Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Exitorial. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Exitorial. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Αυγ 2008

Το κρεβάτι του εργένη

Αγαπητή Ζιζέλ,
έκανα το λάθος να απαντήσω στην ερώτηση «με ποια ασχολείσαι στο επόμενο Exitorial;» και έπεσαν όλες πάνω μου να με κατασπαράξουν. Ολως αφελώς, εξέλαβα την απορία τους ως ενδιαφέρον για την στήλη και κολακεύθηκα τα μάλα που διαβάζεται και από γυναίκες, μολονότι το περιοδικό έχει τουλάχιστον σαφείς προθέσεις προσέλκυσης του ανδρικού κοινού. Και απάντησα αμέσως και χωρίς δεύτερη σκέψη: «Με τη Ζιζέλ». Μετά από τόσα χρόνια ενεργούς και συστηματικής ενασχόλησης με τα μυστήρια της θηλυκής σκέψης, πίστεψα πραγματικά ότι εδώ δεν θα έπεφτα έξω. Ενα «τι γράφεις στο επόμενο Exitorial;», ή ένα «θα είναι και το επόμενο Exitorial το ίδιο ενδιαφέρον;» είναι ερωτήσεις που συνήθως ενέχουν καμουφλαρισμένη πονηριά και σοβαρές πιθανότητες ξεσπάσματος στην λάθος (δηλαδή στην αυθόρμητη και ειλικρινή) απάντηση. Αλλά το «με ποια ασχολείσαι στο επόμενο Exitorial;» ήταν τόσο «ανδρική» ερώτηση που ένιωσα ότι δεν έκρυβε καμία απολύτως παγίδα. Προέβλεψα, μάλιστα, και την αντίδραση, υπολόγιζα σε ένα «α, μάλιστα. Επιτέλους μια πραγματική γυναίκα». Μετά το πρεζόνι, τη γριά και το κοριτσάκι (Έϊμι Γουάινχάουζ, Μαντόνα και Μόνικα διαδοχικά, στα τρία πρώτα ξεμυτίσματα της στήλης), ήλπιζα πως οι αναγνώστριες θα συγκινούνταν εξίσου με τους αναγνώστες -αν και για τους εντελώς διαφορετικούς λόγους- που η επόμενη ηρωίδα μου θα ήταν η γυναίκα στην οποία όλες θα ήθελαν να μοιάσουν. Φευ!

Το όνομά σου ήταν τελικώς μια υπέροχη αφορμή για την κατά μέτωπον επίθεση σε όλα αυτά που συμβολίζει για μια δεσποινίδα ηλικίας 25 έως 40 ετών ένας εργένης, ευκατάστατος και εμφανίσιμος (το ξέρω ότι είναι ελεεινή και τρισάθλια αυτοδιαφήμιση, αλλά μην κολακεύεσαι ότι πάω να σε ρίξω, σε λίγο θα σε πάρει κι εσένα η μπάλα) χωρίς εμφανή διάθεση σοβαρού ζευγαρώματος άνδρας. Ενώ ένας αναγνώστης, ακόμη κι ο πιο ερωτευμένος με την καλή του, θα αντιδράσει στο άκουσμα του «Ζιζέλ» με ειλικρινή εκτίμηση πρώτου επιπέδου και ατάκες όπως «θεά!», «δεν υπάρχει πιο όμορφη γυναίκα», «μα τι τέλεια φυσικά στήθη είναι αυτά;», οι αναγνώστριες (οι φίλες μου αναγνώστριες, τέλος πάντων) έχουν ήδη κάνει μια βουτιά στο πηγάδι με τον αχταρμά των εγωιστικών συμπερασμάτων τους και πειράζονται που ο εργένης της ιστορίας μας μπορεί και να φαντασιώνεται μια Ζιζέλ για το κρεβάτι του ή -ακόμη χειρότερα- τρελαίνονται στην ιδέα ότι μπορεί να την διεκδικήσει. Γιατί θα την διεκδικήσει εις βάρος τους και θα τη συγκρίνει μαζί τους! Με άλλα λόγια σε ζηλεύουν και δεν θέλουν να τσαλακώσεις τα κλινοσκεπάσματά μου...

Και, τελικώς, αυτό που κατάφεραν ήταν να μετατρέψω ένα αποθεωτικό στις προθέσεις του Exitorial προς όλες αυτές τις λιγότερο ή περισσότερο Ζιζέλ που κουλουριάζονται στα σεντόνια μου, φορούν τις αθλητικές μου κάλτσες και τα Calvin Klein εσώρουχά μου τον τελευταίο καιρό, σε ένα λιβελογράφημα κόντρα στην ανασφαλή τους παλαβομάρα. Και, φυσικά, και εναντίον σου, αφού -πρώτον- εσύ είσαι η αποδέκτης της επιστολής μου και -δεύτερον- μου έχουν απαριθμήσει και αναλύσει όλα σου τα αρνητικά, ώστε τελικά αντί να χαζεύω τις φωτογραφίες σου στο τελευταίο αμερικανικό GQ, να καθίσω και να διαβάσω την συνέντευξή σου. Και όλοι ξέρουμε πόσο ξενερώνει ένας άνδρας όταν ψάχνει να βρει δεύτερο επίπεδο εκεί που δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο απ’ το (πανέμορφο) πρώτο.

Εκεί που σκεφτόμουν πόσο ξεχωριστή είναι η κάθε γυναίκα που δέχτηκε να ξεκλειδώσει λίγο από το χρόνο που έχει αποκλειστικά αφιερωμένο στην βιολογική της προδιάθεση, απλά για να διασκεδάσουμε παρέα λίγες ώρες, τώρα απογοητεύομαι που συνειδητοποιώ ότι κι αυτό έγινε βάσει προκαθορισμένου σχεδίου. Και κουρασμένος από όλες τις (αυτοδιαφημιζόμενες ως πανέμορφες, πανέξυπνες ή παράφορα ερωτευμένες) ελεύθερες σκοπεύτριες που έχουν στήσει καραούλι τον τελευταίο καιρό στο κινητό, το e-mail και τα στέκια μου, ετοιμάζομαι να αποσυρθώ στις θερινές μου διακοπές σε μια ερημική παραλία χωρίς σήμα, μαρτίνι και γυναίκες. Αηδιασμένος που το ενδιαφέρον μου να τις κάνω να περάσουν καλά έστω και για μια μέρα μεταφράζεται αυτόχρημα σε υπογραφή συμβολαίου μελλοντικής δέσμευσης, τους επισυνάπτω αυτό εδώ το γράμμα ως τελευταία δήλωση αιώνιας απιστίας, ως οριστική παραίτηση απ’ οποιονδήποτε ρόλο φαντασιώνονται για μένα, ως ξεκάθαρη ρήξη με οποιαδήποτε λέξη ψέλλισα πάνω σε μια στιγμή που το κεφάλι υπολειτουργούσε σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα κι εκείνες μετέφρασαν αμέσως σε όρκο.

Και δεν βοηθάς κι εσύ καθόλου. Να έδινες πέντ’-έξι πνευματώδεις απαντήσεις, να τους τις τρίψω στα μούτρα, να σε τοποθετήσω όντως στη θέση του μέτρου σύγκρισης που εκείνες βιάστηκαν έντρομες να σε φαντασθούν. Υποθέτω, Ζιζελάκι, έχεις κι εσύ κουραστεί απ’ όλα αυτά τα κοριτσόπουλα που κυνηγάνε το φίλο σου και τού προσφέρουν απλόχερα όσα εσύ δεν έχεις, άλλες για να λένε ότι έφαγαν το γκόμενο της πιο όμορφης γυναίκας στον κόσμο, άλλες γιατί πιστεύουν ότι πραγματικά θα περάσουν καλά στο πλευρό ενός loser ποδοσφαιριστή που έχει ποζάρει στα πιο αμήχανα εξώφυλλα της ιστορίας των ανδρικών περιοδικών. Τουλάχιστον, ο Τομ Μπρέιντι θα έχει ηρεμήσει πια. Πέρασε από το στάδιο που όλες του έθαβαν τη Ζιζέλ και τώρα απλά απολαμβάνει την πορσελάνη των γλουτών σου χωρίς άγχος για το τι θα συζητήσετε το πρωί πάνω από την στυμμένη σας πορτοκαλάδα. Υποθέτω ότι μαζί του θα λες όλα αυτά που δεν απάντησες στην συνέντευξη. Γιατί, το ν’ αφήσει κανείς τις πολλές Ζιζέλ της κάθε βραδιάς για μία και μόνο, θα ήταν έγκλημα αν δεν έχει πειστεί ότι αυτή είναι όντως η καλύτερη...

Τα λέμε από Σεπτέμβριο,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Αυγούστου)


Και με το παραπάνω post σηματοδοτείται η επάνοδος του Homo Ludens στο blog, το οποίο έχει παρακουλτουρέψει και σοβαρέψει τον τελευταίο μήνα. Επειδή, όμως, η επιστροφή στο κλεινόν άστυ κάθε άλλο παρά ομαλή (ψυχολογικά) είναι, ο Homo Ludens προτίμησε να ξεκινήσει με μια αναδημοσίευση παλαιότερου κειμένου του, προτού επιστρέψει στην ομαλή ροή των αναφορών σε ημίγυμνες καλλονές, ιδρωμένους μαλλιάδες και άμπαλους ποδοσφαιριστές με περίεργα ονόματα. Σταδιακά, μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου το «Πο Πο Culture!» θα επιστρέψει λογικά στην φυσιολογική του ρουτίνα. Ζητώ συγγνώμη για το πληθωρικόν του διαστήματος, αλλά οι ανειλλημένες υποχρεώσεις και οι υψηλές θερμοκρασίες με υποχρεώνουν να περιορισθώ στις απολύτως απαραίτητες δημοσιεύσεις...

5 Μαρ 2010

Kafka's Pastries*


Λατρεμένη μου Αν,
έλα να το γιορτάσουμε! Δεύτερη φορά που στέκεσαι στην ατίθαση εξώπορτα του περιοδικού που βαπτίσαμε Exitorial, με την τσουλήθρα της πλάτης σου γυμνή πάλι, παιδική χαρά για ασυγκράτητα δάχτυλα. Πρώτο exitorial girl που επιστρέφει εδώ· δεκαεπτά μήνες πέρασαν. Ελα να το γιορτάσουμε. Σπίτι μου. Μην πάει ο νους σου στο πονηρό. Με ρωτάς τι άλλαξε ενάμιση χρόνο τώρα. Αλλαξε που πριν από τον Ρίτσαρντ Χόλεϊ το Σάββατο και ένα πάρτι την Παρασκευή, είχα μία ολόκληρη εβδομάδα να ξεμυτίσω νύχτα. Τώρα πια τα βράδια τα περνάω μέσα. Οχι, δεν το έβαλα σε υποθήκη ξαφνικά. Δεν με κυνηγούν δανειστές, τράπεζες, μπράβοι. Ούτε με περιμένει τα βράδια κάποιος γκρινιάρης, ημικαραφλός, σαλιάρης τυπάκος που σε λίγο καιρό θα θέλει να λέγεται Χριστόπουλος στο επώνυμο, ενώ για το μικρό του όνομα θα ερίζουν οι γονείς, τα πεθερικά μου και διάφοροι αρχαίοι ημών πρόγονοι με ιστορικό πλεονέκτημα διαιώνισης του δικού τους brand, έναντι του Γιάννης ή του Μπάμπης. Ούτε καν παντρεμένος είμαι. Είμαι ο ίδιος αθεράπευτος εργένης, φιλόξενος σπόγγος για ποιοτικό αλκοόλ μετά πνευματωδών συζητήσεων, εκτιμητής του ποδόγυρου που γνώρισες πριν από ενάμιση χρόνο.

Αλλαξε όμως ο κόσμος, η Αφροδίτη της Μήλου σηκώνει το μεσαίο δάχτυλο από το νεοαποκτηθέν δεξί της χέρι στο εξώφυλλο ενός γερμανικού περιοδικού, όλοι γύρω μιζεριάζουν μέχρι τελικής πτώσεως ψελλίζοντας λέξεις όπως «spread» και «επιτήρηση» και η περιπέτεια της Αθήνας έχει αρχίσει να γίνεται βαρετή, χωρίς νέα μαγαζιά, νέες φάτσες ή έστω τον αναθεματισμένο νόμο κατά του τσιγάρου σε εφαρμογή. Ανοιξε η «Αμπάριζα» στη στοά στη Λέκκα - αυτό είναι ένα αξιοπρόσεκτο new entry. Αλλά όλοι καπνίζουν. Γκρίνια. Προτιμώ το σπίτι μου.

Δεν θα γυρίσω, βέβαια, κατ’ ευθείαν από το γραφείο για να βάλω παντόφλες και να πιω μπίρες βλέποντας Γκιμαράες - Πάσου ντε Φερέιρα στο Κύπελλο Πορτογαλίας. Οχι, δεν θα θυσιάσω το «νύκτα έξω» για το τίποτε. Γιατί ο καναπές μου είναι το νέο 7 Jokers, σερβίρει υπέροχα malt whiskies (μετά από εντατική γευσιγνωσία τριμηνιαίας διάρκειας, καταλήγω στο ότι το Glenrothes με έξι σταγόνες νερό είναι τελικά το νέκταρ των θεών), χωράει και τα τέσσερα μέλη της μπάντας μου στο Guitar Hero, φιλοξενεί αδιαμαρτύρητα τις ολονύχτιες αναγνώσεις των VMan, Above, Vs, Worth και Monocle που στριμώχνονται στο πορτοκαλί coffee table μου. Και αναδεικνύει την ακρόαση αριστουργημάτων, όταν το παίρνω απόφαση να φυλακίσω τις υπόλοιπες αισθήσεις: το «Rook» των Shearwater, το «Lovetune for Vacuum» της Soap & Skin, τα άπαντα της Bjork και βέβαια το συγκλονιστικό ντεμπούτο των Mumford & Sons και το «Odd Blood» των Yeasayer ήταν από τα άλμπουμ που απέκτησαν ξαφνικά άλλον ήχο κατ’ οίκον και με σφαλισμένους τους οφθαλμούς. Βλέπει μαζί μου τον τρίτο κύκλο του Mad Men, θρέφεται απ’ τα ψίχουλα που πέφτουν απ’ τα καινούργια πιάτα που πάσχισα πάνω από μία ώρα να υλοποιήσω στην κουζίνα (οι καβουροκεφτέδες μου έκαναν θραύση στη συνάντηση της Καθαράς Δευτέρας), ποτίζεται από πιπεράτες σταγόνες νέων κοκτέιλ. Και, κυρίως, αντέχει το μοίρασμα όλων των παραπάνω με ένα κορμί ακόμη - ναι, έχω πια πιστό κοινό για το ψωνίστικο σόου μου, και είναι, πίστεψέ με, υπέροχη η συντροφιά μου.

Γι’ αυτό μη φοβάσαι. Ελα να το γιορτάσουμε. Σπίτι μου,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

* Τυχαίο όνομα μπάντας που σου δίνει το Guitar Hero

(Exitorial, GK Μαρτίου 2010. Κυκλοφορεί στις 7/3)

21 Δεκ 2009

Next Exitorial Girl: Jennifer Connelly

Στο εξώφυλλο του αμερικανικού Esquire του Αυγούστου του 1991. Tότε δεν ήταν καν 21 ετών. Η Τζένιφερ Κόνελι. Ξέρω, η προτελευταία σελίδα του GK Ιανουαρίου είναι ένα μικρό αστείο μπροστά σε αυτό. Αλλά είναι το επόμενο Exitorial Girl μου. Κανονικά θα έπρεπε να είναι το πρώτο.

23 Ιουν 2009

Δεσμώτης. Του Ιλίγγου ντε...


Η αλήθεια είναι ότι στις δέκα και τέταρτο το βράδυ της Δευτέρας είχα επιτέλους αποκτήσει την όρεξη (που έχω χάσει εδώ και τρεις εβδομάδες) να δουλέψω για το περιοδικό που πληρώνει τη ζωή που κάνω. Έγραψα, μάλιστα, και την πρώτη αράδα του επόμενού μου Exitorial. Αλλά ταυτόχρονα είχα ανοικτές κι όλες τις πηγές παρασυρμού (για τη ζωή που κάνω). Αρκούσε ένα link που έφτασε ως μήνυμα από μια φίλη στο MSN (χωρίς προειδοποίηση, χωρίς να έχει προηγηθεί κάτι παραπάνω από θολές ιδέες για το τι θα έκανε ο καθένας το υπόλοιπο βράδυ) για να κλείσω αυτόματα τον iMac μου και ν' αφήσω το γραφείο μου στο Φάληρο. Το "Vertigo" ήταν το κλειδί για το κείμενο που είχα ξεκινήσει να γράφω (αλλά ξεκινούσε κάπως μπερδεμένο) και η παρέα που προσφέρθηκε να με πάει στο θερινό, η καλλίτερη εγγύηση ότι το κλειδί δεν θα έμενε κρυμμένο σε κάποιο συρτάρι. Σπιράλ σκάλες, σπιράλ λουλούδια να σκαρφαλώνουν τον τοίχο δίπλα στην "Αθηναία". Σπιράλ κινήσεις του μυαλού. Σπιράλ exitorial to come...

Η πρώτη φορά που (δεν) είχα δει το "Vertigo" ήταν στο Ρότερνταμ, στο σπίτι του μετέπειτα κουμπάρου μου. Μετά από κατανάλωση υπερβολικής ποσότητας μαριχουάνας (ναι, ήταν τα χρόνια που κάθε επίσκεψη στην Ολλανδία σήμαινε και εφηβικές ατασθαλίες) βάλαμε την ταινία να παίζει από τη μέση περίπου και αρχίσαμε τις αμπελοφιλοσοφίες. Δεν θυμόμουν τίποτε. Η δεύτερη φορά ήταν τώρα. Θυμήθηκα μόνο γιατί η Κιμ Νόβακ είναι έρωτας ζωής. Όταν σε κυττάζει, το βλέμμα της λέει κάτι άλλο από αυτό που λένε τα χείλη της. Δύο πρόσωπα σε ένα. Ανάθεμα κι αν υπάρχει έστω και ένας άντρας που δεν θα κόλλαγε με μια τέτοια γυναίκα. Όλες οι υπόλοιπες είναι τόσο, μα τόσο βαρετές. Κάπως έτσι την πάτησε κι ο Τζέιμς Στιούαρτ.

3 Μαρ 2009

Νοικοκυρά σε απόγνωση


Καλή μου Μπέτυ,
…ελπίζω να μη σε πειράζει που σε φωνάζω έτσι! Δες το σαν τη μία και μοναδική παραχώρηση που θα σου ζητήσω. Ασε με να σε λέω Μπέτυ. Σαν ανταπόδοση για το εξώφυλλο του προηγούμενου τεύχους και για το τωρινό Exitorial. Το ξέρεις ότι είσαι το πρώτο κορίτσι που τα κατάφερε, γοητευτικό και με μπόλικο hype για προίκα, να αλώσει και τα δύο; Και μάλιστα, δύο μήνες συνεχόμενους; Ο κόσμος θα καταλάβει τι τρέχει μεταξύ μας στο τέλος… Γιατί επιμένω στο Μπέτυ; Εχεις δίκιο. Η αλήθεια είναι ότι το κανονικό σου όνομα ταιριάζει γάντι σε μια τέτοια -στο περιθώριο του κοινωνικώς αποδεκτού- σχέση. Είναι πιο προκλητικό: January Jones. Βγαλμένο από centerfold του Playboy. Ψευδώνυμο πορνοστάρ σχεδόν. Αλλά είναι το αληθινό σου όνομα. Και σ’ αυτό το παιχνίδι, είναι καλύτερο να χαθεί μέσα στο θηλυκό χάος της τσάντας σου η ταυτότητά σου. Βαθιά μέσα στην τσέπη η δικιά μου. Διάλεξε κι εσύ ένα όνομα να με φωνάζεις και πάμε μ’ αυτό. Μπέτυ Ντρέιπερ, η απατημένη, παραμελημένη, με κομμένα τα φτερά σύζυγος από το «Mad Men». Μου κάνει μια χαρά. Απ’ τη στιγμή που θα καταφέρεις να γίνεις κυνική, θ’ ανακαλύψεις ένα σύμπαν που κινείται παράλληλα -και πιο διασκεδαστικά- σ’ αυτό που ζεις ως ρομαντική, οικολόγος (ισχύει αυτή η ιστορία ότι ανέλαβες πρέσβειρα της «Oceana», έτσι;), ανερχόμενη ηθοποιός.

Δεν σου περιγράφω και κάτι άγνωστο τώρα, μη στραβώνεις αυτό το διαολεμένα ερεθιστικό πάνω χείλος με την περήφανη ελίτσα! Θυμήσου το ρόλο που έπαιξες στις «Τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα». Παραμελημένη σύζυγος κι εκεί. Ανικανοποίητη. Η Λίλι Αλεν έγραψε ένα τραγούδι γι’ αυτό στο καινούργιο της άλμπουμ. «Not Fair» το λέει, «δεν είναι δίκαιο», κράζει τον πρόωρο εκσπερματιστή, τον αδιαφορούντα σύντροφο. Εσύ τότε τόλμησες και να τον εκδικηθείς. Η Λου Αν σου βρήκε αυτό που έψαχνε στον Μελκιάδες, συνεννοήθηκε με λέξεις που έπεσαν και σκοτώθηκαν στην ξεφτισμένη μοκέτα (ο Μελκιάδες μιλούσε ελάχιστα Αγγλικά) ενός κακοφωτισμένου δωματίου σ’ ένα φτηνό μοτέλ κοντά στα σύνορα. «Να τον εκδικηθείς»… Λάθος ρήμα χρησιμοποίησα, έτσι;

Να σου πω την αλήθεια, δεν θέλω να ξέρω. Αν είναι εκδίκηση, αν είναι μια φαντασίωση που ήλθε η ώρα της να πραγματοποιηθεί, αν είναι στέρηση που πρέπει κάποια στιγμή να ξεδιψάσει. Ασε που -και μην το πάρεις λάθος τώρα- είναι άκρως μαζοχιστική η εμμονή της κατανόησης του τρόπου που λειτουργείτε. Οχι αδύνατη, έχει και πλάκα ώρες ώρες, αλλά έχει και όρια. Κάποια πράγματα δεν θα μας τα αποκαλύψετε ποτέ. Μ’ εμάς, εξ άλλου, η απιστία δικαιολογείται πιο εύκολα: «Βιολογικό το ζήτημα», μνημονεύεις τον Ντόκινς και το «Εγωιστικό Γονίδιό» του, ο άντρας είναι κυνηγός, ο ρόλος του είναι να σπέρνει, η γυναίκα καλλιεργεί, δες και τα ζώα, και κάπου εκεί λήγει το θέμα…

Αλλο με απασχολεί. Οταν σβήνεις το τσιγάρο στο ταλαιπωρημένο σταχτοδοχείο δίπλα στο κρεβάτι, όταν έχεις παραβεί κανόνες, έχεις λερώσει σεντόνια, έχεις τρυγήσει καρπούς από ξένο αμπελώνα, όταν είσαι πια η άπιστη, γιατί το κεφάλι σου δεν αδειάζει εντελώς, δεν απολαμβάνει τη στιγμή, δεν ευχαριστιέται αυτό που έκανε για το λόγο που το έκανε, αλλά σκαρώνει εφιάλτες και κόβει ρόλους, μοιράζει επίθετα, ψελλίζει ονόματα που έμεναν μακριά τόση ώρα, σε κάνει να γυρίζεις την πλάτη από την άλλη πλευρά; Κι όταν υποπτεύεσαι, έχεις ενδείξεις ή -χειρότερα- αποδείξεις (τώρα παίζεις το ρόλο της απατημένης), ποιο ερώτημα σου ’ρχεται πρώτο στο μυαλό: «Γιατί οι άντρες είναι τόσο γουρούνια;» ή «Δεν μ’ αγαπάει πια;» Σ’ αγαπάει. Ισως και περισσότερο από πριν. Απλώς δεν έβγαλε την ταυτότητα από την τσέπη. Για λίγα λεπτά ήταν κάποιος άλλος.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Μαρτίου 2009)

27 Οκτ 2010

Της μουρλής


Αγαπητή μου Κριστίνα,
Υπάρχει, βεβαίως, μια περίπτωση να σε θίξω με όσα σκοπεύω να γράψω, αλλά θα πάρω αυτό το ρίσκο. Αφενός γιατί είσαι το καλύτερο υπόδειγμα αυθεντικής τρελής που μπορώ να σκεφτώ -και άρα το απόλυτο exitorial girl για το θέμα που με ταλανίζει-, αφετέρου διότι, ως τρελή που είσαι, το να προσβληθείς ή να πειραχτείς είναι δύο μόνο από τις πιθανές αντιδράσεις που θα εμφανίσεις όταν το διαβάσεις. Αμελητέα ποσότητα, δηλαδή, μπροστά στις δεκάδες άλλες απρόβλεπτες: από το να ερεθιστείς σεξουαλικά με την μπρουταλιτέ μου μέχρι το να το χτυπήσεις τατουάζ στα αρχαία χμερ στο αριστερό σου στήθος, να αντικρίζει αγέρωχο το σπουργίτι που ήδη κατοικεί στο δεξί, συνεπαρμένη από την αποθεωτική προς το φεγγαρένιο πρόσωπό σου διάθεση που πιθανόν θα ανακαλύψεις πίσω από τις γραμμές. Γιατί το ένστικτό μου και η πείρα μου σε κατατάσσουν αυτόχρημα στις τρελές, αλλά θα χρειαστώ λίγο περισσότερη τριβή μαζί σου για να καταλήξω ποιου είδους απ’ όλα είσαι υπηρέτις.

Είσαι άραγε από τα «προζακοκόριτσα», όπως υποδηλώνει το παρελθόν σου με την ανορεξία και τις κρίσεις κατάθλιψης και βέβαια η ταύτιση με την Ελίζαμπεθ Βούρτζελ όταν την υποδύθηκες στο «Prozac Nation» ή απλώς έτσι σε ήθελε το promotion της ταινίας; Είσαι από τις εκφοβιστικές δειλές, τις Τουραντό των «Χιλίων και μιας νυχτών» και του Πουτσίνι, αυτές με τα τατουάζ από λιοντάρια στους ώμους και τα τρομακτικά μάτια - κληρονομιά από την οικογένεια Ανταμς, που πρόλαβε και σε πήρε κόρη της πριν κλείσεις καλά-καλά τα δέκα σου, τα δύο υπερμεγέθη μαργαριτάρια που έχεις για μάτια και που δακρύζουν μόλις συναντήσουν κάποιον που δεν ψαρώνει με τις αγριάδες σου, και που σε κάνει δουλάκι του, έτσι εύκολα, απλώς γιατί είναι πιο σκληρός; Είσαι από τις σαλεμένες Νόρμα Ντέσμοντ του Sunset Blvd., από εκείνες που βλέπουν αυτά ακριβώς που θέλουν, αγνοώντας όσα πραγματικά συμβαίνουν - κι άρα σωστά σε επέλεξε ο Γούντι Αλεν ως Αμάντα του στο «Ερωτας και τίποτε άλλο»; Η κτητική «πρώην» που ανοίγει τρύπες στους τοίχους αφού μετακομίσει στο διπλανό διαμέρισμα του κάποτε εραστή της, σαν την ηρωίδα του «Laid», ή η ανασφαλής κοπέλα που φοβάται να βγει στο δρόμο μην την ισοπεδώσουν, όπως στο άλλο τραγούδι των James, το «Out to get you»; Ή μήπως μια υστερική σκύλα που ορκίζεται εκδικητικά ξεκοιλιάσματα σε όποια τολμήσει να ρίξει μια λάγνα ματιά στον συνοδό της ή μια στραβή στις καινούργιες της γόβες;

Επαψα να ασχολούμαι μαζί σας προ έξι-επτά ετών. Υπερκορεσμός. Οι φίλοι μου, βέβαια, με κορόιδευαν από τότε: «Δεν μπορεί να έχεις το μουρλομαγνήτη, κάτι κάνεις και τις τρελαίνεις εσύ». Ισως δεν καταλάβαιναν τη γοητεία του παιχνιδιού. Τα μικρά δολώματα για να της βγάλεις τον πιο άγριο εαυτό, την ανείπωτη, ένοχη απόλαυση να την εκμεταλλεύεσαι όταν νιώθει ένα τίποτε, την αδρεναλίνη σε κάθε καβγά με μια τρελή. Δεν είμαι και ο «καθηγητής του πόθου» του Φίλιπ Ροθ για να σ’ το γράψω με πιο μεγάλη τέχνη, δεν σε πολυνοιάζει κιόλας υποθέτω - είπαμε: σπάνια οι τρελές συνειδητοποιείτε ότι είστε όντως τρελές. Και δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Η απόλαυση του να συζητάς, να συμπράττεις, να συζείς με μια λογική γυναίκα δεν ανταλλάσσεται με τίποτε. Εξιτάρομαι, βέβαια, όταν φαντάζομαι τα δάχτυλά μου να ακολουθούν το περίγραμμα ενός παρανοϊκού τατουάζ στη γυμνή πλάτη μιας αλλοπρόσαλλης νεάνιδας.
Ομως, δεν τρελάθηκα ακόμα να σ’ το ζητήσω.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, Νοέμβριος 2010. Θα δημοσιευθεί στο GK που κυκλοφορεί αυτή την Κυριακή, 31/10, με την Καθημερινή)

11 Μαΐ 2010

Εκεί που πέφτει η γραβάτα



Αγαπητή μου Κριστίνα,
Διάλεξα επίτηδες ετούτη τη φωτογραφία. Την ασπρόμαυρη, από τη L’ Uomo Vogue του Φεβρουαρίου. Επειδή είσαι μια αλλόκοτη Κριστίνα Χέντρικς εδώ. Kουλ και αντράκι, πιο mad man και από τους Mad Men που βυθίζουν το βλέμμα τους στις καμπύλες σου κάθε εβδομάδα, στη σειρά που σου χαρίζει ξανά και ξανά το βραβείο «Αντικείμενο Πόθου» τρία χρόνια τώρα. Ομολογώ ότι δεν μου άρεσε στην πρώτη ματιά. Οτι έψαξα πίσω από τον κατάμαυρο καταρράκτη της γραβάτας να βρω έναν μικρό φεγγίτη προς το θηριώδες στήθος σου. Οτι γύρισα αμέσως σελίδα, ελπίζοντας πως στο επόμενο σαλόνι θα πόζαρες στην ίδια στάση ακριβώς, φορώντας πια μόνο το λαιμοδέτη. Ξαναξεφυλλίζοντας όμως το τεύχος «Crazy For Women» των Ιταλών, ενθουσιάστηκα. Δεν ξέρω αν αυτή ήταν η πρόθεσή τους όντως, αλλά στο εθισμένο σε ερεθιστικά παιχνίδια μυαλό μου, το να τριγυρίζουν όλες οι υπόλοιπες καλλονές ημίγυμνες και προκλητικές στο τεύχος και εσύ, η κανελένια Τζέιν Μάνσφιλντ των ’00s (καλύτερα, η τσίλι εκδοχή της Τζέιν Μάνσφιλντ), να κρύβεις κάθε σπιθαμή ποθητής σάρκας μέσα στην αρχετυπική ανδρική στολή, μοιάζει με ευρηματικότατο σχόλιο στο πόσο εύπλαστα είναι τα γούστα των αρσενικών.

Και αυτό ήταν μια ιδανική συνταγή για exitorial. Αναπάντεχη Κριστίνα σε ρόλο που τελικά θα βρούμε λόγο να μας αρέσει. Οπως μας άρεσε που από ατάραχη και οργανωτική υπερ-γραμματέας - σεξοβόμβα μετετράπης εν μια νυκτί σε νοικοκυρά στην τηλεοπτική σειρά. Ευάλωτη και ευαίσθητη, αρρωστημένα ερωτευμένη, εκεί που η μόνη σου σχέση με την έννοια της αρρώστιας ήταν τα καρδιακά επεισόδια που προκαλούσες στις μοκέτες των γραφείων της Sterling-Cooper...

Από ποιον να κρυφτούμε; Στους άντρες αρέσουν όλες οι γυναίκες. Σ’ εσάς λειτουργεί λίγο πιο προβλέψιμα η βιολογική προδιάθεση: Κάποιος να σε κάνει να γελάς στην αρχή, να παίζεις μπουγέλα την τελευταία ημέρα του σχολείου, κάποιος να σου χαρίζει οργασμούς όλη την ημέρα, να σου απογειώνει ό,τι πιο ξεχωριστό κουβαλάς, κάποιος να σου προσφέρει ασφάλεια πιο μετά, να θες να μεγαλώσεις μαζί του ένα παιδί, να σου πληρώνει το βιολογικό του γιαουρτάκι, τις Louis Vuitton και τα Jimmy Choo, να χρυσώνει τη χαμένη θηλυκότητά σου, κάποιος να σ’ την επαναφέρει -να σου κάνει άνω-κάτω την παραίτηση και να σου γυρίζει μέσα-έξω την απολιθωμένη ηθική-, κάποιος να σου ρίξει ένα ζακετάκι στους γέρικους ώμους όταν φυσήξει ξαφνικά το βοριαδάκι.

Σ’ εμάς, πάλι, δεν ισχύει κανένα μοτίβο. Ακόμη και όταν λέμε ότι μας αρέσουν οι κοκαλιάρες, οι ξανθιές, οι παρθένες, οι τσούλες, αυτές με τα σαρκώδη χείλη, η Μέγκαν Φοξ, η Ζούι Ντεσανέλ ή η Αννούλα, η κόρη του περιπτερά, με τα πιασίματα, το μόνο μοτίβο είναι η εντολή που θα στείλει ο εγκέφαλος στις φλεβίτσες κάτω από το υπογάστριο. Το ερέθισμα δεν ακολουθεί ποτέ το ίδιο κριτήριο. Και αυτό θα έμοιαζε με καταδίκη σε αγχώδη ηδονισμό, άρα σε ανηδονισμό τελικά, αν δεν υπήρχε πάντα το παιχνίδι του αναπάντεχου. Σαν αυτό που κρύβεται πίσω από τη γραβάτα και τα κουμπιά του πουκαμίσου σου, ανέλπιστο δώρο για όποιον δεν γνωρίζει. Πόσες φορές κι αν δεν βρίσκουμε τέτοια ανέλπιστα δώρα σε αυτήν που νομίζαμε απλή γητεύτρια της λίμπιντο; Ανέλπιστες αφορμές για να σκεφτούμε την εικόνα με το ζακετάκι στο κρύο, όταν από mad men θα είμαστε πια απλώς old men...

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK - Μάιος 2010)

23 Μαΐ 2008

Η βελόνα λέει ψέμματα. Πάρε καλλίτερα το μπλε χάπι.


Αγαπημένη μου Εϊμι,
είμαι απαράδεκτος, το ξέρω. Χίλια συγγνώμη. Εχει περάσει ένας ολόκληρος μήνας από το τελευταίο μου γράμμα, μα δεν σε ξέχασα. Απλά έμπλεξα. Με γκομενικά. Οσο κι αν θέλουμε οι άνδρες να παραμυθιαζόμαστε ότι δεν μας απασχολούν, όλα όσα έχει ξεστομίσει ο θυμόσοφος λαός περί υπερδύναμων σημείων της γυναικείας ανατομίας που μπορούν να σύρουν μέχρι και καράβι, ισχύουν και παραϊσχύουν. Τέλος πάντων, έχω ηρεμήσει τώρα, ανακάλυψα πάλι όλα αυτά που αξίζουν περισσότερο από ένα ζουμερό μπούστο (μπούστο - παγίδα, αφού 9 φορές στις 10 συνοδεύεται από απαιτήσεις δέσμευσης που δεν συμφωνήθηκαν εξ αρχής) και απολαμβάνω τα μικρά αγαθά που μπορούν να κάνουν έναν πολυάσχολο άνδρα χαρούμενο στον ελεύθερο χρόνο του: Ενα τουρνουά Pro με τους κολλητούς, ένα τιγκαρισμένο στην τεστοστερόνη, τις καταδιώξεις με supercars και τα ηχητικά εφέ DVD, ένα παγωτό που στάζει πάνω στα ξένα περιοδικά, τα οποία επιτέλους ανοίγω μετά από τόσο καιρό που στοιβάζονται παραπονεμένα στην άκρη του γραφείου μου. Ορίστε! Το παγωτό: Απλώνεις τη γλώσσα σου επάνω του και το απολαμβάνεις μέχρι να τελειώσει. Δεν θα σου γκρινιάξει αν την επόμενη φορά διαλέξεις άλλη γεύση. Και τα περιοδικά: Με μυρωδιά χαρτιού ο πλανήτης τους, πιο όμορφος και συναρπαστικός απ’ τον κανονικό, ένας πρακτικός οδηγός στο σύμπαν όπως θα έπρεπε να είναι, με τις Σκάρλετ του, τις Τζένιφερ, τις Αντζελίνες, τους ποδοσφαιριστές με τ’ άθλια κουρέματα και τα αστεία ονόματα. Να σουτάρω πλασεδάκια στον Χιγκίτα όλη μέρα και να με χειροκροτεί ερωτευμένη η Ρέιτσελ Βάις. Και το βράδυ να με κερνάει παγωτό...

Σ’ ένα απ’ τα ξεχασμένα New Yorker μου σε ανακάλυψα τις προάλλες και σε ξαναθυμήθηκα. Και δες τώρα τι σκέφτηκα: Να αρχίσω μια στήλη στο περιοδικό και να γράφω τέτοιες χαζομαρίτσες κάθε μήνα. Πώς γράφω σ’ εσένα αυτά τα γράμματα; Ε, κάπως έτσι να κλείνω το GK μ’ ένα (exitorial θα το λέω, editorial στην έξοδο του τεύχους) χαλαρό κείμενο για κορίτσια, μπάλα και χαβαλέ. Για την αγία τριάδα της αποσυμπίεσης απ’ το οκτάωρο, δεκάωρο, δωδεκάωρο καθημερινό μαρτύριο της κοινωνικής επιβεβαίωσης. Να ξαναφέρνω όλο το μήνα που περνάω -περνάμε, το ετερόκλητο μπουλούκι του GK- στο μυαλό και να αποδομώ όσα μας προκάλεσαν ένταση, χασμουρητό ή γέλιο. Και να αναστατώνω τις γυναίκες της ζωής μου με αποκαλύψεις που δεν θα μπορούσα ποτέ να τους ψιθυρίσω από κοντά.

Θα ξεκινήσω μ’ εσένα. Εδώ κι ένα μήνα σε απατώ με τη Ντάφι. Δεν είναι ότι προτιμώ τη μουσική της ή τους στίχους της -ίσα ίσα που εσύ είχες κάτι καινούργιο να προσθέσεις στη σόουλ, μια ανατρεπτική μουντζαλιά στην καρδιά και την ουσία της, ενώ εκείνη μοιάζει να διαβάζει παπαγαλία το λυσσάρι της Motown. Αλλά έχω κολλήσει με το Rockferry και ταξιδεύω συνέχεια μαζί της. Ετσι κάνουν οι άνδρες. Οταν σε απατούν, σε απατούν συνήθως με κάτι υποδεέστερο. Απλά δοκιμάζουν.

Μου έκανε εντύπωση που ο Σάσα Φρερ Τζόονς στο New Yorker ασχολείται τόσο καιρό μετά με τη μουσική σου κι όχι τα σκάνδαλά σου, αλλά -αντικειμενικά τώρα- έχεις αρχίσει να κουράζεις. Ακόμη κι εμένα που πρώτος υπερασπίστηκα το δικαίωμά σου να δοκιμάσεις όλα τα ναρκωτικά του κόσμου, αρκεί να συνεχίσεις να γράφεις αριστουργήματα για τα χάλια σου. Στα μάτια μου παραμένεις σπουδαία, απλά όλον τον Απρίλιο τον πέρασα με τη Ντάφι.

Σημείωσε κι άλλη μία απάτη: Εχω πάρει αναβολικά! Ηταν ανάμεσα σε δύο αγώνες εκτός προγράμματος όταν έκανα μια ένεση τεστοστερόνης. Placebo στην ουσία, μπας και το μυαλό μου νομίσει ότι έγινα Μπεν Τζόνσον ξαφνικά. Αλλά η βελόνα είπε ψέματα και βγήκα κάτι σαν 6ος, 7ος, δεν θυμάμαι, έχει περάσει μια δεκαετία από τότε που σταμάτησα τον στίβο. Πρέπει να είμαι ο μόνος που το παραδέχεται, βέβαια. Εχω βαρεθεί να βλέπω στην τηλεόραση αυτές τις μέρες τις ίδιες «αποκαλύψεις» για την Ανατολική Γερμανία, τα ίδια πρόσωπα που μιλάνε για το τι βρώμικο συμβαίνει στον αθλητισμό, γύρω τους αλλά όχι μέσα τους, και τα ίδια απογοητευμένα παιδάκια να κατηγορούν αυτούς που πέτυχαν επειδή πήραν το μπλε χάπι. Κι έχω βαρεθεί να βλέπω τους δημοσιογράφους να νομίζουν ότι ακόμη μπορεί να σοκάρουν κόσμο μ΄ αυτά. Ο κόσμος ξέρει. Δοκίμασε κι ο ίδιος το μπλε χάπι κάποια στιγμή -αλλά δεν μπήκε στο Matrix. Δοκίμασε σεξ με άλλη γυναίκα και κόλλησε ΣΜΝ, δοκίμασε το 4-3-3 κι έφαγε επτάρα στο Pro, δοκίμασε χωνάκι παγωτό και λερώθηκε - αλλά επιβίωσε. Οχι ότι δεν υπάρχει παραμύθι στον αθλητισμό, αλλά οι παραμυθάδες δεν είναι ούτε οι αθλητές ούτε οι προπονητές τους...

Τώρα που το σκέφτομαι, τούτο εδώ το γράμμα είναι ό,τι πρέπει για τη νέα μου στήλη. Ετσι κι αλλιώς εσύ μάλλον δεν τα διαβάζεις. Δεν μου απάντησες ποτέ. Ρε μπας και σε πειράζει που γράφω και σ’ άλλες;

Δικός σου για πάντα,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Μαΐου)

21 Ιουλ 2009

Και πολύ έχω αργήσει...

Το επόμενό μου Exitorial Girl είναι η Μέγκαν Φοξ. Κατάφερνα τόσο καιρό να της αντισταθώ, αλλά δεν πάει άλλο. Μέχρι πριν μία ώρα δεν είχα ιδέα πώς να της φερθώ. Καβάλησα το ποδήλατο (είναι και ημέρες Tour de France ετούτες) έκανα μια μεταμεσονύκτια βόλτα της μιάμισης ώρας, ανηφόρα μέχρι την Εκάλη, και μού ήλθε η φλασιά μαζί με το γαλακτικό οξύ. Ξεκινάω να γράφω τώρα. 3 και είκοσι το πρωί. Στα ηχεία παίζει Lady GaGa, Royksopp, Florence and the Machine. Τέρμα. Οι γείτονες λείπουν στα χωριά τους.

4 Φεβ 2010

Το Μάρτιο κλείνεις τα σαράντα;


Αγαπητή μου Ρέιτσελ,
αν ήμουν δύο λέξεις, θα ήθελα να είναι «μαύρος κύκνος». Είτε το τραγούδι των Sunset Rubdown είτε η ταινία που ετοιμάζει ο Ντάρεν Αρονόφσκι. Ο σύντροφός σου.

Αν ήμουν ένα φιάσκο, θα ήθελα κάτι φινετσάτο και πολυαναμενόμενο. Το Google Wave ας πούμε.

Αν ήμουν τυπωμένη φράση σε οικολογικά ευαισθητοποιημένο έντυπο, θα ήθελα να είμαι το μότο του Above Magazine: «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο».

Αν ήμουν αδικαιολόγητη εμμονή, θα με έλεγαν «Merriweather Post Pavillion». Oχι το περίφημο αμφιθέατρο ανάμεσα στη Βαλτιμόρη και την Ουάσιγκτον. Αλλά το άλμπουμ των Animal Collective.

Αν ήμουν ένα παλιομοδίτικο γυναικείο εσώρουχο, μια φαρδιά κιλότα, θα ήθελα να τυλίξω τα οπίσθια της Κριστίνα Χέντρικς στο «Mad Men».

Αν ήμουν τατουάζ, θα ήταν η Μέριλιν Μονρόε. Στον δεξιό πήχυ της Μέγκαν Φοξ.

Αν ήμουν ένα ποτήρι κρασί, θα ήταν κάτι απ’ το Νέο Κόσμο. Value for money. Ενα ποτήρι Chardonnay Montes Alpha ίσως. Και θα ήθελα να με πιουν ευτυχισμένοι στη Scala Vinoteca της Αναγνωστοπούλου.

Αν ήμουν ένα μάτσο τρίχες, θα ήθελα να απαρτίζω την κοτσίδα ενός Nάβι στο «Αvatar» του Κάμερον.

Αν ήμουν τζιν ύφασμα, χρώματος χακί, θα ήμουν η τσάντα που σου στέλνει το περιοδικό Monocle μόλις γίνεις συνδρομητής.

Αν ήμουν στιγμιότυπο από το ταξίδι μιας χρονομηχανής, θα βρισκόμουν στη Σαμαρκάνδη, την εποχή του Ταμερλάνου.

Αν ήμουν ο Αριστοφάνης και η χρονομηχανή με έφερνε ξαφνικά στο 2010, θα έγραφα μια κωμωδία με θέμα το ελληνικό ποδόσφαιρο. Για το ότι σ’ αυτό το θέατρο του παραλόγου ο Νίκος Αλέφαντος παραμένει άνεργος.

Αν ήμουν αναμονή, θα ήθελα να αφορώ στο νέο άλμπουμ των Arcade Fire.

Αν ήμουν κάτι παλιό σε μοντέρνα εκδοχή, θα ήμουν η folk που παίζουν οι Mumford & Sons.

Aν ήμουν ανήλικος χαρακτήρας σε τηλεοπτική σειρά, δεν θα δεχόμουν οτιδήποτε κατώτερο του Τσακ Μπας από το «Gossip Girl», με ό,τι αυτό συνεπάγεται: Την αυθάδεια που του επιτρέπουν τα πλούτη του. Την ανέκφραστη ειρωνεία σε οτιδήποτε λέει. Την γκαρνταρόμπα του.

Αν ήμουν χειμερινό δίλημμα μιας Κυριακής, θα είχε να κάνει με σπορ πάνω σε σανίδα. Windsurf με 8 μποφόρ Νοτιά στο Λαύριο ή ξύπνημα 7 το πρωί για μερικές κατεβασιές με το snowboard στην 6, στη Φτερόλακκα;

Αν ήμουν αθηναϊκό μπαρ, τo «7 Jokers» ας πούμε, θα περίμενα να καλοκαιριάσει, να φύγει η τσιγαρίλα.

Αν ήμουν λογότυπο σε τσάντα μαθητή του Γυμνασίου, θα ήταν έξι γράμματα: Slayer.

Αν ήμουν συγχορδία κιθάρας στον αέρα μιας συναυλίας, θα με είχε γρατσουνίσει η Russian Red, η Basia Bulat, η Feist, η Monika, η Zooey Deschanel, η My Brightest Diamond ή η Bat For Lashes.

Aν ήμουν γυναίκα, θα ήθελα να είμαι εσύ.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Φεβρουαρίου '10. Θα κυκλοφορήσει την Κυριακή 10/2)

22 Δεκ 2010

Πάρα όου Μπραζίου*



Γλυκιά μου Ανα Μπεατρίς,
φαντάζομαι πως την ώρα που απλώνεις τα δύο μέτρα συνωμοσίας των θεών στην πασαρέλα της Victoria’s Secret, ελάχιστα σε απασχολούν τα γήινα, υπαρξιακά ερωτηματάκια με τα οποία σκοπεύω να τυλίξω εορταστικά τούτο το γράμμα. Οταν ανοίγεις -άλλα δύο μέτρα το καθένα- τα αυθάδικα ροζ φτερά αγγέλου, που επιμένει να φορτώνει ο οίκος εσωρούχων στις άμαθες πλάτες σας, το πολύ-πολύ ν’ αναρωτηθείς -κι αυτό με αφελές δάγκωμα του κατακόκκινου κάτω χείλους- «για ποια συνωμοσία των θεών λέει;». Πρόταξε τώρα παιχνιδιάρικα και τη γλώσσα. Γιατί δεν γράφω κάτι προσβλητικό. Πρόσθεσα μερικούς πόντους απ’ τις peep toe γόβες που φοράς στα εκατόν ογδόντα δύο εκατοστά της σχεδόν απίθανης σιλουέτας σου, μαγεμένος απ’ τον πράσινο αχάτη των ματιών σου, ζαλισμένος από το θείο θαύμα που οσμίστηκα, από το παιχνίδι που στήθηκε στον Ουρανό, τον Ολυμπο, τον Κρύπτον ή όπου αλλού εδρεύουν τα ανώτερα όντα - πάντως όχι στην Ιταμπίρα του Μίνας Ζεράις, που γράφει η ταυτότητά σου. Ναι, προφέρω σωστά τα βραζιλιάνικα τοπωνύμια. Ετοιμάζομαι να μεταναστεύσω στην πατρίδα σου γαρ.

Παίρνοντας θάρρος από την επικείμενη γειτνίασή μας κι έχοντας ως αγαπημένο παιχνίδι την έλξη γοητευτικών κορασίδων σε προκλήσεις του μυαλού -ευκαιρίες ν’ αποδείξετε σ’ όλο τον κόσμο το αντίθετο απ’ αυτό που υποθέτει περί των πνευματικών σας επιδόσεων-, συνεχίζω με τα υπαρξιακά ζητήματα: Πότε είναι δικαιολογημένο να σταματάει κανείς την προσπάθεια; Πού ξεχωρίζει η παραίτηση από την παράδοση; Υπάρχει λεπτή κόκκινη γραμμή ανάμεσα στο ρεαλισμό και στην επιδίωξη αυτού που φαινομενικά είναι ακατόρθωτο - ή το σύνορο είναι ελαστικό; Οταν όλα πάνε στραβά, είναι μήπως το κυνήγι του απίθανου μια άρνηση παραδοχής ατελειών, κακής προετοιμασίας, ανικανότητας πιθανότατα; Ξέρω: Αν έχεις ζήσει το σύνηθες μοντελοπαραμύθι «έφηβη εντοπίζεται από ανιχνευτή μοντέλων, κερδίζει σε διαγωνισμό και υπογράφει συμβόλαιο με οίκο μόδας», το απίθανο, το όνειρο, ο μύθος ελάχιστα απέχει πια απ’ την πραγματικότητα. Εχεις, όμως, προετοιμαστεί για την ημέρα που θα καταρρεύσουν όλα; Εχεις φανταστεί εσένα γερασμένη, άτυχη, αδικημένη;

Αν ζούσες εδώ, στη δίνη των δέκα τελευταίων μηνών, θα γέμιζες με άγχος από παντού: Θα αποδώσουν οι θυσίες ή είμαστε έτσι κι αλλιώς καταδικασμένοι σε χρεοκοπία; Θα με αναποδογυρίσει το τσουνάμι των απολύσεων; Θα πνιγώ μετά, ψάχνοντας για δουλειά, ή αρκεί να πνίξω τους γύρω μου; Ναι, η κακοσμία που κυριαρχεί είναι διπλή: και παράδοσης και οργής. Ομολογώ ότι η κακή διάθεση με σπρώχνει κι εμένα καμιά φορά να παραιτούμαι από επιδιώξεις που λάτρεψα. Δεν οργίζομαι προς το παρόν, δεν αφορίζω όλους τους άλλους, κρύβοντας τις δικές μου ευθύνες πίσω από μια 24ωρη απεργία, ένα ανώνυμο blog, μια μολότοφ. Προτιμώ την αυτοκριτική -ή την ιδέα ότι κάνω αυτοκριτική-, τη συνειδητοποίηση ότι κέρδιζα τόσον καιρό και πως δεν πειράζει να χάσω και λίγο τώρα. Αρκεί η παραίτηση αυτή να ακολουθείται κι από ανασύνταξη δυνάμεων. Και αν, ως διάδοχη ετούτης εδώ της σελίδας, ας πούμε, βρίσκεται εύκολα μια νέα στο Internet, υπάρχουν λύσεις σε περίπτωση που τελικά βυθιστούν και όλα τα υπόλοιπα; Ή μήπως τα πορτογαλικά που μαθαίνω και το one way εισιτήριο στο Χίου ντζι Ζανέιρου είναι η απόλυτη παράδοση άνευ όρων;

Ακόμη και να ’ναι, θα έχω για πάντα εσένα καλή μου,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

*Para o Brasil (Στη Βραζιλία)

(Exitorial, Ιανουάριος 2010. Θα δημοσιευθεί με το GK που κυκλοφορεί την Παρασκευή, 24/12, με την "Καθημερινή")

26 Μαρ 2010

Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο


Καλή μου Εύα,
Οσο περιμένω το ανοιξιάτικο Above Magazine, θα ξαναεπιδοθώ στη φετιχιστική τελετουργία ξεφυλλίσματος του χειμωνιάτικου τεύχους του. Κατ’ αρχάς θα χαϊδέψω την ελίτσα στο αριστερό σου μάγουλο - και στο εξώφυλλό του. Μετά θα σε ξαναψάξω μέσα. Και, φυσικά, θα ξαναπέσω στην παγίδα του editorial του Νικολά Ρασλίν, απροετοίμαστος δήθεν. «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», λέει το μοτάκι στα ψηλά της σελίδας. Από τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι, μου επεσήμανε μια αναγνώστρια προ διμήνου, όταν πρωτοδιαφήμιζα το νέο αγαπημένο μου περιοδικό. Η ελιά στο αριστερό σου μάγουλο θα σώσει τον κόσμο.

Θυμάμαι αμυδρά κάποια ευφάνταστα editorials μόδας από την προηγούμενη ζωή του Above. Λαχταριστά και glossy, φωτογραφημένα από τον Λάγκερφελντ και τη Φον Ούνβερθ, με πόζες από την Ελενα Κρίστενσεν, την Dovile, την Αγκνες Ντέιν. Και τώρα εσύ, σε ένα κολάζ του Πίτερ Μπίαρντ, παρέα με ρινόκερους και λοιπά εμβλήματα της αφρικανικής πανίδας. Το Above, σε αυτά τα δύο τελευταία τεύχη, από την ημέρα που το αγόρασε ο Ρασλίν, μου φαίνεται πιο όμορφο. Λέγεται πια Above Magazine For The Earth, τυπώνεται σε σκληρό, ανακυκλωμένο χαρτί και στις σελίδες του θα βρεις από έναν οδηγό ορθής κατανάλωσης σούσι, τώρα που η παγκόσμια διάδοση της ιαπωνικής κουζίνας απειλεί ουκ ολίγα θαλάσσια είδη με αφανισμό (αποφεύγουμε maguro και unagi, προτιμάμε ikura, katsuo, suzuki), μόδες που θυμίζουν βιντεοκλίπ του Σπάικ Τζόνζι για την Bjork, καλλιτέχνες που δουλεύουν με σκουπίδια, ένα test drive του Tesla Roadster. Το lifestyle θα σώσει τον κόσμο.

Αραγε, ο πατέρας σου, Εύα, θα καταλάβαινε ποτέ το μυστικό του Tesla Roadster; Τότε που πουλούσε γιγαντιαία αμερικανικά πετρελαιοβόρα τριών όγκων, αν του μιλούσες για ένα ηλεκτροκίνητο, μικροσκοπικό supercar, θα χαμογελούσε συγκαταβατικά με την αλλοπαρμένη κόρη του; Ή θα συνειδητοποιούσε πως πίσω από το οικολογικό μανιφέστο της Tesla Motors υπήρχε μια πανέξυπνη εμπορική ιδέα; Ενα σαγηνευτικό supercar που κοστίζει πανάκριβα πουλιέται μόνο σε όσους μπορούν -και θέλουν να ξεχωρίζουν χάρη στον «νέο», «πράσινο», «διαφορετικό» κινητήρα του- και, τελικά, χρηματοδοτεί με τα κέρδη του την ανάπτυξη μιας νέας τεχνολογίας, μαζικότερης παραγωγής, το αποτέλεσμα της οποίας είναι το φετινό τετράθυρο, οικογενειακό, εντελώς ηλεκτρικό Tesla Model S. Το όφελος θα σώσει τον κόσμο.

Κλείνω τα μάτια και ξαναφέρνω τις εικόνες όπου ο Πίτερ Μπίαρντ σε αποθεώνει σαν ένα ακόμη άνθος της ζούγκλας. Ακούω Shearwater την ίδια ώρα. Αφήνομαι κι εκεί. Στην ξωτική φωνή του Τζόναθαν Μέιμπουργκ και στα ταξίδια του ψηλά στον ουρανό με τα σμήνη των πουλιών (στο «Rooks») ή στην πολύχρωμη φύση του Νότιου Ειρηνικού (στο φετινό «The Golden Archipelago»). Καμία εξανεστημένη αγριάδα εδώ, απλώς μια ήρεμη περιγραφή μιας σπάνιας ομορφιάς. «Πράσινη» επανάσταση δεν φέρνουν μόνο οι προβοκατόρικοι τσαμπουκάδες τύπου Greenpeace ούτε τα μονίμως γκρινιάζοντα σαλβαροσάνδαλα που τρώνε αποκλειστικά βιολογικά. «Πράσινο» lifestyle δεν χτίζεις με το ζόρι (όπως προσπάθησε με δύο βαρετά τεύχη το Vanity Fair και έσπευσαν να αντιγράψουν εγχώρια περιοδικά, ατυχώς λόγω πλήρους άγνοιας του τι ήθελαν να πουν). Η «πράσινη» συνείδηση είναι η ομορφιά που θέλεις να σε περιβάλλει και το εγωιστικό σου γονίδιο που χρειάζεται ένα όφελος για να δράσει. Βρίσκεις κάτι κακό σε αυτά;

Σε αυτήν τη φωτογράφιση ήσουν πιο όμορφη από ποτέ,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Απριλίου 2010. Κυκλοφορεί την Κυριακή 28.03)

23 Σεπ 2008

Λατρεύω τα γυναικεία περιοδικά


Η Αν Χάθαγουεϊ φωτογραφημένη από τον Μπεν Χάσετ για τη γαλλική Vogue του Σεπτεμβρίου. Εννοείται ότι είναι το επόμενο Exitorial μου.

2 Ιουλ 2009

Όνειρο σε σπιράλ

Ντάουτζεν, δεν σε ξύνει το γρασίδι;
Ενα σύννεφο κουνούπια, υπέρηχοι, ομαδικές κινήσεις σαν παραισθησιογονοκινούμενο σπιράλ, πτήση μιας ώρας, επτάμισι με οκτώμισι κάθε βράδυ, κάθεσαι και τα χαζεύεις, αλλά καλύψου, οι βαμπιρικές τους διαθέσεις δεν θα χαριστούν στη μαυρισμένη σου σάρκα. /Παράξενος ο τρόπος που έρχεσαι σε επαφή με τη φύση: καιρός για αναθεωρήσεις.
Κλέβεις χείλη στο Caprice. Φιλί με γεύση μοχίτο, φιλί με γεύση Cosmopolitan, φιλί με ντάκιρι φράουλα, με dry martini, πικρό φιλί με Heineken. Είναι όλες τόσο πρόθυμες. Κι εκείνη; Τι να πίνει εκείνη δυο βήματα πιο πέρα, στο Galleraki; Κοντεύεις να ξεχάσεις τη γεύση της. Ο ήλιος δύει στη Μικρή Βενετία, το κύμα στροβιλίζεται σ’ ένα αφρώδες σπιράλ, αλατίζει το λευκό σου Lacoste, σπιράλ κι εσύ από φιλί σε φιλί, ίσως αλατίζει και το λεπτό της χέρι, ίσως κοκκινίζει το σμαράγδι των ματιών της. Δεν θα κάνεις τα δυο βήματα. Δεν θα πας πιο πέρα. Θα συνεχίσεις να κλέβεις φιλιά στο Caprice. Σπιράλ από κορίτσι σε κορίτσι. /Παράξενος ο τρόπος που φλερτάρεις: καιρός για νοικοκύρεμα.
Αναπνέεις τα μποφόρ. Πολλά, πολλά μποφόρ. Χαϊδεύεις το NeilPryde. Πολλά μποφόρ, μικρό πανί. Καβαλάς τη σανίδα σου. 120 λίτρα, απογειώνεσαι. Αλλη μια μπότζα και βγαίνεις, πρέπει ν’ ανανεώσεις το αντηλιακό. Vanity Fair με δακτυλιές Coppertone στην ακτή, το άλλο χέρι έχει βουτήξει στην άμμο. Αλλη μια σελίδα και μπαίνεις, πρέπει να βελτιώσεις την μπότζα σου. Βγάζεις τα κατακόκκινα Wayfarers και το βλέμμα σου καρφώνεται στην άμμο. Τόση ώρα σχεδίαζες ένα σπιράλ. /Παράξενος ο τρόπος που χαλαρώνεις στις διακοπές σου: καιρός για νέες παρέες.

Ντάουτζεν, δεν κρυώνεις έτσι, γυμνή;
Αγόρια και κορίτσια, ένα σπιράλ γύρω απ’ τη φωτιά. Μηχανές κρος και κράνη αφημένα πιο πέρα, Ραλφ Μάτσιο και οι «κακοί», μία παρέα, μουσική από κασετόφωνο. Καράτε Κιντ στο θερινό. Σχοινιάς. Με πράσινες εσπαντρίγιες και παγωτό γρανίτα λεμόνι. Εχεις κλειδώσει το ποδήλατο στο απέναντι συρματόπλεγμα; /Παράξενος ο τρόπος που θυμάσαι: καιρός για να ζήσεις το μέλλον.
Ψιθυρίζουν οι ευκάλυπτοι στην «Αθηναία», βουίζουν τα παιδιά στη Χάρητος, σπιράλ οι σκάλες που ανεβαίνει τρέχοντας η Κιμ Νόβακ, σπιράλ το βέρτιγκο του Τζέιμς Στιούαρτ. Σπιράλ μπέρδεμα τα ζωγραφισμένα φύλλα στον τοίχο της πολυκατοικίας που κρύβει το θερινό απ’ τους πολλούς. Σπιράλ χαϊδολόγημα κάτω απ’ τη φούστα της. Τελευταία αθηναϊκή φούστα. Αύριο τέτοια ώρα θα βρίσκεσαι στο φέρι μποτ. /Παράξενος ο τρόπος που αποχαιρετάς: καιρός να πάρεις τηλέφωνο τους γονείς σου.

Ντάουτζεν, δεν φοράς παπούτσια;
Βραχνιάζεις ουρλιάζοντας ακατάληπτους ήχους. Καις χιλιάδες θερμίδες παίζοντας air guitar. Βρωμίζεις το t-shirt σου με νερωμένη μπίρα και τον ιδρώτα του διπλανού. Σπιράλ σημάδι στο στήθος. Κλείνεις τα μάτια σαν να βρίσκεσαι εσύ πάνω στη σκηνή. Μετά τους Klaxons έχει και Jarvis, έχει και Royksopp. Κράτα δυνάμεις. /Παράξενος ο τρόπος που ονειρεύεσαι: καιρός για ταξίδι.
Αντιστέκεσαι στο «σκέτο πουκαμισάκι». Σφίγγεις το παπιγιόν με τα σπιράλ σχέδια, τακτοποιείς την ποσέτ στην τσέπη του σακακιού, ξεμυτίζεις στη ζέστη. /Παράξενος ο τρόπος που ντύνεσαι στο γάμο του κολλητού σου: καιρός να γελάσεις με τους άσχετους.
Παίρνεις στα χέρια το σπιράλ για τα κουνούπια. Σπάει. /Καθόλου παράξενο. Καιρός για διακοπές.

Ντάουτζεν, δεν θα έλθεις φέτος στην Πάρο;
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Ιουλίου 2009 - Κυκλοφορεί την Κυριακή 5/7)

16 Μαρ 2009

Next Exitorial Girl


Και πολύ έχω αργήσει!

(Χρόνια πολλά Άγκνες! Υποθέτω ότι αυτή τη στιγμή, σε κάποιο στέκι κοντά στο Χόξτον στήνεται ένα εντελώς ποπ πάρτυ για να γιορτάσεις τα 26α γενέθλιά σου. Κι εγώ κλείνω τεύχος...)

7 Ιουλ 2008

Καλοκαίρι χωρίς τη Μόνικα


Γεια σου μικρή μου!

Τον τελευταίο καιρό –από τότε που καλοκαίριασε ξαφνικά, τέλη Μαΐου- κοιμάμαι λίγο πριν ξημερώσει. Ή λίγο μετά. Κάθε φορά ξενυχτάω με άλλη παρέα. Προχθές με τους κολλητούς. Αλλο ένα bachelor party – αποχαιρετισμός στα καλά μας χρόνια. Χθες με μια γεμάτη καμπύλες – pin up με τα όλα της! – ένεση ευεργετικού placebo που κατευνάζει τα απόνερα της εργένικης ζωής. Οσο πιο βαθιά χυνόταν, τόσο πιο δραστικό γινόταν το ψευδοφάρμακο. Απόψε με τον Μπέργκμαν. Και τον Χάρι. Και τη Μόνικα. Ναι, και μ’ εσένα. Εσύ είσαι εκεί κάθε νύχτα. Και κάθε μέρα. Είσαι η μόνιμη παρέα μου, κι ας μην το ξέρεις. Αλλά απόψε είμαι και με τη Μόνικα της ταινίας. Χαϊδεύω με το βλέμμα την φαινομενικά απάτητη αθωότητα της Χάριετ Αντερσον που το ’53, όταν την ανακάλυψε ο Μπέργκμαν, ήταν 21 ετών. Ακριβώς όσο εσύ τώρα. Χαϊδεύω ανυπεράσπιστος την ουτοπία της τελειότητάς της. Ακριβώς όπως την χάιδεψε ο Χάρι. Ακριβώς όσο ανυπεράσπιστος αφήνω κι εσένα να εισβάλεις στα ακουστικά μου ή στον παγωμένο απ’ τον κλιματισμό αέρα του αυτοκινήτου στο μεσημβρινό εικοσιπεντάλεπτο απ’ το σπίτι στο Φάληρο και στο βραδινό εικοσάλεπτο πίσω στο Μαρούσι. Να εισβάλεις κυρίως στο οικιακό ηχοσύστημα, που τέτοιες μέρες βγαίνει για ελεύθερο κάμπινγκ στη βεράντα, αναστατώνοντας το στενό δρομάκι που βράζει από κάτω και το απέναντι μπαλκόνι με τις γεροντοκόρες που για ένα δίμηνο νιώθουν σχεδόν θεές, έτσι που ποτίζουν το γιούκα με το ημιδιάφανο νυχτικό τους.

«Καλοκαίρι με τη Μόνικα». Αυτό είναι το καλοκαίρι μου. Η Χάριετ στην ταινία μοιάζει περισσότερο με το χθεσινό pin up που κόρεσε την ανάγκη να παραμείνω «κυνηγός». Μοιάζει στην προκλητική κοψιά. Και μοιάζει και στο ρόλο. Αδιάφορη, ανασφαλής χαζογκόμενα, παγίδα επικίνδυνη, αν την πάρεις στα σοβαρά - αν την δεις όχι σαν «μια καλοκαιρινή παρένθεση». Καμιά σχέση μ’ αυτό που νομίζω για σένα. Ή που αισθάνομαι όταν σ’ ακούω να τραγουδάς. Σε διαβάζω παντού. Σ’ όλα τα περιοδικά. Και με πικραίνει απ’ τη μια που αυτό που θέλω για το δικό μου περιοδικό -εσένα- δεν μπορώ να το έχω, γιατί οι κανόνες είναι κανόνες κι αν αρχίσω να τους παραβαίνω, θα βρεθώ εκτός παιχνιδιού. Είμαστε μηνιαίο, σε «έκαψαν» τα εβδομαδιαία, θα επανέλθουμε εν ευθέτω χρόνω. Κι απ’ την άλλη, με πειράζει που όλοι οι άλλοι σε διαχειρίζονται περισσότερο σαν «φαινόμενο» λόγω ηλικίας, παρά σαν αυτό που είσαι: ό,τι σημαντικότερο έβγαλε η μουσική αυτής της χώρας από τότε που πέθανε ο Μάνος.

«Καλοκαίρι με τη Μόνικα». Πέρσι τέτοιο καιρό ήμουν στη Σουηδία. Στα ίδια νερά που δρόσιζε το ’53 το κορμί της η Χάριετ. Μόνος για πέντε μέρες, χωρίς να φαντάζομαι ότι ένα χρόνο μετά θα ήμουν μόνος για τα καλά. Οταν η γυναίκα της ζωής σου δεν είναι πια στη ζωή σου, το κενό δεν συμπληρώνεται ούτε κι απ’ όλες τις παρενθέσεις μαζί. Σου μοιάζουν πιο λίγες κι απ’ τη Μόνικα του Μπέργκμαν. Ετσι, αποφασίζεις να ασχοληθείς με άλλα: Πόσα λίτρα σανίδα θα πάρω μαζί μου στις διακοπές; Πώς θα εικονογραφηθεί το θέμα της σελίδας 142; Ροζέ ή λευκό; Και, αν το κενό γεμίσει αυτόματα και κατά τύχη, αισθάνεσαι σαν μέτοχος σε θείο θαύμα. Εσύ το πέτυχες μια χαρά. Δεν είσαι η «Ελληνίδα Λίλι Αλεν». Προτιμώ το «θηλυκός Χατζιδάκις» - κι ας κινδυνεύω με άρον άρον σταύρωμα. Χαζεύω τις κλώνους σου στα μπαράκια της Αβραμιώτου, με τα λουλουδένια φορεματάκια, τις έξυπνες φράντζες και το καλαμάκι από το raspberry mojito στα χείλη. Ετοιμάζονται για τη Σίφνο και τη Φολέγανδρο, για χαζοξενύχτια στο «Ραμπαγά» και ματσάτα στην κυρα-Ειρήνη. Είναι υπερφίαλες, λένε για αγόρια -ή τ’ ανταλλάσσουν-, μιλάνε για σπουδές και τέχνη. Και γελούν δυνατά. Τους μοιάζεις τόσο, μα η μουσική σου προδίδει άλλα. Είναι τόσο ολοκληρωμένη - και καθόλου χαρούμενη. Σε σκέφτομαι συνέχεια. Γέμισες το κενό με τα τραγούδια σου, είσαι τόσο φρέσκια, 21 ετών, σαν τη Μόνικα, αλλά εσύ είσαι άλλη Μόνικα, όχι σαν της ταινίας, χθες με έκανες «accept» στο MySpace, αύριο θα σου στείλω μήνυμα, έχουμε τόσα να πούμε. Ή μάλλον, καλύτερα να περάσει το καλοκαίρι. Καλύτερα προς το παρόν να μείνω χωρίς τη Μόνικα. Μόνο με το αποτύπωμα του ήχου σου. Καλύτερα να κοιμηθώ απόψε με την άλλη Μόνικα. Και να ονειρευτώ ξανά ότι αγκαλιάζω τη γυναίκα της ζωής μου. Μια ζωή δεν θ’ αλλάξει μέσα σε μια καλοκαιρινή νύχτα. Κι εσένα δεν σου αξίζει η παρένθεση. Kάτι μου λέει πως όλα αυτά μπορείς να τα κάνεις ένα ωραίο τραγούδι.

Θα σου ξαναγράψω,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Ιουλίου)

25 Νοε 2010

Οι δεύτερες


Χορταστική μου Κιμ,
Τη στιγμή που, με μία ματιά μόνο στα μετάλλιά μου, συνειδητοποιούσα ότι τα χρυσά δεν ήταν ούτε τα μισά από τα ασημένια -και τα δεύτερα συνέχιζαν να πληθαίνουν, ενώ τα πρώτα δεν...-, ήξερα ότι η καριέρα μου στο στίβο είχε λήξει. Δεν ήμουν μεγάλος σε ηλικία. Οχι. Δεν είχα καν κλείσει τα είκοσι πέντε. Είχα κάτι σαν γνώθι σαυτόν όμως. Και το ασήμι είχε αρχίσει να αποκτά αφόρητο βάρος πια. Το χρυσοθηρικό μου ένστικτο επέμενε να ταξιδέψω αλλού. Εσένα, βεβαίως, ελάχιστα σ’ ενδιαφέρουν όλα αυτά. Το μόνο άγχος σου σε χρυσό φαντάζομαι ότι θα έχει να κάνει με το αν το λεοπάρ κολλητό top σου λάμπει αρκετά, αν το κοντράστ με τις μαύρες κηλίδες είναι στο επιθυμητό σημείο ή αν χρειάζονται μερικά καράτια παραπάνω για να τονίσουν αυτό το D που δεν ντρέπεται να δηλώσει το μπούστο σου.

Αλλιώς, βάζεις σε λειτουργία νέες μεθόδους προσέλκυσης ενδιαφέροντος: ντεκολτέ, πλατφόρμες, ring tone με προκλητικό R ’n’ B ή το τελευταίο hit του Βέρτη, ακρυλικά νύχια, γκλίτερ, κολάν φορεμένο με γόβες, εξτένσιον, άσπρες μπότες. Και profile pic «θαλάσσης» στο Facebook. Για δες. Μόλις σε έκανα «follow» στο Twitter. Φοράς ολόσωμο μαγιό με μια μεγάλη τρύπα γύρω από τον αφαλό και μια μικρότερη κάτω από το στήθος, κολιέ έθνικ και γουνάκι μινκ. Είσαι ο ορισμός της «δεύτερης». Αλλά, πίστεψέ με, δεν σ’ το γράφω καθόλου προσβλητικά.

Στη σημειολογία του ανδρικού σύμπαντος, η κατηγορία που εκπροσωπείς φέρει λιγότερο αρνητικό πρόσημο σε σχέση με άλλους κλάδους που χαρακτηρίζονται από το γράμμα που ακολουθεί μετά το «Α». Στον αθλητισμό, για παράδειγμα, ο πρώτος είναι πρώτος και ο δεύτερος τίποτε, τα «δεύτερα» είναι μια ομάδα που αποτελείται από αναπληρωματικούς -αν η δική σου δεν καταφέρει να την κατατροπώσει, παραμονεύει ο αιώνιος χλευασμός-, η Β΄ Εθνική είναι πεδίον δόξης λαμπρόν για τραμπούκους παράγοντες, απατεώνες στοιχηματζήδες και σκληροτράχηλους Λατινοαμερικανούς αμυντικούς που φλερτάρουν με την κόκκινη κάρτα κάθε φορά που η μπάλα βρίσκεται στα πόδια του πλησιέστερου αντιπάλου τους. Μια «δεύτερη» γυναίκα, όμως, γίνεται αποδεικτικό στοιχείο «δευτεροσύνης» ενός ανδρός μόνο στα μάτια μιας άλλης γυναίκας, και αυτό μόνον κατόπιν αποκαλύψεως του «εγκλήματος».

Οσο κι αν σας απεχθάνονται οι άλλες -εκείνες που μοιάζουν να βγήκαν όχι από την κοιλιά της μάνας τους, αλλά από μια Birkin της Hermès-, για τους άντρες είστε το συμπαθές και ενδιαφέρον σύμβολο της «μεγάλης πιθανότητας». Ενας στόχος μάλλον εφικτός. Εύκολος, όπως τα «δεύτερα» της αντίπαλης ομάδας. Αν ακολουθηθεί σωστά η σκέψη του σοφιστή Αντιφώντα, αν παραμείνει ανομολόγητη η παράβαση του θεσπισμένου «δεν πρέπει να πέφτετε στην παγίδα όσων φορούν και ντεκολτέ και μίνι την ίδια στιγμή», αν είναι παρακινημένη η παράβαση από ένα νόμο ανώτερο, φυσικό, τότε οι «δεύτερες» όχι μόνο δεν κάνετε κακό στο αρσενικό γένος, αλλά το ανακουφίζετε μία στο τόσο από το βάσανο της επιδίωξης της τελειότητας... Αρκεί, βεβαίως, το κυνήγι της δευτεροσύνης να μη γίνει ξαφνικά αυτοσκοπός ή εθισμός. Να μη γίνει αποφυγή αντιμετώπισης του ότι θέλουμε κάτι άλλο, ανώτερο - να μη γίνουμε ο Τζέισον Σουάρτσμαν / Τζόναθαν Εϊμς του «Bored to Death».

Εσύ, πάντως, μικροσκοπικό μου πλάσμα, με τις μεγαλοπρεπείς καμπύλες, μην ανησυχείς. Δεν θα στερηθείς του ενδιαφέροντός μας, δεν θα πάψεις να διοργανώνεις φαντασιώσεις (αλλά και υλοποιήσεις, ενίοτε βιντεοσκοπημένες, σαν το περίφημο sex tape σου) στο Sanitas περιτύλιγμά σου, και -πού ξέρεις;- ίσως μια μέρα πραγματοποιήσεις το όνειρό σου να γίνεις μαμά και νοικοκυρά. Υπάρχουν πάντα και οι «δεύτεροι».

Φιλικά,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, Δεκέμβριος 2010. Θα δημοσιευθεί στο GK που κυκλοφορεί αυτή την Κυριακή, 28/11, με την Καθημερινή)

1 Ιουλ 2010

Έλεγχος α' εξαμήνου


Γλυκιά Ελέττρα,
λιώνει η Toblerone στην τσέπη της λινής βερμούδας, σαν τις μπογιές που βάφουν το δέρμα σου στις φωτογραφίες του Above Magazine. Θέλεις όντως να διαλέξουμε παρέα καινούργιες μουσικές για το iPod σου; Λερώνω παντελόνια και μάγουλα, απλώνω καφετιές δακτυλιές στη δισκοθήκη μου, δεν κρατιέμαι. Απ’ την αρχή της χρονιάς, έλεγχος α΄ εξαμήνου, σού βρίσκω δέκα δίσκους που σου ταιριάζουν. Ακουσε και πες μου:

1. To «Grey Oceans» των Cocorosie. Γιατί μου θυμίζει το εξώφυλλο που έκανες στο Above. Η δική σου ομορφιά, πασαλειμμένη με πράσινη και μπλε μπογιά, μπερδεύεται με τα ζωγραφισμένα, γκροτέσκα μουστάκια των αδελφών Κασάντι και απλώνει τον καμβά για να χορέψει πάνω του η μουσική τους. Μουσική για όνειρα. Ποιμενική indie pop με τα συνήθη τους πασπαλίσματα παιδικής αφέλειας -σαν τη λιωμένη Toblerone στην τσέπη και στα δάκτυλά μου- και δυο κουταλάκια του γλυκού trip-hop.

2. Το «Brothers» των Black Keys. Για το Μουντιάλ, που ήταν η πρώτη λέξη που μου ήλθε στο μυαλό όταν είδα το εξώφυλλο στο Above, λόγω «αφρικανικής» υφής προφανώς. Και οι Black Keys, σαν η Ουρουγουάη να θυμάται τον πρωταθλητή εαυτό της, επανιδρύονται στο soundtrack των ακουστικών μου από τις 11 Ιουνίου...

3. Το «Odd Blood» των Yeasayer. Για την Αφρική. Για τις οικολογικές και φιλανθρωπικές σου δράσεις εκεί. Γιατί οι Μπρουκλινέζοι αναμειγνύουν αφρικανικές και αραβικές νόρμες με την πιο μοντέρνα electro rock, για να συνθέσουν τον απόλυτο ύμνο των hipsters.

4. Το «Golden Archipelago» των Shearwater. Γιατί δεν θα έχεις άγνωστες λέξεις, ακούγοντας το πράσινο μανιφέστο του Τζόναθαν Μέιμπουργκ. Κι αν πιάσετε την κουβέντα, εκείνος θα καταλάβει αμέσως τα περί «κάθετης καλλιέργειας» που προωθεί το ίδρυμά σου.

5. To «A Sufi And A Killer» του Gonjasufi. Γιατί, αν έχω καταλάβει καλά, η Βιοϊατρική, εκεί που κυνηγάς το δεύτερο πτυχίο σου, είναι μια κοινωνικοφιλοσοφική προσέγγιση στο τι αλλάζει η επιστήμη στον άνθρωπο. Κι ο Gonjasufi κάνει κάτι παρόμοιο με τη μουσική. Κάπως έτσι θα ακουγόταν το dubstep αν γεννιόταν σ’ ένα χωριό των χίπι κάπου στα ’60s. Και γιατί αυτό είναι μάλλον το άλμπουμ της χρονιάς.

6. Το «Go» του Jonsi. Γιατί μια και πιάσαμε τα πτυχία, αν οι Διεθνείς Σχέσεις (το πρώτο σου) ήταν μουσική, θα ακούγονταν πάνω-κάτω σαν το «Go». Στο σόλο άλμπουμ του Jonsi μοιάζει σαν η μπάντα του, οι θρυλικοί Sigur Ros, να παίζουν σε fast forward, μετά από κατανάλωση γενναίων ποσοτήτων Prozac.

7. Το «Swim» του Caribou. Γιατί, καλά τα πτυχία, αλλά πάνω από όλα είσαι top model. Και δεν μπορώ να σε φανταστώ στα catwalks με τίποτε άλλο από το ηλεκτρονικό άλμπουμ της χρονιάς να ακούγεται απ’ τα ηχεία.

8. Το «Down The Way» των Angus & Julia Stone. Για τη συνεργασία σου με τη Lancôme. Στα βήματα της μητέρας σου. Κι ας μη θες να προφέρουν το «Ροσελίνι» ανάμεσα στο Ελέττρα και το Βίντεμαν. Ο Ανγκους και η Τζούλια, δύο αδέλφια από την Αυστραλία, συνθέτουν ένα folk ταξίδι στα ροζ σύννεφα. Οπως περίπου σε πουλάει η γαλλική εταιρεία. Οπως πουλούσε τη μητέρα σου.

9. To «Sigh No More» των Mumford & Sons. Για την Ιζαμπέλα Ροσελίνι. Γιατί το folk rock παραλήρημά τους είναι ό,τι πιο κοσμοπολίτικο και κομψό θα έχεις ακούσει φέτος. Σαν τη μητέρα σου.

10. Το «Bang Goes The Knighthood» των Divine Comedy. Για τη γιαγιά σου. Αν είναι κάποιος να γράψει ένα τραγούδι για την Ινγκριντ Μπέργκμαν, ας το κάνει ο Νιλ Χάνον...

Ελπίζω να σου αρέσουν,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Ιουλίου 2010. Κυκλοφορεί με την «Καθημερινή» στις 4.7.)

20 Απρ 2009

Μιάμιση δεκαετία πριν την Bat For Lashes...

...η αγαπημένη μου μάγισσα των μελωδιών ήταν η Μίλα Γιόβοβιτς. Το "Divine Comedy" ήταν ένα μεθυστικό παραμύθι που κυκλοφόρησε το 1994 η τότε δεκαεννιάχρονη και ήδη σουπερμοντέλα και ηθοποιός Μίλα, ένα μάζεμα τραγουδιών που είχε γράψει όταν ήταν δεκαπέντε (!) ετών. Πρέπει να είναι το άλμπουμ που -απ' όλα όσα μας έχουν χαρίσει οι τόσες και τόσες ταλαντούχες singers/songwriters- έχω ακούσει τις περισσότερες φορές στη ζωή μου.

Είναι τόσο γεμάτο, τόσο καλοδουλεμένο, τόσο εμπνευσμένο, μια μείξη παραδοσιακής μουσικής της Ουκρανίας και αιθέριων νυχτοπερπατημάτων μιας Κέιτ Μπους ή μιας Τόρι Έιμος, που σε κάνει να αναρωτιέσαι: Αν αυτό το κορίτσι έγραφε τέτοια τραγούδια όταν ήταν δεκαπέντε ετών, τι θα σκάρωνε όταν μεγάλωνε; Και αργότερα: Γιατί η Μίλα δεν ξανάβγαλε ποτέ άλμπουμ και προτίμησε να τυλίγεται σε λευκοπλάστ (έστω, σχεδιασμένα από τον Jean Paul Gaultier) και να υποδύεται εξωγήινες, να ανεβοκατεβαίνει πασαρέλες παρέα με ατάλαντα κοκάκια, να κάνει την παγκόσμια πλασιέ της L' Oreal; Εντάξει, η απάντηση είναι προφανής (δεν τη γράφω καν -βαριέμαι) και ξενερωτική, αλλά δεν μειώνει σε τίποτε το ταλέντο αυτής της Σερβοουκρανής κουκλάρας που ο Υπαρκτός Σοσιαλισμός έστειλε μακριά από το Κίεβο, χαρίζοντάς την στον κόσμο ολόκληρο.

Το τελευταίο Vs. Magazine της χαρίζει τα 2 από τα 4 εξώφυλλά του (η Έμα Γουότσον και ο Τόμι Νταν στα υπόλοιπα δύο), το GK της μεθεπόμενης Κυριακής της χαρίζει ένα Exitorial και το "ΠΠC" βγαίνει επιτέλους από την ξενέρωτη πασχαλινή κολυμπήθρα με την κατάνυξη, χαρίζοντάς της ετούτο το post -και του αριστουργηματικό "The Gentleman Who Fell" στο πολυαγαπημένο του κοινό:


6 Οκτ 2010

Κανείς δεν είναι τέλειος


Ξανθή μου Λάρα,
Κατ’ αρχάς θα ’θελα να ήμουν η άμμος που σε γλείφει από τους γοφούς ώς το στήθος. Αλλά κάτι τέτοιες καταθέσεις είναι κλισέ, εκτός από πρόστυχες, οπότε θα προσπαθήσω να σε προσεγγίσω διά της ποιήσεως. Με στίχους άλλων, βεβαίως, και δη καρπούς από τη φετινή εσοδεία της ανεξάρτητης μουσικής, ώστε να σε ρουφήξω πλήρως μέσα στη διάθεσή μου - που, για καλή σου τύχη, από το πρωί που ξύπνησα είναι εξαιρετική.

Νωρίς το πρωί, ο ήλιος έχει ανατείλει χρυσός, μεταλλικός, για την Αναστασία / Σήκω σιγά σιγά, έξω απ’ το παράθυρο κάποιος φωνάζει την Αναστασία / Θέλει την καρδιά σου στα μικρά του διηγήματα / Αλλά απλά δεν την έχει κερδίσει ακόμη μωρό μου / Γι’ αυτό σήκωσε τα χέρια σου / Κι εκείνος εξηγεί πώς έκτισε ετούτη την πόλη με τα λέιζερ που πετούν τα μάτια του από την κοκαΐνη.
Wolf Parade - Pobody’s Nerfect, από το άλμπουμ Expo 86.

Αντικαθιστάς το όνομα της ηρωίδας με το δικό σου, την κοκαΐνη με κάτι ψυχοτρόπο μεν, αλλά πιο νόμιμο και οικονομικό - στην Ελλάδα η κρίση μάς δοκιμάζει ακόμη. Παίρνεις ένα όμορφο ξύπνημα κι έναν ολίγον ατσούμπαλο, ολίγον αγαθό, ολίγον μεθυσμένο θαυμαστή (κανείς δεν είναι τέλειος), που μπορείς να τον κάνεις ό,τι βούλεσαι. Αν σηκώσεις τα χέρια σου, όπως σε προτρέπουν οι Wolf Parade, θα φανούν τα στήθη σου (ομολογώ πως πολύ πρόσφατα συνειδητοποίησα το πραγματικό τους μέγεθος). Και θα τον κάνεις λίγο πιο ευτυχισμένο. Η εικόνα είναι καλοκαιρινή, όχι άδικα. Μόνο τους θερινούς μήνες ξυπνώ πολύ νωρίς και με τόσο καλή διάθεση. Στην Ελλάδα, ευτυχώς, ο Οκτώβριος είναι καλοκαίρι.

Το καλοκαίρι που έσπασα το χέρι μου / περίμενα το γράμμα σου / δεν τρέφω αισθήματα για σένα τώρα / τώρα που σε ξέρω καλύτερα / Μακάρι να σε είχα αγαπήσει τότε / πριν περάσουν τα πιο καλά μας χρόνια / και πριν ένας παγκόσμιος πόλεμος μας κάνει όσα θα μας κάνει.
Arcade Fire - City With No Children, από το άλμπουμ The Suburbs.

Ω! Εμαθα ότι παντρεύτηκες τελικά. Πρώτα το στήθος σου, τώρα ο γάμος. Εικόνες και ειδήσεις φτάνουν σ’ εμένα με καθυστέρηση. Θα φταίει το μεθύσι. Οπως και να ’χει, δεν είσαι πια ελεύθερη. Δεν τρέφω αισθήματα για σένα τώρα. Ερωτες του καλοκαιριού... Αλλά είπαμε: κανείς δεν είναι τέλειος. Κι αν θέλω ακόμη να σ’ αρμέξω;

Είσαι ο βοσκός μου μωρό μου / δεν θα άντεχα αλλιώς / ο ουράνιος ποιμένας / Εύχομαι να ήμουν ένα πρόβατο / αντί για λιοντάρι / γιατί τότε δεν θα χρειαζόταν να τρώω / ζώα που πεθαίνουν.
Gonjasufi - Sheep, από το άλμπουμ A Sufi And A Killer.

Δεν θυμάμαι αν έχετε και πολλά αμνοερίφια στην Ολλανδία, έχετε όμως σίγουρα άπειρες αγελάδες· τις θυμάμαι να βόσκουν κάτω από τους ανεμόμυλους ένα μουσκεμένο πρωινό στην εθνική από το Ρότερνταμ προς το Σκίπολ. Καταλαβαίνεις λοιπόν. Γαλήνια και σχεδόν ρομαντικά, αν βγάλεις τη μουντίλα της χώρας σου και ξαναφέρεις τον μεταλλικό ήλιο του εδώ πρωινού, άσε με να βρυχώμαι και μη φοβάσαι. Εξω απ’ το παράθυρο, κάποιος θέλει την καρδιά σου για τα μικρά του διηγήματα. Κάποιος άλλος θέλει το στήθος σου για τις μικρές του επιστολές. Κανείς δεν είναι τέλειος. Σε δουλειά να βρισκόμαστε μέχρι να ξαναγίνει καλοκαίρι, να ξανακυλιστούμε στην άμμο.

Σε φιλώ, αποκλεισμένος στο γραφείο μου, εν μέσω κλεισίματος τεύχους,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Οκτωβρίου 2010)