Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεκέμβριος στο Cotton Club. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεκέμβριος στο Cotton Club. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Δεκ 2007

Δεκέμβριος στο Cotton Club: χορταστική προτελευταία έκδοση

Κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο, για να πραγματοποιήσουμε τη φαντασίωση κάθε φίλου της τζαζ: να περάσει μια βραδιά στο Cotton Club, στην καρδιά του Χάρλεμ, πίνοντας περίεργα ποτά από παράνομα αποστακτήρια.
Μετά την εποχή του Κάλογουεϊ ήρθε η περίοδος ενός ακόμα σημαντικού bandleader, του Jimmie Lunceford, ενώ κατά καιρούς στη σκηνή του κλαμπ φιλοξενήθηκαν μουσικοί όπως ο Louis Armstrong, ή η θρυλική Ethel Waters, που ήταν η κεντρική τραγουδίστρια του κλαμπ το 1933. Τότε είδε την καριέρα της να αναβιώνει, με την τεράστια επιτυχία του Stormy Weather. Την επόμενη χρονιά τη διαδέχθηκε η Adelaide Hall, που έμεινε στην αιωνιότητα για τα φωνητικά της στο Creole Love Call του Duke Ellington, ενώ περίπου την ίδια περίοδο, ξεκινούσε την καριέρα της η Lena Horne, που άνθισε κι εκείνη, ανάμεσα στα Cotton Club girls & boys.
Το Cotton Club έκλεισε το 1936, εν μέσω εξέγερσης των καταπιεσμένων μαύρων κατοίκων του Χάρλεμ, για να ξανανοίξει λίγο αργότερα στη γωνία της 48ης οδού και της Broadway, όπου και έμεινε μέχρι το 1940. Τότε έκλεισε οριστικά, και μαζί του και μια ολόκληρη εποχή. Κι επειδή η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα, το 1978 άνοιξε εκ νέου, με νέα διεύθυνση, αλλά πάντα με τον κοτσονάτο Καμπ Κάλογουεϊ στο πρόγραμμα (απόδειξη του σφρίγους του, η ερμηνεία του Minnie the Moocher στην ταινία Blues Brothers, το 1981). Κι αν ο Κάλογουεϊ σήμερα είναι μακαρίτης, το Cotton Club συνεχίζει να πουλάει νοσταλγία, swing και κλακέτες στους τουρίστες της Νέας Υόρκης...
DUKE ELLINGTON & his orchestra feat. ADELAIDE HALL: Creole Love Call
(Ellington – Miley – Jackson)
Bubber Miley (tp), Joe “Tricky Sam” Nanton (tb), Rudy Jackson (cl, ts), Otto Hardwick, Harry Carney (cl, as), Duke Ellington (p), Fred Guy (bjo), Wellman Braud (b), Sonny Greer (d), Adelaide Hall (voc)
Recorded: New York, 26/10/1927
Ηχογραφημένο λίγο πριν ο Έλινγκτον ξεκινήσει τη θητεία του στο Κότον Κλαμπ, αυτό το τραγούδι αποτελεί, ωστόσο, ένα από τα κομμάτια που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την εποχή. Πόσω μάλλον, που στα φωνητικά βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες σταρ του κλαμπ, η Adelaide Hall.
LOUIS ARMSTRONG & his orchestra: Just a Gigolo
(Casucci – Caesar)
Louis Armstrong (tp, voc), George Orendorff, Harold Scott (tp), Sonny Craven, Parker Berry (tb), Les Hite, Marvin Johnson, Charlie Jones (sax), Henry Prince, Harvey Brooks (p), Bill Perkins (g, bjo), Joe Bailey (tuba), Lionel Hampton (d, vib)
Recorded: Los Angeles, 9/3/1931
Το σημαντικότερο τζαζ κομάτι που έγραψε ποτέ Ιταλός, διηγιόταν την μοίρα ενός ξεπεσμένου Ρώσου ευγενούς και πέρασε γρήγορα τον Ατλαντικό, με έναν αέρα κοσμοπολιτισμού που το έκανε ιδανικό όχημα για τον Λούι Άρμστρονγκ, άρτι αφιχθέντα το 1931 από την Καλιφόρνια στη Νέα Υόρκη.
JIMMIE LUNCEFORD’s HARLEM EXPRESS: Rhythm is our Business
(Lunceford – Cahn – Chaplin)
Eddie Tompkins, Tommy Stevenson (tp), Melvin “Sy” Oliver (tp, voc, arr), Henry Wells, Russel Bowles (tb), Jimmie Lunceford, Willie Smith (cl, as, voc), Earl Carruthers (cl, as, bs), Joe Thomas (ts), Laforet Dent (as), Edwin Wilcox (p), Al Norris (g), Moses Allen (b, voc), Jimmy Crawford (d).
Recorded: 12/1934
To 1934, η ορχήστρα του Τζίμι Λάνσφορντ διαδέχθηκε επάξια τον Καμπ Κάλογουεϊ στο Κότον Κλαμπ, συνδυάζοντας τη δεξιοτεχνία στην ερμηνεία με μια έντονη κωμική διάθεση. Εδώ, στο κομμάτι με το οποίο ο Lunceford σύστηνε τους μουσικούς του, υπάρχει ο στίχος που θα μπορούσε να είναι το motto του Cotton Club: «ο ρυθμός είναι η δουλειά μας, και οι δουλειές πάνε καλά».

18 Δεκ 2007

Δεκέμβριος στο Cotton Club: ο ιμπρεσάριος

Κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο, για να πραγματοποιήσουμε τη φαντασίωση κάθε φίλου της τζαζ: να περάσει μια βραδιά στο Cotton Club, στην καρδιά του Χάρλεμ, πίνοντας περίεργα ποτά από παράνομα αποστακτήρια.
Είναι κρίμα που η λέξη «ιμπρεσάριος» έχει εκλείψει από το λεξιλόγιό μας, ίσως όμως αυτό να συμβαίνει γιατί έχουν εκλείψει και οι εκπρόσωποι του είδους. Tην εποχή του μεσοπολέμου κανείς δεν ενσάρκωνε καλύτερα τον όρο από τον Ίρβινγκ Μιλς (1894 – 1985): τραγουδιστής, στιχουργός, παραγωγός δίσκων, διευθυντής ορχήστρας, παραγωγός ταινιών μικρού μήκους, καλλιτεχνικός πράκτορας, ακούραστος τυχοδιώκτης, γλοιώδες κάθαρμα – ένας homo universalis από την ανάποδη. Ο Ίρβινγκ Μιλς είδε αμέσως τις δυνατότητες του Ντιουκ Έλινγκτον και φρόντισε να του δώσει την ώθηση που χρειαζόταν για την καριέρα του: του έκλεινε ηχογραφήσεις, κανόνιζε τις εμφανίσεις του στα κλαμπ και τις περιοδείες του, πάντα με το κέρδος κατά νου: δεν είναι τυχαίο ότι απέφυγε επιμελώς να υπογράφει αποκλειστικά συμβόλαια με δισκογραφικές εταιρείες, ώστε να μπορεί ο πελάτης του να ηχογραφεί παράλληλα με τη Victor (λ.χ.) και με τη Brunswick, αλλά και με άλλες εταιρείες, συχνά κάτω από διάφορα απίθανα ψευδώνυμα. Χαρακτηριστικό δείγμα της διορατικότητάς του ήταν η επιμονή του να διεκδικεί μερίδιο από τα δικαιώματα των συνθέσεων, ακόμα και σε περιπτώσεις που δεν είχε συνεισφέρει ούτε νότα. Δεν είχε σημασία. Από το 1926 μέχρι το 1939, ο Μιλς έκανε τον Έλινγκτον διάσημο και ο Ελινγκτον έκανε τον Μιλς πλούσιο. Κι όχι μόνο εκείνος. Πελάτης του ήταν και το άλλο λαμπρό αστέρι του Cotton Club, ο Cab Calloway, που ήρθε να καλύψει το κενό του Έλινγκτον και εναλλασσσόταν με αυτόν στα χρόνια που ακολούθησαν. Απόφοιτος Νομικής, που έπαιζε ντραμς σε μικρά κλαμπ του Σικάγο, πριν αφοσιωθεί στο τραγούδι, ο Κάλογουεϊ βρέθηκε το χειμώνα του 1928-29 βρέθηκε στο Savoy, με τη συνοδεία των Missourians, των οποίων στη συνέχεια ηγήθηκε, μετονομάζοντάς τους σε Cab Calloway orchestra. Εκεί τον ανέλαβε ο Μιλς, που συνέλαβε κι άλλη μια ιδιοφυή ιδέα: ανέλαβε μια ακόμα ορχήστρα με εξαιρετικούς σολίστες, τη Blue Rhythm Band (που μετονόμασε σε Mills Blue Rhythm Band), η οποία αντικαθιστούσε τις ορχήστρες του Έλινγκτον και του Κάλογουεϊ, όταν είχαν περιοδείες, ή ηχογραφήσεις. Φυσικά, δεν ήταν μόνο αυτοί το Cotton Club.
BLUE RHYTHM BAND: The Growl
(Hayes)
Wardell Jones, Shelton Hemphill, Ed Anderson (tp), Harry White, Henry Hicks (tb), Charlie Holmes(cl, as), Crawford Wethington (as, bs), Joe Garland (cl, ts, bs), Edgar Hayes (p), Benny James (g), Hayes Alvis (b), O’Neil Spencer (d)
Recorded: New York, 2/5/1932
Αυτό είναι το περίφημο «γρύλισμα» της Jungle music, από την ορχήστρα που συνόδευε τον Λούι Άρμστρονγκ στο Coconut Grove, πριν αναλάβει τα ηνία της ο δαιμόνιος Ίρβινγκ Μιλς.

17 Δεκ 2007

Δεκέμβριος στο Cotton Club: τα θεμέλια της Ellingtonia

Κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο, για να πραγματοποιήσουμε τη φαντασίωση κάθε φίλου της τζαζ: να περάσει μια βραδιά στο Cotton Club, στην καρδιά του Χάρλεμ, πίνοντας περίεργα ποτά από παράνομα αποστακτήρια.
Η θητεία του Duke Ellington στο Cotton Club είναι μέρος της ιστορίας του Δυτικού Πολιτισμού του 20ού αιώνα – η εποχή που ανέτειλε το άστρο του ακρογωνιαίου λίθου της τζαζ, και που τέθηκαν τα θεμέλια της Ellingtonia… Ωστόσο, η πρώτη ορχήστρα που έπαιξε στο κλαμπ, το 1923, ήταν αυτή του Fletcher Henderson – ίσως η σημαντικότερη και δημοφιλέστερη της εποχής της. Ο Έλινγκτον ήρθε στο Cotton Club μερικά χρόνια αργότερα, όταν το Δεκέμβριο του 1927, ο Τζίμι ΜακΧιου, απηυδισμένος από την μπάντα του κλαμπ, και ειδικά από τον πιανίστα που δεν ήξερε να διαβάζει παρτιτούρες, άρχισε να ψάχνει για μια μπάντα που θα διέθετε έναν καλό πιανίστα. Όταν εμφανίστηκε ο κομψός, ευγενής Έλινγκτον σε μια οντισιόν όπου τη διεύθυνση εκπροσωπούσε ο γκάνγκστερ Χάρι Μπλοκ, οι χορεύτριες έβαζαν στοιχήματα για το πόσο θα αντέξει αυτή η νέα ορχήστρα – προφανώς έχασαν. Ο Ντιουκ Έλινγκτον παρέμεινε στο Cotton Club από το Δεκέμβριο του 1927 μέχρι τον Ιούνιο του 1930, για να επιστρέψει το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του ‘30, τον Ιανουάριο του 1931, το Φεβρουάριο του 1932, την Άνοιξη του 1933, και ξανά το 1937 και το 1938, στη νέα διεύθυνση του κλαμπ. Σ’ όλο αυτό το διάστημα, κατάφερε να αναδειχθεί ως ένας από τους σημαντικότερους μουσικούς της τζαζ, ένας εξαιρετικός πιανίστας κι ένας ανεπανάληπτος διευθυντής ορχήστρας, που κατάφερνε να παίρνει ένα πλήθος ταλαντούχων μουσικών και να σφυρηλατεί ένα αρμονικό σύνολο. Στα χέρια του, τα «γρυλίσματα» της jungle music έγιναν αντιστίξεις, διάλογοι ανάμεσα στα ξύλινα πνευστά και τα χάλκινα, και οι ελαφρές επιτυχίες της εποχής απέκτησαν τις ιδανικές τους ερμηνείες, αποτελώντας ακόμα και σήμερα αθάνατα μνημεία πολιτισμού. Και δεν ήταν μόνο αυτό: ως άνθρωπος με έμφυτη ευγένεια και κομψότητα, επέμενε και στο θέμα της εικόνας της ορχήστρας: ντυμένος ο ίδιος πάντα στην τρίχα, προέτρεπε τους μουσικούς του να κάνουν το ίδιο, ενώ επιμελείτο και της σκηνοθεσίας της μπάντας, φροντίζοντας να φωτίζεται ξεχωριστά κάθε σολίστας την ώρα του σόλο, λουσμένος με ένα γαλάζιο ή ροζ φως (που κολακεύει ιδιαίτερα τις σκουρόχρωμες επιδερμίδες). Είχε όμως κι έναν εξαιρετικό δάσκαλο: τον Irving Mills (περισσότερα αύριο).

DUKE ELLINGTON & his orchestra: Creole Rhapsody
(Ellington)
Cootie Williams, Arthur Whetsol, Freddie Jenkins (tp), Tricky Sam Nanton, Juan Tizol (tb), Barney Bigard (cl, as), Johnny Hodges (as, ss), Harry Carney (cl, bs), Duke Ellington (p), Fred Guy (bjo, g), Wellman Braud (b), Sonny Greer (d)
Recorded: Camden, N.J. 11/6/1931
Παρά τα στραβά του Ίρβινγκ Μιλς (περισσότερα αύριο), η τζαζ του χρωστά μια μεγάλη χάρη: ήταν εκείνος που προέτρεψε τον Ντιουκ Έλινγκτον να δημιουργήσει μια σύνθεση μεγαλύτερης διάρκειας, στα πρότυπα των συνθέσεων του Πολ Γουάιτμαν και του Τζορτζ Γκέρσουιν. Έτσι, αμέσως μετά τη λήξη της συνεργασίας του με το Κότον Κλαμπ, ο Έλινγκτον συνέθεσε αυτήν την πρώτη από μια σειρά φιλόδοξων συνθέσεων, επηρεασμένη σαφέστατα (φαίνεται κι από τον τίτλο) από την αισθητική και τα σημεία αναφοράς του κλαμπ.

14 Δεκ 2007

Δεκέμβριος στο Cotton Club: the Growl

Κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο, για να πραγματοποιήσουμε τη φαντασίωση κάθε φίλου της τζαζ: να περάσει μια βραδιά στο Cotton Club, στην καρδιά του Χάρλεμ, πίνοντας περίεργα ποτά από παράνομα αποστακτήρια.
Βασικό χαρακτηριστικό της Jungle Music είναι το «γρύλισμα», μια τεχνική για την οποία είναι μάλλον υπεύθυνος ο Bubber Miley, τρομπετίστας της ορχήστρας του Έλινγκτον, που πειραματιζόταν πάνω σε κάποια τεχνάσματα του King Oliver. Το «γρύλισμα» είναι αυτό που λέει η λέξη: περνά από το λαιμό στα χείλη, κι από εκεί στο πνευστό, το οποίο παίζεται με διπλή σουρντίνα: εσωτερική, και εξωτερική, ώστε να δημιουργείται αυτός ο χαρακτηριστικός ήχος που ακούγεται σαν «γουα-γουα», ενώ ο μουσικός φροντίζει να τραγουδά «μουγκρίζοντας» την ίδια νότα που παίζει. Το αποτέλεσμα είναι η ιδανική μουσική υπόκρουση για τα «εξωτικά» θεάματα του Cotton Club: ένας ήχος που παραπέμπει στα γρυλίσματα, τα μουγκρητά και τις φωνές των θηρίων της ζούγκλας, και που σε συνδυασμό με τη ρυθμικότητα της τζαζ φέρνει στο φως τις αφρικανικές ρίζες αυτής της μουσικής. «Η μπάντα μας άλλαξε φυσιογνωμία όταν ήρθε ο Μπάμπερ», θυμόταν ο Ντιουκ Έλινγκτον. «Γρύλιζε όλη τη νύχτα, παίζοντας με τη σουρντίνα. Τότε αποφασίσαμε να ξεχάσουμε δια παντός τη γλυκιά μουσική». Χρειαζόταν βέβαια ένας ιδιοφυής ενορχηστρωτής, όπως ήταν εκείνος, για να κάνει όλο αυτό το πράγμα να ακούγεται τόσο συναρπαστικό.
DUKE ELLINGTON & his Cotton Club orchestra: Echoes of the Jungle (Williams – Mills)
Cootie Williams, Arthur Whetsel, Freddy Jenkins (tp), Joe “Tricky Sam” Nanton, Juan Tizol (tb), Barney Bigard (cl, ts), Johnny Hodges (cl, as), Harry Carney (cl, as, bs), Duke Ellington (p), Fred Guy (bjo), Wellman Braud (b), Sonny Greer (d).
Recorded: New York, 16/6/1931
Ο Bubber Miley είχε ήδη εγκαταλείψει την ορχήστρα του Ellington, με αποτέλεσμα το βάρος της δημιουργίας του Jungle ήχου να μοιράζεται ανάμεσα στον Arthur Whetsel και τον Cootie Williams, του οποίου η υπογραφή βρίσκεται σ’ αυτόν εδώ τον απόηχο της ζούγκλας.

13 Δεκ 2007

Δεκέμβριος στο Cotton Club: Harlem River Quiver

Κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο, για να πραγματοποιήσουμε τη φαντασίωση κάθε φίλου της τζαζ: να περάσει μια βραδιά στο Cotton Club, στην καρδιά του Χάρλεμ, πίνοντας περίεργα ποτά από παράνομα αποστακτήρια.

Μια τυπική βραδιά στο Κότον Κλαμπ περιλάμβανε δύο παραστάσεις: η πρώτη γύρω στα μεσάνυχτα και η επόμενη δυο ώρες μετά. Στο διάστημα πριν, μετά και ανάμεσα στις παραστάσεις, η σταθερή ορχήστρα καλείτο να παίξει τις δικές της συνθέσεις καθώς και τις επιτυχίες της εποχής, ώστε να χορέψει το κοινό – ή να απολαύσει το ακροατήριο που μεταφερόταν στο κλαμπ χάρη στην εβδομαδιαία ραδιοφωνική μετάδοση. Όσο για τις παραστάσεις, ήταν ένα είδος επιθεωρήσεων – βαριετέ, με τραγουδιστές, κωμικούς και χορευτές – τα περίφημα Cotton Club girls, που λέγαμε, αλλά και τα αντίστοιχα Cotton Club boys – σε μια εναλλαγή τραγουδιών, χορευτικών και σκετς, όλα σε εξωτικά σκηνικά: ζούγκλες, ερήμους, αλλά και οι εξωτικές.... βαμβακοφυτείες του Νότου. Υπεύθυνοι για αυτές τις επιθεωρήσεις ήταν μερικοί από τους πιο παραγωγικούς συνθέτες της εποχής, όπως ο Χάρολντ Άρλεν, αλλά κυρίως ο Τζίμι ΜακΧιού, που με στιχουργό μια τολμηρή έφηβη ονόματι Ντόροθι Φιλντς, δημιούργησε τεράστιες επιτυχίες, όπως το I Can’t Give you anything But Love, το Bandanna Babies, το Diga Diga Do, το Harlemania, το Hot Feet, το Freeze and Melt, το Harlem River Quiver (τα περισσότερα έχουν μείνει αθάνατα, χάρη στις ηχογραφήσεις του Ντιουκ Έλινγκτον, του κατεξοχήν bandleader αυτής της εξωτικής, “jungle music”, όπως αποκαλείτο η τζαζ της εποχής – καθόλου τυχαία.
DUKE ELLINGTON & his orchestra: Harlem River Quiver
(Fields – McHugh – Healy)
Bubber Miley, Louis Metcalf (tp), Joe “Tricky Sam” Nanton (tb), Rudy Jackson (cl, ts), Otto Hardwick (as, bs), Harry Carney (ss, as, bs), Duke Ellington (p), Fred Guy (bjo), Wellman Braud (b), Sonny Greer (d)
Recorded: New York, 19/12/1927
Η πεμπτουσία του Κότον Κλαμπ: σύνθεση του διδύμου Ντόροθι Φιλντς και Τζίμι Μακ Χιου, που πετάει στα χέρια του νεόκοπου στο κλαμπ διευθυντή ορχήστρας Ντιουκ Έλινγκτον.

12 Δεκ 2007

Δεκέμβριος στο Cotton Club: Prohibition Blues


Kάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο, για να πραγματοποιήσουμε τη φαντασίωση κάθε φίλου της τζαζ: να περάσει μια βραδιά στο Cotton Club, στην καρδιά του Χάρλεμ, πίνοντας περίεργα ποτά από παράνομα αποστακτήρια.
Η «επίσημη απαγόρευση να παρασκευάζεται, να πωλείται και να καταναλώνεται αλκοόλ σε ολόκληρη την επικράτεια των ΗΠΑ» κράτησε από τις 16 Ιανουαρίου 1920 μέχρι τις 20 φεβρουαρίου 1933, οπότε ο Πρόεδρος Ρούσβελτ έδωσε τέλος σε μια πρακτική που έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα από τα επιθυμητά: αύξηση του αλκοολισμού στην αμερικανική κοινωνία, και άνθιση του παράνομου εμπορίου αλκοόλ. Ίσως γι’αυτό οι γκάνγκστερ της εποχής να ήταν τόσο πρόθυμοι να ανακατευτούν με τη διοίκηση των νυχτερινών κλαμπ, γιατί έτσι έρχονταν απ’ ευθείας σε επαφή με το κοινό που ήταν πρόθυμο να καταναλώσει το προϊόν που παρήγαγαν τα παράνομα αποστακτήριά τους: οινοπνευματώδη ελάχιστα πιο ανεκτά στην κατάποση από βιτριόλι... Όχι ότι ήταν εύκολο να πιει κανείς στο Κότον Κλαμπ – έπρεπε να περάσει από αυστηρό έλεγχο. Όπως έχει πει χαρακτηριστικά ο Σόνι Γκριρ, ο θρυλικός ντράμερ του Ντιουκ Έλινγκτον, κάθε φορά που ένας πελάτης ζητούσε αλκοόλ, οι σερβιτόροι κοιτούσαν προς τη μεριά των μουσικών για να πάρουν «έγκριση» - εκείνοι ήξεραν καλύτερα από καθέναν να κόβουν τις φάτσες των σταθερών πελατών...

THE MISSOURIANS: Prohibition Blues
(Thomas)
Roger Q. Dickerson, Lammar Wright (tp), DePriest Wheeler (tb), William Thornton Blue (cl, as), Andrew Brown, Walter Thomas (cl, sax), Earres Prince (p), Morris White (bjo), Jimmy Smith (b), Leroy Maxey (d), Lockwood Lewis (leader)
Recorded: New York, 17/2/1930
Οι Missourians έμελλε να γνωρίσουν τεράστια επιτυχία, όταν υπό την καθοδήγηση του Cab Calloway, θα γίνονταν η μπάντα του, πρώτα στο Savoy Ballroom και μετά στο Cotton Club. Εδώ, πριν από αυτήν την μοιραία συνάντηση, θρηνούν για τις επιπτώσεις της ποτοαπαγόρευσης.

10 Δεκ 2007

Δεκέμβριος στο Cotton Club: Tall, tan and terrific

Κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο, για να πραγματοποιήσουμε τη φαντασίωση κάθε φίλου της τζαζ: να περάσει μια βραδιά στο Cotton Club, στην καρδιά του Χάρλεμ, πίνοντας περίεργα ποτά από παράνομα αποστακτήρια.
Kαλλιτέχνες όπως η Μέι Γουέστ, ο Τζίμι Ντουράντε, ο Αλ Τζόλσον, συνθέτες του βεληνεκούς του Τζορτζ Γκέρσουιν και του Ίρβινγκ Μπερλίν, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, αθλητές, η πολιτική ηγεσία της πόλης – όλοι έβρισκαν θέση στο κλαμπ, που μπορούσε να φιλοξενήσει μέχρι 600 άτομα τη φορά, υπό έναν όρο: να μην ήταν κανείς έγχρωμος – κανείς, εκτός από τους μουσικούς, δηλαδή. Αυτή η ρατσιστική πολιτική ήταν συνήθης πρακτική εκείνη την εποχή, ενώ η ρατσιστική διάθεση ήταν σαφής ήδη από τον τίτλο του μαγαζιού, αλλά και τη διακόσμηση, που αναπαριστούσε το υποστατικό μιας βαμβακοφυτείας του αμερικανικού νότου: η ορχήστρα ήταν τοποθετημένη στη «βεράντα» του υποστατικού, ενώ οι τοίχοι έφεραν τοιχογραφίες με σκηνές από τη ζωή σ’ αυτές τις εξωτικές περιοχές.
Το Cotton Club ήταν με άλλα λόγια, ένα μέρος όπου η αποκλειστικά λευκή πελατεία, μπορούσε να απολαύσει τους καλύτερους μαύρους καλλιτέχνες και τα ομορφότερα κορίτσια, τα οποία έπρεπε να είναι “tall, tan and terrific” – και για την ακρίβεια, άνω του 1,60, κάτω των 21 ετών και με χρώμα δέρματος ανοιχτό (για μαύρη επιδερμίδα). Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Ίσως, λίγο αλκοόλ...
EDITH WILSON with BUBBER MILEY & his MILEAGE MAKERS: The Penalty of Love
(Jannath – Heywood)
Bubber Miley, Ward Pinkett (tp), Wilbur DeParis (tb), Buster Bailey, Hilton Jefferson (cl, as), Happy Caldwell (ts), Earl Frazier (p), Bernard Adison (g, bjo), Tommy Bendford (d), Edith Wilson (voc)
Recorded: New York, 11/9/1930
Η Ίντιθ Γουίλσον υπήρξε για τρεις δεκαετίες μια από τις μεγαλύτερες βεντέτες της αμερικανικής show-business. Στο Cotton Club συνεργάστηκε με τον Λούι Άρμστρονγκ, τον Καμπ Κάλογουεϊ, τον Τζίμι Λανσφορντ και φυσικά τον Ντιουκ Έλινγκτον. Εδώ σε ένα μπλουζ με το σχήμα που δημιούργησε ο Bubber Miley, όταν έφυγε από την ορχήστρα του Έλινγκτον, και πριν βρει θάνατο από φυματίωση το 1932...

7 Δεκ 2007

Δεκέμβριος στο Cotton Club: Harlemania

Κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο, για να πραγματοποιήσουμε τη φαντασίωση κάθε φίλου της τζαζ: να περάσει μια βραδιά στο Cotton Club, στην καρδιά του Χάρλεμ, πίνοντας περίεργα ποτά από παράνομα αποστακτήρια.
Αν η Νέα Υόρκη, με τους ραδιοφωνικούς σταθμούς, τις δισκογραφικές εταιρίες, τα αμέτρητα κλαμπ και τις αίθουσες χορού ήταν το κέντρο της μουσικής (και γενικότερης καλλιτεχνικής) βιομηχανίας, το Χάρλεμ ήταν η πολιτιστική πρωτεύουσα της μαύρης Αμερικής. Εκεί παρεπιδημούσαν οι μουσικοί που δημιουργούσαν τη νέα μουσική κι έβρισκαν δουλειά στα κλαμπ της περιοχής. Διασημότερο, λαμπρότερο και πολυτελέστερο από αυτά, ήταν ασφαλώς το Cotton Club, το αντίπαλον δέος του εξίσου διάσημου Savoy Ballroom. Η ιστορία του ξεκινά το 1920, όταν ο πυγμάχος Τζακ Τζόνσον, άνοιξε το κλαμπ Deluxe, στη γωνία της 142ης οδού με την Λεωφόρο Λένοξ 644 στο Χάρλεμ.

Τρία χρόνια αργότερα, η επιχείρηση πέρασε στα (βρόμικα) χέρια του γκάνγκστερ Oweny Madden, που το μετονόμασε σε Cotton Club – για την ιστορία, ο Μάντεν απέκτησε το κλαμπ, όταν βρισκόταν ακόμα έγκλειστος στις φυλακές του Σινγκ Σινγκ, ενός ευαγούς ιδρύματος στο οποίο θα επέστρεφε αρκετές φορές ακόμα, φροντίζοντας πάντα να φέρνει κατά καιρούς μέρος του καλλιτεχνικού προγράμματος του Cotton Club για την αναψυχή των εκλεκτών συντρόφων του στη φυλακή. Οι γκάνγκστερ αποτελούσαν, προφανώς, ένα μεγάλο μέρος του ετερόκλητου κοινού του Cotton Club, στο οποίο περιλαμβανόταν όμως και η ελιτ της Νέας Υόρκης...
Ed Sayzee, Lammar Wright, Reuben Reeves (tp), DePriest Wheeler, Harry White (tb), Arville Harris (cl, as), Andrew Brown (bcl, ts), Walter Thomas (as, ts, bs), Bennie Payne (p), Morris White (bjo), Jimmy Smith (b), Leroy Maxie (d), Cab Calloway (voc)
Recorded: New York, 23/9/1931
Ο Καμπ Κάλογουεϊ, κάνει δικό του ένα κλασικό τραγούδι της Νέας Ορλεάνης, που γνώρισε δεκάδες εκτελέσεις. Το θέμα του (η χαρά που νιώθεις όταν πεθαίνει ο εχθρός σου), πρέπει να προκαλούσε μειδιάματα στη γκανγκστερική πελατείατου Κότον Κλαμπ.

6 Δεκ 2007

Δεκέμβριος στο Cotton Club: Minnie the Moocher

Κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο, για να πραγματοποιήσουμε τη φαντασίωση κάθε φίλου της τζαζ: να περάσει μια βραδιά στο Cotton Club, στην καρδιά του Χάρλεμ, πίνοντας περίεργα ποτά από παράνομα αποστακτήρια.
To Great Depression, αποτελεί μια μοναδική περίοδο στην ανθρώπινη ιστορία, ένα διαχρονικό μάθημα που ενισχύει την πίστη στην ανθρώπινη αποφασιστικότητα – και τον αγώνα μιας κοινωνίας να ξεπεράσει τα βαθιά της προβλήματα και να δημιουργήσει κάτι από την αρχή – κάτι όπως το Empire State Building, το «μεγαλύτερο κτίριο του κόσμου», που εγκαινιάστηκε το 1931, για να αποτελέσει ένα ορόσημο της ανθρώπινης θέλησης. Όλο αυτό το διάστημα, ένας τομέας της οικονομίας, παρέμενε (σχετικά) ακμαίος: η βιομηχανία της διασκέδασης, που ανέλαβε ένα βαρύ ρόλο – να ανυψώσει το ηθικό του λαού, μέσα από αισιόδοξες ταινίες, τρελές κωμωδίες (βλ. την εργογραφία των Αδελφών Μαρξ) – φαντασμαγορικές παραστάσεις και δημιουργική μουσική. Τίποτα δεν μπορούσε να δώσει καλύτερη ώθηση στον κόσμο από τον ξέφρενο ήχο της τζαζ, που «αστικοποιήθηκε», ταξιδεύοντας από τη Νέα Ορλεάνη στο Σικάγο και τη Νέα Υόρκη, μέσω Κάνσας Σίτι. Τα κλαμπ των αμερικανικών μεγαλουπόλεων αντηχούσαν από αυτήν την «νέα» μουσική – και ειδικά ένα κλαμπ, στην καρδιά του Χάρλεμ.
CAB CALLOWAY & his orchestra: Minnie the Moocher
(Calloway – Mills)
Lammar Wright, R.Q. Dickerson, Ruben Reeves (tp), DePriest Wheeler, Barry White (tb), Arville Harris, Walter Thomas, Andrew Brown (sax), Earres Prince (p), Morris White (bjo), Jimmy Smith (b), Leroy Maxey (d), Cab Calloway (voc)
Recorded: New York, 3/3/1931
Ήταν μια συνηθισμένη, ανοιξιάτικη βραδιά στο Κότον Κλαμπ, όταν ο τραγουδιστής ξέχασε τα λόγια στη μέση του τραγουδιού. Δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο – σε διαφορετική περίπτωση, θα διέκοπτε το τραγούδι, θα αστειευόταν με το κοινό, και θα ξεκινούσε από την αρχή. Όμως εκείνο το βράδυ, η παράσταση μεταδιδόταν ζωντανά σε όλη την Αμερική, με αποτέλεσμα ο Καμπ Κάλογουεϊ να ντραπεί και να προσπαθεί να τα μπαλώσει αυτοσχεδιάζοντας, προς μεγάλη τέρψη του κόσμου. Το αποτέλεσμα ήταν ένας θρίαμβος για τον «Hi-de-ho man», κι ένα εμβληματικό swing τραγούδι, που έγινε σήμα-κατατεθέν του κλαμπ.

5 Δεκ 2007

Δεκέμβριος στο Cotton Club: Jazz Age (Stormy Weather)

Κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο, για να πραγματοποιήσουμε τη φαντασίωση κάθε φίλου της τζαζ: να περάσει μια βραδιά στο Cotton Club, στην καρδιά του Χάρλεμ, πίνοντας περίεργα ποτά από παράνομα αποστακτήρια.
Όπως συμβαίνει πάντα, μετά από τους μεγάλους πολέμους αρχίζει η δημιουργία. Η εποχή μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο – έναν πόλεμο δύσκολο, ανήθικο, καταστροφικό –, δεν ήταν εξαίρεση. Για την ακρίβεια, η δεκαετία του ’20, και όλη η περίοδος του μεσοπολέμου ήταν μια εποχή πρωτοφανούς δημιουργικότητας: όχι μόνο στο πεδίο της τέχνης, με τον Πικάσο να ηγείται μιας αισθητικής επανάστασης, όχι μόνο στη λογοτεχνία, με τον Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ, τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ, τη Γερτρούδη Στάιν και τη γενιά τους, όχι μόνο στο σινεμά, με τον ομιλούντα κινηματογράφο να αλλάζει τα όρια μιας νέας, λαϊκής τέχνης, όχι μόνο με τη τζαζ, που κατάφερε να κάνει ήχο την ανάγκη για τη δημιουργία ενός νέου κόσμου – αλλά και στο επίπεδο της πολιτικής σκέψης και δράσης, στο επίπεδο της οικονομικής άνθισης, στον τρόπο σκέψης γενικότερα. Μετά την απελπισία του πολέμου, η δεκαετία του ’20 ήταν η εποχή των ευκαιριών – μια εποχή όπου όλα είναι δυνατά. Για την Αμερική, η πεμπτουσία αυτής της πεποίθησης, ήταν η πτήση του Τσαρλς Λίντμπεργκ πάνω από τον Ατλαντικό το 1927, μια πράξη που περισσότερο από κάθε άλλη συμβόλιζε αυτήν την εποχή των ανοιχτών δυνατοτήτων. Όλη αυτή η ευεξία δοκιμάστηκε σκληρά τη «Μαύρη Τρίτη» 29 Οκτωβρίου του 1929, όταν το κραχ του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης καταρράκωσε την αμερικανική οικονομία, καταστρέφοντας το 50% της βιομηχανίας, και παράγοντας δεκατρία εκατομμύρια ανέργους.
ETHEL WATERS with the DORSEY BROTHERS orchestra: Stormy Weather
(Arlen – Koehler)
Sterling Bose, Bunny Berigan (tp), Tommy Dorsey (tb), Jimmy Dorsey, Larry Binyon (cl, as), Joe Venuti, Harry Hoffman, Walter Edelstein, Lou Kosloff (v), Fulton McGrath (p), Dick McDonough (g), Artie Bernstein (b), Larry King (d), Ethel Waters (voc)
Recorded: New York, 3/5/1933
Για πολλούς μήνες, ο Ντιουκ Έλινγκτον μοιραζόταν τη σκηνή του Κότον Κλαμπ με την φημισμένη τραγουδίστρια Έθελ Γουότερς, την οποία συνόδευε στη «μεγαλύτερη επιτυχία της δεκαετίας», σύμφωνα με το Variety, και που παραδόξως, δεν ηχογραφήθηκε ποτέ όπως ακουγόταν στο κλαμπ. Ο Έλινγκτον προτίμησε να το ηχογραφήσει με την Ivie Anderson, ενώ η Γουότερς συνοδεύεται εδώ από μια άλλη μεγάλη ορχήστρα της εποχής.

4 Δεκ 2007

Δεκέμβριος στο Cotton Club: Queer Notions

Κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο, για να πραγματοποιήσουμε τη φαντασίωση κάθε φίλου της τζαζ: να περάσει μια βραδιά στο Cotton Club, στην καρδιά του Χάρλεμ, πίνοντας περίεργα ποτά από παράνομα αποστακτήρια. The Savoy Ballroom, the Apollo Theatre, Minton’s Playhouse, the Village Vanguard, the Knitting Factory… μπορείς να αφηγηθείς την ιστορία της μουσικής – την ιστορία της μαύρης μουσικής – την ιστορία της τζαζ, απλώς απαριθμώντας τους χώρους όπου η μουσική άνθισε. Κάθε σχολή και τα στέκια της, κάθε γενιά και το δικό της κλαμπ, κάθε εποχή και τα σύμβολά της. Θρυλικότερο όλων, το Cotton Club ήταν το ορόσημο της «εποχής της τζαζ», αποτελώντας ακόμα και σήμερα ένα σύμβολο που περικλείει όλα όσα ήταν ο μεσοπόλεμος: αισιοδοξία, δημιουργία, καταστροφή, ποτοαπαγόρευση, κραχ, γκάνγκστερ και τζαζ – πολλή, καλή τζαζ, απαστράπτουσα και αισιόδοξη όσο ποτέ.
FLETCHER HENDERSON & his orchestra: Queer Notions
(Hawkins)
Russell Smith, Bobby Stark, Henry Allen (tp), Dicky Wells, Clade Jones (tb), Russel Procope, Hilton Jefferson (cl,as), Coleman Hawkins (ts), Horace Henderson (p), Bernard Addison (g), John Kirby (b), Walter Johnson (d)
Recorded: New York, 22/9/1933

Οι «περίεργες αντιλήψεις» του τίτλου αφορούν τους αρμονικούς πειραματισμούς που κυριαρχούν σ’ αυτό το κομμάτι – μια ακόμα σύνθεση (του Coleman Hawkins, που πρωταγωνιστεί, μαζί με την τρομπέτα του Henry “Red” Allen), όπου υπονοείται ότι η τζαζ θα μπορούσε να είναι κάτι πολύ περισσότερο από μουσική για χορό…
(το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τ. Φεβρουαρίου 2007 του περιοδικού Jazz&Τζαζ)

Δεκέμβριος στο Cotton Club: Sugar Foot Stomp

Κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο, για να πραγματοποιήσουμε τη φαντασίωση κάθε φίλου της τζαζ: να περάσει μια βραδιά στο Cotton Club, στην καρδιά του Χάρλεμ, πίνοντας περίεργα ποτά από παράνομα αποστακτήρια.

Είναι γνωστό ότι η ιστορία της τζαζ γράφτηκε (και γράφεται) στα κλαμπ, τους χώρους όπου γεννιέται η μουσική κι έρχεται σε άμεση επαφή με το κοινό, όπου οι μουσικοί επικοινωνούν μεταξύ τους, παράγοντας τέχνη από την όσμωσή τους. Κι αν υπάρχει ένα κλαμπ που κατάφερε όσο κανένα να εκφράσει την «εποχή της τζαζ», αποτελώντας τον βιότοπο των πιο δημιουργικών μονάδων της μαύρης μουσικής, αυτό δεν είναι άλλο από το πασίγνωστο Cotton Club, του Χάρλεμ. Δεν είναι τυχαίο ότι ο θρύλος του παραμένει ισχυρός οκτώ δεκαετίες από την εποχή της ακμής του.

FLETCHER HENDERSON & his orchestra: Sugar Foot Stomp (03’04’’)
(Oliver)
Russel Smith, Bobby Stark, Rex Stewart (tp), Benny Morton, Claude Jones (tb), Russel Procope, Harvey Boone, Coleman Hawkins (sax), Fletcher Henderson (p), Clarence Holiday (g), John Kirby(b), Walter Johnson (d).
Recorded: New York, 29/4/1931

Ο Φλέτσερ Χέντερσον υπήρξε ο bandleader που εγκαινίασε το Κότον Κλαμπ. Εδώ, σε μια ηχογράφηση κάπως μεταγενέστερη της θητείας του στο κλαμπ, σε ένα κομμάτι που θα ήταν κλασικό και μόνο για την χαρακτηριστική κραυγή του Κόλμαν Χόκινς που προστάζει: “oh! Play that thing!”