31 Αυγ 2008

Summertime Sunday: H ώρα της Σκάρλετ

(Κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, του George Gershwin - και μετά ο Αθήναιος προτείνει τη συνταγή που ταιριάζει)
Οδηγούσαμε στην εθνική, ακούγοντας ό,τι καινούριο cd έπεσε στα χέρια μου φέτος - Gnarls Barkley, Sam Sparro, Coldplay, Last Shadow Puppets κ.ο.κ. Όταν ήρθε η ώρα για το "Anyone I Lay My Head" της Σκάρλετ Τζοχάνσον, η γυναίκα της ζωής μου κόντεψε να τρακάρει από τα γέλια. Άρχισα να ψελλίζω κάτι για overproduction και για τον τρόπο που φόρτωσαν τον ήχο με διάφορα μπλιμπλίκια και εφέ, θάβοντας την (εντάξει, όχι καλή) φωνή της, αναζητώντας επιχειρήματα εκεί όπου δεν υπάρχουν. "Είσαι ένας πραγματικός θαυμαστής", μού επεσήμανε.

Ναι, ο αληθινός φαν είναι πάντα σε θέση να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Είναι ο τελευταίος που θα νιώσει προδομένος. Εγώ όμως είχα αποδείξεις. Είχα ήδη ακούσει τη Σκάρλετ να τραγουδά κανονικά, συνοδεία φιλαρμονικής ορχήστρας, ένα από τα πιο κλασικά τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ. Και τα πήγε μια χαρά. Την ακούς και αντιλαμβάνεσαι πώς η φωνή της κάνει μικρά, προσεκτικά, ελαφρώς αδέξια βήματα πάνω στη μελωδία, πώς συνδυάζει στην ερμηνεία της μια σχεδόν παιδική αθωότητα (σε τελική ανάλυση, για νανούρισμα πρόκειται - και η ηχογράφηση ήταν σε μια συλλογή από νανουρίσματα), με αυτήν την πηγαία, αβίαστη σεξουαλικότητα, που αναβλύζει από μέσα της χωρίς η ίδια να την κάνει ποτέ θέμα. Δοκιμάζει να κάνει λίγο scat singing, ψιθυρίζει, παίζει με την ιδέα του τραγουδιού και είναι εμφανές ότι το απολαμβάνει - σαν ένα κορίτσι μπροστά στον καθρέφτη, που φαντάζεται τον εαυτό του ως ντίβα του '40, αν υπάρχουν τέτοια κορίτσια.

Και μ' αυτήν την εκτέλεση, από την κατεξοχήν ηρωίδα του "Πο Πο Culture" ολοκληρώνεται με τον καλύτερο τρόπο ο κύκλος της ενότητας Summertime Sunday - ευτυχώς, έχω να πω, γιατί είχα βαρεθεί: για να είμαι ειλικρινής, το Summertime δεν είναι ένα από τα τραγούδια που αγαπώ ιδιαίτερα. Δεν είναι καν ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια του Γκέρσουιν. Ούτε φυσικά ένα από αυτά που θεωρώ κατεξοχήν καλοκαιρινά τραγούδια. Τις επόμενες μέρες, μέχρι να μπει για τα καλά το φθινόπωρο, θα αναρτήσω παραδείγματα και για τις δύο κατηγορίες.

υγ. Αυτό το τραγούδι το αφιερώνω στον συνάδελφο Ηλία Μαγκλίνη, που έχει σήμερα γενέθλια, όπως με πληροφορεί το Facebook - και ο οποίος τους τελευταίους μήνες έγραψε για το GK της Καθημερινής μια σειρά άρθρων αφιερωμένων στις Λολίτες, τις Femmes Fatales και τα Pin-Up. H Σκάρλετ, ως γνωστόν, είναι και τα τρία.

28 Αυγ 2008

Η καρότσα του Toyota στην ελληνική ποπ κουλτούρα


Ημουν σίγουρος ότι κάποιοι θα παρανοούσαν το νόημα του αγροτικού με τα καρπούζια στην τελετή λήξης του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Απλά άργησαν μια Ολυμπιάδα...

25 Αυγ 2008

Η αγία οικογένεια

Μήπως ήρθε η ώρα να ανακηρύξουμε την Αντζελίνα Τζολί και τον Μπραντ Πιτ σε αγίους μιας νέας θρησκείας που κηρύσσει το λόγο των ευαισθητοποιημένων celebrities;
Η οικογένεια της Αντζελίνα Τζολί και του Μπραντ Πιτ δεν είναι μια απλή οικογένεια: είναι ένα πείραμα κοινωνικής εθνολογίας, ένα ζωντανό μήνυμα συμφιλίωσης. Στους κόλπους αυτής της οικογένειας μεγαλώνουν αρμονικά παιδάκια από τρεις ηπείρους αυτού του πλανήτη (ή μήπως τέσσερις; Το ότι τα δίδυμα γεννήθηκαν στη Γαλλία τα κάνει Γαλλάκια; Το ότι το άλλο της παιδί γεννήθηκε στην Κένια το κάνει αφρικανάκι;), ακυρώνοντας τις φυλετικές και εθνοτικές διαφορές. Μεγαλώνουν επίσης αρμονικά παιδιά υιοθετημένα, με παιδιά που συνελήφθησαν και γεννήθηκαν με τον «παραδοσιακό» τρόπο, αλλά και παιδιά που δεν θα υπήρχαν, χωρίς τη χρήση της τεχνολογίας και των μεθόδων των σύγχρονων κέντρων γονιμότητας. Εχουμε λοιπόν δύο από τους πιο σέξι ηθοποιούς του πλανήτη, που εναλλάσσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα πότε κάνοντας λαϊκές περιπέτειες, και πότε «δύσκολες» ταινίες, πάντα όμως προσέχοντας να μην παίρνουν την καριέρα τους πολύ στα σοβαρά: αντιθέτως, παίρνουν στα σοβαρά την κοινωνική αποστολή που έχουν αναλάβει – να χρησιμοποιούν τη λάμψη και τη φήμη τους για να προωθήσουν ανθρωπιστικές εκστρατείες ανά τον κόσμο, και δη τον αναπτυσσόμενο, αποτελώντας πρότυπο πολύτεκνων του 21ου αιώνα. Η θέα αυτής της ευτυχισμένης οικογένειας που έχουν δημιουργήσει αυτοί οι αηδιαστικά όμορφοι, πλούσιοι και ευαισθητοποιημένοι άνθρωποι, αρκεί για να προκαλέσει δέος σε οποιονδήποτε κοινό θνητό. Αυτόν που ξέρει ότι η θέα του δεν κάνει τους άλλους παράλυτους από τον πόθο. Αυτόν που δεν έχει ιδέα τι σημαίνει να πρωταγωνιστείς σε μια ταινία που κάνει εισπράξεις εκατομμυρίων δολαρίων. Αυτόν που δεν έχει τη δυνατότητα να διαλέξει οποιαδήποτε κλινική για να γεννήσει – και που ποτέ δεν θα διάλεγε μια κλινική σε κάποια μικρή αφρικανική χώρα. Αυτόν που, όταν αποφασίσει να υιοθετήσει, αντιμετωπίζει το τέρας της γραφειοκρατίας. Και που ξέρει πως οι λέξεις «τεχνητή γονιμοποίηση» σημαίνουν πολλά λεφτά και πολλές ορμόνες. Αυτόν, τέλος, που παρ’ όλα αυτά, νιώθει μικρός όταν δίνει τη συνδρομή του σε μια ανθρωπιστική οργάνωση, ξέροντας ότι αυτή η Αγία Οικογένεια χρηματοδοτεί ολόκληρες αποστολές, και ταξιδεύει στα πέρατα της Γης κηρύσσοντας το μήνυμα της αγάπης και του αφοπλισμού. Μπροστά σ’ αυτήν την οικογένεια, ο κοινός θνητός δεν μπορεί παρά να προσκυνήσει.
(Δημοσιεύτηκε στο Big Fish, την Κυριακή 24/8. Όχι ότι έχει σημασία αυτό)

Συναντήσεις με μεγάλους Έλληνες Μουσουργούς

Ο Φίλιππος Μπλιάτσικας (που λέει και ο Νένες) εκθέτει σε απλά ελληνικά τη θεωρία του για την Τέχνη και τη Δημιουργία

κυρίως όμως την εκτίμησή του για το πρόσωπο του Homo Ludens, το οποίο κοσμεί το μπλουζάκι του

Οι προσφορές των εφημερίδων...

...μπορεί αυτό το καλοκαίρι να μην ήταν και τίποτε το φοβερό, με αποτέλεσμα την κάθετη πτώση των κυκλοφοριών τους. Αλλά μήπως αν η Ισοτιμία διαφήμιζε λίγο παραπάνω ότι κάθε Σάββατο μοιράζει δωρεάν αριστουργήματα της ροκ τέχνης (όπως το "Trash" του Alice Cooper), θα έσπαγε όλα τα ρεκόρ;

Και με αυτό το post απαντάω στο σχόλιο του Οβελίκιου στο αμέσως προηγούμενο, περί μη ύπαρξης σοβαρής μουσικής (και χαίτης) μετά τα 80s. Την επόμενη φορά που θα πει αντίστοιχη μαλακία, θα του φέρω απ' ευθείας τον Άλις...

Όταν ο Paul King είχε έλθει (alone, without her/him) διακοπές στην Στερεά Ελλάδα...



Kαι αυτό μια ευγενική προσφορά του Οβελίκιου...

Άλλη μια ευγενική προσφορά του Ovelix

(χε-χε-χε)

ε, να κι εγώ!

24 Αυγ 2008

Starry Night


Ξεκινάω σε λίγο το μεγαλύτερο post στην ιστορία του "Πο Πο Culture!". Επειδή είναι αδύνατον να το ολοκληρώσω με τη μία, θα το ξαναβλέπει ο αγαπητός αναγνώστης ετούτου του blog στην κορυφή κάθε φορά που θα κάνω ένα γερό update. Σκοπός μου είναι να ανεβάσω τις εντυπώσεις μου, videoclips και μερικά τραγούδια από αυτά που ακούω το τελευταίο τρίμηνο. Και φυσικά, ως ψωνάρα, να γεμίσω (ή να στερήσω) και με αστεράκια τα αλμπουμάκια των ταλαίπωρων καλλιτεχνών που έφτασαν ως τ' ακουστικά του Sony Walkman μου.

Αν όλα πάνε καλά και δεν πάθω κανά σοβαρό εγκεφαλικό, κάτω από τον τίτλο "Starry Night" θα διαβάζετε σύντομα δισκοκριτικές για τις τελευταίες δουλειές των παρακάτω: Alanis Morissette, Beck, Black Kids, Blackfilm, Carla Bruni, Coldplay, Dresden Dolls, The Dude, Erykah Badu, Fleet Foxes, Goldfrapp, Hold Steady, Hollowblue, The Kills, Last Shadow Puppets, Mates of State, Moby, Nicole Atkins, Olga Kouklaki, The Royal We, Ruby Suns, Sigur Ros, Panic at the Disco, Pete and the Pirates, Protest the Hero, Ratat, Robyn, Sam Sparro, She & Him, Shearwater, Shleby Lynne, Stereolab, Teddy Thompson, Tricky, Yosebu... Κοινώς είμαι όντως ένα βαθιά προβληματικό άτομο που με το ζόρι θέλει να πει μια μαλακία για οποιοδήποτε άλμπουμ ακούσει, αλλά κυρίως που δεν θέλει να αφήσει την αγαπημένη του ενότητα σε ολόκληρο το blog να χαλαρώσει...


Alanis Morissette
Flavors of Entanglement
(Ιούνιος 2008)

Ετούτο εδώ θα μπορούσε να σταθεί στο ύψος των λατρεμένων "Jagged Little Pill" (1995) και "Supposed Former Infatuation Junkie" (1998), αν δεν είχε πιάσει τόσο γερός δημιουργικός οίστρος την Αλάνις. Ο μόνος λόγος που το "Flavors of Entaglement" ("Οι γεύσεις του -παράνομου ερωτικού- μπερδέματος" και, γενικά, από στίχους πάλι σκίζουμε, δόξα τω θεώ) δεν παίρνουν απ' ευθείας wildcard για τους τελικούς όπου θα διαγωνιστούν τα άλμπουμ της χρονιάς, είναι ότι η 34χρονη Καναδή παίζει με 2-3 μουσικά στυλ (ίσως και να φταίει περισσότερο η παραγωγή του Γκάι Σίγκσγουερθ -βλέπε Madonna και Bjork- γι' αυτό) αντί να κάτσει λίγο πιο ήρεμη να παίξει ως άλλη Τόρι Έιμος με το πιανάκι της και με την καυστική της γλώσσα. Όπως και νά 'χει, το ότι ο αρραβωνιάρης της την παράτησε για την Σκάρλετ Γιόχανσον έκανε -εννοείται- καλό στην έμπνευσή της και εδώ μέσα θα βρεις μερικά συγκλονιστικά διαμαντάκια (τα "Citizen of the Planet" και "Versions of Violence" -κι ας θυμίζει Evanescence το τελευταίο- είναι τα αγαπημένα μου), αλλά και μπόλικα crossover τεχνάσματα (το "Giggle Again For No Reason" είναι σχεδόν electro pop! Τι σχεδόν; Ολότελα! Αν υπήρχε ακόμη το Venue απέναντι από το παλιό αεροδρόμιο, θα ξημερώναμε παρέα του αυτό το καλοκαίρι...). Κοινώς, Σκάρλετ εσύ μπορεί να έχεις μεγαλύτερα βυζιά, αλλά εμείς διαθέτουμε πνεύμα και τραγουδάρες και το άλμπουμ σου δεν μας λέει απολύτως τίποτε. Άσε που εμείς δεν ξεχάσαμε πώς γυρίζονται τα καλά alternative videoclips (σαν του "Underneath" παρακάτω:)









She & Him
Volume One
(Μάρτιος 2008)

Το πουλέν του Mr. Arkadin εδώ δίνει τα ρέστα του ως συνθέτις και ερμηνεύτρια και ξεπερνάει ακόμη και τον εαυτό της ως παρουσία στην καλλίτερη ταινία της περσινής χρονιάς. Η Ζούι Ντεσανέλ έπρεπε να κάνει ένα ντουέτο με τον M.Ward για το soundtrack της ταινίας "The Go-Getter". Όχι μόνο πήγε καλά, αλλά η "she" αποκάλυψε στο παιδί-θαύμα της country folk ότι είχε κρυμμένες στο συρτάρι της μερικές όμορφες συνθεσούλες, τις οποίες με τεράστια χαρά έπιασε ο "him" του ντουέτου στο στούντιό του στο Πόρτλαντ με αποτέλεσμα να γεννηθεί το "Volume One". Το σύνολο ακούγεται σαν να έχει ξεπηδήσει από ένα 60's όραμα, από μια ποδηλατάδα κοριτσιών στην παραλία που τα beach boys τραβάνε τα σερφ τους μετά από μια κοπιαστική μέρα κάτω απ' τον ήλιο λίγο πριν εκείνες γυρίσουν σπίτι, ισιώσουν τις αφέλειές τους, φορέσουν τα χαριτωμένα φορεματάκια τους και ξεκινήσουν για το local dinner όπου εκείνοι θα φορτώνουν το juke box με τσίγκο. Για τον M.Ward πρέπει να ήταν μια απολαυστική σπουδή πάνω στη μουσική παράδοση της πατρίδας του. Για την Ζούι, κάτι σαν πολλαπλός οργασμός.


She & Him - Change is Hard







UPDATE #1 (Κυριακή 24/8)



Shearwater
Rook
(Ιούνιος 2008)

Με το που γκριζάρει λίγο ο αττικός ουρανός κι ορμήξουν οι πρώτες καταθλίψεις της νέας σεζόν, αυτό εδώ το αλμπουμάκι θ' αρχίσει να λιώνει στο CD του αυτοκινήτου και να εθίζει επικίνδυνα το mp3 player μου. Αυτό το μουσικό πρωτοβρόχι, αν δεν προσέξεις, μπορεί να μετατραπεί σε σαρωτική θύελλα και να χαθείς για τα καλά στην γλυκιά του μουντίλα. Να γίνεις μάρτυρας της "πράσινης επανάστασης", όπως την ευαγγελίζεται ο Τζόναθαν Μέιμπουργκ, κάποτε των Kingfisher, που ξεκίνησε πριν οκτώ χρόνια τούτη εδώ τη μπάντα παρέα με τον Ουίλ Σεφ των Okkervil River, αλλά που πια συνθετικά κάνει κουμάντο μοναχός του και όσον αφορά στις εντυπώσεις, στις κλέβει παρέα με το πορτοφόλι σου, τα ρούχα σου, την καρδιά, την ψυχή σου, όλες σου τις αναστολές.

Δεν είναι μόνο ο συγκλονιστικός τρόπος που ερμηνεύει ο Μέιμπουργκ, με τα φαλτσέτι του, την πειστική του χροιά και τα καλογυαλισμένα κρύσταλλα της φωνής του. Είναι και οι εξαιρετικές συνθέσεις του, τη μια λιτές -ένα πιάνο θα κάνει τη δουλειά- την άλλη γεμάτες με όμορφα όργανα, βιμπράφωνο, άρπα, μπάντζο, παράξενα κρουστά, που όλα μαζί στροβιλίζονται σαν ένα θαύμα της φύσης καλά κρυμμένο στον πάτο του ωκεανού, που κανείς δεν έχει τη δυνατότητα να φτάσει -κι αν υπερβεί τον εαυτό του και τα καταφέρει, βιώνει μια αποκάλυψη. Η παραγωγή είναι πεντακάθαρη, έχει μειώσει τις ροκ παραμορφώσεις που φόρτωναν στις κιθάρες τους οι Shearwater ως τώρα κι έχει αφήσει χώρο για όλα αυτά τα "δύσκολα" όργανα, που αφήνουν το ίχνος τους όχι τυχαία, αλλά μόνο εκεί που πραγματικά χρειάζεται.


Το άλμπουμ δεν είναι εύκολο. Δεν το ακούς με το μυαλό αλλού, δεν το ακούς δουλεύοντας, δεν το ακούς μιλώντας στο τηλέφωνο, τρώγοντας, ταΐζοντας τη γάτα. Οι στίχοι του Μέιμπουργκ μιλούν για αποκάλυψη, σχεδόν σε τρομάζουν, οι μελωδίες κτίζονται σιγά σιγά (συνήθως ανοίγει το δρόμο ένα πιάνο όλο κι όλο, ακολουθεί η συγκλονιστική φωνή και μετά γεμίζουν, οπλίζουν και πυροβολούν και τα υπόλοιπα όργανα σε ένα κρεσέντο που σε παρασέρνει βίαια), το ένα τραγούδι οδηγεί στο άλλο νομοτελειακά και το σύνολο δεν φτάνει καν τα 40 λεπτά. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη αρετή του. Ενώ θα μπορούσαν όλα τα τραγούδια, έτσι όπως είναι δομημένα, να διαρκούν και επτά και οκτώ και δέκα λεπτά το καθένα, οι Shearwater (που πια είναι οι Μέιμπουργκ -που μετά τους Kingfisher πήγε κι αυτός στους Okkervil River τους οποίους πια εγκατελείπει για να αφοσιωθεί σε αυτήν εδώ τη μπάντα-, Θορ Χάρις -ο ντράμερ με το μούσι- και Κίμπερλι Μπερκ -μπάσο) τα διατηρούν στον ιδανικό χρόνο ώστε το σύνολο να είναι συνεπές στις προθέσεις του: Να σε ρουφήξει σε μια δίνη με εντελώς πρωτόγνωρες αισθήσεις και να σε κάνει να συνειδητοποιήσεις πέντε πράγματα για το περιβάλλον που καταστρέφεται γύρω σου ή -έστω- να προβληματισθείς με όσα κρύβεις μέσα σου και δεν θες να φωτίσεις ποτέ. Το καλλίτερο δείγμα ανεξάρτητης art rock που έχω ακούσει εδώ και πολλά χρόνια.






Robyn
Robyn
(Απρίλιος 2008 - Απρίλιος 2005 στην Σουηδία!)

To ξέρω ότι όσοι θα πάτε στη συναυλία της Madonna, θα πάτε για το σόου, για την ιστορία της, για τη Θεά και μάλλον όχι για τη μουσική. Αν, τέλος πάντων, κάπου στην άκρη της καρδιάς σας έχετε αφήσει κι ένα κομματάκι κενό για νέα ακούσματα, δώστε λίγη προσοχή στην κυρία που θα ανοίξει τη συναυλία. Η Robyn είναι Σουηδέζα -κάποτε, στα 90s είναι κάνει ένα κάποιο σουξέ-, το δισκάκι με το όνομά της το έχει κυκλοφορήσει στην πατρίδα της προ τριετίας, πέρσι στην Αγγλία, φέτος βγήκε και στον υπόλοιπο κόσμο και είναι όσο ποπ πρέπει. Όσο ποπ γουστάρουμε να ακούμε. Κλάσεις καλλίτερο από το φετινό της Madonna, για να γίνω σαφής! Η Robyn τραγουδάει με παιδική γλύκα, αλλά και με υπέρμετρη μαγκιά, είναι μια μείξη Καλομοίρας και Λίλι Άλεν, με ολίγον από παλιά καλή Madonna, και φλερτάρει τόσο με τη χιπ-χοπ όσο και με τη eurodisco με αποτέλεσμα το άλμπουμ να είναι κάτι παραπάνω από απολαυστικό. Και αναμφισβήτητα ό,τι πιο χορευτικό θα πέσει στ' αυτιά σας φέτος!



Robyn - Konichiwa Bitches







Beck
Modern Guilt
(Ιούλιος 2008)

Στο μπλέντερ του τρομερού παιδιού της γενιάς των slackers αυτή τη φορά μπαίνουν λιγότερα συστατικά απ' ότι συνήθως και παρά το γεγονός ότι συμπαραγωγός είναι ο (γνωστός κυρίως από χιπ χοπ άλμπουμ και φυσικά από τους Gnarls Barkley των οποίων αποτελεί το 50%) Danger Mouse, το "Modern Guilt" ακούγεται περίπου σαν ένας -σκοτεινός- φόρος τιμής στην ψυχεδέλεια των 60s. Στιχουργικά, ο Beck μπαίνει κι αυτός στο τριπάκι της πράσινης σταυροφορίας (βλέπε και Shearwater παραπάνω) και πετυχαίνει το σκοπό του κυρίως χάρη στα ειρωνικά του χαρακτηριστικά και στο γεγονός πως πάντα, ακούγοντάς τον, συνειδητοποιείς ότι είναι πολύ πιο έξυπνος από σένα. Το οποίο είναι και το βασικό του αρνητικό. Είναι μια ιδιοφυία που πρέπει να κοπιάσεις πολύ για να την καταλάβεις και που και να το πετύχεις, εκείνος πάλι στ' αρχίδια του θα σε γράψει. Αυτοσαρκαστικός, "αλλού" και πάντα ορεξάτος, θα έχει ήδη ξεκινήσει για το επόμενό του μουσικό ταξίδι. Που είναι δεδομένο ότι θα το ταξιδέψει με τον καλλίτερο δυνατό τρόπο...





UPDATE #2 (Σάββατο 13/9)

Fleet Foxes
Fleet Foxes
(Ιούνιος 2008)

20χρονοι λάτρεις της φύσης από τη γενέτειρα του grunge ονειρεύονται ότι έχουν παρατήσει το Σιάτλ για μια ουτοπία γεμάτη παρθένα δάση και παράξενα ζώα, όπου η μόνη τεχνολογική εγκατάσταση είναι τεράστια ηχεία που όλη μέρα παίζουν τα αγαπημένα τους τραγούδια από Beach Boys, Μπομπ Ντίλαν, Νιλ Γιανγκ, Led Zeppelin και βρετανική φολκ... Το άκρως αναπάντεχο ντεμπούτο της χρονιάς που εξιτάρει τους ανά τον κόσμο κριτικούς έρχεται από μια πεντάδα πιτσιρικάδων με φολκ εμμονές και μια λατρεία για τον μεσαίωνα και είναι εξαιρετικά ευκολοάκουστο -αν και ξένο για την εποχή μας- και αν ακολουθηθεί από αναλόγου εμπνεύσως συνέχεια, μάλλον θα σηματοδοτήσει (παρέα με το "Rook" των Shearwater) την επιβολή της νέας Americana ως το πιο εμπνευσμένο μουσικό είδος των καιρών μας. Και πού 'σαι; Το "He Doesn't Know Why" είναι τραγουδάρα, μιλάμε!






Black Kids
Partie Traumatic
(Ιούλιος 2008)

H disco συναντά τον Ρόμπερτ Σμιθ των Cure, ο Prince τον Μπάουι και όλοι αυτοί ως εμπνευστές κάθονται παρέα με τους MGMT και τους Teenagers -συμμαθητές των Black Kids στο ανάλαφρο, ξένοιαστο, αυθάδικο ποπ ιδίωμα της indie κοινότητάς μας- για να ακούσουν με χαρά τo ντεμούτο των "μαύρων παιδιών από τη Φλόριντα που πρέπει να μεγάλωσαν με το new wave των 80s στο μπιμπερό τους... Ο Ρέτζι Γιάνγκμπλαντ ξέρει πώς να γράφει πιασάρικα ρεφρέν και πώς να τα τραγουδάει με "χορευτικό" τρόπο (και με τη συνδρομή της αδελφής του, της Άλι), με αποτέλεσμα να προσθέτει τουλάχιστον τρία κομμάτια στα "must listen" της χρονιάς: Το (αγαπημένο μου) "Hit the Heartbrakes", το "Hurricane Jane" και το "Listen to your Body Tonight" είναι υπέροχα! Κρίμα που το άλμπουμ έχει 2-3 μετριάκια μέσα, γιατί αλλιώς θα μιλούσαμε για τον πιο άξιο ανταγωνιστή τoυ "Oracular Spectacular" των MGMT για τον τίτλο του ποπ άλμπουμ της χρονιάς.


Black Kids - Hurricane Jane







Yosebu
I'll Be Waiting 'Till Dawn
(Nοέμβριος 2007)

Ο Βασίλης Γιουβρής (a.k.a. Yosebu) σκαρώνει "ζεστή" μουσική για τις μουντές μέρες του φθινοπώρου και του χειμώνα. Είναι ένα μεγάλο ταλέντο της ελληνικής electronica, downtempo με τα όλα του, αλλά και τόσο cinematic που μερικές φορές σου είναι αδύνατον να τον παρακολουθήσεις χωρίς να βλέπεις και την ταινία που οι ήχοι του πλαισιώνουν. Και το γεγονός ότι το άλμπουμ του δεν είναι soundtrack κάποιας ταινίας είναι ένα κάποιο πρόβλημα...






Carla Bruni
Comme Si De Rien N' Etait
(Aύγουστος 2008)

Μπορεί το περσινό "No Promises" να ήταν μια μεγαλοπρεπής κουράδα, ωστόσο από τότε άλλαξαν πολλά: Η Κάρλα έγινε κυρία Σαρκοζί και στο Προεδρικό Μέγαρο πρέπει να είσαι προσεκτικός για όλα -ακόμη και για τα κακάκια σου. To τρίτο της άλμπουμ, λοιπόν, είναι ακριβώς αυτό που έπρεπε να είναι υπό τις νέες συνθήκες. Και μπορεί εκείνη να δηλώνει περιπαικτικά στον τίτλο "Σαν μην έγινε τίποτε...", αλλά η αλήθεια είναι ότι όχι μόνο έγινε, αλλά άλλαξε και το σύμπαν της, αλλά και το σύμπαν πολλών ανθρώπων ακόμη. Και η αλλαγή φαίνεται ξεκάθαρα στο "Comme Si De Rien N' Etait": Είναι μακράν το πιο "γαλλικό" από τα τρία άλμπουμ της, η Κάρλα ακούγεται σαν γκόμενα του Γκενσμπούργκ και όχι του σαν κυρία Προέδρου (ίσως και να βλέπει τον Νικολά σαν τον Σερζ, βέβαια, αλλά δεν θα έβαζα και το χέρι μου στη φωτιά), οι μελωδίες του είναι ανάλαφρες σαν φθινοπωρινό αεράκι που παίζει με τα πεσμένα φύλλα και το μόνο αγγλόφωνο τραγούδι, το "You Belong To Me", είναι μια υπέροχη διασκευή, γεμάτη ρομάντσο. Με λίγα λόγια: Ξέχνα το πόσο σε έχει εκνευρίσει η συνεχής της παρουσία στα δελτία ειδήσεων και -ειδικά αν είσαι ερωτευμένος- κλείσε τα μάτια κι αφέσου στο ταξιδάκι της κιθάρας και της φωνής της. Όσα σου είχε μάθει στο ντεμπούτο της, το "Quelqu' un M' a Dit" δεν ήταν ψέμματα...






Mates Of State
Re-Arrange Us
(Μάιος 2008)


Mα τι χαρούμενο άλμπουμ είναι αυτό! Και μόνο για το καλλίτερο τραγούδι της χρονιάς, το "The Re-Arranger", το ζεύγος Κόρι Γκάρντνερ και Τζέισον Χάμελ πρέπει να καρφώνονται ως εικόνισμα πάνω από το DJ Booth κάθε ψαγμένου βιότοπου indie φατσούλων. Πέμπτος δίσκος, ολόκληρος γάμος στην πλάτη τους, μπόλικες νευρώσεις και κρεββατομουρμούρα -κι όμως όλα αυτά γίνονται δημιουργικό πάτημα για κάτι όχι ξυνό και γκρινιάρικο, αλλά για ένα αναζωογονητικό ποπ πάρτυ με 10 κομματάκια που στο σύνολό τους πιάνουν ίσα ίσα τριανταπέντε λεπτά, αλλά σου αφήνουν ένα τεράστιο χαμόγελο στη μούρη για όλη την ημέρα!


Mates of State - Get Better








Metallica
Death Magnetic
(Σεπτέμβριος 2008)

Για έναν άνθρωπο που έχει για ringtone στο κινητό του το starting riff του "Seek & Destroy" (παρ' ότι έχει πια κλείσει τα 33 και η δουλειά του δεν είναι ούτε roadcrew, ούτε ντράμερ σε μπουζουξίδικο, ούτε πωλητής στα Metropolis...) η κυκλοφορία του "Death Magnetic" συγκαταλέγεται ανάμεσα στα γεγονότα της χρονιάς, παρέα με τους Ολυμπιακούς του Πεκίνου, την εισβολή της Ρωσίας στη Γεωργία και το κατόρθωμα του Γιώργου Παπανδρέου να διατηρεί το κόμμα του σταθερά στην δεύτερη θέση των δημοσκοπήσεων. Από την Πέμπτη το πρωί που το αγόρασα, έχει εκτοπίσει οποιοδήποτε άλλο άκουσμα από το CD player του αυτοκινήτου, του σπιτιού και της δουλειάς και με έχει καταστήσει έναν απρόσεχτο οδηγό / θορυβώδη γείτονα / εκνευριστικό συνάδελφο. Κοινώς έναν ακοινώνητο μαλλιά σε μετεφηβική κρίση. Αλλά το θέμα μας δεν είμαι εγώ. Το θέμα μας είναι το νέο άλμπουμ των Metallica.

Το "Death Magnetic" είναι μια διδακτική ιστορία προθέσεων και αποτελέσματος. Όπως η σημειολογία του εξωφύλλου σού κάνει ξεκάθαρο απ' το πρώτο συναπάντημά σας στο δισκάδικο ή στην παλάμη του συμπαθούς Νιγηριανού (αλήθεια, οι Αφρικανοί πλανόδιοι πωλούν και χέβι μέταλ ή μόνο Πεγκυζηνωειδή;) οι Metallica επιστρέφουν στην δεκαετία του '80: Σε λευκό φόντο ένα φέρετρο. Και στο οπισθόφυλλο το παλιό καλό logo του γκρουπ, με τα μυτερά Μ και Α, μαύρο-μαύρο, λιτό κι απέριττο. Καμμία φιοριτούρα στο artwork, ένα "πάρ'το στη μούρη", ένα "Kill 'em All" -ακόμη πιο καθαρό. 99% βία. Οι προθέσεις μιλάνε για thrash metal και "με το καλημέρα" (λέγε με "That Was Just Your Life") οι Μetallica σου σερβίρουν ακριβώς αυτό. Ούτε πειραματισμοί σε country rock μείζονα, ούτε μελωδικά ατοπήματα. Οι προθέσεις είναι σαφείς. Και λέγεται ότι ήταν ο μέγας σαμάνος της μουσικής βιομηχανίας -και διάδοχος του Μπομπ Ροκ στην παραγωγή των Μεταλλικόδισκων-, ο Ρικ Ρούμπιν που πρότεινε μια τόσο άμεση επιστροφή στις ρίζες.


Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν είναι πάντα επιτυχημένο. Στην αγωνία τους να αποδείξουν ότι "το ΄χουν ακόμη", οι τέσσερις και ο Ρικ το παρακάνουν. Ναι μεν η διαφυγή από το μοτίβο "εισαγωγή, κουπλέ, ρεφρέν, κουπλέ, ρεφρέν" και τα τετράλεπτα χιτ των τελευταίων δεκαεπτά ετών είναι μια ευχάριστη παραπομπή στις μεγάλες συγκινήσεις που μας χάρισαν τα τέσσερα πρώτα άλμπουμ τους, αλλά το "Death Magnetic" σε καμμία περίπτωση δεν είναι ούτε τόσο ωμό όσο το "Kill 'em All", ούτε τόσο εκφραστικό όσο το "Ride the Lightning", ούτε τόσο τεχνικό όσο το "Justice for All", συνεπώς ούτε τόσο όλα τα παραπάνω μαζί όσο το μεγαλειώδες "Master of Puppets". Και είπα ήδη ότι δεν έχει καμμία ποπ διάθεση, άρα δεν μοιάζει καθόλου μα καθόλου ούτε με τη μεγάλη τους επιτυχία, το "Black Album" του 1991. Όπως έγραψε και στο κορυφαίο του σχόλιο ο Pascal σ' αυτό εδώ το post, οι Metallica σε κόβουν πάνω στο καλλίτερο. Ενώ δείχνουν ότι ξεπέρασαν την δημιουργική μπίχλα που τους είχε διαλύσει στα "Load", "Reload" και στο παντελώς ακατανόητο "St. Anger", δεν καταφέρουν να ολοκληρώσουν τη σκέψη τους. Αναλώνονται σε συνεχείς εναλλαγές ρυθμού, γέφυρες, σολαρίσματα, αλλά πρέπει να φτάσεις στο έβδομο τραγούδι του δίσκου για να ξανακούσεις -μετά το πρώτο- ένα πραγματικό μέταλ ύμνο.

Οποία έκπληξις: Το έβδομο τραγούδι του "Death Magnetic" είναι η τρίτη συνέχεια του "Unforgiven" και είναι η μόνη μελωδική στιγμή του δίσκου. Αυτό, δηλαδή, που προσπαθούν να αποφύγουν όσο πιο πολύ μπορούν, είναι αυτό στο οποίο τελικά αποδίδουν καλλίτερα! Από εκεί και πέρα, ο δίσκος απογειώνεται, αλλά πια έχει φτάσει στο τέλος του (10 τραγούδια όλα κι όλα, αλλά επτάλεπτες και οκτάλεπτες επιδείξεις μουσικής κατάρτισης όλα τους). Το "Judas Kiss" είναι η κορυφαία στιγμή του άλμπουμ, ένα κομμάτι που θα μπορούσε κάλλιστα να πετάξει έξω οποιοδήποτε έπος από το "Master of Puppets" και να διεκδικήσει τη θέση του στο american metal songbook, το κλείσιμο του "My Apocalypse" είναι η ιδανική υπόσχεση για το 10ο άλμπουμ τους (το επόμενο) και το "Suicide & Redemption" που θα ακούσεις πρότελευταίο είναι η στιγμή που οι Metallica στήνονται μπροστά στον καθρέπτη, αμολάνε έξω τα γερασμένα παπάρια τους και τα παίζουν επιδεικτικά για 10 ολόκληρα λεπτά, δημιουργώντας ένα ακατανόητο, αλλά απολαυστικό instrumental τυφώνα.


Εν κατακλείδι, το "Death Magnetic" θα μπορούσε να είναι η 6η συμβολή των Metallica στη λίστα με τα "Καλλίτερα μουσικά άλμπουμ όλων των εποχών", αλλά αποδεικνύεται πιο πολύ υπόσχεση για το μέλλον. Το ότι οι τύποι ροκάρουν ακόμη σαν μικρά παιδιά το ξέραμε και από τα live τους και πλέον απέδειξαν ότι δεν έχουν χάσει ούτε το συγγραφικό τους ταλέντο. Από την πολλή τους καύλα όμως, κάπου το παρακάνουν και χάνουν το αριστούργημα στις λεπτομέρειες (αν και είμαι σίγουρος ότι με τον Ροκ αντί του Ρούμπιν στην παραγωγή το αριστούργημα θα τους είχε ξεφύγει πολύ πιο μακριά). Τεχνικά, ο Ούλριχ ξαναβρίσκει τον καλό του εαυτό, ο Χάμετ ξαναπαίρνει το ρόλο που πρέπει να έχει (lead κιθαρίστας και όχι ευθυνόφοβος τσιμπουκοτσόγλανος), ο Τρουχίλο δίνει όποιες φανκ ενέσεις μπορεί να αντέξει ένα τόσο ξεκάθαρα thrash δημιούργημα και μόνο ο Χέτφιλντ δείχνει ακόμη κάπως κουρασμένος -όχι ότι δεν τραγουδά καλά, απλά δεν δίνει αυτό το "κάτι παραπάνω". Μακάρι να μην πλακωθούν πάλι μέχρι το επόμενο μάζεμά τους στο στούντιο, γιατί κάτι μου λέει ότι το Metallica's 10th θα δικαιολογήσει απολύτως το γιατί θεωρούνται το καλλίτερο μέταλ συγκρότημα όλων των εποχών.






Nicole Atkins
Neptune City
(Οκτώβριος 2007)

Δεν ξέρω αν όλα οφείλονται στην τελική επιμέλεια που είχε (και εδώ) ο παραγωγός - γκουρού Ρικ Ρούμπιν (μάλλον όχι...), αλλά το "Neptune City" είναι σχεδόν άψογο. Κατ' αρχάς αυτό το πουτανάκι έχει στήσει ένα φοβερό κόλπο για να σε ρουφάει μέσα στην αγκαλιά του ήχου της, χωρίς να μπορείς να προβάλεις καμμία αντίσταση: Κάθε ρεφρέν -με αποκορύφωμα αυτό του μεγαλειώδους "Maybe Tonight" που ανοίγει το άλμπουμ- αφού φτάνει στην κορύφωσή του -και είναι όλα υπερευκολομνημόνευτα-, σβήνει ιδανικά, καυλιάρικα και ναζιάρικα, δημιουργώντας ακόμη περισσότερες προσδοκίες και μια δίψα να ακούσεις και παρακάτω. Μετά είναι το φαλσέτο της, η χροιά της φωνής που βγαίνει από βαθιά μέσα της, οι νοσταλγικές μελωδίες που θυμίζουν και 60s και Abba και Siouxsie and the Banshees, όλα μαζί. Και το φοβερότερο είναι ότι ενώ ώρες ώρες φτάνει στον θεατρινισμό ακόμη και τον μέγα υποκριτή Ρούφους, τελικά ακούγεται ακόμη πιο ειλικρινής κι από την αδελφή του, Μάρθα Γουέινράιτ. Ένα από τα καλλίτερα άλμπουμ του 2007, που δυστυχώς ανακάλυψα πολύ πολύ αργότερα και δεν συμπεριέλαβα στη λίστα μου :(



"Made love with Scarlett and Penélope simultaneously in an effort to keep them happy" (ο Γούντι Άλεν παραμένει Θεός)

Μπήκα στους New York Times για να διαβάσω τον Φρανκ Ριτς, αλλά έπεσα πάνω στο "ημερολόγιο" του Γούντι Άλεν, όπου καταγράφει την εμπειρία του από τα γυρίσματα του Vicky Cristina Barcelona, το οποίο θα δούμε στις Νύχτες (παραλίγο να γράψω "νύστες") Πρεμιέρας. Το κείμενό του είναι η σκιά των ευθυμογραφημάτων που έγραφε στα '70s, αλλά έχει μερικές απολαυστικές στιγμές αυτοσαρκασμού:

Summertime Sunday: για δυνατούς λύτες

(Κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, του George Gershwin - και μετά ο Αθήναιος προτείνει τη συνταγή που ταιριάζει)
Τον καλύτερο αφορισμό για τις διαφορές της μαύρης από τη λευκή ποπ κουλτούρα τον έχω ακούσει από την πιο παράδοξη πηγή - τον κατακαμένο (μυαλό ναγκασάκι) σκηνοθέτη Μάικλ Τσιμίνο, ο οποίος, σε μια συνέντευξή του στο γαλλικό περιοδικό Les Inrockuptibles, έλεγε πάνω κάτω τα εξής: η μαύρη μουσική (από τα μπλουζ και τη σόουλ μέχρι το ραπ και το r'n'b) ασχολείται με τα θεμελιώδη ζητήματα - λεφτά, γαμίσια, φόνους - ενώ η λευκή (από τον Χανκ Γουίλιαμς μέχρι τον Μπομπ Ντίλαν και τους Radiohead) είναι βυθισμένη σε νευρώσεις. Δεν έχει πολύ άδικο, ειδικά αν σκεφτεί κανείς πόσοι κλαψομούνηδες με μια κιθαρίτσα μας έχουν πρήξει τα συκώτια τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Όσο για τη τζαζ, αυτή ισορροπεί ανάμεσα στις δύο καταστάσεις από τα τέλη του '40 - όταν δηλαδή το bebop έβγαλε το είδος από τις αίθουσες χορού και τα χαμαιτυπεία και ανήγαγε το είδος στη σημαντικότερη μορφή τέχνης που γέννησε ο 20ός αιώνας.

Στην ηχογράφηση του Summertime που περιέλαβε ο μεγάλος Χέρμπι Χάνκοκ στο αφιέρωμά του στον Γκέρσουιν προ δεκαετίας, υπάρχει η απόδειξη του ισχυρισμού του Τσιμίνο. Τη "μαύρη" πλευρά εκπροσωπεί επάξια ο προφήτης Στίβι Γουόντερ, με αυτή τη φυσαρμόνικα που σε λιγώνει και κάνει τη ραχοκοκαλιά σου μέλι. Τη "λευκή" πλευρά η ιέρεια των νευρώσεων Τζόνι Μίτσελ, που τραγουδά με αυτή τη ραγισμένη φωνή, σαν να λέει "καλό μου παιδί, έχεις να καταπιείς πολλά χάπια στη ζωή σου για να φτάσεις στο βαθμό συνειδητοποίησης που βρίσκομαι τώρα εγώ". Ενώ το θυελλώδες πιάνο του Χέρμπι Χάνκοκ καλείται να ενώσει αυτούς τους δύο κόσμους σε ένα - φυσικά το καταφέρνει, με τα μάτια κλειστά. Mιλάμε για μια μικρή dream team για "σκεπτόμενους" ακροατές εδώ, που ξαναχτύπησε πέρσι με ένα δισκάκι που είχα επισημάνει εδώ πέρα προτού κερδίσει το Γκράμι καλύτερου άλμπουμ. Η εκτέλεση έχει μια βαρύτητα που λείπει από οποιαδήποτε άλλη έχω ακούσει, κάνει την ήσυχη καλοκαιρινή περιγραφή να αναφέρεται σε ένα τοπίο μετά την καταστροφή, αλλά με κάθε ακρόαση εισχωρεί ύπουλα μέσα σου και σε κυριεύει.
Και για όποιον δεν κατάλαβε, οι διακοπές μου τελείωσαν για φέτος. Όχι ότι έχω παράπονο - χρόνια είχα να φύγω τόσο συχνά και σε τόσα διαφορετικά μέρη.

21 Αυγ 2008

Ξέχνα ρε Μπίλι (Σεβαστή) τη Φανή (Χαλκιά)


(Ρέγας, Παναγιωτόπουλος, Χαλκιά από την περσινή τους προετοιμασία στο Καρπενήσι)


Κανονικά στο Πεκίνο έπρεπε να τρέξει 400 μ. μ’ εμπόδια η Χριστίνα Χαντζή. Για δύο χρόνια ήταν συνεπής σε επιδόσεις και αθλητικά ραντεβού, έπιασε το όριο, ήταν το όνειρο της ζωής της. Ο ΣΕΓΑΣ επέμεινε στην σχεδόν απούσα αγωνιστικά Φανή Χαλκιά, γιατί δεν ήθελε απλά μια συμμετοχή. Ηθελε μετάλλιο. Κι ας ήταν αρνητικά όλα τα δείγματα για την πιθανή ανοχή από τη WADA απέναντι σε ένα κρίκο της αλυσίδας που λυσσασμένα ήθελε να σπάσει: Η αποκαθήλωση του Χρήστου Ιακώβου, το κυνηγητό των «διαδόχων» του Χρήστου Τζέκου (του Γιώργου Παναγιωτόπουλου και των πρώην ή νύν αθλητών του -Γκούση και Ρέγα- κυρίως), η επιδεικτική εμπάθεια απέναντι στην Κατερίνα Θάνου.

Ολα τα δείγματα αρνητικά, εκτός από το δείγμα της Φανής στο τελευταίο ντόπινγκ κοντρόλ. Η Ολυμπιονίκης του 2004 φεύγει απ’ το Πεκίνο ατιμασμένη. Θα μπορούσε να είχε μείνει «χρυσή» θεατής στην Αθήνα. Είχε φροντίσει να μπει στη λίστα του «εθελοντικού προγράμματος» της WADA, ώστε να περνά συνεχώς από ελέγχους, αποδεικνύοντας ότι είναι «καθαρή», αφού ήξερε καλά ότι βρισκόταν στο στόχαστρο μαζί με όλη την υπόλοιπη ομάδα που γνώρισε τις πρώτες της απώλειες -και τι απώλειες!- στην Αθήνα το 2004. Τότε που εκείνη, νέο όνομα, μεγαλουργούσε χωρίς κανείς να την ενοχλεί. Οι έλεγχοι των «εθελοντών» ήταν προγραμματισμένοι. Ενας αιφνιδιαστικός, λίγες μέρες πριν το Πεκίνο, έφερε τα πάνω κάτω. Εξέθεσε την συμπαθέστατη κοπέλα, που μέχρι πριν κάποια χρόνια δεν έπαιρνε την απόφαση να αφήσει το ταλέντο της ελεύθερο, να το αποδεσμεύσει από τα περιττά της κιλά, να το εντάξει στο σύστημα που παρήγαγε χρυσά μετάλλια. Όταν τελικά είπε το OK -πρώτα στον εαυτό της-, τα πράγματα έγιναν πολύ απλά. Τώρα, η Φανή Χαλκιά πληρώνει τις «μαγκιές» μιας φουρνιάς ανθρώπων απέναντι σε έναν αποφασισμένο να κάνει του δουλειά του οργανισμό. Μιας φουρνιάς ανθρώπων που, φυσικά, θα την υπερασπισθούν -γιατί όντως εκείνη είναι απλά το θύμα-, αλλά θα ξεχάσουν να ζητήσουν τις ευθύνες από εκεί που πρέπει. Από τους εαυτούς τους.

Γνωρίζω ελάχιστα τη Φανή. Πρέπει να είχαμε γνωριστεί προ δεκαετίας όταν ήμουν ακόμη στην ενεργό δράση κι εκείνη στο ξεκίνημά της, αλλά θυμάμαι ότι μου είχε κάνει εντύπωση ότι συγκριτικά με το μέσο όρο πνεύματος που συναντάς συνήθως στο ταρτάν, εκείνη ξεχώριζε εύκολα. Γνωρίζω αρκετά καλλίτερα τον προπονητή της Γιώργο Παναγιωτόπουλο και τον Σωκράτη Γκιόλια, τον αρχισυντάκτη των εκπομπών του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου (όπου εργάστηκε για ένα φεγγάρι κι η Φανή) και επί πολλά χρόνια ρεπόρτερ στίβου, κουμπάρου του Κώστα Κεντέρη και συνήθη υπερασπιστή των κατηγορούμενων για ντόπινγκ στα τηλεπαράθυρα. Θα μπορούσα να πω ότι συνδεόμαστε από μια φιλία, έναν αλληλοσεβασμό τουλάχιστον, που οφείλεται στην ενασχόληση και των δύο με ένα άθλημα που λατρεύουμε υπερβολικά (ξεκίνησα το athletix.org το '97, σε μια περίοδο που ο ελληνικός στίβος ακόμη δεν είχε πάρει τόση φόρα). Γνωρίζω καλά και τον πρόεδρο του ΣΕΓΑΣ Βασίλη Σεβαστή, υπήρξα αθλητής όταν ξεκινούσε με μύρια προβλήματα την θητεία του στην Ομοσπονδία. Δεν ξέρω σχεδόν καθόλου τη Χριστίνα Χαντζή, αν και -απολύτως φυσιολογικά- δεν είχε ξεφύγει της προσοχής μου ως αρσενικού, όταν πρωτοεμφανίσθηκε, καλλίπυγος μετανάστις από τη Ρουμανία, στους ελληνικούς στίβους. Δεν είχα λοιπόν κανένα συμφέρον να επιμένω ότι είναι λάθος να πάει η Χαλκιά στο Πεκίνο και να διαλέγω την Χαντζή για το αφιέρωμα του GK στους Ολυμπιακούς. Απλώς μου φαινόταν απολύτως λογικό το ότι όταν το μαχαίρι σε κυττάζει κατάμουτρα, δεν πας να του δώσεις μπουνιά. Κάνεις ησυχία και συμβιβάζεσαι.

Εννοείται ότι δεν πιστεύω ότι τα ρεκόρ του Μπολτ ή του Φελπς είναι καθαρά. Αλλά δεν με νοιάζει. Ούτε και το χρυσό της Χαλκιά στην Αθήνα μου μοιάζει καθαρό, και όγδοοη να έβγαινε, πάλι δεν θα τη θεωρούσα καθαρή. Με πειράζει πρώτον που η Ελλάδα είναι αυτή τη στιγμή η πρώτη σε κρούσματα ντόπινγκ χώρα στον κόσμο και ότι η συμπαθέσταστη Φανή σύρεται στα δικαστήρια. Και ότι όλα αυτά γίνονται χωρίς να παραιτείται ο Βασίλης Σεβαστής -ή έστω θα 'θελα οποιοσδήποτε απ' όσους πίεσαν καταστάσεις επειδή είχαν συμφέροντα να 'βγαινε και να ζητούσε μια συγγνώμη. Σκατά. Το κύκλωμα Ιακώβου-Τζέκου είναι γνωστό στους ιθύνοντες εδώ και χρόνια. Μετά το 2004 είχαν και την αφορμή να το εξαλείψουν. Δεν το έκαναν. Όσοι κυνηγήθηκαν φέτος ανήκαν σ' αυτό το κύκλωμα. Κανείς δεν κυνήγησε την Δεβετζή ή τον Ιακωβάκη, το μπάσκετ ή τους Μούγιο και Πολύμερο. Γιατί κανείς δεν έχει λόγο να συνομωτήσει κατά της Ελλάδας. Γιατί όλες αυτές οι θεωρίες συνομωσίας είναι απίστευτες παπαριές. Η WADA και η ΔΟΕ γνωρίζουν καλά τη δύναμη του κυκλώματος Ιακώβου-Τζέκου και αυτό ήθελαν να εξαφανίσουν.

Όπως έφαγαν την BALCO, όπως έκαναν με ουκ ολίγους Αμερικανούς προπονητές και τη Μάριον Τζόουνς, με τις Ρωσίδες του στίβου, όπως θα κάνουν μεθαύριο με την Τζαμάικα. Έλεος πια με τις "σκευωρίες" και τα "στημένα". Αν δεν θέλετε να πείτε "συγγνώμη", τουλάχιστον μη λέτε τίποτε απολύτως...

19 Αυγ 2008

Το κρεβάτι του εργένη

Αγαπητή Ζιζέλ,
έκανα το λάθος να απαντήσω στην ερώτηση «με ποια ασχολείσαι στο επόμενο Exitorial;» και έπεσαν όλες πάνω μου να με κατασπαράξουν. Ολως αφελώς, εξέλαβα την απορία τους ως ενδιαφέρον για την στήλη και κολακεύθηκα τα μάλα που διαβάζεται και από γυναίκες, μολονότι το περιοδικό έχει τουλάχιστον σαφείς προθέσεις προσέλκυσης του ανδρικού κοινού. Και απάντησα αμέσως και χωρίς δεύτερη σκέψη: «Με τη Ζιζέλ». Μετά από τόσα χρόνια ενεργούς και συστηματικής ενασχόλησης με τα μυστήρια της θηλυκής σκέψης, πίστεψα πραγματικά ότι εδώ δεν θα έπεφτα έξω. Ενα «τι γράφεις στο επόμενο Exitorial;», ή ένα «θα είναι και το επόμενο Exitorial το ίδιο ενδιαφέρον;» είναι ερωτήσεις που συνήθως ενέχουν καμουφλαρισμένη πονηριά και σοβαρές πιθανότητες ξεσπάσματος στην λάθος (δηλαδή στην αυθόρμητη και ειλικρινή) απάντηση. Αλλά το «με ποια ασχολείσαι στο επόμενο Exitorial;» ήταν τόσο «ανδρική» ερώτηση που ένιωσα ότι δεν έκρυβε καμία απολύτως παγίδα. Προέβλεψα, μάλιστα, και την αντίδραση, υπολόγιζα σε ένα «α, μάλιστα. Επιτέλους μια πραγματική γυναίκα». Μετά το πρεζόνι, τη γριά και το κοριτσάκι (Έϊμι Γουάινχάουζ, Μαντόνα και Μόνικα διαδοχικά, στα τρία πρώτα ξεμυτίσματα της στήλης), ήλπιζα πως οι αναγνώστριες θα συγκινούνταν εξίσου με τους αναγνώστες -αν και για τους εντελώς διαφορετικούς λόγους- που η επόμενη ηρωίδα μου θα ήταν η γυναίκα στην οποία όλες θα ήθελαν να μοιάσουν. Φευ!

Το όνομά σου ήταν τελικώς μια υπέροχη αφορμή για την κατά μέτωπον επίθεση σε όλα αυτά που συμβολίζει για μια δεσποινίδα ηλικίας 25 έως 40 ετών ένας εργένης, ευκατάστατος και εμφανίσιμος (το ξέρω ότι είναι ελεεινή και τρισάθλια αυτοδιαφήμιση, αλλά μην κολακεύεσαι ότι πάω να σε ρίξω, σε λίγο θα σε πάρει κι εσένα η μπάλα) χωρίς εμφανή διάθεση σοβαρού ζευγαρώματος άνδρας. Ενώ ένας αναγνώστης, ακόμη κι ο πιο ερωτευμένος με την καλή του, θα αντιδράσει στο άκουσμα του «Ζιζέλ» με ειλικρινή εκτίμηση πρώτου επιπέδου και ατάκες όπως «θεά!», «δεν υπάρχει πιο όμορφη γυναίκα», «μα τι τέλεια φυσικά στήθη είναι αυτά;», οι αναγνώστριες (οι φίλες μου αναγνώστριες, τέλος πάντων) έχουν ήδη κάνει μια βουτιά στο πηγάδι με τον αχταρμά των εγωιστικών συμπερασμάτων τους και πειράζονται που ο εργένης της ιστορίας μας μπορεί και να φαντασιώνεται μια Ζιζέλ για το κρεβάτι του ή -ακόμη χειρότερα- τρελαίνονται στην ιδέα ότι μπορεί να την διεκδικήσει. Γιατί θα την διεκδικήσει εις βάρος τους και θα τη συγκρίνει μαζί τους! Με άλλα λόγια σε ζηλεύουν και δεν θέλουν να τσαλακώσεις τα κλινοσκεπάσματά μου...

Και, τελικώς, αυτό που κατάφεραν ήταν να μετατρέψω ένα αποθεωτικό στις προθέσεις του Exitorial προς όλες αυτές τις λιγότερο ή περισσότερο Ζιζέλ που κουλουριάζονται στα σεντόνια μου, φορούν τις αθλητικές μου κάλτσες και τα Calvin Klein εσώρουχά μου τον τελευταίο καιρό, σε ένα λιβελογράφημα κόντρα στην ανασφαλή τους παλαβομάρα. Και, φυσικά, και εναντίον σου, αφού -πρώτον- εσύ είσαι η αποδέκτης της επιστολής μου και -δεύτερον- μου έχουν απαριθμήσει και αναλύσει όλα σου τα αρνητικά, ώστε τελικά αντί να χαζεύω τις φωτογραφίες σου στο τελευταίο αμερικανικό GQ, να καθίσω και να διαβάσω την συνέντευξή σου. Και όλοι ξέρουμε πόσο ξενερώνει ένας άνδρας όταν ψάχνει να βρει δεύτερο επίπεδο εκεί που δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο απ’ το (πανέμορφο) πρώτο.

Εκεί που σκεφτόμουν πόσο ξεχωριστή είναι η κάθε γυναίκα που δέχτηκε να ξεκλειδώσει λίγο από το χρόνο που έχει αποκλειστικά αφιερωμένο στην βιολογική της προδιάθεση, απλά για να διασκεδάσουμε παρέα λίγες ώρες, τώρα απογοητεύομαι που συνειδητοποιώ ότι κι αυτό έγινε βάσει προκαθορισμένου σχεδίου. Και κουρασμένος από όλες τις (αυτοδιαφημιζόμενες ως πανέμορφες, πανέξυπνες ή παράφορα ερωτευμένες) ελεύθερες σκοπεύτριες που έχουν στήσει καραούλι τον τελευταίο καιρό στο κινητό, το e-mail και τα στέκια μου, ετοιμάζομαι να αποσυρθώ στις θερινές μου διακοπές σε μια ερημική παραλία χωρίς σήμα, μαρτίνι και γυναίκες. Αηδιασμένος που το ενδιαφέρον μου να τις κάνω να περάσουν καλά έστω και για μια μέρα μεταφράζεται αυτόχρημα σε υπογραφή συμβολαίου μελλοντικής δέσμευσης, τους επισυνάπτω αυτό εδώ το γράμμα ως τελευταία δήλωση αιώνιας απιστίας, ως οριστική παραίτηση απ’ οποιονδήποτε ρόλο φαντασιώνονται για μένα, ως ξεκάθαρη ρήξη με οποιαδήποτε λέξη ψέλλισα πάνω σε μια στιγμή που το κεφάλι υπολειτουργούσε σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα κι εκείνες μετέφρασαν αμέσως σε όρκο.

Και δεν βοηθάς κι εσύ καθόλου. Να έδινες πέντ’-έξι πνευματώδεις απαντήσεις, να τους τις τρίψω στα μούτρα, να σε τοποθετήσω όντως στη θέση του μέτρου σύγκρισης που εκείνες βιάστηκαν έντρομες να σε φαντασθούν. Υποθέτω, Ζιζελάκι, έχεις κι εσύ κουραστεί απ’ όλα αυτά τα κοριτσόπουλα που κυνηγάνε το φίλο σου και τού προσφέρουν απλόχερα όσα εσύ δεν έχεις, άλλες για να λένε ότι έφαγαν το γκόμενο της πιο όμορφης γυναίκας στον κόσμο, άλλες γιατί πιστεύουν ότι πραγματικά θα περάσουν καλά στο πλευρό ενός loser ποδοσφαιριστή που έχει ποζάρει στα πιο αμήχανα εξώφυλλα της ιστορίας των ανδρικών περιοδικών. Τουλάχιστον, ο Τομ Μπρέιντι θα έχει ηρεμήσει πια. Πέρασε από το στάδιο που όλες του έθαβαν τη Ζιζέλ και τώρα απλά απολαμβάνει την πορσελάνη των γλουτών σου χωρίς άγχος για το τι θα συζητήσετε το πρωί πάνω από την στυμμένη σας πορτοκαλάδα. Υποθέτω ότι μαζί του θα λες όλα αυτά που δεν απάντησες στην συνέντευξη. Γιατί, το ν’ αφήσει κανείς τις πολλές Ζιζέλ της κάθε βραδιάς για μία και μόνο, θα ήταν έγκλημα αν δεν έχει πειστεί ότι αυτή είναι όντως η καλύτερη...

Τα λέμε από Σεπτέμβριο,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Αυγούστου)


Και με το παραπάνω post σηματοδοτείται η επάνοδος του Homo Ludens στο blog, το οποίο έχει παρακουλτουρέψει και σοβαρέψει τον τελευταίο μήνα. Επειδή, όμως, η επιστροφή στο κλεινόν άστυ κάθε άλλο παρά ομαλή (ψυχολογικά) είναι, ο Homo Ludens προτίμησε να ξεκινήσει με μια αναδημοσίευση παλαιότερου κειμένου του, προτού επιστρέψει στην ομαλή ροή των αναφορών σε ημίγυμνες καλλονές, ιδρωμένους μαλλιάδες και άμπαλους ποδοσφαιριστές με περίεργα ονόματα. Σταδιακά, μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου το «Πο Πο Culture!» θα επιστρέψει λογικά στην φυσιολογική του ρουτίνα. Ζητώ συγγνώμη για το πληθωρικόν του διαστήματος, αλλά οι ανειλλημένες υποχρεώσεις και οι υψηλές θερμοκρασίες με υποχρεώνουν να περιορισθώ στις απολύτως απαραίτητες δημοσιεύσεις...

Summertime Sun—Tuesday(!): O ήχος της καλοκαιρινής αύρας

(Κάθε Κυριακή του καλοκαριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση τουSummertime, του Τζορτζ Γκέρσουιν. Και μετά, ο Αθήναιος, προτείνει μια συνταγή που να ταιριάζει. Η Κυριακή, επισήμως, ήταν προχθές, αλλά, μεταξύ μας, ολόκληρος ο Αύγουστος μια Κυριακή δεν είναι;)
«Μπορεί ποτέ από κάτι πραγματικά άσχημο να γεννηθεί κάτι πραγματικά όμορφο;» λέει ο θρύλος ότι ρώτησαν κάποτε τον Ντίζι Γκιλέσπι. «Έχω δυο λέξεις για απάντηση», φέρεται να είπε ο πιο παιχνιδιάρης, καλόκαρδος, ευρηματικός διασκεδαστής της τζαζ: «Σταν Γκετζ».
Εντάξει, ο Γκετζ δεν υπήρξε ποτέ ακριβώς αυτό που θα έλεγε κανείς «όμορφος άντρας», δεν ήταν όμως σε καμία περίπτωση τέρας ασχήμιας και, σε τελική ανάλυση, η αντίληψη της ομορφιάς είναι κάτι μάλλον σχετικό, και σίγουρα απολύτως υποκειμενικό – ή μήπως όχι; Γιατί, εδώ που τα λέμε, αν υπάρχει κάποια περίτρανη απόδειξη για την ύπαρξη αντικειμενικής ομορφιάς, αυτός είναι ο ήχος του σαξοφώνου του Σταν Γκετζ. Το γαλλικό περιοδικό Jazzman, στο πρόσφατο αφιέρωμα που έκανε στα 50 χρόνια της μπόσα-νόβα, έγραψε για τον Γκετζ ότι το μοναδικό remix που ταιριάζει άψογα στο παίξιμό του είναι ο ρυθμός από τον ήχο των τζιτζικιών* το καλοκαίρι. Έχει δίκιο το καλό περιοδικό. Γιατί, μη γελιέσαι, ο ήχος του σαξοφώνου του Σταν Γκετζ είναι η ίδια η καλοκαιρινή αύρα που σε χαϊδεύει και στεγνώνει το νερό της θάλασσας στους ώμους σου, γεμίζοντας το δέρμα σου με αλάτι, καθώς ξαπλώνεις τεμπέλικα σε μια αιώρα, αφήνοντας πίσω σου όλα όσα σε ταλαιπωρούν στην πόλη.
*(Κι επειδή, ως γνωστόν, ο ήχος που κάνουν τα τζιτζίκια είναι το ερωτικό κάλεσμα της τζιτζικίνας, παραθέτω κι ένα απολύτως καλοκαιρινό κομμάτι του Marcos Valle, με τίτλο Crickets Sing for Anna Maria, που εισέβαλε ξαφνικά στο soundtrack των διακοπών μου. Αν κατάλαβα καλά είναι η ιστορία της Αννα Μαρία, που επιθυμεί διακαώς να ερωτοτροπήσει, αλλά την κρίσιμη ώρα πλακώνει όλο της το σόι στο σπίτι – ή κάτι τέτοιο. Τα τζιτζίκια πάντως του δίνουν και καταλαβαίνει)

14 Αυγ 2008

Django Olympics: Μυστήρια στο Πεκίνο

Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω παρακολουθήσει ούτε 5' ολυμπιακών αγώνων. Δεν έχω ιδέα τι γίνεται στο Πεκίνο, δεν μ' ενδιαφέρει το ρεκόρ του Μάικλ Φελπς, ούτε η αθόρυβη απαξίωση του ελληνικού πρωταθλητισμού που πληροφορούμαι ότι βρίσκεται σε εξέλιξη. Ούτε την τελετή έναρξης δεν είδα - και κρατάω το σχόλιο που έκαναν δυο φίλοι, ότι την παρακολουθούσαν με άγχος, μήπως κάτι πάει στραβά και έχουμε εκτελέσεις στη Λαϊκή Δημοκρατία. Οι Ολυμπιακοί υποτίθεται ότι θα λειτουργούσαν ως δυτική κολυμβήθρα του Σιλωάμ για την Κίνα, που θα τους χρησιμοποιούσε ως συγχωροχάρτι για τον ολοκληρωτισμό και την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων - και το ρόλο της στο Θιβέτ - κυρίως όμως για τη μόλυνση των αγορών της δύσης με φτηνά προϊόντα και φτηνότερα εργατικά. Καλώς ή κακώς, μέχρι στιγμής, τίποτε από αυτά δεν φαίνεται να συμβαίνει. Η Κίνα παραμένει ένας αλλόκοτος αντίπαλος για τη Δύση, ένας κόσμος που δεν καταλαβαίνουμε ακριβώς, όπως συνέβαινε από την εποχή του Μάρκο Πόλο, παρά τις δεκάδες Chinatown που υπάρχουν πια σε όλες τις δυτικές μεγαλουπόλεις. Ή μήπως εξ αιτίας τους; Είναι, ας πούμε, η περίφημη Τσάιναταουν που αναπτύχθηκε στο Limehouse του Λονδίνου που αποτελούσε το χώρο δράσης ενός από τους πιο γνωστούς "κακούς" της φτηνής παραλογοτεχνίας του μεσοπολέμου, του Δρος Φου Μαντσού. Εκείνη την εποχή, οι μυστηριώδεις κινέζοι ήταν οι ιδανικοί "κακοί" της μαζικής κουλτούρας, δολοπλοκώντας ασύστολα (και χωρίς λόγο) μέσα σε κακοφωτισμένα οπιοποτεία. Αργότερα, το ρόλο των κακών έπαιξαν οι Ναζί, οι Ρώσοι, οι Άραβες - μέχρι που ήρθε το "24" και συνδύασε όλους αυτούς τους κακούς, μαζί με τους Κινέζους. Κλείνει η παρένθεση.
Η περιοχή του Limehouse υπήρξε και η έμπνευση για ένα από τα μεγαλύτερα σουξέ της εποχής της τζαζ. Το κομμάτι υπήρξε τεράστια επιτυχία, ακουγόταν σε παραστάσεις από ηθοποιούς μεταμφιεσμένους σε κινέζους, και από ορχήστρες που χτυπούσαν χαρωπά τεράστια γκονγκ, για να αναπαραγάγουν την μυστηριακή ατμόσφαιρα της άπω ανατολής. Τέτοιος εξωτισμός δεν θα μπορούσε παρά να βρει θέση στο ρεπερτόριο του Cotton Club, γι' αυτό και το ηχογράφησε και ο Ντιουκ Έλινγκτον, αποφεύγοντας το πολύ φολκλόρ, είναι όμως η εκτέλεση του Τζάνγκο που αποτελεί την επιτομή της εποχής: κομψή, αλλά όχι απαθής, λαϊκή αλλά όχι χυδαία, μυστηριακή, αλλά όχι κιτς, καταφέρνει ακόμα και σήμερα να παρασύρει με το πάθος της τον ακροατή. Μια εκτέλεση που άφησε τον απόηχό της και σε μεταγενέστερες εκτελέσεις, όπως αυτή του Τσάρλι Μπερντ, του κιθαρίστα που έκανε μόδα τη μπόσα-νόβα. Να, κάτι τέτοια σκέφτομαι όταν η συζήτηση πηγαίνει στην Κίνα και δεν μου μένει μυαλό για αγώνες και τέτοια.

12 Αυγ 2008

Αστυνομικό Κουίζ

«Γύρισα το πρωί από τη Μύκονο και με το που μπήκα στο σπίτι τον βρήκα σ’ αυτήν την κατάσταση», είπε ταραγμένη η κυρία Λίλιαν Μελίγκρα, μια από τις πιο κομψές γυναίκες της κοσμικής Αθήνας. Ο αστυνόμος Καραμπουζουκλής έβαλε ένα άφιλτρο στο στόμα του, το άναψε και κοίταξε ένα γύρο το γραφείο της έπαυλης. Στο κέντρο, επάνω στο εβένινο σεκρετέρ, ο βιομήχανος Μελίγκρας έμοιαζε να παίρνει έναν υπνάκο. Η αλήθεια ήταν πιο μακάβρια. Το αριστερό του χέρι κρεμόταν στο πλευρό του, κρατώντας σφιχτά την ακριβή του πένα. Το δεξί του κρατούσε εξίσου σφιχτά το ρεβόλβερ που του είχε καταφέρει το μοιραίο χτύπημα: μια τρύπα στον κρόταφο. Το αίμα του πότιζε την επιφάνεια του γραφείου και μια στοίβα έγγραφα, πάνω στα οποία είχε αφήσει την τελευταία του πνοή ο μέχρι πρότινος ισχυρός άντρας της ελληνικής οικονομίας. Ένα κομμάτι του Μάλερ που ξεχυνόταν από τα ηχεία του στερεοφωνικού, έπαιζε στο repeat, βαραίνοντας ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα.
«Η αλήθεια είναι ότι τελευταία ο Ζήνων ήταν ιδιαίτερα αγχώδης και κλεισμένος στον εαυτό του, κύριε αστυνόμε», εξήγησε η χήρα του, μόλις κατάπιε δύο ηρεμιστικά. «Γι’ αυτό και αναγκάστηκα να γυρίσω άρον-άρον από τις διακοπές μου. Μου τηλεφώνησε χθες το βράδυ και μου είπε ότι με χρειάζεται. Τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά στην εταιρία. Εδώ και μήνες προσπαθούσα να τον βοηθήσω να επανακτήσει την αισιοδοξία του. Τον έπεισα να πουλήσει το κανάλι. Με τα κέρδη, αγόρασε εισιτήρια για τη συναυλία της Μαντόνα. Θα γιορτάζαμε εκεί την επέτειό μας», είπε πνίγοντας ένα αναφιλητό.
«Είχε συντάξει τη διαθήκη του;» ρώτησε ο αστυνόμος Καραμπουζουκλής. «Ναι, πριν από έξι μήνες, όταν ξεκίνησαν τα προβλήματα στην εταιρία», απάντησε εκείνη. «Μοίραζε ισόποσα τα πάντα σε μένα, τα παιδιά μας, και την αγαπημένη του φιλανθρωπία: το ίδρυμα νέων Τήλου ‘Δάμων και Φιντίας’, για την αποκατάσταση των μετροσέξουαλ αγοριών. Δεν μου περνούσε από το μυαλό ότι σκόπευε να κάνει κάτι τέτοιο». «Ούτε ότι σκόπευε να δωρίσει τα εισιτήρια στο Ίδρυμα, φαντάζομαι», είπε κοφτά ο αστυνόμος. «Τι εννοείτε;», ψέλλισε σαστισμένη η Λίλιαν Μελίγκρα. «Εννοώ ότι πρέπει να μου τα παραδώσετε και να με ακολουθήσετε στο τμήμα», απάντησε ο αστυνόμος Καραμπουζουκλής.
Γιατί ο αστυνόμος Καραμπουζουκλής υποψιάστηκε τη Λίλιαν Μελίγκρα;

(η λύση στα σχόλια)


  • (Δημοσιεύτηκε την Κυριακή 10/8, στην ενότητα "Σπαζοκεφαλιές" του ειδικού τεύχους Παραλίας του περιοδικού Big Fish. Το αναδημοσιεύω γιατί θεωρώ πιθανό πολλοί να έχασαν το περιοδικό, αποφεύγοντας να αγοράσουν μια εφημερίδα με αιματοβαμμένο κι εν πολλοίς κατάπτυστο πρωτοσέλιδο. Δεν τους αδικώ. Αλλά έχασαν ένα πολύ ωραίο τεύχος)

11 Αυγ 2008

H τελευταία μεγάλη στιγμή του Άιζακ Χέιζ

...ο ρόλος του ως σεφ στο South Park. Απλώς υπέροχος.

Το δε τραγούδι, το καλύτερο κύκνειο άσμα και ταυτόχρονα ο καλύτερος επικήδειος που θα μπορούσε να υπάρξει.

10 Αυγ 2008

Summertime Sunday: θρήνος στους τροπικούς

(Κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, του George Gershwin - και μετά ο Αθήναιος προτείνει τη συνταγή που ταιριάζει)
Είχα φορτώσει το mp3 με τη σημερινή εκτέλεση του Summertime στο πιστό μου στικάκι. Το αρχικό σχέδιο ήταν να χρησιμοποιήσω το κοινόχρηστο internet station του ξενοδοχείου και να ανεβάσω το Summertime Sunday στην ώρα του. Δεν είχα υπολογίσει μια μικρή λεπτομέρεια - δεν υπήρχε θύρα USB ούτε για δείγμα. Κι ενώ είμαι ψυχαναγκαστικός, δεν είμαι τόσο ώστε (α) να ψάχνω net cafe στο Μόλυβο κυριακάτικα, πολύ περισσότερο δε (β) να κουβαλάω lap top για ένα τετραήμερο - δεν πειράζει, σκέφτηκα, θα ανεβάσω το κομμάτι όταν επιστρέψω στην Αθήνα, με καθυστέρηση. Η πρώτη φορά θα είναι που το Summertime Sunday ανεβαίνει δευτέρα, ή η τελευταία*;
Το σχέδιό μου ανατράπηκε από τον καιρό. Με το που άρχισε το αεροπλάνο να προσεγγίζει τον αττικό ουρανό, βυθιστήκαμε μέσα σε γκρίζα σύννεφα, ανάμεσα σε αστραπές και αναταράξεις. Κατεβήκαμε μέσα στο ψιλόβροχο, περισυλλέξαμε μουσκεμένες αποσκευές, φτάσαμε σε ένα σπίτι με τις γλάστρες ηττημένες από τον αέρα, ενώ η γάτα σκόρπιζε πατημασιές στο πάτωμα με τα βρεγμένα πατουσάκια της. Όχι ακριβώς η ατμόσφαιρα που θες, προκειμένου να μιλάς για τον ήχο της καλοκαιρινής αύρας. Και τώρα; Τι Summertime θα ανεβάσω. Τη λύση μου την έδωσε η λιγότερο καλοκαιρινή τραγουδίστρια στην ιστορία των φωνογραφήσεων (χε) - η Billie Holiday. H γυναίκα τραγουδάει Summertime και ξέρεις ότι δεν πιστεύει λέξη από όσα λέει - ποιο "living is easy", ποιο "your daddy's rich and your ma is goodlooking", ποιο "hush little baby", εδώ υποφέρουμε κύριε, δεν παίζουμε. Ξανακούγοντάς το βέβαια, άρχισα να το συμπαθώ όλο και περισσότερο - κυρίως λόγω της ορχήστρας (θα ψάξω ποια είναι και θα επανέλθω - update: το έψαξα και επανέρχομαι, είναι ηχογράφηση της 10ης Ιουλίου του 1936, με τον θεό Άρτι Σο στο κλαρινέτο, ντροπή μου που δεν τον αναγνώρισα, και τον Μπάνι Μπέριγκαν στην τρομπέτα), που την υποστηρίζει με μπρίο και νεύρο και έναν αλλόκοτο, ελαφρώς ζουγκλοειδή ρυθμό (χάρη στα ντραμς του πρωτοπόρου Κόζι Κόουλ), που φέρνει στο μυαλό ζέστη και υγρασία και τον άνεμο απέξω να λυσσομανάει και τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος και ιδρώτα και καταιγίδες στο τέλος καυτών ημερών. Τροπικό κλίμα, δηλαδή, σαν αυτό που εμφανίζει τα τελευταία χρόνια η άλλοτε εύκρατη χώρα μας.
υγ. Για να είμαι απολύτως ειλικρινής, η πρώτη σκέψη να ασχοληθώ με την Μπίλι Χόλιντεϊ ως (όχι ακριβώς ιδανική) ερμηνεύτρια του Summertime, μου ήρθε προχθές, όταν, μέσα σε ένα από αυτά τα χίπικα μαγαζιά με τα κοσμήματα, τα λινά φορέματα και τα καπέλα Παναμά του Μολύβου, άκουσα ένα remix πάνω στη συγκεκριμένη εκτέλεση. Δεν έχω το εν λόγω remix, ανέσυρα όμως ένα άλλο που είχαν κάνει οι αξιότιμοι United Future Organization, πάνω στην θεϊκή φωνή της Σάρα Βον.
*(την ερχόμενη Κυριακή θα βρίσκομαι στη Λευκάδα - που σημαίνει ότι και το επόμενο Summertime Sunday θα αναρτηθεί οπωσδήποτε Δευτέρα, που θα πάω στο νετ καφέ της Βασιλικής για να στείλω τη στήλη μου- το λέω προκαταβολικά, για να μη στηθεί κανείς κυριακάτικα πατώντας μονότονα F5 στο πληκτρολόγιό του)

7 Αυγ 2008

Che cosa sono le nuvole?

Ένα από τα ομορφότερα, πιο συγκινητικά ταινιάκια που έχω δει ποτέ


Ένας τυπικός παζολινικός προβληματισμός για τη ζωή, το θάνατο, τον έρωτα και την ανθρώπινη φύση


Με μια μικρή dream team της λαϊκής ιταλικής κωμωδίας

Κι ένα ονειρεμένο τραγούδι από τον Ντομένικο Μοντούνιο, που μπορεί να προκαλέσει σε κάθε άνθρωπο με αίμα τη διάθεση να κόψει τις φλέβες του


Το ξαναβρήκα στο Youtube και το προσφέρω, εν είδει θερινού σινεμά τσέπης

3 Αυγ 2008

Summertime Sunday: This is Jazz (a success story)

(Κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, του George Gershwin - και μετά ο Αθήναιος προτείνει τη συνταγή που ταιριάζει)Αν μπορουσα αυτή τη στιγμή να διαλέξω ένα μουσικό όργανο για να μάθω να παίζω, αυτό θα ήταν το βιμπράφωνο - λατρεύω αυτό το κομψό, νηφάλιο κουδούνισμά του, τον τρόπο που ένα (φαινομενικά) απλό κρούσμα στα ελάσματά του μπορεί να προκαλέσει μια διάχυση συναισθημάτων, το ότι είναι ταυτόχρονα παιχνιδιάρικο και συγκρατημένο. Βέβαια, αν ήθελα να μάθω βιμπράφωνο, θα ήταν δύσκολο να προμηθευτώ ένα τέτοιο όργανο. Κι αν ακόμα αγόραζα, θα ήταν ακόμα πιο δύσκολο να βρω δάσκαλο. Θα έπρεπε να απευθυνθώ στον κ. Αλέκο Χρηστίδη, που ο άνθρωπος, δεν είναι η δουλειά του, κρουστά παίζει ο άνθρωπος στην Κρατική (και σε διάφορα τζαζ σχήματα), αλλά είναι ο μοναδικός στην Ελλάδα που ξέρει κάπως το όργανο - και είναι αυτός που πριν από καμιά δεκαριά χρόνια μπήκε στην επιτροπή υποτροφιών που συνεδρίαζε στο Νάκα και είπε "έχετε εδώ έναν άνθρωπο που θέλει να σπουδάσει ένα όργανο που στην Ελλάδα δεν υπάρχει. Εντάξει, να δώσετε υποτροφίες σε όσους κιθαρίστες, πιανίστες και ντράμερ θέλετε, αλλά κρατήστε μια θέση και γι' αυτόν". Κάπως έτσι βρέθηκε ο Χρήστος Ραφαηλίδης στο Berklee - και κάπως έτσι ξεκίνησε αυτό το υπέροχο success story που με συγκινεί κάθε φορά που το σκέφτομαι: πώς ένας έφηβος ντράμερ από την Κοζάνη βρέθηκε στο σημαντικότερο ωδείο του κόσμου, να σπουδάζει ένα αλλόκοτο τζαζ όργανο, κι από εκεί στη Νέα Υόρκη, να πασχίζει να βρει μια θέση στη τζαζ κοινότητα της πόλης, φτιάχνοντας το δικό του σχήμα - με το φιλόδοξο όνομα Manhattan Vibes - και παίζοντας στο Blue Note, στο Dizzy's Club Coca Cola του Jazz at the Lincoln Center, συμμετέχοντας στη Mingus Big Band, να τον αντιμετωπίζουν ως ίσο o Τζο Λοκ, ο Ερνέστο Σίμσον, ο Τζον Μπενίτες, ο Κρίστιαν Μακ Μπράιντ, ο Ραβί Κολτρέιν. Πού και πού, από τότε που τον γνώρισα, μου στέλνει ένα email για να μοιραστεί με κάποιον (από την πατρίδα - που να καταλαβαίνει όμως) τον ενθουσιασμό του για την καριέρα του που μοιάζει να πηγαίνει όλο και καλύτερα. Με τον Χρήστο Ραφαηλίδη μας συνδέει κάτι ακόμα: ανήκουμε και οι δύο στο άτυπο fan club της Εύης Σιαμαντά - της μοναδικής ίσως έτοιμης τζαζ τραγουδίστριας της Ελλάδας (έχω ξαναγράψει γι' αυτήν). Όταν της είπα ότι κατέβασα μια εκτέλεση του Summertime από εκείνη και το Χρήστο, ψιλοφρίκαρε, γιατί δεν είχε ιδέα - από ό,τι κατάλαβα, δεν ήταν σίγουρη για το πού, το πώς, το πότε, μάλλον κάποιος ηχολήπτης πήρε την πρωτοβουλία να το γράψει και να το μιξάρει, στο πλαίσιο κάπου live, ή κάποιας πρόβας, δεν θυμάμαι καλά. Αυτό είναι προφανές - η εκτέλεση είναι αμήχανη: ειδικά στο πρώτο μέρος, η Εύη μοιάζει να δοκιμάζει τη φωνή της, να εξετάζει τις δυνατότητές της, προσπαθώντας να ανακαλύψει προς τα πού πρέπει να το πάει, πατώντας πάνω στον ήχο του Χρήστου. Από τη μέση και μετά, που και οι δύο έχουν ζεσταθεί και πατούν στα πόδια τους, το κομμάτι πετάει. Κι αυτό για μένα είναι η ουσία της τζαζ - το πώς κάτι μπορεί να έχει ταυτόχρονα δεκάδες δυνατές ερμηνείες, και πώς η εκδοχή που θα επιλέξεις κάθε φορά είναι αποτέλεσμα προσωπικών διεργασιών, ένα state of mind. Είναι επίσης κάτι παραπάνω: σε μια ηχογράφηση όπου, ουσιαστικά, ακούγονται μόνο δύο όργανα, η φωνή και το βιμπράφωνο, νιώθω σαν να βρίσκομαι παρών σε μια διαδικασία φλερτ, σαν να παρακολουθώ ένα αρσενικό και ένα θηλυκό τη στιγμή που απλώνουν στο τραπέζι τα θέλγητρά τους - ίσως γι' αυτό, στο τέλος, που πια τα έχουν βρει, χαμογελώ σαν ηλίθιο.

1 Αυγ 2008

Django Weekend: Here, kitty kitty kitty...

Αν υπάρχει ένα κομμάτι, εμβληματικό της ιστορίας της τζαζ, και της κουλτούρας της Νέας Ορλεάνης, αυτό είναι το Tiger Rag. Δεν είναι τυχαίο ότι ο σημαιοφόρος της Νεορλεανέζικης τζαζ, ο παμμέγιστος Λούι Άρμστρονγκ δεν σταμάτησε ποτέ να το περιλαμβάνει στο ρεπερτόριό του, από τη δεκαετία του '30 μέχρι τη δεκαετία του '60. Ειδικά στην Ευρώπη, το κομμάτι θεωρείτο περίπου συνώνυμο της τζαζ, όπως άλλωστε και οι λέξεις "Νέα Ορλεάνη", πράγμα με το οποίο ήρθε αντιμέτωπος ο Ντιουκ Έλινγκτον το 1973, στο τελευταίο του live επί βρετανικού εδάφους (κι επί του μάταιου ετούτου κόσμου, εν γένει), αντιπαρερχόμενος των εμμονών του κοινού με το γνωστό του χιούμορ, το μπρίο, τη γαλαντομία και τη δεξιοτεχνία της ορχήστρας του. Αυτή η εμμονή των Ευρωπαίων με την "trad jazz" είχε φτάσει στο ζενίθ της στη δεκαετία του '50, όταν το Σεν Ζερμέν ντε Πρέ είχε γίνει ο βιότοπος δεκάδων εξόριστων της τζαζ, οι οποίοι κατέφευγαν στο φιλόξενο γαλλικό έδαφος, διωγμένοι από τη λαίλαπα του ροκ εν ρολ. Όσο για τον ήρωά μας, τον γενάρχη της ευρωπαϊκής τζαζ, περιλάμβανε κι αυτός το Tiger Rag στο ρεπερτόριό του, από την πρώτη στιγμή που σχημάτισε το Quintette du Hot Club de France, και καθ' όλη τη διάρκεια της καριέρας του. Ήταν όμως στην ιστορική μεταπολεμική του συνάντηση στο Λονδίνο με το καλλιτεχνικό του έτερον ήμισυ, τον Στεφάν Γκραπελί (ο οποίος είχε αυτοεξοριστεί στην Αγγλία, μην αντέχοντας στην ιδέα ενός κατεχόμενου Παρισιού), που ο Τζάνγκο Ράινχαρντ έκανε κυριολεκτικά δικό του το κομμάτι, μετονομάζοντάς το σε Django's Tiger, κι εντάσσοντας τη μελωδία της Original Dixieland Jass Band σε έναν προσωπικό του δαιμονικό αυτοσχεδιασμό.
Αφορμή για όλα αυτά στάθηκε μια άλλη εκτέλεση του κομματιού, από έναν άλλο εμβληματικό κιθαρίστα, τον Λες Πολ, με τη γυναίκα του, τη Μέρι Φορντ στα φωνητικά (και στην ιδιοφυή έμπνευση να φωνάζει "here, kitty, kitty, kitty" στην τίγρη του κομματιού). Μια εκτέλεση που ανακάλυψα βουτώντας στο link-θησαυρό που έθεσε υπ' όψιν μου προ ημερών μια φίλη του blog (οι άνθρωποι που ακούν μουσική του μεσοπολέμου είναι έτσι κι αλλιώς φίλοι μου, κατά τεκμήριο).