Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Summertime Sunday. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Summertime Sunday. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31 Αυγ 2008

Summertime Sunday: H ώρα της Σκάρλετ

(Κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, του George Gershwin - και μετά ο Αθήναιος προτείνει τη συνταγή που ταιριάζει)
Οδηγούσαμε στην εθνική, ακούγοντας ό,τι καινούριο cd έπεσε στα χέρια μου φέτος - Gnarls Barkley, Sam Sparro, Coldplay, Last Shadow Puppets κ.ο.κ. Όταν ήρθε η ώρα για το "Anyone I Lay My Head" της Σκάρλετ Τζοχάνσον, η γυναίκα της ζωής μου κόντεψε να τρακάρει από τα γέλια. Άρχισα να ψελλίζω κάτι για overproduction και για τον τρόπο που φόρτωσαν τον ήχο με διάφορα μπλιμπλίκια και εφέ, θάβοντας την (εντάξει, όχι καλή) φωνή της, αναζητώντας επιχειρήματα εκεί όπου δεν υπάρχουν. "Είσαι ένας πραγματικός θαυμαστής", μού επεσήμανε.

Ναι, ο αληθινός φαν είναι πάντα σε θέση να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Είναι ο τελευταίος που θα νιώσει προδομένος. Εγώ όμως είχα αποδείξεις. Είχα ήδη ακούσει τη Σκάρλετ να τραγουδά κανονικά, συνοδεία φιλαρμονικής ορχήστρας, ένα από τα πιο κλασικά τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ. Και τα πήγε μια χαρά. Την ακούς και αντιλαμβάνεσαι πώς η φωνή της κάνει μικρά, προσεκτικά, ελαφρώς αδέξια βήματα πάνω στη μελωδία, πώς συνδυάζει στην ερμηνεία της μια σχεδόν παιδική αθωότητα (σε τελική ανάλυση, για νανούρισμα πρόκειται - και η ηχογράφηση ήταν σε μια συλλογή από νανουρίσματα), με αυτήν την πηγαία, αβίαστη σεξουαλικότητα, που αναβλύζει από μέσα της χωρίς η ίδια να την κάνει ποτέ θέμα. Δοκιμάζει να κάνει λίγο scat singing, ψιθυρίζει, παίζει με την ιδέα του τραγουδιού και είναι εμφανές ότι το απολαμβάνει - σαν ένα κορίτσι μπροστά στον καθρέφτη, που φαντάζεται τον εαυτό του ως ντίβα του '40, αν υπάρχουν τέτοια κορίτσια.

Και μ' αυτήν την εκτέλεση, από την κατεξοχήν ηρωίδα του "Πο Πο Culture" ολοκληρώνεται με τον καλύτερο τρόπο ο κύκλος της ενότητας Summertime Sunday - ευτυχώς, έχω να πω, γιατί είχα βαρεθεί: για να είμαι ειλικρινής, το Summertime δεν είναι ένα από τα τραγούδια που αγαπώ ιδιαίτερα. Δεν είναι καν ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια του Γκέρσουιν. Ούτε φυσικά ένα από αυτά που θεωρώ κατεξοχήν καλοκαιρινά τραγούδια. Τις επόμενες μέρες, μέχρι να μπει για τα καλά το φθινόπωρο, θα αναρτήσω παραδείγματα και για τις δύο κατηγορίες.

υγ. Αυτό το τραγούδι το αφιερώνω στον συνάδελφο Ηλία Μαγκλίνη, που έχει σήμερα γενέθλια, όπως με πληροφορεί το Facebook - και ο οποίος τους τελευταίους μήνες έγραψε για το GK της Καθημερινής μια σειρά άρθρων αφιερωμένων στις Λολίτες, τις Femmes Fatales και τα Pin-Up. H Σκάρλετ, ως γνωστόν, είναι και τα τρία.

24 Αυγ 2008

Summertime Sunday: για δυνατούς λύτες

(Κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, του George Gershwin - και μετά ο Αθήναιος προτείνει τη συνταγή που ταιριάζει)
Τον καλύτερο αφορισμό για τις διαφορές της μαύρης από τη λευκή ποπ κουλτούρα τον έχω ακούσει από την πιο παράδοξη πηγή - τον κατακαμένο (μυαλό ναγκασάκι) σκηνοθέτη Μάικλ Τσιμίνο, ο οποίος, σε μια συνέντευξή του στο γαλλικό περιοδικό Les Inrockuptibles, έλεγε πάνω κάτω τα εξής: η μαύρη μουσική (από τα μπλουζ και τη σόουλ μέχρι το ραπ και το r'n'b) ασχολείται με τα θεμελιώδη ζητήματα - λεφτά, γαμίσια, φόνους - ενώ η λευκή (από τον Χανκ Γουίλιαμς μέχρι τον Μπομπ Ντίλαν και τους Radiohead) είναι βυθισμένη σε νευρώσεις. Δεν έχει πολύ άδικο, ειδικά αν σκεφτεί κανείς πόσοι κλαψομούνηδες με μια κιθαρίτσα μας έχουν πρήξει τα συκώτια τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Όσο για τη τζαζ, αυτή ισορροπεί ανάμεσα στις δύο καταστάσεις από τα τέλη του '40 - όταν δηλαδή το bebop έβγαλε το είδος από τις αίθουσες χορού και τα χαμαιτυπεία και ανήγαγε το είδος στη σημαντικότερη μορφή τέχνης που γέννησε ο 20ός αιώνας.

Στην ηχογράφηση του Summertime που περιέλαβε ο μεγάλος Χέρμπι Χάνκοκ στο αφιέρωμά του στον Γκέρσουιν προ δεκαετίας, υπάρχει η απόδειξη του ισχυρισμού του Τσιμίνο. Τη "μαύρη" πλευρά εκπροσωπεί επάξια ο προφήτης Στίβι Γουόντερ, με αυτή τη φυσαρμόνικα που σε λιγώνει και κάνει τη ραχοκοκαλιά σου μέλι. Τη "λευκή" πλευρά η ιέρεια των νευρώσεων Τζόνι Μίτσελ, που τραγουδά με αυτή τη ραγισμένη φωνή, σαν να λέει "καλό μου παιδί, έχεις να καταπιείς πολλά χάπια στη ζωή σου για να φτάσεις στο βαθμό συνειδητοποίησης που βρίσκομαι τώρα εγώ". Ενώ το θυελλώδες πιάνο του Χέρμπι Χάνκοκ καλείται να ενώσει αυτούς τους δύο κόσμους σε ένα - φυσικά το καταφέρνει, με τα μάτια κλειστά. Mιλάμε για μια μικρή dream team για "σκεπτόμενους" ακροατές εδώ, που ξαναχτύπησε πέρσι με ένα δισκάκι που είχα επισημάνει εδώ πέρα προτού κερδίσει το Γκράμι καλύτερου άλμπουμ. Η εκτέλεση έχει μια βαρύτητα που λείπει από οποιαδήποτε άλλη έχω ακούσει, κάνει την ήσυχη καλοκαιρινή περιγραφή να αναφέρεται σε ένα τοπίο μετά την καταστροφή, αλλά με κάθε ακρόαση εισχωρεί ύπουλα μέσα σου και σε κυριεύει.
Και για όποιον δεν κατάλαβε, οι διακοπές μου τελείωσαν για φέτος. Όχι ότι έχω παράπονο - χρόνια είχα να φύγω τόσο συχνά και σε τόσα διαφορετικά μέρη.

19 Αυγ 2008

Summertime Sun—Tuesday(!): O ήχος της καλοκαιρινής αύρας

(Κάθε Κυριακή του καλοκαριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση τουSummertime, του Τζορτζ Γκέρσουιν. Και μετά, ο Αθήναιος, προτείνει μια συνταγή που να ταιριάζει. Η Κυριακή, επισήμως, ήταν προχθές, αλλά, μεταξύ μας, ολόκληρος ο Αύγουστος μια Κυριακή δεν είναι;)
«Μπορεί ποτέ από κάτι πραγματικά άσχημο να γεννηθεί κάτι πραγματικά όμορφο;» λέει ο θρύλος ότι ρώτησαν κάποτε τον Ντίζι Γκιλέσπι. «Έχω δυο λέξεις για απάντηση», φέρεται να είπε ο πιο παιχνιδιάρης, καλόκαρδος, ευρηματικός διασκεδαστής της τζαζ: «Σταν Γκετζ».
Εντάξει, ο Γκετζ δεν υπήρξε ποτέ ακριβώς αυτό που θα έλεγε κανείς «όμορφος άντρας», δεν ήταν όμως σε καμία περίπτωση τέρας ασχήμιας και, σε τελική ανάλυση, η αντίληψη της ομορφιάς είναι κάτι μάλλον σχετικό, και σίγουρα απολύτως υποκειμενικό – ή μήπως όχι; Γιατί, εδώ που τα λέμε, αν υπάρχει κάποια περίτρανη απόδειξη για την ύπαρξη αντικειμενικής ομορφιάς, αυτός είναι ο ήχος του σαξοφώνου του Σταν Γκετζ. Το γαλλικό περιοδικό Jazzman, στο πρόσφατο αφιέρωμα που έκανε στα 50 χρόνια της μπόσα-νόβα, έγραψε για τον Γκετζ ότι το μοναδικό remix που ταιριάζει άψογα στο παίξιμό του είναι ο ρυθμός από τον ήχο των τζιτζικιών* το καλοκαίρι. Έχει δίκιο το καλό περιοδικό. Γιατί, μη γελιέσαι, ο ήχος του σαξοφώνου του Σταν Γκετζ είναι η ίδια η καλοκαιρινή αύρα που σε χαϊδεύει και στεγνώνει το νερό της θάλασσας στους ώμους σου, γεμίζοντας το δέρμα σου με αλάτι, καθώς ξαπλώνεις τεμπέλικα σε μια αιώρα, αφήνοντας πίσω σου όλα όσα σε ταλαιπωρούν στην πόλη.
*(Κι επειδή, ως γνωστόν, ο ήχος που κάνουν τα τζιτζίκια είναι το ερωτικό κάλεσμα της τζιτζικίνας, παραθέτω κι ένα απολύτως καλοκαιρινό κομμάτι του Marcos Valle, με τίτλο Crickets Sing for Anna Maria, που εισέβαλε ξαφνικά στο soundtrack των διακοπών μου. Αν κατάλαβα καλά είναι η ιστορία της Αννα Μαρία, που επιθυμεί διακαώς να ερωτοτροπήσει, αλλά την κρίσιμη ώρα πλακώνει όλο της το σόι στο σπίτι – ή κάτι τέτοιο. Τα τζιτζίκια πάντως του δίνουν και καταλαβαίνει)

3 Αυγ 2008

Summertime Sunday: This is Jazz (a success story)

(Κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, του George Gershwin - και μετά ο Αθήναιος προτείνει τη συνταγή που ταιριάζει)Αν μπορουσα αυτή τη στιγμή να διαλέξω ένα μουσικό όργανο για να μάθω να παίζω, αυτό θα ήταν το βιμπράφωνο - λατρεύω αυτό το κομψό, νηφάλιο κουδούνισμά του, τον τρόπο που ένα (φαινομενικά) απλό κρούσμα στα ελάσματά του μπορεί να προκαλέσει μια διάχυση συναισθημάτων, το ότι είναι ταυτόχρονα παιχνιδιάρικο και συγκρατημένο. Βέβαια, αν ήθελα να μάθω βιμπράφωνο, θα ήταν δύσκολο να προμηθευτώ ένα τέτοιο όργανο. Κι αν ακόμα αγόραζα, θα ήταν ακόμα πιο δύσκολο να βρω δάσκαλο. Θα έπρεπε να απευθυνθώ στον κ. Αλέκο Χρηστίδη, που ο άνθρωπος, δεν είναι η δουλειά του, κρουστά παίζει ο άνθρωπος στην Κρατική (και σε διάφορα τζαζ σχήματα), αλλά είναι ο μοναδικός στην Ελλάδα που ξέρει κάπως το όργανο - και είναι αυτός που πριν από καμιά δεκαριά χρόνια μπήκε στην επιτροπή υποτροφιών που συνεδρίαζε στο Νάκα και είπε "έχετε εδώ έναν άνθρωπο που θέλει να σπουδάσει ένα όργανο που στην Ελλάδα δεν υπάρχει. Εντάξει, να δώσετε υποτροφίες σε όσους κιθαρίστες, πιανίστες και ντράμερ θέλετε, αλλά κρατήστε μια θέση και γι' αυτόν". Κάπως έτσι βρέθηκε ο Χρήστος Ραφαηλίδης στο Berklee - και κάπως έτσι ξεκίνησε αυτό το υπέροχο success story που με συγκινεί κάθε φορά που το σκέφτομαι: πώς ένας έφηβος ντράμερ από την Κοζάνη βρέθηκε στο σημαντικότερο ωδείο του κόσμου, να σπουδάζει ένα αλλόκοτο τζαζ όργανο, κι από εκεί στη Νέα Υόρκη, να πασχίζει να βρει μια θέση στη τζαζ κοινότητα της πόλης, φτιάχνοντας το δικό του σχήμα - με το φιλόδοξο όνομα Manhattan Vibes - και παίζοντας στο Blue Note, στο Dizzy's Club Coca Cola του Jazz at the Lincoln Center, συμμετέχοντας στη Mingus Big Band, να τον αντιμετωπίζουν ως ίσο o Τζο Λοκ, ο Ερνέστο Σίμσον, ο Τζον Μπενίτες, ο Κρίστιαν Μακ Μπράιντ, ο Ραβί Κολτρέιν. Πού και πού, από τότε που τον γνώρισα, μου στέλνει ένα email για να μοιραστεί με κάποιον (από την πατρίδα - που να καταλαβαίνει όμως) τον ενθουσιασμό του για την καριέρα του που μοιάζει να πηγαίνει όλο και καλύτερα. Με τον Χρήστο Ραφαηλίδη μας συνδέει κάτι ακόμα: ανήκουμε και οι δύο στο άτυπο fan club της Εύης Σιαμαντά - της μοναδικής ίσως έτοιμης τζαζ τραγουδίστριας της Ελλάδας (έχω ξαναγράψει γι' αυτήν). Όταν της είπα ότι κατέβασα μια εκτέλεση του Summertime από εκείνη και το Χρήστο, ψιλοφρίκαρε, γιατί δεν είχε ιδέα - από ό,τι κατάλαβα, δεν ήταν σίγουρη για το πού, το πώς, το πότε, μάλλον κάποιος ηχολήπτης πήρε την πρωτοβουλία να το γράψει και να το μιξάρει, στο πλαίσιο κάπου live, ή κάποιας πρόβας, δεν θυμάμαι καλά. Αυτό είναι προφανές - η εκτέλεση είναι αμήχανη: ειδικά στο πρώτο μέρος, η Εύη μοιάζει να δοκιμάζει τη φωνή της, να εξετάζει τις δυνατότητές της, προσπαθώντας να ανακαλύψει προς τα πού πρέπει να το πάει, πατώντας πάνω στον ήχο του Χρήστου. Από τη μέση και μετά, που και οι δύο έχουν ζεσταθεί και πατούν στα πόδια τους, το κομμάτι πετάει. Κι αυτό για μένα είναι η ουσία της τζαζ - το πώς κάτι μπορεί να έχει ταυτόχρονα δεκάδες δυνατές ερμηνείες, και πώς η εκδοχή που θα επιλέξεις κάθε φορά είναι αποτέλεσμα προσωπικών διεργασιών, ένα state of mind. Είναι επίσης κάτι παραπάνω: σε μια ηχογράφηση όπου, ουσιαστικά, ακούγονται μόνο δύο όργανα, η φωνή και το βιμπράφωνο, νιώθω σαν να βρίσκομαι παρών σε μια διαδικασία φλερτ, σαν να παρακολουθώ ένα αρσενικό και ένα θηλυκό τη στιγμή που απλώνουν στο τραπέζι τα θέλγητρά τους - ίσως γι' αυτό, στο τέλος, που πια τα έχουν βρει, χαμογελώ σαν ηλίθιο.

27 Ιουλ 2008

Summertime Sunday: Mama Africa

(Κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, του George Gershwin - και μετά ο Αθήναιος προτείνει τη συνταγή που ταιριάζει)
Το Summertime είναι ένα τραγούδι που δημιουργήθηκε για να γίνει jazz standard προτού καν δημιουργηθεί ο όρος jazz standard. Την εποχή του Γκέρσουιν, η τζαζ χρησιμοποιούσε κατά μεγάλο ποσοστό το ρεπερτόριο των δημιουργών της Tin Pan Alley, δηλαδή τα τραγούδια που αποτελούσαν την ποπ της εποχής - αυτά που στη συνέχεια απέκτησαν την ιδιότητα των standards. Αυτό είναι κάτι που προφανώς ο Γκέρσουιν δεν είχε τη δυνατότητα να προβλέψει - άλλωστε τότε η τζαζ ήταν απλώς μια μόδα, δεν είχε αποκτήσει ακόμα το στάτους της "αμερικανικής κλασικής μουσικής". Οπότε αντιλαμβάνεται κανείς πόσο τολμηρή ήταν η φιλοδοξία του να δημιουργήσει μια "Negro Opera", όπως το Porgy & Bess - ένα έργο που αποτύπωνε τον ενθουσιασμό του για τις μουσικές που δημιούργησε εκείνη η κοινότητα που αναπτυσσόταν, μέσα από τις πιο αντίξοες συνθήκες στην καρδιά της Αμερικής. Έναν πανηγυρικό της μαύρης κουλτούρας, που θα συνοψιζόταν σε ένα καλοκαιρινό νανούρισμα. Η εκτέλεση του Summertime από την Αντζελίκ Κιτζό είναι κατά κάποιον τρόπο ένα κλείσιμο αυτού του κύκλου - η ώρα της επιστροφής αυτής της μαύρης κουλτούρας στον τόπο από τον οποίο προήλθε. Ο τρόπος που το τραγουδά, που το μουρμουρίζει, αυτή η υπέροχη φωνή από το Μπενίν, δεν είναι τίποτε άλλο από το νανούρισμα της Μαμάς Αφρικής που καθησυχάζει τα παιδιά της - μετά από όλες αυτές τις περιπέτειες, μετά από όλα αυτά τα χρόνια, hush little baby, όλα θα πάνε καλά.

20 Ιουλ 2008

Summertime Sunday: Fiesta για τζιτζίκια

(Κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, του George Gershwin - και μετά ο Αθήναιος προτείνει το πιάτο, ή το ποτήρι, που ταιριάζει)
Ήταν ένας Αμερικανός, ένας Κουβανός κι ένας Βέλγος - κι αυτό θα μπορούσε να είναι η αρχή ενός ανεκδότου, είναι όμως το χρονικό μιας κανονικής συνάντησης, που έλαβε χώρα πριν από 28 χρόνια, στις 19 Ιουλίου 1980, στη σκηνή του τζαζ φεστιβάλ του Μοντρέ.
Εκεί, ο δεξιοτέχνης των κρουστών - κι ένας από τους ήρωες του λάτιν σύμπαντος - Μόνγκο Σανταμαρία, κάλεσε επί σκηνής έναν από τους δικούς του ήρωες, τον Ντίζι Γκιλέσπι, τον άνθρωπο που δημιούργησε τη λάτιν τζαζ, όχι πως το έκανε ποτέ θέμα. Γιατί αυτό ήταν πάντα το σημαντικό με τον Ντίζι. Μπορεί να δημιούργησε δύο μουσικά ιδιώματα (το άλλο, φυσικά ήταν το be-bop), μπορεί να ήταν ένας από τους ανθρώπους (μαζί με τον Τσάρλι Πάρκερ και τον Θελόνιους Μονκ) που έδωσαν αληθινή καλλιτεχνική υπόσταση στη τζαζ, αναγκάζοντας τον κόσμο να την αντιμετωπίσει σαν μορφή τέχνης, αλλά δεν πήρε ποτέ στα σοβαρά τον εαυτό του. Σε αντίθεση με όλα αυτά τα μονόχνωτα εργατικά μυρμήγκια της τζαζ, που το μέλημά τους ήταν πώς θα προχωρήσουν την τέχνη τους, πώς θα δημιουργήσουν τη μια επανάσταση μετά την άλλη, σε αντίθεση με τους εσωστρεφείς Μάιλς, τους Μπιλ Έβανς, τους Κολτρέιν και τους Ορνέτ, εκείνος παρέμενε στις πέντε δεκαετίες που κράτησε η καριέρα του, ένα χαρωπό τζιτζίκι που έδειχνε πάνω από όλα να γουστάρει ο ίδιος, να απολαμβάνει στο έπακρο τη μουσική που έπαιζε - και δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ να μη σου μεταδώσει αυτό το αίσθημα. Γι' αυτό και η εκτέλεση του Summertime που ακούστηκε εκείνο το ζεστό καλοκαιρινό βράδυ στο Μοντρέ θα μπορούσε να είναι μια συμφωνία για τζιτζίκια, με πρωτεργάτες τα κρουστά του Μόνγκο, τη στραβή τρομπέτα του Ντίζι και τη φυσαρμόνικα εκείνου του γλυκύτατου, καλόκαρδου Βελγου, του Τουτς Τίλεμανς που δίνει το σήμα της έναρξης για τη φιέστα.
Bonus Track: Επειδή, απ' ό,τι έμαθα, ο Αθήναιος βρίσκεται στο Παρίσι (και όχι, δε ζηλεύω καθόλου), προσθέτω και μια πιο "μπαλαντοειδή", straight (αλλά όχι προβλέψιμη, σε καμία περίπτωση) εκτέλεση του Summertime από τον Ντίζι Γκιλέσπι, την εποχή (άνοιξη του '52) που δίδασκε μπίμποπ στο Theatre des Champs-Elysees (δεν ξέρω πώς να βάλω γαλλικους τόνους, οπότε το αφήνω έτσι).

14 Ιουλ 2008

Summertime Sunday (ok, Monday): Ωραίο το εξοχικό σου, Μαιρούλα μου - με τα ζόμπι και τις τελετές βουντού, τι κάνεις;

(Κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, του George Gershwin - και μετά ο Αθήναιος προτείνει το πιάτο που ταιριάζει. Για μια ακόμη φορά καθυστέρησα για λόγους ανωτέρας βίας. Εν πάση περιπτώσει, τι Κυριακή, τι Δευτέρα, καλοκαιριάτικα...)
Πληροφορήθηκα ότι ο Σαμ Κουκ συγκαταλέγεται κι αυτός στους δεκάδες καλλιτέχνες που έχουν τραγουδήσει το Summertime, διαβάζοντας τη στήλη του Νίκου Πετρουλάκη σε ένα τεύχος του Ποπ&Ροκ (ή μήπως ήταν το Zoo; Δεν θυμάμαι), όπου, σε μια γωνία, πρότεινε τα τραγούδια για μια καλοκαιρινή κασέτα. Ανάμεσά τους, υπήρχε και αυτή η υποβλητική εκτέλεση του Summertime από αυτόν τον υπέροχο τραγουδιστή, με την γλυκόπιοτη (ναι, ξέρω, μπλιαχ, αλλά δεν μου έρχεται καλύτερη λέξη) φωνή. Μου άρεσε πάντα ο Κουκ, αλλά δεν θα έμπαινα στον κόπο να αναζητήσω την ηχογράφηση, αν ο Πετρουλάκης δεν επεσήμαινε ότι σ' αυτήν την εκτέλεση, και ειδικά στα φωνητικά, είναι έντονος ένας βουντού απόηχος, που σε μεταφέρει κατευθείαν στον αμερικανικό νότο, τότε που ήταν έμπλεος με έναν ιδιόρρυθμο μυστικισμό που τώρα πια είναι απλώς φολκλόρ. Ο Πετρουλάκης είχε, ως συνήθως, δίκιο: κάτι αυτή η ατμοσφαιρική, κι ελαφρώς μελοδραματική κιθάρα που κρατά το ρυθμό, κάτι το πάντα εύθραυστο βιμπράτο του Κουκ, κυρίως όμως οι βοκαλατζούδες φαντάσματα, κάνουν αυτήν την εκτέλεση του Summertime να ακούγεται σαν στοιχειωμένη - στο μυαλό μου, είναι το εναλλακτικό soundtrack για ένα από τα αρχετυπικά αριστουργήματα του σινεμά του φανταστικού, αυτής της υπέροχης ποιητικής ταινίας με τον ανυπέρβλητο τίτλο "Περπάτησα με ένα ζόμπι". Αν οι θεωρητικοί του σινεμά δεν ήταν τόσο nerds και είχαν το εκτόπισμα των θεωρητικών της λογοτεχνίας, τώρα ο σκηνοθέτης Ζακ Τουρνέρ θα απολάμβανε το στάτους ενός Πόε του σινεμά. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση, βέβαια...

6 Ιουλ 2008

Summertime Sunday: Top of the pops

(Κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, του George Gershwin - και μετά ο Αθήναιος προτείνει τη συνταγή που ταιριάζει)
Υπάρχει κάτι που λατρεύω σε κάποιες ταινίες (αν και αυτή τη στιγμή δεν μου έρχεται κάποιο συγκεκριμένο παράδειγμα): είναι οι σκηνές όπου η μουσική καλύπτει τους ήχους της δράσης. Μπορεί δηλαδή να βλέπεις ανθρώπους να τρέχουν, ζευγάρια να τσακώνονται, συμπλοκές, και να μην ακούς τους κανονικούς ήχους, αλλά μια μουσική - αν δε η μουσική είναι τελείως διαφορετική από αυτό που διαδραματίζεται στην οθόνη, το αποτέλεσμα μου φαίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον.
Στις ταινίες του μυαλού μου, η εκτέλεση του Summertime από τους Zombies είναι το ιδανικό soundtrack για να ντύσει μια απολύτως καλοκαιρινή σκηνή: είναι η τελευταία μέρα του σχολείου, και οι δρόμοι της μικρής πόλης είναι γεμάτοι από αγόρια και κορίτσια που γιορτάζουν την έναρξη του καλοκαιριού. Πετάνε τα βιβλία τους στον αέρα, τα κάνουν φύλλο και φτερό, κυνηγιούνται στο προαύλιο και παίζουν μπουγέλο, τα αγόρια με την (όχι και τόσο κρυφή) ελπίδα να μουσκέψουν τα μπλουζάκια των κοριτσιών για να διαγραφεί το στήθος τους.
Δεν ξέρω γιατί οι Zombies - ίσως γιατί τους θεωρώ ένα από τα πιο καλοκαιρινά συγκροτήματα που γέννησε η British Invasion στα '60s. Φταίει ασφαλώς η φωνή του Κόλιν Μπλάνστοουν, που ανασαίνει τα τραγούδια με αυτόν τον εύθραυστο τρόπο, που έκανε τα κοριτσάκια να λιγώνονται. Κυρίως όμως είναι το ηλεκτρικό πιάνο του Ροντ Άρτζεντ - λατρεύω το ηλεκτρικό πιάνο, και ειδικά όπως το χρησιμοποιεί εκείνος. Το σόλο του είναι απολύτως δροσιστικό, σαν να σε πιτσιλάει κάποιος με νεροπίστολο μια καλοκαιρινή μέρα.

(Μόλις διαπίστωσα κάτι: αυτή είναι η έκτη εκτέλεση του Summertime που ανεβάζω. Οι τρεις πρώτες - από την Ella και τον Louis, από τον Miles, από την Joplin - είναι "ο κανόνας", οι πιο κλασικές. Οι επόμενες, βρίσκονται σε κάποια αντιστοιχία με αυτές. Είναι δηλαδή μια τζαζ φωνητική εκτέλεση, μια τζαζ ορχηστρική εκτέλεση, μια ποπ βερσιόν. Έγινε τυχαία. Αλλά έχει πλάκα - ή δείχνει ότι είμαι του γιατρού).

29 Ιουν 2008

Summertime Sunday: Κρεολική Γη

(Κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, του George Gershwin - και μετά ο Αθήναιος προτείνει τη συνταγή που ταιριάζει)

Δεν ξέρω από πού να αρχίσω, οπότε θα το πάρω από την αρχή - και στην αρχή είναι αυτή η κιθάρα που κάνει αυτήν την μικρή εισαγωγή, δίνοντας τον τόνο: εδώ φίλε, δεν παίζουμε, εδώ είναι τα μπλουζ. Κι αφού, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, σε τοποθετεί στο χώρο, το χρόνο, την κατάσταση, έρχεται το κλαρινέτο του Σίντνεϊ Μπεσέ να αφηγηθεί αυτήν τη μικρή καλοκαιρινή ιστορία, με αυτό το χαρακτηριστικό, απαράμιλλο, ζεστό, φιλικό και ράθυμο τρόπο - απόγευμα στη Νέα Ορλεάνη, με τη ζέστη και την υγρασία να σου μουδιάζει το μυαλό. Την πρώτη φορά που έβαλα στο σπίτι δίσκο του Μπεσέ, ένας φίλος, θορυβημένος από τον ήχο του, τον παρομοίασε (κυρίως το σοπράνο σαξόφωνο και λιγότερο το κλαρινέτο) με γιγαντιαίο κουνούπι. Τότε φρίκαρα, αλλά τώρα μου αρέσει η ιδέα ενός κουνουπιού που πετά από τεμπέλικο κορμί σε τεμπέλικο κορμί, αναγκάζοντας νυσταγμένα χέρια να δώσουν μικρά χαστούκια σε ιδρωμένα μπούτια. Άλλο ήθελα να πω, δεν έχω ιδέα πώς κατέληξα εδώ. Δεν πειράζει.

Bonus track: έχω υπ'όψιν μου τουλάχιστον άλλες δύο εκτελέσεις του Summertime από τον Μπεσέ, καμία τόσο όμορφη όσο αυτή. Μία όμως έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είναι από την εποχή που είχε πλέον γίνει ένας ήρωας στο Παρίσι, ένα είδος ροκ σταρ πριν το ροκ, ξεσηκώνοντας τα πλήθη με τον ήχο της Νέας Ορλεάνης, της οποίας υπήρξε ο ανεπίσημος πρεσβευτής στην Ευρώπη. Με τον μαθητή-alter ego του, τον επίσης κλαρινετίστα Κλοντ Λουτέρ, έδωσαν στο Summertime μια εσάνς από αυτές τις περίφημες παρελάσεις με τις οποίες αποχαιρετούν τους νεκρούς τους οι Νεορλεανέζοι - χαρίζοντας σ' αυτό το νανούρισμα μια τελείως διαφορετική διάσταση.

23 Ιουν 2008

Summertime Sunday (ok, Monday): Hush, little baby (Updated Version)

(Κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, του George Gershwin - και μετά ο Αθήναιος προτείνει τη συνταγή που ταιριάζει. Αυτή τη φορά καθυστέρησα για λόγους ανωτέρας βίας - δεν θες να ξέρεις. Εν πάση περιπτώσει, τι Κυριακή, τι Δευτέρα, καλοκαιριάτικα...) Η αλήθεια είναι ότι αν πρόκειται να πιστέψεις κάποιον που σου λέει «Hush, little baby, don’t you cry», καλό είναι αυτός να διαθέτει μια βαθιά, καθησυχαστική φωνή που σε αγκαλιάζει και σε προστατεύει με λεπτότητα, ευγένεια και σταθερότητα. Και στα ‘50s κανείς δεν το έκανε αυτό καλύτερα από τον Billy Eckstine, το βαρύτονο Γιν στο γλυκό Γιανγκ του Nat King Cole. Ο τρόπος που τραγουδά το Summertime ο Έκσταϊν, σου δημιουργεί τόση ασφάλεια που αφήνεσαι στη μελωδία – βοηθά βέβαια και το ότι στο σαξόφωνο βρίσκεται ο Benny Carter, ένας από τους κατεξοχήν αφανείς ήρωες (κι εννοώ ΗΡΩΕΣ) της τζαζ, που συμβάλλει καθοριστικά στην αισθητική τελειότητα αυτής της εκτέλεσης. Σαν να είναι η ίδια η καλοκαιρινή νύχτα που σου τραγουδά στο αυτί την ιστορία της.

(Update: τώρα που το σκέφτομαι, αυτή θα μπορούσε να είναι η πρώτη μου συμμετοχή στη νέα ενότητα με τα καθημερινά ντουέτα, που ξεκίνησε ο Homo Ludens - γιατί, δεν ξέρω αν το κατάλαβες, εδώ έχουμε ένα κανονικό ντουέτο, το σαξόφωνο και η φωνή βρίσκονται σε έναν πραγματικό, ειλικρινή και ισότιμο διάλογο)

(κι άλλο Update: με τσίγκλισε ο Homo Ludens και με ώθησε να ψάξω λίγο περισσότερο την ηχογράφηση για να βρω ποιος είναι ο πιανίστας. Είναι ο Bobby Tucker, για χρόνια μουσικό alter ego του Έκσταϊν, αλλά δεν είναι αυτό το ενδιαφέρον. Το ενδιαφέρον είναι ότι η ηχογράφηση προέρχεται από το αλμπουμ "Billy Eckstine sings with Benny Carter", που οι δύο βετεράνοι ηχογράφησαν το 1986, όταν ο μεν Εκσταϊν ήταν 73 ετών, ο δε Κάρτερ 79. Είχα την ηχογράφηση χρόνια, και την άκουγα out of context κι έπρεπε να την ξανακούσω προσεκτικά για να συνειδητοποιήσω ότι η άρθρωση του τραγουδιστή είναι όντως αυτή ενός ηλικιωμένου ανθρώπου, κι απέχει κάπως από τις ηχογραφήσεις που ξέρω από το '40 και το '50. Για τον Κάρτερ δεν μπορώ να πω κάτι τέτοιο, ο άνθρωπος πέθανε 96 ετών και έπαιζε πάντα με το ίδιο σφρίγος)

15 Ιουν 2008

Summertime Sunday: ο Κανόνας (μέρος γ')

(Κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, του George Gershwin - και μετά ο Αθήναιος προτείνει τη συνταγή που ταιριάζει)
Είναι τόσο διαφορετικός ο τρόπος που παίζουν το Summertime οι Big Brother & the Holding co. (λατρεύω τα ονόματα των ψυχεδελομπλούζ συγκροτημάτων του '60) που, για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν το αγάπησα στ' αλήθεια - σαν να μην το αναγνωρίζω. Κι όμως, δεν γίνεται να αναφερθείς σ' αυτό το τραγούδι και να παραβλέψεις αυτήν την εκτέλεση, κι αυτό είναι που το κάνει τον τρίτο πόλο (χε) του "Κανόνα".
Είναι αυτή η κιθάρα, που ξεκινά με ένα τεμπέλικο λυρικό άρπισμα για να αφεθεί μετά σε αυτά τα - τόσο '60s - φαζαριστά ξεσπάσματα, που αποτυπώνουν όλο το φάσμα ενός τεμπέλικου καλοκαιρινού απογεύματος που ο ήλιος και η ζέστη λιώνουν σιγά σιγά ό,τι μπορεί να υπάρχει στο κεφάλι σου. Όσο το ακούω και όσο το σκέφτομαι, δεν νομίζω ότι κάποια άλλη εκτέλεση κατορθώνει να αποδώσει την έννοια "the living is easy" καλύτερα από αυτή. Κυρίως όμως, είναι η φωνή - και το τραγούδισμα - της Τζάνις Τζόπλιν. Όλες οι άλλες εκτελέσεις τονίζουν το
"hush, little baby, don't you cry" - υπάρχει κάτι κατευναστικό, παρηγορητικό και συγκαταβατικό στον τρόπο τους, απέναντι σ' αυτό το κορίτσι που τι θέλει και γκρινιάζει, από τη στιγμή που ο μπαμπάς της είναι πλούσιος και η μαμά της όμορφη και που σε τελική ανάλυση όπου να 'ναι θα απλώσει τα φτερά της και θα πετάξει και κανείς πια δεν θα μπορεί να της κάνει κακό;
Για την Τζάνις τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά - η Τζάνις το τραγουδά από την οπτική γωνία του κοριτσιού και είναι αυτή η συναισθηματική της φόρτιση, ένα απολύτως ιδιαίτερο θηλυκό frustration (πώς το λέτε εσείς εδώ γιατί δεν θυμάμαι πώς το λέμε εμείς εκεί) που καμία άλλη διασκευή δεν κατάφερε να βγάλει. Respect.
(Η φωτογραφία είναι προφανώς λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του Cheap Thrills, που σχεδίασε ο γίγας Robert Crumb - και τώρα που τελείωσα με τις εμβληματικές ερμηνείες, από την ερχόμενη Κυριακή, θα αρχίσω να ανεβάζω τις πραγματικά αγαπημένες μου)

8 Ιουν 2008

Summertime Sunday: ο κανόνας (μέρος β')

(Κάθε κυριακή του καλοκαιριού, ανεβάζω μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, του Γκέρσουιν - και μετά ο Αθήναιος προτείνει τη συνταγή που ταιριάζει)
Το λατρεύω αυτό το εξώφυλλο. Νομίζω ότι είναι ένα από τα ομορφότερα εξώφυλλα στην ιστορία της τζαζ δισκογραφίας - μιας δισκογραφίας που περιλαμβάνει εκατοντάδες υπέροχα εξώφυλλα, τόσα που μπορείς να φτιάξεις μια πινακοθήκη. Πεθαίνω που δεν εμφανίζονται τα κεφάλια του Μάιλς και της ανώνυμης κοπέλας στη φωτογραφία, βρίσκω υπέροχη αυτήν την λεπτομέρεια, την αίσθηση χαλαρότητας, τον άνετο τρόπο με τον οποίο εκείνη αγγίζει την τρομπέτα που αναπαύεται στα γόνατά του (ναι, ξέρω, είναι λίγο εξώφθαλμο το σεξουαλικό υπονοούμενο, αλλά δεν πειράζει). Λιγώνομαι με τα χρώματα, με το ότι το όλο πράγμα είναι λίγο φλου - κυρίως με το ότι από την πρώτη ματιά καταλαβαίνεις ότι αυτό που θα ακούσεις είναι η ιστορία ενός ζευγαριού, του Πόργκι και της Μπες.
Δεν είναι όμως γι' αυτό κλασική η ηχογράφηση. Δεν είναι το εξώφυλλο που κάνει εμβληματικό το Porgy&Bess του Μάιλς Ντέιβις και του Γκιλ Έβανς, αλλά το περιεχόμενο. Οι δυο ιδιοφυΐες, είχαν δημιουργήσει ένα νέο μουσικό ρεύμα στα τέλη της δεκαετίας του '40, όταν ηχογράφησαν το "Birth of the Cool", εντάσσοντας στη τζαζ στοιχεία από το έργο συνθετών όπως ο Ντεμπυσί και ο Ραβέλ. Τι καλύτερο από μια τζαζ όπερα για να τεθούν σε εφαρμογή οι αρχές της cool jazz; Ο Έβανς ξεπέρασε τον εαυτό του στην ενορχήστρωση, καλώντας τα πνευστά να απλώνουν στρώσεις συναισθημάτων, καθώς αφηγούνται την ιστορία. Είναι όμως ο Μάιλς με την υπέρκομψη (τότε) τρομπέτα του που καλείται να παίξει το ρόλο του κεντρικού αφηγητή- ή μάλλον να υποδυθεί όλους τους ρόλους: το αρσενικό, το θηλυκό, την άδικη μοίρα και την ίδια την ιδέα της Κάθαρσης, με έναν τρόπο που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να κάνει. Ακούς το Summertime σ' αυτήν την αξεπέραστη εκτέλεση και δεν σου λείπουν καθόλου οι στίχοι: είναι τόσο πλήρες, τόσο περιεκτικό, τόσο τέλειο.

1 Ιουν 2008

Summertime Sunday: Ο κανόνας

(Όπου ο ήρωάς μας υποκύπτει σε έναν ακόμα ψυχαναγκασμό)

Δεν έχω ούτε την υπομονή, ούτε τις γνώσεις, ούτε την πετριά του Gone4Sure, έχω όμως κι εγώ τα προβλήματά μου. Από σήμερα και κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, θα αναρτώ μια διαφορετική εκτέλεση του Summertime, αυτού του ύμνου που συνέθεσαν οι αδελφοί Gershwin με τον DuBose Howard. Δεν είναι η μοναδική από τις "άριες" αυτής της (αποτυχημένης στην εποχή της) "negro opera" που παραμένει διαχρονική παρά τις δεκαετίες που τη βαραίνουν, είναι όμως ένα τραγούδι -- βλακείες: δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να γράψει κανείς γι' αυτό το τραγούδι. Είναι ένα από τα ελάχιστα πράγματα στη ζωή που είναι απλώς αυτονόητα. Ξεκινώ αυτήν την νέα εμμονοληπτική ενότητα του "Πο Πο Culture" με την εκτέλεση της Ella Fitzgerald και του Louis Armstrong, όχι γιατί θεωρώ ότι είναι η καλύτερη (που πιθανότατα είναι), αλλά γιατί είναι ο Κανόνας: όλες οι υπόλοιπες φωνητικές εκτελέσεις αναμετρώνται με αυτήν - και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Η φωνή της Έλα Φιτζέραλντ είναι ίσως η τελειότερη γυναικεία φωνή του 20ού αιώνα (μαζί με αυτήν της Κάλας): ό,τι κι αν τραγουδά, σε αγκαλιάζει γλυκά και σε αγγίζει κατευθείαν στο νευρικό σου σύστημα, χαρίζοντάς σου μια ζεστασιά που καμιά άλλη τραγουδίστρια δεν διαθέτει. Όσο για τον Λούι Άρμστρονγκ, ο άνθρωπος ενσάρκωνε την ίδια την ιδέα της τζαζ, ως μιας μουσικής ζωηρής, παιχνιδιάρικης, και συναισθηματικά σύνθετης όσο η ανθρώπινη ύπαρξη. Τις προάλλες, η Citronella έγραψε δύο λέξεις - Τομ Σόγιερ - που με βοήθησαν να αποκρυσταλλώσω αυτό που μου δημιουργεί εδώ και πολλά χρόνια η συγκεκριμένη εκδοχή: το τέμπο, η αρμονία των πνευστών της ορχήστρας, ο διάλογος ανάμεσα στις δύο τόσο αντίθετες φωνές, σε μεταφέρουν αμέσως σε μια βεράντα στον αμερικανικό νότο του Μαρκ Τουέιν, βράδυ, με το θρόισμα των φύλλων και τους ήχους της φύσης να συνθέτουν το ηχητικό τοπίο μιας καλοκαιρινής βραδιάς.


Καλό μήνα και καλό καλοκαίρι