Mr. Arkadin κρατάω δυνάμεις για την κυριακή 22/2 σκοπεύω να κάνω liveblogging τα όσκαρ
Homo Ludens χαχαχαχα μα είναι αδιάφορα πια τα οσκαρ
Mr. Arkadin εγώ θα τα δω θα κάνω κερκίδα για μαρίσα τομέι, κέιτ γουίνσλετ, σον πεν
Homo Ludens σε μισω ΟΧΙ ΚΕΙΤ ΓΟΥΙΝΣΛΕΤ οταν ειναι υποψηφια η αν χαθαγουεϊ ΟΧΙ σων πεν -που εχει ξαναπαρει- οταν ειναι υποψηφιος ο Μικυ Ρουρκ
Mr. Arkadin δεν έχω δει το Rachel Getting Married
Homo Ludens δεν παιζει κανενα ρολο επισης, εχω μια θεωρια συνομωσιας ο λογος που η μεγιστη Κέιτ Μπλανσετ δεν εχει παρει ακομη τα 35 οσκαρ που θα επρεπε να εχει παρει ειναι οτι την μπερδευουν με την ανεραστη, ανευρη και βαρετη κειτ γουίνσλετ την υπηρεττρια του μαρκησιου ντε σαντ την πορσελάνινη κουκλα του Τζουντ μπλιαξ καλη ηθοποιος, αλλα έλεος
Mr. Arkadin μου αρέσουν και οι δύο και σεξουαλικά δεν υπάρχει δίλημμα για μένα
Homo Ludens Εννοειται οτι θα ανεβασω τωρα αυτον τον διαλογο στο μπλογκ ΕΙΣΑΙ ΔΙΕΣΤΡΑΜΜΕΝΟΣ! ΚΑΙ ΘΑ ΤΟ ΜΑΘΟΥΝ ΟΛΟΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΟΥ
Μr. Arkadin δεν φοβάμαι τίποτε
(Η φωτογραφία της Κέιτ Γουίνσλετ μεταμορφωμένης είναι από το Vanity Fair του Δεκεμβρίου. Aυτή της Κέιτ Μπλάνσετ από το Vanity Fair του Φεβρουαρίου)
«Το "Fuck You" είναι το τραγούδι του καλοκαιριού». Τάδε έφη mr. Arkadin σε μεταξύ μας MSNική συνομιλία. Εγώ ποντάρω στο "Not Fair", αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Ούτε, φυσικά, είναι στην πολλάκις εκπεφρασμένη σε τούτο εδώ τo blog εμμονή του εταίρου μου στα «τραγούδια του καλοκαιριού» (σκέπτομαι μάλιστα να καθιερώσω και να επιλέξω το «τραγούδι της άνοιξης», «του Ιουνίου» και «του Σαββατοκύριακου 12-13/9/09» για σπάσιμο). Το θέμα μας είναι αν το νέο άλμπουμ της Λίλυ Άλεν είναι αντάξιο του ντεμπούτου της, αν θα γίνει εξίσου κόλλημα, αν θα καταφέρει να ξαναγλυκάνει την εικόνα της παραπληγικής, ελεεινής, τρισάθλιας Αγγλίας που όλοι οι σώφρονες ετούτου του κόσμου έχουμε μέσα στο κεφάλι μας...
Μουσικά είναι χειρότερο. Σχετικά ανέμπνευστο (μονοδιάστατο μάλλον, electro-pop και τίποτε άλλο, με την εξαίρεση του «καουμπόικου» "Not Fair"), ευχάριστο μεν αλλά όχι ξεσηκωτικό, ουδέν καινόν φέρον... Αλλά δεν πειράζει. Η Λίλυ Άλεν παραμένει κόλλημα. Γιατί απλά στιχουργικά δεν παίζεται. Και επειδή ήταν αυτή που έφερε νέους κανόνες στο παιχνίδι με το "Allright, Still", είναι άδικο να την κρίνεις με τους παλιούς κανόνες τώρα στο "It's not Me, It's You". Άμα το κυττάξεις ως το sequel μιας μεγάλης δισκογραφικής επιτυχίας, είσαι απλά μαλάκας. Δες το ως το νέο post στο blog μιας 24χρονης (ντυμένο με λίγη μουσικούλα). Γιατί αυτό είναι. Η Λίλυ Άλεν μας γνώρισε έναν ολόκληρο κόσμο -που τον λατρέψαμε και τον ζηλέψαμε- ψαγμένων πιτσιρικάδων που ζουν τις ζωές τους μέσα στο Internet (αλλά δεν το πολυθέλουν) και δημιουργούν ανεξάρτητα από αυτό που θέλει ο μπαμπάς και η μαμά τους, ο δάσκαλος, η κενωνία γύρω τους, η δισκογραφική τους -στο κάτω κάτω.
Και τώρα, η blogger next door, μεγαλωμένη και επιτυχημένη πια, αρχίζει την εσωστρέφεια, αλλά δεν χάνει σε τίποτε από το χιούμορ και τον κυνισμό της. Μιλά στη γλώσσα της γενιάς που τόσο μου αρέσει, γράφει στο μουνί της τα «πρέπει», περιγράφει την λατρεία της για το χρήμα (είναι αλήθεια αυτά που λέει στο "Everyone's At It", δεν είναι ειρωνίες. Η Λίλυ είναι ένα άπληστο, υπερκαταναλωτικό πλασματάκι, το παραδέχτηκε στους "New York Times" πρόσφατα, περιγράφοντας πώς ξόδεψε πάνω από 100 χιλιάρικα σε ρούχα και κοσμήματα τη χρονιά που πέρασε), κράζει τον γκόμενό της που χύνει σε χρόνο dt, ακόμη κι όταν γίνεται ρομαντική, το πλαισιώνει με τις αιτίες που είναι τόσο φακλάνα: "Θα παραγγείλουμε κινέζικο και θα δούμε τηλεόραση». Ορίστε τα αποτελέσματα:
Και μόνο για την παραπάνω φωτογραφία, η μικρή Λίλυ πρέπει να γίνει αντικείμενο λατρείας. Να κτίσουμε ναούς, δηλαδή, και τέτοια. Και να πηγαίνουμε να προσευχόμαστε κάτω από το τροφαντό της άγαλμα να μείνουν αυτοί οι Θεοί οι Αγγλάρες πάντα ίδιοι. Δηλαδή να συνεχίζουν να κατουράνε ο ένας τον άλλον στα Φαληράκια και στις Ίμπιζες, να σοκάρονται που η Εθνική τους ΔΕΝ κερδίζει το Μουντιάλ (ούτε καν προκρίνεται στο Euro πια), να διαβάζουν αυτές τις απίθανες tabloid και τα ελεεινά free press κάθε πρωί στο θλιβερό μετρό τους στον δρόμο για τη δουλειά. Και να γεννούν μια στο τόσο ένα τεράστιο ταλεντάκι, ακόμη πιο φλεγματικό και κυνικό από την υπόλοιπη ελίτ τους, που θα τα έχει ζήσει όλα αυτά και θα τα κάνει ποίηση και τραγούδια, θα τα φορά στολίδια πάνω από τις χρωματιστές της φούστες, θα τα κολλά αυτοκόλλητα στο ξεχαρβαλωμένο της ποδήλατο...
Y.Γ.: Εννοείται ότι δεν περιμένω το άστρο της να αντέξει πολλά χρόνια ακόμη. Θα σβήσει, όπως οφείλει, μαζί με τα αυθάδικα νιάτα της. Μαζί με την εποχή που εκφράζει. Και -ελπίζω- δεν θα ξαναεμφανιστεί στα σαραντατόσα της με νέο άλμπουμ σε παραγωγή του Μπράιαν Ίνο και πιο ώριμο ήχο, όπως κάνει τώρα ο Τζέισον Ντόνοβαν (όχι, δεν κάνω πλάκα!)
Lily Allen It's Not Me, It's You (Φεβρουάριος 2009)
Υπάρχει μια μεγαλειώδης σκηνή στον "Παλαιστή" του Αρονόφσκι, μια σκηνή δύο-τριών το πολύ λεπτών, ελάχιστα σημαντική για την ταινία -με την έννοια ότι εκεί συμβαίνει μεν κάτι που ήλπιζες να συμβεί, αλλά τίποτε δεν αλλάζει τελικά στην ροή αυτού του ωμού υπαρξιακού δράματος που από προχθές λατρεύεται στις αθηναϊκές αίθουσες-, μια σκηνή που στην ουσία δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από απόδειξη της μαεστρίας ενός κορυφαίου σκηνοθέτη. Ένα κλείσιμο ματιού στο κοινό του (το γεννημένο τη δεκαετία του '70, όχι αργότερα!) -και πάμε πάλι πίσω στη δουλειά μας...
Ο Μίκυ Ρουρκ λικνίζεται εντελώς γελοία, υποδυόμενος την Μαρίζα Τομέι (τον χαρακτήρα που παίζει η Μαρίζα Τομέι στο έργο, τέλος πάντων, μια γριά στριπτιζού δηλαδή) μέσα σε ένα ελεεινό μπαρ, υπό τον ήχο του "Round and Round" των Rat Attack. Το θέαμα είναι εντελώς θλιβερό, αλλά εκείνη εκστασιάζεται. Ταυτίζεται με όλο αυτό το εντελώς decadent '80s τοπίο, τη φθηνή και εξωφρενικά παγωμένη μπίρα (Coors ή κάτι εξίσου άνοστο...), τη φθηνή hard rock κόπια του ούτως ή άλλως όχι ιδιαιτέρως ποιοτικού hard rock πρότυπου που έθεταν εκεί γύρω στο '85 οι Motley Crue, οι Poison και οι Cinderella αυτού του κόσμου, τη φθηνή ατμόσφαιρα ρομαντίλας που θα οδηγήσει σ' ένα πεταχτό φιλί κι ένα σφίξιμο εκεί που το τζιν στενεύει απότομα... Ω ναι! Αυτή η σκηνή είναι όλη η ταινία. Δύο θλιβεροί απόκληροι, δύο τελειωμένοι ζητιάνοι του "είναι", δύο υποσημειώσεις στο περιθώριο της ζωής, βιώνουν επιτέλους κάτι: Είναι η αποφορά από τη σαπίλα τους, αλλά είναι κάτι. Είναι ό,τι έχει απομείνει από τότε που ήταν νέοι και ωραίοι, από τότε που όλα ήταν νέα και ωραία, κι ας μην ήταν ποιότητας ΑΑΑ, κι ας μην ήταν Louis Vuitton και Moncler, κι ας μην ήταν Arcade Fire και Flying Lotus.
Και ακριβώς τη στιγμή που νιώθεις ότι σε ρουφάει ο Αρονόφσκι μέσα σ' ένα θαύμα, ο Ρουρκ ξερνάει μία ακόμη ατάκα. Που κάνει το θαύμα πραγματικό θαύμα. Στον απ' έξω ίσως ακουστεί αστεία, αλλά -μαλάκα μου- πόση αλήθεια φτύνει ο μάγκας! Πόσες φορές κι αν έχουμε πει την ίδια ατάκα με το Μιχαλάκη, πόσο γελάσαμε -σφιγμένοι στην ψυχή- όταν την ακούσαμε από το ηχοσύστημα του Cinemax. "Τι γαμάτα που ήταν τα '80s. Guns n' Roses, (Motley) Crue, Cinderella... Μέχρι που ήλθε αυτό το μουνί ο Κομπέιν και τα γάμησε όλα!".
Με ρώτησε πριν λίγο μια από τις γυναίκες της ζωής μου: "Και τι γράφεις τώρα;". Της απάντησα: "Ίσως δεν το καταλάβεις. Γράφω για κάτι που γινόταν όταν εσύ γεννιόσουν ακόμη...". Γεννήθηκε το 1983. Ήταν, δηλαδή, μόλις πέντε ετών όταν οι Cinderella τραγουδούσαν αυτό το μπαλαντοειδές ροκάκι που μας έκανε να δακρύζουμε μια στο τόσο -ΟΚ, πιο πολύ τα κορίτσια, μην το κάνουμε και εντελώς γκέι το post τώρα-, ήταν τόσο μικρή, τόσο πιτσιρίκα όταν κάναμε headbanging στα μωσαϊκά των σχολικών πάρτυ με Twisted Sister και Quiet Riot, όταν ανάβαμε φωτιές στις παραλίες και παίζαμε Scorpions στις ξεκούρδιστες κιθάρες, όταν στήναμε πειρατικούς σταθμούς και πατούσαμε play για τους Firehouse στα κασετόφωνα (εννοείται ότι παίζαμε κασέτες -ΕνΝοείται!), που δεν ξέρω πώς να της το εξηγήσω.
Ο Ρουρκ και η Τομέι, ο "Κριός" και η "Παμ" του Αρονόφσκι, ακούν Rat Attack και ζουν. Εγώ ακούω Rat Attack και -γαμώ το- δεν ξέρω τι κάνω. Δεν ξέρω αν θλίβομαι πιο πολύ απ' όσο πετάω στον αέρα και ρίχνω ένα χαστούκι στο ταβάνι. Ναι, και μετά ήλθε αυτό το μουνί ο Κομπέιν και τα άλλαξε όλα. Τα έκανε πιο δύσκολα. Πιο απαιτητικά. Κάποτε ήταν ένα-δύο ακόρντα, ένα σκισμένο τζιν, λίγο πιο μακρύ μαλλί, "Every Rose Has It's Thorn" και "Living on a Prayer", κάποτε ήταν τα αγόρια στη μια γωνιά, τα κορίτσια στην άλλη, κάποτε ήταν απλά ένα κι ένα κάνουν δύο, τώρα δεν είναι έτσι. Τώρα θολώνω όταν η Lily Allen τραγουδά για τον οργασμό που δεν έρχεται, πνίγομαι στον κυνισμό της, αγχώνομαι -κι ας μην είμαι εγώ ο ανίκανος εραστής της-, πικραίνομαι που η Ίβαν Ρέιτσελ Γουντ δεν με καταλαβαίνει (αυτή κι αν είναι η αποκάλυψη της ταινίας, στο ρόλο της κόρης του Ρουρκ). Ρε πούστη μου, πώς τα δυσκολέψαμε τα πράγματα έτσι; Ξανακούω τους Cinderella να γκρινιάζουν πάνω σ' αυτή τη μπαλάντα που τόσο μας έγδερνε την καρδιά τότε και σχεδόν βάζω τα γέλια. Πότε έγινα τόσο σκληρός; Ο Ρουρκ και η Τομέι, ο "Κριός" και η "Παμ", ακούν Cinderella και υπάρχουν. Κουβαλάνε μαζί τους όλο το τίποτε των '80s, κουβαλάνε μαζί τους όλη την απλότητα μιας εποχής που το να μη φοράς Timberland δεν πείραζε και τόσο, κουβαλάνε μαζί τους όλη την αθωότητα του τότε που "το αγόρι αγαπούσε το κορίτσι και μετά παντρευόντουσαν κι έκαναν οικογένεια κι εκείνος -εννοείται- πουλούσε το ΧΤ και έκοβε τις σούζες".
Tρέμω στο ενδεχόμενο δεκαπέντε χρόνια από τώρα να ακούω Black Kids και να με πιάνει ρίγος. Φοβάμαι, αγχώνομαι, τρελαίνομαι στην ιδέα ότι μετά από δυο δεκαετίες θα με θυμάμαι στα καλά μου και θα πνίγω την παρακμή μου σε νότες και αποκόμματα μιας τελειωμένης εποχής. Δεν θέλω "τα καλά μου" να είναι αυτά που ζω τώρα. Ο γαμημένος ο "Παλαιστής" μου γέμισε το μυαλό με ακόμη περισσότερες σκοτούρες. Άντε γαμήσου Αρονόφσκι. Άντε γαμήσου κι επειδή έχεις στο κρεββάτι σου την πιο τέλεια γυναίκα που κυκλοφορεί στον πλανήτη Γη. Και μάθε να διαλέγεις κοστούμι μαλάκα!
Άντε γαμήσου κι εσύ Ρέιτσελ Βάις -με κάποιον άλλον. Να φάει κέρατο ο μαλάκας, να συνέλθει, να σταματήσει να μας γεμίζει το κεφάλι με Accept και Σπρίνγκστιν, με περασμένα μεγαλεία, πηδηχτερές φιγούρες πάνω απ' το καναβάτσο, θλίψη, κατάθλιψη και κατάντια. Άει στο διάολο.
Ο Homo Ludens απερίσκεπτα με προκάλεσε, να σχολιάσω το Sukiyaki Western Django, που προβάλλεται από προχθές στις αθηναϊκές αίθουσες και δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσω την πρόκληση να περάσει έτσι.Η αλήθεια είναι ότι, μόλις είδα ότι στις νέες ταινίες της εβδομάδας περιλαμβάνεται κι αυτή, δεν σκέφτηκα να ανεβάσω post. Σκέφτηκα: "μπα; πού την θυμήθηκαν;" Γιατί αυτή η ταινία έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ της Βενετίας το Σεπτέμβρη του 2007. Έτυχε να βρίσκομαι εκείνες τις μέρες στο φεστιβάλ και έδωσα ευχή και κατάρα στους φίλους κριτικούς κινηματογράφους που συνάντησα να προσέξουν αυτήν την ταινία και να μου μεταφέρουν τις εντυπώσεις - τους είδα χλιαρούς. Εκείνο το φεστιβάλ είχε ένα τεράστιο, πληρέστατο αφιέρωμα στο Western Spaghetti, ένα είδος που έμαθα να αγαπώ χάρη στην φιλία μου με το δάσκαλό μου, τον Γιώργο Χαρωνίτη, ο οποίος, εκτός από εκδότης του μοναδικού Τζαζ εντύπου της Ελλάδας και αυθεντία σε ό,τι έχει να κάνει με τον μαέστρο Ενιο Μορικόνε (δεν πρέπει να υπάρχει παγκοσμίως άλλος με πληρέστερη συλλογή έργων του), εδώ και χρόνια εντρυφεί στην ιστορία αυτού του γοητευτικού, βίαιου και απολύτως καλτ κινηματογραφικού είδους. Κάτι τέτοιο κάνουν ο Κουέντιν Ταραντίνο και ο Τακάσι Μίικε, που έφτιαξαν αυτήν την ταινία, έναν φόρο τιμής στον αρχετυπικό ήρωα του σπαγκέτι ουέστερν, τον Τζάνγκο. Η ταινία τους, υποτίθεται ότι αφηγείται από την αρχή τον μύθο και εξετάζει την δημιουργία αυτού του ήρωα. Όσο για το σημείο αναφοράς τους, αυτό δεν είναι άλλο από την ταινία Τζάνγκο, μια ιταλο-ισπανική παραγωγή (άρα μιλάμε για κάτι που είναι μισό γουέστερν-σπαγκέτι και μισό γουέστερν-παέγια) που σκηνοθέτησε ο Σέρτζιο Κορμπούτσι, πρώην βοηθός του Σέρτζιο Λεόνε. Αν ο Λεόνε έθεσε τις βάσεις, τη γραμματική, την αισθητική του ιταλογουέστερν, κάνοντας ταινίες απίστευτου λυρισμού, ο Κορμπούτσι με το Τζάνγκο επενδύει σε ένα μόνο χαρακτηριστικό: το fun. Αν δηλαδή η τέχνη του γουέστερν σπαγκέτι ξεκινά με το "Για μια χούφτα δολάρια" του Λεόνε, το καλτ του είδους ξεκινά με το Τζάνγκο. Και ο Τζάνγκο ξεκινά με τη μορφή του Φράνκο Νέρο, με αυτά τα γυάλινα γαλάζια μάτια που λάμπουν αλλόκοτα μέσα στη μπίχλα, την αξυρισιά και τη βαρβατίλα του, όπως εμφανίζεται στο χωριό, σέρνοντας ένα φέρετρο (!) που μέσα έχει ένα μυδραλλιοβόλο (αν έχεις Θεό, δηλαδή) το οποίο είναι το όπλο με το οποίο ξεπαστρεύει μερικούς από τους αντιπάλους του - για την ακρίβεια στην ταινία καταγράφονται 138 φονικά, ενάμισης σκοτωμός το λεπτό, με άλλα λόγια, σε έναν ακραίο φετιχισμό της βίας, που επηρέασε δεκάδες σκηνοθέτες (μάντεψε από πού πήρε ο Ταραντίνο την ιδέα με το κομμένο αυτί στο Reservoir Dogs). Ο Τζάνγκο είναι ένας ήρωας που κυριολεκτικά γαμεί και δέρνει - σπορ στο οποίο θα επιδίδοντο εφ' εξής όλοι οι ήρωες του σπαγκέτι γουέστερν. Η επιτυχία της ταινίας, όπου υπήρχε πανί, μηχάνημα προβολής και πάγκος που να πουλά μπύρες, γκαζόζες, γρανίτες και πασατέμπο, ήταν τεράστια, με αποτέλεσμα να γυριστούν καμιά εκατοστή ανεπίσημα sequel - δεν τολμώ καν να αγγίξω το μοναδικό επίσημο, ένα ραμποειδές της δεκαετίας του '80. Ακόμη και ο θρυλικός παραγωγός της ρέγκε Λι "Scratch" Πέρι είχε κόλλημα με τον ήρωα, γράφοντας καμιά δεκαριά κομμάτια εμπνευσμένα από αυτόν, με πιο γνωστό το "Return of Django". Καλά, όλα αυτά, αλλά τι σχέση έχει αυτό με έναν τσιγγάνο τζαζ κιθαρίστα της δεκαετίας του '30; Μα, αυτό που δεν ξέρουν οι θιασώτες του σπαγκέτι γουέστερν είναι πως, επί της ουσίας, συμμετέχουν σε έναν περίτεχνο φόρο τιμής στον μουσικό. Δεν διάλεξε τυχαία ο Κορμπούτσι το όνομα Τζάνγκο (που σημαίνει "ξυπνάω") για τον ήρωά του - κάτι που τεκμηριώνεται από την επική τελική σκηνή της μάχης, στην οποία ο Τζάνγκο, παρά το ότι τα χέρια του είναι σπασμένα, διαλυμένα και μέσα στα αίματα, καταφέρνει να χρησιμοποιήσει το πιστόλι του και να σκοτώσει τους αντιπάλους του, περίπου όπως ο Τζάνγκο Ράινχαρντ έπαιζε με δαιμονική ταχύτητα κιθάρα, παρά το ότι τα δυο δάχτυλα του αριστερού του χεριού ήταν αγκυλωμένα και παραμορφωμένα, μετά από την περίφημη πυρκαγιά του τροχόσπιτού του. Κατόπιν τούτου, ο καλύτερος τρόπος να κλείσω αυτό το post είναι με ένα τραγούδι γουέστερν της εποχής του Τζάνγκο, αλλά και με το υπέροχα μελοδραματικό θέμα της ταινίας, που τραγουδούσε με πάθος ο Ρομπέρτο Φία.
Όχι, το να σε προδώσει η καρδιά σου στα εξήντα δύο σου δεν είναι ο σωστός τρόπος να πεθάνεις, αν είσαι ο Lux Interior. To να βρεθείς αποκεφαλισμένος στο κρεβάτι ενός μοτέλ, έχοντας περάσει μια νύχτα πάθους με μια έφηβη νοσοκόμα που αποδείχθηκε ότι στην πραγματικότητα ήταν ζόμπι από το έξω διάστημα που τρέφεται με μυαλά ανθρώπων, αυτός ναι, είναι ο ταιριαστός θάνατος για έναν άντρα που πέρασε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες ισορροπώντας σε ψηλοτάκουνα παπούτσια, τραγουδώντας με τη μπάσα φωνή του αυτό το είδος που πάντρεψε το πιο ωμό ακατέργαστο ροκ εν ρολ του '50 με τον μηδενισμό του πανκ, για να δημιουργήσει το psychobilly, κι έχοντας στο πλευρό του τη γυναίκα της ζωής του, ένα θηλυκό bigger than life, μια μαινάδα που οργώνει τη σκηνή κραδαίνοντας αγέρωχα το πιο εμβληματικό φαλλικό σύμβολο (μια κιθάρα Gibson Les Paul), σαν να την έχει μόλις ξερριζώσει, εν στύσει - σε έναν διάλογο ταυτόχρονα μακάβριο και καβλωτικό. Ναι, η κακομοίρα η Poison Ivy θα πρέπει να νιώθει τρομακτική μοναξιά αυτές τις μέρες...
Το καλοκαίρι έκανα τις καλλίτερες διακοπές της ζωής μου. Δεν έγραψα ποτέ κάτι γι' αυτό. Τι να γράψεις; Στη δουλειά μας, τέτοιες τέλειες φάσεις είναι απλά η ένεση που χρειάζεσαι για να συνεχίζεις να τα περιγράφεις όλα όμορφα και υπέροχα (πολύ πιο όμορφα και υπέροχα απ' ότι στην πραγματικότητα είναι) τον υπόλοιπο χρόνο. Δεν χρειάζεται να γράψεις κάτι ακριβώς για τις τρεις βδομάδες σερφ στον Κουρεμένο, γιατί αυτό είναι δικό σου. Ακόμη κι αυτοί που θα το καταλάβουν, δεν θα μπορέσουν ποτέ να το ζήσουν ίδιο. Οπότε τους γράφεις για τα 10 καλλίτερα spa στον κόσμο, το πώς κερδίζει ο Ρούπερτ Μέρντοχ απ' την κρίση και το γιατί ο Παναθηναϊκός περνάει τη μεγαλύτερη κρίση του, τώρα που έκλεισε τα 100, μπας και ταυτιστούν με κάτι.
Η συνταγή για το Chamonix δανείστηκε πολλά στοιχεία από τον καλοκαιρινό Κουρεμένο. Στην παρέα μόνο δύο κολλητοί, το σπορ περιείχε μεγάλη σανίδα, το επίπεδο ήταν αρκετά challenging. Συν το ότι τις χειμερινές διακοπές στις Άλπεις τις έχουμε καθιερώσει εδώ και πολλά χρόνια, οπότε δεν υπήρχαν και πολλά απρόοπτα που θα μπορούσαν να συμβούν. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Το προβληματικό σύστημα καθαρισμού του χιονιού από τα φτερά των αεροπλάνων στο αεροδρόμιο της Γενεύης, μια ίωση που αμφισβήτησε το περίφημο «άτρωτον» του οργανισμού μου (και συνεχίζει, σχεδόν δέκα μέρες μετά, να το αμφισβητεί), ένα ξύλινο τελάρο γύρω από την TFT που έκλεινε την δίοδο των καλωδίων του Xbox... Η εβδομάδα απόδρασης μετατράπηκε σε εφιάλτη που μετριόταν με βαθμούς κελσίου πάνω από τα 38, ο ταπεινός σας blogger επέστρεψε πίσω (ακόμη πιο) ισχνός και χλωμός και ακόμη κι ελάχιστες όμορφες στιγμές σαν την παραπάνω (σιγά την όμορφη στιγμή, εδώ που τα λέμε) πάνε να ξεχαστούν μέσα στο γενικότερο κλίμα μιζέριας.
Από καιρό κάτι δεν μου πήγαινε καλά. Τελικά κατάλαβα τι σήμερα που ξεφύλλιζα το τελευταίο Big Fish, που έχει ένα θέμα της Ζωής για την Άγκινες Ντέιν και μια συνέντευξη του Θοδωρή από τον Μπραντ Πιτ. Πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο...
Τι κρίμα που το καλλίτερο trailer όλων των εποχών είναι για μια ταινία που απλά δεν υπάρχει. Μακάρι κάποιος μέγας παραγωγός του Χόλιγουντ να έχει ενθουσιαστεί τόσο με το "Satan's Alley", που να το γυρίσει κιόλας κανονικά...
είναι η Δούκισσα!" (update: Αυτό το καλαμπουράκι δεν το σκέφτηκα εγώ. Το γέννησε το αρρωστημένο μυαλό κάτι φίλων μου. Το ανάρτησα περιμένοντας την απάντησή τους. Η οποία ήρθε)
Έχει περάσει μια εβδομάδα κι ακόμη το φυσάω και δεν κρυώνει. Το περασμένο Σάββατο, λοιπόν, βρίσκόμουν στο Παρίσι - η γυναίκα της ζωής μου ήθελε να δει το σημαντικότερο καλλιτεχνικό γεγονός του ευρωπαϊκού χειμώνα και φρόντισα (δυο μήνες πριν) να βγάλω εισιτήρια. Φρόντισα επίσης, όπως κάθε φορά που πρόκειται να επισκεφτώ μια πόλη, να τσεκάρω αν παίζει τίποτα καλό στα τζαζόμπαρα. Χαζεύοντας άγνωστα ονόματα στη jazzenda του αγαπημένου μου ραδιοφωνικού σταθμού, έπεσα πάνω σε μια πληροφορία που μου φάνηκε ενδιαφέρουσα: ο Moreno, λέει, στο Atelier Charonne - το οποίο είναι ένα μπαρ-ρεστοράν που άνοιξε την περασμένη άνοιξη στη Βαστίλλη, και το οποίο φιλοξενεί κάθε μέρα live την τρέχουσα σκηνή της Jazz Manouche - και όχι τυχαία ονόματα: ο Νινίν Γκαρσία, ο Αντζελό Ντεμπάρ, o Ροντόλφ Ραφαλί, οι αδελφοί Φερέ, ακόμη και ο ίδιος ο Νταβίντ Ράινχαρντ, ο εγγονός του Τζάνγκο παίζει εκεί τακτικά (για να καταλάβεις, οι Ράινχαρντ, οι Φερέ, οι Σμιτ, οι Ρόζενμπεργκ, οι Βίντερσταϊν είναι κάτι σαν τους δικούς μας Χαλκιάδες και τους Μπέκους: φατρίες παραδοσιακών μουσικών, όλοι τους με στιλπνά μαλλιά, πουκάμισα με λαχούρια και φορτωμένοι χρυσαφικά, που κηρύσσουν με τις κιθάρες τους το ευαγγέλιο του Gipsy Swing, όπως αποκαλύφθηκε στον Τζάνγκο). Ο Μορένο υποτίθεται πως είναι από τους καλύτερους (είχα ακούσει κάποια κομμάτια στη δισκοθήκη του Kosmos, όταν δούλευα εκεί, και μου είχε φανεί ok) - ήταν μαθητής του ηρωικού Τσαν Τσου Βιντάλ και είναι φοβερός δεξιοτέχνης - και διασκεδαστής. Έψησα τη γυναίκα της ζωής μου - όχι χωρίς κόπο - και το περασμένο Σάββατο, στις 11 το βράδυ, κατάκοποι από δώδεκα ώρες πεζοπορίας στα μουσεία, τα καφέ, την Avenue Montaigne και τα μεγαλομπακάλικα της Μαντλέν, διαβήκαμε την πόρτα του μπαρ. Και νομίσαμε ότι παίζουμε κομπάρσοι στο "Ρετιρέ" του Δαλιανίδη, και ότι είμαστε πελάτες στο μπαράκι της Χαρούλας. Φαντάσου έναν διάδρομο σε σχήμα ανάποδου "Γ". Περπατάς κι έχεις αριστερά το μπαρ και δεξιά κάτι μικρά, υποφωτισμένα τραπεζάκια, με σαραντάρηδες τζαζόφιλους που πίνουν το ποτό τους. Στη γωνία, κάνεις αριστερά κι έχεις πάντα από τη μια μεριά το μπαρ και από την άλλη, άλλα τραπέζια, πιο στριμωγμένα, με εξίσου σαραντάρηδες που τρώνε. Και στη γωνία του ανάποδου "Γ", η ορχήστρα. Μπροστά από μια κόκκινη κουρτίνα, αν έχεις Θεό. Ένας κοντραμπασίστας. Ένας κιθαρίστας πιτσιρικάς, με ρεπούμπλικα (αν το έκανε σ' εμάς κανένας νεορεμπέτης, θα τον παίρναμε με τα γιαούρτια). Ο Μορένο - κάτι ανάμεσα σε Μπαρτ Ρέινολντς και τον τύπο που έπαιζε τον μπαμπά της Ναζλί σ' εκείνη την τούρκικη μαλακία που έδειχνε το Mega πριν από καναδυό χρόνια - να γρατζουνάει μια κιθάρα με εμφανή πλήξη και να σκούζει κάτι βλακείες. Και στη μέση όλων, όρθια η κυρά του - μια πενηντάρα τσιγγάνα με ένα φρικτό εμπριμέ χειμωνιάτικο φόρεμα να φαλτσάρει εφιαλτικά. Είχα καταπιεί τη γλώσσα μου. "Ε, να πιούμε ένα ποτάκι και βλέπουμε;" ψέλλισα. Προτού ολοκληρώσω τη φράση μου, η γυναίκα της ζωής μου με ρώτησε: "Σου θυμίζει κάτι αυτό;" "Τι;" "Δεν είναι τελείως gipsy kings;" Είχε δίκιο. Διασχίσαμε ξανά το ανάποδο "Γ" (που πια ήταν κανονικό "Γ") και βγήκαμε ξανά, να ανακατευτούμε με τους παριζιάνους κάγκουρους που βγαίνουν Σάββατο βράδυ στη Βαστίλλη. Ούτε ποτάκι, ούτε τίποτε. Το επόμενο πρωί, κάναμε μια υπέροχη κυριακάτικη βόλτα στη Μονμάρτρ. Και στο ipod του μυαλού μου έπαιζε στο repeat εκείνο το φοβερό κομμάτι που σκάρωσε ο θεός της κορνέτας Ρεξ Στιούαρτ, όταν είχε βρεθεί στο Παρίσι, μέσα στο μεσοπόλεμο, παρέα με τον Μπάρνι Μπιγκάρ, τον κλαρινετίστα του Έλινγκτον, και τζαμάρανε με αυτόν τον τρελό τσιγγάνο με τα αγκυλωμένα δάχτυλα.Οι αφίσες γύρω διαφήμιζαν τη συναυλία Django Symphonique... Αναστέναξα. Κάποια στιγμή, θα ζήσω ένα κανονικό Django Weekend - ακόμη κι αν χρειαστεί να σύρω τη γυναίκα της ζωής μου σ' εκείνο το καταγώγιο στην Porte de St. Ouen, που μαζεύονται τα απογεύματα του σαββατοκύριακου, όλοι αυτοί οι τύποι με τα λαχούρια και τις ταλαιπωρημένες Selmer κιθάρες.
Αποδόμησε κομμάτι - κομμάτι ολόκληρη την πολιτική του Μπους, την οποία χαρακτήρισε "παιδιάστικη". Μίλησε για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Για έλεγχο της αγοράς. Για αποχώρηση από το Ιράκ. Και στην πορεία, έκλεισε το μάτι στο great american songbook και τον Τζερόμ Κερν, απαγγέλλοντας "Starting today, we must pick ourselves up, dust ourselves off, and begin again the work of remaking America". ( :Ρ )
Η εφαρμογή youtube.com/tv, κάνει πραγματικά ενδιαφέρουσα την τηλεόρασή σου, παρουσιάζοντας το περιεχόμενο του site με τον τρόπο που θέλει ένας κανονικός couch potato. Με πιάτα γεμάτα πέννες ανοίξαμε το wii και ξαναείδαμε με την ίδια λαχτάρα ολόκληρη την ομιλία του Ομπάμα, απολαμβάνοντας έναν λόγο ανακουφιστικό, ρεαλιστικό και ελπιδοφόρο - χαρακτηριστικά που δεν είχε ποτέ καμία πολιτική ομιλία από όσες έχει τύχει να υποστώ τα τελευταία είκοσι χρόνια που προσπαθώ να καταλάβω την πολιτική. Δεν με νοιάζει αν κάνει τα μισά από όσα λέει - και σε τελική ανάλυση, τα περισσότερα δεν έχουν καμία σχέση με τη ζωή μου. Μου αρκεί που κάποιος βγήκε και είπε αυτά που οι περισσότεροι άνθρωποι γύρω μου σκέφτονται. Και μόνο αυτό είναι μια αλλαγή. Η αγαπημένη μου μεσήλιξ μπλόγκερ έγραφε ότι ένιωθε όπως τότε που ήταν δεκατριών και άκουγε την αντίστοιχη ομιλία του Κένεντι. Προσωπικά βρήκα πολύ καλύτερο τον Ομπάμα. Κι ας μην έχει έναν Σινάτρα να του αφιερώσει το απολύτως ταιριαστό High Hopes. (Τι να πρωτοκάνουν ο will.i..am και ο Σπρίνγκστιν;)
Δεν έχω πάει ακόμη να δω τους «Επιβάτες». Η Cajasur Andalucia δεν μου έχει δώσει άδεια (αυτό ήταν tip για ένα γρίφο που έχω προκαλέσει τον mr. Arkadin να λύσει, αλλά εκείνος απαξιώνει). Απ' ότι, πάντως, καταλαβαίνω από τις ως τώρα αντιδράσεις του κοινού, δεν υπάρχει και κανένας λόγος να πάω. Εκτός, ίσως, από έναν. Την εικονιζόμενη άνωθεν Αν Χάθαγουεϊ. Η οποία όμως είναι ακόμη ισχυρότερος λόγος στο να νοικιάσω απλά το DVD και να το δω ξάπλα στο κρεββάτι μου :)
UPDATE:
Τελικά το είδα. Ξάπλα στο κρεββάτι μου. Κατ΄αρχάς ήταν μια χαρά ταινία. Όσοι αντέδρασαν μάλλον αντέδρασαν γιατί τους υποσχέθηκαν θρίλερ κι αυτό ήταν ένα ρομαντικό ψυχολογικό σασπενσάκι -όχι θρίλερ πάντως (κι ας είχε αναφορές στους "Άλλους" και την "6η Αίσθηση"). Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα μας. Το μοναδικό πράγμα που έχει σημασία είναι ότι δεν με πειράζει καθόλου που η παρακάτω πρόταση θα φανεί σαν γραμμένη από επτάχρονη αναγνώστρια της "Μανίνας": Είμαι ερωτευμένος. Θέλω να αλείφω μαρμελάδα στο ψωμάκι της κάθε πρωί, να την παίρνω τηλέφωνο κάθε μεσημέρι στο γραφείο και να της τραγουδάω, να την κοιμίζω με μια γεμάτη αγκαλιά κάθε βράδυ. Δεν ξέρω πού θα φτάσει ακριβώς αυτή μου η κατάντια, αλλά έχει πλάκα...
ΟΚ, ας μην είναι το Λος Άντζελες. Αλλά πρέπει να φύγω τώρα για την Αμερική. Χέσε τον Ομπάμα. Βασικά σκεπτόμουν κάτι σε ανάταση ηθικού. Σε τονωτική ένεση πρωτοεπίπεδης ευτυχίας τύπου «με αγαπούν οι δικοί μου και τους αγαπώ εξίσου, συν το ότι τα ντοματάκια στο backyard μας βγήκαν φέτος κατακόκκινα». Να πάω στο Νάσβιλ του Τενεσί και να ΜΗΝ ΑΚΟΥΩ Τζακ Γουάιτ όλη μέρα, αλλά κάτι τόσο χαρούμενο και ΝτολιΠαρτονικό όσο οι Sugarland. Και να παίρνουν τις κιθάρες τους και ο Τζον με τον Ρίτσι, όπως πριν εικοσιτόσα χρόνια που ήταν ακόμη slippery when wet και να τραγουδάμε όλοι παρέα. Ε ρε γλέντια!
Έχω πάρα πολλή δουλειά σήμερα (εντάξει, όχι όσο χθες, αλλά και πάλι), αντί να την κάνω όμως, έχω περάσει τη μισή μέρα κολλημένος με αυτή τη βλακεία το Obamicon. Βοήθεια!
Το ότι κανείς σας δεν μας ευχήθηκε ποτέ να τα χιλιάσουμε, δεν μας πτόησε. Από χθες το «ΠΠC» φέρει περήφανο 1001 posts. Κι επειδή συνεχίζετε να σφυρίζετε αδιάφορα, αναλαμβάνουμε μόνοι μας την ευθύνη και αυτοευχόμεθα δεκαχιλιασμό των δημοσιεύσεών μας!
Με το που μπήκε στο αυτοκίνητο, η γυναίκα της ζωής μου πάτησε το off στο στερεοφωνικό, διακόπτοντας το θερμό ρυθμικό βόμβο των πνευστών: "Όχι άλλο σουίνγκ, έλεος. Δεν βαρέθηκες, ένα μήνα τώρα; Πότε θα πάρεις απόφαση ότι τα Χριστούγεννα τελείωσαν;" Είχε προηγηθεί μια συζήτηση με έναν φίλο, που ωρυόταν κι αυτός για τον στερεοτυπικό συσχετισμό των Χριστουγέννων με το σουίνγκ και δη με τον Σινάτρα. Ο φίλος βέβαια έριχνε το φταίξιμο για το Sinatra Complex στον Πέτρο Κωστόπουλο. Εγώ δεν συμφωνώ. Έχω σταματήσει να ρίχνω φταίξιμο στον Κωστόπουλο για οτιδήποτε - βαρέθηκα. Κι επίσης, ναι, είμαι ένα κινούμενο κλισέ: με το που θα μπει ο Δεκέμβρης ακούω ΜΟΝΟ σουίνγκ - Έλινγκτον, Μπέιζι, Μπένι Γκούντμαν, Άρτι Σο, Τόμι Ντόρσι, Χάρι Τζέιμς, Τσικ Γουέμπ, Φλέτσερ Χέντερσον, Τζίμι Λάνσφορντ, τα πάντα. Και συνεχίζω να τα ακούω και μετά, για όσο αντέξω, ελπίζοντας να συνεχιστεί ο χειμώνας, να μην έρθουν οι πιο ζεστές μέρες, εκείνες που θέλουν west coast jazz και hard bop και jazz-funk. Και βάζω στο repeat κομμάτια όπως το θεϊκό Moonglow, ένα κομμάτι που κανείς ποτέ δεν κατάφερε να ερμηνεύσει όπως ο Άρτι Σο - ούτε καν ο θεός Έλινγκτον. Το βάζω και από τον Τζάνγκο - σαν ένα είδος ομαλής μετάβασης από τον ήχο των big bands σ' αυτόν ενός gipsy jazz κουιντέτου. Για να επιστρέψουμε επιτέλους στην κανονική, μεθεόρτια καθημερινότητα.υγ. Η εικόνα είναι από το Spirit - όχι την κακόγουστη ταινία του Φρανκ Μίλερ. Το απολαυστικό κόμικ του Γουίλ Άισνερ, που άλλαξε την 9η τέχνη με τον τρόπο που ο Πολίτης Κέιν άλλαξε το σινεμά. Ένα νουάρ κόμικ, γέννημα-θρέμα της δεκαετίας του '40, με μοιραίες γυναίκες, σκοτεινούς κακοποιούς, τίμιους αστυνομικούς και έναν ακαταμάχητο τιμωρό του εγκλήματος. Μια παρωδία νουάρ, που δεν θα μπορούσε να έχει άλλη μουσική υπόκρουση από σουίνγκ.
Δεν ξέρω αν φταίει ότι αυτό είναι ένα fanmade trailer, αλλά αν το «Spirit» αποδείχτηκε μάπα, δεν θέλω καν να διανοηθώ τι μας περιμένει με το «Τhundercats»...
Αυτή είναι μια κουλή φωτογράφιση της Λόρα Ράμσεϊ για το "Elle". Ναι, ναι, ξέρω... "Ποιά είναι η Λόρα Ράμσεϊ;" Κι εγώ την ίδια απορία είχα -και κάπως έτσι ξεκίνησε αυτό το post. Έβλεπα το "Ruins". Θυμάμαι ότι είχα πετύχει κάπου το trailer πέρσι την άνοιξη και είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να πάει στο σινεμά άμα τη εμφανίσει της ταινίας. Φοιτητές. Μεξικό. Αρχαία. Τρόμος. "Μαλάκα μου", είπα, "δεν το χάνεις αυτό! Απλά δεν το χάνεις". Η ταινία πρέπει να βγήκε κατακαλόκαιρο, την περίοδο που η μοναδική μου επαφή με την πραγματικότητα ήταν μια σανίδα 120 λίτρων που ενίοτε ακουμπούσε και στο νερό (όταν δεν είχε εννιά μποφόρ στον Κουρεμένο. Αλλά συνήθως είχε. Οπότε δεν σέρφαρα. Ή πέταγα ή έπινα νερό. Αλλά αυτά είναι μια άλλη ιστορία...). Τέλος πάντων, δεν την είδα ποτέ, δεν πήρα κάν είδηση ότι παίχτηκε. Τις προάλλες έφαγα φλασιά, έψαξα στην πολύ εξυπηρετική για εμάς τους ιντερνετικούς πειρατές νέα ταξινόμηση του "Αθηνοράματος" των ταινιών βάσει της εβδομάδας προβολής τους, επιβεβαίωσα ότι το "Ruins" βγήκε όντως μέσα στο καλοκαίρι και αποφάσισα να το κλέψω μέσω ενός torrent site.
Η ταινία ήταν αυτό ακριβώς που περίμενα. Αίμα, μερικές ανατριχαστικές στιγμές, όλοι νεκροί στο φινάλε, επιπρόσθετη μυστηριακή ατμόσφαιρα χάρη στον αρχαίο ναό των Μάγια (ή των Ίνκα; Πάντα τους μπέρδευα...). Κάτι σαν ένα κακό επεισόδιο του "Lost" όπου η δράση μεταφέρεται ξαφνικά στο Μεξικό. Αυτό που περίμενα -συν την Λόρα Ράμσεϊ. Δεν έχουν περάσει δέκα λέπτα και την βλέπω γυμνή να ετοιμάζεται μετά από ένα ντουζάκι να πάει στα ανατριχιαστικά αρχαία για να τη φάει το παράξενο φυτό και να σκοτώσει το γκόμενό της από την τρέλλα (ουπς! σόρυ για το spoiler!). Η ταινία τελειώνει και είμαι περήφανος που σε μια τόσο κουλή μέρα σαν τη σημερινή διάλεξα να δω αυτό το αγχολυτικό κατασκεύασμα. Πριν αρχίσω να παίζω Europa Universalis και να επιχειρήσω να διώξω εντελώς τους Οθωμανούς από την Ευρώπη (χάρη στη μέγιστη Ουγγαρία που χρησιμοποιώ τελευταία), κάνω μια βόλτα από το IMDB. Και εκεί επέρχεται το σοκ. Και η επιθυμία: Θέλω να μετακομίσω τώρα στο Λος Άντζελες. Ή οπουδήποτε συμβαίνουν αυτά τα υπέροχα πράγματα.
Η Λόρα Ράμσεϊ, λοιπόν, έπαιξε σε ένα reality film με τίτλο "The Real Cancun", όπου κάνει μέχρι και σεξ (δεν τα δείχνει όλα η κάμερα όμως -κάτι σαν τον Πρόδρομο και τη Μαίρη από το πρώτο Big Brother πρέπει να παίχτηκε). Η ταινία υποθέτω ότι είναι κάτι σαν ντοκιμαντέρ από τη ζωή μιας παρέας Ολλανδών στις διακοπές τους στη Χερσόνησο -το αντίστοιχο αμερικανικό στο Μεξικό, τέλος πάντων. Τόσο θλιβερό και γελοίο κατασκεύασμα. Αλλά πάντα θες να χαζεύεις τις ωραίες γκόμενες να γίνονται λιώμα και να πηδιούνται με τον κάθε μαλάκα, γι' αυτό και θα ψάξω να την κατεβάσω. Τέλος πάντων, η οικογένειά της την αποκλήρωσε, αλλά δεν πειράζει γιατί την υιοθέτησε το Χόλιγουντ. Και της έδωσε αμέσως γνώριμο ρόλο λιωμιδίου που μαλακίζεται όλη μέρα σε ένα μεξικάνικο θέρετρο και ξαφνικά την βλέπει Ιντιάνα Τζόουνς στο πιο ξανθό του. Και ανάθεμά με αν η Λόρα Ράμσεϊ, το ξεκώλι που δηλώνει ευθαρσώς πόσο ξεκώλι είναι στο παρακάτω βίντεο, δεν κάνει καριέρα στον αμερικανικό κινηματογράφο. Ήδη έκανε ένα πέρασμα από ένα επεισόδιο του νέου hype της αμερικανικής TV (τώρα και στο Alter!), του "Mad Men". Βασικά, χέστηκα πού θα παίξει. Ήθελα απλά να γράψω την ιστορία του πόσο μακριά μπορείς να πας στο Χόλιγουντ άμα παίρνεις καλές πίπες. Άμα πάρει Όσκαρ κάποια στιγμή, θα κάνω απλά link σε αυτό το post...
Το τελευταίο μου κόλλημα - που μου μετέδωσε ένας φίλος - είναι αυτά τα θρυλικά καρτούν του Ντόναλντ από τα early '50s, τα οποία θυμάμαι να βλέπω πιτσιρικάς στην τηλεόραση.
Αυτό που μου είναι αδύνατον να ξεπεράσω είναι οι φωνές του Τσιπ και του Ντέιλ, που λέει τις έκαναν οι γραμματείς της Ντίσνεϊ (όποια ήταν εύκαιρη, φαντάζομαι). Τις θυμόμουν αυτές τις φωνούλες από μικρός, τώρα όμως κατάλαβα ότι μιλάνε κανονικά.
Ολόφρεσκοι σαν πουδρίτσα χιονάκι που έστρωνε όλη τη νύκτα από τα πάνω πάνω του Val d' Isere μέχρι το χωριό Franz Ferdinand, πολύπλοκος και απολαυστικά χαρούμενος μέσα στη μελαγχολία του Άντονι Ντέγκαρτι, βουητός και μακρόσυρτος Bon Iver... Ρε τι τρελλό ξεκίνημα για τη νέα χρονιά ήταν αυτό;
Η εντελώς λοβοτομημένη μου περσόνα συνεχίζει, 11 μέρες μέσα στο νέο χρόνο πια, να παίζει Pro Cycling Manager και Europa Universalis III στο PC, επιστρέφοντας 17 χρόνια πίσω στις προτεραιότητές της, αδυνατώντας να αρθρώσει έστω και μια λέξη για τη νέα Ελλάδα που ματώνει (μέση) και ματώνει (ενεργητική φωνή). Aρνούμαι να ξεσπάσω έστω χρησιμοποιώντας τα παραδοσιακά μου όπλα (ξενύκτια, ποτά, γκόμενες). Ακόμη και στο σινεμά βρέθηκα μόνο για την "Αυστραλία" -κι αυτό λόγω μιας άσχετης με την ταινία ή την έβδομη τέχνη ιστορίας που θα είχε πλάκα να διηγηθώ, αλλά και πάλι... Έχω μαζευτεί μέσα στο καβούκι μου, φοράω όλη μέρα φόρμες και t-shirt και τα μάτια μου είναι κατακόκκινα από την αϋπνία και την πολύωρη χρήση του υπολογιστή.
Όταν έχεις περάσει τη μισή σου ζωή γράφοντας, την ώρα που το να γράψεις όσα έχεις μέσα στο κεφάλι σου για αυτά τα τεράστια πράγματα που συμβαίνουν γύρω σου μοιάζει με το σημανικότερο κείμενο που θα σκάρωνες ποτέ, τότε όλες αυτές οι λέξεις που έχεις χρησιμοποιήσει τόσο καιρό είναι αφάνταστα φτωχές. Και δεν γράφεις τίποτε. Παίρνεις την Καστίγη και γαμάς την Παναγία των Αραγονέζων, των Πορτογάλων, των Μαροκινών και όποιου άλλου μαλάκα βρεθεί στο οπτικό πεδίο του κυαλιού σου. Ακούω τώρα το "The Crying Light", αυτό το ολοκαίνουργιο αριστούργημα του Anthony (and the Johnsons), και συνειδητοποιώ ότι πια χρειάζεται κάτι τόσο βαρύ και καταθλιπτικό για να ξεκουνήσω και να πετάξω πέντε λέξεις παραπάνω. Αλλά μέχρι εδώ. Για τον Anthony θα τα πω αργότερα. Όσο για το "Πνεύμα" που ήλθε μέσα στις γιορτές, τα γράφει πάρα πολύ ωραία ο Χρήστος Μήτσης του "Αθηνοράματος" εδώ. Κοινώς, κάτι μου λέει ότι δεν θα το γράψω τελικά ποτέ αυτό το γαμήδι περί εξέγερσης και θα περιορισθώ στα της ποπ κουλτούρας που μου βγαίνουν (σχετικά πια) πιο εύκολα. Άντε να βάζω κι ένα twist κατάθλιψης μέσα.
Και με αυτό το post με καλωσορίζω στο blog για το 2009...
οι εντολές ήταν σαφείς: κάνετε συλλήψεις. Πάση θυσία.
Το βίντεο είναι από το tvxs. (Γενικώς, από τότε που τα 'σπασε με την ΕΡΤ, ο Στέλιος Κούλογλου αναγκάστηκε επιτέλους να δουλέψει, κάτι μάλλον θετικό) Κατά τ' άλλα, ετοιμαζόμουν να γράψω κάτι, αλλά έχω ένα απίστευτο μούδιασμα, οπότε παραπέμπω στην αντίδραση του Πρόχειρου Τετραδίου. Ορίστε κι ένα ακόμη βίντεο:
Διάβασα κόμιξ και τίποτε άλλο εκτός από κόμιξ: Τη βιογραφία του Σκρουτζ Μακ Ντακ από τον Ντον Ρόσα (ανέλπιστα απολαυστικό) και συλλογές με περιπέτειες του Spirit, τόσο τις κλασικές του '40, του Γουίλ Άισνερ, όσο και τις καινούριες της αναβίωσης (αμφότερες αναμενόμενα απολαυστικές).
Αλλά δεν είδα την ταινία, που όλοι μου λένε ότι είναι άθλια. Για την ακρίβεια δεν πήγα σινεμά. Είδα όμως πολλές ταινίες - χριστουγεννιάτικες (φυσικά το It's a Wonderful Life ανήμερα). Α, και τον Γάμο των Μουσώνων. Άσχετο.
Είδα επίσης τους τρεις τελευταίους κύκλους του Frasier. Τώρα θα πρέπει να αρχίσω να τα ξαναβλέπω από την αρχή σε συνεχές rotation, εναλλάξ με το Friends.
Βρέθηκα στο Ψυχικό, σε σπίτι φίλου να θαυμάζω το πανέμορφο στεφάνι που στόλιζε το τζάκι του. Μετά έμαθα ότι είναι ένα λάφυρο από το καμένο δέντρο του Νικήτα, που περιμάζεψε η εξηκοντούτης θεία του, η οποία συνεπικουρεί τους κουκουλοφόρους. Ο εγκέφαλός μου ακόμη βγάζει καπνούς.
Παραμονή Χριστουγέννων έφαγα σε ένα όμορφο αλλά θλιβερά άδειο και θλιβερά μέτριο γαστρονομικά εστιατόριο του Χαλανδρίου με την ίδια παρέα που εδώ και καιρό σχηματίζουμε τον πιο πλήρη κατάλογο μετρίων εστιατορίων της Αθήνας.
Γιόρτασα τα εναλλακτικά γενέθλια φίλου, που έκλεισε ένα χρόνο από τότε που νίκησε την πιο τρομακτική ασθένεια που μπορούσε να προσβάλλει άνθρωπο. Έρρευσαν λίτρα γκλυβάιν εκείνο το βράδυ.
Άκουσα περισσότερο swing από όσο αναλογεί σε έναν άνθρωπο - για την ακρίβεια, ακόμη το αυτοκίνητό μου αντηχεί από Duke Ellington, Count Basie, Artie Shaw, Benny Goodman, Fletcher Henderson κ.ο.κ. Αλλά δεν βρήκα τραπέζι για την Lavay Smith στο Half Note. Γαμώτο.
Κατάφερα να κάνω περίπου σχολικές διακοπές. Κλείσαμε τεύχος στις 23/12 κι επιστρέψαμε στο γραφείο στις 2/1. Εντελώς απροετοίμαστοι.
Βρήκα άψογο πιανίστα για το μαγαζί. Που παίζει το Les Feuilles Mortes, το Ροζ Πάνθηρα, το Χορό με τη Σκιά Μου και το Man Who Sold the World. Σε τζαζ.
Έζησα χωρίς ειδήσεις, χωρίς τηλεόραση, χωρίς εφημερίδες. Ακόμη και το #griots του twitter έριξε τους ρυθμούς ραγδαίας ενημέρωσης.
To 2009 με βρήκε σε ένα υπέροχο σπίτι πίσω από το Μουσείο, ανάμεσα σε χαρωπούς αγνώστους, να χορεύω με το ντισκοειδές μου ύφος το πιο αλλόκοτο playlist που υπάρχει (hint: ακούστηκε το comme ci comme ca της Ευρυδίκης αλλά και το light my fire των Doors - με μικρή απόσταση μεταξύ τους), συνεπικουρούμενος από την Αμάντα.
Το φλουρί έπεσε στη γάτα. Κάτι που θεωρώ ως μάλλον καλό.
Είχα σκοπό το προτελευταίο χριστουγεννιάτικο τραγούδι να είναι το Winter Wonderland από τον Ντιν Μάρτιν, αλλά νομίζω ότι περισσότερο ταιριάζει το βαθιά καταθλιπτικό τραγούδισμα του Τομ Γιορκ των Radiohead. Πάντα το τέλος των γιορτών είναι λίγο μελαγχολικό, αλλά αυτό πια παραπάει. Στον μήνα που πέρασε η Ελλάδα γύρισε είκοσι χρόνια πίσω: μπάτσοι σκοτώνουν πιτσιρικάδες, τα Εξάρχεια θεωρούνται ξανά επικίνδυνη περιοχή, διαμαρτυρηθήκαμε με τη διαδικασία του επείγοντος, η πολιτική ηγεσία απαξιώθηκε πλήρως, μέχρι και την δολοφονική τρομοκρατία της δήθεν αριστεράς αναστήσαμε. Μόνο ένας Κοσκωτάς μας λείπει για να συμπληρωθεί η εικόνα.
Μετά από την δεύτερη ομορφότερη ερωτική εξομολόγηση στην ιστορία του σινεμά, έρχεται η ερώτηση-κόλαφος: τι σημαίνει αυτό το τραγούδι; Ο λόγος για το Auld Lang Syne, το δικό τους "πάει ο παλιός ο χρόνος", που εισήγαγε στα αμερικανικά εορταστικά έθιμα ο Γκάι Λομπάρντο, όταν το πρωτοέπαιξε στην Times Square της Νέας Υόρκης την πρωτοχρονιά του 1929, πριν από 80 χρόνια. Το κομμάτι είναι βέβαια πιο παλιό, είναι μελοποιημένο ποιήμα του Ρόμπερτ Μπερνς, εξ ου και οι αρχαϊκοί στίχοι, τους οποίους δεν θα μπω στον κόπο να αναρτήσω ή να μεταφράσω, γι' αυτό υπάρχει η Wikipedia. Θα αναρτήσω ωστόσο την αγαπημένη μου εκτέλεση, από την ορχήστρα του Duke Ellington. Εμένα άλλο με προβληματίζει: από πότε αποφασίσαμε στην Ελλάδα ότι η αγριοκρεμμύδα είναι κάτι καλό και γούρικο, και την πουλάνε στους πάγκους όλες αυτές τις μέρες "για το καλό"; Το ρόδι το καταλαβαίνω - είναι και όμορφο. Και μια και βρεθήκαμε στα μέρη του Έλινγκτον, ορίστε και ένα τραγούδι που έχει γράψει με θέμα το ρόδι. Καλή χρονιά.