Οδηγούσαμε στην εθνική, ακούγοντας ό,τι καινούριο cd έπεσε στα χέρια μου φέτος - Gnarls Barkley, Sam Sparro, Coldplay, Last Shadow Puppets κ.ο.κ. Όταν ήρθε η ώρα για το "Anyone I Lay My Head" της Σκάρλετ Τζοχάνσον, η γυναίκα της ζωής μου κόντεψε να τρακάρει από τα γέλια. Άρχισα να ψελλίζω κάτι για overproduction και για τον τρόπο που φόρτωσαν τον ήχο με διάφορα μπλιμπλίκια και εφέ, θάβοντας την (εντάξει, όχι καλή) φωνή της, αναζητώντας επιχειρήματα εκεί όπου δεν υπάρχουν. "Είσαι ένας πραγματικός θαυμαστής", μού επεσήμανε. Ναι, ο αληθινός φαν είναι πάντα σε θέση να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Είναι ο τελευταίος που θα νιώσει προδομένος. Εγώ όμως είχα αποδείξεις. Είχα ήδη ακούσει τη Σκάρλετ να τραγουδά κανονικά, συνοδεία φιλαρμονικής ορχήστρας, ένα από τα πιο κλασικά τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ. Και τα πήγε μια χαρά. Την ακούς και αντιλαμβάνεσαι πώς η φωνή της κάνει μικρά, προσεκτικά, ελαφρώς αδέξια βήματα πάνω στη μελωδία, πώς συνδυάζει στην ερμηνεία της μια σχεδόν παιδική αθωότητα (σε τελική ανάλυση, για νανούρισμα πρόκειται - και η ηχογράφηση ήταν σε μια συλλογή από νανουρίσματα), με αυτήν την πηγαία, αβίαστη σεξουαλικότητα, που αναβλύζει από μέσα της χωρίς η ίδια να την κάνει ποτέ θέμα. Δοκιμάζει να κάνει λίγο scat singing, ψιθυρίζει, παίζει με την ιδέα του τραγουδιού και είναι εμφανές ότι το απολαμβάνει - σαν ένα κορίτσι μπροστά στον καθρέφτη, που φαντάζεται τον εαυτό του ως ντίβα του '40, αν υπάρχουν τέτοια κορίτσια.
Και μ' αυτήν την εκτέλεση, από την κατεξοχήν ηρωίδα του "Πο Πο Culture" ολοκληρώνεται με τον καλύτερο τρόπο ο κύκλος της ενότητας Summertime Sunday - ευτυχώς, έχω να πω, γιατί είχα βαρεθεί: για να είμαι ειλικρινής, το Summertime δεν είναι ένα από τα τραγούδια που αγαπώ ιδιαίτερα. Δεν είναι καν ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια του Γκέρσουιν. Ούτε φυσικά ένα από αυτά που θεωρώ κατεξοχήν καλοκαιρινά τραγούδια. Τις επόμενες μέρες, μέχρι να μπει για τα καλά το φθινόπωρο, θα αναρτήσω παραδείγματα και για τις δύο κατηγορίες.
υγ. Αυτό το τραγούδι το αφιερώνω στον συνάδελφο Ηλία Μαγκλίνη, που έχει σήμερα γενέθλια, όπως με πληροφορεί το Facebook - και ο οποίος τους τελευταίους μήνες έγραψε για το GK της Καθημερινής μια σειρά άρθρων αφιερωμένων στις Λολίτες, τις Femmes Fatales και τα Pin-Up. H Σκάρλετ, ως γνωστόν, είναι και τα τρία.
Τον καλύτερο αφορισμό για τις διαφορές της μαύρης από τη λευκή ποπ κουλτούρα τον έχω ακούσει από την πιο παράδοξη πηγή - τον κατακαμένο (μυαλό ναγκασάκι) σκηνοθέτη
«Μπορεί ποτέ από κάτι πραγματικά άσχημο να γεννηθεί κάτι πραγματικά όμορφο;» λέει ο θρύλος ότι ρώτησαν κάποτε τον Ντίζι Γκιλέσπι. «Έχω δυο λέξεις για απάντηση», φέρεται να είπε ο πιο παιχνιδιάρης, καλόκαρδος, ευρηματικός διασκεδαστής της τζαζ: «Σταν Γκετζ».
Αν μπορουσα αυτή τη στιγμή να διαλέξω ένα μουσικό όργανο για να μάθω να παίζω, αυτό θα ήταν το βιμπράφωνο - λατρεύω αυτό το κομψό, νηφάλιο κουδούνισμά του, τον τρόπο που ένα (φαινομενικά) απλό κρούσμα στα ελάσματά του μπορεί να προκαλέσει μια διάχυση συναισθημάτων, το ότι είναι ταυτόχρονα παιχνιδιάρικο και συγκρατημένο. Βέβαια, αν ήθελα να μάθω βιμπράφωνο, θα ήταν δύσκολο να προμηθευτώ ένα τέτοιο όργανο. Κι αν ακόμα αγόραζα, θα ήταν ακόμα πιο δύσκολο να βρω δάσκαλο. Θα έπρεπε να απευθυνθώ στον κ. Αλέκο Χρηστίδη, που ο άνθρωπος, δεν είναι η δουλειά του, κρουστά παίζει ο άνθρωπος στην Κρατική (και σε διάφορα τζαζ σχήματα), αλλά είναι ο μοναδικός στην Ελλάδα που ξέρει κάπως το όργανο - και είναι αυτός που πριν από καμιά δεκαριά χρόνια μπήκε στην επιτροπή υποτροφιών που συνεδρίαζε στο Νάκα και είπε "έχετε εδώ έναν άνθρωπο που θέλει να σπουδάσει ένα όργανο που στην Ελλάδα δεν υπάρχει. Εντάξει, να δώσετε υποτροφίες σε όσους κιθαρίστες, πιανίστες και ντράμερ θέλετε, αλλά κρατήστε μια θέση και γι' αυτόν". Κάπως έτσι βρέθηκε ο
Το Summertime είναι ένα τραγούδι που δημιουργήθηκε για να γίνει jazz standard προτού καν δημιουργηθεί ο όρος jazz standard. Την εποχή του Γκέρσουιν, η τζαζ χρησιμοποιούσε κατά μεγάλο ποσοστό το ρεπερτόριο των δημιουργών της
Ήταν ένας Αμερικανός, ένας Κουβανός κι ένας Βέλγος - κι αυτό θα μπορούσε να είναι η αρχή ενός ανεκδότου, είναι όμως το χρονικό μιας κανονικής συνάντησης, που έλαβε χώρα πριν από 28 χρόνια, στις 19 Ιουλίου 1980, στη σκηνή του τζαζ φεστιβάλ του Μοντρέ.
Εκεί, ο δεξιοτέχνης των κρουστών - κι ένας από τους ήρωες του λάτιν σύμπαντος - Μόνγκο Σανταμαρία, κάλεσε επί σκηνής έναν από τους δικούς του ήρωες, τον Ντίζι Γκιλέσπι, τον άνθρωπο που δημιούργησε τη
Γι' αυτό και η εκτέλεση του
Bonus Track: Επειδή, απ' ό,τι έμαθα, ο 
Πληροφορήθηκα ότι ο Σαμ Κουκ συγκαταλέγεται κι αυτός στους δεκάδες καλλιτέχνες που έχουν τραγουδήσει το Summertime, διαβάζοντας τη στήλη του Νίκου Πετρουλάκη σε ένα τεύχος του Ποπ&Ροκ (ή μήπως ήταν το Zoo; Δεν θυμάμαι), όπου, σε μια γωνία, πρότεινε τα τραγούδια για μια καλοκαιρινή κασέτα. Ανάμεσά τους, υπήρχε και
Υπάρχει κάτι που λατρεύω σε κάποιες ταινίες (αν και αυτή τη στιγμή δεν μου έρχεται κάποιο συγκεκριμένο παράδειγμα): είναι οι σκηνές όπου η μουσική καλύπτει τους ήχους της δράσης. Μπορεί δηλαδή να βλέπεις ανθρώπους να τρέχουν, ζευγάρια να τσακώνονται, συμπλοκές, και να μην ακούς τους κανονικούς ήχους, αλλά μια μουσική - αν δε η μουσική είναι τελείως διαφορετική από αυτό που διαδραματίζεται στην οθόνη, το αποτέλεσμα μου φαίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον.
Δεν ξέρω από πού να αρχίσω, οπότε θα το πάρω από την αρχή - και στην αρχή είναι αυτή η κιθάρα που κάνει αυτήν την μικρή εισαγωγή, δίνοντας τον τόνο: εδώ φίλε, δεν παίζουμε, εδώ είναι τα μπλουζ. Κι αφού, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, σε τοποθετεί στο χώρο, το χρόνο, την κατάσταση,
Η αλήθεια είναι ότι αν πρόκειται να πιστέψεις κάποιον που σου λέει «Hush, little baby, don’t you cry», καλό είναι αυτός να διαθέτει μια βαθιά, καθησυχαστική φωνή που σε αγκαλιάζει και σε προστατεύει με λεπτότητα, ευγένεια και σταθερότητα. Και στα ‘50s κανείς δεν το έκανε αυτό καλύτερα από τον Billy Eckstine, το βαρύτονο Γιν στο γλυκό Γιανγκ του Nat King Cole. Ο τρόπος που τραγουδά το
Είναι τόσο διαφορετικός ο τρόπος που παίζουν το
Κυρίως όμως, είναι η φωνή - και το τραγούδισμα - της Τζάνις Τζόπλιν. Όλες οι άλλες εκτελέσεις τονίζουν το
Για την Τζάνις τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά - η Τζάνις το τραγουδά από την οπτική γωνία του κοριτσιού και είναι αυτή η συναισθηματική της φόρτιση, ένα απολύτως ιδιαίτερο θηλυκό frustration (πώς το λέτε εσείς εδώ γιατί δεν θυμάμαι πώς το λέμε εμείς εκεί) που καμία άλλη διασκευή δεν κατάφερε να βγάλει. Respect.
(Η φωτογραφία είναι προφανώς λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του Cheap Thrills, που σχεδίασε ο γίγας Robert Crumb - και τώρα που τελείωσα με τις εμβληματικές ερμηνείες, από την ερχόμενη Κυριακή, θα αρχίσω να ανεβάζω τις πραγματικά αγαπημένες μου)
Το λατρεύω αυτό το εξώφυλλο. Νομίζω ότι είναι ένα από τα ομορφότερα εξώφυλλα στην ιστορία της τζαζ δισκογραφίας - μιας δισκογραφίας που περιλαμβάνει εκατοντάδες υπέροχα εξώφυλλα, τόσα που μπορείς να φτιάξεις μια πινακοθήκη. Πεθαίνω που δεν εμφανίζονται τα κεφάλια του Μάιλς και της ανώνυμης κοπέλας στη φωτογραφία, βρίσκω υπέροχη αυτήν την λεπτομέρεια, την αίσθηση χαλαρότητας, τον άνετο τρόπο με τον οποίο εκείνη αγγίζει την τρομπέτα που αναπαύεται στα γόνατά του (ναι, ξέρω, είναι λίγο εξώφθαλμο το σεξουαλικό υπονοούμενο, αλλά δεν πειράζει). Λιγώνομαι με τα χρώματα, με το ότι το όλο πράγμα είναι λίγο φλου - κυρίως με το ότι από την πρώτη ματιά καταλαβαίνεις ότι αυτό που θα ακούσεις είναι η ιστορία ενός ζευγαριού, του Πόργκι και της Μπες.
Δεν έχω ούτε την υπομονή, ούτε τις γνώσεις, ούτε την πετριά του