Μετά την εποχή του Κάλογουεϊ ήρθε η περίοδος ενός ακόμα σημαντικού bandleader, του Jimmie Lunceford, ενώ κατά καιρούς στη σκηνή του κλαμπ φιλοξενήθηκαν μουσικοί όπως ο Louis Armstrong, ή η θρυλική Ethel Waters, που ήταν η κεντρική τραγουδίστρια του κλαμπ το 1933. Τότε είδε την καριέρα της να αναβιώνει, με την τεράστια επιτυχία του Stormy Weather. Την επόμενη χρονιά τη διαδέχθηκε η Adelaide Hall, που έμεινε στην αιωνιότητα για τα φωνητικά της στο Creole Love Call του Duke Ellington, ενώ περίπου την ίδια περίοδο, ξεκινούσε την καριέρα της η Lena Horne, που άνθισε κι εκείνη, ανάμεσα στα Cotton Club girls & boys.
Το Cotton Club έκλεισε το 1936, εν μέσω εξέγερσης των καταπιεσμένων μαύρων κατοίκων του Χάρλεμ, για να ξανανοίξει λίγο αργότερα στη γωνία της 48ης οδού και της Broadway, όπου και έμεινε μέχρι το 1940. Τότε έκλεισε οριστικά, και μαζί του και μια ολόκληρη εποχή. Κι επειδή η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα, το 1978 άνοιξε εκ νέου, με νέα διεύθυνση, αλλά πάντα με τον κοτσονάτο Καμπ Κάλογουεϊ στο πρόγραμμα (απόδειξη του σφρίγους του, η ερμηνεία του Minnie the Moocher στην ταινία Blues Brothers, το 1981). Κι αν ο Κάλογουεϊ σήμερα είναι μακαρίτης, το Cotton Club συνεχίζει να πουλάει νοσταλγία, swing και κλακέτες στους τουρίστες της Νέας Υόρκης...
DUKE ELLINGTON & his orchestra feat. ADELAIDE HALL: Creole Love Call (Ellington – Miley – Jackson)
Bubber Miley (tp), Joe “Tricky Sam” Nanton (tb), Rudy Jackson (cl, ts), Otto Hardwick, Harry Carney (cl, as), Duke Ellington (p), Fred Guy (bjo), Wellman Braud (b), Sonny Greer (d), Adelaide Hall (voc)
Recorded: New York, 26/10/1927
Ηχογραφημένο λίγο πριν ο Έλινγκτον ξεκινήσει τη θητεία του στο Κότον Κλαμπ, αυτό το τραγούδι αποτελεί, ωστόσο, ένα από τα κομμάτια που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την εποχή. Πόσω μάλλον, που στα φωνητικά βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες σταρ του κλαμπ, η Adelaide Hall.
Bubber Miley (tp), Joe “Tricky Sam” Nanton (tb), Rudy Jackson (cl, ts), Otto Hardwick, Harry Carney (cl, as), Duke Ellington (p), Fred Guy (bjo), Wellman Braud (b), Sonny Greer (d), Adelaide Hall (voc)
Recorded: New York, 26/10/1927
Ηχογραφημένο λίγο πριν ο Έλινγκτον ξεκινήσει τη θητεία του στο Κότον Κλαμπ, αυτό το τραγούδι αποτελεί, ωστόσο, ένα από τα κομμάτια που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την εποχή. Πόσω μάλλον, που στα φωνητικά βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες σταρ του κλαμπ, η Adelaide Hall.
LOUIS ARMSTRONG & his orchestra: Just a Gigolo (Casucci – Caesar)
Louis Armstrong (tp, voc), George Orendorff, Harold Scott (tp), Sonny Craven, Parker Berry (tb), Les Hite, Marvin Johnson, Charlie Jones (sax), Henry Prince, Harvey Brooks (p), Bill Perkins (g, bjo), Joe Bailey (tuba), Lionel Hampton (d, vib)
Recorded: Los Angeles, 9/3/1931
Το σημαντικότερο τζαζ κομάτι που έγραψε ποτέ Ιταλός, διηγιόταν την μοίρα ενός ξεπεσμένου Ρώσου ευγενούς και πέρασε γρήγορα τον Ατλαντικό, με έναν αέρα κοσμοπολιτισμού που το έκανε ιδανικό όχημα για τον Λούι Άρμστρονγκ, άρτι αφιχθέντα το 1931 από την Καλιφόρνια στη Νέα Υόρκη.
JIMMIE LUNCEFORD’s HARLEM EXPRESS: Rhythm is our Business(Lunceford – Cahn – Chaplin)
Eddie Tompkins, Tommy Stevenson (tp), Melvin “Sy” Oliver (tp, voc, arr), Henry Wells, Russel Bowles (tb), Jimmie Lunceford, Willie Smith (cl, as, voc), Earl Carruthers (cl, as, bs), Joe Thomas (ts), Laforet Dent (as), Edwin Wilcox (p), Al Norris (g), Moses Allen (b, voc), Jimmy Crawford (d).
Recorded: 12/1934
To 1934, η ορχήστρα του Τζίμι Λάνσφορντ διαδέχθηκε επάξια τον Καμπ Κάλογουεϊ στο Κότον Κλαμπ, συνδυάζοντας τη δεξιοτεχνία στην ερμηνεία με μια έντονη κωμική διάθεση. Εδώ, στο κομμάτι με το οποίο ο Lunceford σύστηνε τους μουσικούς του, υπάρχει ο στίχος που θα μπορούσε να είναι το motto του Cotton Club: «ο ρυθμός είναι η δουλειά μας, και οι δουλειές πάνε καλά».





DUKE ELLINGTON & his Cotton Club orchestra: Echoes of the Jungle
Μια τυπική βραδιά στο Κότον Κλαμπ περιλάμβανε δύο παραστάσεις: η πρώτη γύρω στα μεσάνυχτα και η επόμενη δυο ώρες μετά. Στο διάστημα πριν, μετά και ανάμεσα στις παραστάσεις, η σταθερή ορχήστρα καλείτο να παίξει τις δικές της συνθέσεις καθώς και τις επιτυχίες της εποχής, ώστε να χορέψει το κοινό – ή να απολαύσει το ακροατήριο που μεταφερόταν στο κλαμπ χάρη στην εβδομαδιαία ραδιοφωνική μετάδοση. Όσο για τις παραστάσεις, ήταν ένα είδος επιθεωρήσεων – βαριετέ, με τραγουδιστές, κωμικούς και χορευτές – τα περίφημα Cotton Club girls, που λέγαμε, αλλά και τα αντίστοιχα Cotton Club boys – σε μια εναλλαγή τραγουδιών, χορευτικών και σκετς, όλα σε εξωτικά σκηνικά: ζούγκλες, ερήμους, αλλά και οι εξωτικές.... βαμβακοφυτείες του Νότου. Υπεύθυνοι για αυτές τις επιθεωρήσεις ήταν μερικοί από τους πιο παραγωγικούς συνθέτες της εποχής, όπως ο Χάρολντ Άρλεν, αλλά κυρίως ο Τζίμι ΜακΧιού, που με στιχουργό μια τολμηρή έφηβη ονόματι Ντόροθι Φιλντς, δημιούργησε τεράστιες επιτυχίες, όπως το I Can’t Give you anything But Love, το Bandanna Babies, το Diga Diga Do, το Harlemania, το Hot Feet, το Freeze and Melt, το Harlem River Quiver (τα περισσότερα έχουν μείνει αθάνατα, χάρη στις ηχογραφήσεις του Ντιουκ Έλινγκτον, του κατεξοχήν bandleader αυτής της εξωτικής, “jungle music”, όπως αποκαλείτο η τζαζ της εποχής – καθόλου τυχαία.


THE MISSOURIANS: Prohibition Blues 
Το Cotton Club ήταν με άλλα λόγια, ένα μέρος όπου η αποκλειστικά λευκή πελατεία, μπορούσε να απολαύσει τους καλύτερους μαύρους καλλιτέχνες και τα ομορφότερα κορίτσια, τα οποία έπρεπε να είναι “tall, tan and terrific” – και για την ακρίβεια, άνω του 1,60, κάτω των 21 ετών και με χρώμα δέρματος ανοιχτό (για μαύρη επιδερμίδα). Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Ίσως, λίγο αλκοόλ...
EDITH WILSON with BUBBER MILEY & his MILEAGE MAKERS: The Penalty of Love
CAB CALLOWAY & his orchestra: You Rascal, You
To Great Depression, αποτελεί μια μοναδική περίοδο στην ανθρώπινη ιστορία, ένα διαχρονικό μάθημα που ενισχύει την πίστη στην ανθρώπινη αποφασιστικότητα – και τον αγώνα μιας κοινωνίας να ξεπεράσει τα βαθιά της προβλήματα και να δημιουργήσει κάτι από την αρχή – κάτι όπως το Empire State Building, το «μεγαλύτερο κτίριο του κόσμου», που εγκαινιάστηκε το 1931, για να αποτελέσει ένα ορόσημο της ανθρώπινης θέλησης. Όλο αυτό το διάστημα, ένας τομέας της οικονομίας, παρέμενε (σχετικά) ακμαίος: η βιομηχανία της διασκέδασης, που ανέλαβε ένα βαρύ ρόλο – να ανυψώσει το ηθικό του λαού, μέσα από αισιόδοξες ταινίες, τρελές κωμωδίες (βλ. την εργογραφία των Αδελφών Μαρξ) – φαντασμαγορικές παραστάσεις και δημιουργική μουσική. Τίποτα δεν μπορούσε να δώσει καλύτερη ώθηση στον κόσμο από τον ξέφρενο ήχο της τζαζ, που «αστικοποιήθηκε», ταξιδεύοντας από τη Νέα Ορλεάνη στο Σικάγο και τη Νέα Υόρκη, μέσω Κάνσας Σίτι. Τα κλαμπ των αμερικανικών μεγαλουπόλεων αντηχούσαν από αυτήν την «νέα» μουσική – και ειδικά ένα κλαμπ, στην καρδιά του Χάρλεμ.



The Savoy Ballroom, the Apollo Theatre, Minton’s Playhouse, the Village Vanguard, the Knitting Factory… μπορείς να αφηγηθείς την ιστορία της μουσικής – την ιστορία της μαύρης μουσικής – την ιστορία της τζαζ, απλώς απαριθμώντας τους χώρους όπου η μουσική άνθισε. Κάθε σχολή και τα στέκια της, κάθε γενιά και το δικό της κλαμπ, κάθε εποχή και τα σύμβολά της. Θρυλικότερο όλων, το Cotton Club ήταν το ορόσημο της «εποχής της τζαζ», αποτελώντας ακόμα και σήμερα ένα σύμβολο που περικλείει όλα όσα ήταν ο μεσοπόλεμος: αισιοδοξία, δημιουργία, καταστροφή, ποτοαπαγόρευση, κραχ, γκάνγκστερ και τζαζ – πολλή, καλή τζαζ, απαστράπτουσα και αισιόδοξη όσο ποτέ.

Ο Φλέτσερ Χέντερσον υπήρξε ο bandleader που εγκαινίασε το Κότον Κλαμπ. Εδώ, σε μια ηχογράφηση κάπως μεταγενέστερη της θητείας του στο κλαμπ, σε ένα κομμάτι που θα ήταν κλασικό και μόνο για την χαρακτηριστική κραυγή του Κόλμαν Χόκινς που προστάζει: “oh! Play that thing!”