16 Ιουλ 2007

Άγγιξα το γόνατο της Kλαίρης

Κάθε καλοκαίρι, θυμάμαι τον αφορισμό του Γιώργου Τζιώτζιου, ότι ένα θερινό σινεμά είναι ο ιδανικός χώρος για να απολαύσεις μια γρανίτα, όχι όμως και μια ταινία. Δεν μπορώ να διαφωνήσω, ούτε όμως και να συμφωνήσω. Είμαστε στα μέσα Ιουλίου και δεν έχω πάει ακόμα σε θερινό κι έχω λυσσάξει. Έκανα το λάθος να δω το Ocean's 13 σε multiplex - ενώ πρόκειται για κατεξοχήν ταινία θερινού - και τώρα είμαι πρόθυμος να δω ό,τι βλακεία παίζουν τα θερινά της γειτονιάς μου - ακόμα και το Premonition.
Αυτό που με συγκινεί πάντα, πάντως, είναι οι επανεκδόσεις παλιών ταινιών (που δεν χρειάζονται, μεταξύ μας, και το ιδανικότερο σύστημα ήχου, για να τις απολαύσεις).
Βρίσκω εξαιρετικά χαριτωμένο το ότι προβάλλονται αυτόν τον καιρό οι ήσσονες, πλην δροσερές ταινίες του Ερίκ Ρομέρ (με πρωταγωνίστρια την Arielle Dombasle, τότε που ήταν μια Bardot του φτωχού κι όχι η σύντροφος ενός διανοούμενου που το παίζει τραγουδίστρια επιτυχιών του '40 και του '50).



Απορώ κι εγώ με τον εαυτό μου, που, το Σάββατο, αντί να πάω στην Ελληνίδα να δω το Pauline a la Plage, προτίμησα να μείνω σπίτι (μόνος) και να δω νοικιασμένο Ρομέρ - της πιο "σημαντικής" περιόδου: το Γόνατο της Κλαίρης.

(Παρένθεση: ο συνδυασμός Ρομέρ - Λευκό Κρασί - Πίτσα δεν ενδείκνυται, και δεν φταίει ο Ρομέρ γι' αυτό, γιατί ο συνδυασμός Ρομέρ - Coca Cola - Πίτσα είναι μια χαρά, αν και ο ενδεδειγμένος είναι Ρομέρ - Λευκό Κρασί - Ποικιλία τυριών, φυσικά. Τι να κάνω που η πιτσαρία ξέχασε την κοκακόλα μου, όμως!)

Σ' όλη τη διάρκεια της ταινίας, φανταζόμουν ότι βλέπω την ταινία με κάποιον που θα προτιμούσε να δει το Die Hard και που πλήττει θανάσιμα βλέποντας ένα τσούρμο αστούς να περιφέρονται στην καλοκαιρινή γαλλική εξοχή (κρίνοντας από το ντύσιμό τους, εκείνο τον Iούλιο πρέπει να είχαν 25-27 βαθμούς) μπουρδολογώντας ακατάπαυστα για τον έρωτα, χωρίς να κάνουν τίποτα επί του θέματος - ή επί οποιουδήποτε άλλου θέματος. Προς το τέλος της ταινίας, και υπό την απειλή ξυλοδαρμού από τον φανταστικό μου φίλο, ήμουν εκστατικός.

Απόλαυσα τρομακτικά την ατμόσφαιρα, την αμπελοφιλοσοφία (παρά το γεγονός ότι το 90% των απόψεων που ακούγονται στην ταινία είναι τρομακτικά μπανάλ, αν όχι κανονικές ανοησίες) - και τον φετιχισμό, φυσικά


Έχω όμως μια παρατήρηση, από αυτές που συνήθως δεν ακούς από κριτικούς κινηματογράφου, όταν μιλάνε για τη Nouvelle Vague: όλοι οι ηθοποιοί έπαιζαν άθλια! Φαίνεται πως η ελάχιστη απαίτηση που έχει κανείς από έναν ηθοποιό (να "τα λέει") ήταν ασήμαντη για τους auteurs, που θεωρούσαν προφανώς το point τους σημαντικότερο. Ο φίλος μου ο Λουκάς, που είναι κριτικός κινηματογράφου και τον εμπιστεύομαι, μου το επιβεβαίωσε.


Στο επόμενο επεισόδιο: ο ήρωάς μας βλέπει το Μια Νύχτα με τη Μοντ. Και παραμένει ξύπνιος.


3 σχόλια:

Homo Ludens είπε...

Εγώ πάλι το Σαββατοκύριακο (το πρώτο μου στην Αθήνα μετά από δύο και κάτι μήνες) έβαλα σκούπα, σφουγγάρισα, πότισα, πρόσθεσα Algoflash, έτριψα τις πόρτες με τη μαγική γόμα, τίναξα μαξιλάρες και σκεπάσματα, μαγείρεψα (μια ταπεινή σπανακόπιτα -μη φανταστείς- και μπουρίτος την επόμενη), έκανα πολύ σεξ και λίγο wakeboard. Καθόλου κουλτούρα. Πολλή διάθεση για γεροντοκορισμό (μετά των απαραιτήτων διασκεδάσεων). Κι ακόμη δεν έχω κλείσει τα 32...

zelig είπε...

Κι εγώ δεν έχω κλείσει τα 32, αλλά δεν ξέρω να φτιάχνω σπανακόπιτα...
επίσης δεν ξέρω τι είναι το wakeboard...
επίσης "γεροντοκορισμός" και "πολύ σεξ" είναι έννοιες που αλληλοαποκλείονται...

Homo Ludens είπε...

Την παρένθεση ("μετά των απαραιτήτων διασκεδάσεων")γι' αυτό ακριβώς την πρόσθεσα: Γιατί ήξερα ότι κάποιος ενοχλητικός είρων θα τολμούσε να αμφισβητήσει την ικανότητα μου -στα 32 μου- να κάνω πολύ σεξ (και λίγο wakeboard = κράμα θαλασσίου σκι και snowboard. Πώς λέμε να σε τραβάει ένα ρατράκ στα χιόνια με τα σκι σου; Ε, το αντίθετο!)