13 Ιουν 2012
Από την ελπίδα της Γιάννας του ΠΑΣΟΚ στην απορία του κοριτσιού της ΝΔ
Το μάρκετινγκ χρησιμοποιεί μικρά παιδιά στις προεκλογικές εκστρατείες, για να πουλήσει ισχυρά, συναισθηματικά σύμβολα. Και καλά κάνει. Το θέμα είναι εμείς τι κρατάμε από όλα αυτά.
Ένας καλός μου φίλος θα ψήφιζε «Δράση – Δημιουργία Ξανά» στις 17 Ιουνίου, αλλά, ξαφνικά, τις τελευταίες ημέρες άλλαξε γνώμη: «Θα ψηφίσω Νέα Δημοκρατία», μού είπε με ένα φόβο στη ματιά του. Έχει δύο παιδιά –το ένα είναι ακόμη μωρό- και φοβάται για το μέλλον τους. «Έπαιξε ρόλο το τηλεοπτικό σποτ με το κοριτσάκι;» τον ρωτάω στα ίσια. «Ναι», μού απαντάει. Και δεν ντρέπεται καθόλου που μέχρι προχθές κατακεραύνωνε τη Νέα Δημοκρατία και τον Αντώνη Σαμαρά ως ανακόλουθο στις συζητήσεις μας. Κάθεται και μού εξηγεί γιατί δεν θα ψηφίσει αυτό που λέει η καρδιά του, αλλά αυτό που τού επιβάλει η λογική. «Αν κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ, φοβάμαι πολύ ότι θα βγούμε από το ευρώ. Είναι πολυτέλεια να ψηφίσω αυτό που πιστεύω, όταν ξέρω ότι δεν θα μπει καν στην Βουλή και όταν θα στερήσω την ψήφο μου από ένα άλλο κόμμα που τουλάχιστον δεν θα έχει για πρώτο μέλημα να μάς πετάξει εκτός ευρώ».
Το τηλεοπτικό σποτ της Νέας Δημοκρατίας, λοιπόν, έπιασε τόπο. Κι ας προκάλεσε τόσες αντιδράσεις. Κι ας άνοιξε τέτοιες συζητήσεις. Κι εγώ «καφρίλα» το χαρακτήρισα όταν το πρωτοείδα, αλλά εγώ δεν έχω παιδιά...
Από το 1985 στο 2012
Λίγο πάντως με ενδιαφέρει τελικά η ηθική και η δεοντολογία του στην παρούσα φάση. Στην προεκλογική περίοδο που ζούμε υπάρχουν άλλα πράγματα που με ενοχλούν πολύ περισσότερο –φαντάζομαι ότι κι εσείς θα έχετε ο καθένας και από κάτι. Θα κρατήσω το σποτ και το κοριτσάκι της Νέας Δημοκρατίας ως ένα σύμβολο για σημειολόγηση για το μέλλον. Όταν θα έχουμε βγει από το ευρώ (ή θα έχουμε κατορθώσει να παραμείνουμε εντός ευρωζώνης). Τότε θα μπορούμε να συζητήσουμε κάποια πράγματα ξανά από την αρχή.
Προς το παρόν θα θυμηθώ ένα άλλο κορίτσι, την κακομοίρα την Γιάννα στην αφίσα του ΠΑΣΟΚ το 1985. Την Γιάννα που έτρεξε κι έδωσε λουλούδια στον Αντρέα Παπανδρέου στην κεντρική του προεκλογική ομιλία στο Πεδίον του Άρεως εκείνη την χρονιά. Την θυμάστε, έτσι δεν είναι;
Τι συμβόλιζε τότε η Γιάννα για την Ελλάδα; Τι συμβόλιζε, αν όχι την ελπίδα, αν όχι το αύριο, αν όχι το μέλλον; Ήταν όμορφη, χαμογελαστή, τσαχπίνα. «Ναι στη χαρά της Αλλαγής» έγραψε η αφίσα του ΠΑΣΟΚ. «Μην μας εγκαταλείψετε από τώρα», ερμηνεύω εγώ, «ψηφίστε μας ξανά για να ολοκληρώσουμε το έργο της αλλαγής».
Είμαι από αυτούς που θεωρούν πως για την σημερινή μας κατάντια το μεγαλύτερο ποσοστό ευθύνης το έχει ο Αντρέας Παπανδρέου. Για τη νοοτροπία που φύτεψε στο μυαλό των περισσότερων Ελλήνων και, κυρίως, γιατί δεν έκανε τίποτε για να την ξεριζώσει όταν ακόμη είχε την δύναμη.
Η ελπίδα που έγινε τρόμος
Η Γιάννα του 1985 είναι σήμερα 33 ετών και δηλώνει απολιτίκ. Την είχαν «επιστρατεύσει» τότε οι κ.κ. Λαλιώτης και Κουλούρης. Ως 6χρονο κοριτσάκι είχε τρομάξει από το πλήθος. Έδωσε ένα πεταχτό φιλί στον Αντρέα και μετά έφυγε βιαστικά κι έβαλε τα κλάμματα –το δήλωσε η ίδια σε μια συνέντευξή της στις εκλογές του 2007.
Εμείς θυμόμαστε μόνο το χαμόγελο, τα λουλούδια, το φιλί. Δεν είδαμε ποτέ τα κλάμματα. Εμείς μείναμε με την ελπίδα. Δεν γνωρίσαμε τον τρόμο. Τον τρόμο τον γνωρίζουμε σήμερα. Το κοριτσάκι του τηλεοπτικού σποτ της Νέας Δημοκρατίας, όμως, δεν μοιάζει τρομαγμένο. Είναι απορημένο, απογοητευμένο, «χαμένο». Είναι πολύ αθώο για να καταλαβαίνει τι ακριβώς σημαίνει «έξοδος από το ευρώ» κι εκεί ποντάρουν οι marketers της ΝΔ: Τον τρόμο τον εισπράττει κατ' ευθείαν ο γονιός.
Ξαναλέω ότι δεν εξετάζω αν το σποτ είναι ηθικά σωστό ή αν είναι επιτυχημένο επικοινωνιακά. Αυτό που σημειολογώ είναι το πόσο τρόμο έκρυβε τελικά η Ελλάδα της ελπίδας, η Ελλάδα της μικρής Γιάννας του 1985. Και αναρωτιέμαι τι θα ανακαλύπτουμε σε 20 χρόνια από τώρα ότι κρύβει η Ελλάδα του τρόμου, η Ελλάδα του μικρού κοριτσιού στο σποτ του 2012.
Λένε ότι ο πιο θαρραλέος είναι ο πιο τρομαγμένος. Κάνει πράγματα που δεν θα τα έκανε αν δεν φοβόταν. Πράξεις ηρωικές. Αλλά μην βιαστούμε να εξισώσουμε το ηρωικό με το σωστό –ή με το σωτήριο. Οι περισσότεροι ήρωες πεθαίνουν στη μάχη και ο τελικός νικητής δεν είναι πάντα αυτός που πολέμησε πιο ηρωικά. Σ' αυτές τις εκλογές θα ψηφίσουμε, λένε οι ειδικοί, περισσότερο με κριτήριο τον φόβο, παρά με την οργή, όπως κάναμε στις 6 Μαΐου. Διακρίνετε ποια λέξη λείπει; Η ελπίδα. Γιατί ελπίδα δεν μας έμεινε πια σχεδόν καμμιά. Αλλά εντάξει, χορτάσαμε από ελπίδες και χαμόγελα το 1985...
(Γράφτηκε για το News Bomb)
8 Ιουν 2012
Γυριστρούλα
Σε μια ανάπαυλα από τον αέναο και αδυσώπητο αγώνα κατά του ιμπεριαλισμού, του κεφαλαίου και της πλουτοκρατίας - κι από τον προεκλογικό αγώνα κατά του ΣΥΡΙΖΑ - η πρόεδρος του φαν κλαμπ του Λάκη με τα Ψηλά Ρεβέρ, πέρασε μια ευχάριστη βραδιά με τις φίλες της, τις "Ρεβερίτσες".
14 Μαΐ 2012
1974: Όταν το ΠΑΣΟΚ ήταν ξανά τρίτο κόμμα με 13%
Ίδια θέση, ίδιο ποσοστό, άλλη δυναμική. Πόσο απέχουν μεταξύ τους τα 38 χρόνια που χωρίζουν την ανατολή από την δύση (;) του ήλιου του ΠΑΣΟΚ.
Το ποσοστό: 13,5%.
Λίγο πάνω (13,58% τότε), λίγο κάτω (13,18% τώρα), μικρό ρόλο παίζει. Αυτό που μετράει είναι ότι σε τίποτε δεν μοιάζει με τα 48άρια της «Αλλαγής» και τα 43άρια του Σημίτη και του ΓΑΠ. Σε τίποτε δεν δηλώνει ένα κόμμα εξουσίας (αυτό, δηλαδή, που από την μεταπολίτευση και μετά κυβέρνησε τη χώρα για τα 21 από τα 38 χρόνια).
Η θέση: 3η
Το 1974 ήταν το ανερχόμενο κόμμα του «άγριου» Αντρέα, του γιου του «Γέρου της Δημοκρατίας» που δεν αναγνώριζε στην Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις του Μαύρου την συνέχεια της παπανδρεϊκής Ένωσης Κέντρου στην οποίαν ανδρώθηκε, αλλά ήθελε να φτιάξει το δικό του μείγμα από αριστερή εκρηκτικότητα, σοσιαλδημοκρατικό «επιστημονισμό» και κεντρώο, βενιζελικό know how.
To 2012 είναι το οροθετικό πρεζόνι που όταν κατάλαβε πως τελειώνει η πρέζα του (η εξουσία) δεν δίστασε να εκδοθεί στο πεζοδρόμιο για λίγα ψιλά και χωρίς να παίρνει προφυλάξεις, μολύνοντας τους ανυποψίαστους (αλλά αφελείς) που έρχονταν σ’ επαφή μαζί του.
Οι συνθήκες
Το 1974 ήταν οι πρώτες εκλογές μετά την Δικτατορία. Όπου το ΠΑΚ, το ριζοσπαστικό όχημα - προάγγελος του ΠΑΣΟΚ είχε παίξει σημαντικό, αντικαθεστωτικό ρόλο.
Το 2012 είναι η χρεωκοπία που κατά 55% (αν το πάμε μόνο χρονικά, τόσο είναι το ποσοστό που αναλογεί στα 21 χρόνια διακυβέρνησής του) οφείλεται στο ίδιο. Και το Μνημόνιο, η λύση που αναγκάστηκε να δεχτεί (τα ψιλά για την πρέζα, που λέγαμε), γιατί το ίδιο δεν είχε τις ιδέες –ή την θέληση- να βρει μια βιώσιμη λύση.
Το μέλλον
Το 1974 ήταν λαμπρό. Ένα κόμμα σε άνοδο. Και τι άνοδο! Διπλασίασε το ποσοστό του τρία χρόνια αργότερα και το 1981 έφερε μια σαρωτική «αλλαγή» στον εκλογικό χάρτη και την ελληνική κοινωνία, μαζεύοντας σχεδόν τις μισές ψήφους.
Το 2012 είναι δυσοίωνο. Ίσως ένα κομματάκι εξουσίας να υπάρχει ακόμη για τον ταλαίπωρο Ευάγγελο Βενιζέλο που επιμένει να σηκώνει τον σταυρό του μαρτυρίου ολόκληρου του κινήματος –αλλά τι εξουσία θα είναι αυτή!
Η πορεία
Πυραμιδωτή. Με βιαστική αναρρίχηση, επτά χρόνια μετά την ίδρυσή του, βίαιη διατήρηση ψηλά, σε συνθήκες ακραίας πόλωσης για πάνω από μια δεκαετία, μέτρια φθορά στην συνέχεια, και μια ξαφνική βουτιά –ή σάλτο μορτάλε στο τέλος. Αν το ΠΑΣΟΚ δεν αντέξει το σημερινό του ποσοστό και δει τον ήλιο που ανέτειλε το 1974 να δύει 38 χρόνια αργότερα, η ιστορία θα γράψει πως ήταν ένας Παπανδρέου στη μία του άκρη κι ένας άλλος στην άλλην. Απ’ το «λεφτά υπάρχουν», στο «Καστελόριζο» και στο «Δημοψήφισμα», το χρονικό της κατάρρευσης του κινήματος έχει γραμμένο με έντονα γράμματα ένα τεράστιο ΓΑΠ επάνω του.
Τι άλλαξε;
Το 1974 ήταν οι παρίες, οι απόκληροι, οι αδικημένοι που συνασπίζονταν γύρω από έναν ηγέτη που ήξερε να υπόσχεται με ωραίο τρόπο –κι αργότερα απέδειξε ότι πραγματοποιεί κιόλας.
Το 2012 είναι οι βολεμένοι ή οι ευκολόπιστοι (μια μειοψηφία κάποτε, που στο ταξίδι αυτής της πυραμίδας έγινε μια τεράστια πλειοψηφία, μια «νέα Ελλάδα»), που εγκαταλείπουν με πανικό το πλοίο που βουλιάζει. Το πιο μεγάλο κρίμα είναι ότι αν κρατούσαν την σιλουέτα που είχαν το ’74, το καράβι θα κρατούσε ακόμη γερά. Αλλά όταν «μαζί τα φάγαμε», παχύναμε και βαρύναμε τόσο πολύ, που η ίσαλος γραμμή κατέβηκε επικίνδυνα χαμηλά. Στο 13 και κάτι....
(Γράφτηκε για το News Bomb)
3 Μαΐ 2012
Beck, what can I do?
Όπως οι τηλεθεατές χωρίζονται σ’ αυτούς που έχουν την ΕΤ-1 στο κουμπί 1 του τηλεκοντρόλ και σ’ αυτούς που έχουν οποιοδήποτε άλλο κανάλι, έτσι και όσοι εκτιμούν τους Kiss χωρίζονται σε δύο εξίσου διακριτές κατηγορίες: Σ’ αυτούς που θεωρούν κορυφαίο κομμάτι της μπάντας το “Beth” και σ’ αυτούς που θεωρούν κορυφαίο τους κομμάτι οποιοδήποτε άλλο της σχεδόν 40ετούς δισκογραφίας τους.
Μην βιαστείτε να χλευάσετε τους πρώτους. Το “Beth” είναι το μεγαλύτερο hit που έχουν κάνει ποτέ οι Kiss (έφτασε στο Νο. 7 του Billboard) και το μόνο single τους, μαζί με το “I Was Made For Loving You” που έγιναν ποτέ χρυσά στις ΗΠΑ.
Το ειρωνικό της υπόθεσης, βέβαια, είναι ότι το “Beth” δεν γράφτηκε από τους Kiss. Για να το πω πιο σωστά: Γράφτηκε από τον Peter Criss, τον ντράμερ των Kiss, και τον Stan «Doc» Penridge, όταν οι δυο τους έπαιζαν για τους Chelsea, το 1970. Και δεν γράφτηκε για καμμία Beth, γράφτηκε για την Becky, την σύζυγο ενός άλλου μέλους των Chelsea, η οποία τηλεφωνούσε επίμονα κάθε βράδυ στο προβάδικο που έπαιζε η μπάντα και απαιτούσε από τον άντρα της να τελειώνει και να γυρίσει σπίτι. (Αυτό που λέμε στα ελληνικά «παντόφλα»). Αυτή που είναι γνωστή ως μια από τις πιο ρομαντικές, γλυκανάλατες, δακρύβρεχτες, συναισθηματικές -και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο συγκινητικό επίθετο πρέπει να προσθέσω- ροκ μπαλάντες της ιστορίας, δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια πλάκα που έκαναν ο Criss κι ο Penridge στον «παντοφλάκια» κιθαρίστα Mike Brand. Δεν ηχογραφήθηκε ποτέ επίσημα ως «Beck, what can I do?» που ήταν ο πρωτότυπος τίτλος του (οι Chelsea έβγαλαν ένα και μόνο άλμπουμ, το 1970, ένα χρόνο πριν γραφτεί το κομμάτι), και υπάρχει σ’ αυτήν την μορφή μόνο σ’ ένα bootleg.
Η πιο γνωστή ιστορία για το “Beth” είναι αυτή που για χρόνια έλεγε ο Criss. Ότι το κομμάτι είχε μεν γραφτεί πιο παλιά, για μια άλλη γυναίκα, αλλά ότι στην πορεία άλλαξε τους στίχους του ο ίδιος, για να το αφιερώσει, με αγάπη (ξερνάω), στην σύζυγό του, πρώην Playmate, Lydia di Leonardo. Χώρισαν το ’79, τρία χρόνια μετά την κυκλοφορία του “Beth” και ο Criss παντρεύτηκε άλλες δύο φορές.
Και είναι λογικό αυτή η εκδοχή να είναι η πιο διαδεδομένη, γιατί ο Criss ήταν ο διάσημος (ο γατάνθρωπος) της υπόθεσης και ο Penridge ήταν ο κακομοίρης που σκέφτηκε μια ωραία μελωδία κάποτε και μετά την είδε να γίνεται παγκόσμιο hit και να βουρκώνει τα μάτια εκατομμυρίων κοριτσιών (και αγοριών) ανά τον κόσμο, αλλά να πιστώνεται σε κάποιον άλλον. Μέχρι που πέθανε, το 2001. Με μια δικαστική διαμάχη να έχει ξεκινήσει από την προηγούμενη χρονιά κόντρα στους Kiss (από το 1976 που η μπάντα τον κάλεσε για να ξαναδουλέψει στο “Beth” που θα έβαζε στο άλμπουμ της “Destroyer”, μέχρι το 1984, έγραψε αρκετά κομμάτια γι’ αυτούς), για μη αποδοθέντα κέρδη από πνευματικά δικαιώματα, όσοι γνώριζαν την ιστορία του κομματιού, ένιωσαν δίκαιο να την κάνουν γνωστή στον κόσμο, εξηγώντας ότι όλα ξεκίνησαν από μια πλάκα και ότι ο Penridge είχε ίσο μερίδιο στην συγγραφή με τον Criss...
Το καλύτερο απ’ όλα είναι ότι το “Beth” δεν το ήθελε ούτε ο Gene Simmons, ούτε ο Paul Stanley στο “Destroyer”. Και είναι προφανές το γιατί. Ο λόγος που έκανα και το αστείο με το ποιο είναι το κορυφαίο κομμάτι των Kiss στην αρχή (που ισχύει βέβαια!) είναι ότι το “Beth” είναι τόσο αλλιώτικο από τη μουσική της μπάντας, ειδικά στα μέσα των ‘70s που έγραφαν και ωραίες, βρώμικες ροκιές, σαν το “Strutter”, το “Do You Love Me?” ή το “Detroit, Rock City”, που ακούγεται σαν ξένο σώμα. Αλλά ο τότε μάνατζέρ τους, Bill Aucoin, τούς ζητούσε ένα τραγούδι που να μπορεί να κάνει σουξέ στο ραδιόφωνο. Kι όταν ο Criss τού πρότεινε μεταξύ σοβαρού και αστείου του «Beck What Can I Do?», επέμεινε να βρουν τρόπο να το χώσουν μέσα στο “Destroyer”. Δεν το λες και κακή συμβουλή τελικά, ε Gene;
Η ιστορία του “Beth” δεν τελειώνει εδώ. Και κουβαλάει πάνω της κι άλλο θάνατο. Έτσι, για να φορτίζεται ακόμη περισσότερο συναισθηματικά και να σε αναγκάζει με το ζόρι να βουρκώνεις, ακόμη κι αν δεν σε συμμερίζεσαι τον πόνο της κυρίας που τηλεφωνεί στον σύζυγο στο προβάδικο, ακόμη κι αν δεν σε συγκινεί το δράμα του άτυχου μουσικού που, αφού τού πήραν το κομμάτι, μετά δεν τού πλήρωναν τα χρωστούμενα.
Το 1988, στο “Smashes, Thrashes & Hits”, το πασίγνωστο πρώτο Best Of των Kiss, o Peter Criss ήταν παρελθόν από την μπάντα (είχε αποχωρήσει το 1980 –ίσως τού έπεσε βαρύς ο χωρισμός από την Playmate…). Στο “Destroyer”, το “Beth” το τραγουδούσε εκείνος. Και μπορεί τα ντραμς να ακούγονται όλα ίδια –ένα ντάπα ντούπα στο φόντο-, αλλά οι φωνές είναι πολύ χαρακτηριστικές. Και οι Kiss δεν ήθελαν ο κόσμος να αναρωτιέται ποιος είναι αυτός ο άγνωστος στα φωνητικά. Οπότε είπαν να ξαναηχογραφήσουν το “Beth”, ειδικά για το Best Of. Αλλά για κάποιον αλλόκοτο λόγο δεν τραγούδησε το κομμάτι ο Paul Stanley. Ίσως γιατί η φωνή του νέου τους ντράμερ, του Eric Carr, ήταν ακόμη πιο ταιριαστή στο στυλ του κομματιού. Η πιο γνωστή εκδοχή του “Beth” είναι αυτή με τα φωνητικά του Carr, η εκδοχή του 1988. Τρία χρόνια αργότερα, ο ερμηνευτής της πέθανε από καρκίνο.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
2 Μαΐ 2012
Το πρώτο μου άλμπουμ
Το 1986 ήμουν 11 ετών. Ό,τι ήξερα για τη μουσική το μάθαινα στην εβδομαδιαία μου συνάντηση με τον Γιώργο Γκούτη στο «Μουσικόραμα». Δηλαδή ό,τι δεν διέθετε βίντεο κλιπ, απλά δεν υπήρχε για μένα. Και το 1986 ο Peter Gabriel έφτιαξε ένα από τα τελειότερα βίντεο κλιπ όλων των εποχών, για το “Sledgehammer”. Μέχρι τον “So” αγόραζα (μου αγόραζαν, δηλαδή, τον Δεκαπενταύγουστο που ήταν η γιορτή μου, το Πάσχα ή τα Χριστούγεννα), συλλογές με «τα χιτ της εποχής». Aλλά το “Sledgehammer” δεν ήταν italodisco ή europop, δεν θα χωρούσε σε καμία συλλογή από αυτές που διαφημίζονταν μετά μανίας στην τηλεόραση, οπότε αναγκάστηκα να ζητήσω από τον μπαμπά μου λεφτά για να αγοράσω το πρώτο μου άλμπουμ.
Και ναι, το πρώτο μου άλμπουμ καθόρισε σε πολύ μεγάλο βαθμό τη σχέση μου με τη μουσική. Όχι γιατί το ποπίζον prog-rock (και το μπόλικο ethnic του) του έγινε το είδος που με στιγμάτισε και με μεγάλωσε (καμία σχέση). Αλλά γιατί από την τρυφερή κιόλας ηλικία του παιδιού της ΣΤ’ Δημοτικού βρέθηκα μπροστά στα συντρίμια της πεποίθησης ότι μουσική είναι όλα αυτά που έβλεπα στην τηλεόραση, ο Michael Cretu, o Baltimora και ο Κώστας Χαριτοδιπλωμένος. Εντάξει, είχα την τύχη το πρώτο μου άλμπουμ να είναι και ένα αριστούργημα για το είδος του (ακόμη ανατριχιάζω με το «Don’t Give Up» και, ναι, την Kate Bush τότε την πρωτογνώρισα, αλλά ο έρωτάς μας κρατάει μέχρι τώρα / ακόμη συγκλονίζομαι με το βάθος του “In Your Eyes” / ακόμη θυμάμαι μία ιστορία για κάθε ένα από τα 9 μεγαλειώδη κομμάτια του “So”).
Aπό τα Χριστούγεννα του ’86 λοιπόν και μετά, ήξερα ότι δεν θα στέκομαι ποτέ στην πρώτη εικόνα (όσο μεγάλα βυζιά κι αν είχε η Samantha Fox, δηλαδή) και ότι θα ψάχνω τα ακούσματά μου πολύ περισσότερο. Άρχισα να ασχολούμαι με το υπέροχο αυτό πράγμα που (ανακάλυπτα ότι) είναι η μουσική, να διαβάζω περιοδικά και δύο-τρία χρόνια αργότερα προσχώρησα με μεγάλη χαρά στην πιο φιλόξενη κοινότητα εναλλακτικών ακουσμάτων που μπορούσε να βρει ένας έφηβος εκείνη την εποχή. Ναι, ο Peter Gabriel ήταν η αιτία που το 1989 είχα μεταμορφωθεί σε έναν κανονικό χεβιμεταλά και που το 1990 έπαιζα κιθάρα σε μια Flying V για την μπάντα «The Overloaded».
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
1 Μαΐ 2012
Χάι Λάιφ. Γκετ Γουέλ Σουν. Τάιγκερ.
Δεν ήξερα τι εστί Passport στον Πειραιά. Για να είμαι ειλικρινής δεν ήξερα καν τι εστί Πλατεία Κοραή στον Πειραιά (αν κατάλαβα καλά, είναι το αντίστοιχο της Πλατείας Συντάγματος για την Αθήνα –αν δεν είναι, φίλοι Γαύροι, ζητώ ταπεινή συγγνώμη). Η αλήθεια είναι ότι όταν διάβασα ότι οι Get Well Soon (ο τιτανοτεράστιος Konstantin Gropper, δηλαδή, και οι 5 μουσικοί που τον συνοδεύουν στην περιοδεία του) παίζουν κάπου στον Πειραιά, ήμουν έτοιμος να το «κάψω».
Αλλά... τότε στο Synch που είχε πρωτοεμφανιστεί στην Ελλάδα, εγώ βολόδερνα κάπου στην Ελβετία (άλλες εποχές, δανειζόμασταν ακόμη με το spread στο 0,005% και ο κόσμος αγόραζε αβέρτα πανάκριβα ρολόγια και κάποιος έπρεπε να πηγαίνει στα manufactures στα σύνορα με την Γαλλία για να μαθαίνει πώς λειτουργεί το κάθε complication και να κάνει σωστές προτάσεις αγοράς) και μού είχε μείνει απωθημένο. Έφτασα όταν ακόμη ο φιλότιμος Logout προσπαθούσε να τιθασεύσει τα πετάλια του και να αποδώσει ένα ικανοποιητικό one man show (δύσκολο να παίζεις μόνος, καθιστός σε μια καρέκλα, όλα τα όργανα –θα τού προτείνω να αποκτήσει μια κανονική μπάντα) και ασχολήθηκα με τον χώρο. Το Passport ήταν κάποτε το σινεμά «Χάι Λάιφ» και σήμερα είναι ένας πολυχώρος τέχνης και πολιτισμού από αυτούς που χρειάζονται στην πόλη (βάζω και την Αθήνα μέσα), προσεγμένος, με πολύ καλή ακουστική, σωστό εξαερισμό κλπ. Στην σάλα των συναυλιών πρέπει να χωράει στριμωγμένα μια χιλιάδα ανθρώπων.
Για τους Get Well Soon, βέβαια, δεν ήμασταν ούτε 300. Αλλά «καλός κόσμος» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, βαριέμαι να το αναλύσω). Ο Gropper (αν το έγραφε με ένα p θα ταίριαζε πιο πολύ στο εκπληκτικό του χιούμορ) έσκασε με μια φράντζα α λα Bryan Ferry, η οποία σύντομα ξεκόλλησε, λόγω του κακού προϊόντος μαλλιού που χρησιμοποιεί και άρχισε να του ταλαιπωρεί κούτελο και μάτια, ντυμένος gentlemanly (three pieces suit, χωρίς το σακάκι, ας πούμε) και με τους πέντε εξαιρετικούς μουσικούς που τον βοηθούν να δείχνουν σε μεγάλη φόρμα.
Αλλά το «μεγάλη φόρμα» για ένα γκρουπ σαν τους Get Well Soon που παίζουν αυτό το (κράτα αναπνοή) chamber-pop-indie-folk-electo-classical-baroque-gypsy πράγμα που είναι η μουσική που γράφει ο Gropper, σημαίνει να αποδίδει τον κάθε ήχο σωστά, χωρίς να καπελώνει τους άλλους. Και αυτό μπορεί μεν να είναι επίτευγμα, αλλά η μπάντα δεν διαθέτει αυτό που λέμε «συναυλιακά» κομμάτια (εντάξει, διαθέτει τρία – τέσσερα όλα κι όλα). Οπότε η περφορμάνς της ταιριάζει περισσότερο ίσως σ’ ένα χώρο σαν το Μέγαρο Μουσικής μ’ ένα κοινό που δεν κοπανιέται και δεν καπνίζει αρειμανίως, αλλά κάθεται στην βελούδινη πολυθρόνα του και, προσηλωμένο, προσπαθεί να συλλάβει κάθε layer, κάθε νότα, από κάθε όργανο, χωρίς την ίδια ώρα να «χάνει» και το λεπτό, πικρό χιούμορ της στιχουργίας του Γερμανού μεγαλοφυούς αυτού μουσικού.
Ή (γιατί πάντα υπάρχει ένα ή...) σ’ ένα παρακμιακό σκηνικό, κάτι σαν το αθηναϊκό Faust, στο τέλος μιας εξαιρετικά μεθυσμένης βραδιάς, να χτίζουν το soundtrack της παράτασης της απόλαυσης της ζωής σου. Το είπα λίγο μπερδεμένα και συγγνώμη, θα ξαναπροσπαθήσω: Οι Get Well Soon παίζουν τόσο κινηματογραφική μουσική, μπλέκοντας τόσο ιδιότροπα τα διάφορα είδη και τα διάφορα όργανα, και την αποδίδουν ζωντανά τόσο προσεκτικά, σαν να προσπαθούν να μην σε ενοχλήσουν, που θα ήταν το ιδανικό ηχητικό φόντο για μια από αυτές τις νύχτες που όλα σού πάνε τέλεια και θέλεις ένα ακόμη διωράκι (γιατί δεν είσαι και αχάριστος) να την απολαύσεις κι άλλο λίγο, πριν γυρίσεις στην ρουτίνα σου. Ε, αυτό το διωράκι -τόση ώρα περίπου έπαιξαν στο Passport- αν έφευγε από έναν «χώρο τέχνης και πολιτισμού» και μεταφερόταν σ’ ένα χώρο ακολασίας, παρακμής, τέλους του κόσμου και άπειρου αλκοόλ για να ξεχάσεις ότι όντως έρχεται το τέλος του κόσμου (ή αν μεταφερόταν στη μεγάλη σάλα του Τιτανικού μισή ωρίτσα πριν το καράβι σκάσει πάνω στο παγόβουνο), θα έκανε αν μη τι άλλο αξέχαστη την εμφάνισή τους...
Και για δωράκι, το νέο κομμάτι των Get Well Soon "Courage, Tiger" σε παγκόσμια πρώτη, στη συναυλία τους στον Πειραιά την Παρασκευή 27.04.2012:
28 Απρ 2012
10 μπάντες που περνάνε καλά στο στούντιο και αυτό βγαίνει στο κοινό
Με αφορμή το ξέφρενο πανηγύρι που έχουν στήσει στο τελευταίο τους άλμπουμ οι Foxy Shazam, μια (εντελώς υποκειμενική) λίστα συγκροτημάτων που μάλλον το γλεντάνε (ή γλεντούσαν) γερά στο στούντιο.
TNT
Η απόλυτη μπάντα του hair metal προσγειώθηκε στη Γη από τον πλανήτη Άρη (άλλοι λένε από τη Νορβηγία) στις αρχές των ‘80s. Ελάχιστοι την θυμούνται πια, αλλά όσοι το κάνουν, συχνά την χρησιμοποιούν σαν μουσικό Prozac τις δύσκολες ημέρες.
Tenacious D
Είναι το συγκρότημα του Τζακ Μπλακ. Τι άλλο επιχείρημα θες;
Lynyrd Skynyrd
Θα έφτανε και μόνο του το “Sweet Home Alabama” για να σε πείσει πως οι southern rockers απ’ το Τζάκσονβιλ έκαναν πάρτυ κάθε φορά που έμπαιναν στο στούντιο (και, εννοείται, όποτε έβγαιναν στην σκηνή). Αλλά το redneck – feelgood στυλ τους απλώνει χαμόγελα ακόμη και στις μπαλάντες τους.
Vampire Weekend
Αποπροσανατολιστικό το όνομα, αλλά οι πρώτες κιόλας νότες με τις αφρικανικές επιρροές τους σε πείθουν ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με goth δρακουλάκια, αλλά με κουλ τυπάκια που πιθανότατα ηχογραφούν τα τραγούδια τους ντυμένοι με την στολή της εθνικής ποδοσφαίρου του Μάλι (ή του Καμερούν, όλες αυτές έχουν το κίτρινο, το πράσινο και το κόκκινο μαζί, στην ίδια εμφάνιση!)
Slade
Εντάξει, δεν χρειάζεται και πολύς σχολιασμός εδώ. Τα πουλάκια στην αρχή της ηχογράφησης αρκούν.
Scissor Sisters
Gay με κάθε πιθανή έννοια της λέξης. Παίζουν αυτήν την ηδονιστική, ξέγνοιαστη, αυτοσαρκαστική ποπ που θα ήθελες να είναι είναι τσιχλόυφουσκα που να μη χάνει ποτέ τη γεύση της και να τη μασάς (και να κάνεις φούσκες) όλη μέρα.
Manowar
Nομίζω ότι όλοι μας έχουμε την υποψία ότι απλά δεν γίνεται να παίρνουν τους εαυτούς τους στα σοβαρά! (Άκου οπωσδήποτε το κομμάτι που ακολουθεί. Το ηχογράφησαν ως «χριστουγεννιάτικο δώρο στους πιστούς τους φίλους» και το διέθεσαν δωρεάν από το site τους).
Foxy Shazam
Η αφορμή γι’ αυτήν εδώ την λίστα. Είναι τόσο ακομπλεξάριστοι που στην πιο σοφιστικέ εποχή του indie rock, αυτοί συνεχίζουν την δική τους, ανεξάρτητη, ροζ πουά πορεία, αδιαφορώντας για το πόσο στα σοβαρά τους παίρνουν οι υπόλοιποι. Δηλαδή μέχρι που έφτασαν στο σημείο να τιτλοφορήσουν το τελευταίο τους άλμπουμ “Church Of Rock n’ Roll”.
Κονιτοπουλαίοι
Χωρίς σχόλιο
Queen
Το απόλυτο σημείο αναφοράς. Τέσσερις χαρισματικοί μουσικοί έμπαιναν επί είκοσι χρόνια στο στούντιο και πετούσαν στα πιάνα, τις κιθάρες, τα μπάσα και τα ντραμς τους ό,τι κατέβαινε στο κεφάλι του καθενός, για να το έχουν μεταμορφώσει σε κανονικό τραγούδι στο τέλος της ημέρας. Η μεγαλύτερη πηγή ανατριχίλας που έχει ποτέ ηχογραφηθεί ποτέ (και που πολλαπλασιαζόταν στη νιοστή, όταν το γκρουπ εμφανιζόταν live).
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
Θες να πεθάνω με τον πιο φρικτό τρόπο. Σύμφωνοι. Αλλά ποιός, στο καλό, είσαι;
![]() |
Η τσάντα. Ή η γάτα... |
Μια απίθανη ιστορία τρολαρίσματος, ανώνυμων απειλών και παντελούς έλλειψης προστασίας προσωπικών δεδομένων και ιδιωτικότητας στο Internet.
Η Ολλανδή Tinkebell έχει ένα blog. Αλλά, κυρίως, είναι μια καλλιτέχνις. Από αυτές που προκαλούν. Και μια μέρα πήγε και δημοσίευσε στο blog της την φωτογραφία μιας τσάντας. Έγραψε ότι την έφτιαξε από τη γούνα της αγαπημένης της γάτας. Η οποία γάτα είχε κατάθλιψη και η καλλιτέχνις δεν ήθελε να την αφήνει μόνη στο σπίτι. Περιέγραψε πώς τής έσπασε το λαιμό και την μετέτρεψε σε τσάντα, έτσι ώστε να την έχει για πάντα μαζί της και να διώξει την κατάθλιψή της μακριά...
Το «έργο τέχνης» αυτό είχε σκοπό να σαρκάσει την υποκρισία μας. Μια κοινωνία που τρέφεται και ντύνεται από ζώα, ζώα που δεν βλέπει ποτέ, που απολαμβάνει τον θάνατο των ζώων σχεδόν κάθε στιγμή και που διατηρεί και κατοικίδια, αλλά όταν κάτι τρέχει με αυτά, τα πηγαίνει σε ειδικούς για να τους κάνουν «ευθανασία» είναι ακριβώς το είδος της κοινωνίας που η Tinkebell γουστάρει να προβοκάρει. Αυτό που ακολούθησε όμως ήταν ένα ιντερνετικό φαινόμενο.
Όπως είναι λογικό, το post στο blog της και το προσωπικό της e-mail έγιναν σύντομα υποδοχείς μηνυμάτων μίσους. Πολλών. Χιλιάδων. 100.000 σε τέσσερα χρόνια, δηλαδή. Chain mails έκαναν τον γύρο του Internet για καιρό, μιλώντας για μια άρρωστη γυναίκα που δολοφόνησε μια γάτα. Και που πρέπει να θανατωθεί γι’ αυτό. Φράσεις όπως «σε μισώ», «θέλω να πεθάνεις», «σού αξίζει να σαπίσεις στην κόλαση» έγιναν η καθημερινότητα της Tinkebell για μεγάλο διάστημα. Η καλλιτέχνις συνειδητοποίησε πως η ανωνυμία του Internet κάνει πολύ πιο εύκολο για οποιονδήποτε να εκστομίσει μια ακραία φράση. Άνθρωποι που ποτέ δεν θα τής έλεγαν «θέλω να πεθάνεις με τον πιο φρικτό τρόπο» κατάμουτρα, δεν δίσταζαν να τής το γράψουν σε ένα σχόλιο στο blog και να προσκαλέσουν κι άλλους σ’ αυτό το λεκτικό lynch mob.
Η Tinkebell, όμως, συνειδητοποίησε και κάτι άλλο, ακόμη πιο εντυπωσιακό. Στην πλειονότητά τους όλοι αυτοί που την έβριζαν ανώνυμα, δεν είχαν καταλάβει ότι δεν το έκαναν ακριβώς... ανώνυμα. Οι διευθύνσεις των e-mails φαίνονται στον διαχειριστή του blog της Tinkebell και τα direct e-mails προφανώς και είχαν και διεύθυνση αποστολέα. Το επόμενο καλλιτεχνικό βήμα της Ολλανδής προβοκατόρισσας ήταν να φτιάξει ένα βιβλίο. Όπου περιέλαβε όλα τα hate mails. Και επειδή δεν ήθελε να κάνει κλοπή πνευματικών δικαιωμάτων, έβαλε μια δημοσιογράφο να ψάξει επί ένα χρόνο λεπτομέρειες για όσους τής τα έστειλαν.
Στο βιβλίο της δημοσιεύονται τα μηνύματα μίσους και μαζί και οι φωτογραφίες των αποστολέων τους (γλυκά κοριτσάκια στην πλειονότητά τους) στο Facebook, wish lists από το Amazon, διάφορα άλλα προσωπικά δεδομένα που οι δύο Ολλανδές μπόρεσαν πολύ εύκολα να βρουν με ένα απλό γκουγκλάρισμα. Όπως γράφει η ίδια η Tinkebell στον Guardian: «Η δημοσίευση των στοιχείων τους ήταν ένας τρόπος να τούς φέρω αντιμέτωπους με την πραγματικότητα. Με ήθελαν νεκρή, αλλά ποιοι ήταν; Και επίσης έθεσε στο τραπέζι το ζήτημα της ανωνυμίας στο Internet –κάτι που οι περισσότεροι λαμβάνουν ως δεδομένο». Εννοείται ότι το κείμενό της στον Guardian όπου εξηγούσε όλα τα παραπάνω αντιμετωπίστηκε σαν ένα ακόμη τρολάρισμα, και στα σχόλια έχουν ήδη ξεκινήσει να την βρίζουν. Επωνύμως πια...
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
27 Απρ 2012
Το ξυπνητήρι απ' το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς
Ψυχρός πόλεμος, hacking, φουτουρισμός, ασύρματα δίκτυα, τεμπελιά, δημιουργικότητα και το πιο συναρπαστικό πράγμα που μπορείς να κάνεις στην κρεβατοκάμαρά σου (μετά το σεξ): όλα μαζί μπλέκονται στο αλλοπρόσαλο αυτό gadget που ακούει στο όνομα Nixie Ramos και που θα μπορείς να το αγοράσεις έναντι ακριβού αντιτίμου από το προσεχές φθινόπωρο. Πόσο; Κοντά στα 270 ευρώ, στο λέμε από νωρίς για να σού φύγει η απορία και να μπορέσεις να συγκεντρωθείς στο σύνθετο της εξίσωσης του τι ακριβώς είναι αυτό το πράγμα.
Από το όνομά του μπορείς να βγάλεις κάποια συμπεράσματα. Δεν ξέρω ποιος ακριβώς είναι ο Ramos (πιθανότατα ο σχεδιαστής του), αλλά οι σωλήνες nixie (λατρεμένα μου geeks, συγχωρέστε με αν το λέω λάθος, αν υπάρχει κάποια άλλη, ελληνική ορολογία, έψαξα πάρα πολύ και όλοι «σωλήνες nixie» ή σκέτο «nixies» το λέγανε!) είναι μια ηλεκτρονική συσκευή για να γράφεις νούμερα. Παλιά, έτσι; Δηλαδή, στον Ψυχρό Πόλεμο. Το έκαναν στην Αγγλία (προ Gary Oldman/Σμάιλι, μιλάμε για τα 60s τώρα), το έκαναν και στην Σοβιετική Ένωση. Ειδικά εκεί. Προσπαθώ να θυμηθώ αν έχουμε πετύχει κανα τέτοιο μετρητή σε κάποιον από τους πρώτους James Bond, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω τους κατασκευαστές του Nixie Ramos που ισχυρίζονται όχι χρησιμοποιούν nixies που προορίζονταν για ρωσικά τανκς και MIG της δεκαετίας του ’60 - ουάου.
Το φοβερό είναι ότι όλη αυτή η βουτιά στο προ πεντηκονταετίας σύμπαν μοιάζει περισσότερο με εκτόξευση στο μέλλον. Επιστροφή στο μέλλον, που θα έλεγε και ο Michael J. Fox. Γιατί; Πρώτον, γιατί η γενιά μας έχει τόση άγνοια αυτών των καθοδικών σωλήνων – λαμπών που ήξεραν από αριθμητική, ώστε στην πρώτη ματιά το ρολόι της φωτογραφίας να φαντάζει τρελή meta-LED γκατζετιά. Δεύτερον, γιατί περισσότερο κι απ’ τον κουλό τρόπο που το Nixie Ramos λέει την ώρα, θα σε τρελάνει ο τρόπος που κλείνει το ξυπνητήρι του, όταν αρχίσει να βαράει το λεπτό που τού έχεις πει να σε ξυπνήσει. Πρέπει να σηκωθείς και να πας σε ένα άλλο δωμάτιο για να πατήσεις τον κωδικό σε ένα ασύρματο πληκτρολόγιο που επικοινωνεί με την κεντρική μονάδα και την απενεργοποιεί. Αν φέρεις το πληκτρολόγιο πολύ κοντά, απλά δεν θα λειτουργεί. Αν δεν το κατάλαβες, αυτό το ξυπνητήρι δεν θα το βουλώσει αν δεν ξυπνήσεις πραγματικά. Οπότε, καλύτερα βάλε το πληκτρολόγιο δίπλα στην εσπρεσιέρα ή δίπλα στο ντους.
Τι δουλειά έχει αυτό το gadget τώρα εδώ; Το σκέφτηκα κάπως έτσι: Αφού για τα επόμενα 8, 15, 22 χρόνια (πότε είπαμε θα βγούμε από την κρίση;) θα πρέπει να ξυπνάμε νωρίς νωρίς και να δουλεύουμε μέχρι αργά το βράδυ, τουλάχιστον ας το κάνουμε με στυλ. Μια επένδυση της τάξης των 270 ευρώ δεν θα είναι και τόσο φοβερή σε 8, 15, 22 χρόνια που θα στέκεται ακόμη εκεί, δίπλα στο κρεβάτι μας, και θα διατηρεί την ρετροφουτουριστική της κοψιά, ένα απολίθωμα του παρελθόντος και την ίδια ώρα ένα όνειρο από το μέλλον, μια θολούρα γενική, δηλαδή, όπως ολόκληρη η ζωή μας. Θα μας έχει συνοδέψει στα πιο άγρια χρόνια και όταν πια ο εφιάλτης θα έχει λήξει και θα έχουμε και πάλι την δυνατότητα να χαλάσουμε δύο χιλιάδες ευρώ για το πιο τέλειο ρολόι δανέζικου ντιζάιν και αρειανής τεχνολογίας, θα μπορούμε σε μία τελετή σφυροκόπησης να πούμε «αντίο» στο παλιό μας ξυπνητήρι και να επιστρέψουμε μια και καλή στο... παρελθόν της αθώας ευδαιμονίας μας. Αν συμφωνείς με όσα λέω (ή αν απλά σού αρέσει τόσο πολύ που θα θες να φας ολόκληρο το επίδομα του ΟΑΕΔ χωρίς δεύτερη σκέψη), θα το βρεις εδώ.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
25 Απρ 2012
Δηλαδή, τώρα σοβαρά: Σού αρέσει τόσο πολύ η Rihanna;
Για χάρη του Elle, η Rihanna από τα Barbados ταξιδεύει λίγο πιο βορειοδυτικά, στην Κούβα, και γυρίζει ένα βιντεάκι που βάζει τα πράγματα στη θέση τους.
Δες το παραπάνω βίντεο. Και πάρε την τελική σου απόφαση. Δηλαδή αυτήν την γυναίκα την ποθείς; Και σκέψου ότι στο έχω κάνει εύκολο, δίνοντάς σου μια από τις πιο "καλλιτεχνικές" της εμφανίσεις (κι όχι εκείνα τα εμετικά βίντεο κλιπ με τα χιλιάδες φλούο χρώματα και τα γλοιώδη S&Μ υπονοούμενα).
Ακόμη και σ' αυτήν, την κορυφαία της στιγμή κυριλοσύνης στην καριέρα της (Elle είναι αυτό, πόσο πιο χαμηλά να πάει;), το ύψιστο επίπεδο στο οποίο μπορεί να ανεβεί είναι μιας φθηνής κουβανής βίζιτας, που τρίβεται στα παράθυρα βρωμερών μοτέλ και ντύνεται με πλεκτές φούστες χοντρής πλέξης, μην τυχόν και δεν φανεί το εσώρουχο, μπας και προλάβει ν' αρπάξει τον θλιβερό Αγγλάρα τουρίστα πριν προλάβει καμμιά άλλη της ίδιας συνομοταξίας.
Μην πας ν' αντιτάξεις το συνηθισμένο "δηλαδή εσύ δεν θα πήγαινες μαζί της;", γιατί ξέρεις ότι η απάντηση "ναι" πιάνει πάνω από το μισό του θηλυκού πληθυσμού του πλανήτη. Εδώ δεν είναι θέμα "ναι" ή "όχι", είναι θέμα hype και "μας τά 'χετε κάνει τσουρέκια πια με την Rihanna". Τόσες και τόσες γυναίκες υπάρχουν τριγύρω για να την συγκρίνεις, την showbiz να πάρεις μόνο, θα βρεις τουλάχιστον τρεις ανώτερες κατηγορίες θηλυκών. Αν συγκινείσαι τόσο πολύ από τα δικά της θέλγητρα, τότε πες το ξεκάθαρα, να σε κατατάξω κι εγώ στο ίδιο επίπεδο με τον Αγγλάρα τουρίστα που πάει στην Κούβα "για να περάσει καλά".
(Γράφτηκε για το Men's Guide)
Κι όμως, οι Shearwater μπορούν και καλύτερα απ’ ότι τα καταφέρνουν στα άλμπουμ!
- Λοιπόν, σάς αρέσει όντως η μπάλα ή απλά βγήκατε έξω αφού κανείς δεν έμπαινε μέσα;
- Όχι, ωραία είναι. Στην Αμερική δεν πολυδείχνει ποδόσφαιρο η τηλεόραση, αλλά όποτε βάζει, βλέπω. Πιτσιρικάς έπαιζα μπάλα, ξέρεις.
Η ώρα είναι έντεκα παρά τέταρτο, η συναυλία έπρεπε να έχει ξεκινήσει από τις εννιάμισι, αλλά όλοι είναι έξω και βλέπουν την Ρεάλ Μαδρίτης να κερδίζει για πρώτη φορά τα τελευταία πέντε χρόνια την Μπαρτσελόνα στο Καμπ Νου. Κι όταν λέμε όλοι, εννοούμε όλοι. Και οι Shearwater, δηλαδή, με των οποίων τον μπασίστα Christian Meider (όχι ακριβώς δικό τους μπασίστα, δηλαδή, δανεικό από τους Brass Bed τον είχαν πάρει για την ευρωπαϊκή τους τουρνέ που ολοκληρώθηκε το Σάββατο με την συναυλία στην Αθήνα) έχω πιάσει την κουβέντα κάτω από ένα δέντρο, προσπαθώντας κι οι δύο να κλέψουμε μια μακρινή ματιά στη γιγαντοοθόνη που δείχνει το ματς.
Τα «Δύο Περιστέρια», το καφενείο δίπλα στο ΑΝ Club, είναι κατάμεστα. Ο κόσμος είναι ένα αλλόκοτο μείγμα: Από φαν των Shearwater που όταν είδαν ότι ο καφετζής δείχνει το ματς κατσικώθηκαν εκεί και στην ουσία όρισαν ως νέα ώρα έναρξης της συναυλίας το τελευταίο σφύριγμα του διαιτητή (και οι οποίοι κατά 90% υποστηρίζουν Μπαρτσελόνα). Από τους συνήθεις θαμώνες του καφενείου που περιμένουν το φινάλε για να ανεβούν πιο πάνω στην πλατεία γιατί ακολουθεί μια «αντικαθεστωτική» συναυλία των Deux Ex Machina (και που υποστηρίζουν κατά 100% Μπαρτσελόνα). Και από μια μεγάλη παρέα πιτσιρικάδων από την Ισπανία που προφανώς έχουν έλθει στην Αθήνα για Erasmus (και που οι περισσότεροι είναι από την Μαδρίτη και ουρλιάζουν σαν τρελλοί σε κάθε γκολ της Ρεάλ, κερδίζοντας τη μάχη της κερκίδας).
Και σε μια γωνία κάτι Τεξανοί, αυτοί που σε λίγο θα είναι οι σταρ της βραδιάς, να σχολιάζουν αυτήν την διαπολιτισμική ένωση κάτω από ένα τεντόπανο, μια ευχάριστη ανοιξιάτικη βραδιά. “Shearwater” σημαίνει «θαλασσοπούλι» και η τοποθεσία του όλου σκηνικού που είναι τα «Δύο Περιστέρια» μού προκαλεί ένα ελαφρό μειδίαμα. Πριν προλάβω να μοιραστώ την σκέψη μου μαζί τους, το ματς λήγει, ο Jonathan Meiburg βγάζει τα γυαλιά της μυωπίας και τρέχει προς την σκάλα του ΑΝ, ο κόσμος σηκώνεται από το καφενείο, δημιουργείται μια ουρά, ο Christian και ο ηχολήπτης της μπάντας περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους για να μπουν. Πίσω από τον κόσμο που έχει πάει για να τους ακούσει...
Στο υπόγειο της οδού Σολωμού η ατμόσφαιρα δεν είναι αποπνικτική ως συνήθως. Δεν έχει πάνω από 300 άτομα κοινό και οι Shearwater δεν είναι από τις μπάντες που θα προκαλέσουν πανικό και ασφυξία από κάτω, λόγω headbanging και slamdancing (όπως, ας πούμε, οι Overkill που θα παίξουν σε λίγες ημέρες –και που μού προκαλούν κι άλλο μειδίαμα λόγω του λογοπαιγνίου με το Okkervil River, το όνομα της μπάντας, της οποίας οι Shearwater υπήρξαν κάποτε side project). Το απίστευτο όμως είναι ότι σε λίγη ώρα είναι ο ίδιος ο Meiburg και η παρέα του που κοπανιούνται με head banging στην σκηνή. Ναι, με αυτή τη μουσική. Ναι, με τα δικά τους τραγούδια.
Shearwater - Hail, Mary (Jonathan Meiburg solo live act in Athens)
Η συναυλία είναι εξαιρετική. Ή, τουλάχιστον, έτσι νιώθω εγώ και το συμπαθές μου @hlektronio που μού λέει εκστασιασμένη «μάς έχουν φύγει τα σαγόνια». Ένας άλλος κύριος, βέβαια, σχολιάζει «είναι η πιο βαρετή συναυλία που έχω πάει τα τελευταία χρόνια». Χαμογελώ. Τον κοιτάζω προσεκτικά. Πρέπει να είναι κάποιος φίλος του ιδιοκτήτη του ΑΝ, που κατέβηκε να πιει το ποτό του και να δει «ποιοι παίζουν σήμερα». Και, ναι, οι Shearwater δεν έχουν καμμία σχέση με τον συνήθη πανκ ή μέταλ χαμό που γίνεται στο μαγαζί. Αλλά για εμάς, τους φαν τους, η ενεργητικότητά τους πάνω στην σκηνή είναι μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Η εσωστρεφής, αργόσυρτη δισκογραφία τους κόβεται και ράβεται σε σύντομα, ανθεμικά κομμάτια για την σκηνή, χάρη και στα άψογα ντραμς του Thor Harris, ο ήχος είναι εξαιρετικός (παίζει ρόλο και ο Lucas Oswald των Minus Story που κάθεται πίσω αριστερά από την υπόλοιπη μπάντα και χειρίζεται ένα «μαγικό κουτί» που τον γεμίζει με τα πνευστά και τα έγχορδα που λείπουν...), η ροή άψογη. Τραγουδούν κομμάτια από τα τρία τελευταία τους άλμπουμ αποκλειστικά (αν πρόσεξα καλά, μόνο το solo act του Meiburg, με το οποίο ξεκινάει το encore είναι από το πιο παλιό “Palo Santo”, συγκεκριμένα είναι το “Hail, Mary”). To φετινό “Animal Joy” είναι η αλήθεια ότι περιέχει τις πιο συναυλιακές συνθέσεις του Meiburg ever, αλλά δεν σταματούν εκεί. Είναι η τελευταία βραδιά του ταξιδιού τους στην Ευρώπη και θέλουν να το διασκεδάσουν. Η συναυλία διαρκεί λίγο πάνω από μιάμιση ώρα, αλλά πρέπει να έχουν παίξει είκοσι-εικοσιπέντε κομμάτια και μοιάζει να διήρκεσε πολύ περισσότερο.
Το σόου κλέβει βέβαια ο Jonathan Meiburg. Αυτή η βαθιά φωνή, αυτό το υπέροχο φαλτσέτο, είναι άψογα από το πρώτο δευτερόλεπτο –δεν μπορώ να φανταστώ τι προθέρμανση έκανε πριν βγει να δει το ματς... Έχω συγκλονιστεί από το πώς μπορεί live να αποδίδει το βάθος που βγάζει και στα άλμπουμ του. Σκέψου μόνο ότι δεν τραγουδάει απλώς, αλλά παίζει και πιάνο, κιθάρα, οδηγεί την μπάντα. Κι όμως, η φωνή του δεν ραγίζει ούτε στιγμή, αυτή η κραυγή αγωνίας που ορίζει τον ήχο των Shearwater από τότε που αυτός πήρε τα ηνία της μπάντας είναι εδώ, συγκλονιστική, στεντόρεια και δονεί το ΑΝ. Αυτός ο άνθρωπος επάνω στην σκηνή σε τίποτε δεν θυμίζει το παιδί με τα γυαλάκια μυωπίας που στεκόταν πριν λίγη ώρα κάτω από ένα δέντρο, στην σκιά του Κριστιάνο Ρονάλντο και του Λιονέλ Μέσι. Τώρα τα ουρλιαχτά του κοινού ακούγονται ακόμη πιο δυνατά απ’ ότι για το ματς. Και είναι όλα για χάρη του.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
24 Απρ 2012
Λόρδος Βύρων
Η τελευταία κοινή φωτογραφία του Βύρωνα Πολύδωρα με τον νυν Πρόεδρο της ΝΔ (έπρεπε να βάλει μια κοινή τους στο φυλλάδιό του, αν ήθελε να ελπίζει ότι θα επανεκλεγεί) είναι τραβηγμέη με τηλεφακό από το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία και ένα παράθυρο που ξέμεινε ανοικτό στο Κοινοβούλιο. Έρχεται από τα μαθητικά χρόνια του Αντώνη Σαμαρά (είχε πάει για να μιλήσει στην Βουλή των Εφήβων). Εκείνες τις εποχές που το να φοράει ένας σοβαρός κύριος σαν τον Βύρωνα μια γραβάτα πλάτους 15 εκατοστών, με prints διασκευές των πινάκων του Νταλί από τους εικονογράφους της Disney, ήταν chic.
(Credits στον Βασίλη Μασσέλο που ανακάλυψε τον μικρό αυτό θησαυρό)
(Credits στον Βασίλη Μασσέλο που ανακάλυψε τον μικρό αυτό θησαυρό)
Πώς θα απαλύνετε κάπως την μιζέρια της κρίσης
Τα Village Cinemas ανακοίνωσαν προχθές ότι ξαναγυρίζουν την τιμή του εισιτηρίου στα επίπεδα του 2002. Είχαν ήδη προηγηθεί πολλά συνοικιακά σινεμά. Σε μια τόσο πιεστική για την ψυχολογία μας κατάσταση, ακόμη και μια ταινία στον κινηματογράφο μπορεί να κατευνάσει λίγο την πίεση.
Σε καμμία περίπτωση αυτό το κείμενο δεν πάει να λειτουργήσει σαν κάποιου τύπου διαφήμιση. Τα Village Cinemas ήταν απλά μια αφορμή, γιατί τα γνωρίζουν και τα έχουν επισκεφθεί οι περισσότεροι. Πάνω απ' όλα θέλουμε να πούμε ότι δεν κάνετε καλό στον εαυτό σας ως άνδρας -πατέρας, σύζυγος, εραστής, φίλος, ισχύει για όλους τους ρόλους σας- να μένετε συνεχώς στο σπίτι, μπροστά στην τηλεόραση και να ρίχνετε κι άλλη φωτιά στην μιζέρια της κρίσης, βλέποντας συνεχώς νέα στοιχεία για το αδιέξοδό σας (μας) στις ειδήσεις.
Η γενική είσοδος στα Village Cinemas ήταν 8,5 ευρώ τις καθημερινές και 9,5 τα Σαββατοκύριακα. Ένας πατέρας, για να πάει τον γιό του να δουν μια ταινία το απόγευμα του Σαββάτου, θα έπρεπε να ξοδέψει τουλάχιστον 25 ευρώ (αν προσθέσετε κι ένα αναψυκτικό, λίγα ποπ κορν και την βενζίνη). Είναι λογικό σε συνθήκες "εσωτερικής υποτίμησης" ένα τέτοιο ποσό να φαντάζει σχεδόν εξωπραγματικό για τους περισσότερους. Εσωτερική υποτίμηση, λοιπόν, θα έκαναν κάποια στιγμή και τα Village. Πλέον για να πάτε να δείτε μια ταινία εκεί, θα πληρώνετε 7 ευρώ το εισιτήριο.
Και πάλι, όμως, υπάρχουν συνοικιακά σινεμά στο κέντρο που το έχουν 6 ευρώ. Υπάρχουν άλλοι κινηματογράφοι που κάποιες συγκεκριμένες ημέρες κάνουν ειδικές προσφορές. Ο Δαναός είναι ένα πρώτο παράδειγμα που μού έρχεται στο μυαλό. Κάθε Τετάρτη έχει γενική είσοδο 5 ευρώ. Στην Κηφισιά, τα Cinemax Cyta κάνουν δώρο το ένα στα δύο εισιτήρια κάθε Πέμπτη. Μην αδικώ όμως και τους υπόλοιπους επιχειρηματίες. Ψάξτε λίγο και θα δείτε ότι οι περισσότεροι έχουν βγάλει κάποιες προσφορές. Αναγκαστικά θα τους ακολουθήσουν κι οι υπόλοιποι. Μέχρι να το κάνουν, δεν έχετε λόγο να πηγαίνετε εκεί που ακόμη προσπαθούν να σας ξεζουμίσουν το πορτοφόλι. Ο κινηματογράφος θα έπρεπε να είναι μια φθηνή και εύκολη μορφή διασκέδασης, ιδανική για μια τέτοια μίζερη περίοδο. Ναι, και οι επιχειρηματίες των αιθουσών προβολής τα βγάζουν δύσκολα, αλλά αυτοί είναι οι νόμοι της ελεύθερης αγοράς. Εσωτερική υποτίμηση εμείς; Εσωτερική υποτίμηση κι αυτοί...
Πώς να επιλέξετε το σωστό εστιατόριο
Το ίδιο ισχύει -σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, μάλιστα- και στο να βγείτε να φάτε έξω ή να πιείτε ένα ποτό. Το έχετε ανάγκη, πιστέψτε με, αλλά έχετε και ανάγκη να μην πιάνεστε κορόιδο. Να νιώσετε πως σέβονται τα (λιγοστά πια) λεφτά σας αυτοί που σας ταΐζουν και σας ξεδιψούν. Το lifestyle του εστιατορίου "επίδειξης" έχει πια πεθάνει. Δεν έχετε λόγο να βγείτε για να σας δούν και να τους δείτε -και να ξοδέψετε όσο περισσότερα μπορείτε σ' ένα ακριβό κρασί, έτσι για να κάνετε το κομμάτι σας-, έχετε όμως απόλυτη ανάγκη να διασκεδάσετε το κορίτσι σας, να τα πείτε με τους φίλους σας, να κάνετε ένα τραπέζι με την οικογένειά σας. Εδώ θα χρειασθεί λίγο καλύτερη έρευνα αγοράς από μέρους σας. Ναι, οι τιμές έχουν αρχίσει να πέφτουν, αλλά πολύ συχνά έχει πέσει και η ποιότητα. Είναι στο χέρι σας να αναδείξετε όσους αξίζουν. Οι υπόλοιποι, ας ακολουθήσουν την επιμονή τους να μην καταλαβαίνουν ότι η Ελλάδα αλλάζει.
Το Πάσχα, από λάθος συνεννόηση κάθισα σε άλλη ταβέρνα από αυτήν που μου είχαν προτείνει κάποιοι γνωστοί στο νησί που πέρασα τις διακοπές μου. Μέτριο φαγητό, κακό σέρβις, μια απογοήτευση. Δεν ήταν μεγάλος ο λογαριασμός, αλλά με τα ίδια χρήματα θα έτρωγα υπέροχα, μόλις δεκαπέντε μέτρα πιο πέρα. Έφταιγα. Γιατί βιάστηκα να κάτσω στην "λάθος" ταβέρνα, χωρίς να πάρω ένα τηλέφωνο να ρωτήσω ποια από τις δύο εννοούσαν. Το γεγονός ότι η "λάθος" ταβέρνα συνεχίζει να υπάρχει δίπλα στην "σωστή" έχει να κάνει μ' αυτές τις βιασύνες, μ' αυτά τα "δεν πειράζει μωρέ", με το ότι ακόμη δεν έχουμε μάθει ούτε κι εμείς οι ίδιοι να σεβόμαστε τους τόσο χοντρά μειωμένους μισθούς μας.
Πρωινό έφαγα στο πιο τέλειο cafe του νησιού. Αλλά δεν μού έφεραν απόδειξη. Η ποιότητα των προϊόντων τους ήταν άριστη, το μέρος πανέμορφο, οι τιμές καλές. Αλλά και πάλι, είχαν τον δικό τους τρόπο να μού "κλέψουν" κάτι -και παρατήρησα ότι σε κανένα από τα γύρω τραπέζια δεν έφθανε απόδειξη ποτέ... Διαμαρτυρήθηκα. Είναι, βέβαια, άλλη κουβέντα αυτή, αλλά ένα κομμάτι του να ζητάς απόδειξη έχει να κάνει με το "ψάξε γύρω σου, ρώτα, κρίνε". Αυτή η κρίση μάς έχει γεμίσει μιζέρια, αλλά είναι και μια καλή ευκαιρία να στρώσουμε μερικά πράγματα που τα είχαμε αφήσει να πάρουν τον εντελώς στραβό δρόμο. Σε μεγαλύτερο βαθμό από όλα τα παραπάνω παραδείγματα, όσα γράφουμε εδώ ισχύουν για τα μπαρ. Αν σερβίρει μπόμπες, μην ξαναπάτε, αν διατηρεί τις τιμές στα προ τριετίας επίπεδα, μην ξαναπάτε, αν δεν κερνάει ποτέ μετά το δεύτερο - τρίτο ποτό που πίνετε εκεί, μην ξαναπάτε, αν δεν σάς κόβουν απόδειξη, μην ξαναπάτε. Αλλά όχι και να μην ξαναβγείτε έξω ποτέ. Είπαμε: το έχετε ανάγκη, ως άντρας, πατέρας, φίλος, γκόμενος, σύζυγος. Ξεχάστε την απάθεια, πάρτε το απόφαση επιτέλους ότι η κρίση θα μάς κάνει τουλάχιστον λίγο περισσότερο προσεκτικούς και υποψιασμένους και βγείτε έξω να διασκεδάσετε. Έρχεται και το καλοκαίρι, δεν λέει να μένετε όλη μέρα μόνος μέσα μπροστά στο χαζοκούτι...
(Γράφτηκε για το Men's Guide)
23 Απρ 2012
Ποιος είναι ο λόγος που οι Ισπανοί "δεν παίζονται" σήμερα στο ποδόσφαιρο;
Η Εθνική Ισπανίας είναι Πρωταθλήτρια Κόσμου και Ευρώπης. Η Μπαρτσελόνα κάτοχος του Champions League. Η Ρεάλ παίζει την καλύτερη μπάλα φέτος και οι Αθλέτικ Μπιλμπάο, Ατλέτικο Μαδρίτης και Βαλένθια διεκδικούν το Europa League. Μα τι επιτέλους συμβαίνει στην Ισπανία και έχει αφήσει τόσο πίσω όλες τις υπόλοιπες χώρες;
Μπορεί τα βλέμματα των περισσοτέρων μας να έχουν επικεντρωθεί στις αναμετρήσεις της Ρεάλ Μαδρίτης με την Μπάγερν Μονάχου και της Μπαρτσελόνα με την Τσέλσι (και στην κρυφή προσδοκία για έναν τελικό Champions League - el classico), αλλά η καλύτερη απόδειξη για την τεράστια υπεροχή της Ισπανίας στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο δεν είναι οι δύο αυτές υπερομάδες με τα υπέρογκα budgets. Δεν είναι καν η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια και Πρωταθλήτρια Ευρώπης εθνική Ισπανίας, που αποτελεί το αδιαφιλονίκητο φαβορί για το Euro 2012. Αν θέλουμε να καταλάβουμε πραγματικά γιατί η Ισπανία έχει αφήσει τόσο πίσω της τον ανταγωνισμό, θα πρέπει να κοιτάξουμε στο Europa Legue και στις δύο από τις τρεις ομάδες της που διεκδικούν εκείνο το τρόπαιο. Η Αθλέτικ Μπιλμπάο και η Βαλένθια δεν έχουν καμμία απολύτως σχέση με τις Μπαρτσελόνα και Ρεάλ Μαδρίτης, όσον αφορά στα οικονομικά τους. Όμως έχουν τεράστια, σχεδόν "συγγενική" σχέση, στο πώς αντιμετωπίζουν το άθλημα. Και εκεί κρύβεται το μυστικό μιας ολόκληρης χώρας και των χιλιάδων ποδοσφαιριστών της.
Τα παραδείγματα της Μπιλμπάο και της Βαλένθια
Όποιος έχει παρακολουθήσει φέτος την πορεία της Αθλέτικ Μπιλμπάο στο Europa League (ή και να μην την έχει παρακολουθήσει, αρκεί να έχει δει ένα από τα δύο ματς της με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ) θα έχει καταλάβει πως αυτή η ομάδα κανένα κοινό δεν έχει μ' εκείνη την σκληροτράχηλη αρμάδα που τά 'βαζε πριν πολλά πολλά χρόνια με την ΑΕΚ για το UEFA (αν θυμάμαι καλά). Σχεδόν κανένα. Γιατί η λογική του ότι παίζει μόνο με Βάσκους παίκτες, αυτή η εθνικοκεντρική φιλοσοφία που την κάνει ένα σύλλογο - μανιφέστο που διαλαλεί το εθνικιστικό κήρυγμα του λαού της για αυτονόμηση, έχει παραμείνει. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν μια ομάδα που χρησιμοποιεί ποδοσφαιριστές μόνο από μια μικρή περιοχή της Ισπανίας (και διαθέτει μόνο έναν ξένο, που κι αυτός έχει μεγαλώσει στη Χώρα των Βάσκων!) έχει καταφέρει να συγκαταλέγεται ανάμεσα στις καλύτερες του κόσμου και να διεκδικεί το δεύτερο πιο σημαντικό διασυλλογικό τρόπαιο; Η απάντηση είναι απλή: Μπορεί οι Βάσκοι να μην θέλουν ούτε να σκέπτονται τους ποδοσφαιριστές της υπόλοιπης Ισπανίας να φορούν τη φανέλα τους, αλλά έχουν προσαρμόσει απόλυτα το ποδόσφαιρό τους σ' αυτό που παίζεται στην υπόλοιπη χώρα και έχουν δουλέψει με την ίδια νοοτροπία τις ακαδημίες τους.
Και είναι τόσο ανώτερο το ποδόσφαιρο αυτό, που ακόμη και η μεινότητα των Βάσκων μπορεί να δώσει μια καλύτερη ομάδα απ' ότι τα εκατομμύρια Αράβων της Μάντσεστερ Σίτι για παράδειγμα. Το ίδιο πάνω-κάτω ισχύει και για την χρεωκοπημένη Βαλένθια -που καμμία σχέση δεν έχει με την Βαλένθια των Μεντιέτα, Κανιθάρες και Αϊμάρ προ δεκαετίας, από οικονομικής άποψης. Πριν δύο χρόνια αναγκάστηκε να δώσει τους Σίλβα, Μάτα και Βίγια, τους καλύτερούς της παίκτες δηλαδή, γιατί αλλιώς θα πτώχευε ολοκληρωτικά. Και πάλι, τα "δεύτερα" και οι ακαδημίες της Βαλένθια, αρκούν για να την φέρουν ανάμεσα στις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Γιατί πολύ απλά, παίζουν "ισπανική" μπάλα.
Τι σημαίνει "ισπανικό" ποδόσφαιρο
Ποια είναι, λοιπόν, αυτή η "ισπανική" μπάλα; Μα φυσικά το περίφημο passing game της Μπαρτσελόνα. Που στον συγκεκριμένο σύλλογο μπορεί να έχει βρει την αποθέωσή του (λόγω και των κορυφαίων "εκφραστών" του: Ινιέστα, Τσάβι, Μέσι), αλλά που σιγά-σιγά παίζεται στον απόλυτο βαθμό από όλους (και από την Ρεάλ Μαδρίτης του Μουρίνιο, δηλαδή). Κυρίως από τα παιδιά που μαθαίνουν μπάλα στις ισπανικές ακαδημίες. Μην ξεχνάτε ότι και η Εθνική Ισπανίας κάτω των 21, αλλά και εκείνη κάτω των 19 ετών, είναι οι πιο πρόσφατες πρωταθλήτριες Ευρώπης. Είναι σαφές ότι για να φθάσεις σε ένα τέτοιο επίπεδο κυριαρχίας δεν χρειάζεσαι μόνο τους καλύτερους παίκτες (αλλιώς η Βραζιλία θα τα κέρδιζε όλα), αλλά και το καλύτερο σύστημα. Σε λίγα χρόνια που, πιθανότατα, πολλές ακόμη χώρες θα έχουν εξελίξει στον ίδιο βαθμό το σύστημα με το οποίο παίζεται καλύτερα το σύγχρονο ποδόσφαιρο, πιθανότατα η Ισπανία δεν θα βρίσκεται στον θρόνο του, όπως σήμερα. Αυτή όμως η δεκαετία της ανήκει (από το 2006 που πρωτοείδαμε από την Εθνική της και από την Μπαρτσελόνα αυτό το στυλ παιχνιδιού), για τον πολύ απλό λόγο ότι ήταν η πρώτη χώρα που έπιασε τον παλμό της αλλαγής στο πώς κλωτσιέται το τόπι σήμερα.
Βέβαια, η Ισπανία είναι και λίγο τυχερή, γιατί το σύστημα που "λειτουργεί", τής ταιριάζει απόλυτα. Οι Ισπανοί είναι ως λαός πιο μικροκαμωμένοι από τους Βορειοευρωπαίους. Και στο περίφημο "τίκι-τάκα", ένας Τσάβι κι ένας Ινιέστα μπορούν να αποδώσουν πολύ καλύτερα από έναν δυναμικό Άγγλο, Γερμανό ή Τσέχο (για να αναφέρουμε μια χώρα που έκανε τεράστια άλματα την περασμένη δεκαετία, όταν η μπάλα παιζόταν αλλιώς). Η εξέλιξη του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου που έπαιζε η μεγάλη Ολλανδία του Κρόιφ, αυτή η πιο light και πιο "ζουζουνοειδής" βερσιόν του θα ήταν αδύνατον, πιθανότατα, να έχει γεννηθεί σε μια άλλη χώρα, με άλλη ποδοσφαιρική παράδοση και άλλη σωματική διάπλαση του μέσου όρου των παικτών της από την Ισπανία. Κατά ένα μεγάλο ποσοστό, ακόμη και ο λόγος που η Ρεάλ Μαδρίτης τόσα χρόνια δεν απέδιδε όπως θα περίμενε κανείς από τα εκατομμύρια που ξόδευε, είναι γιατί δεν είχε έναν Μουρίνιο να πείσει όλα αυτά τα αστέρια που μαζεύτηκαν εκεί ότι έπρεπε να ξεχάσουν αυτά που ήξεραν και να αρχίσουν να παίζουν λίγο παραπάνω σαν την αιώνια αντίπαλό της, την Μπαρτσελόνα.
Μην ξεγελιόμαστε, βέβαια, και προσπαθούμε να φτιάξουμε έναν κανόνα με το ζόρι. Ο Μουρίνιο δεν παίζει ακριβώς σαν την Μπάρτσα ή σαν την Εθνική Ισπανίας και η μεγάλη δύναμη της Ρεάλ Μαδρίτης παραμένουν τα λεφτά της και ο απίστευτος αριθμών υπερπαικταράδων στο ρόστερ της. Ωστόσο, το ότι είναι μια ισπανική ομάδα από μόνο του κρύβει αρκετές εξηγήσεις. Και, όπως λένε, πάντα ο κανόνας χρειάζεται τις εξαιρέσεις του. Οι υπόλοιπες ισπανικές αποδείξεις ότι κάτι φοβερό γίνεται στην ιβηρική χερσόνησο παίζουν όλες παρόμοια μπάλα. Τίποτε δεν είναι τυχαίο, βέβαια. Ο Πεπ Γκουαρντιόλα, ο προπονητής που έχει κατορθώσει να πετύχει περισσότερα απ' οποιονδήποτε άλλον με το "τίκι-τάκα" (το ακατάσχετο passing game και το γρήγορο πρέσινγκ για μερικά δευτερόλεπτα, αν χαθεί η μπάλα, ώστε να ανακτηθεί αμέσως) είχε ταξιδέψει στην Αργεντινή πριν πιάσει δουλειά στην Μπαρτσελόνα και θήτευσε δίπλα στον Μαρσέλο Μπιέλσα, τον άνθρωπο που θεωρητικά ανέπτυξε τον συγκεκριμένο τρόπο παιχνιδιού (σωματικά, το στυλ ταιριάζει ακόμη περισσότερο στους Αργεντινούς, αλλά χρειάζεται προφανώς και λίγα χρήματα για να αναπτυχθεί). Ποιος είναι ο προπονητής της φετινής εκπληκτικής Αθλέτικ Μπιλμπάο, της ομάδας που πετυχαίνει τα εντυπωσιακότερα αποτελέσματα με τα πενιχρότερα μέσα; Μα ο Μαρσέλο Μπιέλσα!
(Γράφτηκε για το Men's Guide)
22 Απρ 2012
Μήπως οι Queen είναι τελικά το σπουδαιότερο συγκρότημα όλων των εποχών;
Το απόγευμα της 25ης Νοεμβρίου του 1991, όταν έφθασε και στην Ελλάδα η είδηση ότι ο Φρέντι Μέρκιουρι είχε αποβιώσει το προηγούμενο βράδυ, δάκρυσα. Δεν είχα ξαναδακρύσει ποτέ στην ζωή μου για τον χαμό κάποιου ανθρώπου. Δεν ήμουν ποτέ ιδιαίτερα ευαίσθητος με τους θανάτους αγνώστων μου. Δεν ήξερα πολλά για το AIDS –ας πούμε ότι τότε πίστευα αυτό που πίστευαν σχεδόν όλοι: ότι ήταν μια αρρώστια των ομοφυλόφιλων. Κι αν με ρωτούσες «ποιο είναι το αγαπημένο σου συγκρότημα», σε καμμία περίπτωση δεν θα σού έδινα την απάντηση «οι Queen», αν και ήξερα σχεδόν όλα τους τα τραγούδια απ’ έξω κι ανακατωτά.
Μια αδικία
20 και βάλε χρόνια από τότε νομίζω ότι η αιτία για εκείνο το δάκρυ ήταν η αίσθηση μιας αδικίας. Της αδικίας ότι οι Queen θα παρέμεναν στην σκιά όλων των «αγαπημένων» συγκροτημάτων του κόσμου, ότι δεν θα είχαν άλλη ευκαιρία να διεκδικήσουν τον τίτλο που δεν είχαν κατορθώσει ως τότε να κερδίσουν με τα 14 άλμπουμ τους και τα αναρίθμητα hits τους.
Τις προάλλες ένας φίλος μού ‘λεγε πως το πρώτο τραγούδι που έμαθαν στα αγγλικά οι κόρες του είναι το “Bohemian Rhapsody”. Το είδαν στο ξέφρενο τηλεοπτικό μιούζικαλ «Glee» και είχε και σ’ αυτές -παιδιά των ‘00s-, την ίδια επιρροή που είχε και στην δική μου γενιά των ‘70s -και σ’ όλες τις ενδιάμεσες και τις προηγούμενες: Μια εθιστική, ανεξήγητη επιρροή, μια ώθηση να βγάλεις τον περφόρμερ που κρύβεις μέσα σου. Να πιάσεις νότες ψηλές, να ουρλιάξεις με έκσταση σαν τον Μέρκιουρι, δονούμενος απ’ τον ηλεκτρισμό της κιθάρας του Μπράιαν Μέι. Ήταν σαφές πως οι Queen το διασκέδαζαν όταν έπαιζαν τα κομμάτια τους. Κι ήθελες κι εσύ να το διασκεδάσεις εξίσου.
Το “Bohemian Rhapsody”, ένα τραγούδι χωρίς ρεφραίν, με τρία διαφορετικά είδη μουσικής (πιανιστική αργή ποπ, όπερα και χαρντ ροκ) να μοιράζονται αρμονικά στα τρία μέρη του, δεμένα από το μπάσο του Τζον Ντίκον και τα τύμπανα του Ρότζερ Τέιλορ, αποτελεί, στα 5 λεπτά και 56 δευτερόλεπτα που διαρκεί, τον πληρέστερο ορισμό του το τι ακριβώς ήταν οι Queen. Ένα αταξινόμητο, επιδεικτικό μέχρι το βαθμό της επιπολαιότητας γκρουπ, ακομπλεξάριστα ξέφρενο και ενθουσιώδες, αποτελούμενο από τέσσερις συγκλονιστικούς μουσικούς που μπορούσαν να γράψουν και να ερμηνεύσουν από όπερα μέχρι χέβι μέταλ κι από ρέγκε μέχρι κάντρι.
Πώς λοιπόν θα μπορούσε κανείς να απαντήσει «οι Queen» στην θεμελιώδη ερώτηση που εξερευνά τα μουσικά του γούστα; Λέγοντας Beatles, λέγοντας Rolling Stones, λέγοντας Led Zeppelin, Doors, Bob Marley and the Wailers, U2, Metallica, Beach Boys, Nirvana δίνεις μια απάντηση στιβαρή, σαφή, οριοθετείς τη μουσική που σού αρέσει. Απαντώντας «Queen» είναι σαν να λες «τα πάντα» -σαν να μην ξέρεις τι θες. Τι αδικία: Το πιο σπουδαίο τους προσόν, ότι «τα πάντα» ήταν μια καθημερινή διαδικασία γι’ αυτούς, τόσο απλή όσο το κούρδισμα των οργάνων τους, ήταν συνάμα και ο φράκτης που έπρεπε να σκαρφαλώσει κάποιος για να τους απολαύσει σ’ όλο τους το μεγαλείο.
Τhe Show Must Go On
Όχι ότι η αδικία δεν αίρεται καθημερινά με μικρές, ευχάριστες ενδείξεις ευγνωμοσύνης προς τους Queen. Με την καθολική αποδοχή του «Bohemian Rhapsody», είτε τραγουδιέται απ’ τα παιδιά του «Glee», είτε στηρίζει την πιο περίφημη σκηνή του «Wayne’s World» (η ταινία ήταν η αιτία που το single ξανάγινε χρυσό στην Αμερική το ’92, 16 χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία). Με το «We Are The Champions» να έχει συνδεθεί με κάθε πρωτάθλημα που έχει κερδίσει κάθε ομάδα σε κάθε πιθανό ή απίθανο σπορ σε κάθε σημείο του πλανήτη. Με το «We Will Rock You» νά ‘ρχεται πάντα στην πιο μεθυσμένη ώρα του πιο παρακμιακού ή του πιο posh μπαρ στον κόσμο να ενώνει όλους τους θαμώνες σε μια εκστασιασμένη χορωδία. Με το «Bicycle Race» και τα κουδουνάκια του να αποτελεί το μοναδικό soundtrack για ο,τιδήποτε έχει να κάνει με ποδήλατα, από το ’78 που πρωτοακούστηκε μέχρι σήμερα. Και με το «The Show Must Go On» να ορίζει το υπαρξιακό δράμα του καθενός μας και να σε κάνει να βουρκώνεις κάθε, μα κάθε φορά που το ακούς.
Όταν το 1990 οι Queen ηχογραφούσαν το «The Show Must Go On» για το άλμπουμ τους «Innuendo» που κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά, λίγο πριν τον θάνατο του Μέρκιουρι, ο Μπράιαν Μέι είχε τις αμφιβολίες του για το αν το γκρουπ έπρεπε να υποβάλει τον τραγουδιστή του, που σχεδόν δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του πια, στην διαδικασία να το τραγουδήσει. Ο Μέρκιουρι όχι μόνο έπιασε το μικρόφωνο, αλλά έδωσε μια από τις συγκλονιστικότερες ερμηνείες που έχουν ποτέ ηχογραφηθεί. Ήξερε ότι λίγους μήνες μετά θα βρισκόταν στον άλλον κόσμο –δεν παραδεχόταν σε κανέναν ότι όντως πέθαινε από AIDS, αλλά το ήξερε. Και χάρισε στον κόσμο το κύκνειο άσμα του. Μια δραματική, συγκινητική, σπαρακτική ερμηνεία που συμβόλιζε την παρακμή της ίδιας της μπάντας και την ανάγκη της να κρατήσει το σόου ζωντανό όσο ακόμη μπορούσε, 20 χρόνια μετά την σύστασή της (ξεκίνησαν το 1971).
We Will Rock You
Ο θάνατος του Μέρκιουρι τον Νοέμβριο του ’91 και η αποχώρηση του Ντίκον το ’97 στην ουσία σήμαναν το τέλος των Queen. Ο Μπράιαν Μέι και ο Ρότζερ Τέιλορ, παρέα με τον Πωλ Ρότζερς (τον τραγουδιστή των Free και των Bad Company) συνέχισαν να εμφανίζονται σε συναυλίες μέχρι και πριν τρία χρόνια. Αλλά περισσότερο διατράνωναν την πεποίθηση ότι οι Queen χωρίς τις θεατρικές περφορμάνς του Μέρκιουρι στην σκηνή ήταν απλά μια σκιά των ένδοξών τους ‘70s και ‘80s. H επιτυχία του γκρουπ εξάλλου εξαρτιόταν ως ένα βαθμό μόνο από την ποιότητα των άλμπουμ τους. Σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στηρίζονταν στον τρόπο που κυρίως ο Φρέντι Μέρκιουρι κι έπειτα η υπόλοιπη μπάντα ερμήνευε ζωντανά τους ροκ ύμνους της. Το τι σήμαινε η έννοια «συναυλία των Queen» μπορεί κανείς να το καταλάβει από τα νούμερα που ακολουθούν.
Το 1981, στην λατινοαμερικανική τουρνέ τους, έκοψαν 131.000 εισιτήρια μια βραδιά στο Σάο Πάολο. Είναι το μεγαλύτερο νούμερο που είχε πετύχει μέχρι τότε μόνο του –όχι στα πλαίσια κάποιου φεστιβάλ- ένα γκρουπ. Αλλά κι αυτό δεν ήταν τίποτε μπροστά στον αριθμό των 300.000 θεατών που μάζεψαν ένα βράδυ στο Μπουένος Άιρες (δεν είχαν πληρώσει όλοι εισιτήριο). Τα 120.000 που κυκλοφόρησαν για την συναυλία τους στο Νεμπγουορθ Παρκ του Λονδίνου το 1986 εξαντλήθηκαν σε δύο ώρες από την έκδοσή τους. Και λίγο αργότερα έπαιξαν μπροστά σ’ ένα εκστασιασμένο κοινό 80.000 φίλων τους στην Βουδαπέστη –στη μεγαλύτερη συναυλία που είχε γίνει μέχρι τότε σε χώρα του Ανατολικού Μπλοκ. Ενδιάμεσα, βέβαια, είχαν καθιερωθεί ως η σπουδαιότερη live μπάντα στον πλανήτη, όταν ως headliners του πρώτου Rock In Rio στη Βραζιλία έπαιξαν μπροστά σε 300.000 κόσμο τον Ιανουάριο του 1985 και κυρίως όταν τον Ιούλιο του ίδιου έτους έδωσαν το καλύτερό σόου της ιστορίας τους (διήρκεσε μόλις 20 λεπτά, χωρίς να έχουν κάνει soundcheck νωρίτερα!) στο Live Aid, το φιλανθρωπικό φεστιβάλ που διοργάνωσε ο Μπομπ Γκέλντοφ για τα παιδιά του Τρίτου Κόσμου, και που μεταδόθηκε ζωντανά σε ένα τηλεοπτικό κοινό περίπου 2 δισεκατομμυρίων θεατών.
Ολόκληρη την εμφάνισή τους στο Live Aid μπορεί κανείς εύκολα να την βρει και να την απολαύσει στο Youtube. Θα τού εξηγήσει πολύ πιο εύκολα απ’ όσο προσπαθώ εδώ με τις λέξεις το πόσο σπουδαία μπάντα ήταν τελικά οι Queen. Την έχω ξαναβάλει να παίζει τώρα που κλείνω αυτό το κείμενο και δεν ξέρω αν πρέπει να συμπληρώσω τις τόσες άλλες πρωτιές τους, το ότι ήταν πρωτοπόροι στην τεχνολογία της μουσικής (το 1975 στο άλμπουμ τους «Α Night At The Opera» πειραματίσθηκαν πρώτοι με τις δυνατότητες του στερεοφωνικού ήχου), το ότι γύρισαν το πρώτο βίντεο κλιπ της ιστορίας (επίσης το ’75, για το «Bohemian Rhapsody»), το ότι μόνο οι Beatles, η Μαντόνα, ο Έλβις Πρίσλεϊ, ο Μάικλ Τζάκσον, ο Έλτον Τζον και οι Led Zeppelin έχουν πουλήσει περισσότερους δίσκους απ’ αυτούς, ή απλά να παραδεχτώ ότι χαζεύοντας τον Μέρκιουρι να ξεσηκώνει το κοινό –λαϊκός πάντα, με το φανελάκι και το μουστάκι του- και τον Μπράιαν Μέι να σολάρει με την περίφημη Red Special κιθάρα του στο Γουέμπλεϊ εκείνη την 13η Ιουλίου του ’85, ένα δάκρυ απειλεί να ξαναθολώσει τη ματιά μου.
(Δημοσιεύθηκε στο "Κ" της Καθημερινής στις 14.04.2012)
Γιατί δεν πρέπει να βιαστείς να πεις: «Δηλαδή ο Άκης μας έφταιγε για όλα;»
Ο Άκης Τσοχατζόπουλος βρίσκεται πίσω από τα κάγκελα της φυλακής. Ο ίδιος χαρακτήρισε την υπόθεσή του προεκλογικό δώρο για τα δύο μεγάλα κόμματα. Δεν έχει ακριβώς άδικο. Αλλά κι εσύ δεν θα έχεις δίκιο αν συμφωνήσεις μαζί του.
Αυτές τις ημέρες η προσαγωγή του Άκη Τσοχατζόπουλου και η προφυλάκισή του στη συνέχεια στον Κορυδαλλό έγινε –όχι άδικα- το πρώτο θέμα στα χείλη όλων μας. Εντάξει, όχι το πρώτο, αφού οι περισσότεροι βρήκαμε λίγη ακόμη διάθεση για διασκέδαση (κάπως ένοχη διάθεση, είναι η αλήθεια) και διώξαμε τις λέξεις «κρίση», «ένοχοι», «μιζέρια» από το καθημερινό μας λεξιλόγιο για να προτάξουμε τις εποχικές «αρνί», «χωριό», «Έφη Θώδη». Μεταξύ τσουγκρίσματος κόκκινου αυγού και αδειάσματος ενός ακόμη ποτηριού (χύμα, φέτος, περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά) κρασιού, ο Άκης ήταν εκεί, βέβαια. Μια άγρυπνη, εφιαλτική υπόμνηση της τραγικής μας πραγματικότητας και του στρεβλού τρόπου που την αντιμετωπίζουμε. Μια φυτιλιά για ξαφνικό ενδοοικογενειακό καβγά, πάνω που είχε καθοριστεί το πρόγραμμα βαρδιών πάνω από την σούβλα και που είχε λήξει ισόπαλο το ντέρμπι της θείας Τασούλας με την γιαγιά Μαριγώ για το ποια έβαψε πιο κόκκινα τ' αβγά. Τώρα μαλώναμε για το αν ο Άκης φταίει ή δεν φταίει για όλα...
Όλο και πιο έντονα ακούγεται αυτές τις ημέρες η ατάκα «τώρα που βρήκαν εξιλαστήριο θύμα τον Άκη, θα τού φορτώσουν επάνω του όλες τις αμαρτίες τους». Εννοούμε τους υπόλοιπους πολιτικούς κι όλους αυτούς που αισθανόμαστε ενόχους για το μεγάλο φαγοπότι που μάς έφερε ως εδώ, μας έκανε τους κουρελήδες, τους ζητιάνους της Ευρώπης. Δεν είναι ασταθής αυτή η ατάκα. Δεν είναι άδικη. Αλλά κρύβει ένα κομμάτι από την αλήθεια. Τόσο καιρό πιπιλούσαμε μιαν άλλη φράση. Το «Τόσα έγιναν, τόσα αποκαλύφθηκαν, κι ούτε ένας τους δεν έχει πάει φυλακή». Και τώρα που πήγε ο πρώτος, γκρινιάζουμε πάλι.
Δεν ξέρω για σας, εγώ πάντως εντυπωσιάζομαι κάθε φορά που ακούω ή διαβάζω για την υπόθεση. Ναι, μού περνάει απ' το μυαλό ότι μπορεί να είμαι το εύκολο θύμα και ότι όλος αυτός ο ορυμαγδός πληροφοριών για τις off-shore του Άκη και τις μίζες από τα υποβρύχια είναι ο εύκολος τρόπος τους (ξέρετε ποιων...) να με αποπροσανατολίσουν από τα πραγματικά ζητήματα, αλλά μετά το συνδυάζω με το εξής απλό και ξανάρχομαι στα συγκαλά μου: Είναι ικανό όλο αυτό να με κάνει να ξεχάσω πόσο δύσκολα τα βγάζω πια πέρα με τον μισθό μου κομμένο σχεδόν στο μισό σε σχέση με πρόπερσι, με το άγχος της ανεργίας να μη μ' αφήνει να κοιμηθώ τα βράδια, με τα απρόβλεπτα χαράτσια να μού ανακοινώνονται κάθε πρωί σαν να πρόκειται για το δελτίο καιρού; Δηλαδή, θα πανηγυρίσω τόσο πολύ που έπιασαν τον «κακό» της ιστορίας ώστε θα παραμυθιαστώ και θα πάω στην κάλπη σαν το πρόβατο, να ψηφίσω το «λάθος» κόμμα;
Ας σοβαρευτούμε. Κατ' αρχάς δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Γι' αυτό και η δημοκρατία είναι το πιο σπουδαίο πολίτευμα. Ο καθένας που ζητάει την ψήφο, έχει έναν τρόπο που βλέπει τα πράγματα (κι έναν τρόπο που σού λέει ότι τα βλέπει). Αν σού κάνει, αν ταιριάζει με το πώς τα βλέπεις εσύ, αν ταιριάζει μ' αυτό που θεωρείς ότι πρέπει να γίνει για να κοιμηθείς επιτέλους ήρεμος ένα βράδυ, τον ψηφίζεις. Στο τέλος μετράμε ποιανού την συνταγή για έναν ήρεμο ύπνο προτίμησαν οι περισσότεροι και πορευόμαστε μαζί του. Κάποτε, ο Άκης έπειθε πολύ κόσμο ότι αυτός ήταν ο Μορφέας. Σήμερα τον πείθουν άλλοι. Μόνο που είναι όλο και λιγότεροι. Κι όσο περισσότερα μαθαίνουμε για τον Άκη και τα «κόλπα» του, τόσο και θα λιγοστεύουν.
Μην βιαστείς, λοιπόν, να πεις «Δηλαδή ο Άκης μας έφταιγε για όλα;» και να «φτύσεις» την προφυλάκισή του ή όσα μαθαίνεις γι' αυτόν σαν αδιάφορα. Είναι μεγάλο πράγμα που τα μαθαίνεις. Δείχνει ότι το σύστημά τους πια ραγίζει. Δείχνει ότι πια κι αυτοί έχουν ένα λόγο για να μην κοιμούνται ήσυχοι τα βράδια. Θα τούς δώσεις κι άλλους λόγους όταν πας να ψηφίσεις –και, πραγματικά, δεν μπορώ να φανταστώ πώς η προφυλάκιση του Άκη θα κάνει δώρο την ψήφο σου εκεί που νομίζει ο άνθρωπος που παρά λίγες ψήφους δεν έγινε κάποτε αρχηγός του ΠΑΣΟΚ. Το ξέρω ότι το να μην κοιμούνται ήσυχοι εκείνοι τα βράδια, δεν θα κάνει τον δικό σου ύπνο πιο ήσυχο. Όχι άμεσα. Όταν όμως οι περισσότεροι αποσυρθούν λόγω αϋπνίας, αυτοί που θα έλθουν στην θέση τους θα είναι άνθρωποι σαν εσένα κι εμένα, που περάσαμε το βάσανο της χρεωκοπίας –ή, ελπίζω, της παρ' ολίγον χρεωκοπίας- και θα κάνουμε το παν για να μην το ξαναζήσουμε. Κι εμείς μαζί είμαστε ο μόνος τρόπος να μην λήξει η ιστορία στον Άκη. Να βρούμε και τους υπόλοιπους και να τούς στείλουμε να τού κάνουν παρέα στα άβολα στρώματα του Κορυδαλλού. Και τότε θα κοιμηθούμε πια ήσυχοι. Ήσυχοι ότι κάναμε το καθήκον μας.
(Γράφτηκε για το Men's Guide)
21 Απρ 2012
Προετοιμασία για την συναυλία των Shearwater
Κατά 99% το κείμενο αυτό δεν το διαβάζεις γιατί θες έναν λόγο να πειστείς να δώσεις τα 25 ευρώ που κοστίζει το εισιτήριο για να τους δεις live απόψε στο ΑN Club. To διαβάζεις γιατί απλά θες να διαπιστώσεις αν αισθανόμαστε τα ίδια εγώ κι εσύ όταν ακούμε το τραχύ κρώξιμο του Will Sheff ή το βαθύ μουρμουρητό του Jonathan Meiburg. Η μουσική έχει το μοναδικό χάρισμα να παρέχει στον καθένα ξεχωριστά ένα εντελώς δικό του οργασμό και σε όλους μαζί μια συλλογική απόλαυση. Στις συναυλίες το φαινόμενο αποκτά εξωγήινες διαστάσεις (ίσως επειδή εκεί συχνάζουν οι fans της κάθε μπάντας και οι προσωπικοί οργασμοί είναι από τους πολύ ζουμερούς), αλλά για ένα συγκρότημα σαν τους Shearwater που κουβαλάει την λέξη «εσωστρέφεια» και «απόγνωση» σαν τατουάζ επάνω της, είναι η ακρόαση των άλμπουμ τους σε συνθήκες απόλυτης ηρεμίας που η μουσική αποκτά προστιθέμενη αξία. Ας πάρουμε τα 12 χρόνια δισκογραφίας τους από την αρχή, για να δούμε τελικά τι κατέγραψαν στην ψυχή του καθενός.
2001 – Τhe Dissolving Room
Ξεπερνάω γρήγορα το «άτεχνον» της παραγωγής που είχε ξαφνικά να κάνει με μια παρέα που έχωνε στον –ιδανικό για «γυμνό»- ήχο της τσέλα, πιάνα, μπάντζα και φυσαρμόνικες (χωρίς να παίζει φολκ), γιατί τα ψήγματα μιας μπάντας που είναι μοιραίο να γίνει σπουδαία, αναδεικνύονται ακόμη και κάτω από τις χειρότερες συνθήκες. Το βασικό της χαρακτηριστικό είναι αυτή η απόγνωση, η λύπη που σκοτεινιάζει κάθε νότα, είτε την ερμηνεύει ο Sheff, είτε ο Meiburg, αλλά που 12 χρόνια μετά, κι όταν έχεις ακολουθήσει όλη τους την πορεία, μοιάζει απλά με την εφηβική κατάθλιψη που όλοι περνάμε εκείνα τα χρόνια.
Ένα τραγούδι, όπου βρίσκω όσα γράφεις παραπάνω; Ποιο άλλο από το ατημέλητο «Sung Into The Street»;
2002 – Everybody Makes Mistakes
Επειδή αυτό το 1% των αναγνωστών που δεν ξέρουν τι εστί Shearwater (με λίγες λέξεις: μια από τις σπουδαιότερες indie μπάντες του σύμπαντος) μπορεί να έχει αντέξει να φτάσει ως εδώ κάτω, να θυμίσω ότι το γκρουπ εκείνα τα πρώτα χρόνια ήταν η σύμπραξη του Will Sheff των Okkervil River με τον Jonathan Meiburg (που έπαιζε κι εκείνος τότε στο ίδιο γκρουπ) και κάποιους φίλους του. Κάτι που σημαίνει ότι τότε η μπάντα ήταν κάτι σαν το αποπαίδι των πολύ διασημότερων στην αρχή της περασμένης δεκαετίας Okkervil River. Οι τελευταίοι μπορεί να ήταν μαζί από το ’99, αλλά πρώτο άλμπουμ έβγαλαν το 2002, μαζί, δηλαδή με το δεύτερο των Shearwater. Οι δύο μπάντες διατηρούν η κάθεμία τα δικά της στοιχεία, αλλά –μοιραία- εδώ συναντιούνται περισσότερο από ποτέ. Είναι το πιο WillSheffικό άλμπουμ απ’ όλα των Shearwater, κάπως πιο φωτεινό από το ντεμπούτο, πιο καθάριο και μελωδικό. Και κάπου, σε μερικές σκιώδεις γωνιές του περιέχει τις σαφείς ενδείξεις ότι αν είναι να μεγαλουργήσει στο μέλλον, μάλλον θα πρέπει να κινηθεί προς τα νερά του Meiburg.
Ένα τραγούδι, όπου βρίσκω όσα γράφεις παραπάνω; Δοκίμασε το οκερβιλικό «Mistakes»
2004 – Winged Life
Kαι... εγένετο Shearwater. Το φαλτσέτο του Meiburg είναι αυτό που μπορεί να κάνει ακόμη πιο σαφές ότι ετούτο εδώ δεν είναι ένα side project των Okkervil River, αλλά μια μπάντα με δική της υπόσταση. Κι εδώ αναλαμβάνει τα ηνία (εξ άλλου ο Sheff είχε χλαπακιάσει το δικό μερίδιο από την πίτα στο προηγούμενο άλμπουμ). Η εσωστρέφεια αρχίζει να απλώνει τα κλαδιά της παντού πάνω από το μόρφωμα των Shearwater, να μού αρπάζει την ανάσα εκεί που θέλω λίγο να ηρεμήσω, αλλά να μού καρφώνει και μια ένεση με κάτι εθιστικό, κάθε φορά που πάω να φύγω, που πάω να τους αφήσω πίσω. Και κάθε λίγο έρχεται ένα ξέσπασμα, ένα κομμάτι πιο ανθεμικό, πιο επικό για να με αναστατώσει και να μου θυμίσει πως η κάθε μαύρη στιγμή δεν είναι τίποτε άλλο παρά το κοντράστ που θα χρειαστώ στη συνέχεια για να απολαύσω τις πιο όμορφες, ευτυχισμένες, λαμπερές μου μέρες.
Ένα τραγούδι, όπου βρίσκω όσα γράφεις παραπάνω; Τι λες για το «(I’ve Got A) Right To Cry»;
2005 - Τhieves
Ένα μάλλον άγνωστο EP τους που τούς γυρίζει πίσω σε παραγωγές τύπου “The Dissolving Room” και που απλά πιστοποιεί ότι η μπάντα χρειάζεται leader και αυτός είναι ο Meiburg.
Ένα τραγούδι, όπου βρίσκω όσα γράφεις παραπάνω; To έπος «Mountain Laurel»
2006 – Palo Santo
Το όλο πράγμα έχει πια σκοτεινιάσει πάρα πολύ για τον Will Sheff και ο Jonathan Meiburg χρίζεται και επισήμως ο mr. Shearwater. Η αποχώρηση της φωτεινής επιρροής των Okkervil River (οι οποίοι, αντιστοίχως, απεμπολούν πια τα όποια καταθλιπτικά στοιχεία άπλωνε στον ήχο τους ο Meiburg) σημαίνει ότι οι δύο μπάντες φτάνουν στο πιο μεγάλο διάστημα που τις χώρισε ποτέ. Ο Meiburg αρχίζει να πειραματίζεται με τα όρια της αβύσσου της φωνής του και εγκαταλείπει το απόκοσμο μουρμουρητό για μερικά χαοτικά ουρλιαχτά που με συγκλονίζουν σε βαθμό που δεν το κάνουν ούτε οι κορυφαίοι του black metal. H αλήθεια, όμως, είναι ότι χωρίς ένα βαρίδι να τον μπαλανσάρει, χωρίς τον Sheff να κρατάει τα μπόσικα, οι κανόνες του Meiburg γίνονται λίγο δύσκολοι και στο παιχνίδι του αφήνει τους περισσότερους από εμάς απ’ έξω. Δεν θέλω να τον πω επιδεικτικό, δεν θέλω να τον πω αλλοπαρμένο, ας τον πω απλά εκστασιασμένο που έμεινε εντελώς ελεύθερος. Δεν πειράζει, γιατί είμαστε ακόμη μόλις στο μέσον της πορείας.
Ένα τραγούδι, όπου βρίσκω όσα γράφεις παραπάνω; To αμετροεπές «Johnny Viola».
2008 – Rook
Ένας από τους καλύτερους δίσκους της δεκαετίας που έφυγε, που γίνεται καλύτερος όσο περνάει ο καιρός. Σαν ένα μεγάλο κρασί. Σαν ένα grand cru (πάντα ήθελα να το γράψω αυτό). Η μετάβαση από την απλώς ανεξάρτητη Misra στην κορυφαία ανεξάρτητη Matador κάνει ένα θαύμα στην παραγωγή και αναδεικνύει όλο αυτό που προσπαθούσε τόσο καιρό να μάς πει ο Meiburg σε θείο ήχο. Με κάνει να αναρωτιέμαι μήπως αδίκησα το “Palo Santo”, μήπως με τέτοια δουλειά στην κονσόλα θα μού έμοιαζε περισσότερο με αριστούργημα παρά με υπερβολή. Ονειρική ατμόσφαιρα, αινιγματικές ερμηνείες, πολυεπίπεδες μελωδίες, απίστευτες εμπνεύσεις είτε πρόκειται για τα συνήθη αργά τραγούδια τους είτε για τα απρόβλεπτα (ή προβλέψιμα πια;) ξεσπάσματά τους, με στέλνουν πάνω στα άγρια κύματα ανυπεράσπιστο, αλλά ξέρω ότι δεν θα πνιγώ. Αν υπάρχει ένα πακέτο δέκα τραγουδιών που μπορεί να αποτελέσει το soundtrack για την φράση «η ηρεμία πριν την καταιγίδα», τότε είναι τα 10 του “Rook”. Πέντε αστεράκια!
Ένα τραγούδι, όπου βρίσκω όσα γράφεις παραπάνω; Πρόσεξε μόνο μην πνιγείς στο «Leviathan Bound»
2010 – The Golden Archipelago
Oι Shearwater του Jonathan Meiburg είναι πια μια μεγάλη, μια τεράστια indie rock μπάντα και έχουν και μια αποστολή. Οι οικολογικές ανησυχίες του «Rook» που έχουν μετατρέψει τον μέχρι τότε υπαρξισμό σε σταυροφορία εντείνονται ακόμη περισσότερο εδώ. Κι αυτό στη μουσική σημαίνει ένα κλισέ: Στοιχεία ethnic παρεισφρύουν για να μεταδώσουν ένα μήνυμα παγκόσμιο. Είναι λίγα, είναι ήπια, αλλά δείχνουν πόσο μεγάλος μουσικός είναι ο Meiburg που αρχίζει να μετατρέπεται σ’ έναν μελαγχολικό Peter Gabriel σιγά σιγά. Η φωνή του είναι πιο μειλήχια από ποτέ και μου προσφέρει μια ηρεμία που δεν μου την έδινε τόσο καιρό που δεν είχε βρει τον δρόμο του. Τα κύματα από το “Rook” έχουν κατευνασθεί, η καταιγίδα πέρασε χωρίς να με πνίξει, και στο χρυσό αρχιπέλαγος των Shearwater μπορώ πια να κλείσω άφοβα τα μάτια μου και να αφήσω το ρεύμα να με παρασύρει στο νέο τους, πνευματιστικό, γλυκόπικρο ορίζοντα.
Ένα τραγούδι, όπου βρίσκω όσα γράφεις παραπάνω; Το αριστούργημα «Black Eyes»
2012 – Animal Joy
Απαλλαγμένος από την αγωνία των αναζητήσεών του πια ο Meiburg έρχεται στο φετινό, τελευταίο άλμπουμ των Shearwater να μού αποδείξει ότι δεν ξέχασε ποτέ από πού ξεκίνησε και με ποιους έκανε παρέα. Όχι ότι κινείται έστω και κοντά στους Okkervil River. Αλλά αφήνει πια αυτήν την υποδόρια αισιοδοξία, αυτό το χαμόγελο του ανθρώπου που έχει θέσει πέντε στόχους στη ζωή του και τους έχει πετύχει, να φανεί. Ακομπλεξάριστα, όμορφα, έντεχνα. Δεν είναι πια ο υπαρξισμός αυτό που ορίζει την τύχη της μουσικής των Shearwater. Είναι ο ίδιος ο ήχος. Είναι η τέχνη. Και ο Meiburg είναι ένας σπουδαίος καλλιτέχνης. Θα μού πάρει ίσως λίγους μήνες ακόμη να το συνηθίσω, να αποδεχτώ ότι όντως εκείνοι οι όγκοι θάλασσας που γύρεψαν να με καταπιούν στο “Rook” δεν πρέπει να με φοβίζουν πια. Αλλά δεν θα παλέψω εναντίον του. Θα πάω το Σάββατο στην συναυλία και θα δεχτώ ό,τι έχει να μπει προσφέρει με ζωώδη χαρά...
Ένα τραγούδι, όπου βρίσκω όσα γράφεις παραπάνω; Το συναυλιακό «You as You Were»
20 Απρ 2012
Έκανε και απατεωνιές ο μακαρίτης ο Στηβ Τζομπς
Η ιστορία είναι γνωστή απ’ τον Δεκέμβριο. Η Apple όχι μόνο δεν τα καταφέρνει και πολύ καλά στον πλανήτη των e-books (τουλάχιστον όχι τόσο καλά όσο η Amazon με το Kindle της), αλλά λέρωσε και τη φωλιά της με μονοπωλιακά κόλπα που έκανε σε συνεννόηση με μερικούς από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους. Η Κομισιόν είχε ανακοινώσει στα τέλη του 2011 ότι θα ασχοληθεί με το εν λόγω θέμα, αλλά ήταν το Αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης που άφησε την βόμβα να σκάσει, την Τετάρτη, 11 Απριλίου του 2012. Άσκησε αγωγή κατά της Apple και κατά των εκδοτικών οίκων Hachette, HarperCollins, Macmillan, Simon & Schuster και Penguin (στην έκθεση της Κομισιόν ήταν μπλεγμένος και ο γερμανικός Verlagsgruppe Georg von Holtzbrinck). Η κατηγορία είναι ότι «μαγείρεψαν» τις τιμές των e-books, ώστε να μην επιτρέψουν στην ουσία στην Amazon να κάνει τις εντυπωσιακές εκπτώσεις που συνηθίζει.
Η όλη ιστορία ξεκινάει με την πρώτη έκδοση του iPad, το 2010 και –όσο κι αν θέλεις τώρα να πείσεις τον εαυτό σου ότι το είδωλό σου δεν μπορεί να έχει εμπλακεί σε κάτι τέτοιο- ήταν μια ιδέα του εκλιπόντος Στιν Τζομπς. Το colpo grosso (που αποδείχτηκε τελικά και αποτυχημένο και θα κοστίσει στις εταιρείες διόλου ευκαταφρόνητα ποσά ως αποζημιώσεις) είχε ως εξής: Οι μεγάλοι οίκοι τα βρήκαν μεταξύ τους ώστε να καθορίζουν αυτοί την τιμή με την οποία θα πωλείται το βιβλίο στην ηλεκτρονική του μορφή και όχι ο λιανοπωλητής (η Amazon, δηλαδή, και η Apple, μέσω του iBooks). Στα φυσικά βιβλία, ο εκδοτικός οίκος καθορίζει την τιμή της χονδρικής πώλησης και το κάθε βιβλιοπωλείο αποφασίζει μετά το κέρδος που θέλει να βγάλει, ανεβάζοντας την τελική τιμή. Μπορεί δηλαδή και να το πουλήσει στην τιμή χονδρικής ένας βιβλιοπώλης μόνο και μόνο για να κάνει ντόρο για το κατάστημά του. Στα ηλεκτρονικά βιβλία, όμως, που δεν υπάρχει κόστος χαρτιού, παρά μόνο πνευματικά δικαιώματα –και άντε και design σε μερικές περιπτώσεις- οι εκδότες αποφάσισαν να καθορίσουν κατ’ ευθείαν τις τιμές με τις οποίες θα πωλούσαν τα e-books τους.
Γιατί η Apple θα ήταν κερδισμένη από κάτι τέτοιο; Δεν θα ήταν, όπως απέδειξε η ιστορία. Και το ήξερε και ο Τζομπς αυτό. Θα ήταν, όμως, λιγότερο κερδισμένη η μεγάλη της ανταγωνίστρια, η Amazon. Αν για κάθε βιβλίο που πωλούσε στο Kindle η Amazon ήταν υποχρεωμένη να παίρνει μια συγκεκριμένη προμήθεια (όπως, ας πούμε ο εφημεριδοπώλης με τις εφημερίδες), καθορισμένη από πριν, η εταιρεία του Τζεφ Μπέζος δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στο σχέδιό της να διαθέτει e-books ακόμη και τελευταίας εσοδείας σε τιμή κάτω από τα δέκα δολάρια. Οι πέντε (ή έξι) οίκοι συμφώνησαν να πουλάνε τα βιβλία τους για 12,99 δολάρια, εκ των οποίων το 30% πήγαινε στον λιανοπώλη (στην Apple, την Amazon, ή όποιον τέλος πάντων έκανε αυτήν την δουλειά).
Τι πετύχαινε η Apple με όλο αυτό; Περιόριζε τις δραστικές εκπτώσεις της Amazon, η οποία δεν σκόπευε να βγάλει κέρδος από το ίδιο το e-book, αλλά από τις πωλήσεις του Kindle. Με το να μην μπορεί να αγοράζει τα βιβλία για κάτω από 10 δολάρια, ένας υποψήφιος αγοραστής Kindle έχανε το βασικό του πλεονέκτημα και άρα, πολύ πιο εύκολα, θα προτιμούσε το ακρίβοτερο iPad που έτσι κι αλλιώς έχει κι άλλες δυνατότητες. Το iPad ποτέ δεν προσποιήθηκε ότι βγήκε στην αγορά με σκοπό να κοντράρει το Kindle, αλλά ο Στιβ Τζομπς είχε καλά σχεδιασμένη την στρατηγική για το πώς να «κλέψει» κομμάτι και αυτού του κοινού, που ήταν ήδη μαθημένο στις ταμπλέτες ως τρόπο για να διαβάζει τα βιβλία του. Χμμ, όχι και τόσο καλή στρατηγική τελικά.
Οι Hachette, HarperCollins και Simon & Schuster έχουν ήδη έλθει σε συμβιβασμό με την αμερικανική δικαιοσύνη και συμφώνησαν να επιστρέψουν περίπου 51 εκατομμύρια δολάρια στους αγοραστές των e-books τους που ζημιώθηκαν από την πρακτική τους (με τη λογική ότι θα τα είχαν αγοράσει για 9,99 δολάρια από την Amazon, αν δεν είχε στηθεί το κόλπο). Οι Penguin και Macmillan αναμένεται να ακολουθήσουν τις επόμενες ημέρες και μένει μόνο να δούμε πόσο βαριά θα πέσει η καμπάνα για την Apple. Αυτό, πάντως, που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε όλη αυτήν την ιστορία είναι πως από τον Σεπτέμβριο του 2011 ο Τζεφ Μπέζος έχει περάσει στην αντεπίθεση με το εντυπωσιακό Kindle Fire, που διεκδικεί με την σειρά του το κοινό του iPad, μόνο που το κάνει πολύ οικονομικότερα. Το Kindle Fire κοστίζει στην Amazon να το κατασκευάσει 50 δολάρια περισσότερο απ’ ότι το πουλά, αλλά η εταιρεία έχει υπολογίσει ότι θα βγάλει γρήγορα αυτό το ποσό από τις υπηρεσίες που θα προσφέρει –επί πληρωμή- για την ταμπλέτα της. Το κακό για την Apple είναι ότι αν ζούσε ο Στιβ Τζομπς σίγουρα θα είχε ένα plan b. Αλλά από εκεί που βρίσκεται τώρα, δύσκολα θα ξαναγυρίσει το κλίμα υπέρ της...
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
Τα Apps του Facebook και του iPhone σε ξέρουν πολύ καλλίτερα απ' όσο νομίζεις
Μπήκα στο site του Girls Around Me. Πρόκειται για ένα App για το iPhone που συνεργάζεται με το Facebook και το Foursquare. Διαβάζω το μότο του: «Έχεις διάθεση για έρωτες ή ψάχνεις απλά για ένα one night stand; Το Girls Around Me σού δίνει το πάνω χέρι. Αποκάλυψε τα πιο καυτά νυχτερινά στέκια, ποιες συχνάζουν εκεί και πώς να τις προσεγγίσεις». Έχεις ήδη καταλάβει πώς λειτουργεί φαντάζομαι. Το App συλλέγει πληροφορίες από το Foursquare, μετά πηγαίνει στο Facebook και διασταυρώνει λογαριασμούς και στη συνέχεια εμφανίζει στην οθόνη σου όλα τα «καυτά» κορίτσια που βρίσκονται γύρω σου. Διαλέγεις όποια σού αρέσει περισσότερο από την φωτογραφία και κινείσαι προς τα εκεί. Ξέρεις το όνομά της, όσες ακόμη λεπτομέρειες έχει ανεβάσει στο Facebook και πιθανόν και κανα-δυο mutual friends. Αν φάς χυλόπιτα, μην ανησυχείς. Έχεις τόσες ακόμη επιλογές.
Nαι, το App κάνει τόσο ξεδιάντροπη κατάχρηση των προσωπικών δεδομένων μας. Και τα «καυτά» κορίτσια δεν το γνωρίζουν καν. Την περασμένη εβδομάδα, το συγκεκριμένο App έγινε στόχος διαμαρτυριών και το Foursquare τού έκοψε κάποιες δυνατότητες. Η θεωρητική χρήση του Foursquare είναι να ειδοποιεί τους γνωστούς του καθενός για το πού βρίσκεται, σε περίπτωση που είναι κοντά κάποιος και θέλει να τον συναντήσει. Το Girls Around Me βάσισε την επιτυχία του σ’ αυτό που δεν κάνει το Foursquare. Στο να φέρει σε επαφή αγνώστους. Ή μάλλον, να δώσει στους δικούς του, «άγνωστους» χρήστες την ευκαιρία να γνωρίσουν κάποιαν για την οποίαν ήξεραν ήδη περισσότερα απ’ όσα θά ‘θελε εκείνη να ξέρουν.
Το πρόβλημα είναι ακόμη εντονότερο με τα εφήμερα Apps του Facebook. Γιατί μπορεί το Foursquare να προσπάθησε να διορθώσει το κακό που (ίσως άθελά) του έκανε, λόγω του «τρικ» του Girls Around Me, αλλά το Foursquare είναι μια γιγαντιώδης υπηρεσία που δεν θα μπορούσε να πράξει αλλιώς αν ήθελε να επιβιώσει. Τι γίνεται όμως με τα χιλιάδες βραχύβια Apps που γίνονται hype τη μία μέρα και κυκλοφορούν με τον θαυμαστό viral τρόπο του Internet από τον έναν υπολογιστή στον άλλον, για να ξεχαστούν μια βδομάδα μετά;
Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει έστω και ένα App του Facebook που να μην προειδοποιεί τον χρήστη ότι θα κάνει χρήση προσωπικών του δεδομένων. Αλλά όταν αυτή την ειδοποιήση την βλέπεις καθημερινά πια, τα αντανακλαστικά σου απέναντί της δεν λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο που το έκαναν στην αρχή. Πλέον πατάς σε όλα «ναι». Λέγεται εξοικείωση και αποφέρει στην “app economy” περί τα 15 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Τα διάφορα Apps πού σού γνωρίζουν πιθανούς ερωτικούς παρτενέρ, που «λένε την αλήθεια για σένα», που σε βοηθούν να μάθεις ποιος σεργιανίζει στο προφίλ σου που κάνουν χίλια δυο γαργαλιστικά πράγματα που δεν τα φανταζόσουν καν πριν την έλευση του Facebook και των smartphones δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς τα προσωπικά σου δεδομένα. Ποιο το νόημα να γραφτείς σε μια online προξενήτρα αν δεν πεις μερικά από τα γούστα σου; Όσο πιο σαφής είσαι («μου αρέσουν οι ψηλοί μαυριδεροί άντρες με πράσινα μάτια και τρίχες στην πλάτη», ας πούμε) τόσο πιο καλά αποτελέσματα θα πάρεις. Μόνο που εσύ θα κάνεις το κομμάτι σου για μια-δυο βδομάδες, ίσως να διασκεδάσεις κιόλας με το ταίρι που βρήκες μέσω του App, αλλά όταν αυτό πάψει να είναι της μόδας, η εταιρεία που το κατασκεύασε, θα φτιάχνει ήδη ένα άλλο που θα ξέρει πολύ καλύτερα πώς να σε προσεγγίσει. Ή θα πουλάει όλα αυτά που της έκανες γνωστά κάπου αλλού, έναντι κάποιων αργυρίων που ίσως θα προτιμούσες να γεμίζουν την δική σου τσέπη.
Το Facebook, βέβαια, δεν αφήνει εντελώς ανεξέλεγκτες τις εταιρείες που κατασκευάζουν Apps γι’ αυτό. Αλλά και τα δεδομένα που τις αφήνει να χρησιμοποιήσουν είναι ήδη αρκετά. Και -το είπαμε και παραπάνω- αν ένα App σού ζητήσει και κάτι ακόμη, σπάνια του λες «όχι» και το αγνοείς, όταν όλοι οι φίλοι σου το έχουν εγκαταστήσει και ασχολούνται όλη μέρα με αυτό. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι τα περισσότερα από τα Apps αυτά κάνουν αυτόματα σάρωση και στα «ελεύθερα» δεδομένα των φίλων σου, με του που εσύ πατήσεις το «ναι». Τo Facebook έχει ρυθμισμένο by default να μπορεί το κάθε App να συλλέγει όλα τα δεδομένα των φίλων του χρήστη που το χρησιμοποιεί, πλην της σεξουαλικής του προτίμησης, της θρησκείας και των πολιτικών του πεποιθήσεων.
Οι εταιρείες που κατασκευάζουν Apps είναι ένα εντελώς ξεχωριστό πράγμα από το Facebook. Μια άλλη βιομηχανία. Ακόμη κι αν εμπιστεύεσαι το Facebook και είσαι σίγουρος ότι χρησιμοποιεί τα προσωπικά σου δεδομένα μόνο για «αμοιβαίο καλό» (π.χ. για να σού πετάει προσωποποιημένες διαφημίσεις, κερδίζοντας αυτό διαφημιζόμενους λόγω της αποτελεσματικότητάς του και εσύ χρόνο, γιατί όλο και κάποια από τις διαφημίσεις όντως θα σε ενδιαφέρει), κανείς δεν μπορεί να σού εγγυηθεί ότι συμβαίνει το ίδιο και με τις συνεργαζόμενες εταιρείες. Από την στιγμή που θα πατήσεις το «ναι», τα προσωπικά δεδομένα σου και των φίλων σου ταξιδεύουν εκτός του «ασφαλούς» περιβάλλοντος του Facebook για κάποιες άγνωστες πολιτείες. Είσαι σίγουρος ότι το θες αυτό;
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
13 Απρ 2012
Η ιστορία ενός τραγουδιού: Sophia Loren (ή μήπως Gillian Hills;) – “Zoo Be Zoo Be Zoo”
Μπορεί η Γη να έχει φέρει μερικές ακόμη βόλτες και ο πέμπτος κύκλος του Mad Men να ετοιμάζεται να μας σερβίρει την πέμπτη του συνέχεια στο τέλος αυτής της εβδομάδας, αλλά ήταν το πρώτο, το διπλό, της Κυριακής 25 Μαρτίου, που θα μείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη μας. Έχει ήδη περάσει –χάρη σε μία του και μόνο σκηνή- στο πάνθεον των τηλεοπτικών σειρών. Δίπλα σ’ εκείνο το επεισόδιο από τα «Φιλαράκια» που η λεύκανση του Ρος φωσφορίζει στο σκοτάδι. Δίπλα σ’ εκείνο το επεισόδιο από την «Δυναστεία» όπου επιτέλους η Αλέξις μαλλιοτραβιέται με την Κρίσταλ. Και –ω ναι!- δίπλα σ’ εκείνο το επεισόδιο από τον «Ιππότη της Ασφάλτου» όπου ο ΚΙΤ συγκρούεται στον αέρα με τον ΚΑΡ. Για ποια σκηνή μιλάμε; Για να ρωτάτε, μάλλον δεν το έχετε καν δει, έτσι; Αλλιώς θα είχατε ήδη ξεκινήσει να σιγοτραγουδάτε με λάγνα φωνή ένα ερωτικό «Ζου Μπι Ζου Μπι Ζου» μαζί με όλους εμάς τους υπόλοιπους.
Η Τζέσικα Παρέ (Μέγκαν Καλβέ – Ντρέιπερ, η δεύτερη σύζυγος του πρωταγωνιστή στην σειρά) θα διεκδικήσει με σοβαρές αξιώσεις τον ρόλο του απόλυτου it girl στο Χόλιγουντ (τουλάχιστον σε επίπεδο τηλεοπτικών σειρών) για το 2012. Και στην φαρέτρα της θα έχει το surprise party και το ακόμη πιο surprise gig που έκανε ενώπιον όλων των καλεσμένων για χάρη του εορτάζοντος Ντον Ντρέιπερ, όπου και τού τραγούδησε ερωτικά το «Ζου Μπι Ζου Μπι Ζου».
Το έκανε πιο ερωτικά από την Σοφία Λόρεν στην «Εκατομμυριούχο», εκείνη την κομεντί του 1960, όπου η πληθωρική Ιταλιάνα ταλαιπωρείται από τον Ινδό γιατρό που υποδύεται ο Πίτερ Σέλερς; Αδυνατώ να θυμηθώ. Κι όσο κι αν έψαξα στα βιντεοχώραφα του Internet, δεν μπόρεσα να βρω την σκηνή που η Λόρεν καταθέτει «ζου μπιζού» και «means that I love you» στον Σέλερς. Αυτό όμως που βρήκα είναι μια ίντριγκα, μια υπέροχη ιστορία πνευματικών δικαιωμάτων, αναπάντεχων χιτ, ανήλικων σταρ και γενικής θολούρας που απλώθηκε τις επόμενες κιόλας ώρες από την στιγμή που η Τζέσικα Παρέ ξανάκανε το κομμάτι λιγωτικό εθισμό.
Ποια πρωτοτραγούδησε το «ζουμπιζού» τελικά;
Η Τζίλιαν Χιλς είναι μια ξανθή ηθοποιός από αυτές που έχουν τις ρίζες τους στον κόσμο όλο. Γεννημένη στο Κάιρο απο Βρετανό πατέρα (τον περίφημο τυχοδιώκτη –και δάσκαλο τις υπόλοιπες ημέρες Ντένις Χιλς) και Πολωνή μητέρα, και μεγαλωμένη στη Γαλλία. Εκεί την ανακάλυψε ο Ροζέρ Βαντίμ και την αναγόρευσε σε «επόμενη Μπαρντό». Αλλά ήταν ο Αντονιόνι με το θρυλικό «BlowUp» που την έκανε τεράστια φίρμα, το 1966. Μέχρι τότε η γεννημένη το ’44 Χιλς, τα έκανε όλα. Λολιτοεμφανίσεις στις ταινίες του Βαντίμ, χαζοσινγκλάκια, φωτογραφίσεις. Χαζοσινγκλάκια είπα ε; Το 1961 κυκλοφόρησε ένα ΕΡ με τον τίτλο «Zou Bisou Bisou», που μπορείς να μαντέψεις ποιο κομμάτι είχε μέσα. Το ’61 είναι ένας χρόνος μετά την κυκλοφορία του «Εκατομμυριούχου» της Λόρεν και του Σέλερς (και του soundtrack «Sophia & Peter» που πήγαινε μαζί). Κι όμως, όταν οι Mad Men άρχισαν να παραληρούν σε ρυθμούς «ζουμπιζού», η Χιλς ισχυρίστηκε πως το κομμάτι είναι δικό της –κάτι που δεν αντέκρουσε η πλευρά της Σοφία Λόρεν, η οποία μάλλον δεν ασχολήθηκε καθόλου με το θέμα.
Ποια είναι λοιπόν η αλήθεια; Η Τζέσικα Παρέ τραγουδάει όντως την εκδοχή της Χιλς στο Mad Men. Αυτή με τους γαλλικούς στίχους. Την λολιτοειδή, βαντιμική, γιεγιέδικη εκδοχή (αυτήν, δηλαδή, που πιθανότατα είχε ακούσει η καταγόμενη από το Κεμπέκ ηρωίδα του Mad Men). Η Χιλς δεν λέει ψέμματα σ’ αυτό. Ίσως όμως και να λέει ψέμματα στο ότι έγραψε η ίδια το κομμάτι το καλοκαίρι του ’60. Ή να λέει μισό ψέμμα και να εννοεί ότι έγραψε τους γαλλικούς στίχους... Όπως και νά ‘χει, ήταν η δική της, η γαλλική βερσιόν που έκανε ένα κάποιο χιτ το ’61 (το τραγούδι της Λόρεν, πιο ερωτικό και τζαζ, χάθηκε στην λήθη μαζί με την μέτρια ταινία, της οποίας απετέλεσε soundtrack). Αλλά, όπως όλα δείχνουν, ήταν αυτό που γράφτηκε πρώτο, από τους Μπιλ Σέπαρντ και Άλαν Τιου.
Τα τιμημένα ‘60s, ο Βαντίμ και άλλες ιστορίες...
Μικρή σημασία έχουν, βεβαίως, όλα αυτά, γιατί στην ανάγκη μας σήμερα να ανακαλύψουμε τις ρίζες της πρόσφατης –α λα Παρέ / Καλβέ- ανατριχίλας μας, παραγνωρίζουμε μια συνήθη πρακτική των ‘60s: Να «δανείζεται» ο οποιοσδήποτε το τραγούδι του οποιουδήποτε και τού αλλάζει τα φώτα, αγνοώντας οποιονδήποτε νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων. Κάπου εκεί στήριξαν εξάλλου και την επιτυχία τους ελληνικές μπάντες σαν τους Olympians (no offense Πασχάλη!).
Απ’ όλον αυτόν τον αχταρμά κρατάμε μόνο την αστείρευτη γοητεία της Παρέ / Καλβέ (τρελλαίνομαι για την συναπτή παράθεση των δύο γαλλικών δισύλλαβων, τρελλαίνομαι!) και την δήθεν αθώα σεξουαλικότητα που εκμπέμπει το τραγούδισμά της. Την ίδια –και σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό- εξέπεμπε και το 1961 το στοματάκι της Χιλς. Το κορίτσι ήταν 17 ετών και είχε για μέντορα τον Βαντίμ, τον μεγαλύτερο λολιτολάτρη της ιστορίας. Ήταν φτιαγμένο για να γαργαλάει το ανδρικό υπογάστριο και να προκαλεί ανείπωτες φαντασιώσεις. Το σημαντικότερο όμως είναι πως αυτό δεν ήταν το πιο «ζουμπιζού» κομμάτι του είδους. Αλλά περί αυτού θα επανέλθω σε προσεχές post με μια ακόμη πιο συναρπαστική, προκλητική, ζουμπιζουμπιζούδικη ιστορία. Stay tuned!
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
Η Τζέσικα Παρέ (Μέγκαν Καλβέ – Ντρέιπερ, η δεύτερη σύζυγος του πρωταγωνιστή στην σειρά) θα διεκδικήσει με σοβαρές αξιώσεις τον ρόλο του απόλυτου it girl στο Χόλιγουντ (τουλάχιστον σε επίπεδο τηλεοπτικών σειρών) για το 2012. Και στην φαρέτρα της θα έχει το surprise party και το ακόμη πιο surprise gig που έκανε ενώπιον όλων των καλεσμένων για χάρη του εορτάζοντος Ντον Ντρέιπερ, όπου και τού τραγούδησε ερωτικά το «Ζου Μπι Ζου Μπι Ζου».
Το έκανε πιο ερωτικά από την Σοφία Λόρεν στην «Εκατομμυριούχο», εκείνη την κομεντί του 1960, όπου η πληθωρική Ιταλιάνα ταλαιπωρείται από τον Ινδό γιατρό που υποδύεται ο Πίτερ Σέλερς; Αδυνατώ να θυμηθώ. Κι όσο κι αν έψαξα στα βιντεοχώραφα του Internet, δεν μπόρεσα να βρω την σκηνή που η Λόρεν καταθέτει «ζου μπιζού» και «means that I love you» στον Σέλερς. Αυτό όμως που βρήκα είναι μια ίντριγκα, μια υπέροχη ιστορία πνευματικών δικαιωμάτων, αναπάντεχων χιτ, ανήλικων σταρ και γενικής θολούρας που απλώθηκε τις επόμενες κιόλας ώρες από την στιγμή που η Τζέσικα Παρέ ξανάκανε το κομμάτι λιγωτικό εθισμό.
Ποια πρωτοτραγούδησε το «ζουμπιζού» τελικά;
Η Τζίλιαν Χιλς είναι μια ξανθή ηθοποιός από αυτές που έχουν τις ρίζες τους στον κόσμο όλο. Γεννημένη στο Κάιρο απο Βρετανό πατέρα (τον περίφημο τυχοδιώκτη –και δάσκαλο τις υπόλοιπες ημέρες Ντένις Χιλς) και Πολωνή μητέρα, και μεγαλωμένη στη Γαλλία. Εκεί την ανακάλυψε ο Ροζέρ Βαντίμ και την αναγόρευσε σε «επόμενη Μπαρντό». Αλλά ήταν ο Αντονιόνι με το θρυλικό «BlowUp» που την έκανε τεράστια φίρμα, το 1966. Μέχρι τότε η γεννημένη το ’44 Χιλς, τα έκανε όλα. Λολιτοεμφανίσεις στις ταινίες του Βαντίμ, χαζοσινγκλάκια, φωτογραφίσεις. Χαζοσινγκλάκια είπα ε; Το 1961 κυκλοφόρησε ένα ΕΡ με τον τίτλο «Zou Bisou Bisou», που μπορείς να μαντέψεις ποιο κομμάτι είχε μέσα. Το ’61 είναι ένας χρόνος μετά την κυκλοφορία του «Εκατομμυριούχου» της Λόρεν και του Σέλερς (και του soundtrack «Sophia & Peter» που πήγαινε μαζί). Κι όμως, όταν οι Mad Men άρχισαν να παραληρούν σε ρυθμούς «ζουμπιζού», η Χιλς ισχυρίστηκε πως το κομμάτι είναι δικό της –κάτι που δεν αντέκρουσε η πλευρά της Σοφία Λόρεν, η οποία μάλλον δεν ασχολήθηκε καθόλου με το θέμα.
Τα τιμημένα ‘60s, ο Βαντίμ και άλλες ιστορίες...
Μικρή σημασία έχουν, βεβαίως, όλα αυτά, γιατί στην ανάγκη μας σήμερα να ανακαλύψουμε τις ρίζες της πρόσφατης –α λα Παρέ / Καλβέ- ανατριχίλας μας, παραγνωρίζουμε μια συνήθη πρακτική των ‘60s: Να «δανείζεται» ο οποιοσδήποτε το τραγούδι του οποιουδήποτε και τού αλλάζει τα φώτα, αγνοώντας οποιονδήποτε νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων. Κάπου εκεί στήριξαν εξάλλου και την επιτυχία τους ελληνικές μπάντες σαν τους Olympians (no offense Πασχάλη!).
Απ’ όλον αυτόν τον αχταρμά κρατάμε μόνο την αστείρευτη γοητεία της Παρέ / Καλβέ (τρελλαίνομαι για την συναπτή παράθεση των δύο γαλλικών δισύλλαβων, τρελλαίνομαι!) και την δήθεν αθώα σεξουαλικότητα που εκμπέμπει το τραγούδισμά της. Την ίδια –και σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό- εξέπεμπε και το 1961 το στοματάκι της Χιλς. Το κορίτσι ήταν 17 ετών και είχε για μέντορα τον Βαντίμ, τον μεγαλύτερο λολιτολάτρη της ιστορίας. Ήταν φτιαγμένο για να γαργαλάει το ανδρικό υπογάστριο και να προκαλεί ανείπωτες φαντασιώσεις. Το σημαντικότερο όμως είναι πως αυτό δεν ήταν το πιο «ζουμπιζού» κομμάτι του είδους. Αλλά περί αυτού θα επανέλθω σε προσεχές post με μια ακόμη πιο συναρπαστική, προκλητική, ζουμπιζουμπιζούδικη ιστορία. Stay tuned!
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
Θα βρεις κι άλλα εδώ:
Από τότε που ανακαλύφθηκε το youtube χάθηκε το φιλότιμο,
Είμαι βαθιά προβληματικό άτομο,
Μουσικόραμα,
Χαζοκούτι
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)