς, με ρεπούμπλικα (αν το έκανε σ' εμάς κανένας νεορεμπέτης, θα τον παίρναμε με τα γιαούρτια). Ο Μορένο - κάτι ανάμεσα σε Μπαρτ Ρέινολντς και τον τύπο που έπαιζε τον μπαμπά της Ναζλί σ' εκείνη την τούρκικη μαλακία που έδειχνε το Mega πριν από καναδυό χρόνια - να γρατζουνάει μια κιθάρα με εμφανή πλήξη και να σκούζει κάτι βλακείες. Και στη μέση όλων, όρθια η κυρά του - μια πενηντάρα τσιγγάνα με ένα φρικτό εμπριμέ χειμωνιάτικο φόρεμα να φαλτσάρει εφιαλτικά.
Είχα καταπιεί τη γλώσσα μου. "Ε, να πιούμε ένα ποτάκι και βλέπουμε;" ψέλλισα. Προτού ολοκληρώσω τη φράση μου, η γυναίκα της ζωής μου με ρώτησε: "Σου θυμίζει κάτι αυτό;" "Τι;" "Δεν είναι τελείως gipsy kings;" Είχε δίκιο. Διασχίσαμε ξανά το ανάποδο "Γ" (που πια ήταν κανονικό "Γ") και βγήκαμε ξανά, να ανακατευτούμε με τους παριζιάνους κάγκουρους που βγαίνουν Σάββατο βράδυ στη Βαστίλλη. Ούτε ποτάκι, ούτε τίποτε.
Το επόμενο πρωί, κάναμε μια υπέροχη κυριακάτικη βόλτα στη Μονμάρτρ. Και στο ipod του μυαλού μου έπαιζε στο repeat εκείνο το φοβερό κομμάτι που σκάρωσε ο θεός της κορνέτας Ρεξ Στιούαρτ, όταν είχε βρεθεί στο Παρίσι, μέσα στο μεσοπόλεμο, παρέα με τον Μπάρνι Μπιγκάρ, τον κλαρινετίστα του Έλινγκτον, και τζαμάρανε με αυτόν τον τρελό τσιγγάνο με τα αγκυλωμένα δάχτυλα. Οι αφίσες γύρω διαφήμιζαν τη συναυλία Django Symphonique...
Αναστέναξα. Κάποια στιγμή, θα ζήσω ένα κανονικό Django Weekend - ακόμη κι αν χρειαστεί να σύρω τη γυναίκα της ζωής μου σ' εκείνο το καταγώγιο στην Porte de St. Ouen, που μαζεύονται τα απογεύματα του σαββατοκύριακου, όλοι αυτοί οι τύποι με τα λαχούρια και τις ταλαιπωρημένες Selmer κιθάρες.

2 σχόλια:

Κ.Κ.Μοίρης είπε...

η γυναίκα της ζωής σας πρέπει να είναι μια ηρωίδα

Ανώνυμος είπε...

μπα...μην το βλέπετε έτσι. Πάντα ήθελα να παίξω κομπάρσος στο "Ρετιρέ".
Σ.