Είναι ένα αριστούργημα.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποδόσφαιρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποδόσφαιρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
9 Ιουν 2014
23 Απρ 2012
Ποιος είναι ο λόγος που οι Ισπανοί "δεν παίζονται" σήμερα στο ποδόσφαιρο;
Η Εθνική Ισπανίας είναι Πρωταθλήτρια Κόσμου και Ευρώπης. Η Μπαρτσελόνα κάτοχος του Champions League. Η Ρεάλ παίζει την καλύτερη μπάλα φέτος και οι Αθλέτικ Μπιλμπάο, Ατλέτικο Μαδρίτης και Βαλένθια διεκδικούν το Europa League. Μα τι επιτέλους συμβαίνει στην Ισπανία και έχει αφήσει τόσο πίσω όλες τις υπόλοιπες χώρες;
Μπορεί τα βλέμματα των περισσοτέρων μας να έχουν επικεντρωθεί στις αναμετρήσεις της Ρεάλ Μαδρίτης με την Μπάγερν Μονάχου και της Μπαρτσελόνα με την Τσέλσι (και στην κρυφή προσδοκία για έναν τελικό Champions League - el classico), αλλά η καλύτερη απόδειξη για την τεράστια υπεροχή της Ισπανίας στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο δεν είναι οι δύο αυτές υπερομάδες με τα υπέρογκα budgets. Δεν είναι καν η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια και Πρωταθλήτρια Ευρώπης εθνική Ισπανίας, που αποτελεί το αδιαφιλονίκητο φαβορί για το Euro 2012. Αν θέλουμε να καταλάβουμε πραγματικά γιατί η Ισπανία έχει αφήσει τόσο πίσω της τον ανταγωνισμό, θα πρέπει να κοιτάξουμε στο Europa Legue και στις δύο από τις τρεις ομάδες της που διεκδικούν εκείνο το τρόπαιο. Η Αθλέτικ Μπιλμπάο και η Βαλένθια δεν έχουν καμμία απολύτως σχέση με τις Μπαρτσελόνα και Ρεάλ Μαδρίτης, όσον αφορά στα οικονομικά τους. Όμως έχουν τεράστια, σχεδόν "συγγενική" σχέση, στο πώς αντιμετωπίζουν το άθλημα. Και εκεί κρύβεται το μυστικό μιας ολόκληρης χώρας και των χιλιάδων ποδοσφαιριστών της.
Τα παραδείγματα της Μπιλμπάο και της Βαλένθια
Όποιος έχει παρακολουθήσει φέτος την πορεία της Αθλέτικ Μπιλμπάο στο Europa League (ή και να μην την έχει παρακολουθήσει, αρκεί να έχει δει ένα από τα δύο ματς της με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ) θα έχει καταλάβει πως αυτή η ομάδα κανένα κοινό δεν έχει μ' εκείνη την σκληροτράχηλη αρμάδα που τά 'βαζε πριν πολλά πολλά χρόνια με την ΑΕΚ για το UEFA (αν θυμάμαι καλά). Σχεδόν κανένα. Γιατί η λογική του ότι παίζει μόνο με Βάσκους παίκτες, αυτή η εθνικοκεντρική φιλοσοφία που την κάνει ένα σύλλογο - μανιφέστο που διαλαλεί το εθνικιστικό κήρυγμα του λαού της για αυτονόμηση, έχει παραμείνει. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν μια ομάδα που χρησιμοποιεί ποδοσφαιριστές μόνο από μια μικρή περιοχή της Ισπανίας (και διαθέτει μόνο έναν ξένο, που κι αυτός έχει μεγαλώσει στη Χώρα των Βάσκων!) έχει καταφέρει να συγκαταλέγεται ανάμεσα στις καλύτερες του κόσμου και να διεκδικεί το δεύτερο πιο σημαντικό διασυλλογικό τρόπαιο; Η απάντηση είναι απλή: Μπορεί οι Βάσκοι να μην θέλουν ούτε να σκέπτονται τους ποδοσφαιριστές της υπόλοιπης Ισπανίας να φορούν τη φανέλα τους, αλλά έχουν προσαρμόσει απόλυτα το ποδόσφαιρό τους σ' αυτό που παίζεται στην υπόλοιπη χώρα και έχουν δουλέψει με την ίδια νοοτροπία τις ακαδημίες τους.
Και είναι τόσο ανώτερο το ποδόσφαιρο αυτό, που ακόμη και η μεινότητα των Βάσκων μπορεί να δώσει μια καλύτερη ομάδα απ' ότι τα εκατομμύρια Αράβων της Μάντσεστερ Σίτι για παράδειγμα. Το ίδιο πάνω-κάτω ισχύει και για την χρεωκοπημένη Βαλένθια -που καμμία σχέση δεν έχει με την Βαλένθια των Μεντιέτα, Κανιθάρες και Αϊμάρ προ δεκαετίας, από οικονομικής άποψης. Πριν δύο χρόνια αναγκάστηκε να δώσει τους Σίλβα, Μάτα και Βίγια, τους καλύτερούς της παίκτες δηλαδή, γιατί αλλιώς θα πτώχευε ολοκληρωτικά. Και πάλι, τα "δεύτερα" και οι ακαδημίες της Βαλένθια, αρκούν για να την φέρουν ανάμεσα στις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Γιατί πολύ απλά, παίζουν "ισπανική" μπάλα.
Τι σημαίνει "ισπανικό" ποδόσφαιρο
Ποια είναι, λοιπόν, αυτή η "ισπανική" μπάλα; Μα φυσικά το περίφημο passing game της Μπαρτσελόνα. Που στον συγκεκριμένο σύλλογο μπορεί να έχει βρει την αποθέωσή του (λόγω και των κορυφαίων "εκφραστών" του: Ινιέστα, Τσάβι, Μέσι), αλλά που σιγά-σιγά παίζεται στον απόλυτο βαθμό από όλους (και από την Ρεάλ Μαδρίτης του Μουρίνιο, δηλαδή). Κυρίως από τα παιδιά που μαθαίνουν μπάλα στις ισπανικές ακαδημίες. Μην ξεχνάτε ότι και η Εθνική Ισπανίας κάτω των 21, αλλά και εκείνη κάτω των 19 ετών, είναι οι πιο πρόσφατες πρωταθλήτριες Ευρώπης. Είναι σαφές ότι για να φθάσεις σε ένα τέτοιο επίπεδο κυριαρχίας δεν χρειάζεσαι μόνο τους καλύτερους παίκτες (αλλιώς η Βραζιλία θα τα κέρδιζε όλα), αλλά και το καλύτερο σύστημα. Σε λίγα χρόνια που, πιθανότατα, πολλές ακόμη χώρες θα έχουν εξελίξει στον ίδιο βαθμό το σύστημα με το οποίο παίζεται καλύτερα το σύγχρονο ποδόσφαιρο, πιθανότατα η Ισπανία δεν θα βρίσκεται στον θρόνο του, όπως σήμερα. Αυτή όμως η δεκαετία της ανήκει (από το 2006 που πρωτοείδαμε από την Εθνική της και από την Μπαρτσελόνα αυτό το στυλ παιχνιδιού), για τον πολύ απλό λόγο ότι ήταν η πρώτη χώρα που έπιασε τον παλμό της αλλαγής στο πώς κλωτσιέται το τόπι σήμερα.
Βέβαια, η Ισπανία είναι και λίγο τυχερή, γιατί το σύστημα που "λειτουργεί", τής ταιριάζει απόλυτα. Οι Ισπανοί είναι ως λαός πιο μικροκαμωμένοι από τους Βορειοευρωπαίους. Και στο περίφημο "τίκι-τάκα", ένας Τσάβι κι ένας Ινιέστα μπορούν να αποδώσουν πολύ καλύτερα από έναν δυναμικό Άγγλο, Γερμανό ή Τσέχο (για να αναφέρουμε μια χώρα που έκανε τεράστια άλματα την περασμένη δεκαετία, όταν η μπάλα παιζόταν αλλιώς). Η εξέλιξη του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου που έπαιζε η μεγάλη Ολλανδία του Κρόιφ, αυτή η πιο light και πιο "ζουζουνοειδής" βερσιόν του θα ήταν αδύνατον, πιθανότατα, να έχει γεννηθεί σε μια άλλη χώρα, με άλλη ποδοσφαιρική παράδοση και άλλη σωματική διάπλαση του μέσου όρου των παικτών της από την Ισπανία. Κατά ένα μεγάλο ποσοστό, ακόμη και ο λόγος που η Ρεάλ Μαδρίτης τόσα χρόνια δεν απέδιδε όπως θα περίμενε κανείς από τα εκατομμύρια που ξόδευε, είναι γιατί δεν είχε έναν Μουρίνιο να πείσει όλα αυτά τα αστέρια που μαζεύτηκαν εκεί ότι έπρεπε να ξεχάσουν αυτά που ήξεραν και να αρχίσουν να παίζουν λίγο παραπάνω σαν την αιώνια αντίπαλό της, την Μπαρτσελόνα.
Μην ξεγελιόμαστε, βέβαια, και προσπαθούμε να φτιάξουμε έναν κανόνα με το ζόρι. Ο Μουρίνιο δεν παίζει ακριβώς σαν την Μπάρτσα ή σαν την Εθνική Ισπανίας και η μεγάλη δύναμη της Ρεάλ Μαδρίτης παραμένουν τα λεφτά της και ο απίστευτος αριθμών υπερπαικταράδων στο ρόστερ της. Ωστόσο, το ότι είναι μια ισπανική ομάδα από μόνο του κρύβει αρκετές εξηγήσεις. Και, όπως λένε, πάντα ο κανόνας χρειάζεται τις εξαιρέσεις του. Οι υπόλοιπες ισπανικές αποδείξεις ότι κάτι φοβερό γίνεται στην ιβηρική χερσόνησο παίζουν όλες παρόμοια μπάλα. Τίποτε δεν είναι τυχαίο, βέβαια. Ο Πεπ Γκουαρντιόλα, ο προπονητής που έχει κατορθώσει να πετύχει περισσότερα απ' οποιονδήποτε άλλον με το "τίκι-τάκα" (το ακατάσχετο passing game και το γρήγορο πρέσινγκ για μερικά δευτερόλεπτα, αν χαθεί η μπάλα, ώστε να ανακτηθεί αμέσως) είχε ταξιδέψει στην Αργεντινή πριν πιάσει δουλειά στην Μπαρτσελόνα και θήτευσε δίπλα στον Μαρσέλο Μπιέλσα, τον άνθρωπο που θεωρητικά ανέπτυξε τον συγκεκριμένο τρόπο παιχνιδιού (σωματικά, το στυλ ταιριάζει ακόμη περισσότερο στους Αργεντινούς, αλλά χρειάζεται προφανώς και λίγα χρήματα για να αναπτυχθεί). Ποιος είναι ο προπονητής της φετινής εκπληκτικής Αθλέτικ Μπιλμπάο, της ομάδας που πετυχαίνει τα εντυπωσιακότερα αποτελέσματα με τα πενιχρότερα μέσα; Μα ο Μαρσέλο Μπιέλσα!
(Γράφτηκε για το Men's Guide)
14 Μαρ 2012
Σύμβολα της ποπ κουλτούρας: #27. Το μαλλί του Ντέιβιντ Μπέκαμ
Ο David Beckham δείχνει πιο άνετος
μέσα σ’ ένα καλοραμμένο κοστούμι, παρά φορώντας την στολή της ομάδας του και τα
ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Δεν γεννήθηκε, βεβαίως, ο άντρας – επιτομή του
στυλ. Έκτισε πάνω σ’ αυτό, επενδύοντας στο “brand Beckham”, όσο δούλευε παράλληλα τις σέντρες και τις ντρίμπλες
του. Η εξέλιξη της εικόνας του από το 1992, όταν πρωτόπαιξε -17 ετών- για την Manchester United, μέχρι τα 37 του
σήμερα, στη νέα του πατρίδα, το Λος Άντζελες, είναι εντυπωσιακή. Πιο
εντυπωσιακή, σίγουρα, από την εξέλιξη της ποδοσφαιρικής του καριέρας.
(Γράφτηκε για το Queen.gr)
Όχι ότι ο Beckham δεν
είναι ένας σπουδαίος παίκτης. Απλά, τα αγγλικά ΜΜΕ έχουν μια μανία να κτίζουν
τεράστιες προσδοκίες στους διψασμένους για ένα Μουντιάλ αναγνώστες τους (η
Αγγλία το έχει κατακτήσει μία μόνο φορά, κι αυτό το 1966!). Και το γεγονός ότι
η «εποχή Beckham» για
το αγγλικό ποδόσφαιρο δεν συνοδεύθηκε με κάποια μεγάλη επιτυχία της Εθνικής
τους, θα τον κάνει πάντα λίγο «αποτυχημένο». Σε δέκα χρόνια από τώρα το
πιθανότερο είναι ότι θα τον θυμόμαστε περισσότερο για τα ντυσίματά του και τα
κουρέματά του, παρά για την μπάλα που έπαιξε. Μιλώντας για κουρέματα, γι’ αυτό
το ξανθό μαλλί – φετίχ για πολύ κόσμο, ίσως ο καλύτερος τρόπος να μιλήσουμε για
τον David Beckham είναι σχολιάζοντας τις φωτογραφίες του, κάθε φορά που
έβγαινε από τον κουρέα:
1993: Το σχολαριόπαιδο
Γεννημένος στο Λέιτονστόουν, ένα
αδιάφορο προάστειο του βορειοανατολικού Λονδίνου, από μικρός είχε αποφασίσει
ότι θέλει να γίνει ποδοσφαιριστής. Οι γονείς του ήταν και οι δύο φανατικοί
φίλαθλοι της Manchester United,
αν και Λονδρέζοι, και ο David Beckham κληρονόμησε το πάθος τους και είδε το όνειρό του να γίνεται
πραγματικότητα με του που τέλειωσε το σχολείο. Μετακόμισε στο Μάντσεστερ με την
clean cut παιδική
του φάτσα και την ξανθή του κώμη στο στυλ των ανεπτυγμένων «καρφιών», δώρο από
τη μαμά του, που ήταν κομμώτρια. Η επιρροή της στο μέλλον του look του θα ήταν
καθοριστική...
1997: Οι «κουρτίνες»
Η πρώτη συμμετοχή για την Εθνική
Αγγλίας ήλθε μόλις στα 21 του χρόνια, το 1996. Ήταν η εποχή που οι
«πιτσιρικάδες» της Manchester United
άρχισαν να κάνουν πράγματα και θαύματα στο γήπεδο. Ήταν όμως ακόμη ακριβώς
αυτό: πιτσιρικάδες. Με καμμία απολύτως άποψη περί στυλ. Το μαλλί – κουρτίνα με
την άτεχνη χαίτη είναι μια καλή απόδειξη.
1999: Ο γαμπρός με τις φαβορίτες
Το 1996 οι Spice Girls τραγουδούσαν
«If you wanna be my lover…» και ο David Beckham γινόταν
η μεγάλη ελπίδα του αγγλικού ποδοσφαίρου. Το 1997, η Posh Spice βρέθηκε
στο Old Trafford,
το γήπεδο της Manchester United,
γνωρίστηκε με τον David Beckham,
και σύντομα άρχισαν να βγαίνουν. Ο λονδρέζικος Τύπος είχε βρει το νέο του
αγαπημένο θέμα. Μόνο που και οι δυο τους χρειάζονταν ένα δυνατό lifting στην επιεικώς
απαράδεκτη εικόνα τους. Εκείνος ξεκίνησε με το να αφήνει λίγες παραπάνω τρίχες
στο πρόσωπο. Φαβορίτες, υπόνοια μουστακιού και goatee, πιο στυλιζαρισμένο μαλλί –με
ανοικτές ανταύγειες. Παντρεύτηκαν τον Ιούλιο του 1999 και στον γάμο εκείνος
έμοιαζε περισσότερο με ποπ σταρ απ’ ότι εκείνη.
2001: Ο πρώτος των Μοϊκανών
Το 2000 πήρε το περιβραχιόνιο του
αρχηγού της Εθνικής Αγγλίας. Δεν ήταν πια ένα παιδί. Χρειαζόταν λίγη αγριάδα.
Κράτησε το μουστακάκι και το μουσάκι, αλλά πέταξε όλα τα υπόλοιπα, εκτός από
μια λωρίδα τριχών στην κορυφή της κεφαλής. Λογικά δεν θα έπαιξε ρόλο που έχασε
τον τίτλο του «Ποδοσφαιριστή της Χρονιάς» από τον Luis Figo. Aλλά ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις με τι
ακριβώς κριτήρια ψηφίζουν εκεί στην FIFA…
2001: Μοϊκάνα στο φρύδι
Ίσως όμως να ήταν λίγο υπερβολή η
«μοϊκάνα» για τον αρχηγό μιας Εθνικής Αγγλίας. Ξύρισε λοιπόν και το υπόλοιπο
της κεφαλής και «πήρε» λιγουλάκι και το αριστερό του φρύδι, για να μην λένε «μα
πού πήγε η λωρίδα;».
2001: Ooops, I did it again
Νά ‘την πάλι η λωρίδα!
2002: Το ομορφόπαιδο
Και μετά έρχεται ο πρώτος μεγάλος
τραυματισμός και ο David Beckham,
απαλλαγμένος πια από την ανάγκη να πηγαίνει για προπονήσεις, αρχίζει να
ασχολείται αποκλειστικά με αυτό που τού αρέσει πιο πολύ: το στυλ του. Είναι και
27 ετών πια, δεν μπορεί να ντύνεται συνέχεια σαν καγκουροποπσταρ ή σαν ράπερ.
Μαζί με τα κοστούμια, φέρνει και το νέο μαλλί –μια πλούσια εξέλιξη της περσινής
του μοϊκάνας που μοιάζει να κοιτάζει ψηλά στον ουρανό, σαν μια επίκληση προς
τον Θεό να τον θεραπεύσει γρήγορα. Είναι το μαλλί που θα γίνει η απόλυτη μόδα
σε Ιαπωνία και Κορέα, όπου διεξάγεται το Μουντιάλ εκείνη τη χρονιά, μολονότι ο Beckham είναι
εμφανώς εκτός φόρμας, λόγω του τραυματισμού του. Βασικά, οι trendy Ιάπωνες ακόμη έτσι κουρεύονται!
2002: Το ασχημόπαπο
Ή πώς ένα ωραίο κούρεμα σε
δείχνει χάλια, αν δεν το ανανεώσεις στην ώρα του...
2003: Η στέκα
Η επιστροφή στην φόρμα χρειάζεται
και μια έξτρα ένδειξη ότι ο David Beckham διανύει μια δεύτερη νιότη. Τι καλύτερο από ένα κούρεμα
σχεδόν παιδικό;
2003: Τα πλεξουδάκια
Δεύτερη απόδειξη ότι για κάθε
ωραίο κούρεμα, υπάρχει πάντα ένας τρόπος να το καταστρέψεις τελείως...
2004: Ποιος Curt Cobain;
Τό ‘φερε από εδώ, τό ‘φερε από
εκεί, τελικά αποφάσισε να το γυρίσει στην ροκ. 10 χρόνια μετά τον θάνατο του Curt Cobain, o David Beckham ξανακάνει
τον μακαρίτη μόδα, αντιγράφοντας το look του!
2004: Κοτσιδάκια
Όχι ένα κοτσιδάκι, σαν Σλοβάκος
στόπερ που παίζει στο γερμανικό πρωτάθλημα. Εδώ μιλάμε για τον David Beckham της
Ρεάλ Μαδρίτης. Και τα δύο λίγα είναι.
2005: Ανταύγειες ξανά
Το 2005 που άρχισε να
ξαναβρίσκεται πιο συχνά με τους Άγγλους συναδέλφους του, καθώς η Εθνική
ετοιμαζόταν για το Μουντιάλ του 2006, το ξαναγύρισε στο ποπίστικο βρετανικό «look του
καλού γιού», αφήνοντας κατά μέρος τις «ροκιές» της Μαδρίτης. Ναι, υποπτευόμαστε
ότι του κουρέματος επιμελήθηκε η μαμά...
2007: Ποιο μαλλί πάει με το
μαύρισμα;
Το 2007 ο David Beckham φεύγει
από την Μαδρίτη και πηγαίνει στο Λος Άντζελες για να παίξει στους LA Galaxy. Θα περίμενε κανείς να
υιοθετήσει το καλιφορνέζικο look
του άλουστου, γεμάτου αλάτι από το surf, κατάξανθου μακριού μαλλιού. Αλλά όχι. Ο Beckham ήταν
περήφανος για ένα νέο στοιχείο πάνω του περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα: για το
μαύρισμά του. Και δεν ήθελε ούτε μια περιττή τούφα να το κρύβει!
2009: Τhe Twilight Saga
Όταν βρεθείς στη Ρώμη, κάνε ό,τι
και οι Ρωμαίοι λένε. Και όταν βρεθείς στο LA, κάν’ το όπως στο Χόλιγουντ. Της μόδας είναι ο Robert Pattinson και
το Twilight και κάτι
τέτοια ο Beckham ξέρει πώς να τα χειριστεί σωστά.
2009: «Μού τα πήρε λίγο παραπάνω
κατά λάθος»
Για τρίτη φορά θα καταστρέψει ένα
ωραίο κούρεμα...
2010: Σας θυμίζει κάτι;
Είναι κάποια κρίση μέσης
(ποδοσφαιρικής) ηλικίας; Ή κάτι άλλο; Αν γυρίσετε πίσω 13 χρόνια, στο 1997, θα
ξαναδείτε ακριβώς το ίδιο look,
χωρίς το μούσι των τριών ημερών.
2011: Η φράντζα
Χρειάστηκε σχεδόν μια εικοσαετία
πειραματισμών στο μαλλί, αλλά τελικά τα κατάφερε. Στα 36 του, ο David Beckham πέτυχε
το πιο γοητευτικό look που είχε ποτέ. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως για να φθάσει
ως εκεί, χρειάστηκε την επιρροή των δύο πιο σημαντικών σχολών styling στον χώρο του ποδοσφαίρου. Παρ’
ότι παίκτης της LA Galaxy,
στην ουσία αγωνιζόταν για την Milan,
στην Ιταλία, ως δανεικός. Κι αν οι Καλιφορνέζοι ποδοσφαιριστές έχουν κάτι από
την λάμψη του Μαλιμπού, ξέρετε τι λένε για τους Ιταλούς συναδέλφους τους. Πιο
πολλή ώρα περνούν στα αποδυτήρια μπροστά στον καθρέπτη, παρά στο χορτάρι για
προθέρμανση, πριν από κάθε μεγάλο αγώνα...
2012: Το μοντέλο
Για τις ανάγκες της διαφήμισης
των εσωρούχων της H&M, ο David Beckham μένει σχεδόν γυμνός,
προκαλώντας και πάλι ρίγη συγκίνησης στις θαυμάστριές του. Το όλο αποτέλεσμα
όμως δεν θα ήταν το ίδιο, αν δεν συνοδευόταν από το κατάλληλο μαλλί. Μια λίγο
πιο μαζεμένη παραλλαγή του “look
2011”, τού προσδίδει ταυτόχρονα γοητεία και ωριμότητα.
12 Οκτ 2011
24 Ιουν 2011
Σόρι κιόλας, αλλά εγώ δεν καταλαβαίνω απολύτως τίποτε...

Συνομιλία του Γιώργου Τσακογιάννη (Α) με τον Νίκο Παντέλη (Β) όπως αναφέρεται στο πόρισμα που έχει διαρρεύσει στο διαδίκτυο.
Β: Οι δικοί σου δεν πατήσανε περιοχή.
Α: Και οι άλλοι ξηγηθήκανε καλά οι άλλοι, έτσι:
Β: Εγώ και στο ημίχρονο, λέω κοιτάξτε να δείτε μόλις θα σας κάνω νόημα θα ανοίξετε να φάτε γκολ. Εν ανάγκη εγώ είχα πει και του Σούλη, του λέω Γιώργο θα κάνεις ένα πέναλτι γιατί εσύ δεν είσαι στις κάρτες. Αλλά δε πιέσανε και καθόλου ρε Γιώργο.
Α: Ναι, ναι, ναι.
Β: Ούτε μαρκάρανε πίσω ούτε τίποτα. Τους είχες πει τίποτα εσύ.
Α: Οχι ρε Νίκο, τίποτα δεν είχα πει. Εγώ πήγα να κερδίσω αφού στο ''πα.
Β: Μα το είδα το ξέρω. Εγώ στο τέλος είπα και του Πιρούνια πρέπει να τον ευχαριστήσεις λέω το Γιώργο, κράτησε το λόγο του. Εγώ τώρα δεν του ''χα πει τίποτα, του λέω κράτησε τον λόγο του.
Α: Ο Πιρούνιας μου λέει παίξε κανονικά, ότι βρέξει ας κατεβάσει τώρα. Κι ο Πιρούνιας καλά τώρα...
Β: Καλά σου ξηγήθηκε.
Α: Είναι τώρα Νίκο να δούμε τι κάνουμε.
Β: Εσύ πρέπει να το πάρεις το παιχνίδι αυτό.
Β: Θα περιμένω από σένα για τον Περούκα, έτσι;
Α: Κι εσύ πάρε με.
Β: Να σε πάρω αύριο να στο θυμίσω;
Α: Οχι αύριο καλύτερα, άστο κανα δυο μέρες να συνέλθουμε.
Β: Την Τρίτη. Εντάξει ότι μου πεις εσύ.
Α: Νίκο δε σε παίρνω τηλέφωνο, λέω τώρα εκεί θα κάτσεις εκεί, καλύτερα τέτοιο ούτε να φανεί...
Β: Καλύτερα Γιώργο, να σου πω και κάτι; Καλύτερα που πήρες κάποιον άλλον, γιατί θα λέγανε ότι έγινε μαϊμουδιά και το ένα και το άλλο.
Α: Μα μου το ''πες.
Β: Εγώ εκεί μ' αυτό το μ... το ξέρω ότι δεν πρόκειται να πάρω λεφτά, αλλά μου ''χει αρχίσει το κλάμα κι ιστορίες.
Α: Κι εξηγήθηκε καλά και σήμερα αυτός.
Β: Ξηγήθηκε καλά, δεν έκανε...
Α: Γιατί μετά μου λέει μ... ότι γίνει μου λέει, εγώ τους είπα να μην τέτοιο, ότι γίνει, άμα το βάλει το ''βαλε, τι θα τους πω;
Β: Οχι, μίλησε και μπροστά μου, δεν υπήρχε περίπτωση να σου κάνει π... γιατί φώναξε το τερματοφύλακα, φώναξε το...
Α; Εντάξει άστο μη λέμε Νίκο.
(Τώρα μπορούν να πάρουν το αίμα τους πίσω όλοι όσους κορόιδευα όταν δεν καταλάβαιναν το "Ίνσέψιο")
27 Απρ 2011
Γιατί δεν αξίζει να πάρει το Champions League η Ρεάλ Μαδρίτης
Την τελευταία φορά που η Ρεάλ σήκωσε ένα Κύπελλο ήταν πριν μια βδομάδα. Αντίπαλός της ήταν και πάλι η Μπαρτσελόνα. Το βαρύτιμο τρόπαιο (sic) κατέληξε κάτω από το πούλμαν της ομάδας. Απόψε ξέρεις ποιον πρέπει να στηρίξεις. Ε;
16 Μαρ 2011
Ο καλλίτερος τερματοφύλακας στον κόσμο my ass!

Ήταν και αυτό (όπως κι αυτό) τόσο τέλειο ματς που η παγωμάρα μου από τον αποκλεισμό της λατρεμένης Μπάγερν διήρκησε λίγα μόνο λεπτά. Μετά έκανα σεξ. Μετά γέμισα ένα ποτήρι κρασί. Μετά κάθισα στον υπολογιστή να δω αν ανέβηκαν τα χρηματιστήρια ύστερα από το φρικιαστικό τους άνοιγμα σήμερα. Και μετά έβαλα να ακούσω We Are Enfant Terrible. Δες το κι έτσι: Όταν έχεις μπροστά σου ένα τέτοιο θέαμα επί μιάμιση ώρα, ε δεν είναι δυνατόν να μην σου φτιάχνει τη μέρα. Άσε τους άλλους να ψηφίζουν για τις καλλίτερες ταινίες της χρονιάς (τις ποιες;). Πραγματικό αριστούργημα που να διαρκεί περί τα 90 λεπτά, μόνο στα γήπεδα του Τσάμπιονς Λιγκ μπορείς πια να το βρεις. Κι αφού έφυγε από το παιχνίδι ο Μπάστιαν και η παρέα του, τώρα εύχομαι η κλήρωση να στείλει την Ίντερ πάνω στην άλλη αγαπημένη μου (από τα πέτρινα χρόνια κι από την εποχή του Αρντίλες ακόμη) ομάδα μου. Πάνω στην Τότεναμ. Κι ο Χάρης ο Ρέντναπ να σβήσει μια και καλή τα όνειρα του κάθε Λεονάρντο.
Α, κι επειδή στο ενδιάμεσο είδα και τα γκολ του άλλου ματς, Μάντσεστερ Γιουν. - Μαρσέιγ, τελικά είναι τεχνητό ή τεχνικό οφσάιντ;
(Και αυτό ήταν ό,τι πλησιέστερο σε καφριλίδικο, οπαδικό μήνυμα θα διαβάσεις ποτέ στο "Πο Πο Culture!")
24 Φεβ 2011
Τώρα στις Απόκριες, η Μπάγερν ντύνεται Ολυμπιακός

Πανηγύρισα χθες το βράδυ σε βαθμό αρχής βραχνιάσματος, με ένα ντεσιμπελάτο, παρατεταμένο «ναι» το γκολ του Μάριο Γκόμεζ στο ’90. Όχι επειδή «από τις γερμανικές, είμαι Μπάγερν». Ούτε επειδή μου χάρισε ένα χρυσαφένιο δίποντο, πολύτιμο όπλο για την σκληρή αρένα του anofelouCL (μη ρωτάς). Το καταχάρηκα γιατί δεν ήθελα να λήξει το ματς χωρίς τέρμα και να το θυμάμαι σαν «το πιο συναρπαστικό 0-0 που έχω δει τα τελευταία χρόνια». Θα χαμογελούσα με ικανοποίηση –και θα γλίτωνα το γδάρσιμο στις φωνητικές χορδές- ακόμη κι αν το γκολ στο τελευταίο λεπτό του αγώνα το κατάφερνε η Ίντερ. Μία εβδομάδα μετά το Άρσεναλ – Μπαρτσελόνα, που μού ξαναπέρασε με δωρεάν λούστρο τη συνήθη μου απάντηση («μόνο αγώνες του Champions League») στην ερώτηση αν βλέπω τηλεόραση, το χθεσινό ματς στο αφιλόξενα παγωμένο Μιλάνο ήταν το πιο όμορφο δώρο που μού έχει κάνει ποτέ το χαζοκούτι, έτσι που μού το παρέδωσε «γεμάτο», στο τέλος μιας σκατένιας μέρας (παρεμπιπτόντως, πολύ «βαρύς» ήταν ο Φεβρουάριος, τουλάχιστον για μένα...).
Περνούσα τόσο καλά παρακολουθώντας το, που στην αρχή σκέφτηκα ότι έφταιγε το εφέ της αποσιώπησης του βαρετού, δημοσιοϋπαλληλίστικου σχολιασμού από τον απεργούντα συνάδελφό μου στην ΕΡΤ. Η επένδυση με τους πραγματικούς ήχους του Τζουζέπε Μεάτσα αντί του συνήθους αμήχανου σπικάζ που παίρνεις ως αντάλλαγμα στην συνεισφορά σου μέσω του λογαριασμού της ΔΕΗ, ακουγόταν σαν γλυκιά σουίτα του Ντεμπισί. Σύντομα συνειδητοποίησα πως είναι η παραζάλη από το κονσέρτο του Φαν Χάαλ που με έκανε να γλυκαίνομαι τόσο. Και μαζί η συμφωνία του Λεονάρντο –και κυρίως τα σόλο του Ετό’ο- να μην κόψει τον ρυθμό ιστορικού rave party στα Οινόφυτα που έδινε ο Ρομπέν κι ο Ριμπερί στο ματς, αλλά να σηκωθεί και να χορέψει. Τουλάχιστον κάπως περισσότερο απ’ όσο επιτρέπει ένα παραδοσιακό, μιλανέζικο ταμπούρωμα.
Είναι αλήθεια ότι η πρώτη σύνδεση με το «ντέρμπυ του Σαββάτου» πήγε να μου μολύνει το μυαλό σχετικά νωρίς. Ήταν η στυλιστική παρατήρηση πως «η Μπάγερν ντύθηκε πάλι Ολυμπιακός». Την ξεπέρασα χαμογελώντας συγκαταβατικά στον εαυτό μου που συνεχίζει να σκέπτεται τέτοιες χαζομαρίτσες αποκριάτικα κι επικεντρώθηκα στην παρατήρηση του νέου μου πουλέν (Μπάστιαν Σβαϊνστάιγκερ δεν είσαι πια ο μόνος Γερμανός Θεός μου), του «σούταρε μού από το μισό μέτρο με όλη σου τη δύναμη σε όποια γωνία θες, εγώ θα προλάβω να τιναχτώ και να το πιάσω» Τόμας Κραφτ.
Όταν πια τέλειωσε ο αγώνας και σηκώθηκα από τον καναπέ με αυτό το γεμάτο σε διάρκεια ρίγος ικανοποίσης που απολαμβάνεις σε περιπτώσεις εξαιρετικού σεξ, δοκιμής ενός απίθανου grand-cru ή άλματος χωρίς πτώση με το windsurf πάνω από ένα δίμετρο κύμα, γύρισα στην Β. και τής είπα «τέτοιο ποδόσφαιρο μάλιστα, να κάτσω να το δω». Υπονοούσα τον δικό της ψυχαναγκασμό να παρακολουθήσει από την αρχή μέχρι το τέλος τον αγώνα του Σταδίου Καραϊσκάκη πριν πέντε μέρες. «Δεν θα καταλάβεις ποτέ», μου απάντησε απαξιωτικά. Μάλλον δεν θα καταλάβω ποτέ. Ίσως γιατί εγώ μιλάω για ένα ποδόσφαιρο. Κι εκείνη εννοούσε ένα άλλο ποδόσφαιρο. Το Σάββατο είδα τα καπνογόνα, περίμενα υπομονετικά ως την σέντρα, άντεξα το πρώτο επτάλεπτο μπάλας σε slow motion και μετά αποσύρθηκα στο γραφείο μου, σε ένα δικό μου ποδοσφαιρικό σύμπαν όπου οι Young Boys που διευθύνω στο Football Manager κατάφερναν να αποσπάσουν ισοπαλία από την (Πρωταθλήρια Ευρώπης την προηγούμενη σεζόν) Λίβερπουλ στους ομίλους του Champions League. Σηκωνόμουν μόνο για να δω τα γκολ. Όσα μέτρησαν κι όσα ακυρώθηκαν.
Όταν, βέβαια, σφύριξε ο φοβισμένος κ. Καλόπουλος το τριπλό σημάδι του ότι μπορούν πια οι εκσφενδονιστές κροτιδών να εισέλθουν στον αγωνιστικό χώρο για να καταφέρουν καμμιά κλωτσιά κι εκείνοι, δεν άντεξα να μη ρίξω κι εγώ τη ματιά μου στο «δυστύχημα» (με το οποίο πολύ εύστοχα παρομοιάζει ο Δημήτρης Θεοδωρόπουλος το ελληνικό ποδόσφαιρο στο υπέροχο κείμενό του στο OnSports.gr). Διάβασα αναλύσεις σε αθλητικά sites και blogs, απόλαυσα με σχετική ενοχή τον Πρόεδρο-φαινόμενο του Ολυμπιακού να δίνει ρεσιτάλ στο ρόλο του νταβατζή από μενίρ, έσπευσα να ψάξω τα πρωτοσέλιδα των «οπαδικών» εφημερίδων το επόμενο πρωί.
Δεν έχει νόημα να παραθέσω κι εγώ την άποψή μου για όσα έχουν ήδη καταπονήσει τα πληκτρολόγια των συναδέλφων και των απλών φιλάθλων την τελευταία εβδομάδα: για τους «στρατούς» των οπαδών, τους επαγγελματίες παράγοντες, τον πάντα σύμφωνο ΟΠΑΠ που υποτίθεται ότι δεν χρηματοδοτεί πια τον εμετό αυτό (αλλά που έχει γεμίσει τις φανέλες των ομάδων με προτροπή να κάνουν το... good.gr), τον παραλογισμό της φανατισμένης ρητορικής που βοηθάει στον χαβαλέ το γραφείου (πρωτοεπίπεδο χαβαλέ -το "βάλε το κόκκινο φουστάνι" που ακούστηκε με το που τέλειωσε το ματς, θα μπορούσε να είναι επιτυχημένο χιούμορ μόνο σε ένα φιλόξενο για την ευφυία περιβάλλον), αλλά που σταδιακά οδηγεί το κάζο προς τον «χαμένο» συνάδελφο σε αναμέτρηση α λα γουέστερν στη ρημαγμένη κουραδόπολη του ελληνικού ποδοσφαίρου, με τους γύπες να παραμονεύουν για το επόμενο ξεκοιλιασμένο πτώμα. Είναι πια μια συζήτηση που αφορά μόνο όσους συνεχίζουν να την κάνουν. Πώς η ελληνική τηλεόραση είναι εντελώς αυτοαναφορική και η μία εκπομπή απαντάει στην άλλη –χωρίς να έχουν οποιοδήποτε ενδιαφέρον να φέρουν στο μέσο τους νέο κοινό; Κάπως έτσι.
Αυτός που θέλει να συζητήσει για ποδόσφαιρο την τελευταία εβδομάδα, έχει να πει για το απίστευτο ματς της Ίντερ με την Μπάγερν –ακόμη και να μην ξέρει από μπάλα, δεν μπορεί να μην συγκινήθηκε από το θέαμα. Αυτός που θέλει να συζητήσει για «ποδόσφαιρο» με την έννοια που δίνουν στον όρο οι Έλληνες παράγοντες και οι ποτισμένοι με το ναρκωτικό του φανατισμού –ή οποιοδήποτε άλλο ναρκωτικό- βαστάζοι τους, ας το κάνει με τον επόμενο πρόθυμο να τον ακούσει. Και μετά ας βγάλουν τις σιδερογροθιές τους, να σπάσουν ο ένας το κεφάλι του άλλου. Σιγά σιγά, ο δυνατότερος θα σκοτώσει τον πιο αδύναμο, μετά τον επόμενο, μετά θα τον φάει κάποιος ακόμη δυνατότερος. Ευχής έργον θα είναι στο τέλος να μείνει μόνο ένας όρθιος. Και τότε, μόνος του, μην έχοντας πια με ποιον να τα βάλει, θα πάει ένα βράδυ ήρεμος να δει μια ταινία στο σινεμά, μια παράσταση στο θέατρο. Το «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ» ας πούμε...
3 Ιουλ 2010
Στιγμές από τα Μουντιάλ που θυμάμαι: 1986, Μεξικό #3 (Έλκιερ, Λάουντρουπ, Γιέσπερ Όλσεν και άλλα τέτοια)
Χάρηκα πολύ με τη σημερινή πρόκριση της Ουρουγουάης στα ημιτελικά του Μουντιάλ. Κυρίως γιατί η Ουρουγάη που έχω στο μυαλό μου είμαι μια χώρα που αποτελείται από losers -που δεν ξέρουν κιόλας να χάνουν. Αλλά και μια χώρα με ποδοσφαιρικές δάφνες σπάνιες, εκείνα τα τρόπαια του '30 και του '50 που ναι, είναι πανάρχαια και "άλλη μπάλα έπαιζαν τότε", αλλά ειδικά το δεύτερο, μέσα στο Μαρακανά της πιο πυρηνικής Βραζιλίας που είχε υπάρξει μέχρι τότε ήταν απόδειξη πως αυτός ο μικροσκοπικός λαός έχει κάτι αρχίδια νααααα, μετά συγχωρήσεως. Περίμενα κάποια στιγμή να αναφλεγεί το μείγμα μολότοφ που φτιάχνεται από όλο αυτό το σκουριασμένο μεγαλείο σε συνδυασμό με την ανάγκη αποτίναξης της ανικανότητας για μια σοβαρή εμφάνιση σε μεγάλο αγώνα. Και να που η ανάφλεξη γίνεται φέτος και το παρεάκι του τρισμέγιστου Λουίς Σουάρεζ ονειρεύεται τελικό και -γιατί όχι;- τρίτο τίτλο.
Πίσω στο Μεξικό του 1986, όμως, και το λόγο που λυπόμουν μέχρι προσφάτως τους Ουρουγουανούς. Στις 4 Ιουνίου, η ομάδα του Χόρχε Μπάριος έπαιξε με τους φιναλίστ στη συνέχεια Δυτικογερμανούς και απέσπασε ένα αξιοπρεπέστατο 1-1. Στον όμιλο είχαν ακόμη τη Δανία και την Σκωτία, οπότε το να ξεκινάς με ισοπαλία κόντρα στους φιναλίστ (και) του προηγούμενου Μουντιάλ σήμαινε ότι ήσουν έτοιμος για μεγάλα πράγματα. Μπα... Τέσσερις μέρες αργότερα, στο Νεζαχουακογιότλ (την πόλη που ακόμη και σήμερα -στο παγκόσμιο κύπελλο της Αφρικής και των κουλών ονομάτων- παραμένει ο χειρότερος γλωσσοδέτης των σπορτκάστερ) η Ουρουγουάη διασυρόταν από τη Δανία του Μόρτεν Όλσεν. Που τότε ήταν παίκτης, βέβαια, γέροντας όπως και σήμερα, 37 ετών παλικάρι, αλλά είχε για παρέα κάτι μαγικά πιτσιρίκια σαν τον Μίκαελ Λάουντρουπ, τον αδελφό του, Γιέσπερ Όλσεν, τον Γιαν Μέλμπι και τον κάπως μεγαλύτερο (31 τότε) Πρέμπεν Έλκιερ Λάρσεν (όπως λέμε Γιάννεν Αγγελοπούλερ Δασκαλάκεν). Στο τέλος της ημέρας η Δανία μετρούσε 6 και η Ουρουγάη 1. Βατερλό. Ο κόσμος παραμιλούσε για το επιθετικό ταλέντο των Δανών. Εγώ ασχολιόμουν με κάτι άλλο...
Η εμφάνιση της εθνικής Δανίας του 1986 παραμένει μέχρι και σήμερα η πιο όμορφη εμφάνιση που φορέθηκε ποτέ σε ποδοσφαιρικό γήπεδο. Τους χάζευα με το στόμα ανοικτό να σκοράρουν το ένα γκολάκι μετά το άλλο και δεν ήθελα το παραμύθι αυτό να τελειώσει, γιατί είχα μείνει εντελώς μαλάκας με το μισό ριγέ, μισό γεμάτο κόκκινο, με αντίθετο σχέδιο στο μανίκι και αντίθετο και στο σορτσάκι. Εντάξει, σήμερα μοιάζει λίγο με τη στολή του καρνάβαλου, αλλά τότε ήμασταν μέσα στη μέση των '80s. Ήταν λέμε η απόλυτη εμφάνιση! Και ήταν και Hummel. Μια μάρκα παντελώς άγνωστη που επειδή ήμουν έξυπνος ως μαθητής δημοτικού, φανταζόμουν -και καλά έκανα- ότι ήταν δανέζικη εταιρεία και η εθνική ομάδα ήθελε να δείξει πίστη στα τοπικά προϊόντα (λογικά τα walkman τους έφεραν ακουστικά Bang & Olufsen και οι βέρες όσων από εκείνους ήταν παντρεμένοι, ήταν Georg Jensen...)
H Δανία, παραδόξως, αφού καθάρισε Σκωτία (1-0) και Δυτική Γερμανία (2-0) στον όμιλο, εξαφανίστηκε στον επόμενο γύρο, με 5-1 από τους Ισπανούς, σε ένα ρεσιτάλ του Εμίλιο Μπουντραγκένιο που έβαλε τέσσερα γκολ. Είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι ο λόγος για τον διασυρμό αυτόν ήταν ότι οι Δανοί δεν φόρεσαν την φανταστική σούπερ φοβερή εμφάνισή τους (γιατί έβαλαν τα κόκκινα οι Ισπανοί), αλλά αναγκάστηκαν να παίξουν με λευκά.
Τέλος πάντων, η πρώτη μου αγορά μετά το Μουντιάλ ήταν μια Δανία στο Subbuteo με την θεϊκή στολή. Ήταν η πιο πολυπαιγμένη από όλες μου τις ομάδες -και είχα πολλές. Για την ιστορία, η Ουρουγουάη τελικά κατάφερε να περάσει στον επόμενο γύρο, ως τρίτη από τον όμιλο (περνούσαν τότε οι 4 καλλίτερες από τις 6 τρίτες) χάρη σε μία ακόμη ισοπαλία κόντρα στους Σκώτους, και στους "16" αποκλείστηκε από την Αργεντινή του Μαραντόνα. Φέτος μπορεί να πάει την εκδίκησή της. Στον τελικό...
Από εκείνο το Μουντιάλ, θυμάμαι έντονα μερικά πράγματα ακόμη. Όπως το ότι στα προημιτελικά, τα 3 από τα 4 ματς πήγαν στα πέναλτυ. Στα δύο πέρασαν οι αγαπημένες μου ομάδες. Η μεγάλη Γαλλία κέρδισε τους Βραζιλιάνους (με τον Σώκρατες και τον Πλατινί να αστοχούν) και το Βέλγιο τους μισητούς Ισπανούς που είχαν διασύρει την ομάδα με την τέλεια φανέλα. Στον τρίτο, οι διοργανωτές Μεξικανοί του Χιούγκο Σάντσες και του τωρινού τους κόοουτς Χαβιέ Αγκίρε, είχαν δώσει ρεσιτάλ αστοχίας κόντρα στους Δυτικογερμανούς (σκόραρε το πρώτο ο Νεγκρέτε, έχασαν τα δύο επόμενα ο Κιράρτε και ο Σερβίν και βέβαια οι άλλοι δεν έχασαν ούτε ένα) και πολύ είχα λυπηθεί. Στον τέταρτο προημιτελικό έπαιζαν οι Αργεντινοί με τους Άγγλους. Εκείνο το ματς, και να μην το είχα δει τότε, θα ήταν αδύνατον να μην το θυμάμαι...
Παραδόξως, δεν έχω αναμνήσεις από τους ημιτελικούς, ίσως γιατί δεν ήθελα με τίποτε να δεχθώ ότι η πολυαγαπημένη μου Γαλλία ξανααποκλειόταν από τους Γερμανούς και δεν πήγαινε στον τελικό, αλλά θυμάμαι πολύ καλά τον μεγάλο τελικό. Ήμουν σε ένα εστιατόριο στις Μένητες της Άνδρου, είχαμε φάει πίτσα, οι μεγάλοι έπιναν κρασί κι έλεγαν τα δικά τους, εγώ ζήτησα από τον ιδιοκτήτη να μου ανοίξει την τηλεόραση. Όταν στο '80 ο Ρούντι Φέλερ ισοφάρισε σε 2-2, το γλέντι έπαυσε για λίγο και μαζεύτηκαν όλες οι ηλικίες πίσω μου. Τρία λεπτά αργότερα, μια μαγική μπαλιά του Μαραντόνα, πίσω από τη σέντρα, στον κενό χώρο που έτρεχε ο Μπουρουσάγα φάτσα με τον Σουμάχερ τους έστειλε όλους πίσω με ένα χαμόγελο. 3-2. Η τάξη είχε αποκατασταθεί.
Πίσω στο Μεξικό του 1986, όμως, και το λόγο που λυπόμουν μέχρι προσφάτως τους Ουρουγουανούς. Στις 4 Ιουνίου, η ομάδα του Χόρχε Μπάριος έπαιξε με τους φιναλίστ στη συνέχεια Δυτικογερμανούς και απέσπασε ένα αξιοπρεπέστατο 1-1. Στον όμιλο είχαν ακόμη τη Δανία και την Σκωτία, οπότε το να ξεκινάς με ισοπαλία κόντρα στους φιναλίστ (και) του προηγούμενου Μουντιάλ σήμαινε ότι ήσουν έτοιμος για μεγάλα πράγματα. Μπα... Τέσσερις μέρες αργότερα, στο Νεζαχουακογιότλ (την πόλη που ακόμη και σήμερα -στο παγκόσμιο κύπελλο της Αφρικής και των κουλών ονομάτων- παραμένει ο χειρότερος γλωσσοδέτης των σπορτκάστερ) η Ουρουγουάη διασυρόταν από τη Δανία του Μόρτεν Όλσεν. Που τότε ήταν παίκτης, βέβαια, γέροντας όπως και σήμερα, 37 ετών παλικάρι, αλλά είχε για παρέα κάτι μαγικά πιτσιρίκια σαν τον Μίκαελ Λάουντρουπ, τον αδελφό του, Γιέσπερ Όλσεν, τον Γιαν Μέλμπι και τον κάπως μεγαλύτερο (31 τότε) Πρέμπεν Έλκιερ Λάρσεν (όπως λέμε Γιάννεν Αγγελοπούλερ Δασκαλάκεν). Στο τέλος της ημέρας η Δανία μετρούσε 6 και η Ουρουγάη 1. Βατερλό. Ο κόσμος παραμιλούσε για το επιθετικό ταλέντο των Δανών. Εγώ ασχολιόμουν με κάτι άλλο...
Η εμφάνιση της εθνικής Δανίας του 1986 παραμένει μέχρι και σήμερα η πιο όμορφη εμφάνιση που φορέθηκε ποτέ σε ποδοσφαιρικό γήπεδο. Τους χάζευα με το στόμα ανοικτό να σκοράρουν το ένα γκολάκι μετά το άλλο και δεν ήθελα το παραμύθι αυτό να τελειώσει, γιατί είχα μείνει εντελώς μαλάκας με το μισό ριγέ, μισό γεμάτο κόκκινο, με αντίθετο σχέδιο στο μανίκι και αντίθετο και στο σορτσάκι. Εντάξει, σήμερα μοιάζει λίγο με τη στολή του καρνάβαλου, αλλά τότε ήμασταν μέσα στη μέση των '80s. Ήταν λέμε η απόλυτη εμφάνιση! Και ήταν και Hummel. Μια μάρκα παντελώς άγνωστη που επειδή ήμουν έξυπνος ως μαθητής δημοτικού, φανταζόμουν -και καλά έκανα- ότι ήταν δανέζικη εταιρεία και η εθνική ομάδα ήθελε να δείξει πίστη στα τοπικά προϊόντα (λογικά τα walkman τους έφεραν ακουστικά Bang & Olufsen και οι βέρες όσων από εκείνους ήταν παντρεμένοι, ήταν Georg Jensen...)H Δανία, παραδόξως, αφού καθάρισε Σκωτία (1-0) και Δυτική Γερμανία (2-0) στον όμιλο, εξαφανίστηκε στον επόμενο γύρο, με 5-1 από τους Ισπανούς, σε ένα ρεσιτάλ του Εμίλιο Μπουντραγκένιο που έβαλε τέσσερα γκολ. Είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι ο λόγος για τον διασυρμό αυτόν ήταν ότι οι Δανοί δεν φόρεσαν την φανταστική σούπερ φοβερή εμφάνισή τους (γιατί έβαλαν τα κόκκινα οι Ισπανοί), αλλά αναγκάστηκαν να παίξουν με λευκά.
Τέλος πάντων, η πρώτη μου αγορά μετά το Μουντιάλ ήταν μια Δανία στο Subbuteo με την θεϊκή στολή. Ήταν η πιο πολυπαιγμένη από όλες μου τις ομάδες -και είχα πολλές. Για την ιστορία, η Ουρουγουάη τελικά κατάφερε να περάσει στον επόμενο γύρο, ως τρίτη από τον όμιλο (περνούσαν τότε οι 4 καλλίτερες από τις 6 τρίτες) χάρη σε μία ακόμη ισοπαλία κόντρα στους Σκώτους, και στους "16" αποκλείστηκε από την Αργεντινή του Μαραντόνα. Φέτος μπορεί να πάει την εκδίκησή της. Στον τελικό...
Από εκείνο το Μουντιάλ, θυμάμαι έντονα μερικά πράγματα ακόμη. Όπως το ότι στα προημιτελικά, τα 3 από τα 4 ματς πήγαν στα πέναλτυ. Στα δύο πέρασαν οι αγαπημένες μου ομάδες. Η μεγάλη Γαλλία κέρδισε τους Βραζιλιάνους (με τον Σώκρατες και τον Πλατινί να αστοχούν) και το Βέλγιο τους μισητούς Ισπανούς που είχαν διασύρει την ομάδα με την τέλεια φανέλα. Στον τρίτο, οι διοργανωτές Μεξικανοί του Χιούγκο Σάντσες και του τωρινού τους κόοουτς Χαβιέ Αγκίρε, είχαν δώσει ρεσιτάλ αστοχίας κόντρα στους Δυτικογερμανούς (σκόραρε το πρώτο ο Νεγκρέτε, έχασαν τα δύο επόμενα ο Κιράρτε και ο Σερβίν και βέβαια οι άλλοι δεν έχασαν ούτε ένα) και πολύ είχα λυπηθεί. Στον τέταρτο προημιτελικό έπαιζαν οι Αργεντινοί με τους Άγγλους. Εκείνο το ματς, και να μην το είχα δει τότε, θα ήταν αδύνατον να μην το θυμάμαι...
Παραδόξως, δεν έχω αναμνήσεις από τους ημιτελικούς, ίσως γιατί δεν ήθελα με τίποτε να δεχθώ ότι η πολυαγαπημένη μου Γαλλία ξανααποκλειόταν από τους Γερμανούς και δεν πήγαινε στον τελικό, αλλά θυμάμαι πολύ καλά τον μεγάλο τελικό. Ήμουν σε ένα εστιατόριο στις Μένητες της Άνδρου, είχαμε φάει πίτσα, οι μεγάλοι έπιναν κρασί κι έλεγαν τα δικά τους, εγώ ζήτησα από τον ιδιοκτήτη να μου ανοίξει την τηλεόραση. Όταν στο '80 ο Ρούντι Φέλερ ισοφάρισε σε 2-2, το γλέντι έπαυσε για λίγο και μαζεύτηκαν όλες οι ηλικίες πίσω μου. Τρία λεπτά αργότερα, μια μαγική μπαλιά του Μαραντόνα, πίσω από τη σέντρα, στον κενό χώρο που έτρεχε ο Μπουρουσάγα φάτσα με τον Σουμάχερ τους έστειλε όλους πίσω με ένα χαμόγελο. 3-2. Η τάξη είχε αποκατασταθεί.
22 Ιουν 2010
16 Ιουν 2010
14 Ιουν 2010
Allez les Bleus

Ομορφή μου Μαριάν,
ο ψυχαναγκαστικός μου εαυτός προσπαθεί ήδη να αποδράσει από ένα εφιαλτικό σενάριο εθνικής προδοσίας. Αυτό που καραδοκεί στη φάση των «16» του φετινού Μουντιάλ, στις 26 Ιουνίου. Μνήμες από το Euro 2004 βασανίζουν το φιλογαλλικό μου είναι και απειλούν να μου στερήσουν το δικαίωμα να υποστηρίξω με όλη μου την καρδιά την ομάδα που αγαπώ. Αν τα καταφέρει ο Ρεχάγκελ, κόντρα σε κάθε Μέσι, σε κάθε παραπάνω χιλιόμετρο που θα έχει τρέξει και ο πιο τεμπέλης Κορεάτης, σε κάθε επιθετική τρίαινα των Νιγηριανών; Αν η Ελλάδα περάσει και πέσει πάλι πάνω στη Γαλλία; Γιατί να υποστώ αυτό το άγχος; Οταν διάλεγα ομάδα για να παθιάζομαι μαζί της στις διεθνείς διοργανώσεις, η δική μας Εθνική ούτε καν φαντασιωνόταν μουντιαλικά ή euroμεγαλεία. Εμείς ήμασταν Αλκέτας και Αρδίζογλου, εσείς Πλατινί και Παρκ ντε Πρενς, σύμπαντα εκ διαμέτρου αντίθετα, η υποστήριξη σ’ εσάς επιλογή, σ’ εμάς γραφικότητα. Στη Γαλλία ορκίστηκα αιώνια πίστη. Τώρα όλα είναι μπερδεμένα, η λογική μπλέκει με το συναίσθημα - κι αν για τους πανηγυρισμούς του 2004 απεδείχθην τελικώς μετά Χριστόν προφήτης, σήμερα δεν είμαι σίγουρος πως αντέχω κι άλλη ασέλγεια επί του σπορ... Μα τι σου γράφω;
Ο λόγος που επικοινωνώ μαζί σου είναι απλός. Να με απαλλάξεις από τις τύψεις τού να υποστηρίξω Γαλλία, αν τελικά το απευκταίο σενάριο επιβιώσει της λογικής. Στο φανταστικό σύμπαν ετούτης της σελίδας, όπου εκπάγλου καλλονής διασημότητες συγχρωτίζονται συχνότερα και στενότερα απ’ ό,τι θα επέτρεπε ακόμη και μια κάποια επαγγελματική τυχαιότητα με ταπεινούς συντάκτες ανδρικών περιοδικών, μια κοινή μας έξοδος στο Chacha ή απλώς ένα brunch στο αίθριο του Hotel Costes εκείνο το Σάββατο, στις 26 του μηνός, θα δικαιολογούσε τα πάντα. Τα χαμόγελά μου σε ένα ενδεχόμενο γκολ του Ριμπερί θα προκαλούσαν αισθητά λιγότερο, θα περνούσαν σχεδόν απαρατήρητα, αν δίπλα τους έλαμπε η δική σου ευχαρίστηση, αν το σμαράγδι των ματιών σου φεγγοβολούσε με τον γνωστό ακατανίκητο τρόπο του. Στο φανταστικό βιντεοκλίπ ετούτης της στήλης, το πιο αναγνωρίσιμο γαλλικό πρόσωπο από τότε που ο Ζινεντίν Ζιντάν εγκατέλειψε την καθημερινότητά μας με τόσο επεισοδιακό τρόπο θα μου έπιανε με αγωνία το χέρι λίγο πριν από το πέναλτι, φορτώνοντας μούδιασμα στο νευρικό μου σύστημα. Και θα έτριβε με αυτάρεσκη αυθάδεια τις πιο όμορφες γάμπες του Λίγηρα στα ταλαιπωρημένα απ’ τα αγριωπά 5x5 καλάμια μου, σε κάθε χαμένη ευκαιρία του Γκέκα και του Σαλπιγγίδη. Ποιος Λεωνίδας, ποιος ορκισμένος Μεγαλέξανδρος δεν θα με δικαιολογούσε αν σου τραβούσα τα μαλλιά, γύριζα τ’ ασθενικά χείλη σου σε μια ευθεία απέναντι απ’ τα δικά μου κι έσπρωχνα ένα παθιασμένο δάγκωμα στον -καμβά για ευφάνταστες μελανιές- λευκό λαιμό σου, την ώρα που θα πανηγύριζε ένα γκολ ο Μαλουντά;
Θα μπορούσες, βέβαια, να μένεις ατάραχη μπροστά σε όλα αυτά. Τυπική Γαλλίδα της προ ’98 εποχής. Ησουν κι εσύ εννιά ετών, ακριβώς όσο κι εγώ -27 μέρες παραπάνω από σένα μετράω-, όταν κερδίζατε τον πρώτο σας τίτλο, εκείνον του Euro του ’84, με την ομάδα που ερωτεύτηκα, Πλατινί, Ζιρές, Αμορός, Τιγκανά, Φερναντές, Μπατς, Ροστό, Στοπιρά, Μπελόν... Και τον πανηγυρίζατε εντελώς τυπικά, κλασικοί Γάλλοι, μ’ ένα μπορντολέζικο Grand Cru ή ένα ταπεινό Μποζολέ, ό,τι περίσσευε στην κάβα, και μπόλικη κουβέντα για σινεμά, μόδα και ακορντεόν. Αλλά δεν θα το κάνεις. Γιατί σήμερα πρωταγωνιστείς στις φανταστικές λήψεις του φανταστικού παπαράτσι αυτού του τεύχους. Που, αν το ξεφυλλίσεις, θα διαπιστώσεις ότι δεν φιλοξενεί καμία άλλη.
Λοιπόν; Θα μου προσφέρεις -ως ανταπόδοση για την αποκλειστικότητα- α λα True Blood το λαιμό σου;
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
(Exitorial, GK - Ιούνιος 2010)
11 Ιουν 2010
Μουντιάλ χωρίς Panini δεν γίνεται
Μη λέμε και ξαναλέμε τα ίδια. Μουντιάλ χωρίς Panini δεν γίνεται. Ιδού και η μίνι συνέντευξη του Homo Ludens στον Σταύρο Διοσκουρίδη, για τη Lifo της 10ης Ιουνίου:Καλά, τα δεκάχρονα δεν μαζεύουν χαρτάκια;
Ως επτάχρονος ξεκίνησα. Μερικές φορές παραμένεις στην ίδια ηλικία για τριάντα χρόνια.
Πόσα λεφτά χρειάζεται για να το γεμίσεις;
Με €120 ξεκίνησα φέτος και ακόμη δεν το έχω γεμίσει.
Ποιο είναι το κόλπο;
Να πάρεις δύο άλμπουμ και να αγοράσεις τρεις κούτες. Έτσι θα σου μείνουν τρία τέσσερα κενά.
Υπάρχει κάποιος μυστικός μηχανισμός ώστε να δημιουργούνται σπάνια χαρτάκια;
Κάποτε σπάνιοι ήταν οι καλοί παίκτες. Δεν έβρισκες ποτέ τον Μαραντόνα. Τώρα το έχουν κάνει ανάποδα. Βρίσκεις πεντακόσιες φορές τον Μέσι.
Είναι σκόπιμο αυτό;
Το disclaimer σε κάθε άλμπουμ διαβεβαιώνει πως δεν υπάρχουν σπάνια χαρτάκια. Στο «Mexico '86» έχει γίνει ένα τρομερό τυπογραφικό λάθος, αφού γράφει πως «οι συλλογές δεν συμπληρώνονται πάντα».
Μερικές φορές οι συνθέσεις δεν είναι άλλα αντ' άλλων;
Ναι! Για παράδειγμα στο άλμπουμ «Ιταλία '90» δεν υπήρχε ο Τότο Σκιλάτσι (πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης). Αντ' αυτού, στο νούμερο 55 υπήρχε ο Αντρέα Καρνεβάλε της Νάπολι.
Τι έχει αλλάξει από το 1982 σε φυσιογνωμικό επίπεδο;
Τότε είχαμε πολλά μουστάκια. Μια μικρή αναβίωση έγινε το 1994 με την ιστορική μορφή του Νίκου Τσιαντάκη. Μετά «καρφάκια», βαψομαλλιάδες και σκουλαρίκια. Παλιά οι Αφρικανοί ήταν κάτι μικρές μαύρες μουτσούνες, δύο δύο σ' ένα χαρτάκι, και δεν μπορούσες να τους ξεχωρίσεις. Τώρα που είναι πολλές οι αφρικάνικες ομάδες, δίνουν ένα ιδιαίτερο χρώμα.
Κανένα ευτράπελο;
Στο άλμπουμ «Γαλλία '98» άργησαν να φωτογραφίσουν την ομάδα του Ιράν, με αποτέλεσμα να κάνεις αιτήσεις στο site τους για να τα πάρεις δύο μήνες μετά το Μουντιάλ. Το άλμπουμ μου είναι συμπληρωμένο, αλλά στη σελίδα 49 δεν υπάρχει ούτε ένας παίκτης.
Πού έχεις φτάσει για ένα χαρτάκι;
Έχω ανταλλάξει 300 διπλά για έναν παίκτη.
Το καλό σημείο ποιο είναι;
Η διαδικασία του μαζέματος και μετά η ανταλλαγή. Μετά δεν υπάρχει κανένας άλλος λόγος να κοιτάξεις το άλμπουμ.
Ως επτάχρονος ξεκίνησα. Μερικές φορές παραμένεις στην ίδια ηλικία για τριάντα χρόνια.
Πόσα λεφτά χρειάζεται για να το γεμίσεις;
Με €120 ξεκίνησα φέτος και ακόμη δεν το έχω γεμίσει.
Ποιο είναι το κόλπο;
Να πάρεις δύο άλμπουμ και να αγοράσεις τρεις κούτες. Έτσι θα σου μείνουν τρία τέσσερα κενά.
Υπάρχει κάποιος μυστικός μηχανισμός ώστε να δημιουργούνται σπάνια χαρτάκια;
Κάποτε σπάνιοι ήταν οι καλοί παίκτες. Δεν έβρισκες ποτέ τον Μαραντόνα. Τώρα το έχουν κάνει ανάποδα. Βρίσκεις πεντακόσιες φορές τον Μέσι.
Είναι σκόπιμο αυτό;
Το disclaimer σε κάθε άλμπουμ διαβεβαιώνει πως δεν υπάρχουν σπάνια χαρτάκια. Στο «Mexico '86» έχει γίνει ένα τρομερό τυπογραφικό λάθος, αφού γράφει πως «οι συλλογές δεν συμπληρώνονται πάντα».
Μερικές φορές οι συνθέσεις δεν είναι άλλα αντ' άλλων;
Ναι! Για παράδειγμα στο άλμπουμ «Ιταλία '90» δεν υπήρχε ο Τότο Σκιλάτσι (πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης). Αντ' αυτού, στο νούμερο 55 υπήρχε ο Αντρέα Καρνεβάλε της Νάπολι.
Τι έχει αλλάξει από το 1982 σε φυσιογνωμικό επίπεδο;
Τότε είχαμε πολλά μουστάκια. Μια μικρή αναβίωση έγινε το 1994 με την ιστορική μορφή του Νίκου Τσιαντάκη. Μετά «καρφάκια», βαψομαλλιάδες και σκουλαρίκια. Παλιά οι Αφρικανοί ήταν κάτι μικρές μαύρες μουτσούνες, δύο δύο σ' ένα χαρτάκι, και δεν μπορούσες να τους ξεχωρίσεις. Τώρα που είναι πολλές οι αφρικάνικες ομάδες, δίνουν ένα ιδιαίτερο χρώμα.
Κανένα ευτράπελο;
Στο άλμπουμ «Γαλλία '98» άργησαν να φωτογραφίσουν την ομάδα του Ιράν, με αποτέλεσμα να κάνεις αιτήσεις στο site τους για να τα πάρεις δύο μήνες μετά το Μουντιάλ. Το άλμπουμ μου είναι συμπληρωμένο, αλλά στη σελίδα 49 δεν υπάρχει ούτε ένας παίκτης.
Πού έχεις φτάσει για ένα χαρτάκι;
Έχω ανταλλάξει 300 διπλά για έναν παίκτη.
Το καλό σημείο ποιο είναι;
Η διαδικασία του μαζέματος και μετά η ανταλλαγή. Μετά δεν υπάρχει κανένας άλλος λόγος να κοιτάξεις το άλμπουμ.
26 Μαΐ 2010
Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου
Πιο κοφτερό απ' το "Babel", πιο δραματικό από τα "21 γραμμάρια", με πιο διάσημους πρωταγωνιστές από το "Amores Perros", το τρίλεπτο ταινιάκι που γύρισε ο Ινιαρίτου για τη Nike εν όψει Μουντιάλ και με το οποίο έπαθες πλάκα στο διάλειμμα του τελικού του Champions League είναι η καλλίτερη δουλειά του μέχρι σήμερα...
Θα βρεις κι άλλα εδώ:
Από τότε που ανακαλύφθηκε το youtube χάθηκε το φιλότιμο,
Ποδόσφαιρο,
Σινεμασκόπ,
Σπορτέξ,
Ώρα για Μουντιάλ
21 Μαΐ 2010
Μου είναι αδύνατον να μην το αναδημοσιεύσω...

Η (εορτάζουσα) Ελένη Μπίστικα αφιερώνει μισή σελίδα του Τήλεφου στην κατάκτηση του Κυπέλλου Τύπου από την "Καθημερινή". (Κλικ στην εικόνα για να διαβάσεις το κείμενο)
17 Μαΐ 2010
Το Κύπελλο σηκώσαμε μέσα στη Λεωφόρο...
Μετά από μια γραφική βραδιά στη συναυλία των Κόρε Ύδρο, θα ήταν κρίμα η επόμενη ημέρα να κυλούσε σε άλλους ρυθμούς. Στο γήπεδο πήγα κομμάτια (πολύ αλκοόλ -μετά τους Κόρε Ύδρο πήγα και σε ένα τέλειο πάρτυ) και αργοπορημένος, αλλά έτσι κι αλλιώς περίμενα ότι θα γυαλίσω τον πάγκο (δεν τον γυάλισα, με σήκωσε από νωρίς, αλλά τελικά εξάντλησε όλες του τις αλλαγές περίπου την ώρα που είχα ανεβάσει 200 σφιγμούς από την εφιαλτική ημίωρη και βάλε προθέρμανση υπό 28 βαθμούς κελσίου και ετοιμαζόμουν να ζητήσω έλεος). Το ματς ήταν συναρπαστικό. Στο 30' κερδίζαμε ήδη 3-0 τον Ant1, εκμεταλλευόμενοι τα νειάτα μας και το ότι το γήπεδο ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτά που έχουμε συνηθίσει να παίζουμε. Το κλισέ μιλάει για σταχτοπούτα. Το Σάββατο στη Λεωφόρο η Σταχτοπούτα φορούσε φωσφοριζέ κίτρινο με μαύρο (κανονικά φοράμε πορτοκαλί, αλλή η γραφικότητα θα ήταν μισή αν δεν κατεβαίναμε με νέα, επετειακή εμφάνιση, ειδικά για τον τελικό). Η Σταχτοπούτα ήταν η "Καθημερινή". Η ομάδα που δεν έχει τερματίσει 5 χρόνια τώρα πάνω από την 9η θέση στο Πρωτάθλημα Τύπου και που στα play-offs έφτανε το πολύ ως τους "οκτώ"... O Ant1 είχε τερματίσει 1ος φέτος στην κανονική διάρκεια του Πρωταθλήματος και σε επίσημο ματς δεν τον είχαμε νικήσει ποτέ. Το Σάββατο ο αγώνας έληξε 4-1.
Έχω πάρει άπειρα μετάλλια στη ζωή μου, πριν δέκα και βάλε χρόνια, όταν έκανα πρωταθλητισμό στον στίβο. Το σαββατιάτικο το απόλαυσα όσο λίγα -κι ας μην έπαιξα καν στο ματς. Ήταν η επιβράβευση μιας πεντάχρονης εμμονής που ως τώρα πλήρωσα με μια σπασμένη μύτη (ο γιατρός στο "Υγεία" μου την έκανε τελικά πιο ίσια κι απ' ότι ήταν πριν την κλωτσιά), άπειρα ξυπνήματα χαράματα Σαββάτου για να τρέχω από το Μαρούσι στο Ελληνικό ή την Ηλιούπολη και να παίξω τελικά ένα τεταρτάκι (στίβο έκανα, μπάλα δεν ξέρω, σπάνια έπαιξα βασικός σ' αυτή την ομάδα), δεκάδες ξεφτίλες τύπου 10-1 και 7-0 στα πρώτα, "άνδυρα" χρόνια μας, όταν ακόμη έκανα όλα τα σουτ με το μυτάκι.
Ναι, είναι εντελώς αστείο όλο αυτό. Γραφικό όσο λίγα. Αλλά δείξτε μου έναν άνθρωπο γύρω σας που να μην είναι γραφικός σε κάτι. Και μετά μπείτε στο blog της ομάδας και ετοιμαστείτε να ξεκαρδιστείτε στα γέλια (ειδικά με τα σχόλια) :)
Έχω πάρει άπειρα μετάλλια στη ζωή μου, πριν δέκα και βάλε χρόνια, όταν έκανα πρωταθλητισμό στον στίβο. Το σαββατιάτικο το απόλαυσα όσο λίγα -κι ας μην έπαιξα καν στο ματς. Ήταν η επιβράβευση μιας πεντάχρονης εμμονής που ως τώρα πλήρωσα με μια σπασμένη μύτη (ο γιατρός στο "Υγεία" μου την έκανε τελικά πιο ίσια κι απ' ότι ήταν πριν την κλωτσιά), άπειρα ξυπνήματα χαράματα Σαββάτου για να τρέχω από το Μαρούσι στο Ελληνικό ή την Ηλιούπολη και να παίξω τελικά ένα τεταρτάκι (στίβο έκανα, μπάλα δεν ξέρω, σπάνια έπαιξα βασικός σ' αυτή την ομάδα), δεκάδες ξεφτίλες τύπου 10-1 και 7-0 στα πρώτα, "άνδυρα" χρόνια μας, όταν ακόμη έκανα όλα τα σουτ με το μυτάκι.
Ναι, είναι εντελώς αστείο όλο αυτό. Γραφικό όσο λίγα. Αλλά δείξτε μου έναν άνθρωπο γύρω σας που να μην είναι γραφικός σε κάτι. Και μετά μπείτε στο blog της ομάδας και ετοιμαστείτε να ξεκαρδιστείτε στα γέλια (ειδικά με τα σχόλια) :)
UPDATE:
12 Μαΐ 2010
Στιγμές από τα Μουντιάλ που (ΔΕΝ) θυμάμαι: Τι φορούν καλέ οι Γάλλοι;
Στις 10 Ιουνίου του 1978, στο Μαρ ντε λα Πλάτα της Αργεντινής, η Γαλλία συναντούσε την Ουγγαρία σε ένα διεκπεραιωτικό ματς για τον Α' Όμιλο εκείνου του Μουντιάλ. Αμφότερες είχαν αποκλειστεί (από τον όμιλό τους πέρασαν η Ιταλία και η μετέπειτα πρωταθλήτρια Αργεντινή) και ο αγώνας ήταν μια καλή ευκαιρία για να πάρουν χρόνο συμμετοχής οι αναπληρωματικοί. Το '78 η αργεντίνικη τηλεόραση -και πολλές ακόμη, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής- μετέδιδε τους αγώνες σε ασπρόμαυρο, κάτι που σήμαινε πως αναγκαστικά σε κάθε ματς η μια από τις δύο ομάδες έπρεπε να φοράει λευκή ή, έστω, πολύ ανοικτού χρώματος εμφάνιση. Η Γαλλία είχε βάλει τη λευκή κόντρα στους Ιταλούς και τη μπλέ κόντρα στους Αργεντίνους (έχασε 1-2 και στα δύο ματς) και η Ουγγαρία την κόκκινη με τους Αργεντινούς (1-2) και τη λευκή με τους Ιταλούς (1-3).
Και των δύο ομάδων η "καλή" φανέλα ήταν εκείνη με το χρώμα οπότε θα περίμενε κανείς να δει είτε μπλε είτε κόκκινο εκείνο το απόγευμα στο γήπεδο. Κι όμως. Οι Ούγγροι εμφανίστηκαν με την "δεύτερη", ολόλευκη στολή τους, ενώ οι Γάλλοι έπαιξαν ντυμένοι κάτι σαν Σεντ Ετιέν (του Μισέλ Πλατινί, που έμεινε στον πάγκο στη διάρκεια του α΄ημιχρόνου) με το κάτω της "δεύτερης" στολής των bleus. Από ασυνεννοησία, οι δύο εθνικές πήγαν στο γήπεδο κουβαλώντας μόνο λευκές εμφανίσεις και χωρίς να έχουν φροντίσει να φέρουν -έστω η μία από τις δύο- και την "πρώτη" τους στολή. Οι Γάλλοι μπορεί να είχαν χρωματιστά σορτς και κάλτσες, αλλά θα ήταν αδύνατον να ξεχωρίζουν οι δύο ομάδες μέσα στο γήπεδο, αφού το πρώτο που βλέπει το μάτι του ποδοσφαιριστή είναι το στήθος του συμπαίκτη ή του αντιπάλου του...

Η λύση δόθηκε από έναν τοπικό όμιλο, την Ατλέτικο Κιμπερλέι, που διέθεσε ριγέ λευκές με πράσινο φανέλες στους διοργανωτές. Και ενώ θα περίμενε κανείς να τις φορέσουν οι Ούγγροι που είχαν το πράσινο στα εθνικά τους χρώματα, τελικά τις πήραν οι Γάλλοι. Προφανώς επειδή η φανέλα ήταν οικεία στους παίκτες της Σεντ Ετιέν που αποτελούσαν τη ραχοκοκκαλιά της υπέροχης εκείνης ομάδας (που το ΄78 ακόμη "ψηνόταν", αλλά το '82 και το '86 έπαιξε φανταστική μπάλα και έγινε -όπως έχω γράψει ουκ ολίγες φορές- η αγαπημένη μου εθνική ομάδα όλων των εποχών). Στην Σεντ Ετιέν τότε έπαιζε ο Μπατιστόν, ο Μπατεναί, ο Ροστό, ο Λοπέζ και αρκετοί ακόμη. Ο Πλατινί πήγε την επόμενη χρονιά. Το 1978, αν και είχε φτάσει πια τα 23 του, αγωνιζόταν ακόμη στη Νανσί.
Υ.Γ. Βλέποντας τα στιγμιότυπα στο YouTube συνειδητοποιώ ότι τελικά ήταν απλά κόλπο των Γάλλων. Με το ριγέ ζάλισαν τους Ούγγρους, που έκαναν τα πιο απίθανα λάθη στην άμυνα.
Θα βρεις κι άλλα εδώ:
Από τότε που ανακαλύφθηκε το youtube χάθηκε το φιλότιμο,
Ποδόσφαιρο,
Σπορτέξ,
Χαζοκούτι,
Ώρα για Μουντιάλ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





























