Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πώς πέρασα το σαββατοκύριακο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πώς πέρασα το σαββατοκύριακο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Απρ 2014

Ήταν οι «Αλεπούδες» στο Επί Κολωνώ η κορυφαία θεατρική παράσταση της σεζόν;


Είδα ωραία πράγματα φέτος στο θέατρο. Είδα και άθλια. Αλλά δεν είμαι κριτικός θεάτρου, ούτε ζηλεύω τη δόξα τους (αλήθεια, έχουν πια κάποια δόξα ή είναι οι πιο απαξιωμένοι των γραφιάδων;). Τις «Αλεπούδες» της Dawn King, όπως ανέβηκαν από την Ομάδα Νάμα στο Επί Κολωνώ, συνεπώς, δεν θα τις περιγράψω με τη ματιά του κριτικού, που στην περίπτωσή μου θα κουβαλούσε μπόλικο αστιγματισμό. Θα τις περιγράψω όπως τις σχολίασα στους φίλους μου. Σαν τη λογική κατάληξη μιας κουβεντούλας για τη θεατρική σεζόν που τελειώνει, όπως κάθε χρόνο, με την έλευση της Μεγάλης Εβδομάδας. Πλάκα-πλάκα, αν δεν έχεις ακόμη πάει στις «Αλεπούδες», προλαβαίνεις. Η τελευταία παράσταση είναι την Κυριακή, στις 13 του μηνός.

Προσπερνώ, λοιπόν, συνοπτικά τα περί σκηνοθεσίας (της Ελένης Σκότη: σφικτή, ατμοσφαιρική και δυναμική), μετάφρασης (του Γιώργου Χατζηνικολάου: έγκυρη και εύληπτη –για την ιστορία ο πρωτότυπος τίτλος του έργου είναι “Foxfinder”) και ερμηνειών (Δημήτρης Λάλος και Χάρης Χιώτης είναι άψογοι, αλλά είναι οι δύο γυναικείοι ρόλοι που εκτοξεύονται χάρη στην Ιωάννα Παππά και την Ιωάννα Κολλιοπούλου) και πάω στο ίδιο το έργο. Στο πόσο παραπέμπει στην Ελλάδα το σήμερα, στη χώρα της παράνοιας που έχει αναδυθεί από το ξαφνικό ξεβόλεμα που προκάλεσε η κρίση την τελευταία πενταετία. Δεν μπορώ να φανταστώ πιο ταιριαστή αλληγορία για την τρέλα της ασάφειας και την παραποίηση της πραγματικότητας που βιώνουμε 5 χρόνια τώρα. Την τρέλα και την παραποίηση που δεν φαίνεται να μας αποχαιρετούν σύντομα –ίσως μόνο να γίνουν πιο απαλές κι εύκολα διαχειρίσιμες, αφού πια δεν θα υπάρχει η τρόικα - επιθεωρητής, σαν τον Ουίλιαμ Μπλορ του έργου, και θα έχουμε μόνοι μας να συνδιαλλαγούμε με τα φαντάσματα που μας κυνηγούν.

Η King είναι ένα κορίτσι σύγχρονο, στην ηλικία μας, κι αυτά που λέει είναι περασμένα από το δικό μας φίλτρο, τις δικές μας παραστάσεις, τα δικά μας βιώματα. Και η παραβολή της μοιάζει να σε στέλνει σε μια κοινωνία παλιά, σαν την Ρωσία πριν την επανάσταση, και την ίδια ώρα να περιγράφει ένα σκηνικό από το μέλλον, έναν αλλιώτικο «Γενναίο, νέο κόσμο» από του Χάξλεϊ, λιγότερο προχωρημένο τεχνολογικά, αλλά παρόμοια θανάσιμο. Το «κακό» στο σύμπαν των «Αλεπούδων» είναι τα κοκκινότριχα τετράποδα ή μάλλον η εικόνα που έχουμε σχηματίσει γι’ αυτά. Κι όπως σε κάθε ιδεοληπτική κοινωνία, έτσι κι εδώ το «κακό» είναι το πιο πολύτιμο εργαλείο στα χέρια όσων θέλουν να εξουσιάσουν.

Το Μνημόνιο, οι νεοναζί, οι λαθρομετανάστες, οι βελανιδοφάγοι, οι κομμουνιστές που θα μας πάρουν τα σπίτια, οι πουτάνες με το AIDS, οι τράπεζες, οι αντίχριστοι, οι άθεοι και οι Εβραίοι, όλα αυτά που έχουμε μάθει να λιβανίζουμε όλη μέρα, ο καθένας αναλόγως του ποιον προτιμά να ακούει σαν σωτήρα, είναι οι αλεπούδες μας. Απειλητικές, πανταχού παρούσες. Αλλά κανείς μας δεν τις έχει δει ποτέ. Τουλάχιστον έτσι όπως είναι. Όλοι μας έχουμε μια εικόνα γι’ αυτές, αλλά είναι η πραγματική; Εκκλησία, κυβερνήσεις, φωνακλάδες πολιτικάντηδες, φαρμακοβιομήχανοι που ελέγχουν media, παράγοντες σε ομάδες που στήνουν ποδοσφαιρικά ματς, στελέχη σε επιχειρήσεις που έχουν βρει τον τρόπο να περνάνε καλά απομυζώντας τους από κάτω, αυτοί είναι το σύστημα που στέλνει τον Ουίλιαμ Μπλορ για να μας γεμίσει με φόβο και απελπισία ή απλά για να μας υπενθυμίσει την εξουσία τους. Αυτή είναι η Ελλάδα του σήμερα και κάθε σκηνή από το έργο της Dawn King μου τη θύμιζε και με έκανε να τη μισώ όλο και περισσότερο.

Αλλά όχι ασφυκτικά. Δεν με έπιασε ποτέ απ’ το λαιμό. Ίσα ίσα που με έκανε, μέσα από την κωμικοτραγική της αφήγηση, να νιώσω πως έχω λύσεις, πως μπροστά μου υπάρχουν μπόλικα φώτα σε άκρες τούνελ, πως στην ουσία δεν βρίσκομαι κάτω από τη γη, αλλά ότι απλά γύρω μου στήσανε μεγάλους σωλήνες και μια σκεπή από πάνω μου που κρύβει το φως, σαν ένα παιχνίδι, σαν μια πρόκληση να βρω τον πιο σωστό δρόμο για να ξαναπερπατήσω ελεύθερος. Μέσα από ποιο σωλήνα να περάσω; Δεν έχει σημασία. Γιατί όλες οι διαδρομές οδηγούν στο ίδιο σημείο: Έξω από εδώ. Πρέπει απλά να αποφασίσω ότι δεν υπάρχουν αλεπούδες σε κανένα πέρασμα και να κάνω το πρώτο βήμα.

Δεν λέει καινούργια πράγματα το έργο της King. Ούτε η Ομάδα Νάμα στα παρουσιάζει με κάποιο ιδιαίτερο τρόπο. Είναι όμως το timing απίθανο. Είναι ό,τι χρειάζεται για να καθαρίσει λίγο το μυαλό σου από την περιττή, λιγδιασμένη πληροφορία. Ή, αν έχεις καταφέρει και το έχεις κρατήσει πεντακάθαρο, είναι ό,τι πρέπει για να χαμογελάσεις που σκέφτονται κι άλλοι σαν κι εσένα, να πάρεις μια βαθιά ανάσα και να αρχίζεις να κάνεις όχι το πρώτο, αλλά πολλά βήματα, με ρυθμό ταχύ και να τελειώνεις με όλα αυτά που σ’ ενοχλούν. Υπό αυτή την έννοια, οι «Αλεπούδες» στο θέατρο Επί Κολωνώ ήταν η κορυφαία θεατρική παράσταση της χρονιάς που κλείνει. Τελεία και παύλα.


(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

30 Οκτ 2012

Οδύσσεια α λα Robert Wilson: Χιούμορ, θέαμα, έπος!


Ο κόσμος ρωτάει το εύλογο: «Μα καλά, γιατί πήγες να δεις την… πρόβα;» Όντως αυτό που το Εθνικό Θέατρο ονομάζει «προπαράσταση» και ο Robert Wilson το λέει preview, δεν είναι παρά μια πρόβα. Τέσσερις, συγκεκριμένα, πρόβες. Μία την Κυριακή 21 Οκτωβρίου (σ’ αυτήν πήγα εγώ), μια την Τρίτη, μία την Τετάρτη και η πρόβα τζενεράλε την Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου, με τις παραστάσεις να ξεκινούν κανονικά την επομένη.

Η απάντηση είναι σύνθετη. Κατ’ αρχάς γιατί πλήρωσα 7 ευρώ μόνο. Κατά δεύτερον γιατί είδα την «Οδύσσεια» πρώτος και τώρα μπορώ να ανεβάσω αυτό εδώ το post και να μαζέψω τα χιλιάδες κλικ των θεατρόφιλων που περιμένουν με αγωνία μια πρώτη κριτική για το πιο πολυαναμενόμενο δρώμενο της σεζόν. Και τέλος, γιατί πού αλλού μπορεί κανείς να απολαύσει την Ζέτα Δούκα να κάνει λάθος την μία από τις έξι στο σύνολο ατάκες της, μόλις πέντε μέρες πριν ξεκινήσουν οι κανονικές παραστάσεις;

(Ο αντίλογος στο τελευταίο επιχείρημα: «Και ποιος σου λέει ότι θα θυμάται τις ατάκες της στις κανονικές παραστάσεις;)

Πέρα από την πλάκα, πάντως, η εμπειρία της προπαράστασης ήταν σούπερ. Εξάλλου, το όλο «πρόχειρον» του πράγματος είναι εγγενές στοιχείο του έργου του Wilson. Και στο κανονικό έργο κάποια επίτηδες πρόχειρα πραγματάκια θα αποτελέσουν απολαυστικές λεπτομέρειες. Από την άλλη, η ίδια η παρουσία του σκηνοθέτη, που είναι πάντα εκδηλωτικός και παραστατικός, είναι μια εμπειρία που λογικά δεν θα τη ζήσουμε στις παραστάσεις (αν και, ικανό τον έχω να παίρνει κι εκεί το μικρόφωνο και να λέει τα δικά του). Κατά τα άλλα, το μόνο που έλειψε από την προπαράσταση ήταν οι 4 τελευταίες σκηνές (είχαν δουλέψει τις 22 από τις 26 που αποτελούν συνολικά την «Οδύσσεια»).

Πώς μου φάνηκε λοιπόν; Έπος. Ναι, το ξέρω ότι η «Οδύσσεια» είναι έτσι κι αλλιώς έπος, αλλά εγώ χρησιμοποιώ τώρα τη λέξη με την πιο σύγχρονη, μεταφορική της έννοια. Είναι ένα οπτικό, κυρίως, θέαμα, με τεράστια δουλειά στα κοστούμια, τους φωτισμούς και τα (λιτά, αλλά εξαιρετικά λειτουργικά) σκηνικά –τα πάντα, πλην των κοστουμιών, δια χειρός του ίδιου του Wilson. Οι ερμηνείες αν και φτωχές σε περιεχόμενο (είπαμε: την δουλειά την κάνει η εικόνα κυρίως) είναι ακριβείς εκεί που πρέπει (δηλαδή η Μαρία Ναυπλιώτου ως Καλυψώ, Κίρκη και Πηνελόπη και η Βίκυ Παπαδοπούλου ως Ναυσικά είναι εξαιρετικές). Επαρκείς εκεί που δεν χρειάζονται πολλά πολλά (ο Σταύρος Ζαλμάς έχει την κίνηση που χρειάζεται για να γεμίζει την σκηνή ως Οδυσσέας, οι Λυδία Κονιόρδου, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Άκης Σακελλαρίου, Νικήτας Τσακίρογλου είναι τόσο έμπειροι που και μόνο η παρουσία τους αρκεί). Και ανεβάζουν τα κέφια όταν τις αναλαμβάνουν οι πιτσιρικάδες (Αποστόλης Τότσικας, Κοσμάς Φοντούκης, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Λένα Παπαληγούρα, Μαριάνα Καβαλιεράτου και οι υπόλοιποι, με σαφείς εντολές να κάνουν το έργο πιο «ποπ»).

Έτσι κι αλλιώς, η απόδοση του ομηρικού έργου γίνεται με πολύ χιούμορ. Με αυτοσαρκασμό, μάλλον, για την φύση του ανθρώπου και την ροπή του προς το λάθος. Ο Wilson τηρεί την χρονολογική εξέλιξη της Οδύσσειας, όπως την αποτύπωσε ο Όμηρος, αλλά αντί να παρατάσσει τους προβληματισμούς με το βαρύ ύφος του αρχαίου έπους, σε έντονα συναισθηματικούς μονολόγους, προτιμά τις εύλογες απορίες στους διαλόγους, τις γκριμάτσες που δηλώνουν το παράλογο του πράγματος και τις οπτικές κορυφώσεις εκεί που το δράμα είναι όντως αρκετά έντονο για να το κοροϊδέψει. Το γκροτέσκο άγαλμα – κούκλα που χρησιμοποιείται ως Κύκλωπας (με τη φωνή του Δημήτρη Πιατά), για παράδειγμα, είναι την ίδια ώρα τρομακτικό αλλά και αστείο, αναλόγως του πώς το φωτίζει ή το εντάσσει στο σκηνικό ο σπουδαίος σκηνοθέτης.

Αλλά, επειδή μακρηγορώ και επειδή δεν είμαι κριτικός θεάτρου, ας το λήξουμε με ένα συμπέρασμα: Στο μουντό σκηνικό της καθημερινής μας πια ζωής, το να υπάρχει για τους επόμενους 6 μήνες το καταφύγιο αυτό του επιβλητικού θεάματος, αυτής της εξαιρετικής παραγωγής σε ένα τόσο όμορφο κτήριο της Αθήνας σαν το Εθνικό Θέατρο, είναι μια κάποια λύσις. Ή μια Ιθάκη. Αναλόγως του τι ψάχνει κανείς.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

12 Σεπ 2011

Europe is our playground

Σορβόννη

Ήταν Φεβρουάριος του 1999, το Παρίσι παγωμένο, κι ένα ψιλόβροχο που μόλις ξεκινούσε μού ξύλιαζε ακόμη περισσότερο το πρόσωπο, καθώς ανέβαινα την Ρυ Σεν Ζακ για να στρίψω δεξιά στην Ρυ ντεζ Εκόλ και ξανά αριστερά στην Σορμπόν, να μπω για λίγο στο προαύλιο του πανεπιστημίου, που σ' εκείνο, το πρώτο μου ταξίδι χωρίς την υπόλοιπη οικογένεια στο Παρίσι, μού φάνταζε σαν ένα αξιοπρόσεκτο αξιοθέατο. Άκουγα μουσική από ένα παλιό walkman με κασέτα -τα MP3 είχαν μόλις αρχίσει να γίνονται το νέο μας αγαπημένο φορμά μουσικής και MP3 Players, σε τιμή που να μπορεί να τα αγοράσει κάποιος που μόλις είχε τελειώσει τη σχολή του και ετοιμαζόταν να πάει στο στρατό, δεν υπήρχαν ακόμη.
Άκουγα Suede. Το "Europe Is Our Playground" εκείνη την στιγμή. Και, καθώς έσερνα τα βήματά μου στους γλιστερούς δρόμους του Σαν Ζερμαίν, υποσχόμουν κάτι στον εαυτό μου: Εκείνο θα ήταν απλά το πρώτο από μια σειρά ταξιδιών που θα έκανα, αρχικά στην Ευρώπη, μετά στον κόσμο όλο -κι ας είχαν σωθεί κι οι τελευταίες μου οικονομίες για να φθάσω ως το Σαρλ ντε Γκωλ και να μείνω σχεδόν ένα μήνα στην Πόλη του Φωτός (όπου αργότερα μού έκλεψαν και το πορτοφόλι και επέστρεψα στην Αθήνα με 120 δραχμές). Ήθελα να γίνει και δική μου παιδική χαρά η Ευρώπη, δεν με χωρούσε η Ελλαδίτσα, ήθελα να ζήσω την πραγματική λάμψη των Suede και των μητροπόλεων όπου εκτυλίσσονταν οι ιστορίες τους, μαζί με τον ζοφερό ρομαντισμό της -όχι το κακέκτυπο των δικών μας enfants gâtés πίσω στα Βόρεια Προάστεια.

Ηλιούπολη

Είχα το προνόμιο να υπηρετήσω τη θητεία μου -μετά το 40ημερο της εκπαίδευσης- στην Αθήνα, στο Ανώτατο Συμβούλιο Αθλητισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, γιατί στα τέλη της δεκαετίας του '90 ήμουν στην Εθνική Ομάδα του Στίβου και ο στρατός διευκόλυνε τις προπονήσεις μας με κάθε τρόπο. Ήμουν όμως τραυματίας, ο πόνος χαμηλά στον κοιλιακό και αριστερά κάτω από τη βουβωνική χώρα με διέλυε -μπορούσα μόνο να τρέχω σε χαλαρούς ρυθμούς στο χόρτο, η πλήρης αποθεραπεία και οι δυνατές προπονήσεις έμοιαζαν τόσο μα τόσο μακρινές. Και μετά, πόσο δύσκολο θα ήταν να ξαναγυρίσω στο επίπεδο που ήμουν πριν, είχα μεγαλώσει κιόλας... Ο κόσμος που ήξερα, η ασφάλειά του, είχε πια χαθεί. Έπρεπε να διαλέξω ένα αύριο. Και δυσκολευόμουν. Ο πρωταθλητισμός με είχε κάπως βολέψει. Μού γέμιζε τις ώρες, τις μέρες, με έβαζε σε ένα πρόγραμμα. Τι υπήρχε μετά; Και, κυρίως, πώς θα έστηνα την ημέρα μου τώρα, τώρα που δεν είχα πια 6-7 ώρες προπόνηση και ύπνο από νωρίς;
Κατέβαινα στο ΑΣΑΕΔ 2-3 φορές την εβδομάδα, πολύ νωρίς. Είχα φτιάξει ένα CD για το αυτοκίνητο και η κίνηση στις επτά το πρωί ήταν πάντα ακριβώς η ίδια. Το "Every Monday Morning Comes" έπαιζε κάθε φορά που έφθανα στο φανάρι της Ηλιούπολης πριν στρίψω προς Ελληνικό. Και σχεδόν πάντα μού έφερνε δάκρυα στα μάτια. Και την αισιοδοξία που έλειπε απ' όλη την υπόλοιπη ζωή μου.

Γκάζι

Λίγο πριν ξεκινήσουμε για το Γκάζι, για την μπουζουκλερί που θα φιλοξενούσε τους Suede, συνειδητοποίησα κάτι πολύ απότομα. Με κατέλαβε εξαπίνης, αλλά δεν μου προκάλεσε κάποιο έντονο συναίσθημα. Το αντιμετώπισα κι αυτό με την ίδια απάθεια που αντιμετωπίζω πια τα πάντα. Δεν είχα πάρει είδηση ότι πέρασαν πια δεκαεπτά χρόνια από τότε που είχα ανακαλύψει τους Suede και τους είχα δώσει τον τίτλο της αγαπημένης μου μπάντας. Δεκαέξι από τότε που δεν κατάφερα να τους δω στο πρώτο τους αθηναϊκό live γιατί βρισκόμουν κάπου στην Τσεχία, σ' ένα κουλό, αξέχαστο ταξίδι που είχε προκύψει από το πουθενά. Δώδεκα από την ψιχάλα στο παγωμένο Παρίσι, έντεκα από τα δάκρυα του φαναριού της Ηλιούπολης. Είχαν περάσει πολλά χρόνια που οι Suede δεν ήταν πια η αγαπημένη μου μπάντα -κι ας παρακολουθούσα την σόλο καριέρα του Μπρετ Άντερσον και τις παραγωγές του Μπέρναρ Μπάτλερ. Σχεδόν μια ζωή. Έκανα τόσα ταξίδια από τότε. Άλλαξα τόσα πολλά στην καθημερινότητά μου. Πόσο αστεία ήταν τα άγχη του "Every Monday Morning Comes", πόσο ωραία υπόσχεση είχα δώσει στο "Europe Is Our Playground"...
Κατηφόρισα κάπως καθυστερημένος προς το Γκάζι, από την Εθνική. Είχε κίνηση -φαίνεται ο κόσμος φεύγει ακόμη για σαββατοκύριακα. Δεν αγχώθηκα στην ιδέα ότι θα έχανα το ξεκίνημα της συναυλίας. Τους είχα τελικά δει live κάποια στιγμή αργότερα και δεν ήταν και τίποτε το φοβερό. Η σκέψη μου ήταν αλλού: Στο ότι πάλι δεν αποφάσισαν απολύσεις στο δημόσιο, στο πόσο θα μου κόστιζε το χαράτσι στα ακίνητα, στα ταξίδια που δεν θα μπορούσα να κάνω πια, στα νέα άγχη για τη νέα ζωή που θα ξεκινούσε μετά τη νέα άρση σιγουριάς, τη νέα απώλεια ασφάλειας.
Όταν πας απροετοίμαστος για κάτι, κι αυτό το κάτι έλθει υπέροχο, το απολαμβάνεις πολύ περισσότερο απ' το αν πήγαινες γεμάτος προσδοκίες. Το χθεσινό live των Suede ήταν πραγματικά απίστευτο. Αναγεννημένοι, με τον Μπρετ Άντερσον -τον Ντόριαν Γκρέι, το ίδιο νέο, το ίδιο όμορφο όπως τότε- πιο προσιτό από ποτέ, έναν εκφραστικό γίγαντα του σύγχρονου ρομαντισμού σε μια πραγματικά σπουδαία ημέρα, να χώνεται μέσα στο κοινό και να ερμηνεύει άψογα όλα εκείνα τα ποιήματα που στιγμάτισαν τα '90s μας. Δεν ξέρω αν ήταν μια τελευταία δόση κοσμοπολιτισμού, πριν τη βουτιά στο Μεσαίωνα που προμηνύεται -ή αν ήταν ένα κάλεσμα για να αφήσω αυτήν την μίζερη πραγματικότητα και να ξαναπάω να παίξω στην παιδική χαρά μου, μακριά από εδώ. Ξέρω μόνο πως, όπως when every monday morning comes, στο φανάρι ένα δάκρυ έτρεξε στο μάγουλό μου.

(Η φωτογραφία από το χθεσινό live των Suede είναι του Θοδωρή Μάρκου. Περισσότερες εδώ.)

Y.Γ. Χθες, τουιτάροντας μερικές ατάκες από την συναυλία, έκανα δύο λάθη μέσα στον ενθουσιασμό μου. Ο σωσίας του Άντονι -and the Johnsons- δεν ήταν, εννοείται, ο Μπέρναρ Μπάτλερ, ο οποίος παραμένει στυλάκι αλλά και εκτός μπάντας, αλλά ο Ρίτσαρντ Όουκς που μεγάλωσε άσχημα. Και το κομμάτι -"παύση"- στη μέση της συναυλίας, για να ξεκουραστούν λίγοι οι μουσικοί, δεν ήταν το "Where The Pigs Don't Fly", αλλά το "To The Birds". Αμφότερα είναι λατρεμένα b-sides τους και μπέρδεψα τους τίτλους. Και γράφοντας αυτήν την παρένθεση, συνειδητοποιώ ότι για καμμιά από τις επόμενες "αγαπημένες μου μπάντες" δεν θυμάμαι ούτε έναν τίτλο b-side ή τα ονόματα όλων των μελών του γκρουπ. Ίσως τελικά η τελευταία αγαπημένη μου μπάντα να ήταν όντως οι Suede...

11 Σεπ 2011

Μελαγχολία

Δεν είχα ποτέ σκεφθεί πόσο γλυκό μπορεί να είναι το τέλος. Μελαγχολικό, αλλά γλυκό, όμορφο, λυτρωτικό. Ευτυχώς που υπάρχει και ο Λαρς φον Τρίερ, αυτός ο μέγας σαδιστής, που τον έπιασε ξαφνικά μια μανία να τα τελειώσει όλα. Το ανθρώπινο είδος, τη φύση, τη Γη -σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Η σύγκρουση της μειλίχιας συνειδητοποίησης της Κίρστεν Ντανστ με την αγχώδη -σε επίπεδα υστερίας- αναζήτηση της Σαρλότ Γκενσμπούργκ και την αποστομωτική ανατροπή της σιγουριάς του Τζακ Μπάουερ (χε χε), σε ένα μαγευτικό τοπίο που θα έπρεπε κανονικά να είναι το φόντο για τις πιο ρομαντικές στιγμές των πιο συναισθηματικών ψυχών, είναι η ομορφότερη και ηπιότερη στιγμή της καριέρας του Δανού προβοκάτορα. Φαντάζομαι πως κάπως σαν την Ντανστ της "Μελαγχολίας" αντιμετωπίζουν τον θάνατο οι υπέργηροι και οι άρρωστοι και λυτρώνομαι στην συνειδητοποίηση πως δεν χρειάζεται να αγχώνομαι για το τέλος -παρ' ότι σαν χαρακτήρας μοιάζω περισσότερο με την οργανωτική και ψυχαναγκαστική Γκενσμπούργκ.

Οι ερμηνείες και των δύο είναι -εννοείται- υπέροχες. Ο φον Τρίερ ξέρει πώς να ξεζουμίζει τις γυναίκες. Αλλά στο τέλος της βραδιάς, αυτό που σού μένει πάνω απ' όλα είναι η απορία: Σε ποιον πλαστικό πήγε η Κίρστεν Ντανστ και της έφτιαξε τόσο φυσικό βυζί;

26 Ιουλ 2011

Μια υπέροχη εβδομάδα. Γεμάτη θάνατο.

Τρίτη: Γκουντγιόνσεν. Τετάρτη: Bon Jovi. Πέμπτη: Τομά Βεκλέρ. Παρασκευή: Aple d' Huez. Σάββατο: Έιμι Γουαϊνχάουζ. Κυριακή: Κάστρο. Δευτέρα: Χίτσκοκ. Τρίτη: Απολογισμός / Ή, όταν απωθημένα ετών γίνονται πραγματικότητα / Βραχάδα ακόμη, μια βδομάδα μετά. Κόντεψα να χάσω κι άλλα, έχασα μόνο τη φωνή μου, καλά είναι / Παλιμπαιδισμός και μνήμες απ' το 1986 / Γιατί δεν είπαν, όμως, το "Runaway"; / Έχει φθάσει Τρίτη κι ακόμη τα πρωινά ξυπνάω με μια γεύση γλυκανάλατης μπαλάντας στη γλώσσα. Σηκώνομαι και βραχνιάζω το "Blaze of Glory" και το "Wanted Dead Or Alive". Πιπιλάω κακή, ξεπερασμένη μουσική. Τι σού είναι τ' απωθημένα... / Και δεν έχω καν βάλει ν' ακούσω μια φορά το "Back To Black" / Στον παιδικό κόσμο των 12 ετών δεν υπάρχει θάνατος. Ή, δεν υπάρχει θάνατος που να μην διορθώνεται μ' ένα sing along σε μια μπαλάντα γεμάτη κλισέ, έρωτες και περμανάντ, φορεμένη πάνω από ένα κολλητό τζιν με τρύπες κι ένα αμάνικο πέτσινο / Κακογιάννης, Φρόιντ, "Στέλλα", σεξ, βλακείες, ξέρεις ήταν γέροι αυτοί, θα πέθαιναν κάποια στιγμή, θα ερχόταν η σειρά τους / Οι νεκρολογίες τους ήταν γραμμένες από καιρό. Δεν θα μιλούσαν για τον εξπρεσιονιστικό ρεαλισμό του Λούσιαν Φρόιντ. Ή μάλλον θα μιλούσαν, αλλά θα έλεγαν περισσότερα για τα ξώγαμα / Θα σε ζάλιζαν με την "Στέλλα" και τον "Ζορμπά", αλλά δεν θα ανέφεραν ποτέ τις "Τρωάδες", την "Ηλέκτρα", την "Ιφιγένεια", το πόσο μεγάλος καλλιτέχνης πρέπει να είσαι αν μπορείς να κάνεις κινηματογράφο το αρχαίο δράμα / Σέρνω τα πόδια μου στα βοτσάλινα σοκάκια της παλιάς πόλης, κάτω απ' τους θυρεούς των ιπποτών, δίπλα στις επάλξεις του κάστρου, συγκινούμαι τόσο πολύ κάθε φορά που βρίσκομαι στη Ρόδο, που φαντάζομαι τ' άλογά τους και τους σταυρούς τους, που υπάρχει αυτό το παραμυθένιο σκηνικό μια ώρα δρόμο απ' το σπίτι μου / Κι ας ξέρω ότι οι σταυροί τους σήμαιναν μόνο θάνατο / Φαντάζομαι ήταν γραμμένη κι η νεκρολογία της Έιμι από πριν / Ήταν βραχνή, γεμάτη δράμα και μ' ένα μεγάλο σταυρό / Κάποιος έπρεπε κάποια στιγμή να σταυρωθεί / Καλλίτερα νά 'ναι 27 ετών / Θα βόλευε στις μνήμες του Κομπέιν, της Τζάνις, του Χέντριξ / Κλισέ, έρωτες, περμανάντ / Κομπέιν, είπα, και περμανάντ. Ξέρεις. Bon Jovi, Motley Crue, Cinderella, μέχρι που ήλθε αυτό το μουνί ο Κομπέιν και τα γάμησε όλα / Οι άλλοι ήταν γέροι / Μα ζούσε ακόμη ο Κακογιάννης; / Θα πέθαιναν κάποια στιγμή. Αλλά ο Κομπέιν; Η Έιμι; / Είχα συμφωνήσει κάποτε: Δεν με νοιάζει αν πέθαινε αύριο κιόλας. Αρκεί να ήταν αυτό κομμάτι της διαδικασίας για να μας δώσει ένα ακόμη "Back To Black" / Τελικά πέθανε. Και δεν ξέρω καν αν ήταν έτοιμο το άλμπουμ / Έλα τώρα, χρειαζόμασταν ένα τέτοιο θάνατο. Οι άλλοι ήταν γέροι / Όταν ξεκίνησα αυτό το blog, το πρώτο post ήταν για την Έιμι Γουαϊνχάουζ. Ήταν το σύμβολο μιας εποχής. Αλλά τώρα που έφυγε, δεν άλλαξε τίποτε. Τίποτε / Mηχανισμός στήριξης / Μισέλ Πλατινί / Μακελειό στη Νορβηγία / Θάνατος παντού / Αλλά ξέρεις, ήταν μια υπέροχη εβδομάδα. Ο Γκουντγιόνσεν ήλθε στην ΑΕΚ. Και ο Τομά Βεκλέρ φορούσε την κίτρινη φανέλα στο Γύρο της Γαλλίας ακόμη και μετά το Col de Galibier/ Είχε Γύρο Γαλλίας, βασικά / Τώρα που τελείωσε;

(Η φωτογραφία της Amy Winehouse είναι από τον Hedi Slimane. Περισσότερες εδώ.)

3 Ιουλ 2011

3Djokovic: Βλέποντας τένις στο σινεμά

Δεν είχα παρέα. Κι έτσι άργησα να πάρω την απόφαση να κατεβώ μόνος μου. Έτσι μπήκα όταν το πρώτο σετ ήταν 2-2. Κάθισα βιαστικά σε μια από τις πίσω θέσεις. Ελάχιστες ήταν κενές, τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε, όπως μπήκα στην σκοτεινή αίθουσα "1" του "Δαναού". Σύντομα ξέχασα και ότι δεν είχα παρέα και ότι δεν είχα φάει για μεσημέρι και ότι είχα ένα σωρό δουλειές να τελειώσω σήμερα. Ο Νόβακ Τζόκοβιτς άρχισε να παίζει, από το ένατο game του πρώτου σετ και για περίπου 40 λεπτά, το πιο αλάνθαστο τένις που έχει τύχει να παρακολουθήσω ποτέ. Χάζευα την οθόνη με το στόμα ανοικτό. Όταν τέλειωσε και το δεύτερο σετ και ο Σέρβος βρισκόταν μπροστά με 2-0 και άναψαν για λίγο πάλι τα φώτα στην αίθουσα, άκουσα δύο κυρίους να λένε "όσο πιο κοντά στην οθόνη, τόσο πιο καλά". Διαπίστωσα ότι οι τρεις πρώτες σειρές δεν είχαν και τόσο κόσμο και μεταφέρθηκα μπροστά.

Μετά σταμάτησα για λίγο να ασχολούμαι με το πόσο καλά παίζει ο Τζόκοβιτς και με το γιατί δεν ρισκάρει λίγο ο Ναδάλ -και με όλα αυτά τα ανούσια. Είχα ξαφνικά μεταφερθεί στη θέση ενός επόπτη γραμμών, κάπου στο βόρειο Λονδίνο. Ενός πολύ ψηλού επόπτη, τέλος πάντων, αφού η κάμερα 3D που μεταδίδει τους αγώνες στο Wimbledon είναι τοποθετημένη στην πλάτη του ενός παίκτη, σε ένα ύψος περίπου δυόμισι μέτρων. Όχι τόσο ψηλά όσο στην κανονική μετάδοση δηλαδή. Από εκεί, μπορούσα να παρακολουθώ κάθε σπιν της μπάλας (και, ως γνωστόν ο Ναδάλ βάζει κάτι υπερβολικά τέτοια...), να καταλαβαίνω την ταχύτητα του κάθε κτυπήματος, να κατανοώ απόλυτα τον τρόπο παιχνιδιού του καθενός. Σχεδόν ξεκινούσα να κρεμάω τη ρακέτα μου σε κάθε μπαλιά, σχεδόν ετοιμαζόμουν για τον κάθε πόντο. Όταν ο Τζόκοβιτς έφτασε στο Championship Point, βλαστημούσα που δεν κατάλαβα πιο νωρίς ότι έπρεπε να κάτσω εκεί μπροστά και ευχόμουν να το χάσει, να τού κάνει ένα φοβερό comeback ο Ναδάλ, να πάνε στο πέμπτο σετ και να παίζουν για δεκατρείς ώρες και σαρανταδυό λεπτά ακόμη, μέχρι να πάρει κάποιος 2 games διαφορά. Κι ας υποστήριζα από την αρχή τον Σέρβο.

Μού κόστισε 18 ευρώ (15 η είσοδος και 2 ευρώ το ποπ κορν που πήγα και πήρα όταν ο Ναδάλ μείωσε σε 2-1 και άρα είχαμε τουλάχιστον μισή ώρα μέλλον ακόμη, συν κάτι νεράκια γιατί έχουμε και καλοκαίρι), λίγο παραπάνω, δηλαδή, από το να έβλεπα μια κανονική ταινία στον Δαναό -νομίζω ότι όταν είναι 3D, το εισιτήριο πάει στα 10 ή τα 12 ευρώ από το σύνηθες 8,5-, αλλά ανάθεμα κι αν δεν πέρασα πολύ καλλίτερα απ' ότι σε οποιαδήποτε ταινία έχω πάει να δω τα τελευταία δέκα χρόνια.

21 Ιουν 2010

Σύμφωνοι, ο Steve Tyler είναι μια γραφική κωλόγρια...


...αλλά αν κάτσεις και σκεφτείς πόσες γκόμενες έχεις ρίξει χάρη σε κάτι τραγουδάκια σαν τα παρακάτω, ε τότε του χρωστάς μια χάρη. Ένα postάκι με 2 βιντεάκια από τη χθεσινή σας συνάντηση, τουλάχιστον...


Aerosmith - Crazy (Live in Athens)


Aerosmith - Dream On (Live in Athens)

23 Μαΐ 2010

Όταν ο καιρός είναι βροχερός...

...και είσαι λίγο λυπημένος που τελικά χθες έχασε η Μπάγερν, μπορείς να πάρεις την κιθάρα σου και να παίξεις το πιο όμορφο από τα (πολλά) μελαγχολικά κομμάτια του "High Violet" των National. Δες πώς:



17 Μαΐ 2010

Το Κύπελλο σηκώσαμε μέσα στη Λεωφόρο...

Οι τελευταίες οδηγίες του κόουτς Λουκάκη

Το τελικό 4-1 από τον Γιώργο Παπαϊωάννου

Η απονομή του Κυπέλλου

Οι πανηγυρισμοί

Μετά από μια γραφική βραδιά στη συναυλία των Κόρε Ύδρο, θα ήταν κρίμα η επόμενη ημέρα να κυλούσε σε άλλους ρυθμούς. Στο γήπεδο πήγα κομμάτια (πολύ αλκοόλ -μετά τους Κόρε Ύδρο πήγα και σε ένα τέλειο πάρτυ) και αργοπορημένος, αλλά έτσι κι αλλιώς περίμενα ότι θα γυαλίσω τον πάγκο (δεν τον γυάλισα, με σήκωσε από νωρίς, αλλά τελικά εξάντλησε όλες του τις αλλαγές περίπου την ώρα που είχα ανεβάσει 200 σφιγμούς από την εφιαλτική ημίωρη και βάλε προθέρμανση υπό 28 βαθμούς κελσίου και ετοιμαζόμουν να ζητήσω έλεος). Το ματς ήταν συναρπαστικό. Στο 30' κερδίζαμε ήδη 3-0 τον Ant1, εκμεταλλευόμενοι τα νειάτα μας και το ότι το γήπεδο ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτά που έχουμε συνηθίσει να παίζουμε. Το κλισέ μιλάει για σταχτοπούτα. Το Σάββατο στη Λεωφόρο η Σταχτοπούτα φορούσε φωσφοριζέ κίτρινο με μαύρο (κανονικά φοράμε πορτοκαλί, αλλή η γραφικότητα θα ήταν μισή αν δεν κατεβαίναμε με νέα, επετειακή εμφάνιση, ειδικά για τον τελικό). Η Σταχτοπούτα ήταν η "Καθημερινή". Η ομάδα που δεν έχει τερματίσει 5 χρόνια τώρα πάνω από την 9η θέση στο Πρωτάθλημα Τύπου και που στα play-offs έφτανε το πολύ ως τους "οκτώ"... O Ant1 είχε τερματίσει 1ος φέτος στην κανονική διάρκεια του Πρωταθλήματος και σε επίσημο ματς δεν τον είχαμε νικήσει ποτέ. Το Σάββατο ο αγώνας έληξε 4-1.

Έχω πάρει άπειρα μετάλλια στη ζωή μου, πριν δέκα και βάλε χρόνια, όταν έκανα πρωταθλητισμό στον στίβο. Το σαββατιάτικο το απόλαυσα όσο λίγα -κι ας μην έπαιξα καν στο ματς. Ήταν η επιβράβευση μιας πεντάχρονης εμμονής που ως τώρα πλήρωσα με μια σπασμένη μύτη (ο γιατρός στο "Υγεία" μου την έκανε τελικά πιο ίσια κι απ' ότι ήταν πριν την κλωτσιά), άπειρα ξυπνήματα χαράματα Σαββάτου για να τρέχω από το Μαρούσι στο Ελληνικό ή την Ηλιούπολη και να παίξω τελικά ένα τεταρτάκι (στίβο έκανα, μπάλα δεν ξέρω, σπάνια έπαιξα βασικός σ' αυτή την ομάδα), δεκάδες ξεφτίλες τύπου 10-1 και 7-0 στα πρώτα, "άνδυρα" χρόνια μας, όταν ακόμη έκανα όλα τα σουτ με το μυτάκι.

Ναι, είναι εντελώς αστείο όλο αυτό. Γραφικό όσο λίγα. Αλλά δείξτε μου έναν άνθρωπο γύρω σας που να μην είναι γραφικός σε κάτι. Και μετά μπείτε στο blog της ομάδας και ετοιμαστείτε να ξεκαρδιστείτε στα γέλια (ειδικά με τα σχόλια) :)


UPDATE:

20 Απρ 2010

Culture Overdose (kids, don't try this at home)

Έβρεχε του σκοτωμού, εκείνο το πρωί, παρ' όλα αυτά δεν το βάλαμε κάτω. Πήραμε τις ομπρέλες μας (που τις διέλυσε ο αέρας), πήραμε τραίνα και λεωφορεία και στις 12 ήμασταν στο δισκάδικο "J&R", όπου εκείνη την ημέρα έβγαινε για πρώτη μέρα σε κυκλοφορία το "Yesterday, You Said Tomorrow", το τελευταίο άλμπουμ του Κρίστιαν Σκοτ. Ο ίδιος ο "σημαντικότερος-τζάζμαν-κάτω-των-30 ετών" βρισκόταν εκεί με την καταπληκτική του μπάντα, γιορτάζοντας την κυκλοφορία με ένα 40λεπτο σετ, που περιλάμβανε τρία μόλις τραγούδια - ένα δικό του, την ήδη συζητημένη διασκευή του στο "Eraser" του Τομ Γιορκ και μια εκρηκτική διασκευή στο E.S.P. του Γουέιν Σόρτερ, που του επέτρεψε να δείξει την κλάση του και να ενθουσιάσει τους - καμιά τριανταριά - φαν που είχαν μαζευτεί εκείνο το βροχερό πρωινό στον δεύτερο όροφο του δισκάδικου. "Ακόμη και στη Νέα Υόρκη μειοψηφία είσαι, αγάπη μου", με περιέπαιξε η γυναίκα της ζωής μου. Ο Κρίστιαν Σκοτ είναι ένας μάλλον τσαμπουκαλής μουσικός που δεν σέβεται κανέναν και τίποτε στο τζαζ κύκλωμα (κι αυτό είναι ένα από τα προσόντα του), αλλά από κοντά είναι συμπαθέστατος. Όταν τού έδωσα το cd να μού υπογράψει το εξώφυλλο, τού θύμισα ότι έχουμε επικοινωνία στο Twitter και κανονίσαμε να τα πούμε και τηλεφωνικά, για ένα από τα προσεχή τεύχη του "Jazz & Τζαζ". Ήμουν πανευτυχής.
Βγήκαμε από το δισκάδικο και έβρεχε ακόμη - λιγότερο όμως - οπότε ψάξαμε για ένα ακόμη μέρος που να μας προστατεύσει από την βροχή. Ποιο καλύτερο από το σημαντικότερο μουσείο μοντέρνας τέχνης του κόσμου; Πολύ περισσότερο δε που φιλοξενούσε μια μεγάλη έκθεση-αφιέρωμα στον Τιμ Μπέρτον.
Ως φετιχιστής - και φαν της Μισέλ Φάιφερ - δεν έχω ξεπεράσει ακόμη το ότι είδα με τα ίδια μου τα μάτια την στολή που φορούσε ως Catwoman στο (αξεπέραστο) Batman Returns, το λιγότερο σημαντικό από τα εκθέματα του συναρπαστικού αφιερώματος, που περιλάμβανε ακόμη και τα σημειωματάρια του Μπέρτον, όταν απλώς ονειρευόταν να δουλέψει για την Disney. Αλλά δεν ήταν αυτή η σημαντικότερη από τις εκθέσεις του Μουσείου. Αυτή πρέπει να ήταν η εκθεση του Γουίλιαμ Κέντριτζ, ενός καλλιτέχνη τον οποίο, ομολογώ, αγνοούσα, αλλά με λύγισε η δύναμη του έργου του. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για την αναδρομική της Μαρίνα Αμπράμοβιτς, που περιλάμβανε βίντεο από παλιές της περφόρμανς - και αναπαραστάσεις μερικών από αυτές, από νεαρούς καλλιτέχνες (μοντέλα;). Η ίδια η Αμπράμοβιτς, με το ίδιο γυάλινο βλέμμα της ψυχοπαθούς (TM) βρισκόταν στο μουσείο για την περφόρμανς "the artist is present", στην οποία καλούσε τους επισκέπτες να κάτσουν απέναντί της σιωπηλοί, για όσο αντέξουν (ή μέχρι να γελάσει κάποιος πρώτος, δεν είμαι σίγουρος - αν και δεν νομίζω ότι η Αμπράμοβιτς έχει γελάσει ποτέ).
Mε το σύνδρομο του Στεντάλ να μας έχει κάνει το κεφάλι καζάνι και το στομάχι κόμπο (ή το αντίθετο), κατευθυνθήκαμε προς το "Magnolia Bakery", να κάνουμε κάτι για το στομάχι, τουλάχιστον - ένα red devil cupcake (με κρέμα βανίλια), ας πούμε, για να ανεβάσει τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα, και να μας δώσει ενέργεια για αυτό που θα επακολουθούσε.
Το ραντεβού μας ήταν στο θέατρο Cort, όπου ένας εκλεκτός θίασος ανέβασε το κλασικό πλέον "View From the Bridge", του Άρθουρ Μίλερ, αυτήν την αρχαία τραγωδία δωματίου, που αναμοχλεύει την παθογένεια των μικρών κοινωνιών (και δεν υπάρχει μικρότερη κοινωνία από μια οικογένεια).
Η διαφημιστική επιγραφή έχει δίκιο: η λατρεμένη Σκάρλετ ήταν πράγματι μια αποκάλυψη. Το ότι την αγαπώ είναι γνωστό, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θεωρώ ότι είναι καλή ηθοποιός (η αλήθεια είναι ότι, με εξαίρεση το Match Point και το Lost in Translation, όπου αλλού την έχω δει είναι κάτω του μετρίου). Εδώ όμως άλλαξα γνώμη. Παίζοντας ένα καταπιεσμένο κορίτσι που χάνει σταδιακά την αθωότητά του στο Μπρούκλιν του '50, ήταν συγκινητική, με εντυπωσιακή εκφορά και ακόμα πιο δουλεμένη κινησιολογία. Η χημεία της με τον - καταπληκτικό, πάντα, έτσι κι αλλιώς - Λιβ Σράιμπερ ήταν εκρηκτική. Έκοβες την ένταση με το μαχαίρι.
Βγαίνοντας από το θέατρο ήμασταν ήδη αποκαμωμένοι - και θεονηστικοί. Μπήκαμε στο πρώτο ταξί που βρήκαμε και κατευθυνθήκαμε νότια, στο "Balthasar", για να στυλωθούμε με κρεμμυδόσουπα και ό,τι άλλο γαλλικό πιάτο είχε εξαμερικανίσει ο σεφ. Ήμασταν στο σωστό μέρος, κάτι που επιβεβαιώθηκε όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Λάρι Ντέιβιντ. Ακριβώς ο άνθρωπος που θέλεις να δεις στο τέλος μιας τέτοιας μέρας...
(Και για όποιον δεν κατάλαβε, έχω ήδη δύο εβδομάδες που γύρισα από την Νέα Υόρκη και ακόμη δεν έχω συνέλθει - αλλά δεν θα επανέλθω, το υπόσχομαι. Θα υποφέρω σιωπηλά).

15 Απρ 2010

Έλεος πια με τον υπερτιμημένο Ewan McGregor!

Είχε την τύχη (ή μάλλον, την σκωτσέζικη καταγωγή) ώστε να πρωταγωνιστήσει στο "Trainspotting" και να γίνει εν μια νυκτί ο απόλυτος indie κινηματογραφικός ήρωας μιας γενιάς που μεγάλωνε με πάρτυ στα Οινόφυτα και κάμπινγκ στα Κουφονήσια. Ακόμη κι αυτό με εκνευρίζει πάνω του. Γιατί το "Trainspotting" είναι εντελώς μούφα -υπερτιμημένο κι αυτό, όσο ο φελλός πρωταγωνιστής του. Δεν έχω καταλάβει γιατί μια σεκάνς σκηνών απόλυτης αηδίας και μαλακίας είναι ταινία -πόσω μάλλον αριστούργημα και "σταθμός" των '90s.

Αλλά, εντάξει, με το "Trainspotting" δεν πρόκειται να βγάλουμε άκρη, γιατί αρέσει σε όόόόόόόλο τον υπόλοιπο συνομήλικό μου και νεώτερο κόσμο, οπότε ίσως είμαι εγώ ο κολλημένος. Πάμε όμως στην υπόλοιπη καριέρα του απογόνου του Ουίλιαμ Ουάλας:

Το "Velvet Goldmine", αυτή η ταινιάρα για τη διαφορετικότητα και το glam rock ήλθε το '98, δύο χρόνια μετά το "Trainspotting" και στις αφίσες οι παραγωγοί ποστάρανε τη μουτσούνα του ΜακΓκρέγκορ. Για διαφήμιση. Ο ρόλος του Κερτ Γουάιλντ ήταν ψιλοτρίτος, η ερμηνεία του ΜακΓκρέγκορ άχρωμη και -το χειρότερο- ο χαρακτήρας που υποδυόταν ήταν Αμερικανός, όχι Σκωτσέζος, ούτε καν Αγγλάρας. Εντελώς άκυρος... Το "Velvet Goldmine" σε χαρακτήρες, το κράτησαν (όχι ότι χρειαζόταν "κράτημα", με τέτοιο σενάριο, σκηνοθεσία, μουσική και σκηνογραφία) οι απίστευτοι Τζόναθαν Ρέις Μέγιερς και Κρίστιαν Μπέιλ, αλλά ο ΜακΓκρέγκορ, από κεκτημένη λόγω του "Trainspotting" πιστώθηκε και από αυτό την επιτυχία. Έκλεινε τα '90s με τις γκόμενες να ξετρελλαίνονται για πάρτη του πιο πολύ απ' ότι κάνουν οι σημερινές πιτσιρίκες γι' αυτόν τον παπάρα το βρυκόλακα του "Twilight".

Βγήκε από τη δεκαετία με το "Star Wars - Episode I". Εντάξει, εδώ δεν χρειάζεται καν να κάνω εγώ σχόλιο...

Η κωλοφαρδία του στα '90s ήταν τόση που με το που μπήκε η νέα δεκαετία, τον περίμενε ο σούπερ ρόλος του Κρίστιαν στο "Moulin Rouge!" του Μπαζ Λούρμαν. Δηλαδή ένας ρόλος σε ένα εξαιρετικά σκηνοθετημένο μιούζικαλ, με συμπρωταγωνίστρια τη Νικόλ Κίντμαν στα καλλίτερά της και την παράσταση να κλέβουν η μουσική, τα σκηνικά και τα κοστούμια. Ανενόχλητος μπορούσε να κάνει τα χαζά, γλυκά ματάκια του και τις λοιπές μούτες του. Κανείς δεν ασχολιόταν με την άθλια ερμηνεία του. Η ταινία ήταν ταινιάρα, επιτυχιάρα, αυτός ήταν πρωταγωνιστής, credits κι άλλα credits, το κασέ αυξανόταν και τα κοριτσάκια λέρωναν ακόμη περισσότερο το βρακάκι τους.

Ακολουθούν: "Black Hawk Down" και "Star Wars - Episode II". Εντάξει, συγχαρητήρια. Απαιτητικότατες ταινίες.

Και μετά έρχεται η μεγάλη στιγμή της καριέρας του. Δηλαδή, η στιγμή που κανονικά θα έπρεπε να είναι η μεγάλη στιγμή της καριέρας του. Τιμ Μπέρτον, Big Fish, ο ρόλος του Εντ Μπλουμ στα νειάτα του. Η ερμηνεία του Ιούαν ΜακΓκρέγκορ σ' εκείνο το υπέροχο φιλμ ήταν τόσο μα τόσο αδιάφορη, που δεν θυμόμουν καν ότι αυτός έπαιζε το χαρακτήρα που υποδυόταν και ο θεός Άλμπερτ Φίνεϊ -ο Εντ Μπλουμ γέρος- στην ίδια ταινία...

Αλλά εντάξει, ακολούθησε ο "Valiant" και τα πράγματα μπήκαν σε μια τάξη. Ένας ταιριαστός ρόλος για τον Ιούαν. Ήταν απλά η φωνή για ένα καρτούν - περιστέρι. Αλλά ναι, αυτή ήταν η μεγαλύτερη στιγμή της καριέρας του. Το σωτήριον έτος 2005.

Το "Νησί" που ακολούθησε το θυμόμαστε όλοι για το σκάφος της Wally (ωραία ομοιοκαταληξία έβγαλα ε;) και, φυσικά, για την Σκάρλετ Γιόχανσον. Εγώ θυμάμαι λίγο και την αφίσα της ταινίας. Ναι. Η γνωστή μουτσουνίτσα του Ιούαν, με τα μισόκλειστα ματάκια και την ηλίθια έκφραση απορίας. Ποια μουτσουνίτσα; Κάτσε να κάνω copy - paste τη φωτογραφία από το "Ghost Writer" που έχω βάλει στην αρχή του post. Σύγκρινε τις δύο φάτσες και θα καταλάβεις τι λέω. Αυτός είναι ο Ιούαν ΜακΓκρέγκορ. Σε όλες του τις ταινίες!



Την ίδια χρονιά (το 2005) είχαμε και "Star Wars - Episode III" (απορία: υπάρχει κάποιος σοβαρός άνθρωπος που πάει και τα βλέπει αυτά;) και μετά, μέχρι τους "Illuminati" πέρσι τον χάσαμε. Βυθίστηκε, μαζί με το Νησί, σε ταινίες του βεληνεκούς του.

Φέτος, σε μια μαύρη στιγμή της ιστορίας του κάστινγκ, ο Ιούαν ΜακΓκρέγκορ επιστρέφει με πρωταγωνιστικό ρόλο σε μεγάλη ταινία. Είναι ο ghost writer στο εξαίσιο "Ghost Writer" του Πολάνσκι. Την ταινία, δηλαδή, με το καλλίτερο σενάριο και την πιο ατμοσφαιρική σκηνοθεσία στη φετινή σεζόν. Υπάρχει, βέβαια, κάποια δικαιολογία γιατί ο Πολάνσκι βάζει αυτό τον άχρωμο "μουτάκια" να παίξει τον πρώτο ρόλο. Γιατί ακριβώς σε όλη την ταινία ο πρωταγωνιστής είναι ένα τίποτε. Δεν είναι καν ένα πιόνι. Είναι ένας ψιλοχαζός παρατηρητής πραγμάτων που δεν κατανοεί, ακριβώς δηλαδή αυτό που σου βγάζει ο Ιούαν ΜακΓκρέγκορ με όλες του τις ερμηνείες σε όλες του τις ταινίες. Το "Ghost Writer" δεν είναι ταινία ηθοποιών -είναι ταινία (ταινιάρα) του σκηνοθέτη. Απλά, θα ήταν ακόμη καλλίτερο αν το "κύριος τίποτε" του ΜακΓκρέγκορ το έπαιζε κάποιος που μπορεί να υποδυθεί μέχρι και το "τίποτε"...

(Υπάρχει άλλη μια στιγμή στη ζωή του ΜακΓκρέγκορ -αλλά εγώ θα πω "στην καριέρα"- που τον εξύψωσε στο indie Πάνθεον. Ως δεινός μοτοσικλετιστής, έκανε ένα ταξίδι το 2004 από το Λονδίνο ως τη Νέα Υόρκη μέσω Σιβηρίας, Μογγολίας και Καναδά, πάνω σε μια BMW R1150GS. Όλο αυτό έγινε ντοκιμαντέρ. Και μετά διαφήμιση της BMW και ενός αρώματος. Ακόμη και τώρα η μουτσούνα του με το δερμάτινο, τη μηχανή και το άρωμα τυπώνεται στα περιοδικά. Γαμώ το μάρκετίνγκ μου, γαμώ.)

5 Απρ 2010

Monday Night at the Village Vanguard

Το ραντεβού μας ήταν για τις 8.30 - με το που βγήκαμε από τον σταθμό, αρχίσαμε να περπατάμε γρήγορα, αφ' ενός γιατί έβρεχε κι έκανε ψοφόκρυο κι αφ' ετέρου γιατί δεν κρατιόμουν. Προσπεράσαμε τα sex shops και στηθήκαμε λαχανιασμένοι, να προφυλαχτούμε από την βροχή κάτω από την κατακόκκινη τέντα, μπροστά από την κατακόκκινη πόρτα, σαν να θέλουμε να εμποδίσουμε την είσοδο στους υπολοίπους - φίλε, ξέχνα το, δεν παίζει να μου φας τη σειρά. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι όλα αυτά τα χρόνια ακούω γι' αυτό το μέρος και όχι μόνο δεν έχω διαβάσει καμία περιγραφή του, αλλά δεν είχα μπει στον κόπο ούτε να φανταστώ πώς είναι, να πλάσω μια εικόνα του στο μυαλό μου. Το βέβαιο πάντως είναι ότι, φέρνοντας στο μυαλό μου έναν ναό της τζαζ, όπου έχουν λειτουργήσει οι πάντες από τον Σόνι Ρόλινς και τον Μπιλ Έβανς μέχρι τον Τζέισον Μοράν και τον Μπραντ Μέλνταου, δεν θα τον φανταζόμουν ως ποντικότρυπα. Γιατί περί ποντικότρυπας πρόκειται. Με το που περνάς την κόκκινη πόρτα σε ρουφάει προς τα κάτω η στενόμακρη σκάλα που οδηγεί σε ένα αδιανόητα μικρό και στριμόκωλο δωμάτιο, βαμμένο με μαύρη λαδομπογιά ή κάτι τετοιο, που δεν έχει ανακαινιστεί τα τελευταία 75 χρόνια που λειτουργεί. Όχι πως έχει σημασία. Σημασία έχει πως στην μια άκρη του δωματίου βρίσκεται ένα στιλπνό Steinway γύρω από το οποίο στριμώχνονται οι 16 μουσικοί που απαρτίζουν την Vanguard Jazz Orchestra, η οποία κάθε Δευτέρα βράδυ, εδώ και δεκαετίες, κρατά αναμμένη την δάδα που πυροδότησε ο ιδιοφυής Θαντ Τζόουνς, πατώντας στις κομψές ενορχηστρώσεις του Μπομπ Μπρουκμάγιερ. Στην άλλη άκρη, σε μια γωνιά του πάγκου που απλώνεται περιμετρικά, καθόμαστε εμείς, με δύο μικρά άσπρα τετράγωνα τραπεζάκια μπροστά μας. Η υπέργηρη σερβιτόρα μου φέρνει ένα Μακάλαν ον δε ροκς - ξέρω, ιεροσυλία, αλλά δεν με νοιάζει - ενώ στη σκηνή, αυτή η θεσπέσια μπάντα παίζει με μπρίο, ζωντάνια, τρυφερότητα και συναίσθημα, επί μια ώρα και δέκα λεπτά. Μετά κάνουν διάλειμμα μισής ώρας κι επιστρέφουν για το δεύτερο σετ. "Αν θέλετε να μείνετε είστε ευπρόσδεκτοι, αλλά θα πρέπει να πληρώσετε δέκα δολάρια". (Και για όποιον δεν κατάλαβε, πέρασα τις άγιες μέρες του Πάσχα στην Νέα Υόρκη).

10 Μαρ 2010

Ναι, αγοράζω ακόμα cd!

Ξέρω, είναι πλέον δείγμα λουδιτισμού, συντήρησης - ή έστω εκκεντρικότητας - το να αγοράζεις cd μουσικής, και οφείλω να απολογηθώ. Όπως όλοι, κατεβάζω κι εγώ μουσική από τα torrents μετά μανίας. Ντρέπομαι γι' αυτήν την ροπή μου στην πειρατεία, αλλά ντρέπομαι περισσότερο όταν διαβαίνω το κατώφλι ενός δισκοπωλείου και αντικρύζω αυτήν την θλιβερή εικόνα των στoιβαγμένων cd, με τα αυτοκόλλητα των προσφορών και την ιεράρχηση που οι επιβάλλουν οι τρεις μεγάλες πολυεθνικές δισκογραφικές. Ξεπλένω τις ενοχές μου αγοράζοντας τα cd που πραγματικά μ' ενδιαφέρουν από το amazon - αν όχι κατευθείαν από τους αγαπημένους μου καλλιτέχνες: το έκανα με την τελευταία τριλογία των Medeski, Martin & Wood, αλλά και με το live των Squirrel Nut Zippers, που το παρήγγειλα σε βινύλιο, υπογεγραμμένο από την θεά Katharine Whalen (ταυτόχρονα με τους κωδικούς για να κατεβάσω τα τραγούδια και σε Mp3). Κυρίως όμως, αγοράζω cd στα live που πηγαίνω. Με αυτόν τον τρόπο, νιώθω ότι στηρίζω τους ίδιους τους καλλιτέχνες - και όχι την γραφειοκρατία μιας δισκογραφικής εταιρείας. Όχι ότι το σκέφτομαι ιδιαίτερα. Μού φαίνεται πια απολύτως φυσικό - ενώ το 1992, όταν ο tour manager του Dizzy Gillespie είχε ανοίξει το βαλιτσάκι με τα cd στα σκαλιά του "Παλλάς", ντράπηκα για λογαριασμό του τζαζ θρύλου που ξέπεσε να πουλάει δισκάκια κατ' αυτόν τον τρόπο. Πού να 'ξερα ότι δυο δεκαετίες αργότερα, αυτή η απευθείας πώληση θα ήταν ζωτικής σημασίας για την τζαζ - και την μουσική γενικότερα.
Την περασμένη Τετάρτη, λοιπόν, βρέθηκα στο Half Note - οι Mingus Dynasty ήταν υπέροχοι, ως αναμενόμενο. Την παράσταση έκλεψε φυσικά ο "Ku-Umba" Frank Lacy, αλλά εγώ είχα ενθουσιαστεί που ανάμεσά τους βρισκόταν ένας από τους καλύτερους σαξοφωνίστες της Νέας Υόρκης, ο ακούραστος Wayne Escoffery. Ήθελα να πάρω το cd του, όμως είχε εξαντληθεί, όπως με ενημέρωσε ο έτερος σαξοφωνίστας της μπάντας, ο Jaleel Shaw, που εκείνη την ώρα εκτελούσε χρέη πωλητή. Ντράπηκα και τσίμπησα το δικό του cd, όπως κι εκείνο του πιανίστα Orrin Evans, το οποίο χάρισα στην φίλη που με συνόδευσε εκείνο το βράδυ. Δεν μου έχει ξανασυμβεί να αγοράσω κάτι από ντροπή, το αποτέλεσμα όμως με αποζημίωσε με το παραπάνω: όχι μόνο γιατί ο Shaw είναι ένας εξαιρετικός σαξοφωνίστας, αλλά γιατί στο Optimism τον συνοδεύουν δύο από τις ταχύτερα ανερχόμενες προσωπικότητες της σύγχρονης τζαζ, ο θαυμάσιος τρομπετίστας Jeremy Pelt και ο ιδιοφυής πιανίστας Robert Glasper. Σύγχρονη modal jazz, χαλαρή και ολοζώντανη, μού έφτιαξε το κέφι αυτές τις μέρες με το ψιλόβροχο και την μουντάδα.
Αλλά το δισκάκι που πραγματικά με ενθουσίασε το τσίμπησα το Σάββατο το βράδυ στο Jazz On Top του ξενοδοχείου President. Εκεί, σ' αυτό το περιβάλλον συγκρατημένης χλιδής, ο πάντα αγέρωχος Δημήτρης Βασιλάκης - ένας υπέροχος σαξοφωνίστας και το πιο "jazz" παράστημα της Ελλάδας - φιλοξενούσε τον Craig Bailey, έναν επίσης υπέροχο σαξοφωνίστα, που πέρασε μεγάλο μέρος της καριέρας του συνοδεύοντας τον Ray Charles. Φεύγοντας τού ζήτησα να υπογράψει το cd που είχε φέρει και πουλούσε. To έβαλα στο αυτοκίνητο προτού καν κοιτάξω το εξώφυλλο - οπότε η έκπληξή μου ήταν ακόμα μεγαλύτερη. Ο τύπος έχει φτιάξει μια big band με τον σαξοφωνίστα Tim Armacost, την Brooklyn Big Band, η οποία παίζει με κέφι, μπρίο και συναίσθημα μερικές από τις ομορφότερες συνθέσεις που έχω ακούσει τελευταία. Ο Bailey έχει μείνει στην Αθήνα και παίζει με διάφορες μπάντες αυτές τις μέρες - έπαιξε στο Baraonda, ενώ απόψε εμφανίζεται στο Aperitif, στην Καλαμιώτου (δεν έχω πάει ποτέ, αλλά πόσο άσχημα μπορεί να είναι;). Αν δεν έχεις τίποτε να κάνεις απόψε, θα περάσεις θαύμα.

23 Φεβ 2010

Στον ωκεανό του Richard Hawley

Το "As The Dawn Breaks" είναι ένα αργόσυρτο κομμάτι που όσο πιο αδύναμα ερμηνεύεται, τόσο πιο δυνατό κάνει το μήνυμά του. Ήταν το κομμάτι με το οποίο ξεκίνησε την συναυλία του Σαββάτου στο Fuzz ο Ρίτσαρντ Χόλεϊ. Κάποιοι δεν έπιασαν το μήνυμα. Περίμεναν ως το τέλος, μιάμιση ώρα μετά να ακούσουν το "Tonight The Streets Are Ours". Που δεν ήλθε ποτέ. Κάποιοι έπιασαν το μήνυμα, αλλά δεν ήταν ακριβώς σίγουροι. Όταν όμως άκουσαν τις πρώτες νότες του "Ashes On The Fire", του δεύτερου κομματιού της setlist του παλιακού κρούνερ -επίσης τόσο αργού και γλυκού που άφηνε το σφύριγμα από τον εξαερισμό που δέσποζε πάνω από το Έβερεστ του Fuzz να κυριαρχεί στις θέσεις των ορθίων στο υψόμετρο (ο κάτω χώρος είχε διαμορφωθεί δια καθήμενους)- δεν είχαν καμμία επιλογή από το να αφεθούν στην διάθεση του Χόλεϊ, να χαλαρώσουν, να απολαύσουν το ποτάκι που είχαν στο δεξί τους χέρι και με το αριστερό να χαϊδέψουν λίγο παραπάνω τα μαλλιά της/του συντρόφου τους.

Ναι, ήταν μια συναυλία για ζεύγη. Μπροστά μου ένα πανύψηλο αντρόγυνο μοιράζεται ένα τσιγάρο, αριστερά μου μια κοπέλλα που μιλάει αγγλικά κι ένας τύπος που προσπαθεί να μιλήσει αγγλικά παρασύρονται από την όλη γλύκα που μοιράζει ο Χόλεϊ και τα φτιάχνουν -εκεί στο υψίπεδο του Fuzz- πιο πέρα δύο μαυροφορεμένα αγόρια κρατιούνται από το χέρι και συγχρονίζουν ένα ανεπαίσθητο κούνημα των γοφών με τις νότες του "Coles Corner" και του "For Your Lover, Give Some Time". Κι εγώ ψάχνω κάτι στην τσέπη του φαρδιού τζιν που φοράει η συντροφιά μου, και χώνω τη μύτη στο Pantene των μαλλιών της.

O Mr. Arkadin μετά το τέλος της συναυλίας μου λέει: «Ωραία, πάω ν΄ακούσω το "Lady's Bridge" τώρα, να ξεκαυλώσω», δεν προλαβαίνουμε να πούμε περισσότερα, δύο μέρες μετά, στο MSN, μου εξηγεί ότι η συναυλία του άρεσε πολύ. «Πρώτη φορά που με κράτησε κάποιος που δεν ήξερα ούτε ένα τραγούδι του», μου λέει. Ναι, ο Ρίτσαρντ Χόλεϊ δεν ήλθε για να ικανοποιήσει τους πρόσκαιρους φαν που τού χάρισε η επιτυχία του "Lady's Bridge" και κυρίως εκείνου του πανέμορφου, χορευτικού χιτ που του έδωσε το "Tonight The Streets Are Ours". Όχι, ήλθε με διάθεση "Truelove's Gutter", γλυκερά σκοτεινή, για ένα τσιγάρο ακόμη, για να χαϊδολογήσει τις πανέμορφες κιθάρες του. Και του παραδοθήκαμε όλοι αγόγγυστα, στον υπέροχο ωκεανό του (φρόντισε, βέβαια, να κλείσει το encore και την συναυλία με το καταπληκτικό "The Ocean"), και με το τελικό κέρδος ότι φύγαμε από το Fuzz κατά τα μεσάνυκτα αισθανόμενοι καλύτεροι άνθρωποι, πιο ελαφρείς και κάπως ερωτευμένοι...

2 Ιαν 2010

Django New Year!

To 2010 με βρήκε στο συμπαθέστατο αίθριο του Bacaro, να ακούω τον Γιάννη Λουκάτο και τους Hot Club de Grece. Ήθελα καιρό να τους ακούσω - όπως και τις άλλες δύο μπάντες της Αθήνας που παίζουν κιθαριστικό swing, τους Diminuita και τους Swing Shoes - αλλά δεν τα είχα καταφέρει. Καμιά φορά όμως υπάρχουν και οι ευτυχείς συμπτώσεις - ή το πεπρωμένο, όπως το δει κανείς.
Όλα ξεκίνησαν από ένα σχόλιο που έκανε, σε ανύποπτο χρόνο, μια φίλη - "έχει συμπαθητικό μενού για Πρωτοχρονιά το Bacaro". Το θυμήθηκα την ώρα που χώνευα τα Χριστούγεννα, τηλεφώνησα και έκλεισα χωρίς να το σκεφτώ. "Να υποθέσω ότι θα έχετε και κάποιο live", έκανα αδιάφορα. "Ναι, τους Hot Club de Grece". Νόμιζα ότι μου έκαναν πλάκα - δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα άλλαζα τη χρονιά, ακούγοντας το αγαπημένο μου μουσικό ιδίωμα.
Το πράγμα φάνηκε ότι θα κυλήσει καλά από το πρώτο κομμάτι: όταν ξεκινάς με το "Nuits de St.Germain-des-pres" δεν υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να χαλάσει κάτι. Ο Λουκάτος κρατά αναμμένη την δάδα του Τζάνγκο, παίζοντας με ζήλο και ενθουσιασμό, η έκπληξη όμως ήταν η παρουσία στην μπάντα του Γιάννη Παπαναστασίου, ενός εξαίρετου σαξοφωνίστα, ο οποίος λίγες μέρες πριν έπαιζε στο Petite Fleur του Κολωνακίου - και ο οποίος πριν από τρεις πρωτοχρονιές, είχε σκάσει μύτη στην δική μας γιορτή, για να παίξει το Petite Fleur στο σοπράνο σαξόφωνό του. Μπορεί να έφταιγε το κιρ ρουαγιάλ ή το κρασί, όταν όμως έπαιξε το Minor Swing μού θύμισε τον Μπάρνι Γουίλεν. Μαζί τους είχαν και μια τραγουδίστρια, της οποίας το όνομα μού διαφεύγει, και η οποία περνούσε με άνεση από το (απαραίτητο) Sympathique, στο λατρεμένο μου I can't give you anything but love - γενικώς, μια χαρά.
Η σατανική σύμπτωση - ή η επιβεβαίωση της ύπαρξης πεπρωμένου, μην τα ξαναλέμε - ήταν το ότι μια μέρα πριν κατέφτασε στο γραμματοκιβώτιό μου το τελευταίο τεύχος της εγκριτης γαλλικής επιθεώρησης "Jazz magazine/ Jazzman" (προϊόν συγχώνευσης των μέχρι πρότινος ξεχωριστών περιοδικών εκδόσεων), με εξώφυλλο τον Django Reinhardt. O λόγος; Στις 23 Ιανουαρίου κλείνουν εκατό χρόνια από την γέννησή του, επέτειος που στο μικροσύμπαν της τζαζ θα γιορταστεί με μεγαλοπρέπεια - ειδικά στην Γαλλία, θα γίνει χαμός από συναυλίες Jazz Manouche, ψάξε το και κλείσε εισιτήρια.
Στον φάκελλο, υπήρχε και το απαραίτητο cd - δώρο για τους συνδρομητές, που περιλάμβανε μερικές ηχογραφήσεις που αποδεικνύουν (λέμε τώρα) την σχέση του Τζάνγκο με την κλασική μουσική. Το έβαλα στο αυτοκίνητο και απολαμβάνω τον ήρωά μου να αυτοσχεδιάζει σε συνθέσεις του Τσαϊκόφσκι, του Ντεμπισί, του Κράισλερ, του Γκρίεγκ, του Λιστ, του Μπαχ - αλλά και μια δική του, με το αρχαιολατρικό όνομα Νυμφέας, που έπαιξε για την πρωτοχρονιά μου τον ρόλο που παίζουν τα βαλς του Στράους για το πρωινό του νέου έτους στην ευρωπαϊκή παράδοση. Ναι, το 2010, δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει καλύτερα...
  • (Και κάπως έτσι, αναβιώνει σ' αυτό το blog η ενότητα Django Weekend, παροπλισμένη εδώ και μήνες - έχω δεκάδες κομμάτια να αναρτήσω και μια κλασική βιογραφία να μεταφράσω σε μικρές εβδομαδιαίες δόσεις. Κι αυτό είναι απειλή).

12 Οκτ 2009

Las pipas de Viernes y Sábado

Το 6 D.O.G.S. (6 degrees of global separation) είναι ένα project που στήθηκε στην οδό Αβραμιώτου με σκοπό να αναβιώσει το προ τριετίας hype της που πολύ-πολύ γρήγορα έγινε lowpe (sic). Οι τέσσερις, τεσσερισήμισι χώροι (μπαρ, το ένα δίπλα στο άλλο, δηλαδή) ενοποιήθηκαν σε κάτι που θυμίζει από Bios και Βooze μέχρι αποθήκη για φύλαξη ξηρών καρπών, με την ελπίδα ότι ο νέος ετούτος μεγαχώρος θα συγκλόνιζε τις μάζες των ίντι 19χρονων και θα τους ξαναρουφούσε στο ελάχιστο στενάκι, εκεί παραλλήλως της Αθηνάς. Τζίφος. Το 6 D.O.G.S. αποτελεί την οριστική ταφόπλακα της οδού Αβραμιώτου. Προφανώς και την Παρασκευή που έγιναν τα εγκαίνεια ήταν ακόμη ημιτελές (στην οποία περίπτωση, είναι εντελώς γελοίο το ότι έγιναν εγκαίνεια, οpening, πώς το λένε τέλος πάντων), αλλά η όλη ιδέα -ειδικά οι τάβλες απ' έξω που θυμίζουν τα τραπέζια που έχουν τα άθλια φτηνοσαλέ στα γαλλικά χιονοδρομικά- είναι κουκουρούκου. Μου άρεσε, βέβαια, ο γέρος ναύτης με την πίπα στην έκθεση (η παρωδία του, anyway).

Kουκουρούκου είναι και το αυτό που συμβαίνει στον εγκέφαλο του Αλμοδόβαρ τώρα που έφτασε τα 60. Αλλά δεν έχει κανένα νόημα να γράψω ο,τιδήποτε για την πρώτη κακή ταινία της καριέρας του, τις "Ραγισμένες Καρδιές", αφού το έχει ήδη κάνει ο Τάσος Θεοδωρόπουλος με το θεϊκό του στυλ. Και μάλιστα σε δύο εκδοχές. Μία στο Movies For The Masses και μία στο Big Fish (κατεβάζεις το PDF και πας στη σελίδα 98.)

Κουκουρούκου είναι και το ότι με έχει πιάσει μια μανία να λέω ατάκες στα ισπανικά. Χωρίς να ξέρω ισπανικά. Υποθέτω ότι ο τίτλος του post είναι λάθος.

Α, και το "September Issue" είναι τόσο, μα τόσο ευχάριστο -ειδικά για όποιον δουλεύει στα περιοδικά- αλλά έχει δίκιο ο Νένες. Δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια διαφήμιση της Vogue, διάρκειας μιάμισης ώρας... Κουκουρούκου δηλαδή!

27 Σεπ 2009

Τα πάντα για το στυλ

Πολύ σπάνια θα πάω στο σινεμά χωρίς να είμαι προετοιμασμένος για το τι θα δω. Πες το συναδελφική αλληλεγγύη, πες το άγχος να μην πάει χαμένο σε καμμιά μούφα το εικοσάρικο (πίνω πολύ), πες το ανάγκη για ξερολιά (μιλάω στην παρέα μου κατά τη διάρκεια της ταινίας), πριν βγω στον πηγαιμό για το "Cinemax" ή το "Αελλώ "(για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, πάντα σε ένα από τα δύο καταλήγω, άντε και στα "Τρία Αστέρια" στο Ηράκλειο -ό,τι νά 'ναι) θα διαβάσω Κρασσακόπουλο, Κουτσογιαννόπουλο και Μήτση, θα ξεζουμίσω το Movies For The Masses και θα επισκεφθώ το site της ταινίας, την καταχώρηση στο imdb και -αν πρόκειται για αληθινή ιστορία- θα ψάξω να μάθω τα πάντα για τους ήρωες στη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια.

Όχι χθες. Αναρρώνοντας από ένα σιχαμένο κρυολόγημα και ένα κολασμένο δεκαήμερο με το "ανανεωμένο" GK, έπρεπε οπωσδήποτε να βγω από το σπίτι μου το βράδυ -παρ' ότι ήταν Σάββατο, και ως γνωστόν τα Σαββατόβραδα είναι επικίνδυνα, κυκλοφορούν ζόμπι, γίνονται κου' ντ' ετά, μέχρι και η Μαρινέλα τα κάνει τραγούδι. Ήταν αργά πια για να πάω στο "Up" (οι αιθουσάρχες -τέλεια λέξη;- το αντιμετωπίζουν ως "παιδική ταινία" και δεν το παίζουν στη νυκτερινή προβολή) και από τη λίστα των πιθανών επιλογών το "Κοκό & Ίγκορ" ήταν τόσο προκλητικό, που πιθανότατα η πρώτη μου επιλογή θα ήταν ούτως ή άλλως, αν είχα πάρει είδηση νωρίτερα ότι παιζόταν κι αυτό. Η παρέα μου, επίσης, πέταξε τη σκούφια της στο άκουσμα της λέξης "Chanel". Ο κύβος ερρίφθη. Φτάσαμε στην Κηφισιά με μοναδικό εφόδιο τις συνήθεις γνώσεις που έχουμε εμείς οι άνθρωποι του χώρου (sic) για την πρωθιέρεια της μόδας, προμηθευθήκαμε το πρώτο σκέτο ουίσκι της βραδιάς (για τον πονόλαιμο) και κάναμε ησυχία για να ακούσουμε τις καθηλωτικές εισαγωγικές νότες της "Ιεροτελεστίας της Άνοιξης" που άνοιγαν την ταινία.

Τις επόμενες δύο ώρες τις περάσαμε με ένα τεράστιο χαμόγελο ικανοποίησης. Η ταινία είναι η επιτομή του στυλ. Αφηγείται με χορταστικές εικόνες και ήχους ένα επεισόδιο από τη ζωή δύο πρωτοπόρων και αφήνει ακριβώς αυτά, την άψογη αισθητική της Κοκό Σανέλ και τις αναπάντεχες νότες του Ίγκορ Στραβίνσκι, να κάνουν όλη τη δουλειά. Δεν εμβαθύνει στους χαρακτήρες τους, δεν βάζει πολλά και μεγάλα λόγια στα στόματα της Άννα Μουγκλαλίς και του Μαντς Μίκελσεν, δεν έχει εύκολες συγκινησιακές κορυφώσεις και μεγάλα δράματα. Εδώ πρωταγωνιστές είναι τα κοστούμια, τα πιάνα και τα περίχωρα του Παρισιού. Parfait!

Διαβάζοντας σήμερα τις κριτικές, βλέπω ότι αυτά που χάλασαν τους φίλους μου στις σινεσελίδες ήταν όσα περιέγραψα παραπάνω: Η επιφανειακή ομορφιά εις βάρος του ψυχικού βάθους των ηρώων και λοιπά και λοιπά και λοιπά -συν την "κουλή" ερμηνεία της Μουγκλαλίς. Προφανώς και θα ήταν πιο ολοκληρωμένη η ταινία, αν μαθαίναμε και δέκα παραπάνω πράγματα για τον Ίγκορ και την Κοκό και ίσως και να μας έκαναν καλλίτερους άνθρωπους αν μας δονούσαν (χε) την ψυχή με κάποιαν έντονη στιγμή (ας πούμε εκεί που ο Σόγιερ χάνει την Τζουλιέτ στο τελευταίο επεισόδιο του 5ου κύκλου του "Lost" -κόντεψα να δακρύσω μιλάμε!), αλλά αυτό το "πιο ολοκληρωμένη" θα στερούσε τα μάτια μας και τα αυτιά μας από το πιο απολαυστικό ζαχαρωτό εποχής που έχει προσφερθεί στη μεγάλη οθόνη τα τελευταία χρόνια. Κι αν το καλοσκεφθείς, η Κοκό και ο Ίγκορ έλεγαν όσα είχαν να πουν μετις δημιουργίες τους. Πίστεψέ με, μέσα από την ταινία, συνεχίζουν να το κάνουν μια χαρά... Όσο για τη Μουγκαλίς, περίμενα ότι είχε καλλίτερο κώλο. Αλλά εντάξει, τα ταγιεράκια της Chanel γράφουν τόσο τέλεια επάνω της!

3 Σεπ 2009

Κάποιες προτιμούν τους μεγαλύτερους*


Καλή μου Εβαν Ρέιτσελ,
είμαι ενθουσιασμένος. Φυσούσε το σύνηθες μελτέμι, άρα η ιεροτελεστία του τελευταίου μου ξεμυτίσματος για το καλοκαίρι δεν κινδύνεψε να καταστραφεί λόγω του λάθος καιρού. Οχι, δεν ήμουν πάνω στη Shark, πλανάροντας προς τη Νάξο και πίσω στην ακτή, παρακαλώντας να μη νυκτώσει, για να κρατήσει το σερφ για πάντα. Αντιθέτως, δεν έκανα τίποτε. Ημουν ξαπλωμένος σ’ ένα πλαστικό στρώμα, εκατό μέτρα μέσα στη θάλασσα, ανάσκελα, ακίνητος και σκεπτόμουν το σερφ -και χίλια ακόμη πράγματα που ήταν το καλοκαίρι μου- μέχρι που ο ήλιος έδυσε. Και λίγο μετά. Οταν φυσάει βοριάς, στο κολπάκι κάτω απ’ το σπίτι του Γιάννη το νερό δεν ρυτιδιάζει ποτέ. Αν δεν αλλάξει ο αέρας, μπορείς να μείνεις στο ίδιο σημείο για πάντα. Κανένα ρεύμα, κανένα κύμα δεν τολμά να διαταράξει την ηρεμία σου. Κάθε χρόνο, το τελευταίο «μπάνιο» μου είναι εδώ. Γεμάτο απολογισμούς διακοπών και σχέδια για τη σεζόν που ξεκινάει σε λίγο. Με εικόνες άμεσες, απ’ το ακόμη πράσινο, πευκόφυτο βουνό πέρα απ’ τις πατούσες μου -αυτό που κόβει τον βοριά- και με εικόνες της μνήμης, της πρόσφατης μνήμης: χορευτικά στη La Luna, ένα άδειο πιάτο που φιλοξένησε για λίγα λεπτά τους κολοκυθοκεφτέδες της «Χαρούλας», μια μπότζα δίπλα στον ύφαλο. Κάπου εκεί βλέπω κι εσένα.

Πώς μπλέχτηκες ξαφνικά με τις εικόνες των διακοπών μου; Θα σου εξηγήσω. Στο μυαλό μου είσαι ακόμη ένα ερεθιστικό πιτσιρίκι. Είσαι η λολίτα σ’ εκείνο το βιντεοκλίπ του Marilyn Manson, με τα γυαλιά σου σε σχήμα καρδιάς. Τότε ήσουν 19 στα 20, αν δεν κάνω λάθος, έμοιαζες ακόμη μικρότερη -κι είχες συναρπάσσει τον ανδρόγυνο ροκ σταρ ακριβώς παίζοντας το ρόλο της λολίτας και στην πραγματική ζωή, στην πρώτη σας συνάντηση. Για σένα έγραψε το «Heart Shaped Glasses», για εκείνο το πάρτι που του παρουσιάστηκες σαν την ηρωίδα του Ναμπόκοφ, προκλητική και σίγουρη για όσα γύρευες. Τώρα πια ο Marilyn Manson είναι παρελθόν, είσαι 22, αλλά δεν άλλαξες και πολύ. Δεν σε διάλεξε τυχαία ο Γούντι Αλεν ως την επόμενη μούσα του. Κάποιες προτιμούν τους μεγαλύτερους, ευτυχώς.

Δεν είναι ότι γέρασα, αλλά μερικά πράγματα μπορούν να γίνουν πραγματικά αποθαρρυντικά. Κάνοντας λοιπόν τον απολογισμό του καλοκαιριού, συνειδητοποίησα πως, όταν ξαναπατούσα το πόδι μου στην ακτή, στην κατεχόμενη από πρωτοετείς Πάρο, γινόμουν αυτόματα αόρατος για τον γυναικείο πληθυσμό. Ευτυχώς είχα τη γλυκιά νύστα που μου έκανε ένεση ο άνεμος, το αλάτι και ο ήλιος πάνω στη σανίδα όλη μέρα, γιατί θα ήταν πραγματικά ταπεινωτική και εξευτελιστική η διαδικασία αν προσπαθούσα να γεμίσω και τις νύχτες μου με περιπέτειες - ξεκινώντας βέβαια από το να ξαναγίνω ορατός στις χαριτωμένες πιτσιρίκες. Το δράμα γινόταν ακόμη μεγαλύτερο -και απελπιστικά ανεξήγητο- μόλις οκτώ λεπτά με την «παντόφλα» μακριά. Στην Αντίπαρο, ένα άλλο σύμπαν (συνομηλίκων), πρώην και μέλλουσες, χαριτωμένα φλερτ και θερινό σεξ επιβεβαίωνε ότι δεν χρειαζόμουν επιβεβαίωση.

Δεν ξέρω πόσο ακόμη θα προσπαθούσα να γίνω ο κύριος Χάμπερτ για την Αζια που άπλωνε αυθάδικα το μόλις γινωμένο της ένα κι ογδόντα στην διπλανή ξαπλώστρα, στα διαλείμματά μου απ’ το σερφ, αν δεν ήταν η ασφάλεια της Αντιπάρου. Ξέρω όμως ότι υπάρχουν εξερευνήσεις που δεν αξίζει να τις εγκαταλείπεις για το τίποτε. Και, Εβαν Ρέιτσελ, δεν μπορώ παρά να δηλώσω ευτυχής που κάποιες προτιμάτε τους μεγαλύτερους...

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Σεπτεμβρίου 2009 -κυκλοφορεί στις 06/09)

* Σήμερα έκλεισα τα 34 και το ΠΑΣΟΚ τα 35. Και οι δύο αισθανόμαστε ακόμη νέοι και με όρεξη για σπουδαία πράγματα. Γι' αυτό κι εγώ μάλλον θα ψηφίσω Αλέκα.

17 Αυγ 2009

Ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός (όπου ο Φίλιπ Μάρλοου προσπαθεί να ταΐσει το γάτο του)

Αγόρασα τον "Μεγάλο Αποχαιρετισμό" στις αρχές του καλοκαιριού και το κράταγα στην άκρη περιμένοντας να προχωρήσει το καλοκαίρι και να σφίξουν οι ζέστες, ώστε να το απολαύσω ένα βράδυ, πολύ μετά τα μεσάνυχτα που δεν θα μπορώ να κοιμηθώ - γιατί θεωρώ ότι υπ' αυτές τις συνθήκες μπορεί κανείς να απολαύσει καλύτερα αυτήν την ταινία. Χθες το βράδυ, βέβαια, λυσσομανούσε ο άνεμος στο μπαλκόνι μου, αλλά καλύτερα. Γιατί τώρα που την ξαναείδα την ταινία, αποφάσισα ότι ταιριάζει καλύτερα στο τέλος του καλοκαιριού.
Ο "Μεγάλος Αποχαιρετισμός" είναι ίσως το καλύτερο βιβλίο του Ρέιμοντ Τσάντλερ - κι ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία γενικά. Γενικότερα, τον Τσάντλερ τον λατρεύω, έχει έναν ακαταμάχητο λόγο, αλλά στον "Μεγάλο Αποχαιρετισμό" αποκαλύπτεται ξεκάθαρα το γιατί τα δικά του βιβλία αδικούνται, όταν κατηγοριοποιούνται απλώς στην κατηγορία "noir". Αυτό που κυρίως αποκαλύπτεται σ' αυτό το βιβλίο είναι η αληθινή προσωπικότητα του Φίλιπ Μάρλοου, αυτού του αρχετυπικού πλέον σκληροτράχηλου ντετέκτιβ. Πίσω από τον κυνισμό του, ο Μάρλοου κρύβει έναν αληθινό ιππότη, έναν άνθρωπο που προσπαθεί (διακριτικά) να πορευτεί πατώντας σε έναν δικό του κώδικα υψηλών αξιών, που μοιάζει ξεπερασμένος για την εποχή του. Είναι αυτή η σύγκρουσή του με το περιβάλλον του, με την διεφθαρμένη κοινωνία του Λος Άντζελες του '40 που κινεί το μύθο του Μάρλοου και που βρίσκεται στον πυρήνα όλων των ιστοριών του Τσάντλερ. Στον "Μεγάλο Αποχαιρετισμό" ο Μάρλοου δεν το κρύβει πια αυτό. Γίνεται συναισθηματικός και στο τέλος παραιτείται, ηττημένος από τη δεκαετία του '50 που επελαύνει δυναμικά ποδοπατώντας τον (το ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι πια το σύγχρονο κοινωνικό μυθιστόρημα είναι κάτι που το αναγνωρίζουμε όλοι, δεν είναι πλέον θέμα διαμάχης, θέλω να πιστεύω). Δεν είναι τυχαίο ότι στο επόμενο, τελευταίο (και πιο αδύναμο) βιβλίο του, ο Τσάντλερ σκότωσε τον Μάρλοου, παντρεύοντάς τον.
Μεταφέροντας το βιβλίο στο σινεμά, ο Ρόμπερτ Άλτμαν έκανε ακόμη σαφέστερη αυτήν την αντίθεση του Μάρλοου με την κοινωνία. Τοποθετώντας τη δράση στο Λος Άντζελες των αρχών της δεκαετίας του '70, κάνει τον Φίλιπ Μάρλοου να μοιάζει εντελώς παράταιρος, με το μαύρο κοστούμι και τη γραβάτα του, μια κυνική αναχρονιστική μύγα μέσα σε ένα πολύχρωμο γάλα ηθικής θολούρας που αποτελείται από χίπις, γυμνόστηθες χορεύτριες που κάνουν γιόγκα μαστουρωμένες, γκάνγκστερ με παρδαλά ρούχα και αστυνομικούς συνηθισμένους να δέρνουν αντιεξουσιαστές. Ο κακομοίρης ο Μάρλοου δεν έχει καμία ελπίδα ανάμεσά τους, αλλά δεν το βάζει κάτω - έχει άλλωστε την τύχη να τον υποδύεται ο Έλιοτ Γκουλντ, που καταφέρνει να κρύψει την αγωνία του μέσα από ένα ύφος "στ' αρχίδια μου" (η φράση κλειδί που επαναλαμβάνει συνεχώς είναι "it's ok with me"), μοιάζοντας με τον γιο του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, ακούρευτο, να παρωδεί τον πατέρα του. Γιατί η αλήθεια είναι ότι ποτέ κανείς δεν θα περίμενε από τον Μπόγκαρτ-Μάρλοου να έχει γάτο, πολλώ δε μάλλον να ξεβολεύεται προκειμένου να τον ταΐσει, όπως κάνει ο Γκουλντ-Μάρλοου στην (αξεπέραστη) εναρκτήρια σεκάνς του Μεγάλου Αποχαιρετισμού.
Όχι ότι ο Μπόγκαρτ είναι σημείο αναφοράς γι' αυτήν την ταινία, βέβαια. Για την ακρίβεια, αν έβαζα τον "Μεγάλο Αποχαιρετισμό" σε κάποιο φεστιβάλ θα την προγραμμάτιζα να παίζει εναλλάξ με δύο άλλες ταινίες. Η μία είναι το "Αντίο, γλυκιά μου", ίσως η καλύτερη μεταφορά βιβλίου του Τσάντλερ στο σινεμά, με τον ακαταμάχητο Ντικ Πάουελ να παίζει έναν Φίλιπ Μάρλοου αεράτο, debonnaire, σχεδόν κωμικό. Η άλλη είναι φυσικά ο "Μεγάλος Λεμπόφσκι" των αδελφών Κοέν. Δεν θα επιχειρηματολογήσω επ' αυτού.
ΥΓ: Η φωτογραφία είναι η αυθεντική αφίσα της ταινίας, που φιλοτέχνησε ο Τζακ Ντέιβις, αντιγράφοντας το ύφος των παρωδιών που σχεδίαζε εκείνη την εποχή για το Mad. Απλώς θεϊκή.

17 Ιουλ 2009

Οι τζαζ νύχτες μου

Έχω ακόμα την επίγευση της προχθεσινής βραδιάς, μιας από τις ομορφότερες τζαζ συναυλίες που έχω παρακολουθήσει ποτέ: οι Mingus Dynasty, μια από τις μπάντες που έχει στήσει η δαιμόνια Σου Μίνγκους, προκειμένου να διαδόσει/εκταμιεύσει το έργο του ιδιοφυούς Τσαρλς Μίνγκους, του σημαντικότερου - κατά τη γνώμη μου - συνθέτη της τζαζ, μετά τον Έλινγκτον.
Η Mingus Dynasty είναι μια από τις πιο δεμένες μπάντες που έχω δει ποτέ live, με τον σταρ τρομπονίστα Φρανκ Λέισι να κλέβει εύκολα την παράσταση με την πληθωρική του παρουσία - αν και προσωπικά χάρηκα που στην τρομπέτα είδα τον Άλεξ "Σάσα" Σιπιάγκιν, τον άντρα μιας παλιάς μου αγαπημένης. Κι όλο αυτό στο Bimhuis, το πιο εντυπωσιακό τζαζ κλαμπ της Ευρώπης, σε ένα ογκώδες, αλλά πανάλαφρο κτίριο από γυαλί, μέταλλο και ξύλο πάνω στο νερό, σε μια μικρή αίθουσα με άψογη ακουστική, άνετα καθίσματα αμφιθεατρικά και απίστευτη θέα: σε κανένα άλλο κλαμπ του κόσμου δεν μπορείς την ώρα που νυχτώνει (κι αυτήν την εποχή στο Άμστερνταμ νυχτώνει κατά τις 10.30, σε καίει αυτό) να βλέπεις πίσω από την μπάντα τα φώτα της πόλης να ανάβουν, το τραμ να περνά και το υπέροχο NEMO του Ρέντζο Πιάνο να φωτίζεται έτοιμο να σαλπάρει. (Κι όλα αυτά με 22€). Πολιτισμός. Φάε εσύ τώρα, Half Note, κόκκινα τουβλάκια και δήθεν ατμόσφαιρα.Με αυτήν την σκέψη ετοιμάζομαι για τον αποψινό μου προορισμό, το μικρό, κομψό και οικείο θεατράκι του Παπάγου, οικείο από τότε που ανέβηκα κι εγώ συμμετέχοντας σε σχολική παράσταση (δεν θα προχωρήσω σε λεπτομέρειες), όπου απόψε θα εμφανιστεί ένα τζαζ τρίο που δεν ήξερα καν ότι δραστηριοποιείται. Ο Λάρι Κόριελ δεν είναι σε καμία περίπτωση ο αγαπημένος μου τζαζ κιθαρίστας, αλλά έχει παίξει σε δύο δισκάκια που αγαπώ πάρα πολύ, το Dealer του Τσίκο Χάμιλτον και το Memphis Underground του Χέρμπι Μαν. Ο Αλφόνς Μουζόν έγινε γνωστός με την smooth jazz σούπα "Alone in Paris" που έπαιζαν σε βαθμό ξελιγωμάρας τα ραδιόφωνα στα τέλη του '80, είναι όμως ένας από τους πιο δυναμικούς ντράμερ - και συνθέτες - του τζαζ-φανκ ιδιώματος. Και ο Τζόι Ντε Φραντσέσκο πήρε από τον ίδιο τον Τζίμι Σμιθ το χρίσμα της διαδοχής στο hammond. Αν όλα πάνε καλά, θα πάρει φωτιά το άλσος του Παπάγου. Θα το ακούσετε στις ειδήσεις.
  • update: Φυσικά και είχε ματαιωθεί η συναυλία - κάτι που βέβαια το site των διοργανωτών δεν ανέφερε πουθενά. Όχι ότι με νοιάζει. Το έχω πάρει πια απόφαση.