26 Μαρ 2013

Devendra Banhart - Mala


Devendra Banhart
Mala
(Μάρτιος 2013)


Τώρα που ο Devendra Banhart κουρεύτηκε, πλύθηκε, ντύθηκε σαν μοντέλο, μπορούμε πια να τον κρίνουμε αποκλειστικά για τη μουσική του, χωρίς να χάνουμε πολύτιμο χρόνο στα στυλιστικά (ή σε θέματα υγιεινής). Να πω την αλήθεια από την αρχή: το “Mala” δεν είναι το κορυφαίο του άλμπουμ, αλλά είναι σπουδαίο. Και, μετά από τόσα χρόνια (πάνω από 10) δισκογραφικής του παρουσίας, δυσκολεύομαι να πω ποιο ήταν τελικά το καλύτερό του. Γιατί καταφέρνει, κάθε μα κάθε φορά, να αλλάζει τόσο λίγο ώστε να διατηρεί την ταυτότητά του, αλλά και τόσο πολύ ώστε να μάς χαρίζει κάτι μοναδικό.

Στο “Mala”, το όγδοό του άλμπουμ, ακούγεται εξόχως σουρεαλιστής, χώνοντας στοιχεία από κάθε γωνιά της Γης σε αναπάντεχες στιγμές (η εξέλιξη π.χ. του “Your Fine Petting Duck” από 50s tropicalia κομμάτι σε 80s europop με γερμανικό στίχο, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα), και πηδώντας από το ένα στυλ στο άλλο ασταμάτητα, διεκδικώντας τον τίτλο του Νταλί της μουσικής.

Το όλο πράγμα, όμως, δεν ακούγεται καθόλου παράταιρο, αφού πια η freak-folk έχει γίνει νόρμα και τα πειράματα του Devendra μοιάζουν εντελώς φυσιολογικά. Η μοναδική του ικανότητα, άλλωστε, να απλώνει την δική του ταυτότητα πάνω απ’ ό,τι κάνει (κυρίως χάρη στο χαρακτηριστικό κελάρυσμα της φωνής του) κάνει κάθε του στοιχείο να είναι «πάνω απ’ όλα Banhart» και μετά μεσαιωνικό, σερβικό, τσιγκάνικο, φλαμένγκο ή ό,τι άλλο έχει χωρέσει μέσα στο “Mala”.

Το πιο αξιοσημείωτο απ’ όλα είναι ότι στο “Mala” υπάρχουν 2-3 κομμάτια, φτιαγμένα για να γίνουν hits, να χορευτούν, να τραγουδηθούν, να αγαπηθούν και να κάνουν τον Banhart έναν αστέρα. Έχουμε ν’ ακούσουμε πολύ “Won’t You Come Over”, “Hatchet Wound” και “Your Fine Petting Duck”. Ωραία πράγματα. 8 στα 10 κ’ έτσ’.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

25 Μαρ 2013

Suede - Bloodsports

Suede
Bloodsports
(Μάρτιος 2013)


Οι Suede είναι μια μπάντα που εκτοξεύθηκε πρόωρα στη σφαίρα του θεϊκού (αλλά με απίστευτη άνεση κατάφερε να επιβεβαιώσει τις προσδοκίες), για να συντριβεί εξίσου πρόωρα στον Καιάδα της απογοήτευσης. Εκεί που μαζεύονται όλοι αυτοί οι μουσικοί που, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, χάνουν τον προσανατολισμό τους και, μέσα από ένα ασύλληπτο writer’s block, μάς προτείνουν το ένα αδιάφορο άλμπουμ μετά το άλλο. Αλλά για την ιστορία του γκρουπ μπορείς απλά να μεταβείς εδώ και θα τα θυμηθείς όλα.

Οι Suede, βέβαια, έχουν ένα ακόμη χαρακτηριστικό: είναι μια μπάντα με πιο μοναδική... μοναδικότητα από τις άλλες. Ήταν αυτή που άναψε το φυτίλι της Βritpop, αλλά που δεν αντιγράφηκε ποτέ από κάποιον κλώνο. Ακόμη και σήμερα, αν ψάξεις να βρεις ποιο συγκρότημα ακολούθησε περισσότερο τους Suede, το πιο πιθανό είναι ότι θα καταλήξεις μόνο στους Matisse –όταν π.χ. θα βρεις δεκάδες copycats των Blur ή των Pulp. Στο πλαίσιο της μοναδικότητας αυτής ήταν και το πώς επέλεξαν να διαχειριστούν το εμφανές τοις πάσι πρόβλημα της έλλειψης προσανατολισμού μετά τα δύο πρώτα, συγκλονιστικά τους άλμπουμ: εγκατέλειψαν την ενεργό δράση για μια δεκαετία και ξαναβρέθηκαν μόνο όταν πια ένιωσαν έτοιμοι να δώσουν κάτι αντάξιο του παρελθόντος τους.

Οι περισσότεροι πιστεύαμε ότι η αιτία για την πτώση των Suede ήταν η αποχώρηση του Bernard Butler, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, αλλά το “Bloodsports” έρχεται να λήξει για πάντα τη συζήτηση αυτή. Ο Richard Oakes, η αμφιλεγόμενη επιλογή του Brett Anderson για τον ρόλο του αντι-Butler εκείνα τα χρόνια, μάς χαρίζει τόσο κοφτερά και έντονα riffs και solos στο νέο άλμπουμ που δεν είναι ιεροσυλία να τα συγκρίνεις μ’ αυτά του “Dog Man Star”. Είναι η κυρίαρχη μορφή των Suede αυτή τη φορά. Kι ας είναι παρών ο Neil Codling, τα keyboards του παίζουν συνοδευτικό ρόλο κι αφήνουν την κιθάρα να πάρει τα ηνία.

Αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία. Το “Coming Up”, το τρίτο άλμπουμ των Suede, δεν ήταν κακό, αλλά ήταν η αρχή της σήψης. Η ποπίζουσα διάθεσή του και η μεγάλη του εμπορική επιτυχία ήταν που έβγαλαν τη μπάντα από το δρόμο της. Η επιστροφή στο ωμό σερβίρισμα που είχαν τα δύο πρώτα άλμπουμ των Suede, με την κιθάρα να κυριαρχεί και τα κομμάτια να έχουν πάντα μια σκοτεινή γωνιά, στην οποία σε τραβούν ξαφνικά εκεί που δεν το περιμένεις, για να εξελιχθούν με έναν αναπάντεχο τρόπο (και όχι γραμμικά, όπως στα απογοητευτικά “Head Music” και “A New Morning”) είναι το πιο δυνατό χαρακτηριστικό του “Bloodsports”.

Όχι ότι λείπει το σέξι, το ποπ, το γκλαμ που είχαν στο “Coming Up”. Πρακτικά, με το “Bloodsports” οι Suede καταφέρνουν να μοιραστούν την ανατριχίλα του “Dog Man Star” μέσα από τα ποπ κανάλια που πρωτοδοκίμασαν στο “Coming Up”. Δηλαδή με έναν ολοκαίνουργιο, μοναδικά Suede τρόπο.

Και μετά είναι η δομή του δίσκου. Χωρίζεται σαφώς σε δύο μέρη: Στο ανθεμικό πρώτο, με κομμάτια όπως το “Barriers” (με το α λα U2 «ωωω ωωω» να εγγυάται επικά sing alongs στα φεστιβάλ), το ανεβαστικό πρώτο single “It Starts And Ends With You” ή το πιο Suede κομμάτι απ’ όλα, το “Hit Me”, που θα ξαναδώσουν στη μπάντα κοινά δεκάδων χιλιάδων οπαδών στις συναυλίες και μπόλικο air time στο ραδιόφωνο. Και στο ρομαντικό δεύτερο. Γιατί αν δεν μπορείς να ζήσεις μια καταθλιψούλα ή να γράψεις ένα ερωτικό γράμμα ακούγοντας Suede, τότε τι Suede θα ήταν αυτοί; Και, στην ουσία, σε ταξιδεύει τραγούδι με τραγούδι στην ίδια την ιστορία της μπάντας, από το μεγαλείο στο δράμα, καταλήγοντας στο επικό “Faultlines”, μια στοιχειωτική, βυρωνική μπαλάντα, ισάξια των πιο εκφραστικών στιγμών του παρελθόντος του Brett Anderson.

Δεν είναι, βέβαια, όλα τέλεια στο “Bloodsports”. Ο Brett υπερβάλλει στη χρήση του reverb και των λοιπών εφέ στα φωνητικά του, κάνοντας το τελικό αποτέλεσμα λιγάκι πιο «επαγγελματικό» απ’ όσο θά ‘πρεπε. Σαν να φοβάται να αφήσει τον κόσμο να δει τις ρυτίδες του, σαν να διστάζει ν’ ακολουθήσει τα δικά του λόγια και να «ραγίσει» λίγο (το "a hairline crack in the radiator leaking life" είναι ο πιο χαρακτηριστικός στίχος του “It Starts And Ends With You”, αυτός που υπενθυμίζει ότι στο μοναδικό σύμπαν των Suede τίποτε δεν είναι τόσο απλό όσο οι έννοιες «καλό» και «κακό»). Το όλο άλμπουμ σε ρουφάει μεν, αλλά δεν σου χαρίζει εκείνη την ανατριχίλα που σού άφηναν τα δύο πρώτα τους ή το “Sci-Fi Lullabies”, ο διπλός δίσκος με τα b-sides της πρώτης πενταετίας τους. Γιατί οι ίδιοι οι Suede έχουν επιλέξει να το κρατήσουν λίγο πιο απρόσιτο και σνομπ απ’ όσο θα μπορούσε να είναι.

Ίσως φοβήθηκαν την τόσο άμεση επιστροφή στο «καταραμένο» στυλ που τους καθιέρωσε. Ίσως δεν ήταν έτοιμοι για τόσο μεγάλη έκθεση σ’ ένα κοινό που κανείς δεν ήξερε πώς θα τους αντιμετώπιζε τόσα χρόνια μετά. Αλλά μέσα στο “Bloodsports” (ακούστε το όλο εδώ) υπάρχουν όλα τα στοιχεία του μεγαλείου τους. Για μένα, είναι το τρίτο καλύτερο άλμπουμ τους, μετά το κορυφαίο “Dog Man Star” και το εκπληκτικό ντεμπούτο τους, το “Suede”, και ταυτόχρονα η πιο σημαντική απόδειξη ότι ένα τέταρτο του αιώνα μετά, μπορούν όντως κάποια στιγμή να επιστρέψουν στον Όλυμπο της νιότης τους.

Ναι, η αναμονή άξιζε τουλάχιστον τα οχτώμισι από τα έντεκα χρόνια της (κάτι που σε αναγωγή στην κλίμακα βαθμολόγησης Μάρκου Φράκου μάς δίνει κάτι σαν 7,5 στα 10...).

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

16 Μαρ 2013

Γιατί το "Veronica Mars" έβγαλε πάνω από 2 εκατομμύρια σε μια μέρα στο Kickstarter



(Tρίτο θέμα σε τρεις μέρες για το Kickstarter.com - όχι δεν είναι χορηγός μας. Έτυχε.)

Στις 5 πρώτες ώρες είχε μαζέψει ήδη 1 εκατ. δολάρια. Έκλεισε το πρώτο δεκάωρο με 2 εκατ. δολάρια στο καλάθι του. Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, πριν καν κλείσει η πρώτη μέρα από τη στιγμή που ο Rob Thomas, o δημιουργός και παραγωγός " της τηλεοπτικής σειράς "Veronica Mars" βγήκε στο Kickstarter και ζήτησε χρηματοδότηση για να μεταφέρει τη δημοφιλή σειρά στη μεγάλη οθόνη, το ποσό είχε ήδη φτάσει τα 2,5 εκατ. δολάρια. Ο Rob ζήτησε 2 όλα κι όλα. Και περίμενε ότι θα τα μαζέψει σε ένα μήνα...

Μόλις πριν λίγες μέρες σας παρουσιάζαμε την Amanda Palmer να μιλά στο TED για το πώς κατάφερε να μαζέψει 1 εκατ. δολάρια μέσω του Kickstarter για να χρηματοδοτήσει το άλμπουμ της. Και δεν έχει περάσει ούτε μία εβδομάδα από τότε που σας διηγηθήκαμε την ιστορία της Alexz Johnson, που εμπνεύστηκε από την Palmer και έκανε έρανο για μια τουρνέ στις ΗΠΑ. Και των δύο οι επιτυχημένες καμπάνιες στο Kickstarter μοιάζουν σήμερα ανέκδοτα. Γιατί αυτό που πέτυχε το “Veronica Mars” τις ξεπερνά σε παρανοϊκό βαθμό.

Η ιστορία του “Veronica Mars” είναι παρόμοια μ’ αυτές των Palmer και Johnson. Η αγαπημένη νεανική σειρά των 00s ξετυλίχτηκε σε 64 επεισόδια από το 2004 ως το 2007, αφήνοντας τους φανατικούς της φίλους με τη δίψα για κάτι ακόμη. Ο Thomas υποσχέθηκε μια ταινία, αλλά για 4 χρόνια την ανέβαλλε είτε επειδή έκανε άλλα πράγματα είτε (ακριβώς γιατί έκανε άλλα πράγματα και την ανέβαλλε) επειδή τα στούντιο θεωρούσαν ότι το momentum έχει χαθεί και δεν πολυπίστευαν στην ιδέα.

Η Warner Brothers, που έχει τα δικαιώματα της σειράς, δήλωσε στον Thomas όταν εκείνος επανέφερε την πρόθεσή του στο τραπέζι, ότι θα συμφωνούσε στην ταινία μόνο αν μπορούσε να της αποδείξει πως το κοινό πραγματικά ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο. Κι εκείνος έκανε ό,τι πιο απλό μπορούσε να κάνει. Ανέβασε χθες μια καμπάνια στο Kickstarter. Μ’ ένα σμπάρο πέτυχε δυο τριγόνια: και στη μούρη του στούντιο μπορεί να τρίψει το απόλυτο ρεκόρ που έχει επιτευχθεί ποτέ σε ιντερνετικό «έρανο» (το ρεκόρ για το πρώτο εκατομμύριο δολάρια ήταν 7 ώρες για το RPG “Torment”). Και με το συνολικό ποσό που θα μαζέψει (που πιθανότατα θα είναι επίσης νέο ρεκόρ -το μεγαλύτερο ποσό που έχει μαζευτεί ως τώρα ήταν τα 10 εκατ. για το ρολόι της Pebble), θα προεξοφλήσει την οικονομική επιτυχία της ταινίας του.

Αυτό, όμως, που έχει πιο μεγάλη σημασία είναι η νέα τάση που δημιουργούν ιδέες σαν το Kickstarter. Πλέον είναι ο χρήστης που παίρνει το παιχνίδι στα χέρια του και που ορίζει τι έχει μέλλον και τι όχι. Κι αυτό, τις περισσότερες φορές, δεν συνάδει με τα κριτήρια των μουσικών ή των κινηματογραφικών στούντιο. Εκεί, δηλαδή, που απέτυχε η Bjork (όταν ζήτησε χρήματα για να φτιάξει app του “Biophilia” για τα Windows 8 και το Android), πέτυχε η Amanda Palmer ή η, πολύ πιο άσημη, Alexz Johnson. To “Veronica Mars” –ακόμη πιο χαρακτηριστικά– ήταν μια σειρά που πάντα έπαιρνε κορυφαίες κριτικές, αλλά που τα νούμερά της δεν ήταν ποτέ εντυπωσιακά. Και γι’ αυτό κόπηκε το 2007. Φαίνεται, όμως, πως αυτοί οι λίγοι που την έβλεπαν φανατικά ήταν έτοιμοι, με το δάχτυλο στο ποντίκι, να κάνουν το καλό την στιγμή που έπρεπε –έτσι δεν είναι, Jumping Fish Εditor; [Editor's note: ναιιιιιιιιι]

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

14 Μαρ 2013

Πώς η Amanda Palmer "νίκησε" τη μουσική βιομηχανία


Ίσως διάβασες τις προάλλες για το πώς η Alexz Johnson κατάφερε να κάνει μια ολόκληρη τουρνέ στις ΗΠΑ και πώς άρχισε να χρηματοδοτεί το προσωπικό της άλμπουμ (την παραγωγή του, δηλαδή), μέσω του Kickstarter. Πρότυπό της ήταν η φοβερή και τρομερή Amanda Palmer που κατόρθωσε πέρσι να προσπεράσει τη μουσική βιομηχανία και να φτιάξει μόνη της το δίσκο της, αντλώντας χρηματοδότηση από φίλους, γνωστούς και αγνώστους, μέσω του ίδιου site.

Την περασμένη εβδομάδα η Amanda Palmer μίλησε στο TED του Λονγκ Μπιτς της Καλιφόρνιας, κάνοντας μια υπέροχη αναδρομή στην καριέρα της, από τα χρόνια που έκανε το «άγαλμα» στους δρόμους, μέχρι το περσινό της project στο Kickstarter, που μάζεψε πάνω από 1 εκατ. δολάρια, ποσό – ρεκόρ για το site.

Η όλη φιλοσοφία της Palmer είναι ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι σε συνεχή επαφή με το κοινό του. Και πλέον, μέσω Internet, δεν έχει καν ανάγκη από τη μουσική βιομηχανία για να το κάνει. Αντί να προσπαθεί να κάνει τους fans να αγοράσουν τη μουσική του, μπορεί να τους τη δώσει δωρεάν και εκείνοι –αν τους αρέσει– να βοηθήσουν στην παραγωγή της. Το δικό της παράδειγμα αποδεικνύει ότι γίνεται. Αλλά είναι καλύτερο να τη βλέπεις να το διηγείται από το να διαβάζεις τι γράφω εγώ. Απόλαυσέ την.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

13 Μαρ 2013

Πώς να χρηματοδοτήσεις μια τουρνέ και να βγάλεις ένα άλμπουμ μέσω Internet



Η Alexz Johnson είναι μια συμπαθέστατη Καναδή μουσικός που γράφει εύπεπτη soul pop, σαν αυτήν της Adele που τόσο λατρεύουν τα 16χρονια κορίτσια (κάτι που γράφω με τεράστια αγάπη και χωρίς κανένα ίχνος ειρωνείας). Είναι 25 ετών, αλλά το ταλέντο της είχε κάνει αίσθηση πριν καλά καλά κλείσει τα 11, όταν έπαιζε και τραγουδούσε σε ένα παιδικό show της Disney. Κέρδισε βραβεία, καλές κριτικές και ένα συμβόλαιο με την Capitol Records. Ήταν μόλις 18 ετών όταν έβαζε την υπογραφή της. Τρία χρόνια αργότερα, τα δικαιώματά της πέρασαν στην Epic (ανήκει στη Sony) που όμως άρχισε να την αγνοεί.

Εκτός από δύο άλμπουμ με τα κομμάτια που τραγουδούσε στη σειρά, η εταιρεία καθυστερούσε συνεχώς την έκδοση του υλικού που έγραφε η ίδια η Johnson. Και η Καναδή, αφού είδε και απόειδε στις συνεννοήσεις με τους υπαλλήλους της Epic, αποφάσισε κάποια στιγμή να πάρει την τύχη της στα χέρια της. Ξεκίνησε μια καμπάνια στο Kickstarter.com, ζητώντας από όποιον ήταν πρόθυμος να χρηματοδοτήσει μια τουρνέ της στην Αμερική, η οποία με τη σειρά της θα χρηματοδοτήσει την παραγωγή ενός προσωπικού άλμπουμ.

Δεν ήταν τόσο παράλογο το αίτημά της. Πέρσι, η Amanda Palmer ζήτησε και πήρε τη μεγαλύτερη επένδυση που έχει γίνει ποτέ στο Kickstarter, μαζεύοντας περισσότερο από ένα εκατομμύριο δολάρια με τα οποία κατάφερε να ολοκληρώσει την παραγωγή του άλμπουμ της. Φυσικά, οι προσδοκίες της Alexz Johnson ήταν αρκετά χαμηλότερες. Ζήτησε 30.000 για τα έξοδα της περιοδείας της.

Τελικά μάζεψε 70.000… Νοίκιασε ένα βανάκι, μάζεψε την μπάντα της και γύρισε τη μισή Αμερική όλο το καλοκαίρι του 2012. Όπου εμφανίστηκε, έκανε πολύ καλή εντύπωση, οπότε της ζήτησαν να επιστρέψει. Για τη φετινή τουρνέ ξαναχρησιμοποιεί το Kickstarter, αλλά αυτή τη φορά όχι για να χρηματοδοτήσει την ίδια την περιοδεία. Τώρα ζητάει χρήματα για να γράψει το άλμπουμ της (σαν την Amanda Palmer δηλαδή), χρησιμοποιώντας τις συναυλίες της σαν διαφήμιση για την online καμπάνια της.

Η χρήση του Internet δεν σταματά εκεί. Από το blog της ενημερώνει το κοινό της για κάθε πτυχή της περιοδείας, έχοντας ένα φωτογράφο να την ακολουθεί (σχεδόν) παντού. Το κοινό που πληρώνει για τον δίσκο, νιώθει ότι μετέχει στην όλη διαδικασία. Η ίδια η Alexz Johnson φροντίζει γι’ αυτό. Όταν κάποιος χρήστης πλήρωσε 5.000 δολάρια, δεν δίστασε να κανονίσει ένα μίνι gig γι’ αυτόν και τους φίλους του στο σπίτι του –και να το διαφημίσει από το blog της.

Έγραφα τις προάλλες για το πώς η ψηφιακή τεχνολογία και το Internet άλλαξε την μουσική βιομηχανία. Και σημείωνα πως για πρώτη φορά από το 1999 τα νούμερα λένε μια θετική ιστορία. Οι μουσικοί και οι άνθρωποι γύρω από τη μουσική αρχίζουν επιτέλους να κατανοούν πώς το Internet μπορεί να τους βοηθήσει (και κυρίως ότι δεν είναι ο Σατανάς). Το παράδειγμα της Amanda Palmer και της Alexz Johnson είναι σίγουρο πως θα γίνει αντικείμενο μίμησης στο μέλλον. Και μια νέα συνήθεια πρόκειται να γεννηθεί. Αντί να αγοράζεις ένα άλμπουμ, θα γίνεσαι συμπαραγωγός του. Θα ποντάρεις σε ένα ευχάριστο στοίχημα, πουσάροντας αυτόν που γουστάρεις και αγνοώντας αυτόν που βαριέσαι. Οι δημόσιες σχέσεις, τα social media και οι έξυπνες ιδέες θα παίξουν μεγαλύτερο ρόλο από ποτέ. Αλλά ακόμη μεγαλύτερο ρόλο θα παίξει η ίδια η μουσική. Η καλή μουσική.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

11 Μαρ 2013

10 "άγνωστα" αριστουργήματα των Suede



(Διαβάζεται ιδανικά με το πάτημα του κάθε link, την απόλαυση του κομματιού ως το τέλος του και την ανάγνωση, στη συνέχεια, της επόμενης παραγράφου, ακολουθώντας την ίδια μέθοδο. Enjoy!)

Δεν θέλω να κρατάω μεγάλο καλάθι για το “Bloodsports”, το έκτο άλμπουμ μιας από τις πιο αγαπημένες μου μπάντες (και το πρώτο των Suede εδώ και 11 χρόνια), αλλά κανείς δεν θα μου στερήσει το δικαίωμα να ελπίζω. Τι προσδοκώ, το ‘χω πει πάνω-κάτω εδώ. Σε λίγο θα ξέρουμε. Μέσα Μαρτίου θα κυκλοφορήσει και ήδη στριμάρει στο NPR. Μακάρι νά ‘ναι ένα ταξίδι πίσω στα πιο μπερδεμένα μας χρόνια. Και να μην είναι, δεν θα χαλάσουμε τις καρδιές μας. Και μόνο από την αναμονή αυτή κάτι έχω –έχουμε- κερδίσει. Επανακροάσεις του “Dog Man Star” με χαμηλό φως και δυο δάχτυλα Jameson σε ώρες που τα σχεδόν 40 χρόνια της καμπούρας μας και το φορτωμένο πρόγραμμα της επόμενης ημέρας δεν επιτρέπουν ούτε δέκα λεπτά ξενύχτι είναι κάτι. Είναι Suede παρέκκλιση.

Μέχρι την επίσημη κυκλοφορία, ας θυμηθούμε ποιοι είναι οι Suede. Ή μάλλον ας τους ξανακαλύψουμε. Μέσα από b-sides και μερικά κομμάτια που έμειναν κρυμμένα στη σκιά των μεγάλων τους hits (εκείνων που όρισαν λίγο-πολύ τα 90s μας). Για τους Suede, άλλωστε, τα b-sides ήταν ανέκαθεν μια ξεχωριστή ιστορία: Ήταν τραγούδια –τουλάχιστον στην πρώτη τους, τη «χρυσή» πενταετία- που ανταγωνίζονταν στα ίσια όσα διάλεγαν για τα άλμπουμ τους. Όταν τα μάζεψαν όλα μαζί και έστησαν εκείνο το θεσπέσιο “Sci-Fi Lullabies”, το καταλάβαμε καλύτερα. Σήμερα ανθολογώ σε μεγαλύτερο εύρος χρόνου. Προσπαθώ να χωρέσω και τα χρόνια της παρακμής μέσα. Θα δεις ότι αξίζει τον κόπο.


My Insatiable One
Τον Μάιο του 1992, δέκα μήνες πριν την κυκλοφορία του “Suede”, ο Brett Anderson και o Bernard Butler καβαλούσαν το άρμα της Βritpop φορώντας ο ένας μια μάσκα του Bowie κι ο άλλος του Johnny Marr των Smiths και αυθάδικα κυκλοφορούσαν το “Drowners”. Αλλά ήταν στην πίσω μεριά εκείνου του αναπάντεχου single που κρύβονταν τα σπουδαία για τους Suede. Ένα κάπως χαρούμενο, κάπως ξέγνοιαστο κομμάτι, μιλούσε για την απληστία των ‘90s, για όλους εμάς που τα θέλαμε όλα -και τα προλαβαίναμε μ’ ένα Depon να σκοτώνει τον πονοκέφαλο την κρίσιμη στιγμή. Το “My Insatiable One” δεν έκανε ιδιαίτερη αίσθηση πριν 21 χρόνια, αλλά σήμερα συμπυκνώνει όλα τα ωραία κι όλα τα άσχημα των Suede σε κάτι λιγότερο από τρία λεπτά καταιγιστικών ντραμς και Butlerικών κιθαριστικών εμμονών.


Where The Pigs Don’t Fly
Παρέα με το εθιστικό “Metal Mickey”, γεμίζοντας το b-side του, έρχεται τον Σεπτέμβριο του 1992 άλλο ένα κομμάτι γεμάτο με την κιθαριστική μαεστρία του Bernard Butler, αλλά ακόμη περισσότερο με την στιχουργική αυθάδεια του Brett Anderson. Το “Where The Pigs Don’t Fly, I Do” σημαίνει πολύ απλά ότι οι Suede είχαν σκοπό να πετύχουν το ακατόρθωτο. Μερικούς μήνες αργότερα χιλιάδες fans ανά τον κόσμο είχαν πειστεί ότι αυτό θα συμβεί όντως, όταν κυκλοφορούσε το απίστευτο ντεμπούτο τους.


Pantomime Horse
Το 1993 ήταν μεν ρομαντικοί δανδήδες, αλλά περισσότερο ήταν glam και νευρώδεις και σέξι. Ήταν πιο πολύ “Animal Nitrate” και “Metal Mickey” απ’ ότι “Sleeping Pills”. Ήταν περισσότερο “So Young” απ’ ότι “Pantomime Horse”. Κι όμως, είναι αυτό τους το κομμάτι, στρατηγικά τοποθετημένο στη μέση του ντεμπούτου τους, στη σκιά των γκλαμουράτων «εισαγωγών» τους και λίγο πριν τα τραγούδια που χορεύτηκαν όσο λίγα την δεκαετία του ’90, που μιλάει για τους Suede περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο: για το εγκλωβισμένο τους μεγαλείο, τις εσωτερικές συγκρούσεις που δεν θ’ άφηναν ποτέ αυτή την μπάντα να μεγαλουργήσει όσο πρόδιδαν τα πάντα πάνω της, για την καταραμένη τους τάση προς αυτοκαταστροφή. Ποιητικά άψογο, συνθετικά συγκλονιστικό, με τον Bernard Butler να κόβει ένα riff τόσο βαρύ, σαν ταφόπλακα που θέλει να σημάνει το τέλος της μπάντας πριν αυτή καλά καλά κάνει τα πρώτα της βήματα, το “Pantomime Horse” ακούγεται σήμερα σαν το πιο επίκαιρο, το πιο σαφές κομμάτι του ντεμπούτου των Suede –ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή, απ’ αυτό που ήταν τότε...


The Living Dead
Το “Stay Together” ήταν ένα πανέμορφο maxi-single (περισσότερο ΕΡ το λες) που λειτούργησε σαν γέφυρα ανάμεσα στο “Suede” και το “Dog Man Star”. Κυκλοφόρησε το Μάρτιο του ’94, επτά μήνες πριν το δεύτερο άλμπουμ των Suede και περιλάμβανε πέντε κομμάτια, το ένα καλύτερο απ’ το άλλο. Το ομώνυμο και το “My Dark Star” γνώρισαν σχετική επιτυχία αμέσως, όντας ιδιαίτερα εύπεπτα, «ραδιοφωνικά» που λέμε, αφήνοντας στην σκιά το πραγματικό διαμάντι του single, το “The Living Dead”, μια ακραία συναισθηματική μπαλάντα που μιλά για το πώς ο εθισμός στην ηρωίνη πρόκειται να καταστρέψει μια σχέση. Ναι, μοιάζει σαν ενδοSuedeικός διάλογος των επόμενων δύο-τριών ετών, γεμάτος «θα μπορούσαμε, αν...» και αποχαιρετισμούς.


The Asphalt World
Αν ήταν κάτι που ξεχώριζε τους Suede απ’ όλες τις μπάντες του σιναφιού της, ήταν ότι μιλούσαν για όλη την παραζάλη των 90s με πρωτοφανή ποιητική διάθεση, μετατρέποντας κάθε απίθανη ιστορία σε στίχους. Το αγαπημένο μου κομμάτι απ’ όσα έχουν γράψει μέχρι σήμερα είναι ένα σχεδόν δεκάλεπτο έπος που κρύβεται στο τέλος του “Dog Man Star”, και μιλά για ecstasy και άλλους εθισμούς, αλλά πάνω απ’ όλα μιλά για την παράνοια ενός παράξενου ερωτικού τριγώνου απ’ αυτά που σκαρώνονταν τότε κάθε λίγο και λιγάκι στις τουαλέτες των mega-clubs και στις διακοπές στη Μύκονο και την Ιμπίθα. Ο Brett Anderson θρηνεί την απόδραση της τότε κοπέλας του, που τον άφησε για μια άλλη γυναίκα, πνίγοντας τον πόνο του σε συγκαλυμμένη ειρωνία για μια γενιά που δεν ήταν ποτέ ικανοποιημένη με τίποτε –ξεχνώντας ίσως ότι ο πιο χαρακτηριστικός της εκπρόσωπος ήταν αυτός ο ίδιος.


Europe Is Our Playground
Το single που προανήγγειλε την επιστροφή των Suede, μετά το χωρισμό τους με τον Butler ήταν το “Trash”. Και ήταν μάλλον δύσκολο στην πέψη για την πρώτη φουρνιά των οπαδών τους. Θα έλεγε κανείς ότι με τον Butler μακριά, ο Anderson θα γινόταν ακόμη πιο δύσκολος, πιο σκοτεινός και εσωστρεφής, αλλά το όλο πράγμα μάλλον λειτούργησε εντελώς ανάποδα και οι Suede έβγαλαν στο “Coming Up” όση γκλαμουριά δεν είχαν βγάλει ούτε στο ντεμπούτο τους. Στην πίσω μεριά του “Trash”, ωστόσο, υπήρχε το τελευταίο υπόλειμμα της πρώτης τους περιόδου, το συγκλονιστικό “Europe Is Our Playground”, χαλκευμένο στις τουρνέ του γκρουπ ανά την Ευρώπη (είχαν περάσει και από την Ελλάδα από νωρίς –για να μας ξαναεπισκεφτούν δυο φορές στα χρόνια της παρακμής) και πάνω από καθρεφτάκια με λευκές σκόνες.


Every Monday Morning Comes
Στο ίδιο single, το “Trash”, το τρίτο κομμάτι ήταν το πιο αισιόδοξο πράγμα που έχει βγει ποτέ από το μυαλό του Brett Anderson κι ένα από τα ελάχιστα κομμάτια που με κάνουν να δακρύζω σχεδόν κάθε φορά που το ακούω. Από αισιοδοξία...


Duchess
B-side και αυτό, του “Film Star”, ενός από τα πιο μέτρια singles που βγήκαν από το “Coming Up”, το “Duchess” σηματοδοτεί μια ελαφρά αλλαγή στον τρόπο που οι Suede αντιμετωπίζουν την παρακμή. Λίγο ειρωνικά πια, λίγο χαμογελαστά, βγάζουν έναν ελαφρό διδακτισμό. Δεν παρατηρούν πλέoν, είναι τόσο έμπειροι που εξηγούν. Σε κάποιους άρεσε αυτό, σε άλλους όχι. Το συγκεκριμένο κομμάτι, όμως, ήταν τόσο ιδιαίτερο που δεν άφησε αδιάφορο κανέναν.


Read My Mind
Το “Head Music”, το τέταρτο άλμουμ των Suede, ήταν περίεργο. Άνισο, αδικούσε τον εαυτό του με τα σκαμπανεβάσματά του. Τα singles του ήταν επίσης παράξενα. Στην ποιότητα, δεν δικαιολογούσαν την ως τότε εμμονή της μπάντας με τα b-sides. Μόνο στη φόρμα. Το “Read My Mind” ήλθε το 2000, στην πίσω πλευρά του single “Let Go” και ήταν καλύτερο από τα μισά και παραπάνω κομμάτια που είχαν χωρέσει στο άλμπουμ. Όχι, δεν είναι ένα αριστούργημα, με την έννοια που είναι το “The Living Dead” ή το “Europe Is Our Playground”, αλλά είναι ένας ύμνος, χαρακτηριστικότατος της στροφής που ήθελαν να πάρουν οι Suede στο τέλος της δεκαετίας του ’90, ένα blueprint που θα τους είχε οδηγήσει σε νέα μεγαλεία, αν τελικά αποφάσιζαν να το χρησιμοποιήσουν...


Instant Sunshine
Το “Obsessions” είναι το κομμάτι των Suede που αντιπροσωπεύει όλα όσα με χαλάνε στην μπάντα, όλα όσα με ενοχλούν στον δρόμο που διάλεξε τελικά να πάρει. Το παράξενο είναι ότι ανάμεσα στα b-sides του ήταν και το υπέροχο “Instant Sunshine”, όπου ο Brett Anderson για πρώτη φορά δεν διστάζει να κάνει μια τόσο άμεση αναφορά σε μια από τις μεγαλύτερες επιρροές του, τον David Bowie. Πολυεπίπεδο και πολυσύνθετο, δύσκολο αλλά και glam την ίδια ώρα, το “Instant Sunshine” δεν μοιάζει με τίποτε άλλο της περιόδου 2002-2003 (όταν βγήκε και το “A New Morning”, το τελευταίο άλμπουμ των Suede), θέλοντας ίσως κι αυτό να δηλώσει πως εκεί που πήγε η μπάντα ήταν αδιέξοδο, αλλά ευτυχώς έχουν τον χάρτη για έναν άλλο, πιο βατό δρόμο. Ελπίζω ότι για το “Bloodsports” έχουν οδηγήσει από εκεί.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)


8 Μαρ 2013

The Joy Formidable - Wolf's Law

The Joy Formidable
Wolf's Law
(Ιανουάριος 2013)



Θυμάμαι την ανατριχίλα που μ’ έπιανε κάθε φορά που άκουγα Lush. Εκείνη την ταραχή, τη θαλερή μανία να σκαρφαλώσω σε μάντρες και ταράτσες και να σκαρώσω κάποιο δικό μου urban sport με την αδρεναλίνη να ψεκάζει τους από κάτω. Ήταν άλλες εποχές τότε, βέβαια, ήμουν πιο νέος και με σήκωναν τα πόδια μου (όχι ως τις ταράτσες, αλλά τουλάχιστον άντεχα ακόμη τα συνεχή ξενύχτια και τα 12ωρα στη δουλειά και τα τρεξίματα «όλα μέσα» ως την άκρη της παραλίας και πίσω). Αλλά τον αισθητήρα Lush δεν τον πήγα στο off ακόμη κι όταν πέρασαν τα χρόνια. Απλά, με μεγάλη μου απογοήτευση διαπίστωνα πως το λαμπάκι του δεν άναβε σχεδόν ποτέ. Πως δεν μπορούσε με τίποτε να βρει τους διαδόχους τους.

Κάποια στιγμή, πριν 10 χρόνια περίπου, κάποια αχνά «μπιπ μπιπ» και μερικά ασθενικά αναβοσβησίματα σημειώθηκαν με το emo rock. Μού άρεσαν ιδιαίτερα οι Coheed & Cambria και είχα, φυσικά, ξετρελαθεί με το «Black Parade» των My Chemical Romance. Αλλά η πολλή πόζα και το ρίμελ στερούσαν απ’ το κίνημα εκείνο την αυθεντική αλητεία της dreampop των Lush, των Elastica, των Catatonia, των Drugstore, των Echobelly. Όχι, ήταν άλλο πράγμα, δεν γεννούσε τα ίδια συναισθήματα.

Οι The Joy Formidable άργησαν πολύ. Αλλά έφεραν αυτό που είχε λείψει στην πορεία. Κάποιοι θα διαφωνήσουν. Θα πουν πως υπάρχουν μπόλικα noise rock σχήματα που έκαναν την δουλειά των dreampopers τόσο καιρό. Οι Japandroids, ας πούμε. Δεν ξέρω. Ίσως αυτό που μου έλειπε σε όλους αυτούς που γουστάρουν να σου παίρνουν τ’ αυτιά, αλλά και στους shoegazers μέντορές τους, ήταν η ουσία. Ο θόρυβος δεν ήταν απλά το μέσο, δηλαδή, αλλά ο αυτοσκοπός τους. Με τους Joy Formidable είναι αλλιώς.

Στο δεύτερό τους άλμπουμ (το ακούτε εδώ), σκάνε ακόμη πιο αγριεμένοι απ’ το προ διετίας ντεμπούτο τους, με μια λονδρέζικη μαγκιά (μην πιπιλίσεις την καραμέλα περί Ουαλίας – οι Joy Formidable έχουν αφήσει εδώ και καιρό τις ρίζες τους για το urban σκηνικό της βρετανικής πρωτεύουσας) και πάνω απ’ όλα με μια υπεραπλουστευμένη θεωρία περί της μουσικής. Τα ντραμς βαράνε μανιασμένα, οι κιθάρες βρυχώνται με μια χεβιμεταλλική διάθεση και η Ritzy Bryan απαγγέλλει χαρούμενα, ατάραχα, με επιτηδευμένη αφέλεια τα επικά της στιχάκια –κάποτε είναι Sinead O’Connor και κάποτε Courteney Love. Όλο αυτό είναι τόσο δυναμικό, τόσο ζωηρό, τόσο fun, που είναι σχεδόν ιεροσυλία να αναφέρονται ως επιρροές για τους Joy Formidable καλλιτέχνες όπως οι My Bloody Valentine. Απλά δεν ισχύει. Άκου ξανά το «Wolf’s Law» και θα ανακαλύψεις πως περισσότερες επιρροές έχουν από Black Sabbath και Led Zeppelin παρά απ’ ότι περιφέρει περήφανο τον όρο “noise” ή “shoegaze” για να ψαρώnει τα πλήθη.

H μεγάλη τέχνη, βέβαια, στο «Wolf’s Law» είναι η δομή του. Το πώς έχει στηθεί για να σου κρύβει ότι κάποια μοτίβα είναι επαναλαμβανόμενα και για να σε πείσει ότι αυτό το formidable τρίο έχει όντως γεμίσει σχεδόν μία ολόκληρη ώρα με τόσο ξεσηκωτική μουσική. Ακούγοντάς το μερικές φορές σερί, συνειδητοποιείς ότι δεν είναι το αριστούργημα που η νοσταλγία των Lush σ’ έκανε προς στιγμήν να το χαρακτηρίσεις. Είναι όμως ένα τίμιο δισκάκι, το πιο απολαυστικό απ’ όσα έχω ακούσει ως τώρα μέσα στο 2013, γεμάτο με υλικό για εκεί που βρίσκεται το λαμπρόν πεδίον δόξης των Joy Formidable: για την αρένα. Μακάρι να τους δούμε σύντομα live από εδώ, για να εκτιμήσουμε ακόμη περισσότερο το «Wolf’s Law». Μέχρι τότε, τους χαρίζω 3.5 (στα 5) αστεράκια.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

7 Μαρ 2013

Μεγαλώνοντας με τους Suede: 24 χρόνια μεγαλείου και απογοητεύσεων



Όταν το Melody Maker πρωτοέκανε εξώφυλλο τους Suede, δεν είχαν κυκλοφορήσει ούτε μισό single. Ο τίτλος έγραφε: “The Best New Band In Britain”. Το κουτάκι, δίπλα στη ναρκισσιστική φωτογραφία των Brett Anderson, Mat Osman, Bernard Butler και Simon Gilbert (όλοι τους με άθλια κουρέματα –ο Anderson με ένα «εκτεταμένο καπελάκι») είχε για θέμα “EMF – Search and Destroy”. Η Μεγάλη Βρετανία, στις αρχές του 1992, έβγαινε από τη δίνη του Madchester και του shoegaze χωρίς ακόμη να έχει σαφή κατεύθυνση. EMF και Suede ήταν τόσο μα τόσο διαφορετικά και παράταιρα πράγματα. Αλλά αυτή η τόσο πρόωρα ανακηρυχθείσα ως “best new band in Britain” είχε όντως μια πυξίδα στο τσεπάκι της και ένα χάρτη για τον κρυμμένο θησαυρό.

Οι Suede είχαν ξεκινήσει το 1989, παίρνοντας το όνομά τους από το “Suedehead”, το σόλο ντεμπούτο του Morrissey της προηγούμενης χρονιάς. Από την πρώτη στιγμή ήταν ξεκάθαροι για το ποια ήταν η πιο σημαντική επιρροή τους. Ένα χρόνο αργότερα, ο δεσμός με τους Smiths έγινε ακόμη πιο έντονος: Το τρίο Anderson, Osman, Butler ήθελε να ηχογραφήσει ένα 12ιντσο και, ψάχνοντας για ντράμερ, έζησε την αποκαλυπτική στιγμή του να απαντήσει στην αγγελία τους ο Mike Joyce. Το 1991 απέκτησαν και μόνιμο ντράμερ (τον Gilbert), ενώ η τότε κοπέλα του Anderson, η Justine Frischmann που έπαιζε μαζί τους σαν δεύτερη κιθαρίστρια, έφυγε για να φτιάξει ένα από τα πιο αγαπημένα punk revival γκρουπ των 90s, τους Elastica.

H εναλλακτική σκηνή του Λονδίνου και όσοι ζούσαν και ανέπνεαν με τα νέα της είχαν μείνει άναυδοι από τις συνθετικές ιδέες των Anderson και Butler εκείνη την πρώτη τριετία της ύπαρξής τους. Το εξώφυλλο στο Melody Maker δεν ήταν τυχαίο. Η Μεγάλη Βρετανία χρειαζόταν κάτι καινούργιο, κάτι μεγάλο. Και ελάχιστοι καλλιτέχνες έδειχναν ότι μπορούσαν να το υποσχεθούν περισσότερο από τους Suede. Το “Drowners” και το “Metal Mickey”, τα δύο πρώτα τους singles, το 1992, τους ξανάκαναν εξώφυλλο πολύ σύντομα, αυτή τη φορά με ένα “It’s official” πριν το “Best New Band”. Όταν, όμως, κυκλοφόρησε το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ τους, το Μάρτιο του 1993, ακόμη και οι πιο φανατικοί πρώιμοι οπαδοί τους δεν ήξεραν πώς να διαχειριστούν το τέρας που είχαν εκθρέψει. Οι πιασάρικες, glam κιθαριστικές μελωδίες του Butler, παρέα με μια σκοτεινή, αμφισεξουαλική ατμόσφαιρα που ανάβλυζε από το ιδιαίτερο τραγούδισμα και την ποιητική του Anderson, έφερναν ένα αποτέλεσμα που ξέφευγε αρκετά από τους Smiths και τον Bowie, που εύκολα μπορούσες να αναγνωρίσεις στον ήχο των Suede, και έδινε ώθηση για κάτι νέο. Η Britpop είχε μόλις γεννηθεί.

Το όλο lifestyle, ωστόσο, που περιέγραφε ο Anderson στους στίχους του, κατέτρωγε τη σάρκα του θηρίου Suede από μέσα. Τα ναρκωτικά, η διασκέδαση χωρίς όρια, η τόσο γρήγορη αναγνώριση (το “Suede” έγινε το 1993 το ντεμπούτο με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην ιστορία της βρετανικής μουσικής και η μπάντα κέρδισε το Mercury Music Prize), έφεραν πολύ γρήγορα πολύ έντονες τριβές. Δεν πρόλαβε καν να τελειώσει η πρώτη τους τουρνέ και ο Butler ήθελε απλά να φύγει. Ο Anderson εξελισσόταν ήδη σε ροκ σταρ ολκής, με τις (και τους) groupies του και τους εθισμούς του και ο Butler (που τελικά κάνει καριέρα ως παραγωγός), ως πιο nerdy και αφοσιωμένος στη μουσική, δεν άντεχε την παραμικρή καθυστέρηση στο δημιουργικό του πλάνο. Δούλεψαν μαζί το αριστουργηματικό “Dog Man Star”, αλλά ο κιθαρίστας των Suede εγκατέλειψε την μπάντα πριν καν αυτό κυκλοφορήσει, τον Οκτώβριο του 1994.

Ο Brett Anderson συνέχισε την αυτοκαταστροφική του πορεία, αδυνατώντας να συνειδητοποιήσει πόσο γρήγορα θα μπορούσε να διαλύσει αυτό που… τόσο γρήγορα είχε γίνει τόσο σπουδαίο. Στη θέση του Butler έφερε έναν 17χρονο ερασιτέχνη κιθαρίστα, τον Richard Oakes, έναν απλό fan της μπάντας δηλαδή. Όλα έδειχναν πως το επόμενο άλμπουμ θα καθυστερούσε πολύ. Τα πράγματα χειροτέρεψαν όταν ο Gilbert δέχτηκε επίθεση το φθινόπωρο του 1996 από αγνώστους που δεν γούσταραν ότι ήταν ομοφυλόφιλος. Τελικά, και μετά την προσθήκη του κιμπορντίστα Neil Codling (ξαδέλφου του Gilbert), οι Suede κατάφεραν να κυκλοφορήσουν το “Coming Up” τον Απρίλιο του 1997.

Ήταν διαφορετικό από τα δύο πρώτα τους, αλλά δεν ήταν κακό. Ενώ όλοι θα περίμεναν πως οι συνθέσεις του Anderson θα γίνονταν πιο σκοτεινές και δυσοίωνες, ελλείψει του Butler, φαίνεται πως ο Codling και ο Oakes πρόσθεσαν κι άλλο «σέξι» στον ήχο των Suede, αφαιρώντας μπόλικη από τη μελαγχολία. Η υπόλοιπη Britpop, άλλωστε, με τους Oasis, τους Pulp, τους Blur, πήγαινε προς τα εκεί. Το “Coming Up”, απολύτως λογικά έγινε η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία των Suede.

Αυτό, όμως, που έμοιαζε σαν ένα μεταβατικό στάδιο για να μπορέσει μια σπουδαία μπάντα να ξαναβρεί το δρόμο της, τελικά αποδείχτηκε περισσότερο «κύκνειο άσμα». Δύο χρόνια αργότερα, στο “Head Music” η συνταγή παρέμενε η ίδια, αλλά αρκετά πιο κακομαγειρεμένη. Τα προβλήματα που προκαλούσε ο τρόπος ζωής του Anderson δεν είχαν λυθεί. Πρακτικά δεν θα λύνονταν όσο ο frontman των Suede ήταν ακόμη νέος –και το ’99 ήταν μόλις 32 ετών.

Tο “A New Morning” του 2002 πήρε τον επίσημο τίτλο του κύκνειοy άσματος, τελικά, όταν οι Suede έβγαλαν και τρίτο δίσκο χωρίς τη Βυρώνεια ποίηση του Anderson, χωρίς το ρομαντισμό και το έπος των δύο πρώτων. Τώρα το σκορ ήταν 2-3 και το παιχνίδι ήταν χαμένο. Κι ας ήταν το “A New Morning” το πιο όμορφο δείγμα της glam, ποπίζουσας, αισιόδοξης νέας φιλοσοφίας της μπάντας. Ο κόσμος, τη λέξη Suede την συνέδεε αυτόματα με κάτι άλλο, που είχε πια χαθεί ολοκληρωτικά.

Επίσημα δεν διαλύθηκαν ποτέ, αλλά τα 4 σόλο άλμπουμ του Anderson απέδειξαν ότι πρακτικά Suede δεν υπήρχαν την περασμένη δεκαετία. Παραδόξως, στις δικές του δουλειές, ο Brett Anderson κινήθηκε πολύ πιο κοντά στον ρομαντισμό των δύο πρώτων δίσκων του γκρουπ. Μόνο που πια το ρομαντικό μεγαλείο είχε δώσει τη θέση του στην ρομαντική παρακμή.

Από το 2010 και μετά, με τον Anderson να έχει πλέον χορτάσει το ρόλο του ως ροκ σταρ, έχοντας πατήσει γερά και στα σαράντα του, οι Suede άρχισαν να σκέφτονται ξανά μαζί, σαν σύνολο. Όχι, ο Bernard Butler δεν επέστρεψε ποτέ (ως παραγωγός γνώρισε μερικές τεράστιες επιτυχίες με καλλιτέχνες όπως οι Black Kids, η Duffy, η Kate Nash), αλλά οι υπόλοιποι έδειξαν διάθεση να αναστήσουν τους Suede στο δεύτερό τους μεγαλείο, εκείνο του “Coming Up” –πώς να ελπίζουν άλλωστε έστω ότι θα μπορούσαν να φτάσουν στο πρώτο;

Οι συναυλίες τους τα προηγούμενα δύο χρόνια (μία εκ των οποίων, αναπάντεχα συγκλονιστική, ζήσαμε και στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 2011) απέδειξαν ότι live βρίσκονται όχι μόνο στο επίπεδο του ’97, αλλά ακόμη ψηλότερα. Το θέμα είναι πού βρίσκονται συνθετικά. Όσα κομμάτια έχουμε ακούσει κινούνται κάπου μεταξύ “Dog Man Star” και “Coming Up”, όμως το “Bloodsports” (όπως θα λέγεται το αναμενόμενο σε λίγες μέρες έκτο άλμπουμ τους) δεν θα κριθεί αποσπασματικά, αλλά ως σύνολο. Στην ερώτηση αν το 2013 μπορεί να σταθεί ο ήχος των μέσων της δεκαετίας του ’90, οι απόψεις διίστανται. Την δική μου την είχα καταθέσει πριν δύο μήνες εδώ

6 Μαρ 2013

Κι όμως, η μουσική βιομηχανία ξανάρχισε να βγάζει λεφτά



H μουσική βιομηχανία ήταν το πρώτο θύμα της ψηφιακής τεχνολογίας. Το 1999 έβλεπε μόνο την κορυφή του παγόβουνου, το Napster, και προτίμησε να πολεμήσει το Internet, παρά να βρει τρόπους να το χρησιμοποιήσει προς όφελός της. Αυτό που ακολούθησε την επόμενη δεκαετία ήταν ένα πρωτοφανές πογκρόμ, ένας ορμητικός χείμαρρος που όχι μόνο πήρε μαζί του δισκογραφικές, περιοδικά, ραδιόφωνα, κανάλια, αλλά που άλλαξε εντελώς και το τι λογίζεται «εμπορικό», χτίζοντας μέσα στα συντρίμμια του νέα μουσικά είδη, νέες συνήθειες, νέους χρονικούς ορίζοντες για την επιτυχία.

Μη γελιέσαι, ήταν η ίδια «σφαγή» που έδωσε τόση δύναμη στο indie rock των Strokes και των ακολούθων τους στις αρχές των 00s μ’ αυτή που γέννησε τους PSY και τα “Harlem Shakes” του σήμερα. Οι συνέπειες της διάλυσης της ως τότε υπάρχουσας πυραμίδας στο πώς παράγεται, διανέμεται και πετυχαίνει η μουσική ακόμη δεν έχουν ξεκαθαρίσει τελείως. Κάποιοι απολιθωμένοι οργανισμοί συνεχίζουν να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο που ήξεραν στα 00s. Το Billboard, μόλις πριν δυο εβδομάδες άλλαξε το πώς μετράει το single chart του. Και το αποτέλεσμα –όσο εξωφρενικό κι αν ήταν- έπιασε επιτέλους το σφυγμό της εποχής. Στο Νο. 1 εκτινάχτηκε ο εμετός του Baauer.

Ωστόσο, μέσα σ’ αυτό το εξόχως μπερδεμένο σκηνικό, ήρθε τις τελευταίες ημέρες μια είδηση τόσο αναπάντεχη, που στην πρώτη της ανάγνωση κάποιοι από αυτούς τους δεινόσαυρους μπορεί και να αναθάρρησαν: Για πρώτη φορά από το 1999, τα έσοδα του 2012 για τη μουσική βιομηχανία ήταν μεγαλύτερα από εκείνα του 2011… Πρόκειται για προσωρινή διακοπή του πτωτικού τους ρυθμού ή κάτι αλλάζει και ο κόσμος ξανάρχισε να αγοράζει μουσική;

Ας μη βγάλουμε συμπεράσματα από τώρα. Καταρχάς η αύξηση είναι της τάξεως του 0,3%. Αμελητέα. Με έσοδα 16,5 δισ. δολάρια, το 1999 των 38 δισεκατομμυρίων μοιάζει να βρίσκεται όχι μια δεκαετία, αλλά χίλια έτη φωτός μακριά. Από αυτά τα 16,5 δισ. δολάρια, όμως, η συντριπτική πλειοψηφία προέρχεται από τις ψηφιακές πωλήσεις. Κάποτε λέγαμε ότι η ψηφιακή τεχνολογία θα σκοτώσει τη μουσική. Σήμερα κάποιοι τολμούν να ψιθυρίσουν ότι ίσως και να τη σώσει. Ούτε το ένα ούτε το άλλο, φυσικά, ισχύει. Η μουσική δεν πρόκειται να πεθάνει –ούτε να σωθεί, αφού δεν έχει ανάγκη από σωτηρία. Ο πραγματικός –και μοναδικός– ασθενής είναι η μουσική βιομηχανία με τον τρόπο που δούλευε μέχρι πρόσφατα.

Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι στο χώρο που δεν έχουν αντιληφθεί πόσο γρήγορα πρέπει να προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες. Για παράδειγμα, οι πωλήσεις μέσω iTunes είναι ήδη τόσο… 2008. Είναι οι υπηρεσίες σαν το Spotify και το Muve Music που μαζεύουν πλέον το χρήμα. Μέσα στο 2012 τα έσοδά τους είδαν αύξηση 44% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Η ίδια η Apple (αλλά και η Google) το ξέρουν καλά αυτό κι ετοιμάζουν τις δικές τους συνδρομητικές υπηρεσίες. Και δεν είναι μόνο το «πώς». Είναι και το «πού». Την ίδια ώρα που οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί γράφονται (και πληρώνουν) σε τέτοιες υπηρεσίες, οι Ρώσοι και οι Κινέζοι σπάνε κάθε ρεκόρ στην πειρατεία.

Το τέλος των HMV θρηνήθηκε από πολλούς σαν το τέλος μιας εποχής. Αλλά η αλήθεια είναι πως αυτοί που έχυναν τα δάκρυα ήταν οι πρώτοι που εγκατέλειψαν τα HMV και τα Metropolis και όλα τα μαγαζιά αυτής της λογικής για την ευκολία του ψηφιακού. Ήταν αυτοί που όρισαν τη νέα εποχή. Τη νέα αρχή. Και δεν είναι άνθρωποι που θα τσιγκουνευτούν να πληρώσουν για τη μουσική που αγαπούν μόνο και μόνο επειδή κάποιος τους τη δίνει τσάμπα. Το Internet έχει δείξει ότι μια καλή ιδέα ανταμείβεται στο τέλος. Χρειάζεται απλά λίγη υπομονή. Ίσως αυτό το 0,3% με το πρόσημο + μπροστά του να είναι η αρχή της ανταμοιβής. Ίσως και όχι. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η μουσική θα συνεχίζει να δίνει νέες, ενδιαφέρουσες προτάσεις και η τεχνολογία θα της προτείνει νέες μεθόδους για να διαδοθούν. Το αν κάποιοι θέλουν να βγάλουν χρήματα από όλο αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

24 Φεβ 2013

Αυτοί που πήραν το "λάθος" Όσκαρ



Λατρεύω τις ατάραχες, κυνικές, αψεγάδιαστες ερμηνείες του Christoph Waltz. Και χαίρομαι πάρα πολύ που είναι το μεγάλο φαβορί για το Όσκαρ Β’ ανδρικού ρόλου φέτος, ως Dr. Schultz στο “Django Unchained”. Θα χαρώ ακόμη περισσότερο αν το πάρει κιόλας. Αλλά μετά από χρόνια, το μόνο που θα θυμάμαι –γιατί είμαι τέτοιο, ψυχαναγκαστικό άτομο- θα είναι ότι θα έχει πάρει το λάθος Όσκαρ. Διότι ο ρόλος του dr. Schultz σόρι αλλά δεν είναι Β’. Eίναι πρωταγωνιστικός!

Κι αυτό το μπέρδεμα με το τι εστί πρωταγωνιστής και τι Β’ δεν είναι σπάνιο φαινόμενο στα Oscars. Ευτυχώς τις περισσότερες φορές –ίσως ακριβώς επειδή δεν είναι ευδιάκριτο το σε ποια κατηγορία πρέπει να πάει ο υποψήφιος, είτε γιατί δεν είναι τόσο ουάου για να τον πεις πρωταγωνιστή, είτε γιατί είναι μεν Β’, αλλά πιο σημαντικός από τον Α’- το Όσκαρ πάει κάπου αλλού και ξεχνάμε το όλο μπέρδεμα. Τι γίνεται όμως με τις περιπτώσεις εκείνες που κερδίζει ο λάθος ρόλος; Τις μαζεύουμε και τις κάνουμε λίστα:


Louise Fletcher – «Στη Φωλιά του Κούκου»
Συγκλονιστική ερμηνεία, δεν λέω, και τη θυμάμαι ακόμη. Αλλά ο ρόλος της ήταν ξεκάθαρα υποστηρικτικός. Νομίζω ότι είναι το κλασσικότερο παράδειγμα ηθοποιού που έπαιξε τόσο καλά, ώστε ανάγκασε την Ακαδημία να την αναβαθμίσει κατηγορία. Στην απονομή των Oscars το 1976, βέβαια, υπήρχε και το πρόσθετο πρόβλημα ότι γενικά δεν είχαν κάνει την εμφάνισή τους μεγάλες γυναικείες ερμηνείες σε πρωταγωνιστικούς ρόλους. Στη «Φωλιά του Κούκου» δεν υπήρχε άλλη γυναίκα με τόσο σημαντικό ρόλο όσο της αρχινοσοκόμας Ratched, οπότε το όλο πράγμα ήλθε κι έδεσε.

Anthony Hopkins – «Η σιωπή των αμνών»
Το ξέρω ότι είσαι έτοιμος να μου εξαπολύσεις ό,τι υπάρχει αυτή την στιγμή μπροστά σου και να βάλεις το Jumping Fish στη μαύρη σου λίστα, αλλά άκουσον μεν, πάταξον δε. Ο σπουδαίος Hannibal Lecter του Anthony Hopkins εμφανίζεται συνολικά στην ταινία λίγο πάνω από ένα τεταρτάκι της ώρας. Ναι, η ερμηνεία άξιζε Όσκαρ, αλλά δεν θα έπρεπε να είναι Α’ ανδρικού ρόλου...


Nicole Kidman – «Οι Ώρες»
Όπως θα θυμάσαι, δεν υπήρχε βασική πρωταγωνίστρια στις «Ώρες». Και οι τρεις τους (Nicole Kidman, Julianne Moore, Meryl Streep) μοιράζονταν 3 ιστορίες. Η κάθε μία ήταν πρωταγωνίστρια στην δική της μεν, αλλά αυτό αφορούσε το εν τρίτο της ταινίας.


Tatum O’Neal – «Paper Moon»
Πήρε Όσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου αν και πρωταγωνιστούσε στην ταινία. Γιατί; Μα επειδή δεν ήταν ακριβώς... γυναικείος ο ρόλος της. Και γιατί δεν υπάρχει Όσκαρ «παιδικού» ρόλου. Η Tatum O’Neal ήταν 11 ετών το 1974, όταν έπαιξε στο «Paper Moon», ενώ ο ρόλος της μικρής Addie που υποδύθηκε ήταν ενός ακόμη μικρότερου σε ηλικία κοριτσιού. Παρ’ όλ’ αυτά δεν παύει να είναι πρωταγωνιστικός και όχι Β’.


Jessica Lange – «Tootsie»
Πώς να δώσεις το Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου στην πρωταγωνίστρια του «Tootsie», όταν στην ουσία τον Α’ γυναικείο ρόλο στην ταινία τον παίζει ο Dustin Hoffman; Η μόνη λύση είναι να υποβιβάσεις σε Β’ την γυναίκα πρωταγωνίστριά σου. Τουλάχιστον η Jessica Lange κάτι πήρε στο τέλος.


Marisa Tomei – «Μy Cousin Vinnie»
Η αλήθεια είναι ότι αν η Marisa Tomei πήγαινε ως υποψήφια εκεί που έπρεπε όντως να πάει (Α’ γυναικείου ρόλου), δεν θα είχε καμμία τύχη. Το 1993 ήταν ακόμη μια νεαρή ομορφούλα κωμικός που έπαιζε σε σαπουνόπερες. Τι πιθανότητες είχε κόντρα στην Emma Thompson του “Howard’s End”, την Catherine Deneuve της “Ινδοκίνας” ή τις Michelle Pfeiffer και Susan Sarandon; Ακόμη και το Όσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου που πήρε ήταν μια έκπληξη για εκείνη τη χρονιά. Αλλά η ερμηνεία της ήταν πρωταγωνιστική 100%.


David Niven – «Separate Tables»
Άλλη μια σπονδυλωτή ταινία χωρίς σαφή πρωταγωνιστή, που όμως κέρδισε Όσκαρ Α’ ρόλου, ήταν το “Separate Tables” του 1958 και τυχερός ο David Niven. Ισχύει και εδώ ακριβώς ό,τι είπαμε για τις «Ώρες» και τη Nicole Kidman.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

23 Φεβ 2013

Τελικά πώς θα είναι το Playstation 4;



Ας κάνουμε ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο, εκεί προς τα τέλη του 2005. Το Playstation 2 είναι η απόλυτη παιχνιδομηχανή. Τόσο απόλυτη που έλεγες «αυτά δεν μπαίνουν ούτε στο πλέιστέσιο» (αναφερόμενος προφανώς σε κάποιο απίθανο γκολ που ανάλογό του δεν μπορούσαν να σκοράρεις ούτε στο FIFA Soccer) και εννοούσες και την κονσόλα της Sony, αλλά και το μαύρο Xbox της Microsoft και, γενικά, ο,τιδήποτε αφορούσε σε μηχανή που έπαιζε ηλεκτρονικά παιχνίδια.

Οι Γιαπωνέζοι ετοιμάζουν το διάδοχο αυτής της κατάστασης, αυτό που έχουν σκοπό να πουν PS3 και να περιέχει τα πιο απίστευτα tech specs της ιστορίας και, κυρίως, αυτό που ήταν τόσο μα τόσο μπροστά από την τότε εποχή του, έναν BluRay disc player. Μόνο που το όλο πράγμα συνεχώς καθυστερεί, το BluRay βγάζει προβληματάκια, κρατώντας πίσω το λανσάρισμα του πιο πολυαναμενόμενου gadget της ιστορίας και, ξαφνικά, το Νοέμβριο εμφανίζεται η Microsoft με την επόμενη γενιά της δικής της κονσόλας και φέρνει τα πάνω κάτω.

Το Xbox 360 δεν παίζει BlueRay, αλλά ποιος νοιάζεται; Αυτό που ενδιαφέρει τους gamers ανά τον κόσμο είναι πόσο ανώτερο είναι σε σχέση με την προηγούμενη γενιά παιχνιδομηχανών, πόσο γρήγορα οι developers παρουσιάζουν τα πρώτα παιχνίδια που κάνουν 100% χρήση των δυνατοτήτων του με εντυπωσιακότατα αποτελέσματα (κυρίως στα γραφικά) και πόσο οικονομική τιμή έχει για όσα προσφέρει.

Τελικά το PS3 θα παρουσιαστεί ένα χρόνο αργότερα, το Νοέμβριο του 2006. Αλλά αυτοί οι 12 μήνες καθυστέρησης ήταν παραπάνω από αρκετοί για να αλλάξει η λέξη στα χείλη μας και από «πλέιστέσιο» να γίνει «εξμπόξ».

Επιστροφή στο παρόν και στο λυσσασμένο 2013, κατά τα Χριστούγεννα του οποίου έχουν υποσχεθεί οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι ότι θα λανσάρουν τις νέες τους παιχνιδομηχανές. Η Sony θέλει να δείξει ότι δεν θα την ξαναπατήσει όπως το 2005. Ότι σ’ αυτόν τον αγώνα δρόμου μπορεί να βγει πρώτη. Και χθες το βράδυ, στη Νέα Υόρκη, προχώρησε σε μια κίνηση που θα μπορούσε να θεωρηθεί ματ, αν...

...αν τελικά αποκάλυπτε ολόκληρο το νέο Playstation 4 και όχι μόνο το χειριστήριό του. Τέλος πάντων, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι, αφού το μόνο που δεν μας έδειξαν οι Ιάπωνες είναι το πώς θα δείχνει το κουτί της νέας τους κονσόλας. Αποκάλυψαν όλα του τα μυστικά και υποσχέθηκαν ότι το χειμώνα θα είναι όντως έτοιμη.

Τι θα περιέχει; Μια μηχανή τόσο δυνατή που τα επόμενα παιχνίδια θα έχουν γραφικά εντελώς αληθοφανή. Στην καρδιά της κονσόλας βρίσκεται ένας οκταπύρηνος επεξεργαστής X86 AMD "Jaguar" και μια κάρτα γραφικών 1.84 Teraflop AMD Radeon, που παρέα με τη γρήγορη μνήμη GDDR5 χωρητικότητας 8 GB υπόσχονται παρανοϊκές επιδόσεις σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο καταναλωτικό μηχάνημα κυκλοφορεί στην αγορά. Αν υπολογίσει κανείς ότι αυτό το πράγμα θα το αγοράζει για κάπου 300 ευρώ, θα αρχίσει να σκέφτεται τρόπους να το μετατρέψει στο οικιακό του PC. Στα υπόλοιπα χαρακτηριστικά θα βρει κανείς blue-ray DVD (φυσικά), τρεις θύρες USB 3.0, συνδέσεις 802.11 b/g/n Wi-Fi και Ethernet, Bluetooth 2.1, θύρες HDMI, αναλογική AV-out, και optical digital audio out. To PS4 θα έχει και σκληρό δίσκο, αλλά η χωρητικότητά του δεν έγινε γνωστή χθες.

Το νέο κοντρολάκι, αντιθέτως, όχι μόνο περιγράφηκε όσον αφορά τα tech specs του, αλλά παρουσιάστηκε κανονικά, δηλαδή το είδαμε, δηλαδή δεν είναι φάντασμα σαν το κουτί της κονσόλας. Μοιάζει με το παλιό, καλό χειριστήριο των ως τώρα Playstations, αλλά σ’ αυτό έχει προστεθεί ένα trackpad, ένα κουμπί για sharing, μια θύρα miniUSB κι άλλα τέτοια ωραία.

Για όποιον απορεί για το share button, ας μην ξεχνά ότι τα πιο απολαυστικά παιχνίδια είναι αυτά που παίζονται online και ότι κονσόλες σαν το PS4 δεν είναι αποκλειστικά παιχνιδομηχανές πια. Η Sony, μάλιστα, εξαγόρασε πρόσφατα την Gaikai, που είναι το δικό της αντίστοιχο του iCloud της Apple, και που θα αποτελέσει τη βάση για το δίκτυο των χρηστών του PS4.

Η εκδήλωση τελείωσε, παρουσιάστηκαν και μερικά πρώτα παιχνίδια, για να φανεί η ανωτερότητα των γραφικών της νέας μηχανής (είναι νωρίς, βέβαια, ακόμη για να κλέψει τις εντυπώσεις), αλλά τελικά η απορία έμεινε: Με τι θα μοιάζει το νέο Playstation; Είναι πολύ πιθανό πρώτα να μάθουμε πώς θα δείχνει ακριβώς το νέο Xbox, αφού η Microsoft έχει σκοπό να κάνει πλήρη –όχι μισή σαν της Sony- αποκάλυψη τον Ιούνιο. Και μετά, θα μπουν τα δυο τους στη τελική ευθεία για να προλάβουν τα χριστουγεννιάτικα ψώνια του 2013. Αν κάποιος από τους δύο δεν τα καταφέρει, οι συνέπειες θα είναι παρόμοιες με εκείνες που υπέστη η Sony στην προηγούμενη κούρσα, του 2005. Αλλά λογικά, τώρα πια το πάθημα έχει γίνει μάθημα.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

Αυτοί που έπρεπε να πάρουν το Όσκαρ και δεν ήταν καν υποψήφιοι...


Έχοντας την πολυτέλεια να διαβάζεις τις λίστες με τις βραβεύσεις μετά από χρόνια, όταν η Iστορία έχει δείξει ποια ταινία ή ποια ερμηνεία χάθηκε στη λήθη και ποια συνεχίζει να αποθεώνεται μέχρι και σήμερα, μπορείς εύκολα να συντάξεις μια λίστα σαν αυτή που ακολουθεί. Αλλά δεν θέλω να παρεξηγηθώ από τα μέλη της Ακαδημίας. Ξέρω πολύ καλά ότι η εκάστοτε βράβευση γίνεται υπό την πίεση χιλιάδων παραγόντων. Το momentum, το ποιοι είναι οι αντίπαλοι στην ίδια κατηγορία, το αν ο υποψήφιος έχει αδικηθεί ή υπερεκτιμηθεί στο παρελθόν, το ποια είναι η τρέχουσα μόδα στον κινηματογράφο, όλα αυτά παίζουν το ρόλο τους. 

Το να κατηγορεί κανείς όσους ψήφισαν για τα Όσκαρ μετά από δεκαετίες για το ότι δεν κατάλαβαν πόσο επιδραστική θα ήταν η τάδε σκηνοθεσία για το δείνα κίνημα που γεννήθηκε 100 χρόνια μετά, είναι κομματάκι άδικο. Γι’ αυτό και στην δεκάδα που ακολουθεί δεν θα κάνω σχόλια για τους νικητές. Μόνο θα υπενθυμίσω γιατί αυτοί οι 10 είναι (τόσο, μα τόσο) αδικημένοι:



Anthony Perkins – Α’ ανδρικός στο «Ψυχώ»
Το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου εκείνη τη χρονιά πήγε στον Burt Lancaster για το “Elmer Gantry” και όχι στον Perkins και στην πρωτοποριακή του ερμηνεία στο ρόλο του Norman Bates. Μπήκε τόσο πολύ στο πετσί του χαρακτήρα του, που άλλαξε τον τρόπο που οι ηθοποιοί του Χόλιγουντ άρχισαν να προσεγγίζουν τους ρόλους τους στο εξής. Αλίμονο, όμως, δεν προτάθηκε καν ως υποψήφιος. Η ταινία προτάθηκε για 4 άλλα βραβεία, αλλά δεν πήρε κανένα.


James Stewart – A’ ανδρικός ρόλος στον «Δεσμώτη του Ιλίγγου»
Δεν προτάθηκε καν. Κι ας ήταν η πρώτη του ερμηνεία που ξέφευγε από το κάπως ανάλαφρο, κάπως αφελές ύφος που είχε υιοθετήσει στις ως τότε μεγάλες του επιτυχίες. Κι ας ήταν ο ρόλος που απέδειξε (να ‘ναι καλά ο Alfred Hitchcock που τον επέλεξε) ότι ερμηνευτική γκάμα του Stewart ήταν αστείρευτη. Κι ας ήταν μια από τις κορυφαίες ταινίες του κορυφαίου σκηνοθέτη όλων των εποχών. Η ίδια η ταινία προτάθηκε (και έχασε) μόνο στις κατηγορίες του ήχου και της καλλιτεχνικής διεύθυνσης. Το Όσκαρ Α’ ανδρικού ρόλου ο 1959 πήγε στον David Niven για το “Separate Tables”.



Cary Grant – B’ ανδρικός στο «The Philadelphia Story»
Το 1941, το Α’ ανδρικού το πήρε ο James Stewart για έναν από τους πιο κλασικούς (και πιο κλισέ) ρόλους της ζωής του, αλλά ο συγκλονιστικός Cary Grant, πιο αντισυμβατικός (και κομψός) από ποτέ, παρ’ ότι εμφανίζεται το ίδιο με τον Stewart στην ταινία, αγνοήθηκε από την Ακαδημία. Δεν προτάθηκε καν για τα Όσκαρ.



Ingrid Bergman – Α’ γυναικείος για το «Casablanca»
Ναι, δεν προτάθηκε καν. Όχι, δεν είναι και τόσο παράλογο. Την ίδια χρονιά (το 1941) ήταν υποψήφια στην ίδια κατηγορία για το «Για Ποιον Χτυπάει η Καμπάνα;» και εκείνα τα χρόνια η Ακαδημία δεν επέτρεπε το ίδιο πρόσωπο να παίζει σε διπλό ταμπλό. Δεν το κέρδισε, πάντως, ούτε για την άλλη ταινία (που είχε δώσει στην Κατίνα Παξινού το Β’ Γυναικείου). Το πήρε η Jennifer Jones για το “The Song of Bernadette”.



John Cazale – B’ ανδρικός για το «Νονός 2»
Ο άνθρωπος που οι ταινίες στις οποίες έπαιξε προτάθηκαν (όλες) για το Καλύτερης Ταινίας (εντάξει, 5 ήταν όλες κι όλες) δεν ήταν ποτέ υποψήφιος για κάποιο Όσκαρ. Ούτε καν για τον Fredo του στο β’ μέρος του «Νονού», τον χαρακτήρα του οποίου τα καμώματα συντηρούν όλη την υπόθεση και η που ερμηνεία του στο ρόλο του ήταν ό,τι καλύτερο έδωσε ποτέ στην σύντομη καριέρα του. Το γεγονός ότι το 1975 ο Β’ ανδρικός ρόλος πήγε στον Robert De Niro για τον ρόλο του νεαρού Vito Corleone στην ίδια ταινία, αποδεικνύει το μέγεθος της αδικίας εις βάρος του Cazale.



Ben Affleck – Σκηνοθεσία στο «Argo»
Δηλαδή στη φετινή πεντάδα (Michael Haneke για το “Amour”, Benh Zeitlin για το “Beasts of the Southern Wild”, Ang Lee για το “Life of Pi”, Steven Spielberg για το “Lincoln” και David O. Russell για το “Silver Linings Playbook”) δεν υπήρχε χώρος για το σκηνοθέτη της ταινίας που θα πάρει το πιο σημαντικό Όσκαρ απ’ όλα; Που αναπαρέστησε με μοναδικό τρόπο την ατμόσφαιρα της περσικής πρωτεύουσας του 1979 και που χειρίστηκε μια υπόθεση που ξέρεις από πριν πώς θα καταλήξει με τέτοια μαεστρία ώστε να σε κρατάει σε αγωνία ως το τέλος;



Kathleen Turner – Α’ γυναικείος στην «Έξαψη»
Τεράστιο respect τρέφουμε όλοι για την Katharine Hepburn, κι εγώ ακόμη περισσότερο, αλλά στα Oscars του 1982, όταν το πήρε για τη «Γαλάζια Λίμνη», εμείς μία ταινία είχαμε μόνο στο μυαλό μας και μία μόνο γυναικεία ερμηνεία. Η Turner στην «Έξαψη» ήταν αυτή που μας δημιουργούσε τις όποιες εξάψεις και αν αυτό δεν είναι λόγος για μια υποψηφιότητα έστω, τότε τι είναι; Η Turner, με την τότε ερμηνεία της, δημιούργησε την αρχετυπική femme fatale για όσες ακολούθησαν, οπότε και η υποψηφιότητα λίγη θα ήταν. Το Όσκαρ Α’ γυναικείου τής αξίζε εκείνη τη χρονιά όσο καμιάς άλλης.



Dennis Hopper – Β’ ανδρικός για το «Μπλε Βελούδο»
Η αλήθεια είναι ότι ο Hopper ήταν υποψήφιος στην ίδια κατηγορία, την ίδια χρονιά (1987), για άλλη ταινία (το “Hussiers” – «Πάθος για το Μπάσκετ» ο ελληνικός τίτλος, χε χε), αλλά τώρα σοβαρά; Ήταν ή δεν ήταν η ερμηνεία του ως Frank η κορυφαία στιγμή της καριέρας του; (Και μη βιαστείς να μιλήσεις για το «Easy Rider»).



Susan Sarandon – Α’ γυναικείος για το «Η Κυρία και ο Ταύρος»
Το «Η κυρία και ο ταύρος» δεν μου πολυαρέσει. Και δεν μου αρέσει για τον εξής λόγο: Γιατί θεωρητικά είναι μια ταινία για το μπέιζμπολ και θα έπρεπε να είναι μάτσο και μάγκικη και γεμάτη αδρεναλίνη. Τελικά όμως ήταν μια ταινία για το πώς μια γυναίκα έκανε ό,τι ήθελε έναν αστέρα του σπορ. Ήταν μια «γυναικεία» ρομαντική κομεντί. Πράγμα που αποδεικνύει πόσο καλά έκανε τη δουλειά της η Sarandon. Για την ιστορία, η ταινία ήταν τελικά υποψήφια μόνο για Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου, το οποίο και δεν κατάφερε να πάρει.



"Τhe Matrix" – Για όλα τα Όσκαρ
Χα χα χα, νόμιζες κι εσύ ότι τo είχε πάρει ε; Κι όμως, το 2000 το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας πήγε στο “American Beauty” ενώ το “The Matrix” δεν ήταν καν υποψήφιο. Η ταινία που άλλαξε όλες τις ταινίες δράσης από τότε και στο εξής (και που δεν ήταν απλά μια ταινία δράσης) έφτασε στην 72η Απονομή των Βραβείων της Ακαδημίας με 4 υποψηφιότητες (τις κέρδισε όλες) σε Μοντάζ, Ηχητικά και Οπτικά Εφέ, Ήχο, αλλά έμεινε στα τεχνικά. Η Ακαδημία δεν μας έδωσε έστω τη χαρά να τη δούμε υποψήφια στο Καλύτερης ταινίας, ή έστω στο Σκηνοθεσίας ή Πρωτότυπου Σεναρίου (όλα είχαν πάει στο “American Beauty”)...

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

22 Φεβ 2013

To Vine είναι η νέα μόδα στα Social Media



Την τελευταία εβδομάδα του Ιανουαρίου ήρθε η είδηση: το Twitter παρουσιάζει το Vine, ένα τρόπο για να ανεβάζεις μικρά βίντεο, σαν animated gifs, διάρκειας μέχρι 6 δευτερολέπτων. Τις αμέσως επόμενες ώρες ήλθαν οι αντιδράσεις: Η νέα εφαρμογή είναι διαθέσιμη μόνο για το iOS, που σημαίνει ότι όσοι έχουν λογαριασμό στο Twitter, διαθέσεις να γίνουν οι επόμενοι Wes Anderson (αν είναι ποτέ κάτι τέτοιο δυνατόν) και μια ωραία ιστορία να χωρέσουν σε 6 δευτερόλεπτα, αλλά δεν διαθέτουν iPhone ή iPad, δεν μπορούν. Επίσης, τι να πρωτοβάλει κανείς μέσα σε 6 δευτερόλεπτα; Όσες φορές κι αν επαναλαμβάνονται; (Η απάντηση σε αυτό έρχεται από το ίδιο το Twitter: «Γίνε δημιουργικός. Μπροστά στους 140 χαρακτήρες των μηνυμάτων σου, τα 6 δευτερόλεπτα των βίντεο μοιάζουν με μια αιωνιότητα»).

Στη συνέχεια ήλθε το πρώτο ευτράπελο: ενώ το Vine ήταν αρχικά διαθέσιμο και για Facebook, η εταιρεία του Mark Zuckerberg το μπλόκαρε, αφού πρακτικά ήταν εργαλείο του σατανικού της αντιπάλου, του Twitter.

Αλλά μετά ήλθε η καταξίωση: ξαφνικά χιλιάδες (γελοία) βίντεο άρχισαν να ανεβαίνουν στο Twitter, κάνοντας τα βαρετά μας timelines πιο κουνιστά, πιο χαρωπά, πιο παιχνιδιάρικα. Όποιος είχε κάτι να πει (και όποιος απλά βαριόταν και ήθελε να παίξει με το iPhone του), ανέβαζε και 6 δευτερόλεπτα επαναλαμβανόμενης βλακείας.

Η ευκολία στη χρήση του, μάλιστα, έσπειρε στα social media μια πολύ κακή συνήθεια: τα κάθετα βίντεο. Ο σημαντικότερος κανόνας της βιντεοσκόπησης που είναι ότι δεν βάζουμε ποτέ την κάμερα κάθετα, ξεχνιέται όταν μιλάμε για 6 δευτερόλεπτα τραβηγμένα από ένα κινητό σε τετράγωνο format. Η συνήθεια να βιντεοσκοπείς κρατώντας το κινητό με τον ίδιο τρόπο που το κρατάς όταν παίρνεις τηλέφωνο πρόκειται να επιφέρει τερατώδεις συνέπειες στο άμεσο μέλλον (κυρίως: amateur porn που θα πρέπει να στραβολαιμιάζεις για να παρακολουθήσεις).

Τέλος πάντων, κάποιοι κατάφεραν να κάνουν πιο καλλιτεχνική δουλειά, μετατρέποντας σιγά σιγά από τις αρχές του Φεβρουαρίου το Vine στο νέο Instagram. Πράγμα που σημαίνει ότι το Cinegram δεν είναι πια το παλιό «νέο Instagram». Κανείς δεν θέλει να φτιάχνει animated gifs πλέον. Όλοι θέλουν την πιο ρέουσα ευκολία του Vine. Επίσης, το Vine το φτιάχνει η ίδια η Twitter, άρα έχει κάθε λόγο να το προμοτάρει όσο περισσότερο μπορεί, ειδικά σε σχέση με ανταγωνιστικές εφαρμογές.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, οι συνήθεις γάτες του Instagram άρχισαν πια να κάνουν πιο σύνθετες πόζες και αστείες κινήσεις που για κάποιο λόγο χιλιάδες άνθρωποι αρέσκονται να παρακολουθούν, ενώ σύντομα τα πρώτα μπουτάκια, βυζάκια και άλλα %&^άκια έκαναν κι αυτά την εμφάνισή τους, κινούμενα σε 6 δευτερόλεπτα, αναγκάζοντας το Twitter να βάλει περιορισμό στην ηλικία των χρηστών του Vine.

To Σαββατοκύριακο που μας πέρασε ανέβηκαν περισσότερα από 100.000 vine videos στο Twitter, κάνοντας σαφές πως η νέα τρέλα στα social μedia είναι εδώ. Προσοχή στο εξής: την προηγούμενη Κυριακή το ημερολόγιο έδειχνε 10 Φεβρουαρίου. Και το Vine ξεκίνησε στις 24 Ιανουαρίου. Του πήρε δηλαδή μόλις 17 μέρες για να γίνει κάτι για το οποίο συζητάνε όλοι.

Το επόμενο βήμα είναι να σταματήσουν να συζητάνε και να αρχίσουν να τραβάνε και κάτι ενδιαφέρον. Α ναι. Και να γίνει διαθέσιμο και για εμάς που δεν έχουμε iPhone, γιατί ζηλεύουμε.


(To παρόν κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του “Hounds of Love” της Kate Bush, για το Jumpin Fish)

17 Φεβ 2013

Downloaded: Ένα ντοκιμαντέρ για το Napster



Αυτό είναι το trailer του «Downloaded». Είναι μια χρονομηχανή που σε ταξιδεύει πίσω στο 2000. Όταν οι Metallica δεν ήταν καθόλου κουλ και όταν τερμάτιζες τη μισθωμένη γραμμή του γραφείου σου για να κατεβάσεις ό,τι έλειπε από την δισκοθήκη σου –πρακτικά για να αποκτήσεις δισκοθήκη, έστω και σε μορφή mp3.

To «Downloaded» είναι ανάμεσα στα φιλμ που ανακοινώθηκαν για το 2013 SXSW (αφού δεν πρόλαβε το φεστιβάλ του Sundance) και είναι σκηνοθετημένο από τον Alex Winter (ήταν ο Bill δίπλα στον Ted που έπαιζε ο Keanu Reeves στο «Bill & Ted’s Excellent Adventure» πριν εκατομμύρια χρόνια). Θα προβληθεί στις 10 Μαρτίου (το φεστιβάλ ξεκινά από τις 8).

Πραγματεύεται την άνοδο και την πτώση του Napster, του P2P δικτύου που έφερε τα πάνω κάτω την ίδια στιγμή στην τεχνολογία, στη μουσική και στην επιχειρηματικότητα. Και μυρίζει 2000 σε κάθε του πτυχή. Από το trailer ακόμη: ο Jon Stewart είχε μαύρα μαλλιά και δούλευε στο MTV, η Christina Aguilera ήταν ακόμη γκομενάρα, ο Billy Corgan αποδεικνυόταν προφήτης και ο Noel Gallagher ήταν το ίδιο μαλάκας...


(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

13 Φεβ 2013

Πόσο δικαιολογημένος ήταν ο θρίαμβος των Mumford & Sons στα Grammys;



Οι Mumford & Sons είναι κάτι σαν προσωπικό στοίχημα. Στην Blogovision του 2010 έβαλα πραξικοπηματικά το “Sigh No More” στη λίστα, γιατί το πίστευα όσο κανένα άλλο. Το άλμπουμ είχε βγει τον Οκτώβριο του 2009 στη Μεγάλη Βρετανία και κανονικά δεν χωρούσε στα υποψήφια για την ψηφοφορία του 2010. Αλλά χρησιμοποίησα το «παραθυράκι» της «διεθνούς κυκλοφορίας» του, που ήταν στις αρχές του ’10, για να πείσω το Μάρκο και τους υπόλοιπους ότι έπρεπε να μετρήσει. Τελικά όσοι το ψηφίσαμε, το ανεβάσαμε στη 12η θέση. Όχι κι άσχημα.

Κάναμε αυτό που έκανε εκείνη τη χρονιά όλος ο υπόλοιπος κόσμος. Ακούγαμε με μανία κάτι που όλοι οι κριτικοί μάς παρουσίαζαν ως παρωχημένο, ρηχό και αδιάφορο. Αυτό που έχει σκοράρει την ιστορικότερη βαθμολογία του Pitchfork, το διαβόητο 2.1/10. Αυτό που δεν είχαν πιστέψει οι μεγάλες δισκογραφικές, αφήνοντάς το για ένα τρίμηνο να κυκλοφορεί μόνο στο νησί από την Glass Note, μην παίρνοντας καν είδηση πως το “Little Lion Man” γινόταν εθισμός με καταιγιστικούς ρυθμούς.

Ήταν κάπως περίεργη αυτή η μανία κατά των Mumford & Sons από την κριτική. Ηττημένοι στα αντανακλαστικά τους από το ίδιο το κοινό (το Pitchfork, για παράδειγμα, έγραψε για το “Sigh No More” τέσσερις ολόκληρους μήνες μετά την κυκλοφορία του), έσταζαν όσο περισσότερο δηλητήριο είχαν, αφορίζοντάς το ως εμπορικό – λες και η εμπορικότητα είναι το απόλυτο κακό που πρέπει με κάθε κόστος να αποφεύγουμε να έλθει σε επαφή με τα αυτιά μας. Ήταν ακόμη πιο παράξενο που έχασαν ένα τέτοιο πουλέν από μια σκηνή που εκείνη την περίοδο θεωρείτο απ’ όλους ως «ανερχόμενη». Εννοώ τη nu-folk παρέα του Λονδίνου, με την τότε αγαπημένη των μουσικοκριτικών Laura Marling και τους συμπαθέστατους Noah & The Whale που είχαν ήδη κάνει μια πρώτη αίσθηση.

Η αλήθεια είναι ότι το γεγονός πως η Μεγάλη Βρετανία δεν έχει ακόμη κατορθώσει να παρουσιάσει κάτι ανάλογο της Britpop είναι ένα πρόβλημα. Και πως όλα τα είδη που υμνήθηκαν από τίτλους σαν το ΝΜΕ τελικά αποδείχθηκαν φούσκες. Συνήθως είχαν ένα nu (τον… urban τρόπο να πεις “new”, «νέο») μπροστά. Είτε μιλούσαμε για το nu-rave των Klaxons, είτε για τη nu-folk του Johnny Flynn, το πράγμα έμπαζε από κάπου. Ήταν απλά μια ακόμη απόδειξη ότι η Μεγάλη Βρετανία έπασχε από έλλειψη ιδεών.

Αλλά αυτό είναι αδιάφορο για την αξία των Mumford & Sons. Οι οποίοι πήραν στοιχεία από την (αμερικανική πιο πολύ) folk και τα παραφούσκωσαν με ισχυρό ντόπινγκ από τις indie rock αναφορές τους (Calexico) και την κέλτικη παρακαταθήκη τους (Waterboys), εξερευνώντας ένα νέο τοπίο. Αυτό που οι περισσότεροι κριτικοί προτίμησαν να ζωγραφίσουν με ένα μόνο χρώμα («εμπορικό») αγνοώντας τα υπόλοιπα, εκείνα που μας έκαναν να το λατρέψουμε («πωρωτικό», «ενδόμυχο», «οικείο», «παθιασμένο», «γεμάτο πόθο»).

Αλλά εκείνο το ξέφρενο πρώτο τετράμηνο, όταν οι Mumford & Sons μετατρέπονταν από μια μπάντα που έκανε αίσθηση στα gigs στις pubs του Δυτικού Λονδίνου σε ένα γκρουπ με παγκόσμια απήχηση, το κοινό αδιαφορούσε για το τι είχαν να πουν τα Pitchfork και όλοι αυτοί οι προύχοντες του κομπλεξισμού. Μεθυσμένο από το πλούσιο μπάντζο του Winston Marshall και ενθουσιασμένο με το τραγούδισμα των Marcus Mumford, Ben Lovett και Ted Dwane, καταβρόχθιζε ό,τι είχε να του προσφέρει η μπάντα. Και σύντομα ακολούθησαν και όσοι κριτικοί δεν είχαν ακόμη εκφράσει άποψη, ανεβάζοντας το μέσο όρο που κρατούσε τόσο χαμηλά εκείνο το διαβόητο 2.1…

Το 2011, το πιο σημαντικό Brit Award πήγε στο “Sigh No More”, επισημοποιώντας έτσι την ανοδική τους τάση. Ήταν η ίδια περίοδος που τα Grammys έκαναν την πιο τολμηρή τους κίνηση εδώ και χρόνια, δίνοντας το δικό τους πιο σπουδαίο βραβείο στο “Suburbs” των Arcade Fire. H αλήθεια, όμως, ήταν ότι οι δύο βραβεύσεις είχαν γίνει με διαφορετικά κριτήρια. Τα Grammys έψαχναν να βρουν κάτι να πιαστούν για να επιστρέψουν στην πραγματικότητα, αλλά τα Brit Awards ήθελαν ένα λόγο για να ξανανιώσουν οι Βρετανοί περήφανοι. Η βράβευση των Mumford & Sons ήταν, βέβαια, λιγάκι απατηλή. Γιατί η nu-folk δεν είναι και δεν θα γίνει ποτέ η νέα Βritpop. Δεν έχει κάτι πραγματικά καινούργιο να πει, δεν θα μπορέσει ποτέ να στεγάσει τόση δημιουργικότητα όση συσσώρευσαν οι Suede, οι Pulp, οι Blur στα 90s.

Πίσω στους Mumford & Sons, όμως, που αντί να πνιγούν στην αναπάντεχη επιτυχία τους, επέστρεψαν στην ίδια φόρμα το 2012, με το αξιολογότατο “Babel”. Χωρίς ν’ αλλάξουν την συνταγή τους (ρίχνοντας έτσι κι άλλο νερό στο μύλο των κατηγόρων τους), αλλά έχοντας ακόμη ιδέες για καλά τραγούδια. Φαντάζομαι ότι αν κάνουν το ίδιο και στο τρίτο άλμπουμ τους, θα αρχίσουν να κουράζουν μέχρι κι εμένα, αλλά στο “Babel” στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων, παραμένοντας φρέσκοι και εξίσου παθιασμένοι με το προ τριετίας ξεκίνημά τους.

Η θεματική των στίχων, που κινήθηκε λίγο σε επίπεδο κατηχητικού, ενόχλησε όσους ήθελαν να ενοχληθούν, αλλά κι αυτό ήταν άδικο. Μην ξεχνάμε ότι κάθε είδος παλιάς μουσικής έχει και κάποια παράδοση στους στίχους. Η επαναφορά της όταν πας να τη nu-τραγουδήσεις δεν είναι και τόσο faux pas. Από την άλλη, αν κάποιος θέλει να το χρησιμοποιήσει σαν απόδειξη της ρηχότητας των Mumford & Sons, πάω πάσο. Ναι, το “Babel” ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της Ακαδημίας που δίνει τα Grammys. Αλλά μην τρελαθούμε κιόλας ότι όταν μπήκαν στο στούντιο, το ηχογραφούσαν με το μυαλό στην τελετή της 10ης Φεβρουαρίου του 2013.

Κερδίζοντας το σημαντικότερο από τα Grammys, οι Mumford & Sons λογικά θα αποκτήσουν ένα πολλαπλάσιο κοινό απ’ αυτό που μέχρι σήμερα είχαν μαζέψει μόνοι τους. Θα εξυπηρετήσουν τον σκοπό της Ακαδημίας να αλλάξει ρότα προς το «πιο indie», αλλά όχι τόσο ώστε να ξενίζει. Θα πουλήσουν, σίγουρα, πολλά εκατομμύρια άλμπουμ.

Αλλά όλα αυτά δεν είναι κάποια συνομωσία. Είναι απλά η επιβεβαίωση μιας τάσης και η επιβράβευση της προσπάθειας μιας μπάντας. Πριν 10 χρόνια τέτοιες μέρες ήταν το “Come Away With Me” της Norah Jones που κέρδιζε το «Άλμπουμ της Χρονιάς» στα Grammys. Η ρητορική εναντίον της ήταν περίπου η ίδια με αυτή κατά των Mumford & Sons. Η μετέπειτα πορεία της απέδειξε λάθος όλους όσοι την έκραζαν. Η ίδια απαρνήθηκε την εύκολη επιτυχία, αλλάζοντας τον ήχο της προς την country και αγνοώντας όσους την ήθελαν πιο σέξι, πιο ποθητή στην εικόνα.

Δεν ξέρω ποιο θα είναι το μέλλον του Mumford και των «γιών» του, αλλά τους εύχομαι να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Norah. Αντί να γίνουν πιο ποπ και πιο συμβατικοί, να απελευθερώσουν εντελώς το θηρίο που κρύβουν μέσα τους, το λιοντάρι του “Little Lion Man” που σε λίγο θα μεγαλώσει, τον “Hopeless Wanderer” που κάποια στιγμή θα πρέπει να σταματήσει να τριγυρνά άσκοπα. Η πρώτη-πρώτη κριτική που γράφτηκε ποτέ γι’ αυτούς ήταν στον Guardian, λίγο πριν κυκλοφορήσει το ντεμπούτο τους. Ούτε κι εκείνη είχε βάλει παραπάνω από τρία αστεράκια. Αλλά δεν τους κατηγορούσε για όλα όσα βρήκαν οι Pitchfork και οι άλλοι στην πορεία. Απλά είχε το παράπονο ότι οι Mumford & Sons συγκρατούνται και δεν αφήνουν τους εαυτούς τους να δώσουν όλα όσα υπόσχονται. Και αυτό προσδιορίζει πάνω κάτω τις προοπτικές τους για το μέλλον: αν απελευθερωθούν, έχουν πολλά να μας χαρίσουν.

11 Φεβ 2013

Δικαίωση!

Οι Mumford & Sons πήραν το βραβείο Grammy για το πιο σημαντικό άλμπουμ του 2012. Μετά από αυτό εδώ το post, αυτό, αυτό, αυτό, αυτό, αυτό, αυτό και αυτό, είναι να μη νιώθει μια κάποια δικαίωση το ΠΠC;

10 Φεβ 2013

Πόσο ασυνεπής στην κλίμακα MBV είσαι;



Υπάρχουν τριών ειδών μεγάααααααλα διαλείμματα μεταξύ των κυκλοφοριών άλμπουμ από σημαντικούς μουσικούς. Το ένα έχει να κάνει με κάποιο ατύχημα ή και με τη διάλυση της μπάντας. Για πολλά χρόνια δεν μπορούν ή δεν θέλουν να ετοιμάσουν μια νέα κυκλοφορία και όταν τελικά το κάνουν, θεωρείται “comeback”. Το άλλο είναι επειδή ο καλλιτέχνης δεν γουστάρει να κυκλοφορεί καινούργιο υλικό κάθε λίγο και λιγάκι. Του αρέσει να παίρνει το χρόνο του και να βγάζει άλμπουμ μόνο όταν νιώθει 100% έτοιμος. Το τρίτο είναι το λεγόμενο «κουκουρούκου». Ούτε το έχει αποφασίσει ότι θα το καθυστερήσει, ούτε του έχει συμβεί κάτι ή –αν πρόκειται για μπάντα– το έχουν διαλύσει, αλλά ούτε ασχολείται και όλη μέρα με το νέο του υλικό: Ένα άλμπουμ είναι στα σκαριά, έτσι θολά. Και ο ένας χρόνος γίνεται δύο, μετά τρία και ξαφνικά κοντεύει να περάσει δεκαετία και ο δίσκος ακόμη γράφεται.

Και μετά, υπάρχουν και οι My Bloody Valentine. Που παίρνουν την έννοια του «κουκουρούκου» και την κάνουν τέχνη. Ο Kevin Shields θεωρητικά ετοίμαζε κάτι νέο ολόκληρη την δεκαετία του ’90, ενώ και στα ‘00s η μπάντα δεν ήταν ακριβώς διαλυμένη, αφού όλο και σε κάποιο φεστιβάλ εμφανιζόταν. Τελικά από το “Loveless” μέχρι το φετινό “M B V” πέρασαν 22 ολόκληρα χρόνια…

Μερικά ακόμη εντυπωσιακά κενά:

Κατηγορία: Διαλυθήκαμε και τώρα κάνουμε το comeback μας
Eagles – “Long Road Out Of Eden” (2007), 28 χρόνια μετά το “The Long Run” (1979)
Alice In Chains – “Black Gives Way To Blue” (2009), 14 χρόνια μετά το “Alice in Chains” (1995)
Eurythmics – “Peace” (1999), 10 χρόνια μετά το “We Too Are One” (1989)
The Verve – "Forth" (2008), 11 χρόνια μετά το "Urban Hymns" (1997)
The Rolling Stones – Έχουν ήδη περάσει 8 χρόνια από το “A Bigger Bang” (2005) που είχε έλθει 8 χρόνια μετά από το “Bridges To Babylon” (1997)

Κατηγορία: Μας αρέσει να το πηγαίνουμε σιγά-σιγά
Kate Bush – “Aerial” (2005), 12 χρόνια από το “The Red Shoes” (1993)
Portishead – “Third” (2008), 11 χρόνια από το “Portishead” (1997)
Sade – “Soldier of Love” (2010), 10 χρόνια από το “Lovers Rock” (2000)
Suede - "Bloodsports" (2013), 11 χρόνια από το "A New Morning " (2002)

Κατηγορία: Κουκουρούκου
Bill Fay – “Life Is People” (2012), 41 χρόνια από το “Time Of The Last Persecution” (1971)
Kraftwerk – “Tour de France” (2003), 17 χρόνια από το “Electric Café” (1986)
Vashti Bunyan – "Lookaftering" (2005), 35 χρόνια μετά το "Just Another Diamond Day" (1970)
Guns n’ Roses – “Chinese Democracy” (2008), 15 χρόνια από το “The Spaghetti Incident” (1993)

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

7 Φεβ 2013

Foxygen και Dawn Richard για ένα καλλίτερο 2013; Ναι καλά...



Τόσο το «We Are The 21st Century Ambassadors of Peace and Magic» των Foxygen όσο και το «Goldenheart» της Dawn Richard είναι δύο άλμπουμ που έχω λιώσει αυτό το μικρό διάστημα που έχει περπατήσει το νέο έτος. Ως εδώ καλά. Απ’ ότι καταλαβαίνω αυτό έχουν κάνει όλοι. Οι δυο τους έχουν βγάλει τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς ως τώρα. Και προσμένοντας ότι το 2013 θα είναι το έτος με τις πιο σημαντικές κυκλοφορίες από την αρχή της δεκαετίας, το ως τώρα παράσημο των Foxygen και της Dawn Richard είναι σπουδαίο.

Εκεί που τα χαλάμε λίγο είναι στο γιατί τούς τα έχουμε καρφιτσώσει τα παράσημα αυτά. Είναι όντως οι Foxygen μια αποκάλυψη επιπέδου Of Montreal της περιόδου 1998-2004; Είναι όντως η Dawn Richard η νέα Beyoncé; Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ το παράσημο το έδωσα με τα ίδια κριτήρια που ψηφίζω το ντεμπούτο των Tenacious D μέσα στην 50άδα της περασμένης δεκαετίας και το περσινό τους «Rize Of The Fenix» μέσα στην 5άδα της χρονιάς. Δεν εννοώ τον χαβαλέ (αν κι αυτό είναι ένα ακόμη πλεονέκτημα, που σίγουρα τους ανεβάζει θέσεις – θα ήθελα να το βρω και στα σημερινά πουλέν). Εννοώ την ικανότητα στην αντιγραφή.

Η αντιγραφή είναι κι αυτή μια τέχνη. Για να μην ενοχλεί, για να εμπνέει, για να σε κάνει να θες ν’ ακούς κάτι ξανά και ξανά, πρέπει να βρίσκεις ένα μαγικό τρόπο να περνάς το μολύβι σου από το ριζόχαρτο κάθε φορά. Και το να στήνεις ένα άλμπουμ βασισμένο πάνω στην αντιγραφή είναι ακόμη πιο δύσκολο. Τι ταιριάζει με τι; Πόσο μακριά επιτρέπεται να φτάσεις; Πού θα πετάξεις δικά σου στοιχεία μέσα;

Επιμένω στην έννοια «αντιγραφή». Γιατί και στην περίπτωση Dawn Richard, αλλά και στην περίπτωση Foxygen η λέξη «επιρροή» είναι κάπως φτωχή για να αποδώσει το τι συμβαίνει στα άλμπουμ τους. Διαβάζω κάπου για τις «αναφορές» στον Phil Collins, στην Madonna, την Beyoncé που περιέχει το «Goldenheart». Οι αναφορές είναι ολόκληρες στιγμές από τραγούδια που έχουμε χιλιοτραγουδήσει όλοι. Στο «Ιn Your Eyes», μάλιστα, αντιγράφεται και ο τίτλος από την «αναφορά» του, το ομώνυμο του Peter Gabriel.

Η Dawn Richard είναι χίλιες φορές καλύτερη από κάθε Rihanna (νομίζω ότι σ’ αυτήν μοιάζει περισσότερο, παρά στην Beyoncé), αλλά είναι επειδή ξέρει να χειρίζεται καλά τις επιρροές και τις αναφορές της: Αντιγράφοντάς τις έτσι ώστε να μην ενοχλούν. Φαντάζομαι ότι το κοινό της δεν θα συνδέσει ποτέ το «In The Herts Tonight» με το «In The Air Tonight» ή το «In Your Eyes» με το... «In Your Eyes», γιατί πολύ απλά αγνοεί τα πρωτότυπα. Προσοχή: δεν την λέω κλέφτρα, τώρα, προς Θεού. Λέω ότι έχει βρει τον τρόπο να κάνει ένα φτηνό κόλπο να μοιάζει φανταχτερό –έπεισε μέχρι κι εμένα. Αλλά ρε παιδιά, να είμαστε σοβαροί. Δεν είναι παρά ένα κόλπο.

Στην περίπτωση των Foxygen τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα. Γιατί οι τύποι είναι βιρτουόζοι καμιάς πενηνταριάς μουσικών οργάνων και γνωρίζουν απ’ έξω κι ανακατωτά κάθε κυκλοφορία όλων των σημαντικών ποπ και ροκ καλλιτεχνών που έχουν εμφανιστεί σ’ αυτόν τον πλανήτη. Φαντάζομαι πως αν ρωτήσεις τον Sam France ποιο είναι το πέμπτο κομμάτι στο τρίτο box set των Pink Floyd, θα θυμάται να σου απαντήσει όχι μόνο τον τίτλο του αλλά και τον λόγο που μπήκε σ’ αυτήν τη σειρά. Αν αναρωτιέσαι πόσα όργανα ακούγονται στο τάδε άλμπουμ των Stones, o Jonathan Rado έχει σίγουρα την απάντηση –συν ποιος τα παίζει σε ποιο κομμάτι.

Κάπως αντίστοιχα, φαντάζομαι, θα μπορούν να σου πουν από ποιο κομμάτι αντιγράφουν ποιο δευτερόλεπτο για το κάθε τραγούδι τους. Οι Foxygen πλησιάζουν πολύ περισσότερο την περίπτωση Tenacious D απ’ ό,τι η Dawn Richard. Στην ουσία στήνουν ένα tribute album σε όλες τους τις μεγάλες αγάπες. Στην εισαγωγή του «In The Darkness» ακούς ξεκάθαρα τους Beatles του «Sgt. Pepper». Στο «No Destruction» λείπουν μόνο τα φωνητικά του Bob Dylan. Μετά έρχεται ο Lou Reed και, βέβαια, η πιο μεγάλη επιρροή των Foxygen απ’ όλες, οι Rolling Stones. Δεν λείπουν οι Pink Floyd, o David Bowie, οι Belle & Sebastian και ο... Elvis Presley (το ρεφρέν του «On Blue Mountain» είναι ίδιο με του «Suspicious Minds»).

Όλο το «We Are the 21st Century Ambassadors of Peace & Magic» είναι τόσο οικείο που θες να το ακούς και να το ξανακούς μέχρι να βάλεις κάθε κομμάτι του παζλ στη θέση του: από πού πήραν τι και πόσο μάγκες είναι που το ταίριαξαν με τα υπόλοιπα. Μη με παρεξηγήσει κανείς: εγώ το βρίσκω μεγαλειώδες όλο αυτό. Αλλά γι’ αυτό που είναι. Μην τρελαθούμε κιόλας ότι οι Foxygen πάνε ένα βήμα μπροστά τη μουσική και τέτοια. Αυτά ας τα αφήσουμε γι’ αυτούς που σε λίγο θ’ αρχίσουν να κάνουν απόβαση στο 2013 και δεν πρόκειται να μας αφήσουν σε ησυχία μέχρι το τέλος του.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

3 Φεβ 2013

Πότε θα επιστρέψει η "πολιτική" μουσική στην Ελλάδα;



Ζούμε σε μια εποχή παράξενη. Ακραία. Ή μάλλον ακραία έχουν γίνει τα συναισθήματά μας, ακραίες έχουν γίνει οι αντιδράσεις μας, ακραία λόγια ξερνάμε ή γράφουμε. Και, βέβαια, ζούμε σε μια εποχή πολιτική. Ακραία πολιτική. Γιατί οι λόγοι που φτάσαμε ως εδώ έχουν να κάνουν από τη μία με τις τρύπες που χάσκουν πάνω στη σάρκα του καπιταλισμού, έχουν από την άλλη να κάνουν και με το πώς εξελίχθηκε η πολιτικοποίηση στην Ελλάδα σε μια πελατειακή κομματικοποίηση.

Ανεξαρτήτως του πώς τελικά ο καθένας αντιλαμβάνεται την κρίση (πώς τη νιώθει στο πετσί του, αλλά και γιατί θεωρεί ότι αυτή έχει πέσει πάνω στα κεφάλια μας), το σίγουρο είναι κάτι έχει να πει για ιδεολογίες, για κόμματα και πολιτικούς που μας έφεραν ως εδώ. Αλλά και για στρατηγικές, ιδέες, νέα πρόσωπα που θα μας βγάλουν από το τούνελ. Ναι, ακόμη και στο εντελώς πρώτο επίπεδο, ακόμη και στην πιο αφελή από τις εκδοχές της, η πολιτική έχει επιστρέψει για τα καλά στην Ελλάδα. Υπάρχει κι ένας επιπρόσθετος λόγος: η γιγάντωση της φασιστικής ιδεολογίας και η μεταμόρφωσή της σε κανονικό κόμμα που πλέον πρωταγωνιστεί στη Βουλή και στη λοιπή πολιτική επικαιρότητα. Δεν γίνεται να μείνεις απαθής στο φαινόμενο «Χρυσή Αυγή», δεν γίνεται να μην έχεις άποψη.

Θα περίμενε κανείς πως σ’ ένα τέτοιο σκηνικό, αυτή η χώρα με την τεράστια παράδοση «πολιτικών» μουσικών θα αποτελούσε πεδίον δόξης λαμπρόν για μια νέα γενιά δημιουργών που οραματίζεται ένα καλύτερο αύριο ή που έχει, τουλάχιστον, το κότσια να γυρεύει να αλλάξει το θλιβερό σήμερα. Στην Ελλάδα του Μίκη Θεοδωράκη, του Διονύση Σαββόπουλου, του Σταύρου Ξαρχάκου, του Γιάννη Μαρκόπουλου, της Σοφίας Βέμπο ακόμη αν θες, ή του Τσακνή και του Νταλάρα (ξέρω, μπαίνω σε επικίνδυνα νερά τώρα, αλλά καταλαβαίνεις τι εννοώ), δεν υπάρχει ένας νέος μουσικός που να μπορεί να εκφράσει αυτά που νιώθουν οι συνομήλικοί του γύρω του; Στην Ελλάδα του Μάνου Χατζιδάκι δεν υπάρχει ένα μουσικός που να μπορεί να αρθρώσει πολιτικό λόγο;

Είναι δυνατόν στην ερώτηση «ποιος είναι ο πιο πολιτικοποιημένος σύγχρονος Έλληνας μουσικός;», η πιο αυθόρμητη απάντηση να είναι «ο Στάθης Δρογώσης»; Είναι απίστευτο το γεγονός ότι ακόμη κι όλοι αυτοί οι έντεχνοι, οι Πλιάτσικες και οι λοιποί, που ευαγγελίζονταν ένα καιρό μια κάποια επανάσταση, έχουν ξαφνικά σιγήσει και κανείς δεν ασχολείται μαζί τους. Ή μάλλον δεν είναι απίστευτο. Είναι απλά η απόδειξη της γύμνιας τους, του «τίποτε» που ήταν τόσο καιρό, αλλά όταν τολμούσαμε να το ξεστομίσουμε, οι ορδές των ακολούθων τους ορμούσαν να μας λιντσάρουν.

Τα ίδια και στη heavy metal σκηνή, τον άλλο φορέα επανάστασης με το μεγάλο κοινό στη χώρα μας και τη σημαντική παρουσία ακόμη και στο εξωτερικό. Σύμφωνοι, το ελληνικό metal είναι κυρίως black, δεν υπήρξε ποτέ κάτι κοντινό στο κίνημα του Bay Area και στον πολιτικοποιημένο λόγο των Metallica, των Megadeth ή των Testament, αλλά αυτήν την εποχή δεν θα ‘πρεπε η θεματολογία να ξεφεύγει από τα απόκρυφα, τα ομηρικά έπη και τα φαντάσματα της ψυχασθένειας και να κινείται σε κάτι πιο ουσιώδες;

Όσο για τη νέα γενιά των μουσικών που γεφυρώνουν τα πιο «ψαγμένα» με τα πιο «λαϊκά» κοινά, με ηγέτη τους την Monika, η πολιτικοποίηση βγαίνει μόνο σ’ έναν ελαφρό προβληματισμό που λειτουργεί ως φόντο για το ξετύλιγμα ερωτικών περιπετειών και της λοιπής, συνήθους ελαφράς θεματολογίας. Το ίδιο και η σκηνική τους παρουσία ή οι λοιπές τους πράξεις. Δεν έχουν κάτι να πουν, δεν μπορούν να εμπνεύσουν.

Δεν λέω ότι είναι εύκολο. Δεν γίνεται να αλλάξει το σκηνικό από τη μία μέρα στην άλλη -και το σκηνικό είναι τελείως χάλια αυτή την εποχή: Όταν η μουσική σου έντυσε τις προεκλογικές συγκεντρώσεις του ΠΑΣΟΚ, όπου μαζεύονταν τα πλήθη των προς διορισμό αυλοκολάκων, ή όταν αποτελούσε το soundtrack των φεστιβάλ της ΚΝΕ, όταν ακόμη-ακόμη την είχες για αφίσα στην κόντρα ΔΑΠ και αριστερών στα πανεπιστήμια, τότε δεν μπορείς ξαφνικά να της ζητήσεις να αποτελέσει τον ηγέτη σε ένα κίνημα που θα προσπαθήσει να βγάλει τη χώρα από το βάλτο. Αλλά οι Σαββόπουλοι και οι Θεοδωράκηδες βγήκαν στα δύσκολα. Στα εύκολα ο λαός προτιμούσε ν’ ασχολείται με άλλα…

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)