4 Δεκ 2007

Στα δύο

Ανήκοντας σ’ αυτή την ευτυχισμένη (;) κατηγορία ανθρώπων που πιάνουν δουλειά κατά τις 12 το μεσημέρι και γυρίζουν σπίτι αφ’ ότου έχουν κλείσει τα μαγαζιά το βράδυ, αντιμετώπιζα πάντα με αθώα άγνοια το πρόβλημα της κυκλοφοριακής κίνησης. Πολύ απλά, δεν με αφορούσε. Οταν μάλιστα, σε κάποια φάση της ζωής μου, η δουλειά μου ήταν δεκαπέντε λεπτά από το σπίτι μου με το ποδήλατο, περήφανα μετέτρεψα το οικολογικό μου δίκυκλο σε παντιέρα και την ανέμιζα σε κάθε συζήτηση που ξεκινούσε με τη φράση «σήμερα κόλλησα τρία τέταρτα στην κίνηση»... Μου φαίνεται εξαιρετικά λογική η απορία «γιατί να πάρεις το αυτοκίνητό σου, όταν ξέρεις ότι θα υποφέρεις;» και συνεχίζω να εκπλήσσομαι με την επιμονή φίλων και γνωστών να προσπαθούν να ανακαλύψουν το μαγικό συνδυασμό στενών που θα τους γλιτώσει από ένα ολόκληρο τέταρτο πηξίματος στην Λεωφόρο Πεντέλης –μέχρι να πετύχουν σ’ ένα από αυτά τα στενά το εκδικητικό απορριμματοφόρο του Δήμου και να επιστρέψουν στην θαλπωρή της πρωινής ακινησίας.

Επιστρέφοντας πρόσφατα στην «Καθημερινή», συνειδητοποίησα ότι το περίφημο πρόβλημα, που τόσο καιρό άκουγα αλλά ποτέ δεν συναντούσα, ίσως πολύ σύντομα επηρεάσει και τη δική μου μετακίνηση. Πέτυχα, δηλαδή, την Αττική Οδό σε κατάσταση πλήρους ακινησίας, κάτι που νόμιζα ότι επρόκειτο απλώς για αστικό μύθο, πιο γελοίο σε σύλληψη κι απ’ τους αλιγάτορες που κατοικούν στο αποχετευτικό σύστημα της Νέας Υόρκης. Εμαθα πόσο εύκολο είναι να διπλασιαστεί ο χρόνος που χρειάζεται για να μεταβείς από το Μαρούσι στο Φάληρο μέσω της Εθνικής Οδού αν πιάσει βροχή. Και, φυσικά, ανακάλυψα ότι το τίμημα για να «πεταχτεί» κανείς στο κέντρο είναι είτε τα 10 ευρώ που θα πληρώσει σε ένα πάρκινγκ είτε το πολλαπλάσιο σε νεύρα και χρόνο, μέχρι να βρει μια άδεια θέση στάθμευσης. Το «χαλαρό» μου ωράριο δεν αποτελεί πια όπλο απέναντι στην γύψινη ακινησία της αθηναϊκής κυκλοφοριακής πραγματικότητας. Καιρός για νέες λύσεις...


Αλλά πρώτα, ας ρίξουμε μια ματιά στα αποθαρρυντικά δεδομένα: Οι Ελληνες αγοράζουμε κάπου 300.000 νέα αυτοκίνητα το χρόνο. Τα μισά από αυτά στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Το παλιό μας όχημα συνήθως το πουλάμε σε κάποια μάντρα, που στη συνέχεια το «σπρώχνει» στην επαρχία. Στον δακτύλιο μόνο της Αθήνας, κάθε μέρα εισέρχονται 100.000 αυτοκίνητα. Το ένα τρίτο από αυτά δεν έχει πού να παρκάρει. Γιατί πολύ απλά δεν υπάρχουν άλλες θέσεις στάθμευσης, άλλοι δρόμοι, άλλες αλάνες, άλλα υπόγεια πάρκινγκ. Και τι κάνει αυτό το ένα τρίτο; Καμιά φορά βάζει αλάρμ. Συνήθως ούτε αυτό. Απλώς παρκάρει κάπου παράνομα, βέβαιο ότι η ατιμωρησία από την Τροχαία είναι η περίπου θεσμοθετημένη συναίνεση στο «δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο». Η καημένη η Τροχαία πάλι, αντί, για παράδειγμα, να περιφρουρεί τουλάχιστον τις λεωφορειολωρίδες, πιάνει «καίρια» πόστα στις κεντρικές αρτηρίες και προσπαθεί σαν τσέλιγκας της ασφάλτου να διαχειριστεί το αχαλίνωτο κοπάδι των εποχούμενων – κι ας υπάρχουν οι φωτεινοί σηματοδότες γι’ αυτήν ακριβώς τη δουλειά.

Αυτοκίνητα στις λεωφορειολωρίδες, λοιπόν, αυτοκίνητα σταθμευμένα στα πεζοδρόμια, αυτοκίνητα σταθμευμένα δίπλα στα αυτοκίνητα που είναι σταθμευμένα στο πεζοδρόμια, κεντρικές αρτηρίες που γίνονται σιγά σιγά στενά δρομάκια λόγω των τετρακίνητων εμποδίων που άφησαν οι οδηγοί τους για να «πεταχτώ για ένα λογαριασμό στην ΕΥΔΑΠ, μισό λεπτό θα κάνω». Οσο τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς καθυστερούν, τόσο περισσότερο τα απαξιώνουμε (Μετρό και Ηλεκτρικός αποτελούν εξαίρεση, αλλά διαθέτουν δίκτυο περιορισμένο) και τόσο πιο συχνά παίρνουμε το αυτοκίνητο. Φαύλος κύκλος.

Οι ιδέες για τη λύση είναι πολλές· τα προβλήματα που θα δημιουργήσουν ίσως είναι περισσότερα: Απαγόρευση τετράτροχων στο κέντρο; Δεν έχουμε αρκετά ΜΜΜ για να φιλοξενήσουν όλον αυτόν τον κόσμο. Διόδια; Πληρώνω και μπαίνω, σταθμεύω παράνομα και το πρόβλημα συνεχίζεται. Περισσότερες λεωφορειολωρίδες; Ακόμη περισσότερη κίνηση γύρω τους. Να επιτραπούν τα ταξί στις λεωφορειολωρίδες; Μα το γεγονός ότι στην Ελλάδα τα ταξί είναι φθηνά δεν σημαίνει ότι είναι ΜΜΜ. Και φανταστείτε 15.000 κίτρινα οχήματα ξαφνικά να γεμίζουν το χώρο που θεωρητικά ανήκει στα ΜΜΜ... Νέοι δρόμοι; Με τι λεφτά; Και πού ακριβώς; Κακά τα ψέματα, όσο κι αν πασχίζουν οι Αρχές (καιρός, βέβαια, είναι για το υπουργείο Μεταφορών να δημιουργήσει έναν ενιαίο φορέα που θα βάλει όλες τις λύσεις στο τραπέζι, να μελετήσει σωστά και να εκπονήσει ένα βιώσιμο σχέδιο) τίποτε δεν θα λυθεί αν εμείς οι ίδιοι δεν συνειδητοποιήσουμε πως η καθημερινή χρήση του αυτοκινήτου μας απλώς επιβαρύνει κι άλλο την κατάσταση. Δεν θα την αποσυμφορήσουμε, αφήνοντάς το στο σπίτι μέχρι να αδειάσουν λίγο οι δρόμοι και να το ξαναπάρουμε. Θα μάθουμε να το κάνουμε σωστά. Ενα παράδειγμα; Αυτόν τον ενάμιση μήνα που έχω ξαναγυρίσει στην «Καθημερινή» δεν είμαι μόνος μου στο αυτοκίνητο. Μοιράζομαι την κούρσα, την Αττική Οδό, τη βενζίνη με ένα συνάδελφο. Και πέρα από τα χρήματα που γλιτώνω, απαλλάσσω τους δρόμους, το περιβάλλον, τους υπόλοιπους οδηγούς από ένα περιττό αυτοκίνητο. Ισως, αν βρούμε έναν ακόμη γείτονα στο δρομολόγιό μας, να «κλέψουμε» ένα ακόμη τετράτροχο από την Αθήνα. Κι αυτό είναι μια πολύ καλή αρχή...


Ωτοστόπ μέσω Διαδικτύου
Tο www.carpooling.gr διαφημίζει τις υπηρεσίες του κάπως έτσι: «Μια ανεξάρτητη πύλη που συνδέει τους ταξιδιώτες που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση, φέρνει σε επαφή ανθρώπους που σχεδιάζουν να κάνουν το ίδιο ταξίδι και θέλουν να μοιραστούν τα έξοδά του.» Αλλά τα παραπάνω μου φαίνονται το ένα δέκατο της ουσίας του. Καλές οι νέες επαφές, καλή και η οικονομία, τίποτε καλύτερο όμως από το να μπορείς να κινείσαι με ευκολία στον ίδιο δρόμο που μέχρι χθες σε βασάνιζε. Θέλει βέβαια ακόμη πολλή δουλειά, αλλά ήδη στο site μπαίνουν 10.000 επισκέπτες το μήνα. Κι αν υπολογίσουμε κι όλα τα άτυπα car pools μεταξύ γειτόνων και συναδέλφων... Ολα αυτά, βέβαια, έχουν νόημα μόνο για διαδρομές άνω των πέντε χιλιομέτρων. Διότι μέχρι εκεί, τίποτε δεν συγκρίνεται με μια ποδηλατάδα. Ευελιξία, φρέσκος αέρας, γυμναστική. Και μόνο τα νεύρα που γλιτώνει κανείς μέχρι να βρει θέση για παρκάρισμα είναι ικανός λόγος για να προτιμήσει το πετάλι από το τετράτροχο.

(GK, Δεκέμβριος 2007)