24 Απρ 2012

Πώς θα απαλύνετε κάπως την μιζέρια της κρίσης


Τα Village Cinemas ανακοίνωσαν προχθές ότι ξαναγυρίζουν την τιμή του εισιτηρίου στα επίπεδα του 2002. Είχαν ήδη προηγηθεί πολλά συνοικιακά σινεμά. Σε μια τόσο πιεστική για την ψυχολογία μας κατάσταση, ακόμη και μια ταινία στον κινηματογράφο μπορεί να κατευνάσει λίγο την πίεση.


Σε καμμία περίπτωση αυτό το κείμενο δεν πάει να λειτουργήσει σαν κάποιου τύπου διαφήμιση. Τα Village Cinemas ήταν απλά μια αφορμή, γιατί τα γνωρίζουν και τα έχουν επισκεφθεί οι περισσότεροι. Πάνω απ' όλα θέλουμε να πούμε ότι δεν κάνετε καλό στον εαυτό σας ως άνδρας -πατέρας, σύζυγος, εραστής, φίλος, ισχύει για όλους τους ρόλους σας- να μένετε συνεχώς στο σπίτι, μπροστά στην τηλεόραση και να ρίχνετε κι άλλη φωτιά στην μιζέρια της κρίσης, βλέποντας συνεχώς νέα στοιχεία για το αδιέξοδό σας (μας) στις ειδήσεις.

Η γενική είσοδος στα Village Cinemas ήταν 8,5 ευρώ τις καθημερινές και 9,5 τα Σαββατοκύριακα. Ένας πατέρας, για να πάει τον γιό του να δουν μια ταινία το απόγευμα του Σαββάτου, θα έπρεπε να ξοδέψει τουλάχιστον 25 ευρώ (αν προσθέσετε κι ένα αναψυκτικό, λίγα ποπ κορν και την βενζίνη). Είναι λογικό σε συνθήκες "εσωτερικής υποτίμησης" ένα τέτοιο ποσό να φαντάζει σχεδόν εξωπραγματικό για τους περισσότερους. Εσωτερική υποτίμηση, λοιπόν, θα έκαναν κάποια στιγμή και τα Village. Πλέον για να πάτε να δείτε μια ταινία εκεί, θα πληρώνετε 7 ευρώ το εισιτήριο.

Και πάλι, όμως, υπάρχουν συνοικιακά σινεμά στο κέντρο που το έχουν 6 ευρώ. Υπάρχουν άλλοι κινηματογράφοι που κάποιες συγκεκριμένες ημέρες κάνουν ειδικές προσφορές. Ο Δαναός είναι ένα πρώτο παράδειγμα που μού έρχεται στο μυαλό. Κάθε Τετάρτη έχει γενική είσοδο 5 ευρώ. Στην Κηφισιά, τα Cinemax Cyta κάνουν δώρο το ένα στα δύο εισιτήρια κάθε Πέμπτη. Μην αδικώ όμως και τους υπόλοιπους επιχειρηματίες. Ψάξτε λίγο και θα δείτε ότι οι περισσότεροι έχουν βγάλει κάποιες προσφορές. Αναγκαστικά θα τους ακολουθήσουν κι οι υπόλοιποι. Μέχρι να το κάνουν, δεν έχετε λόγο να πηγαίνετε εκεί που ακόμη προσπαθούν να σας ξεζουμίσουν το πορτοφόλι. Ο κινηματογράφος θα έπρεπε να είναι μια φθηνή και εύκολη μορφή διασκέδασης, ιδανική για μια τέτοια μίζερη περίοδο. Ναι, και οι επιχειρηματίες των αιθουσών προβολής τα βγάζουν δύσκολα, αλλά αυτοί είναι οι νόμοι της ελεύθερης αγοράς. Εσωτερική υποτίμηση εμείς; Εσωτερική υποτίμηση κι αυτοί...

Πώς να επιλέξετε το σωστό εστιατόριο
Το ίδιο ισχύει -σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, μάλιστα- και στο να βγείτε να φάτε έξω ή να πιείτε ένα ποτό. Το έχετε ανάγκη, πιστέψτε με, αλλά έχετε και ανάγκη να μην πιάνεστε κορόιδο. Να νιώσετε πως σέβονται τα (λιγοστά πια) λεφτά σας αυτοί που σας ταΐζουν και σας ξεδιψούν. Το lifestyle του εστιατορίου "επίδειξης" έχει πια πεθάνει. Δεν έχετε λόγο να βγείτε για να σας δούν και να τους δείτε -και να ξοδέψετε όσο περισσότερα μπορείτε σ' ένα ακριβό κρασί, έτσι για να κάνετε το κομμάτι σας-, έχετε όμως απόλυτη ανάγκη να διασκεδάσετε το κορίτσι σας, να τα πείτε με τους φίλους σας, να κάνετε ένα τραπέζι με την οικογένειά σας. Εδώ θα χρειασθεί λίγο καλύτερη έρευνα αγοράς από μέρους σας. Ναι, οι τιμές έχουν αρχίσει να πέφτουν, αλλά πολύ συχνά έχει πέσει και η ποιότητα. Είναι στο χέρι σας να αναδείξετε όσους αξίζουν. Οι υπόλοιποι, ας ακολουθήσουν την επιμονή τους να μην καταλαβαίνουν ότι η Ελλάδα αλλάζει.

Το Πάσχα, από λάθος συνεννόηση κάθισα σε άλλη ταβέρνα από αυτήν που μου είχαν προτείνει κάποιοι γνωστοί στο νησί που πέρασα τις διακοπές μου. Μέτριο φαγητό, κακό σέρβις, μια απογοήτευση. Δεν ήταν μεγάλος ο λογαριασμός, αλλά με τα ίδια χρήματα θα έτρωγα υπέροχα, μόλις δεκαπέντε μέτρα πιο πέρα. Έφταιγα. Γιατί βιάστηκα να κάτσω στην "λάθος" ταβέρνα, χωρίς να πάρω ένα τηλέφωνο να ρωτήσω ποια από τις δύο εννοούσαν. Το γεγονός ότι η "λάθος" ταβέρνα συνεχίζει να υπάρχει δίπλα στην "σωστή" έχει να κάνει μ' αυτές τις βιασύνες, μ' αυτά τα "δεν πειράζει μωρέ", με το ότι ακόμη δεν έχουμε μάθει ούτε κι εμείς οι ίδιοι να σεβόμαστε τους τόσο χοντρά μειωμένους μισθούς μας.

Πρωινό έφαγα στο πιο τέλειο cafe του νησιού. Αλλά δεν μού έφεραν απόδειξη. Η ποιότητα των προϊόντων τους ήταν άριστη, το μέρος πανέμορφο, οι τιμές καλές. Αλλά και πάλι, είχαν τον δικό τους τρόπο να μού "κλέψουν" κάτι -και παρατήρησα ότι σε κανένα από τα γύρω τραπέζια δεν έφθανε απόδειξη ποτέ... Διαμαρτυρήθηκα. Είναι, βέβαια, άλλη κουβέντα αυτή, αλλά ένα κομμάτι του να ζητάς απόδειξη έχει να κάνει με το "ψάξε γύρω σου, ρώτα, κρίνε". Αυτή η κρίση μάς έχει γεμίσει μιζέρια, αλλά είναι και μια καλή ευκαιρία να στρώσουμε μερικά πράγματα που τα είχαμε αφήσει να πάρουν τον εντελώς στραβό δρόμο. Σε μεγαλύτερο βαθμό από όλα τα παραπάνω παραδείγματα, όσα γράφουμε εδώ ισχύουν για τα μπαρ. Αν σερβίρει μπόμπες, μην ξαναπάτε, αν διατηρεί τις τιμές στα προ τριετίας επίπεδα, μην ξαναπάτε, αν δεν κερνάει ποτέ μετά το δεύτερο - τρίτο ποτό που πίνετε εκεί, μην ξαναπάτε, αν δεν σάς κόβουν απόδειξη, μην ξαναπάτε. Αλλά όχι και να μην ξαναβγείτε έξω ποτέ. Είπαμε: το έχετε ανάγκη, ως άντρας, πατέρας, φίλος, γκόμενος, σύζυγος. Ξεχάστε την απάθεια, πάρτε το απόφαση επιτέλους ότι η κρίση θα μάς κάνει τουλάχιστον λίγο περισσότερο προσεκτικούς και υποψιασμένους και βγείτε έξω να διασκεδάσετε. Έρχεται και το καλοκαίρι, δεν λέει να μένετε όλη μέρα μόνος μέσα μπροστά στο χαζοκούτι...

(Γράφτηκε για το Men's Guide)

23 Απρ 2012

Ποιος είναι ο λόγος που οι Ισπανοί "δεν παίζονται" σήμερα στο ποδόσφαιρο;


Η Εθνική Ισπανίας είναι Πρωταθλήτρια Κόσμου και Ευρώπης. Η Μπαρτσελόνα κάτοχος του Champions League. Η Ρεάλ παίζει την καλύτερη μπάλα φέτος και οι Αθλέτικ Μπιλμπάο, Ατλέτικο Μαδρίτης και Βαλένθια διεκδικούν το Europa League. Μα τι επιτέλους συμβαίνει στην Ισπανία και έχει αφήσει τόσο πίσω όλες τις υπόλοιπες χώρες;

Μπορεί τα βλέμματα των περισσοτέρων μας να έχουν επικεντρωθεί στις αναμετρήσεις της Ρεάλ Μαδρίτης με την Μπάγερν Μονάχου και της Μπαρτσελόνα με την Τσέλσι (και στην κρυφή προσδοκία για έναν τελικό Champions League - el classico), αλλά η καλύτερη απόδειξη για την τεράστια υπεροχή της Ισπανίας στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο δεν είναι οι δύο αυτές υπερομάδες με τα υπέρογκα budgets. Δεν είναι καν η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια και Πρωταθλήτρια Ευρώπης εθνική Ισπανίας, που αποτελεί το αδιαφιλονίκητο φαβορί για το Euro 2012. Αν θέλουμε να καταλάβουμε πραγματικά γιατί η Ισπανία έχει αφήσει τόσο πίσω της τον ανταγωνισμό, θα πρέπει να κοιτάξουμε στο Europa Legue και στις δύο από τις τρεις ομάδες της που διεκδικούν εκείνο το τρόπαιο. Η Αθλέτικ Μπιλμπάο και η Βαλένθια δεν έχουν καμμία απολύτως σχέση με τις Μπαρτσελόνα και Ρεάλ Μαδρίτης, όσον αφορά στα οικονομικά τους. Όμως έχουν τεράστια, σχεδόν "συγγενική" σχέση, στο πώς αντιμετωπίζουν το άθλημα. Και εκεί κρύβεται το μυστικό μιας ολόκληρης χώρας και των χιλιάδων ποδοσφαιριστών της.

Τα παραδείγματα της Μπιλμπάο και της Βαλένθια
Όποιος έχει παρακολουθήσει φέτος την πορεία της Αθλέτικ Μπιλμπάο στο Europa League (ή και να μην την έχει παρακολουθήσει, αρκεί να έχει δει ένα από τα δύο ματς της με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ) θα έχει καταλάβει πως αυτή η ομάδα κανένα κοινό δεν έχει μ' εκείνη την σκληροτράχηλη αρμάδα που τά 'βαζε πριν πολλά πολλά χρόνια με την ΑΕΚ για το UEFA (αν θυμάμαι καλά). Σχεδόν κανένα. Γιατί η λογική του ότι παίζει μόνο με Βάσκους παίκτες, αυτή η εθνικοκεντρική φιλοσοφία που την κάνει ένα σύλλογο - μανιφέστο που διαλαλεί το εθνικιστικό κήρυγμα του λαού της για αυτονόμηση, έχει παραμείνει. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν μια ομάδα που χρησιμοποιεί ποδοσφαιριστές μόνο από μια μικρή περιοχή της Ισπανίας (και διαθέτει μόνο έναν ξένο, που κι αυτός έχει μεγαλώσει στη Χώρα των Βάσκων!) έχει καταφέρει να συγκαταλέγεται ανάμεσα στις καλύτερες του κόσμου και να διεκδικεί το δεύτερο πιο σημαντικό διασυλλογικό τρόπαιο; Η απάντηση είναι απλή: Μπορεί οι Βάσκοι να μην θέλουν ούτε να σκέπτονται τους ποδοσφαιριστές της υπόλοιπης Ισπανίας να φορούν τη φανέλα τους, αλλά έχουν προσαρμόσει απόλυτα το ποδόσφαιρό τους σ' αυτό που παίζεται στην υπόλοιπη χώρα και έχουν δουλέψει με την ίδια νοοτροπία τις ακαδημίες τους.

Και είναι τόσο ανώτερο το ποδόσφαιρο αυτό, που ακόμη και η μεινότητα των Βάσκων μπορεί να δώσει μια καλύτερη ομάδα απ' ότι τα εκατομμύρια Αράβων της Μάντσεστερ Σίτι για παράδειγμα. Το ίδιο πάνω-κάτω ισχύει και για την χρεωκοπημένη Βαλένθια -που καμμία σχέση δεν έχει με την Βαλένθια των Μεντιέτα, Κανιθάρες και Αϊμάρ προ δεκαετίας, από οικονομικής άποψης. Πριν δύο χρόνια αναγκάστηκε να δώσει τους Σίλβα, Μάτα και Βίγια, τους καλύτερούς της παίκτες δηλαδή, γιατί αλλιώς θα πτώχευε ολοκληρωτικά. Και πάλι, τα "δεύτερα" και οι ακαδημίες της Βαλένθια, αρκούν για να την φέρουν ανάμεσα στις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Γιατί πολύ απλά, παίζουν "ισπανική" μπάλα.

Τι σημαίνει "ισπανικό" ποδόσφαιρο
Ποια είναι, λοιπόν, αυτή η "ισπανική" μπάλα; Μα φυσικά το περίφημο passing game της Μπαρτσελόνα. Που στον συγκεκριμένο σύλλογο μπορεί να έχει βρει την αποθέωσή του (λόγω και των κορυφαίων "εκφραστών" του: Ινιέστα, Τσάβι, Μέσι), αλλά που σιγά-σιγά παίζεται στον απόλυτο βαθμό από όλους (και από την Ρεάλ Μαδρίτης του Μουρίνιο, δηλαδή). Κυρίως από τα παιδιά που μαθαίνουν μπάλα στις ισπανικές ακαδημίες. Μην ξεχνάτε ότι και η Εθνική Ισπανίας κάτω των 21, αλλά και εκείνη κάτω των 19 ετών, είναι οι πιο πρόσφατες πρωταθλήτριες Ευρώπης. Είναι σαφές ότι για να φθάσεις σε ένα τέτοιο επίπεδο κυριαρχίας δεν χρειάζεσαι μόνο τους καλύτερους παίκτες (αλλιώς η Βραζιλία θα τα κέρδιζε όλα), αλλά και το καλύτερο σύστημα. Σε λίγα χρόνια που, πιθανότατα, πολλές ακόμη χώρες θα έχουν εξελίξει στον ίδιο βαθμό το σύστημα με το οποίο παίζεται καλύτερα το σύγχρονο ποδόσφαιρο, πιθανότατα η Ισπανία δεν θα βρίσκεται στον θρόνο του, όπως σήμερα. Αυτή όμως η δεκαετία της ανήκει (από το 2006 που πρωτοείδαμε από την Εθνική της και από την Μπαρτσελόνα αυτό το στυλ παιχνιδιού), για τον πολύ απλό λόγο ότι ήταν η πρώτη χώρα που έπιασε τον παλμό της αλλαγής στο πώς κλωτσιέται το τόπι σήμερα.

Βέβαια, η Ισπανία είναι και λίγο τυχερή, γιατί το σύστημα που "λειτουργεί", τής ταιριάζει απόλυτα. Οι Ισπανοί είναι ως λαός πιο μικροκαμωμένοι από τους Βορειοευρωπαίους. Και στο περίφημο "τίκι-τάκα", ένας Τσάβι κι ένας Ινιέστα μπορούν να αποδώσουν πολύ καλύτερα από έναν δυναμικό Άγγλο, Γερμανό ή Τσέχο (για να αναφέρουμε μια χώρα που έκανε τεράστια άλματα την περασμένη δεκαετία, όταν η μπάλα παιζόταν αλλιώς). Η εξέλιξη του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου που έπαιζε η μεγάλη Ολλανδία του Κρόιφ, αυτή η πιο light και πιο "ζουζουνοειδής" βερσιόν του θα ήταν αδύνατον, πιθανότατα, να έχει γεννηθεί σε μια άλλη χώρα, με άλλη ποδοσφαιρική παράδοση και άλλη σωματική διάπλαση του μέσου όρου των παικτών της από την Ισπανία. Κατά ένα μεγάλο ποσοστό, ακόμη και ο λόγος που η Ρεάλ Μαδρίτης τόσα χρόνια δεν απέδιδε όπως θα περίμενε κανείς από τα εκατομμύρια που ξόδευε, είναι γιατί δεν είχε έναν Μουρίνιο να πείσει όλα αυτά τα αστέρια που μαζεύτηκαν εκεί ότι έπρεπε να ξεχάσουν αυτά που ήξεραν και να αρχίσουν να παίζουν λίγο παραπάνω σαν την αιώνια αντίπαλό της, την Μπαρτσελόνα.

Μην ξεγελιόμαστε, βέβαια, και προσπαθούμε να φτιάξουμε έναν κανόνα με το ζόρι. Ο Μουρίνιο δεν παίζει ακριβώς σαν την Μπάρτσα ή σαν την Εθνική Ισπανίας και η μεγάλη δύναμη της Ρεάλ Μαδρίτης παραμένουν τα λεφτά της και ο απίστευτος αριθμών υπερπαικταράδων στο ρόστερ της. Ωστόσο, το ότι είναι μια ισπανική ομάδα από μόνο του κρύβει αρκετές εξηγήσεις. Και, όπως λένε, πάντα ο κανόνας χρειάζεται τις εξαιρέσεις του. Οι υπόλοιπες ισπανικές αποδείξεις ότι κάτι φοβερό γίνεται στην ιβηρική χερσόνησο παίζουν όλες παρόμοια μπάλα. Τίποτε δεν είναι τυχαίο, βέβαια. Ο Πεπ Γκουαρντιόλα, ο προπονητής που έχει κατορθώσει να πετύχει περισσότερα απ' οποιονδήποτε άλλον με το "τίκι-τάκα" (το ακατάσχετο passing game και το γρήγορο πρέσινγκ για μερικά δευτερόλεπτα, αν χαθεί η μπάλα, ώστε να ανακτηθεί αμέσως) είχε ταξιδέψει στην Αργεντινή πριν πιάσει δουλειά στην Μπαρτσελόνα και θήτευσε δίπλα στον Μαρσέλο Μπιέλσα, τον άνθρωπο που θεωρητικά ανέπτυξε τον συγκεκριμένο τρόπο παιχνιδιού (σωματικά, το στυλ ταιριάζει ακόμη περισσότερο στους Αργεντινούς, αλλά χρειάζεται προφανώς και λίγα χρήματα για να αναπτυχθεί). Ποιος είναι ο προπονητής της φετινής εκπληκτικής Αθλέτικ Μπιλμπάο, της ομάδας που πετυχαίνει τα εντυπωσιακότερα αποτελέσματα με τα πενιχρότερα μέσα; Μα ο  Μαρσέλο Μπιέλσα!

(Γράφτηκε για το Men's Guide)

22 Απρ 2012

Μήπως οι Queen είναι τελικά το σπουδαιότερο συγκρότημα όλων των εποχών;



Το απόγευμα της 25ης Νοεμβρίου του 1991, όταν έφθασε και στην Ελλάδα η είδηση ότι ο Φρέντι Μέρκιουρι είχε αποβιώσει το προηγούμενο βράδυ, δάκρυσα. Δεν είχα ξαναδακρύσει ποτέ στην ζωή μου για τον χαμό κάποιου ανθρώπου. Δεν ήμουν ποτέ ιδιαίτερα ευαίσθητος με τους θανάτους αγνώστων μου. Δεν ήξερα πολλά για το AIDS –ας πούμε ότι τότε πίστευα αυτό που πίστευαν σχεδόν όλοι: ότι ήταν μια αρρώστια των ομοφυλόφιλων. Κι αν με ρωτούσες «ποιο είναι το αγαπημένο σου συγκρότημα», σε καμμία περίπτωση δεν θα σού έδινα την απάντηση «οι Queen», αν και ήξερα σχεδόν όλα τους τα τραγούδια απ’ έξω κι ανακατωτά.

Μια αδικία
20 και βάλε χρόνια από τότε νομίζω ότι η αιτία για εκείνο το δάκρυ ήταν η αίσθηση μιας αδικίας. Της αδικίας ότι οι Queen θα παρέμεναν στην σκιά όλων των «αγαπημένων» συγκροτημάτων του κόσμου, ότι δεν θα είχαν άλλη ευκαιρία να διεκδικήσουν τον τίτλο που δεν είχαν κατορθώσει ως τότε να κερδίσουν με τα 14 άλμπουμ τους και τα αναρίθμητα hits τους.

Τις προάλλες ένας φίλος μού ‘λεγε πως το πρώτο τραγούδι που έμαθαν στα αγγλικά οι κόρες του είναι το “Bohemian Rhapsody”. Το είδαν στο ξέφρενο τηλεοπτικό μιούζικαλ «Glee» και είχε και σ’ αυτές -παιδιά των ‘00s-, την ίδια επιρροή που είχε και στην δική μου γενιά των ‘70s -και σ’ όλες τις ενδιάμεσες και τις προηγούμενες: Μια εθιστική, ανεξήγητη επιρροή, μια ώθηση να βγάλεις τον περφόρμερ που κρύβεις μέσα σου. Να πιάσεις νότες ψηλές, να ουρλιάξεις με έκσταση σαν τον Μέρκιουρι, δονούμενος απ’ τον ηλεκτρισμό της κιθάρας του Μπράιαν Μέι. Ήταν σαφές πως οι Queen το διασκέδαζαν όταν έπαιζαν τα κομμάτια τους. Κι ήθελες κι εσύ να το διασκεδάσεις εξίσου.

Το “Bohemian Rhapsody”, ένα τραγούδι χωρίς ρεφραίν, με τρία διαφορετικά είδη μουσικής (πιανιστική αργή ποπ, όπερα και χαρντ ροκ) να μοιράζονται αρμονικά στα τρία μέρη του, δεμένα από το μπάσο του Τζον Ντίκον και τα τύμπανα του Ρότζερ Τέιλορ, αποτελεί, στα 5 λεπτά και 56 δευτερόλεπτα που διαρκεί, τον πληρέστερο ορισμό του το τι ακριβώς ήταν οι Queen. Ένα αταξινόμητο, επιδεικτικό μέχρι το βαθμό της επιπολαιότητας γκρουπ, ακομπλεξάριστα ξέφρενο και ενθουσιώδες, αποτελούμενο από τέσσερις συγκλονιστικούς μουσικούς που μπορούσαν να γράψουν και να ερμηνεύσουν από όπερα μέχρι χέβι μέταλ κι από ρέγκε μέχρι κάντρι.

Πώς λοιπόν θα μπορούσε κανείς να απαντήσει «οι Queen» στην θεμελιώδη ερώτηση που εξερευνά τα μουσικά του γούστα; Λέγοντας Beatles, λέγοντας Rolling Stones, λέγοντας Led Zeppelin, Doors, Bob Marley and the Wailers, U2, Metallica, Beach Boys, Nirvana δίνεις μια απάντηση στιβαρή, σαφή, οριοθετείς τη μουσική που σού αρέσει. Απαντώντας «Queen» είναι σαν να λες «τα πάντα» -σαν να μην ξέρεις τι θες. Τι αδικία: Το πιο σπουδαίο τους προσόν, ότι «τα πάντα» ήταν μια καθημερινή διαδικασία γι’ αυτούς, τόσο απλή όσο το κούρδισμα των οργάνων τους, ήταν συνάμα και ο φράκτης που έπρεπε να σκαρφαλώσει κάποιος για να τους απολαύσει σ’ όλο τους το μεγαλείο.



Τhe Show Must Go On
Όχι ότι η αδικία δεν αίρεται καθημερινά με μικρές, ευχάριστες ενδείξεις ευγνωμοσύνης προς τους Queen. Με την καθολική αποδοχή του «Bohemian Rhapsody», είτε τραγουδιέται απ’ τα παιδιά του «Glee», είτε στηρίζει την πιο περίφημη σκηνή του «Wayne’s World» (η ταινία ήταν η αιτία που το single ξανάγινε χρυσό στην Αμερική το ’92, 16 χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία). Με το «We Are The Champions» να έχει συνδεθεί με κάθε πρωτάθλημα που έχει κερδίσει κάθε ομάδα σε κάθε πιθανό ή απίθανο σπορ σε κάθε σημείο του πλανήτη. Με το «We Will Rock You» νά ‘ρχεται πάντα στην πιο μεθυσμένη ώρα του πιο παρακμιακού ή του πιο posh μπαρ στον κόσμο να ενώνει όλους τους θαμώνες σε μια εκστασιασμένη χορωδία. Με το «Bicycle Race» και τα κουδουνάκια του να αποτελεί το μοναδικό soundtrack για ο,τιδήποτε έχει να κάνει με ποδήλατα, από το ’78 που πρωτοακούστηκε μέχρι σήμερα. Και με το «The Show Must Go On» να ορίζει το υπαρξιακό δράμα του καθενός μας και να σε κάνει να βουρκώνεις κάθε, μα κάθε φορά που το ακούς.

Όταν το 1990 οι Queen ηχογραφούσαν το «The Show Must Go On» για το άλμπουμ τους «Innuendo» που κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά, λίγο πριν τον θάνατο του Μέρκιουρι, ο Μπράιαν Μέι είχε τις αμφιβολίες του για το αν το γκρουπ έπρεπε να υποβάλει τον τραγουδιστή του, που σχεδόν δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του πια, στην διαδικασία να το τραγουδήσει. Ο Μέρκιουρι όχι μόνο έπιασε το μικρόφωνο, αλλά έδωσε μια από τις συγκλονιστικότερες ερμηνείες που έχουν ποτέ ηχογραφηθεί. Ήξερε ότι λίγους μήνες μετά θα βρισκόταν στον άλλον κόσμο –δεν παραδεχόταν σε κανέναν ότι όντως πέθαινε από AIDS, αλλά το ήξερε. Και χάρισε στον κόσμο το κύκνειο άσμα του. Μια δραματική, συγκινητική, σπαρακτική ερμηνεία που συμβόλιζε την παρακμή της ίδιας της μπάντας και την ανάγκη της να κρατήσει το σόου ζωντανό όσο ακόμη μπορούσε, 20 χρόνια μετά την σύστασή της (ξεκίνησαν το 1971).

We Will Rock You
Ο θάνατος του Μέρκιουρι τον Νοέμβριο του ’91 και η αποχώρηση του Ντίκον το ’97 στην ουσία σήμαναν το τέλος των Queen. Ο Μπράιαν Μέι και ο Ρότζερ Τέιλορ, παρέα με τον Πωλ Ρότζερς (τον τραγουδιστή των Free και των Bad Company) συνέχισαν να εμφανίζονται σε συναυλίες μέχρι και πριν τρία χρόνια. Αλλά περισσότερο διατράνωναν την πεποίθηση ότι οι Queen χωρίς τις θεατρικές περφορμάνς του Μέρκιουρι στην σκηνή ήταν απλά μια σκιά των ένδοξών τους ‘70s και ‘80s. H επιτυχία του γκρουπ εξάλλου εξαρτιόταν ως ένα βαθμό μόνο από την ποιότητα των άλμπουμ τους. Σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στηρίζονταν στον τρόπο που κυρίως ο Φρέντι Μέρκιουρι κι έπειτα η υπόλοιπη μπάντα ερμήνευε ζωντανά τους ροκ ύμνους της. Το τι σήμαινε η έννοια «συναυλία των Queen» μπορεί κανείς να το καταλάβει από τα νούμερα που ακολουθούν.

Το 1981, στην λατινοαμερικανική τουρνέ τους, έκοψαν 131.000 εισιτήρια μια βραδιά στο Σάο Πάολο. Είναι το μεγαλύτερο νούμερο που είχε πετύχει μέχρι τότε μόνο του –όχι στα πλαίσια κάποιου φεστιβάλ- ένα γκρουπ. Αλλά κι αυτό δεν ήταν τίποτε μπροστά στον αριθμό των 300.000 θεατών που μάζεψαν ένα βράδυ στο Μπουένος Άιρες (δεν είχαν πληρώσει όλοι εισιτήριο). Τα 120.000 που κυκλοφόρησαν για την συναυλία τους στο Νεμπγουορθ Παρκ του Λονδίνου το 1986 εξαντλήθηκαν σε δύο ώρες από την έκδοσή τους. Και λίγο αργότερα έπαιξαν μπροστά σ’ ένα εκστασιασμένο κοινό 80.000 φίλων τους στην Βουδαπέστη –στη μεγαλύτερη συναυλία που είχε γίνει μέχρι τότε σε χώρα του Ανατολικού Μπλοκ. Ενδιάμεσα, βέβαια, είχαν καθιερωθεί ως η σπουδαιότερη live μπάντα στον πλανήτη, όταν ως headliners του πρώτου Rock In Rio στη Βραζιλία έπαιξαν μπροστά σε 300.000 κόσμο τον Ιανουάριο του 1985 και κυρίως όταν τον Ιούλιο του ίδιου έτους έδωσαν το καλύτερό σόου της ιστορίας τους (διήρκεσε μόλις 20 λεπτά, χωρίς να έχουν κάνει soundcheck νωρίτερα!) στο Live Aid, το φιλανθρωπικό φεστιβάλ που διοργάνωσε ο Μπομπ Γκέλντοφ για τα παιδιά του Τρίτου Κόσμου, και που μεταδόθηκε ζωντανά σε ένα τηλεοπτικό κοινό περίπου 2 δισεκατομμυρίων θεατών.

Ολόκληρη την εμφάνισή τους στο Live Aid μπορεί κανείς εύκολα να την βρει και να την απολαύσει στο Youtube. Θα τού εξηγήσει πολύ πιο εύκολα απ’ όσο προσπαθώ εδώ με τις λέξεις το πόσο σπουδαία μπάντα ήταν τελικά οι Queen. Την έχω ξαναβάλει να παίζει τώρα που κλείνω αυτό το κείμενο και δεν ξέρω αν πρέπει να συμπληρώσω τις τόσες άλλες πρωτιές τους, το ότι ήταν πρωτοπόροι στην τεχνολογία της μουσικής (το 1975 στο άλμπουμ τους «Α Night At The Opera» πειραματίσθηκαν πρώτοι με τις δυνατότητες του στερεοφωνικού ήχου), το ότι γύρισαν το πρώτο βίντεο κλιπ της ιστορίας (επίσης το ’75, για το «Bohemian Rhapsody»), το ότι μόνο οι Beatles, η Μαντόνα, ο Έλβις Πρίσλεϊ, ο Μάικλ Τζάκσον, ο Έλτον Τζον και οι Led Zeppelin έχουν πουλήσει περισσότερους δίσκους απ’ αυτούς, ή απλά να παραδεχτώ ότι χαζεύοντας τον Μέρκιουρι να ξεσηκώνει το κοινό –λαϊκός πάντα, με το φανελάκι και το μουστάκι του- και τον Μπράιαν Μέι να σολάρει με την περίφημη Red Special κιθάρα του στο Γουέμπλεϊ εκείνη την 13η Ιουλίου του ’85, ένα δάκρυ απειλεί να ξαναθολώσει τη ματιά μου.

(Δημοσιεύθηκε στο "Κ" της Καθημερινής στις 14.04.2012)

Γιατί δεν πρέπει να βιαστείς να πεις: «Δηλαδή ο Άκης μας έφταιγε για όλα;»




Ο Άκης Τσοχατζόπουλος βρίσκεται πίσω από τα κάγκελα της φυλακής. Ο ίδιος χαρακτήρισε την υπόθεσή του προεκλογικό δώρο για τα δύο μεγάλα κόμματα. Δεν έχει ακριβώς άδικο. Αλλά κι εσύ δεν θα έχεις δίκιο αν συμφωνήσεις μαζί του.


Αυτές τις ημέρες η προσαγωγή του Άκη Τσοχατζόπουλου και η προφυλάκισή του στη συνέχεια στον Κορυδαλλό έγινε –όχι άδικα- το πρώτο θέμα στα χείλη όλων μας. Εντάξει, όχι το πρώτο, αφού οι περισσότεροι βρήκαμε λίγη ακόμη διάθεση για διασκέδαση (κάπως ένοχη διάθεση, είναι η αλήθεια) και διώξαμε τις λέξεις «κρίση», «ένοχοι», «μιζέρια» από το καθημερινό μας λεξιλόγιο για να προτάξουμε τις εποχικές «αρνί», «χωριό», «Έφη Θώδη». Μεταξύ τσουγκρίσματος κόκκινου αυγού και αδειάσματος ενός ακόμη ποτηριού (χύμα, φέτος, περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά) κρασιού, ο Άκης ήταν εκεί, βέβαια. Μια άγρυπνη, εφιαλτική υπόμνηση της τραγικής μας πραγματικότητας και του στρεβλού τρόπου που την αντιμετωπίζουμε. Μια φυτιλιά για ξαφνικό ενδοοικογενειακό καβγά, πάνω που είχε καθοριστεί το πρόγραμμα βαρδιών πάνω από την σούβλα και που είχε λήξει ισόπαλο το ντέρμπι της θείας Τασούλας με την γιαγιά Μαριγώ για το ποια έβαψε πιο κόκκινα τ' αβγά. Τώρα μαλώναμε για το αν ο Άκης φταίει ή δεν φταίει για όλα...

Όλο και πιο έντονα ακούγεται αυτές τις ημέρες η ατάκα «τώρα που βρήκαν εξιλαστήριο θύμα τον Άκη, θα τού φορτώσουν επάνω του όλες τις αμαρτίες τους». Εννοούμε τους υπόλοιπους πολιτικούς κι όλους αυτούς που αισθανόμαστε ενόχους για το μεγάλο φαγοπότι που μάς έφερε ως εδώ, μας έκανε τους κουρελήδες, τους ζητιάνους της Ευρώπης. Δεν είναι ασταθής αυτή η ατάκα. Δεν είναι άδικη. Αλλά κρύβει ένα κομμάτι από την αλήθεια. Τόσο καιρό πιπιλούσαμε μιαν άλλη φράση. Το «Τόσα έγιναν, τόσα αποκαλύφθηκαν, κι ούτε ένας τους δεν έχει πάει φυλακή». Και τώρα που πήγε ο πρώτος, γκρινιάζουμε πάλι.

Δεν ξέρω για σας, εγώ πάντως εντυπωσιάζομαι κάθε φορά που ακούω ή διαβάζω για την υπόθεση. Ναι, μού περνάει απ' το μυαλό ότι μπορεί να είμαι το εύκολο θύμα και ότι όλος αυτός ο ορυμαγδός πληροφοριών για τις off-shore του Άκη και τις μίζες από τα υποβρύχια είναι ο εύκολος τρόπος τους (ξέρετε ποιων...) να με αποπροσανατολίσουν από τα πραγματικά ζητήματα, αλλά μετά το συνδυάζω με το εξής απλό και ξανάρχομαι στα συγκαλά μου: Είναι ικανό όλο αυτό να με κάνει να ξεχάσω πόσο δύσκολα τα βγάζω πια πέρα με τον μισθό μου κομμένο σχεδόν στο μισό σε σχέση με πρόπερσι, με το άγχος της ανεργίας να μη μ' αφήνει να κοιμηθώ τα βράδια, με τα απρόβλεπτα χαράτσια να μού ανακοινώνονται κάθε πρωί σαν να πρόκειται για το δελτίο καιρού; Δηλαδή, θα πανηγυρίσω τόσο πολύ που έπιασαν τον «κακό» της ιστορίας ώστε θα παραμυθιαστώ και θα πάω στην κάλπη σαν το πρόβατο, να ψηφίσω το «λάθος» κόμμα;

Ας σοβαρευτούμε. Κατ' αρχάς δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Γι' αυτό και η δημοκρατία είναι το πιο σπουδαίο πολίτευμα. Ο καθένας που ζητάει την ψήφο, έχει έναν τρόπο που βλέπει τα πράγματα (κι έναν τρόπο που σού λέει ότι τα βλέπει). Αν σού κάνει, αν ταιριάζει με το πώς τα βλέπεις εσύ, αν ταιριάζει μ' αυτό που θεωρείς ότι πρέπει να γίνει για να κοιμηθείς επιτέλους ήρεμος ένα βράδυ, τον ψηφίζεις. Στο τέλος μετράμε ποιανού την συνταγή για έναν ήρεμο ύπνο προτίμησαν οι περισσότεροι και πορευόμαστε μαζί του. Κάποτε, ο Άκης έπειθε πολύ κόσμο ότι αυτός ήταν ο Μορφέας. Σήμερα τον πείθουν άλλοι. Μόνο που είναι όλο και λιγότεροι. Κι όσο περισσότερα μαθαίνουμε για τον Άκη και τα «κόλπα» του, τόσο και θα λιγοστεύουν.

Μην βιαστείς, λοιπόν, να πεις «Δηλαδή ο Άκης μας έφταιγε για όλα;» και να «φτύσεις» την προφυλάκισή του ή όσα μαθαίνεις γι' αυτόν σαν αδιάφορα. Είναι μεγάλο πράγμα που τα μαθαίνεις. Δείχνει ότι το σύστημά τους πια ραγίζει. Δείχνει ότι πια κι αυτοί έχουν ένα λόγο για να μην κοιμούνται ήσυχοι τα βράδια. Θα τούς δώσεις κι άλλους λόγους όταν πας να ψηφίσεις –και, πραγματικά, δεν μπορώ να φανταστώ πώς η προφυλάκιση του Άκη θα κάνει δώρο την ψήφο σου εκεί που νομίζει ο άνθρωπος που παρά λίγες ψήφους δεν έγινε κάποτε αρχηγός του ΠΑΣΟΚ. Το ξέρω ότι το να μην κοιμούνται ήσυχοι εκείνοι τα βράδια, δεν θα κάνει τον δικό σου ύπνο πιο ήσυχο. Όχι άμεσα. Όταν όμως οι περισσότεροι αποσυρθούν λόγω αϋπνίας, αυτοί που θα έλθουν στην θέση τους θα είναι άνθρωποι σαν εσένα κι εμένα, που περάσαμε το βάσανο της χρεωκοπίας –ή, ελπίζω, της παρ' ολίγον χρεωκοπίας- και θα κάνουμε το παν για να μην το ξαναζήσουμε. Κι εμείς μαζί είμαστε ο μόνος τρόπος να μην λήξει η ιστορία στον Άκη. Να βρούμε και τους υπόλοιπους και να τούς στείλουμε να τού κάνουν παρέα στα άβολα στρώματα του Κορυδαλλού. Και τότε θα κοιμηθούμε πια ήσυχοι. Ήσυχοι ότι κάναμε το καθήκον μας.

(Γράφτηκε για το Men's Guide)

21 Απρ 2012

Προετοιμασία για την συναυλία των Shearwater



Κατά 99% το κείμενο αυτό δεν το διαβάζεις γιατί θες έναν λόγο να πειστείς να δώσεις τα 25 ευρώ που κοστίζει το εισιτήριο για να τους δεις live απόψε στο ΑN Club. To διαβάζεις γιατί απλά θες να διαπιστώσεις αν αισθανόμαστε τα ίδια εγώ κι εσύ όταν ακούμε το τραχύ κρώξιμο του Will Sheff ή το βαθύ μουρμουρητό του Jonathan Meiburg. Η μουσική έχει το μοναδικό χάρισμα να παρέχει στον καθένα ξεχωριστά ένα εντελώς δικό του οργασμό και σε όλους μαζί μια συλλογική απόλαυση. Στις συναυλίες το φαινόμενο αποκτά εξωγήινες διαστάσεις (ίσως επειδή εκεί συχνάζουν οι fans της κάθε μπάντας και οι προσωπικοί οργασμοί είναι από τους πολύ ζουμερούς), αλλά για ένα συγκρότημα σαν τους Shearwater που κουβαλάει την λέξη «εσωστρέφεια» και «απόγνωση» σαν τατουάζ επάνω της, είναι η ακρόαση των άλμπουμ τους σε συνθήκες απόλυτης ηρεμίας που η μουσική αποκτά προστιθέμενη αξία. Ας πάρουμε τα 12 χρόνια δισκογραφίας τους από την αρχή, για να δούμε τελικά τι κατέγραψαν στην ψυχή του καθενός.

2001 – Τhe Dissolving Room
Ξεπερνάω γρήγορα το «άτεχνον» της παραγωγής που είχε ξαφνικά να κάνει με μια παρέα που έχωνε στον –ιδανικό για «γυμνό»- ήχο της τσέλα, πιάνα, μπάντζα και φυσαρμόνικες (χωρίς να παίζει φολκ), γιατί τα ψήγματα μιας μπάντας που είναι μοιραίο να γίνει σπουδαία, αναδεικνύονται ακόμη και κάτω από τις χειρότερες συνθήκες. Το βασικό της χαρακτηριστικό είναι αυτή η απόγνωση, η λύπη που σκοτεινιάζει κάθε νότα, είτε την ερμηνεύει ο Sheff, είτε ο Meiburg, αλλά που 12 χρόνια μετά, κι όταν έχεις ακολουθήσει όλη τους την πορεία, μοιάζει απλά με την εφηβική κατάθλιψη που όλοι περνάμε εκείνα τα χρόνια.
Ένα τραγούδι, όπου βρίσκω όσα γράφεις παραπάνω; Ποιο άλλο από το ατημέλητο «Sung Into The Street»;


2002 – Everybody Makes Mistakes
Επειδή αυτό το 1% των αναγνωστών που δεν ξέρουν τι εστί Shearwater (με λίγες λέξεις: μια από τις σπουδαιότερες indie μπάντες του σύμπαντος) μπορεί να έχει αντέξει να φτάσει ως εδώ κάτω, να θυμίσω ότι το γκρουπ εκείνα τα πρώτα χρόνια ήταν η σύμπραξη του Will Sheff των Okkervil River με τον Jonathan Meiburg (που έπαιζε κι εκείνος τότε στο ίδιο γκρουπ) και κάποιους φίλους του. Κάτι που σημαίνει ότι τότε η μπάντα ήταν κάτι σαν το αποπαίδι των πολύ διασημότερων στην αρχή της περασμένης δεκαετίας Okkervil River. Οι τελευταίοι μπορεί να ήταν μαζί από το ’99, αλλά πρώτο άλμπουμ έβγαλαν το 2002, μαζί, δηλαδή με το δεύτερο των Shearwater. Οι δύο μπάντες διατηρούν η κάθεμία τα δικά της στοιχεία, αλλά –μοιραία- εδώ συναντιούνται περισσότερο από ποτέ. Είναι το πιο WillSheffικό άλμπουμ απ’ όλα των Shearwater, κάπως πιο φωτεινό από το ντεμπούτο, πιο καθάριο και μελωδικό. Και κάπου, σε μερικές σκιώδεις γωνιές του περιέχει τις σαφείς ενδείξεις ότι αν είναι να μεγαλουργήσει στο μέλλον, μάλλον θα πρέπει να κινηθεί προς τα νερά του Meiburg.
Ένα τραγούδι, όπου βρίσκω όσα γράφεις παραπάνω; Δοκίμασε το οκερβιλικό «Mistakes»


2004 – Winged Life
Kαι... εγένετο Shearwater. Το φαλτσέτο του Meiburg είναι αυτό που μπορεί να κάνει ακόμη πιο σαφές ότι ετούτο εδώ δεν είναι ένα side project των Okkervil River, αλλά μια μπάντα με δική της υπόσταση. Κι εδώ αναλαμβάνει τα ηνία (εξ άλλου ο Sheff είχε χλαπακιάσει το δικό μερίδιο από την πίτα στο προηγούμενο άλμπουμ). Η εσωστρέφεια αρχίζει να απλώνει τα κλαδιά της παντού πάνω από το μόρφωμα των Shearwater, να μού αρπάζει την ανάσα εκεί που θέλω λίγο να ηρεμήσω, αλλά να μού καρφώνει και μια ένεση με κάτι εθιστικό, κάθε φορά που πάω να φύγω, που πάω να τους αφήσω πίσω. Και κάθε λίγο έρχεται ένα ξέσπασμα, ένα κομμάτι πιο ανθεμικό, πιο επικό για να με αναστατώσει και να μου θυμίσει πως η κάθε μαύρη στιγμή δεν είναι τίποτε άλλο παρά το κοντράστ που θα χρειαστώ στη συνέχεια για να απολαύσω τις πιο όμορφες, ευτυχισμένες, λαμπερές μου μέρες.
Ένα τραγούδι, όπου βρίσκω όσα γράφεις παραπάνω; Τι λες για το «(I’ve Got A) Right To Cry»;

2005 - Τhieves
Ένα μάλλον άγνωστο EP τους που τούς γυρίζει πίσω σε παραγωγές τύπου “The Dissolving Room” και που απλά πιστοποιεί ότι η μπάντα χρειάζεται leader και αυτός είναι ο Meiburg.
Ένα τραγούδι, όπου βρίσκω όσα γράφεις παραπάνω; To έπος «Mountain Laurel»

2006 – Palo Santo
Το όλο πράγμα έχει πια σκοτεινιάσει πάρα πολύ για τον Will Sheff και ο Jonathan Meiburg χρίζεται και επισήμως ο mr. Shearwater. Η αποχώρηση της φωτεινής επιρροής των Okkervil River (οι οποίοι, αντιστοίχως, απεμπολούν πια τα όποια καταθλιπτικά στοιχεία άπλωνε στον ήχο τους ο Meiburg) σημαίνει ότι οι δύο μπάντες φτάνουν στο πιο μεγάλο διάστημα που τις χώρισε ποτέ. Ο Meiburg αρχίζει να πειραματίζεται με τα όρια της αβύσσου της φωνής του και εγκαταλείπει το απόκοσμο μουρμουρητό για μερικά χαοτικά ουρλιαχτά που με συγκλονίζουν σε βαθμό που δεν το κάνουν ούτε οι κορυφαίοι του black metal. H αλήθεια, όμως, είναι ότι χωρίς ένα βαρίδι να τον μπαλανσάρει, χωρίς τον Sheff να κρατάει τα μπόσικα, οι κανόνες του Meiburg γίνονται λίγο δύσκολοι και στο παιχνίδι του αφήνει τους περισσότερους από εμάς απ’ έξω. Δεν θέλω να τον πω επιδεικτικό, δεν θέλω να τον πω αλλοπαρμένο, ας τον πω απλά εκστασιασμένο που έμεινε εντελώς ελεύθερος. Δεν πειράζει, γιατί είμαστε ακόμη μόλις στο μέσον της πορείας.
Ένα τραγούδι, όπου βρίσκω όσα γράφεις παραπάνω; To αμετροεπές «Johnny Viola».

2008 – Rook
Ένας από τους καλύτερους δίσκους της δεκαετίας που έφυγε, που γίνεται καλύτερος όσο περνάει ο καιρός. Σαν ένα μεγάλο κρασί. Σαν ένα grand cru (πάντα ήθελα να το γράψω αυτό). Η μετάβαση από την απλώς ανεξάρτητη Misra στην κορυφαία ανεξάρτητη Matador κάνει ένα θαύμα στην παραγωγή και αναδεικνύει όλο αυτό που προσπαθούσε τόσο καιρό να μάς πει ο Meiburg σε θείο ήχο. Με κάνει να αναρωτιέμαι μήπως αδίκησα το “Palo Santo”, μήπως με τέτοια δουλειά στην κονσόλα θα μού έμοιαζε περισσότερο με αριστούργημα παρά με υπερβολή. Ονειρική ατμόσφαιρα, αινιγματικές ερμηνείες, πολυεπίπεδες μελωδίες, απίστευτες εμπνεύσεις είτε πρόκειται για τα συνήθη αργά τραγούδια τους είτε για τα απρόβλεπτα (ή προβλέψιμα πια;) ξεσπάσματά τους, με στέλνουν πάνω στα άγρια κύματα ανυπεράσπιστο, αλλά ξέρω ότι δεν θα πνιγώ. Αν υπάρχει ένα πακέτο δέκα τραγουδιών που μπορεί να αποτελέσει το soundtrack για την φράση «η ηρεμία πριν την καταιγίδα», τότε είναι τα 10 του “Rook”. Πέντε αστεράκια!
Ένα τραγούδι, όπου βρίσκω όσα γράφεις παραπάνω; Πρόσεξε μόνο μην πνιγείς στο «Leviathan Bound»

2010 – The Golden Archipelago
Oι Shearwater του Jonathan Meiburg είναι πια μια μεγάλη, μια τεράστια indie rock μπάντα και έχουν και μια αποστολή. Οι οικολογικές ανησυχίες του «Rook» που έχουν μετατρέψει τον μέχρι τότε υπαρξισμό σε σταυροφορία εντείνονται ακόμη περισσότερο εδώ. Κι αυτό στη μουσική σημαίνει ένα κλισέ: Στοιχεία ethnic παρεισφρύουν για να μεταδώσουν ένα μήνυμα παγκόσμιο. Είναι λίγα, είναι ήπια, αλλά δείχνουν πόσο μεγάλος μουσικός είναι ο Meiburg που αρχίζει να μετατρέπεται σ’ έναν μελαγχολικό Peter Gabriel σιγά σιγά. Η φωνή του είναι πιο μειλήχια από ποτέ και μου προσφέρει μια ηρεμία που δεν μου την έδινε τόσο καιρό που δεν είχε βρει τον δρόμο του. Τα κύματα από το “Rook” έχουν κατευνασθεί, η καταιγίδα πέρασε χωρίς να με πνίξει, και στο χρυσό αρχιπέλαγος των Shearwater μπορώ πια να κλείσω άφοβα τα μάτια μου και να αφήσω το ρεύμα να με παρασύρει στο νέο τους, πνευματιστικό, γλυκόπικρο ορίζοντα.
Ένα τραγούδι, όπου βρίσκω όσα γράφεις παραπάνω; Το αριστούργημα «Black Eyes»

2012 – Animal Joy
Απαλλαγμένος από την αγωνία των αναζητήσεών του πια ο Meiburg έρχεται στο φετινό, τελευταίο άλμπουμ των Shearwater να μού αποδείξει ότι δεν ξέχασε ποτέ από πού ξεκίνησε και με ποιους έκανε παρέα. Όχι ότι κινείται έστω και κοντά στους Okkervil River. Αλλά αφήνει πια αυτήν την υποδόρια αισιοδοξία, αυτό το χαμόγελο του ανθρώπου που έχει θέσει πέντε στόχους στη ζωή του και τους έχει πετύχει, να φανεί. Ακομπλεξάριστα, όμορφα, έντεχνα. Δεν είναι πια ο υπαρξισμός αυτό που ορίζει την τύχη της μουσικής των Shearwater. Είναι ο ίδιος ο ήχος. Είναι η τέχνη. Και ο Meiburg είναι ένας σπουδαίος καλλιτέχνης. Θα μού πάρει ίσως λίγους μήνες ακόμη να το συνηθίσω, να αποδεχτώ ότι όντως εκείνοι οι όγκοι θάλασσας που γύρεψαν να με καταπιούν στο “Rook” δεν πρέπει να με φοβίζουν πια. Αλλά δεν θα παλέψω εναντίον του. Θα πάω το Σάββατο στην συναυλία και θα δεχτώ ό,τι έχει να μπει προσφέρει με ζωώδη χαρά...
Ένα τραγούδι, όπου βρίσκω όσα γράφεις παραπάνω; Το συναυλιακό «You as You Were»


20 Απρ 2012

Έκανε και απατεωνιές ο μακαρίτης ο Στηβ Τζομπς



Η ιστορία είναι γνωστή απ’ τον Δεκέμβριο. Η Apple όχι μόνο δεν τα καταφέρνει και πολύ καλά στον πλανήτη των e-books (τουλάχιστον όχι τόσο καλά όσο η Amazon με το Kindle της), αλλά λέρωσε και τη φωλιά της με μονοπωλιακά κόλπα που έκανε σε συνεννόηση με μερικούς από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους. Η Κομισιόν είχε ανακοινώσει στα τέλη του 2011 ότι θα ασχοληθεί με το εν λόγω θέμα, αλλά ήταν το Αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης που άφησε την βόμβα να σκάσει, την Τετάρτη, 11 Απριλίου του 2012. Άσκησε αγωγή κατά της Apple και κατά των εκδοτικών οίκων Hachette, HarperCollins, Macmillan, Simon & Schuster και Penguin (στην έκθεση της Κομισιόν ήταν μπλεγμένος και ο γερμανικός Verlagsgruppe Georg von Holtzbrinck). Η κατηγορία είναι ότι «μαγείρεψαν» τις τιμές των e-books, ώστε να μην επιτρέψουν στην ουσία στην Amazon να κάνει τις εντυπωσιακές εκπτώσεις που συνηθίζει.

Η όλη ιστορία ξεκινάει με την πρώτη έκδοση του iPad, το 2010 και –όσο κι αν θέλεις τώρα να πείσεις τον εαυτό σου ότι το είδωλό σου δεν μπορεί να έχει εμπλακεί σε κάτι τέτοιο- ήταν μια ιδέα του εκλιπόντος Στιν Τζομπς. Το colpo grosso (που αποδείχτηκε τελικά και αποτυχημένο και θα κοστίσει στις εταιρείες διόλου ευκαταφρόνητα ποσά ως αποζημιώσεις) είχε ως εξής: Οι μεγάλοι οίκοι τα βρήκαν μεταξύ τους ώστε να καθορίζουν αυτοί την τιμή με την οποία θα πωλείται το βιβλίο στην ηλεκτρονική του μορφή και όχι ο λιανοπωλητής (η Amazon, δηλαδή, και η Apple, μέσω του iBooks). Στα φυσικά βιβλία, ο εκδοτικός οίκος καθορίζει την τιμή της χονδρικής πώλησης και το κάθε βιβλιοπωλείο αποφασίζει μετά το κέρδος που θέλει να βγάλει, ανεβάζοντας την τελική τιμή. Μπορεί δηλαδή και να το πουλήσει στην τιμή χονδρικής ένας βιβλιοπώλης μόνο και μόνο για να κάνει ντόρο για το κατάστημά του. Στα ηλεκτρονικά βιβλία, όμως, που δεν υπάρχει κόστος χαρτιού, παρά μόνο πνευματικά δικαιώματα –και άντε και design σε μερικές περιπτώσεις- οι εκδότες αποφάσισαν να καθορίσουν κατ’ ευθείαν τις τιμές με τις οποίες θα πωλούσαν τα e-books τους.

Γιατί η Apple θα ήταν κερδισμένη από κάτι τέτοιο; Δεν θα ήταν, όπως απέδειξε η ιστορία. Και το ήξερε και ο Τζομπς αυτό. Θα ήταν, όμως, λιγότερο κερδισμένη η μεγάλη της ανταγωνίστρια, η Amazon. Αν για κάθε βιβλίο που πωλούσε στο Kindle η Amazon ήταν υποχρεωμένη να παίρνει μια συγκεκριμένη προμήθεια (όπως, ας πούμε ο εφημεριδοπώλης με τις εφημερίδες), καθορισμένη από πριν, η εταιρεία του Τζεφ Μπέζος δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στο σχέδιό της να διαθέτει e-books ακόμη και τελευταίας εσοδείας σε τιμή κάτω από τα δέκα δολάρια. Οι πέντε (ή έξι) οίκοι συμφώνησαν να πουλάνε τα βιβλία τους για 12,99 δολάρια, εκ των οποίων το 30% πήγαινε στον λιανοπώλη (στην Apple, την Amazon, ή όποιον τέλος πάντων έκανε αυτήν την δουλειά).

Τι πετύχαινε η Apple με όλο αυτό; Περιόριζε τις δραστικές εκπτώσεις της Amazon, η οποία δεν σκόπευε να βγάλει κέρδος από το ίδιο το e-book, αλλά από τις πωλήσεις του Kindle. Με το να μην μπορεί να αγοράζει τα βιβλία για κάτω από 10 δολάρια, ένας υποψήφιος αγοραστής Kindle έχανε το βασικό του πλεονέκτημα και άρα, πολύ πιο εύκολα, θα προτιμούσε το ακρίβοτερο iPad που έτσι κι αλλιώς έχει κι άλλες δυνατότητες. Το iPad ποτέ δεν προσποιήθηκε ότι βγήκε στην αγορά με σκοπό να κοντράρει το Kindle, αλλά ο Στιβ Τζομπς είχε καλά σχεδιασμένη την στρατηγική για το πώς να «κλέψει» κομμάτι και αυτού του κοινού, που ήταν ήδη μαθημένο στις ταμπλέτες ως τρόπο για να διαβάζει τα βιβλία του. Χμμ, όχι και τόσο καλή στρατηγική τελικά.

Οι Hachette, HarperCollins και Simon & Schuster έχουν ήδη έλθει σε συμβιβασμό με την αμερικανική δικαιοσύνη και συμφώνησαν να επιστρέψουν περίπου 51 εκατομμύρια δολάρια στους αγοραστές των e-books τους που ζημιώθηκαν από την πρακτική τους (με τη λογική ότι θα τα είχαν αγοράσει για 9,99 δολάρια από την Amazon, αν δεν είχε στηθεί το κόλπο). Οι Penguin και Macmillan αναμένεται να ακολουθήσουν τις επόμενες ημέρες και μένει μόνο να δούμε πόσο βαριά θα πέσει η καμπάνα για την Apple. Αυτό, πάντως, που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε όλη αυτήν την ιστορία είναι πως από τον Σεπτέμβριο του 2011 ο Τζεφ Μπέζος έχει περάσει στην αντεπίθεση με το εντυπωσιακό Kindle Fire, που διεκδικεί με την σειρά του το κοινό του iPad, μόνο που το κάνει πολύ οικονομικότερα. Το Kindle Fire κοστίζει στην Amazon να το κατασκευάσει 50 δολάρια περισσότερο απ’ ότι το πουλά, αλλά η εταιρεία έχει υπολογίσει ότι θα βγάλει γρήγορα αυτό το ποσό από τις υπηρεσίες που θα προσφέρει –επί πληρωμή- για την ταμπλέτα της. Το κακό για την Apple είναι ότι αν ζούσε ο Στιβ Τζομπς σίγουρα θα είχε ένα plan b. Αλλά από εκεί που βρίσκεται τώρα, δύσκολα θα ξαναγυρίσει το κλίμα υπέρ της...

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

Τα Apps του Facebook και του iPhone σε ξέρουν πολύ καλλίτερα απ' όσο νομίζεις



Μπήκα στο site του Girls Around Me. Πρόκειται για ένα App για το iPhone που συνεργάζεται με το Facebook και το Foursquare. Διαβάζω το μότο του: «Έχεις διάθεση για έρωτες ή ψάχνεις απλά για ένα one night stand; Το Girls Around Me σού δίνει το πάνω χέρι. Αποκάλυψε τα πιο καυτά νυχτερινά στέκια, ποιες συχνάζουν εκεί και πώς να τις προσεγγίσεις». Έχεις ήδη καταλάβει πώς λειτουργεί φαντάζομαι. Το App συλλέγει πληροφορίες από το Foursquare, μετά πηγαίνει στο Facebook και διασταυρώνει λογαριασμούς και στη συνέχεια εμφανίζει στην οθόνη σου όλα τα «καυτά» κορίτσια που βρίσκονται γύρω σου. Διαλέγεις όποια σού αρέσει περισσότερο από την φωτογραφία και κινείσαι προς τα εκεί. Ξέρεις το όνομά της, όσες ακόμη λεπτομέρειες έχει ανεβάσει στο Facebook και πιθανόν και κανα-δυο mutual friends. Αν φάς χυλόπιτα, μην ανησυχείς. Έχεις τόσες ακόμη επιλογές.

Nαι, το App κάνει τόσο ξεδιάντροπη κατάχρηση των προσωπικών δεδομένων μας. Και τα «καυτά» κορίτσια δεν το γνωρίζουν καν. Την περασμένη εβδομάδα, το συγκεκριμένο App έγινε στόχος διαμαρτυριών και το Foursquare τού έκοψε κάποιες δυνατότητες. Η θεωρητική χρήση του Foursquare είναι να ειδοποιεί τους γνωστούς του καθενός για το πού βρίσκεται, σε περίπτωση που είναι κοντά κάποιος και θέλει να τον συναντήσει. Το Girls Around Me βάσισε την επιτυχία του σ’ αυτό που δεν κάνει το Foursquare. Στο να φέρει σε επαφή αγνώστους. Ή μάλλον, να δώσει στους δικούς του, «άγνωστους» χρήστες την ευκαιρία να γνωρίσουν κάποιαν για την οποίαν ήξεραν ήδη περισσότερα απ’ όσα θά ‘θελε εκείνη να ξέρουν.

Το πρόβλημα είναι ακόμη εντονότερο με τα εφήμερα Apps του Facebook. Γιατί μπορεί το Foursquare να προσπάθησε να διορθώσει το κακό που (ίσως άθελά) του έκανε, λόγω του «τρικ» του Girls Around Me, αλλά το Foursquare είναι μια γιγαντιώδης υπηρεσία που δεν θα μπορούσε να πράξει αλλιώς αν ήθελε να επιβιώσει. Τι γίνεται όμως με τα χιλιάδες βραχύβια Apps που γίνονται hype τη μία μέρα και κυκλοφορούν με τον θαυμαστό viral τρόπο του Internet από τον έναν υπολογιστή στον άλλον, για να ξεχαστούν μια βδομάδα μετά;

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει έστω και ένα App του Facebook που να μην προειδοποιεί τον χρήστη ότι θα κάνει χρήση προσωπικών του δεδομένων. Αλλά όταν αυτή την ειδοποιήση την βλέπεις καθημερινά πια, τα αντανακλαστικά σου απέναντί της δεν λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο που το έκαναν στην αρχή. Πλέον πατάς σε όλα «ναι». Λέγεται εξοικείωση και αποφέρει στην “app economy” περί τα 15 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Τα διάφορα Apps πού σού γνωρίζουν πιθανούς ερωτικούς παρτενέρ, που «λένε την αλήθεια για σένα», που σε βοηθούν να μάθεις ποιος σεργιανίζει στο προφίλ σου που κάνουν χίλια δυο γαργαλιστικά πράγματα που δεν τα φανταζόσουν καν πριν την έλευση του Facebook και των smartphones δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς τα προσωπικά σου δεδομένα. Ποιο το νόημα να γραφτείς σε μια online προξενήτρα αν δεν πεις μερικά από τα γούστα σου; Όσο πιο σαφής είσαι («μου αρέσουν οι ψηλοί μαυριδεροί άντρες με πράσινα μάτια και τρίχες στην πλάτη», ας πούμε) τόσο πιο καλά αποτελέσματα θα πάρεις. Μόνο που εσύ θα κάνεις το κομμάτι σου για μια-δυο βδομάδες, ίσως να διασκεδάσεις κιόλας με το ταίρι που βρήκες μέσω του App, αλλά όταν αυτό πάψει να είναι της μόδας, η εταιρεία που το κατασκεύασε, θα φτιάχνει ήδη ένα άλλο που θα ξέρει πολύ καλύτερα πώς να σε προσεγγίσει. Ή θα πουλάει όλα αυτά που της έκανες γνωστά κάπου αλλού, έναντι κάποιων αργυρίων που ίσως θα προτιμούσες να γεμίζουν την δική σου τσέπη.

Το Facebook, βέβαια, δεν αφήνει εντελώς ανεξέλεγκτες τις εταιρείες που κατασκευάζουν Apps γι’ αυτό. Αλλά και τα δεδομένα που τις αφήνει να χρησιμοποιήσουν είναι ήδη αρκετά. Και -το είπαμε και παραπάνω- αν ένα App σού ζητήσει και κάτι ακόμη, σπάνια του λες «όχι» και το αγνοείς, όταν όλοι οι φίλοι σου το έχουν εγκαταστήσει και ασχολούνται όλη μέρα με αυτό. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι τα περισσότερα από τα Apps αυτά κάνουν αυτόματα σάρωση και στα «ελεύθερα» δεδομένα των φίλων σου, με του που εσύ πατήσεις το «ναι». Τo Facebook έχει ρυθμισμένο by default να μπορεί το κάθε App να συλλέγει όλα τα δεδομένα των φίλων του χρήστη που το χρησιμοποιεί, πλην της σεξουαλικής του προτίμησης, της θρησκείας και των πολιτικών του πεποιθήσεων.

Οι εταιρείες που κατασκευάζουν Apps είναι ένα εντελώς ξεχωριστό πράγμα από το Facebook. Μια άλλη βιομηχανία. Ακόμη κι αν εμπιστεύεσαι το Facebook και είσαι σίγουρος ότι χρησιμοποιεί τα προσωπικά σου δεδομένα μόνο για «αμοιβαίο καλό» (π.χ. για να σού πετάει προσωποποιημένες διαφημίσεις, κερδίζοντας αυτό διαφημιζόμενους λόγω της αποτελεσματικότητάς του και εσύ χρόνο, γιατί όλο και κάποια από τις διαφημίσεις όντως θα σε ενδιαφέρει), κανείς δεν μπορεί να σού εγγυηθεί ότι συμβαίνει το ίδιο και με τις συνεργαζόμενες εταιρείες. Από την στιγμή που θα πατήσεις το «ναι», τα προσωπικά δεδομένα σου και των φίλων σου ταξιδεύουν εκτός του «ασφαλούς» περιβάλλοντος του Facebook για κάποιες άγνωστες πολιτείες. Είσαι σίγουρος ότι το θες αυτό;

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

13 Απρ 2012

Η ιστορία ενός τραγουδιού: Sophia Loren (ή μήπως Gillian Hills;) – “Zoo Be Zoo Be Zoo”

Μπορεί η Γη να έχει φέρει μερικές ακόμη βόλτες και ο πέμπτος κύκλος του Mad Men να ετοιμάζεται να μας σερβίρει την πέμπτη του συνέχεια στο τέλος αυτής της εβδομάδας, αλλά ήταν το πρώτο, το διπλό, της Κυριακής 25 Μαρτίου, που θα μείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη μας. Έχει ήδη περάσει –χάρη σε μία του και μόνο σκηνή- στο πάνθεον των τηλεοπτικών σειρών. Δίπλα σ’ εκείνο το επεισόδιο από τα «Φιλαράκια» που η λεύκανση του Ρος φωσφορίζει στο σκοτάδι. Δίπλα σ’ εκείνο το επεισόδιο από την «Δυναστεία» όπου επιτέλους η Αλέξις μαλλιοτραβιέται με την Κρίσταλ. Και –ω ναι!- δίπλα σ’ εκείνο το επεισόδιο από τον «Ιππότη της Ασφάλτου» όπου ο ΚΙΤ συγκρούεται στον αέρα με τον ΚΑΡ. Για ποια σκηνή μιλάμε; Για να ρωτάτε, μάλλον δεν το έχετε καν δει, έτσι; Αλλιώς θα είχατε ήδη ξεκινήσει να σιγοτραγουδάτε με λάγνα φωνή ένα ερωτικό «Ζου Μπι Ζου Μπι Ζου» μαζί με όλους εμάς τους υπόλοιπους.

Η Τζέσικα Παρέ (Μέγκαν Καλβέ – Ντρέιπερ, η δεύτερη σύζυγος του πρωταγωνιστή στην σειρά) θα διεκδικήσει με σοβαρές αξιώσεις τον ρόλο του απόλυτου it girl στο Χόλιγουντ (τουλάχιστον σε επίπεδο τηλεοπτικών σειρών) για το 2012. Και στην φαρέτρα της θα έχει το surprise party και το ακόμη πιο surprise gig που έκανε ενώπιον όλων των καλεσμένων για χάρη του εορτάζοντος Ντον Ντρέιπερ, όπου και τού τραγούδησε ερωτικά το «Ζου Μπι Ζου Μπι Ζου».


Το έκανε πιο ερωτικά από την Σοφία Λόρεν στην «Εκατομμυριούχο», εκείνη την κομεντί του 1960, όπου η πληθωρική Ιταλιάνα ταλαιπωρείται από τον Ινδό γιατρό που υποδύεται ο Πίτερ Σέλερς; Αδυνατώ να θυμηθώ. Κι όσο κι αν έψαξα στα βιντεοχώραφα του Internet, δεν μπόρεσα να βρω την σκηνή που η Λόρεν καταθέτει «ζου μπιζού» και «means that I love you» στον Σέλερς. Αυτό όμως που βρήκα είναι μια ίντριγκα, μια υπέροχη ιστορία πνευματικών δικαιωμάτων, αναπάντεχων χιτ, ανήλικων σταρ και γενικής θολούρας που απλώθηκε τις επόμενες κιόλας ώρες από την στιγμή που η Τζέσικα Παρέ ξανάκανε το κομμάτι λιγωτικό εθισμό.




Ποια πρωτοτραγούδησε το «ζουμπιζού» τελικά;

Η Τζίλιαν Χιλς είναι μια ξανθή ηθοποιός από αυτές που έχουν τις ρίζες τους στον κόσμο όλο. Γεννημένη στο Κάιρο απο Βρετανό πατέρα (τον περίφημο τυχοδιώκτη –και δάσκαλο τις υπόλοιπες ημέρες Ντένις Χιλς) και Πολωνή μητέρα, και μεγαλωμένη στη Γαλλία. Εκεί την ανακάλυψε ο Ροζέρ Βαντίμ και την αναγόρευσε σε «επόμενη Μπαρντό». Αλλά ήταν ο Αντονιόνι με το θρυλικό «BlowUp» που την έκανε τεράστια φίρμα, το 1966. Μέχρι τότε η γεννημένη το ’44 Χιλς, τα έκανε όλα. Λολιτοεμφανίσεις στις ταινίες του Βαντίμ, χαζοσινγκλάκια, φωτογραφίσεις. Χαζοσινγκλάκια είπα ε; Το 1961 κυκλοφόρησε ένα ΕΡ με τον τίτλο «Zou Bisou Bisou», που μπορείς να μαντέψεις ποιο κομμάτι είχε μέσα. Το ’61 είναι ένας χρόνος μετά την κυκλοφορία του «Εκατομμυριούχου» της Λόρεν και του Σέλερς (και του soundtrack «Sophia & Peter» που πήγαινε μαζί). Κι όμως, όταν οι Mad Men άρχισαν να παραληρούν σε ρυθμούς «ζουμπιζού», η Χιλς ισχυρίστηκε πως το κομμάτι είναι δικό της –κάτι που δεν αντέκρουσε η πλευρά της Σοφία Λόρεν, η οποία μάλλον δεν ασχολήθηκε καθόλου με το θέμα.



Ποια είναι λοιπόν η αλήθεια; Η Τζέσικα Παρέ τραγουδάει όντως την εκδοχή της Χιλς στο Mad Men. Αυτή με τους γαλλικούς στίχους. Την λολιτοειδή, βαντιμική, γιεγιέδικη εκδοχή (αυτήν, δηλαδή, που πιθανότατα είχε ακούσει η καταγόμενη από το Κεμπέκ ηρωίδα του Mad Men). Η Χιλς δεν λέει ψέμματα σ’ αυτό. Ίσως όμως και να λέει ψέμματα στο ότι έγραψε η ίδια το κομμάτι το καλοκαίρι του ’60. Ή να λέει μισό ψέμμα και να εννοεί ότι έγραψε τους γαλλικούς στίχους... Όπως και νά ‘χει, ήταν η δική της, η γαλλική βερσιόν που έκανε ένα κάποιο χιτ το ’61 (το τραγούδι της Λόρεν, πιο ερωτικό και τζαζ, χάθηκε στην λήθη μαζί με την μέτρια ταινία, της οποίας απετέλεσε soundtrack). Αλλά, όπως όλα δείχνουν, ήταν αυτό που γράφτηκε πρώτο, από τους Μπιλ Σέπαρντ και Άλαν Τιου.

Τα τιμημένα ‘60s, ο Βαντίμ και άλλες ιστορίες...

Μικρή σημασία έχουν, βεβαίως, όλα αυτά, γιατί στην ανάγκη μας σήμερα να ανακαλύψουμε τις ρίζες της πρόσφατης –α λα Παρέ / Καλβέ- ανατριχίλας μας, παραγνωρίζουμε μια συνήθη πρακτική των ‘60s: Να «δανείζεται» ο οποιοσδήποτε το τραγούδι του οποιουδήποτε και τού αλλάζει τα φώτα, αγνοώντας οποιονδήποτε νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων. Κάπου εκεί στήριξαν εξάλλου και την επιτυχία τους ελληνικές μπάντες σαν τους Olympians (no offense Πασχάλη!).

Απ’ όλον αυτόν τον αχταρμά κρατάμε μόνο την αστείρευτη γοητεία της Παρέ / Καλβέ (τρελλαίνομαι για την συναπτή παράθεση των δύο γαλλικών δισύλλαβων, τρελλαίνομαι!) και την δήθεν αθώα σεξουαλικότητα που εκμπέμπει το τραγούδισμά της. Την ίδια –και σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό- εξέπεμπε και το 1961 το στοματάκι της Χιλς. Το κορίτσι ήταν 17 ετών και είχε για μέντορα τον Βαντίμ, τον μεγαλύτερο λολιτολάτρη της ιστορίας. Ήταν φτιαγμένο για να γαργαλάει το ανδρικό υπογάστριο και να προκαλεί ανείπωτες φαντασιώσεις. Το σημαντικότερο όμως είναι πως αυτό δεν ήταν το πιο «ζουμπιζού» κομμάτι του είδους. Αλλά περί αυτού θα επανέλθω σε προσεχές post με μια ακόμη πιο συναρπαστική, προκλητική, ζουμπιζουμπιζούδικη ιστορία. Stay tuned!

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

12 Απρ 2012

Ξεδιάντροπη διαφήμιση: Το επόμενο ποδήλατό μου θα είναι Peugeot



Οι παλιότεροι ξέρουν καλό το νόημα της κόντρας Peugeot με Mercier. Ήταν σαν το «Duran-Duran ή Wham;» Σήμερα, το DL 122 σβήνει κάθε δίλημμα...

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 συνέβη κάτι μαγικό στο ποδηλατικό σύμπαν. Από τη μία η πετρελαϊκή κρίση του ’73-’74, από την άλλη η ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση του Γύρου της Γαλλίας, καλοχωνεμένη πια, αφού έπαιζε μια ολόκληρη δεκαετία ήδη, έστειλαν κόσμο και κοσμάκη καβάλα σε μια σέλα να προσπαθεί να μιμηθεί το κουλ ύφος του Έντι Μερκξ ακόμη και στις πιο απότομες ανηφόρες. Στην Ελλάδα η μανία για τις «κούρσες» ήλθε σαν απόνερο μερικά χρόνια αργότερα, όταν πια η Peugeot αποφάσιζε να εγκαταλείψει την αγωνιστική της ομάδα (η Mercier είχε ήδη αποσυρθεί από το Tour de France το ’69). Αλλά αυτά τα δύο ονόματα ήταν γαλλικά και όλοι ξέραμε καλά ότι δεν ήταν «κούρσα» αν δεν έφερε τη στάμπα του Γύρου της Γαλλίας. Οι περισσότεροι δεν είχαμε τα λεφτά που κόστιζαν και απλά τα ποθούσαμε. Κάθε φορά που κάποιος συμμαθητής μας μάς έδινε το Peugeot ή το Mercier του για μια βόλτα, η έκσταση χτυπούσε τιλτ (και μαζί το άγχος να μην μάς βγει η αλυσίδα και ξεφτιλιστούμε στην παρέα).

Οι μόδες, βέβαια, έρχονται και παρέρχονται και στο Λύκειο πια πηγαίναμε με τα Chaly και τα «γουρουνάκια» -ούτε για φτύσιμο δεν τό ‘χαμε το ποδήλατο. Κι όταν κάποια χρόνια μετά το trend επανήλθε δριμύτερο, η Peugeot δεν υπήρχε πια. Ήταν από τη μία οι Ιάπωνες με τα πάμφηνα και τόσο γερά εργαλεία τους, από την άλλοι οι Αμερικανοί της Specialized και της Kona που είχαν ανακαλύψει και τη νέα μόδα, το mountain bike, και έφτιαχναν τόσο κουκλιά μοντελάκια. Τα παλιά Mercier και Peugeot ήταν βαριά κουφάρια πεταμένα στην πίσω αυλή –κανείς δεν ήθελε να τα τρίψει με γυαλόχαρτο και να τα ξαναβγάλει στον δρόμο.

Ώσπου, ξαφνικά, εμφανίστηκε το DL 122. Η Cycles Peugeot, βέβαια, δεν υπάρχει πια ως το θρυλικό εργοστάσιο που ξεκίνησε το 1882 (και από ένα σημείο και μετά άρχισε να βγάζει κι αυτοκίνητα –κι έγινε πιο διάσημο γι’ αυτήν του την παραγωγή). Το όνομα το «φοράνε» μερικά μοντέλα της Cycleurope, μιας μεγάλης εταιρείας που έχει αγοράσει τα δικαιώματα από πολλές παλιές θρυλικές μάρκες. Αλλά κι ο λόγος για τον έρωτα με το DL 122 δεν είναι ο ίδιος που μας έκανε να στάζουμε σάλια για τις «κούρσες» των ‘70s, στα παιδικά μας χρόνια. Αλλάξαν πια οι συνήθειες, μεγαλώσαμε κιόλας, η μέση δεν αντέχει την αεροδυναμική στάση του ποδηλάτη δρόμου. Τώρα θέλουμε σπαστά, ελαφρά ποδηλατάκια, να τα φορτώνουμε στο μετρό και να γυρνάμε στο κέντρο της πόλης, να ανεβαίνουμε ως τον «Δαναό» για καμμιά κουλτουροταινία, να τα παίρνουμε μαζί μας στο “Cantina Social”, ξοδεύοντας μηδέν για βενζίνη και τραβώντας τα χιπστεροβλέμματα πάνω μας. Κι αν έχουν και μια θήκη για βολεύουμε και το laptop ή το iPad, ακόμη καλύτερα. Θα πηγαίνουμε με το ποδήλατο και στη δουλειά.

Το DL 122 της Peugeot (της Cycleurope δηλαδή) δεν έχει βγει ακόμη στην αγορά, αλλά το περιμένουμε με αγωνία. Αυτή η αλουμινένια του υποδοχή στη μέση, που χωράει (και προστατεύει) το laptop και όλη αυτή η ντιζαϊνιά που το κάνει «σπαστό με στυλ», μάς έχει πάρει τα μυαλά. Είναι και οι λεπτομέρειες από ξύλο και δέρμα είναι και το φωσφοριζέ κίτρινο στοιχείο –κάτι τέτοιες τσαχπινιές κάνουν την διαφορά-, ε, είναι και η ανάμνηση του ονόματος που αποτελούσε τον πιο μεγάλο παιδικό μας πόθο, όλα μαζί γεμίζουν ξανά με λαχτάρα τον κουμπαρά, που θα σπάσει με το που το μοντέλο φθάσει στα καταστήματα.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

11 Απρ 2012

Οι εξωγήινες ημέρες των MGMT (νέο τραγούδι λέμε!)




Στον δρόμο για το τρίτο της άλμπουμ η μπάντα απ’ το Μπρούκλιν τραγουδάει χαρωπά ένα “Alien Days” σε κάθε σταθμό της λατινοαμερικανικής της περιοδείας. Μe gusta mucho!

Ήταν Σεπτέμβρης του ’09 και οι MGMT ήταν ΤΟ όνομα. Γιατί, ενάμισι χρόνο μετά το αναπάντεχο τσουνάμι του “Oracular Spectacular” εσύ ακόμη τιναζόσουν σαν να είχες μόλις έλθει σε επαφή με καμμιά πεντακοσαριά βολτ ηλεκτρικού ρεύματος, κάθε που άκουγες το “Kids”. Ακόμη έκανες με χαρά εκείνο το ακροβατικό της γλώσσας, του ουρανίσκου και των χειλιών, προσπαθώντας να μιμηθείς με το στόμα σου το εισαγωγικό «τιρουριρουτουρίτι» του “Time To Pretend”. Και ίσως να φορούσες ακόμη το μπλουζάκι με το ψυχεδελικό σπιράλ και τα στρογγυλά γυαλιά με τους πορτοκαλί φακούς. Και δεν ήσουν μόνος σου σ’ όλην αυτήν την παραζάλη. Ήταν κι όλοι οι υπόλοιποι. Και, βασικά, οι MGMT ήταν στην Αθήνα, πάνω στη σκηνή, κάτω από την κόκκινη καμινάδα, έπαιζαν όλα τα «τιρουριρουτουρίτια» τους μπροστά σου.

Και είχες διαβάσει σε μια συνέντευξη που έδωσαν λίγο πριν προγειωθούν εδώ ότι θα παίξουν και καινούργια κομμάτια, από το άλμπουμ που ετοίμαζαν εκείνο τον καιρό. Και ίσως να μην είχες ακούσει το EP τους πριν το “Oracular Spectacular” (το λέγανε “Climbing To New Lows” και όντως δεν το είχες ακούσει). Και δεν ήξερες ότι η μουσική του “Oracular Spectacular” δεν ήταν ακριβώς MGMT. Ήταν δηλαδή, αλλά είχε πάρει και λίγα αναβολικά ελέω Columbia και έβγαινε, ας πούμε, πιο ποπ, πιο χορευτική πιο ανεβαστική. Και παίξανε όντως καινούργια τραγούδια. Και παραλίγο να σε πάρει ο ύπνος. Πήγες για μπίρες, δηλαδή, όταν τα έπαιζαν. Και έψαξες να βρεις εκείνα τα μάτια που σε κάρφωναν πριν, αλλά μάλλον πήγαν κι εκείνα για μπίρες. Στο άλλο μπαρ.

Ε, τώρα, στη θέση σου βρίσκεται η μισή Λατινική Αμερική. Λιγάκι πιο υποψιασμένη. Οι MGMT βρίσκονται αυτές τις ημέρες εκεί σε περιοδεία και τραγουδούν το νέο τους τραγούδι από το επερχόμενο, τρίτο άλμπουμ τους. Ακούγεται κάπου στη μέση των δύο πρώτων. Περισσότερο “Congratulations”, αλλά με ένα πέρασμα χαρωπό λούστρο απ’ αυτό που είχε και το “Oracular Spectacular”. Αυτοαναφορική και ρετροπαθής ψυχεδέλεια με τίτλο “Alien Days” (πόσο ταιριαστός!), από αυτές που διώχνουν ακόμη πιο μακριά όσους έγιναν φαν λόγω των χιτ και φέρνουν ακόμη πιο κοντά εκείνους που ξεπερνούσαν στα γρήγορα τις χορευτικές επιτυχίες και κολλούσαν με τα “The Youth” και “Pieces Of What” από το πρώτο άλμπουμ, εκείνους που θεωρούν το “I Found A Whistle” του δεύτερου ένα από τα πιο παραγνωρισμένα αριστουργήματα στην ιστορία της μουσικής.

Εντάξει, συμπεράσματα για ένα άλμπουμ που δεν ξέρεις καν πώς θα το λένε από ένα και μόνο τραγούδι δεν μπορείς να βγάλεις. Αλλά για να έχεις φτάσει να διαβάζεις ως εδώ κάτω, σημαίνει ότι ακόμη κάτι σε γαργαλάει όταν διαβάζεις «Μουτζουμουτού» και ότι, προφανώς, τώρα θες να ακούσεις και μια άποψη για το “Alien Days”. Στους Λατινοαμερικανούς δεν άρεσε πολύ, αν κρίνω απ’ τα όχι και τόσο ηχηρά «ουου». Σ’ εμένα πάλι, gusta mucho… (Ναι, σε ‘μένα αναφερόμουν όταν έγραφα την υπερβολική ατάκα για το “I Found A Whistle”).



(Γράφτηκε για τo Jumping Fish)

2 Απρ 2012

Το ελαιόλαδο, το Internet και μια ιστορία ενός (ταλαίπωρου) νέου Έλληνα επιχειρηματία που συνάρπασε τους New York Times



Το μεράκι ενός νεαρού Έλληνα επιχειρηματία να στήσει ένα online shop για να εξάγει προϊόντα ελιάς και η απίστευτη ταλαιπωρία που υπέστη μέχρι να το κατορθώσει έγιναν πρωτοσέλιδο στο website των New York Times. 

Ο Φώτης Αντωνόπουλος είχε μια απλή ιδέα. Στην Ελλάδα της κρίσης και της μιζέριας, θέλησε να στήσει μια μικρή επιχείρηση -να κάνει μια προσπάθεια να πετύχει. Και σκέφτηκε να συνδυάσει το ταλέντο του και την εμπειρία του (που είναι στον σχεδιασμό websites) με ένα από τα πιο αγαπημένα προϊόντα των ξένων από τον τόπο μας. Το ελαιόλαδο και τα υπόλοιπα παράγωγα της ελιάς. "Μακάρι να μπορούσα να το κάνω κι εγώ", θα σχολιάσετε οι περισσότεροι, γνωρίζοντας την ποιότητα του ελληνικού λαδιού και τις δυνατότητες κέρδους που υπάρχουν σε μια εταιρεία που το εμπορεύεται και που λειτουργεί σωστά. Όλοι όμως, στο πίσω μέρος του μυαλού σας, θα είχατε και την ταλαιπωρία που θα φοβόσασταν ότι θα περνούσατε μέχρι να καταφέρνατε να βάλετε μπρος την επιχείρησή σας.

Η ιστορία του Φώτη Αντωνόπουλου και του oliveshop.com έγινε πρωτοσέλιδο θέμα στο website των New York Times. Περιέχει όλα αυτά που περιμένετε και πολλά περισσότερα. "Ευτυχώς που είχα και μια κανονική δουλειά που με πλήρωνε καλά", σχολιάζει ο 36χρονος επιχειρηματίας στην αμερικανική εφημερίδα. Δεν είναι μόνο οι συναλλαγές με το Δημόσιο. Ακόμη και με τις ελληνικές τράπεζες, στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει έναν ασφαλή τρόπο online πληρωμών, συνάντησε τα πιο απίθανα εμπόδια. Τελικά αναγκάστηκε να καταφύγει στο PayPal και να έχει έτοιμο τον τρόπο συναλλαγών μέσα σε 10 λεπτά...

Το παράδειγμα του Φώτη Αντωνόπουλου και της online επιχείρησης που έστειλε είναι ενδεικτικό του μεταίχμιου στο οποίο βρίσκεται αυτήν την στιγμή η χώρα. Διαθέτει ανθρώπους με όρεξη και ιδέες -και πάνω απ' όλα με γνώσεις- και την ίδια στιγμή διοικείται από ένα μηχανισμό που έχει μάθει σε συναλλαγές κάτω από το τραπέζι, σε "γρηγορόσημα" και σε ωχαδελφιστική αντιμετώπιση απέναντι σε ο,τιδήποτε δεν καταλαβαίνει. Αν είναι να κρατήσουμε κάτι καλό από το αποθαρρυντικό αυτό ρεπορτάζ των New York Times ας είναι ότι τελικά ο κ. Αντωνόπουλος τα κατάφερε και το "μαγαζάκι" του είναι εκεί, online, και πουλάει τα εξαιρετικά μας προϊόντα σε όλον τον κόσμο.

(Γράφτηκε για το MensGuide.gr)

Τι καλύτερο μπορείτε να κάνετε με τις Μπαχάμες, αν δεν έχετε τη δυνατότητα να τα ταξιδέψετε ως εκεί




To Barchords είναι το δεύτερο άλμπουμ ενός καταπληκτικού Καναδοφινλανδού που επέλεξε για ψευδώνυμό του το... Bahamas.

Στον Άφι Γιουρβάνεν αρέσει να παίζει με τα ονόματα. Ίσως γι' αυτό επέλεξε για το όνομα της (one man show) μπάντας του το Bahamas. Ίσως γι' αυτό τόσα χρόνια έπαιζε μουσική για γκρουπ με παράξενους τίτλους, όπως οι PasoMino, Great Lake Swimmers, The Stills. Ναι, είναι ένα παιδί βαθιά χωμένο στον indie κόσμο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει τα φόντα να γίνει τρελλή επιτυχία και στο mainstream σύμπαν. Κατ' αρχάς, τα τελευταία χρόνια παίζει πιάνο και κιθάρα για την Feist, που είναι -ας πούμε- ο απόλυτος πολιορκητικός κριός της indie μουσικής στο εμπορικό γίγνεσθαι (όπως και οι άλλοι Καναδοί, οι Arcade Fire).

Και τώρα, με το δικό του δεύτερο προσωπικό άλπουμ, το Barchords, βάζει πλώρη για ακόμη πιο μεγάλα πράγματα. Πρόκειται για έναν δίσκο τεμπέλικο και λίγο νυσταγμένο, σαν καλοκαιρινή σιέστα παρά θιν' αλός με μια Corona να ζεσταίνεται στην άμμο. Είναι φολκ, είναι μπλουζ, αλλά είναι και ποπ. Θα σας κερδίσει με το πρώτο άκουσμα (και θα τον χρησιμοποιήσετε καταλλήλως τώρα που ανοίγει ο καιρός για να ρίξετε φρέσκα indie -και όχι μονο- κορίτσια...)





(Γράφτηκε για το MensGuide.gr)

1 Απρ 2012

Από ποιον τα βρήκε σκούρα ο Ναδάλ;




Στο νέο διαφημιστικό της Nike για τα "γρήγορα" παπούτσια της, ο Κριστιάνο Ρονάλντο απαντάει με... τα πόδια, στα σερβίς του Ισπανού τενίστα! 


Ένα αναπάντεχο ντουέτο, ένας αναπάντεχος αγώνας, ένα αναπάντεχο ζευγάρι παπούτσια. Που στο τέλος γίνεται το μήλον της έριδος. Η Nike έφερε ενώπιον ενωπίω δύο από τις πιο διάσημους "πρεσβευτές" της, να παλέψουν σ' έναν ιδιότυπο αγώνα τένις, ο καθένας με τα μέσα του. Για τον Ράφαελ Ναδάλ, τον Νο 2 της παγκόσμιας κατάταξης του τένις, είναι τα σερβίς, τα τοπ σπιν, τα σλάις, για τον Κριστιάνο Ρονάλντο είναι... τα πλασέ και τα τακουνάκια. Χρησιμοποιώντας το καινούργιο ποδοσφαιρικό παπούτσι Mercurial Vapor VIII που υπόσχεται μεγαλύτερη εκρηκτικότητα και καλύτερη πρόσφυση στο χορτάρι, ο άσος της Ρεάλ Μαδρίτης καταφέρνει (έστω και με την βοήθεια της σκηνοθεσίας) να αποκρούσει κάθε μπαλιά του Ισπανού τενίστα. Στο τέλος ο Ναδάλ δανείζεται τα παπούτσια για να δοκιμάσει κι αυτός ένα ψαλιδάκι και αρνείται να τα γυρίσει πίσω στον Ρονάλντο!
(Γράφτηκε για το MensGuide.gr)

14 Μαρ 2012

Σύμβολα της ποπ κουλτούρας: #27. Το μαλλί του Ντέιβιντ Μπέκαμ

Ο David Beckham δείχνει πιο άνετος μέσα σ’ ένα καλοραμμένο κοστούμι, παρά φορώντας την στολή της ομάδας του και τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Δεν γεννήθηκε, βεβαίως, ο άντρας – επιτομή του στυλ. Έκτισε πάνω σ’ αυτό, επενδύοντας στο “brand Beckham”, όσο δούλευε παράλληλα τις σέντρες και τις ντρίμπλες του. Η εξέλιξη της εικόνας του από το 1992, όταν πρωτόπαιξε -17 ετών- για την Manchester United, μέχρι τα 37 του σήμερα, στη νέα του πατρίδα, το Λος Άντζελες, είναι εντυπωσιακή. Πιο εντυπωσιακή, σίγουρα, από την εξέλιξη της ποδοσφαιρικής του καριέρας.

Όχι ότι ο Beckham δεν είναι ένας σπουδαίος παίκτης. Απλά, τα αγγλικά ΜΜΕ έχουν μια μανία να κτίζουν τεράστιες προσδοκίες στους διψασμένους για ένα Μουντιάλ αναγνώστες τους (η Αγγλία το έχει κατακτήσει μία μόνο φορά, κι αυτό το 1966!). Και το γεγονός ότι η «εποχή Beckham» για το αγγλικό ποδόσφαιρο δεν συνοδεύθηκε με κάποια μεγάλη επιτυχία της Εθνικής τους, θα τον κάνει πάντα λίγο «αποτυχημένο». Σε δέκα χρόνια από τώρα το πιθανότερο είναι ότι θα τον θυμόμαστε περισσότερο για τα ντυσίματά του και τα κουρέματά του, παρά για την μπάλα που έπαιξε. Μιλώντας για κουρέματα, γι’ αυτό το ξανθό μαλλί – φετίχ για πολύ κόσμο, ίσως ο καλύτερος τρόπος να μιλήσουμε για τον David Beckham είναι σχολιάζοντας τις φωτογραφίες του, κάθε φορά που έβγαινε από τον κουρέα:


1993: Το σχολαριόπαιδο

Γεννημένος στο Λέιτονστόουν, ένα αδιάφορο προάστειο του βορειοανατολικού Λονδίνου, από μικρός είχε αποφασίσει ότι θέλει να γίνει ποδοσφαιριστής. Οι γονείς του ήταν και οι δύο φανατικοί φίλαθλοι της Manchester United, αν και Λονδρέζοι, και ο David Beckham κληρονόμησε το πάθος τους και είδε το όνειρό του να γίνεται πραγματικότητα με του που τέλειωσε το σχολείο. Μετακόμισε στο Μάντσεστερ με την clean cut παιδική του φάτσα και την ξανθή του κώμη στο στυλ των ανεπτυγμένων «καρφιών», δώρο από τη μαμά του, που ήταν κομμώτρια. Η επιρροή της στο μέλλον του look του θα ήταν καθοριστική...

1997: Οι «κουρτίνες»

Η πρώτη συμμετοχή για την Εθνική Αγγλίας ήλθε μόλις στα 21 του χρόνια, το 1996. Ήταν η εποχή που οι «πιτσιρικάδες» της Manchester United άρχισαν να κάνουν πράγματα και θαύματα στο γήπεδο. Ήταν όμως ακόμη ακριβώς αυτό: πιτσιρικάδες. Με καμμία απολύτως άποψη περί στυλ. Το μαλλί – κουρτίνα με την άτεχνη χαίτη είναι μια καλή απόδειξη.

1999: Ο γαμπρός με τις φαβορίτες

Το 1996 οι Spice Girls τραγουδούσαν «If you wanna be my lover…» και ο David Beckham γινόταν η μεγάλη ελπίδα του αγγλικού ποδοσφαίρου. Το 1997, η Posh Spice βρέθηκε στο Old Trafford, το γήπεδο της Manchester United, γνωρίστηκε με τον David Beckham, και σύντομα άρχισαν να βγαίνουν. Ο λονδρέζικος Τύπος είχε βρει το νέο του αγαπημένο θέμα. Μόνο που και οι δυο τους χρειάζονταν ένα δυνατό lifting στην επιεικώς απαράδεκτη εικόνα τους. Εκείνος ξεκίνησε με το να αφήνει λίγες παραπάνω τρίχες στο πρόσωπο. Φαβορίτες, υπόνοια μουστακιού και goatee, πιο στυλιζαρισμένο μαλλί –με ανοικτές ανταύγειες. Παντρεύτηκαν τον Ιούλιο του 1999 και στον γάμο εκείνος έμοιαζε περισσότερο με ποπ σταρ απ’ ότι εκείνη.

2001: Ο πρώτος των Μοϊκανών

Το 2000 πήρε το περιβραχιόνιο του αρχηγού της Εθνικής Αγγλίας. Δεν ήταν πια ένα παιδί. Χρειαζόταν λίγη αγριάδα. Κράτησε το μουστακάκι και το μουσάκι, αλλά πέταξε όλα τα υπόλοιπα, εκτός από μια λωρίδα τριχών στην κορυφή της κεφαλής. Λογικά δεν θα έπαιξε ρόλο που έχασε τον τίτλο του «Ποδοσφαιριστή της Χρονιάς» από τον Luis Figo. Aλλά ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις με τι ακριβώς κριτήρια ψηφίζουν εκεί στην FIFA



 2001: Μοϊκάνα στο φρύδι
Ίσως όμως να ήταν λίγο υπερβολή η «μοϊκάνα» για τον αρχηγό μιας Εθνικής Αγγλίας. Ξύρισε λοιπόν και το υπόλοιπο της κεφαλής και «πήρε» λιγουλάκι και το αριστερό του φρύδι, για να μην λένε «μα πού πήγε η λωρίδα;».

2001: Ooops, I did it again

Νά ‘την πάλι η λωρίδα!

2002: Το ομορφόπαιδο

Και μετά έρχεται ο πρώτος μεγάλος τραυματισμός και ο David Beckham, απαλλαγμένος πια από την ανάγκη να πηγαίνει για προπονήσεις, αρχίζει να ασχολείται αποκλειστικά με αυτό που τού αρέσει πιο πολύ: το στυλ του. Είναι και 27 ετών πια, δεν μπορεί να ντύνεται συνέχεια σαν καγκουροποπσταρ ή σαν ράπερ. Μαζί με τα κοστούμια, φέρνει και το νέο μαλλί –μια πλούσια εξέλιξη της περσινής του μοϊκάνας που μοιάζει να κοιτάζει ψηλά στον ουρανό, σαν μια επίκληση προς τον Θεό να τον θεραπεύσει γρήγορα. Είναι το μαλλί που θα γίνει η απόλυτη μόδα σε Ιαπωνία και Κορέα, όπου διεξάγεται το Μουντιάλ εκείνη τη χρονιά, μολονότι ο Beckham είναι εμφανώς εκτός φόρμας, λόγω του τραυματισμού του. Βασικά, οι trendy Ιάπωνες ακόμη έτσι κουρεύονται!

2002: Το ασχημόπαπο

Ή πώς ένα ωραίο κούρεμα σε δείχνει χάλια, αν δεν το ανανεώσεις στην ώρα του...

2003: Η στέκα

Η επιστροφή στην φόρμα χρειάζεται και μια έξτρα ένδειξη ότι ο David Beckham διανύει μια δεύτερη νιότη. Τι καλύτερο από ένα κούρεμα σχεδόν παιδικό;

2003: Τα πλεξουδάκια

Δεύτερη απόδειξη ότι για κάθε ωραίο κούρεμα, υπάρχει πάντα ένας τρόπος να το καταστρέψεις τελείως...

2004: Ποιος Curt Cobain;

Τό ‘φερε από εδώ, τό ‘φερε από εκεί, τελικά αποφάσισε να το γυρίσει στην ροκ. 10 χρόνια μετά τον θάνατο του Curt Cobain, o David Beckham ξανακάνει τον μακαρίτη μόδα, αντιγράφοντας το look του!

2004: Κοτσιδάκια

Όχι ένα κοτσιδάκι, σαν Σλοβάκος στόπερ που παίζει στο γερμανικό πρωτάθλημα. Εδώ μιλάμε για τον David Beckham της Ρεάλ Μαδρίτης. Και τα δύο λίγα είναι.

 
2005: Ανταύγειες ξανά
Το 2005 που άρχισε να ξαναβρίσκεται πιο συχνά με τους Άγγλους συναδέλφους του, καθώς η Εθνική ετοιμαζόταν για το Μουντιάλ του 2006, το ξαναγύρισε στο ποπίστικο βρετανικό «look του καλού γιού», αφήνοντας κατά μέρος τις «ροκιές» της Μαδρίτης. Ναι, υποπτευόμαστε ότι του κουρέματος επιμελήθηκε η μαμά...

2007: Ποιο μαλλί πάει με το μαύρισμα;

Το 2007 ο David Beckham φεύγει από την Μαδρίτη και πηγαίνει στο Λος Άντζελες για να παίξει στους LA Galaxy. Θα περίμενε κανείς να υιοθετήσει το καλιφορνέζικο look του άλουστου, γεμάτου αλάτι από το surf, κατάξανθου μακριού μαλλιού. Αλλά όχι. Ο Beckham ήταν περήφανος για ένα νέο στοιχείο πάνω του περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα: για το μαύρισμά του. Και δεν ήθελε ούτε μια περιττή τούφα να το κρύβει!

2009: Τhe Twilight Saga

Όταν βρεθείς στη Ρώμη, κάνε ό,τι και οι Ρωμαίοι λένε. Και όταν βρεθείς στο LA, κάν’ το όπως στο Χόλιγουντ. Της μόδας είναι ο Robert Pattinson και το Twilight και κάτι τέτοια ο Beckham ξέρει πώς να τα χειριστεί σωστά.

2009: «Μού τα πήρε λίγο παραπάνω κατά λάθος»

Για τρίτη φορά θα καταστρέψει ένα ωραίο κούρεμα...

2010: Σας θυμίζει κάτι;

Είναι κάποια κρίση μέσης (ποδοσφαιρικής) ηλικίας; Ή κάτι άλλο; Αν γυρίσετε πίσω 13 χρόνια, στο 1997, θα ξαναδείτε ακριβώς το ίδιο look, χωρίς το μούσι των τριών ημερών.

2011: Η φράντζα

Χρειάστηκε σχεδόν μια εικοσαετία πειραματισμών στο μαλλί, αλλά τελικά τα κατάφερε. Στα 36 του, ο David Beckham πέτυχε το πιο γοητευτικό look που είχε ποτέ. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως για να φθάσει ως εκεί, χρειάστηκε την επιρροή των δύο πιο σημαντικών σχολών styling στον χώρο του ποδοσφαίρου. Παρ’ ότι παίκτης της LA Galaxy, στην ουσία αγωνιζόταν για την Milan, στην Ιταλία, ως δανεικός. Κι αν οι Καλιφορνέζοι ποδοσφαιριστές έχουν κάτι από την λάμψη του Μαλιμπού, ξέρετε τι λένε για τους Ιταλούς συναδέλφους τους. Πιο πολλή ώρα περνούν στα αποδυτήρια μπροστά στον καθρέπτη, παρά στο χορτάρι για προθέρμανση, πριν από κάθε μεγάλο αγώνα...

2012: Το μοντέλο

Για τις ανάγκες της διαφήμισης των εσωρούχων της H&M, ο David Beckham μένει σχεδόν γυμνός, προκαλώντας και πάλι ρίγη συγκίνησης στις θαυμάστριές του. Το όλο αποτέλεσμα όμως δεν θα ήταν το ίδιο, αν δεν συνοδευόταν από το κατάλληλο μαλλί. Μια λίγο πιο μαζεμένη παραλλαγή του “look 2011”, τού προσδίδει ταυτόχρονα γοητεία και ωριμότητα.


(Γράφτηκε για το Queen.gr)







2 Μαρ 2012

John Barry και στην ρομποτική εποχή



Τηλεκατευθυνόμενα από ηλεκτρονικό υπολογιστή ελικόπτερα προσπαθούν να παίξουν το μουσικό θέμα του 007. Εντάξει, υποκλίνομαι!

1 Μαρ 2012

Όπως ντυνόταν ο Ντάλεϊ Τόμσον στους Ολυμπιακούς του Λος Άντζελες…

Αντλώντας έμπνευση από το στυλ του θρυλικού δεκαθλητή Ντάλεϊ Τόμσον που είχε κατακτήσει το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς του Λος Άντζελες το 1984, η Adidas Originals κυκλοφορεί την Team GB Collection με ρετρό ρούχα και υποδήματα και βέβαια την βρετανική σημαία να κυριαρχεί παντού. Αυτά είναι τα ωραία των ολυμπιακών χρονιών!

(Δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στο CoolSpotting.gr)