Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαρολογίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαρολογίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Δεκ 2013

All you need is Love, Actually


Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε, πού ή πώς είδα τo "Love, Actually" - μάλλον στα Village, μάλλον ήμασταν τέσσερις, εμείς κι ένα φιλικό ζευγάρι, μάλλον την δεύτερη ή τρίτη εβδομάδα προβολής - θυμάμαι όμως ότι πήγα ελαφρώς προκατειλημμένος αρνητικά και ότι, ενώ τελικά η ταινία μου άρεσε, σε καμία περίπτωση δεν βγήκα από την αίθουσα πιστεύοντας ότι είδα κάτι κλασικό - πολύ περισσότερο δε, ότι μερικά χρόνια μετά, θα αποτελούσε μέρος της εθιμοτυπικής προβολής ταινιών με φόντο τα λαμπιόνια του δέντρου, μαζί με ταινίες όπως το "Charlie Brown Christmas", το "Μια υπέροχη ζωή", το "Όταν ο Χάρι Γνώρισε την Σάλι", το "Radio Days", το "Singing in the Rain" κ.ο.κ. Αυτό συνέβη σιγά σιγά και μάλλον ύπουλα. Και τώρα, δέκα χρόνια μετά, αποτελεί μέρος του χριστουγεννιάτικου κινηματογραφικού κανόνα. Η ταινία προβλήθηκε στις ελληνικές αίθουσες με τον τίτλο "Αγάπη είναι…" Ο τίτλος ήταν ελαφρώς παραπλανητικός. Μια ακριβέστερη απόδοση θα ήταν "Η αγάπη στην πραγματικότητα", κάτι που θα ήταν ακόμη πιο παραπλανητικό. Υπάρχει ελάχιστη πραγματικότητα σ' αυτήν την ταινία - κι ακριβώς αυτό είναι που την κάνει χριστουγεννιάτικη ταινία. Γιατί τα Χριστούγεννα είναι ακριβώς η εποχή του χρόνου που επιτρέπει κανείς στον εαυτό του να ρίξει τις αντιστάσεις του και να πιστέψει στα παραμύθια - κυρίως σ' αυτά για την αγάπη "στην πραγματικότητα".

Η βασική μομφή ενάντια στην ταινία, είναι ότι πρόκειται για μια χαρακτηριστική, εξώφθαλμη περίπτωση "συναισθηματικής πορνογραφίας". Από τον αρχικό μονόλογο στην αίθουσα υποδοχής του Χίθροου, με την φωνή του Χιου Γκραντ να θυμάται ότι "όταν τα αεροπλάνα χτύπησαν τους Δίδυμους Πύργους, κανένα από τα τηλέφωνα των επιβατών δεν ήταν μηνύματα μίσους ή εκδίκησης - ήταν όλα μηνύματα αγάπης", μέχρι την εμφάνισή του στην τελική σκηνή στο ίδιο αεροδρόμιο, στον ρόλο του Βρετανού πρωθυπουργού - μια τονιμπλερική φαντασίωση - που ερωτεύεται ένα λαϊκό κορίτσι, όλη η ταινία γαργαλά τους δακρυγόνους αδένες. Και δεν το κρύβει. To "Love, Actually" φώναζε από την αφίσα ότι πρόκειται για την εφαρμογή μιας συνταγής: παίρνεις μια dream team βρετανικού σινεμά (ναι, η Λόρα Λίνεϊ είναι Αμερικανίδα, αλλά δεν έχει σημασία: από την Έμα Τόμσον μέχρι τον Χιου Γκραντ, μέσω Λίαμ Νίσον, Κόλιν Φερθ, κ.ο.κ. όλοι επισκιάζονται από τον Μπιλ Νάι, ό,τι ρόλο κι αν κάνει), προσθέτεις λαμπιόνια και δέντρα, μια δόση κοσμοπολιτισμού, πυκνογραμμένους διαλόγους, εναλλαγές του δράματος με την κωμωδία, αναφορές στην ποπ κουλτούρα (η σχέση του Κέρτις με την ποπ αξίζει από μόνη της ανάλυσης), γενναίες δόσεις κομψού, καλόκαρδου χιούμορ και πασπαλίζεις πάνω σε μια σειρά από παράλληλες πλοκές που καταγράφουν διαφορετικές εκφάνσεις του έρωτα. Βοηθά κι ένα soundtrack που περιλαμβάνει μια παρωδία ενός άψογου τραγουδιού, το "μάλλον-καλύτερο-ποπ-τραγούδι-όλων-των-εποχών" σε ρόλο κλειδί (για το All you need is love των Beatles ο λόγος), λίγη Τζόνι Μίτσελ και ναι, Bay City Rollers. Ο Ρίτσαρντ Κέρτις ακολούθησε την συνταγή κατά γράμμα. Βλέποντας την ταινία, είναι σαν να τον βλέπεις να προσθέτει υλικά και να ανακατεύει. Αλλά - και γι' αυτό υπάρχουν οι συνταγές - το πιάτο του βγήκε. Αυτό όμως είναι το θέμα με την πορνογραφία. Το ότι πολλές φορές καταφέρνει να παραμερίσει την λογική του θεατή και να απευθυνθεί κατευθείαν στο ένστικτο, με τελικό σκοπό τον οργασμό - εν προκειμένω, τον συναισθηματικό.

(Μέρος αυτού του κειμένου δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, την Κυριακή 22/12)

17 Δεκ 2013

Ανθρωπότυποι της Blogovision 2013


Stereotyping people από αυτό που θα ψηφίσουν στο Νο.1 στη φετινή Blogovision. Μια απόλαυση που έγινε θεσμός.

Arcade Fire
Θλιβεροί τζογαδόροι απ’ αυτούς που παίζουν Χρηματιστήριο και αγοράζουν χαρτιά που τους προτείνουν παπαγαλάκια ή που στο Πάμε Στοίχημα ποντάρουν ολόκληρα χιλιάρικα σ’ αυτόν που δίνει απόδοση 1,05. Στην Blogovision του 2010 ψήφισαν National γιατί αυτοί είχαν νικήσει το 2007. Σήμερα ψηφίζουν Arcade Fire γιατί ήταν αυτοί που νίκησαν τους National το 2010. Το 2016 θα ψηφίσουν Arctic Monkeys.

Vampire Weekend
Χαρωπά κορίτσια που είναι αγόρια που τους αρέσουν τα αγόρια να είναι κορίτσια που το κάνουν με αγόρια σαν να ήταν κορίτσια που το κάνουν με κορίτσια σαν να ήταν αγόρια και που εκείνο το ταξίδι τους στη Νέα Υόρκη είναι το σημείο αναφοράς ολόκληρης της χρονιάς που είναι το σημείο αναφοράς των νιάτων τους που είναι το σημείο αναφοράς της ζωής τους και που θα ήθελαν να είναι το σημείο αναφοράς και όλων γύρω τους, που όμως το σημείο αναφοράς τους είναι τα οπίσθια του/της κολλητού/κολλητής τους.

Nick Cave & The Bad Seeds
Κουρασμένες γραφίστριες που έβγαζαν καλά λεφτά όταν ο Κωστόπουλος και ο Λυμπέρης ήταν ακόμη ευυπόληπτοι επιχειρηματίες και που σήμερα σχεδιάζουν καταλόγους για delivery και φτιάχνουν cover images για τις Facebook pages των φίλων τους των fashion bloggers.

Arctic Monkeys
Οι fashion bloggers που λέγαμε παραπάνω.

The National
Ο Druzhok, o Zolotisty, o Sultan, o Tygan, η Zhuchka και ο Boy. Όχι ο μουσικός – σκηνοθέτης. Τα έξι σκυλιά του Παβλώφ που χρησιμοποιήθηκαν στο περίφημο πείραμα και κάποιοι φίλοι τους.

Daft Punk
Κορίτσια νοτίων προαστίων που έχουν για πρότυπο την Kate Upton, DJs δυτικών προαστίων που «μιξάρουν στα decks» μαγαζιών με ονόματα όπως «Κολαστήριο» και «You Porn», μαμάδες βορείων προαστίων που πολύ λατρεύουν τον όρο MILF και –μη μπορώντας να τον υιοθετήσουν δημοσίως– φροντίζουν απλά να έχουν πάντα ανοιχτό το chat του Facebook στο iPhone τους.

Pan Pan
Φανατικοί followers του @postnoise στο Twitter.

Savages
Ημικομπλεξικοί hipsters που προσπαθούν ακόμη να ολοκληρώσουν τη μετάβαση από τη Lifo στο Popaganda χωρίς αυτή να περάσει απαρατήρητη. Όταν δεν διαβάζουν/γράφουν/φωτογραφίζονται/φωτογραφίζουν για free press, μηχανεύονται τρόπους για να καβατζώσουν κανα κατοστάρικο παραπάνω από το μηνιαίο επίδομα που τους καταθέτει ο μπαμπάς τους, ο οποίος –παρεμπιπτόντως– ψηφίζει κι αυτός στη φετινή Blogovision.

Kanye West
Σαλεμένοι από τα ναρκωτικά και το πολύ junk food λάτρεις των b-movies και των ιαπωνικών manga, που κοιμούνται το πολύ δυόμισι ώρες τις καθημερινές και απασχολούνται στο αθάνατο ελληνικό Δημόσιο.

David Bowie
Γονείς hipsters (βλ. παραπάνω, στο λήμμα “Savages”), ξεχασμένοι φίλαθλοι του Παναθηναϊκού που επιμένουν να σχολιάζουν τις επιδόσεις της ομάδας τους στα social media ή ιδιοκτήρες μπαρ, καφέ, σουβλατζίδικου, λουκουματζίδικου, μπεργκεράδικου στο ιστορικό κέντρο της πόλης που θεωρούν ότι η Blogovision είναι μια καλή ευκαιρία για να προσελκύσουν πελατεία.

(Γράφτηκε για τo Jumping Fish)

5 Νοε 2013

Ο Alex Turner έχει πάθει λαρυγγίτιδα


Ο βασικότερος λόγος που γράφω αυτό το κείμενο είναι όχι για να μεταδώσω την είδηση, αλλά για να κάνω τις δικές μου προβλέψεις για την Blogovision του 2013: oι Arctic Monkeys θα κατακτήσουν με ευκολία την πρώτη θέση. Το “AM” δεν είναι το δικό μου αγαπημένο άλμπουμ της χρονιάς, αλλά είμαι καλός στο να παίζω στοίχημα και πάντα βγάζω λεφτά από τα πιο δύσκολα σπορ, όπως το τένις, η ποδηλασία, το χόκεϊ επί πάγου, οι εκλογές, αν το επόμενο παιδί της τάδε βασιλικής οικογένειας θα είναι αγόρι ή κορίτσι και, φυσικά τα μουσικά βραβεία. Οπότε άκου με.

Πίσω στην είδηση τώρα: o Alex Turner έχει πάθει λαρυγγίτιδα και αυτό είναι σημαντικό αφ’ ενός γιατί οι Arctic Monkeys θα νικήσουν στη φετινή #blogovision αφ’ εταίρου γιατί ξέρουμε ότι στη μεγάλη πλειονότητά σας οι αναγνώστες (αναγνώστριες) μας είστε fans τους. Έχει και το χρηστικό ρόλο ότι αν είχατε κλείσει εισιτήρια για κάποια από τις συναυλίες τους σε Γλασκώβη, Μπέρμιγχαμ, Σέφιλντ και Όφενμπαχ, σας ενημερώνουμε ότι έχετε το δικαίωμα να λάβετε τα λεφτά σας πίσω (και να μείνετε με τη γλύκα), ή να αλλάξετε τα αεροπορικά σας εισιτήρια και να τους δείτε πιο μετά.

Απ’ ότι φαίνεται, και οι 4 συναυλίες θα πάνε για αργότερα μέσα στο Νοέμβριο (ήδη ανακοινώθηκε η 18η του μηνός για το Μπέρμιγχαμ και η 20η για τη Γλασκώβη), αλλά και αυτό με επιφύλαξη, αφού με την υγεία δεν παίζουμε και μπορεί ο γιατρός να μη δώσει το ΟΚ μέχρι τότε. Οπότε, αν την πατήσατε ήδη μια φορά, κλείνοντας non-refundable εισιτήρια στο αεροπλάνο, μην την ξαναπατήσετε δεύτερη.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

19 Δεκ 2012

Οι ανθρωπότυποι της Blogovision


...κρίνονται από το όνομα που θα ψηφίσουν ψηλά στη λίστα τους:

(Ένα disclaimer εδώ.)


Alt-J
Χαρωποί, αμέριμνοι hipsters που φορούν ακόμη ευμεγέθη κοκάλινα γυαλιά και καρό πουκάμισα και παίρνουν σβάρνα τα Pukkelpop και τα Bestival, εξαντλώντας τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα από παππούδες και θείες. Προφανώς 20something και πιο κάτω.

Flying Lotus
Μετρημένοι 45άρηδες που ζουν μέσα στην ενοχή για εκείνο τον διορισμό που κανόνισε ο κολλητός του νονού τους πριν 20 χρόνια σε μια ξεχασμένη υπηρεσία του Δημοσίου. Ταξιδεύουν κάθε χρόνο μόνοι τους σε κάποιο εξωτικό προορισμό της Ασίας (Ιάβα, Νησιά Άνταμαν ή Σρι Λάνκα) και κάθε βράδυ με (φανταστική) παρέα στα άδυτα της ογκώδους δισκοθήκης τους, πίνοντας χυδαιότητες όπως πόρτο από το σούπερ μάρκετ.

Mumford & Sons
Φανατικοί fans του Wes Anderson, των δανέζικων τηλεοπτικών σειρών και της J.K. Rowling, για τους οποίους η κορύφωση του “Hopeless Wanderer” είναι ελάχιστα κατώτερη της τελευταίας μεγάλης τους ερωτικής εμπειρίας, τότε που το στην μπουκάλα, στην Ε’ Δημοτικού, η τρίλιτρη κοκακόλα που σβούρισαν έδειξε την ωραία της τάξης.

Swans
Μεταμφιεσμένοι εξωγήινοι που με την ψήφο τους δίνουν το προσυμφωνημένο σινιάλο στους «δικούς» τους να μπουκάρουν στη Γη και να προκαλέσουν ένα κανονικό «τέλος του κόσμου το 2012».

Lana Del Rey
«Ωραίες της τάξης» στο Δημοτικό, που έγιναν assistants σε εταιρείες PR για να τρέχουν λογαριασμούς προϊόντων ομορφιάς και μακρυμάλληδες, υπερκοινωνικοί φοιτητές που ονειρεύονται πολιτική καριέρα με τη ΔΗΜ.ΑΡ. ή το «νέο υπερκόμμα ευρωπαϊκού χαρακτήρα» του Λοβέρδου και ποστάρουν κοινωνιολογικές αναλύσεις στα blogs τους με το μέσο όρο των 29 pageviews το μήνα. Οι πρώτες ακόμη θυμούνται την αηδία που ένιωσαν όταν τις φιλούσαν σπυριάρηδες νυν fans των Mumford & Sons, οι δεύτεροι ακόμη καταφέρνουν να κρύψουν τον ασίγαστο πόθο τους για την ίδια κατηγορία blogovisionολόγων.

The Black Keys
Φίλαθλοι του Ολυμπιακού, πρώην ψηφοφόροι ΠΑΣΟΚ, που έχοντας χάσει το ένα «σιγουράκι» τους, προσπαθούν να το αντικαταστήσουν με κάποιο άλλο.

Animal Collective
Εμπνευσμένα trolls που έχουν ρουφήξει ακόμη και το μεδούλι από τις προηγούμενες Blogovision και βρήκαν τον πιο ξεκαρδιστικό τρόπο να μας κάνουν πλάκα.

Linkin Park
Απολιθωμένες χρυσαυγίτισσες και κνίτισσες που έμαθαν για την Blogovision στο Jumping Fish, ψάχνοντας οι μεν το προφίλ του κολλητού τους ράπερ «Βελισάρριου Σφαγέα» και οι δε νέα για τον Φίλιππο Πλιάτσικα.

The xx
Αποτυχημένες πρώην τενίστριες που πήραν 13 κιλά στα δύο χρόνια από τη μέρα που κρέμασαν τη ρακέτα, μπάρμεν στα μαγαζιά της Πλατείας Καρύτση και της Κολοκοτρώνη (συν καθέτων) που τελευταία δεν «σκοράρουν» όσο συνήθιζαν, επίδοξοι συγγραφείς που γράφουν ήδη τις πρώτες τους σελίδες με την ελπίδα να κάνει το βιβλίο τους ταινία ο Alan Parker με πρωταγωνιστή αυτόν που παίζει τον λόρδο Grantham στο "Downton Abbey".

Neil Young 
Ακομπλεξάριστοι ή τίγκα στο κόμπλεξ ροκάδες με δισκοθήκη (αποκλειστικά σε βινύλια) που απλώνεται σε τοίχους συνολικού εμβαδού 37 τ.μ. και κορνιζαρισμένα κολλάζ με αποκόμματα εισιτηρίων από τις 178 συναυλίες που έχουν πάει στη ζωή τους.

Beach House
Ερωτοχτυπημένα νιάτα που πιστεύουν ότι η πραγματική έξοδος από την οικονομική κρίση θα έλθει μόνο μέσω του ετέρου ημίσεως.

Foxy Shazam
Εγώ.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

1 Αυγ 2012

Πο Πο. Πάφ το Ποπ!

Φωτογραφία: Μαριλένα Σαλαμάνου

Διαστάσεις μονοπωλίου πήρε κάποια στιγμή σήμερα στην hip γωνιά του  Twitter το κλείσιμο του Pop Bar της Κλειτίου. Το Πο Πο Culture! λόγω της συγγενικής του σχέσης -το όνομα εννοούμε- με το εν λόγω μπαρ δεν θα μπορούσε να μη συμμετάσχει στο πένθος. Θα το πράξει με ένα ποίημα:

Hip, πάμε στο Pop;
Μα δεν ακούω Hip Hop!
Hip άκουσες Hop, μα εγώ σου είπα Pop
Αν και το μπαρ είναι, ξέρεις, hip
Είναι και pop, βεβαίως, και μια σταλιά επίσης.


Hip ήμουν στο Pop
Hype και indie και μεθυσμένος ενίοτε.
Εσύ ήσουν broke. Και είχες άσθμα.
Ποτό έπαιρνες από δίπλα. Μισοτιμής. Και το έπινες έξω.
Μέσα ο pop καπνός, παφ πουφ. Μέσα παφ και 12ευρω το hip ποτό.


Hip, πήγες στο Pop;
Έκλεισε!
Δεν πειράζει, τρύπες υπάρχουν. 

12 Ιουλ 2012

Ένας χρόνος "Jazz Flirt"

…ή πώς μια μικρή τζαζ γιορτή σε ένα καφέ μπορεί να είναι τεκμήριο της αθόρυβης αλλά ουσιαστικής άνθισης της σύγχρονης ελληνικής σκηνής.


Aς το πάμε ανάποδα, ξεκινώντας από τα συμπεράσματα. Συμπέρασμα πρώτο: αυτήν την στιγμή, στην Ελλάδα της πτώχευσης, παράγεται καταπληκτική τζαζ από μουσικούς υψηλού επιπέδου, εξαιρετικής δεξιοτεχνίας, διαβασμένους, ταξιδεμένους, κοσμοπολίτες. Υπάρχει μια σκηνή που βράζει, που σφύζει από ζωή και δημιουργικότητα. Συμπέρασμα δεύτερο: αυτή η σκηνή δεν έχει διέξοδο έκφρασης. Ψάχνει απεγνωσμένα χώρους να παίξει, τρόπους να έρθει σε επαφή με το δυνητικό κοινό της. Στα συμπεράσματα αυτά κατέληξα όταν έγινα ερασιτέχνης διοργανωτής μίνι-συναυλιών.

Ξέρω ότι παραβιάζω πολλούς κανόνες δημοσιογραφικής δεοντολογίας αυτήν την στιγμή, αλλά είναι αναπόφευκτο. Κι ελπίζω οι αναγνώστες να πιστέψουν την διαβεβαίωση ότι γράφω αυτό το σημείωμα όχι τόσο με την ιδιότητα του (άνεργου, έτσι κι αλλιώς) δημοσιογράφου, ούτε καν με αυτήν του συνιδιοκτήτη ενός από τα τέσσερα καφέ με την επωνυμία Petite Fleur, αλλά με την ιδιότητα ενός ανθρώπου που αγαπά την μουσική, ενδιαφέρεται γι' αυτήν, παρακολουθεί την εξέλιξή της και θεωρεί την τζαζ ως την σημαντικότερη μορφή τέχνης που γέννησε ο 20ός αιώνας. Με αυτό το κριτήριο - την αγάπη για την τζαζ - αποφασίσαμε (οι συνεργάτες του Petite Fleur) πέρσι το καλοκαίρι να καλέσουμε φίλους μουσικούς να καταλάβουν τα (ελάχιστα, ομολογουμένως) τετραγωνικά του χώρου μας. Είχαμε ζηλέψει αυτό που βλέπαμε να συμβαίνει στα καφέ σε διάφορες χώρες που επισκεφτόμασταν και θέλαμε να το αντιγράψουμε: χαλαρή ατμόσφαιρα, επικεντρωμένη στην μουσική, χωρίς τα κλισέ που συνοδεύουν την τζαζ - το αλκοόλ, την πόζα, την νύχτα.

Ο φίλος παραγωγός ραδιοφώνου Χρήστος Παπαμιχάλης βάφτισε αυτήν την δραστηριότητα "Jazz Flirt", ενώ ο Γιώργος Τσαλαβούτας (ο ιθύνων νους του Petite Fleur) έβαλε την αυτοσαρκαστική προσθήκη "le petit festival" - άλλωστε μιλάμε για χώρους που δεν μπορούν να φιλοξενήσουν παρά 20-30 ανθρώπους. Τους μουσικούς συγκέντρωσε ο Αναστάσης Γούλιαρης, ο άνθρωπος πίσω από το Petite Fleur στο Κολωνάκι, ενεργοποιώντας την άλλη του ιδιότητα: εκείνη του τζαζ ντράμερ. Εκείνος, με τον πιανίστα Γιώργο Μικρό αποτέλεσαν την ραχοκοκαλιά του εγχειρήματος, για να ακολουθήσουν ένα πλήθος μουσικοί: μπασίστες (Στάθης Παρασκευόπουλος, Περικλής Τριβόλης, Χάρης Μέρμηγκας, Κώστας Κωνσταντίνου και ο έφηβος Αρίων Γυφτάκης), πιανίστες (Προκόπης Κοττάκης, Κωστής Χριστοδούλου, Γιάννης Παπαδόπουλος, Μάνος Σαριδάκης, Παντελής Μπενετάτος Βαγγέλης Στεφανόπουλος, Γιώργος Τσώλης, Μάνος Αθανασιάδης, Κώστας Γιαξόγλου), σαξοφωνίστες (Γιάννης Παπαναστασίου, Δημήτρης Παντελιάς, Βασίλης Γούζιος, Μάριος Βαληνάκης, Φωτεινός Τσακόπουλος, Κωστής Βαζούρας, Ορφέας Τσουκαλάς), τρομπετίστες (Δημήτρης Παπαδόπουλος, Στέλιος Χατζηκαλέας), κιθαρίστες (Στέλιος Παρασκευάς, Γιώργος Νάζος, Ανδρέας Παπαγιαννακόπουλος, Γρηγόρης Ντάνης, Θεοδόσης Κοσμίδης, Αλέξανδρος Καραδήμος, Δημήτρης Λαζαρίδης), τραγουδίστριες (Αλεξάνδρα Λέρτα, Σμαράγδα Λεκκού, Νάσια Γκόφα, Αγγελική Τουμπανάκη, Λουκία Παλαιολόγου, Ελένη Βαλεντή, Τέρη Βακιρτζόγλου, Εύα Κοτανίδη, Tamuz Nissim), ενώ μας έχουν τιμήσει με την παρουσία τους ο Δήμος Δημητριάδης, ο Γιώργος Κοντραφούρης, ο Δημήτρης Βασιλάκης, ο Ανδρέας Πολυζωγόπουλος.

Είναι σίγουρο ότι ξεχνάω κάποιους, αλλά θέλω να σταθώ σε δύο sui generis περιπτώσεις: εκείνη του Μιχάλη Καταχανά που με την βιόλα του έχει καθηλώσει όποιον τον ακούει να παίζει και τον Δημήτρη Τάσαινα, έναν σπάνιο τραγουδιστή (λες και δεν είναι από μόνο του σπάνιο στην Ελλάδα να υπάρχει τζαζ τραγουδιστής) που μπορεί με άνεση να σταθεί τόσο στα standards ή να πειραματιστεί με τα όρια του ήχου, του τραγουδιού, του ηλεκτρικού ήχου. Αν αναφέρω ονόματα, δεν είναι μόνο για λόγους ευγνωμοσύνης, αλλά γιατί εκείνοι είναι που συνθέτουν την σύγχρονη ελληνική τζαζ σκηνή (μαζί με δεκάδες άλλους, φυσικά).

 Το θέμα είναι ότι για να υπάρξει τζαζ σκηνή χρειάζεται να αλληλεπιδράσουν μερικοί παράγοντες. Πρέπει κατ' αρχάς να υπάρχουν ωδεία. Πρέπει να υπάρχουν κλαμπ και μουσικές σκηνές που θα επιτρέψουν στους μουσικούς να έρθουν σε επαφή με το κοινό. Θα πρέπει να υπάρχουν media που θα φέρουν σε επαφή το κοινό με τους καλλιτέχνες. Και θα πρέπει να υπάρχει και ακροατήριο, ασφαλώς, που να μπορεί να συντηρήσει αυτήν την σκηνή.

Δεν θα εξετάσω κάθε παράγοντα ξεχωριστά, αλλά θα σταθώ στο θέμα της παιδείας. Στην Αθήνα περιορίζεται στο συνεπές πρόγραμμα σπουδών του Νάκα και του Atheneum (οι βραδιές που οι σπουδαστές παρουσιάζουν τις "εργασίες" τους είναι ένα από τα καλύτερα κρυμμένα τζαζ μυστικά της Αθήνας, μια εξαιρετική πηγή απόλαυσης), ενώ στην Κέρκυρα, με λιγοστά μέσα, το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου (και προσωπικά ο Δήμος Δημητριάδης) κάνει θαύματα, καλλιεργώντας τζαζ ταλέντα. Αλλά η σημαντικότερη συμβολή στην μουσική παιδεία της ελληνικής σκηνής ήταν η Ευρωπαϊκή Ένωση, που επέτρεψε σε φιλόδοξους μουσικούς να βγουν με άνεση εκτός συνόρων, να σπουδάσουν σε κονσερβατόρια, να σχηματίσουν πολυεθνικές μπάντες, να ηχογραφήσουν: προτείνω ανεπιφύλακτα το (ηχογραφημένο στην Γερμανία) "The Room Upstairs" του σαξοφωνίστα Δημήτρη Παντελιά, ή το (ηχογραφημένο στην Πορτογαλία) "Undelivered" του πιανίστα Σπύρου Μάνεση, για να αναφέρω μόνο δύο παραδείγματα άλμπουμ. Ειδικά η Ολλανδία είναι πια το σημείο αναφοράς της ελληνικής σκηνής, που πηγαίνει στην Χάγη και στο Ρότερνταμ για να αποκτήσει πολύτιμη γνώση και εμπειρία - χωρίς να λείπουν φυσικά οι (όλο και περισσότεροι) μουσικοί που τολμούν το υπερατλαντικό ταξίδι και περηφανεύονται ότι έχουν περγαμηνές από το περίφημο Berklee της Βοστόνης.

Δεν είναι υπερβολικό να πει κανείς ότι αυτήν την στιγμή το επίπεδο της ελληνικής τζαζ σκηνής είναι καλύτερο από ποτέ, προσφέροντας μια ευρεία γκάμα ακουσμάτων και ηχητικών αποχρώσεων που πιάνει από το κλασικό bop και το swing (με ειδική έμφαση στην όλο και πιο ακμαία gipsy swing κοινότητα), μέχρι το ethnic, το fusion και τον μοντέρνο αυτοσχεδιασμό όπως τον ορίζουν μουσικοί όπως ο Joshua Redman, ο Kurt Rosenwinkel, ο Brad Mehldau ή ο Aaron Parks. Και είναι πραγματικά αποκαρδιωτικό το ότι δεν υπάρχει δημιουργική διέξοδος γι' αυτήν την σκηνή: από τότε που έκλεισε το "Παράφωνο" και το "Jazz Upstairs" - πιο πρόσφατα το "Bacaro", οι Έλληνες μουσικοί έχουν μείνει άστεγοι, περιπλανώμενοι από μπαρ σε μπαρ κι από καφέ σε καφέ. Δεν λείπουν οι μεμονωμένες κινήσεις: το "Dizzy Miles", το "Φλοράλ", το "Verve", το "Faust", το "Art Gallery" (για να αναφέρω μερικούς χώρους) δίνουν στην ελληνική σκηνή την διέξοδο που χρειάζεται - την ίδια στιγμή η "Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών" (που φέτος έκανε την διαφορά με τις τζαζ εκδηλώσεις της) φιλοξένησε πολλούς Έλληνες μουσικούς, ενώ δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει θετικά και το ότι το Half Note έκανε αποφασιστικές κινήσεις για να γεφυρώσει το χάσμα που υπήρχε ανάμεσα στο κλαμπ και την ελληνική σκηνή. Η οποία πλέον μάς περιλαμβάνει όλους: τους μουσικούς, το κοινό, το περιοδικό, τις μεμονωμένες εκπομπές στο ραδιόφωνο ("ερτζιανό" και διαδικτυακό), τους ακροατές, τα κλαμπ και, ναι, κάποια μικρά καφέ που ειδικεύονται στην σοκολάτα και που κάθε τόσο στήνουν μικρές συναυλίες για παρέες 20-30 ατόμων και που με υπερηφάνεια παρουσιάζουν το cd που συνοδεύει το τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου του περιοδικού "Jazz & Τζαζ".


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Jazz&Τζαζ που κυκλοφορεί στα περίπτερα και που συνοδεύεται με το cd "Petite Fleur Presents SUMMER JAZZ FLIRT: fresh sounds from the Greek scene", για το οποίο νιώθω προσωπικά πολύ περήφανος).

8 Ιουν 2012

Γυριστρούλα


Σε μια ανάπαυλα από τον αέναο και αδυσώπητο αγώνα κατά του ιμπεριαλισμού, του κεφαλαίου και της πλουτοκρατίας - κι από τον προεκλογικό αγώνα κατά του ΣΥΡΙΖΑ - η πρόεδρος του φαν κλαμπ του Λάκη με τα Ψηλά Ρεβέρ, πέρασε μια ευχάριστη βραδιά με τις φίλες της, τις "Ρεβερίτσες".

1 Ιουλ 2011

Aμηχανία

Το ένα μου χέρι έχει μια μικρή γαλάζια πιτσιλιά. Το άλλο μια εξίσου μικρή φούξια.Είναι γιατί χθες, μέχρι τις 4 τα ξημερώματα βρισκόμουν στο μαγαζί που πια είναι η βασική μου δουλειά και προσπαθούσα να βάψω κάτι τραπεζάκια. Δώδεκα ώρες αργότερα βρισκόμουν σε ένα meeting σχετικό με μια άλλη δουλειά, πιο συναφή με την μέχρι τώρα επαγγελματική μου δραστηριότητα. Βρέθηκα να εξομολογούμαι σε έναν σχεδόν άγνωστό μου άνθρωπο την πλήρη μου αδυναμία να γράψω κάτι εδώ και περίπου έναν χρόνο.Εντάξει, όχι πλήρη αδυναμία: όσο δούλευα στο Big Fish κατάφερνα, χωρίς ιδαίτερο κόπο, να βγάλω δύο κείμενα των 500 λέξεων την εβδομάδα, με σκέψεις και αντιδράσεις για όσα έβλεπα γύρω μου. Αλλά οφείλω να ομολογήσω πως η απόλυσή μου, μού προκάλεσε πρώτα από ολα ανακούφιση. Είναι ίσως μια ένδειξη της αποτυχίας μου ως δημοσιογράφου, αλλά πιστεύω στ' αλήθεια πως ο κόσμος μπορεί να ζήσει και χωρίς την άποψή μου. Πολύ περισσότερο δε που "η άποψή μου" - κι αυτή είναι άλλη μια ένδειξη της αποτυχίας μου ως δημοσιογράφου - δεν είναι κάτι σαφές. Από την στιγμή που η χώρα βρέθηκε στο καθεστώς του Μνημονίου, έπιασα τον εαυτό μου να αλλάζει γνώμη με αστραπιαίες ταχύτητες: δεν προλάβαινα να σκεφτώ κάτι και αμέσως μού ερχόταν στο μυαλό η ακριβώς αντίθετη σκέψη.Βλέπω, όλους αυτούς τους μήνες, να πεθαίνει η Ελλάδα που ξέραμε τα τελευταία 30 χρόνια και δεν μπορώ παρά να νιώσω χαρά. Γιατί πιστεύω πως αυτή η Ελλάδα δεν πήγαινε άλλο. Θέλω κι εγώ να τελειώνουμε με το Δημόσιο, να σταματήσουν να υπάρχουν κρατικές επιχειρήσεις - δεν υπάρχει κανένας λόγος το Κράτος να είναι επιχειρηματίας, πρέπει απλώς να ελέγχει, να ρυθμίζει και να εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις για την ομαλή λειτουργία των επιχειρήσεων, τόσο των "Κοινής Ωφελείας", όσο και των υπολοίπων. Αλλά αυτό σημαίνει ότι θέλω να απολυθεί τόσος κόσμος, να μείνει στον δρόμο χωρίς προοπτική, να χάσουν την δουλειά τους μερικές χιλιάδες μόνιμοι της ΕΡΤ - η οποία, επιτέλους, θα πρέπει να έχει ΕΝΑ τηλεοπτικό κανάλι και δύο-τρία ραδιόφωνα, αν όχι μόνο το "Τρίτο". Δεν θέλω, όμως, να χάσει κανείς την δουλειά του. Θέλω να δικαιωθούν οι συμβασιούχοι που ακούν ψέμματα τόσα χρόνια. Πιστεύω στο κράτος πρόνοιας, θέλω κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη και υγεία και παιδεία και συντάξεις και ποδηλατόδρομους και δημοτικές βιβλιοθήκες και μονόκερους να χορεύουν στις παρυφές διπλών ουράνιων τόξων. Είδα το μπαλόνι που λέγεται "Ελλάδα των τελευταίων 30 χρόνων" να σκάει στα χέρια μου και δεν εννοώ ότι έχασα μια καλοπληρωμένη δουλειά και ξέρω ότι η επόμενη δουλειά στο "αντικείμενό μου" θα είναι με χειρότερους όρους - εννοώ ότι είμαι διαβητικός και βλέπω τα ταμεία να δυσκολεύονται να μου καλύψουν τα πραγματικά μου μηνιαία έξοδα για τα αναλώσιμα της αντλίας ινσουλίνης και ξέρω ότι αυτό είναι συνέπεια του γεγονότος ότι η μητέρα μου βγήκε στην σύνταξη από τα 45 της. Προσπαθώ εδώ και πέντε χρόνια να λειτουργήσω μια μικρομεσαία επιχείρηση - την μόνη στην κατηγορία της (και νομίζω ότι ξέρω τι λέω) που κόβει απόδειξη ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΛΑΤΗ - και έχασα έξι μήνες στην πολεοδομία για να την στήσω, επειδή δεν ήθελα να καταθέσω ψεύτικα σχέδια, αλλά ακόμη και για να διορθώσεις κάτι στην πολεοδομία πρέπει να λαδώσεις. Όμως δεν νιώθω αγανακτισμένος. Δεν έχω νιώσει την ανάγκη να πάω στο Σύνταγμα να μουτζώσω κτίρια ούτε - πολύ περισσότερο - να "αποκλείσω" την βουλή, εμποδίζοντας αυτούς που εγώ έστειλα εκεί να πάνε να κάνουν την δουλειά που τους ανέθεσα - κι ας την κάνουν φρικτά. Διαβάζω κάθε μέρα κάποιον να λέει ότι έχουμε Χούντα κι εκνευρίζομαι. Δεν έχουμε Χούντα. Έχουμε μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση που κάνει αυτό που έχει δικαίωμα να κάνει: παίρνει σκληρά, αντιλαϊκά μέτρα, αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις του λαού. Θα κριθεί από το αποτέλεσμα - που ναι, θα είναι μια πλήρης αποτυχία. Αλλά μια ανίκανη κυβέρνηση δεν είναι χούντα. Είναι μια κυβέρνηση που πρέπει να αλλάξει, όταν έρθει η ώρα - και τότε, θα πρέπει να στείλουμε άλλους, καλύτερους. Μετά συμβαίνει μια μέρα σαν την περασμένη Τρίτη, με όλη αυτήν την φρικαλεότητα που ζήσαμε στο κέντρο της Αθήνας, και νιώθω να κλονίζομαι: αν δεν είναι χούντα, γιατί η Αστυνομία επιτίθεται στους πολίτες; Δεν έχω απάντηση. Όλες μου οι σκέψεις μπάζουν από παντού - αλλά τις προτιμώ από τις αεροστεγείς απόψεις που βλέπω γύρω μου, τις προτιμώ από τους "Μνημονιακούς" που θεωρούν λογικό να πληρώσουμε στις τράπεζες για μια κρίση που εκείνες προκάλεσαν (σε συνεργασία με ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, φυσικά), τις προτιμώ από εκείνους που πιστεύουν ότι τώρα ήρθε η ώρα να πέσει ο καπιταλισμός και κάνουν πολιιτκή ψυχοθεραπεία στις "Λαϊκές συνελεύσεις" του Συντάγματος, πιστεύοντας ότι με τα φληναφήματά τους θέτουν τις βάσεις για μια άλλη Πολιτεία. Είναι και μερικοί φίλοι μου εκεί. Κι άλλοι που δεν είναι φίλοι μου αλλά τους ξέρω. Προσπαθούν μέσα από τις συλλογικότητες να βρουν απαντήσεις για τα υπαρξιακά τους κενά. Είναι οι ίδιοι ταλιμπάν που βλέπεις να συρρέουν στις ΜΚΟ - παλιότερα πήγαιναν στα κόμματα.
Τόση ώρα γράφω γι' αυτά που δεν μπορώ να γράψω - και θαυμάζω τον Homo Ludens που καταφέρνει να βάλει τις σκέψεις του σε σειρά, είτε γράφει για μουσική, είτε για τα ΜΜΕ, είτε για την Κρίση. Εγώ δεν μπορώ να το κάνω. Δεν μπορώ να βάλω τις σκέψεις μου σε σειρά για τα σημαντικά. Θα μπορούα να γράψω για τα άλλα - τις απολαύσεις της ζωής, την μουσική, τις γυναίκες, τα κόμιξ (σε τελική ανάλυση, οι οικονομίες καταρρέουν, οι χώρες διαλύονται, αλλά οι άνθρωποι δεν τελειώνουν ποτέ, η ζωή δεν σταματά). Αλλά κι αυτό μου φαίνεται μάταιο - όταν γύρω σου όλα διαλύονται, πώς είναι δυνατόν εσύ να ακούς αμέριμνος Offpiste Gurus;
Ξύπνησα σήμερα βαρύς, νιώθοντας, ως πολίτης, βαθιά προδομένος από τους θεσμούς της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (την οποία συνεχίζω να θεωρώ μια από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του ανθρώπου). Άνοιξα το twitter κι ανάρτησα ένα τραγούδι του Έλινγκτον, όπως το είπε η θεά Ρομπέρτα Γκαμπαρίνι (η οποία πέρσι τραγούδησε σε μια άδεια Τεχνόπολη) μαζί με τον υπέρκομψο Χανκ Τζόουνς. Το έκανα με δισταγμό, με ντροπή, σαν να μην ταιριάζει στο κλίμα της ημέρας. Ένας (άγνωστος) φίλος είπε ότι τον έκανε να νιώσει καλύτερα. Είχε δίκιο. Πρέπει να κρατηθούμε από αυτά που αγαπάμε.
(Tο σκίτσο του Αλτάν λέει: "Αυτή η κρίση θα κρατήσει χρόνια". "Επιτέλους, λίγη σταθερότητα".)

27 Απρ 2011

Γιατί δεν αξίζει να πάρει το Champions League η Ρεάλ Μαδρίτης


Την τελευταία φορά που η Ρεάλ σήκωσε ένα Κύπελλο ήταν πριν μια βδομάδα. Αντίπαλός της ήταν και πάλι η Μπαρτσελόνα. Το βαρύτιμο τρόπαιο (sic) κατέληξε κάτω από το πούλμαν της ομάδας. Απόψε ξέρεις ποιον πρέπει να στηρίξεις. Ε;

Ψηφίζουμε Γιάννη Δημαρά...


...γιατί ποτέ δεν φοβήθηκε να αναμετρηθεί με τη βρωμιά.

9 Φεβ 2011

Geena Davis

Πάντα μού άρεσε που το Τζίνα το έγραφε Geena. Και το επώνυμο, Davis. Τόσο απλά. Θα περίμενα Davies.

7 Φεβ 2011

Ο φόβος μας φέρνει πιο κοντά


Μπορεί η Χρυσή Σφαίρα καλύτερης δραματικής σειράς να πήγε στο «Boardwalk Empire», το γκανγκστερικό δράμα εποχής με τον Στιβ Μπουσέμι, αλλά η πιο επιτυχημένη δραματική αμερικανική σειρά της σεζόν είναι μάλλον το «Walking Dead», που προσφέρει απλόχερα αίμα και βία, παρουσιάζοντας μια στρατιά αιμοσταγών ζόμπι να κατασπαράσσουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Προϋπόθεση για να το απολαύσει κανείς αυτό το θέαμα είναι να αντέχει το αίμα και τη θέα της κατακρεουργημένης σάρκας, και κυρίως να απολαμβάνει τα αλλεπάλληλα «μπου», το αίσθημα του φόβου, κάτι που προφανώς έχουμε εμπεδώσει πια για τα καλά στη μαζική κουλτούρα. Εκπαιδευτήκαμε εδώ και μερικά χρόνια με τους βρικόλακες και τα βαμπίρ κάθε είδους και τώρα είμαστε έτοιμοι να περάσουμε στο επόμενο στάδιο. Δεν είναι τυχαίο ότι την ώρα που τα downloads του «Walking Dead» δίνουν και παίρνουν έσκασε στις αίθουσες και το «Let me in», το (απαραίτητο) αμερικανικό ριμέικ του σουηδικού βαμπιροδράματος «Ασε το κακό να μπει». Ο τίτλος θα μπορούσε να είναι το μότο της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας: εθισμένοι στην κουλτούρα του φόβου, τον αφήνουμε να εισβάλλει και να καθορίσει τον τρόπο ζωής μας. Ειδικά στην Ελλάδα, περάσαμε τις πιο τρομοκρατημένες γιορτές των τελευταίων δεκαετιών - «αν το 2010 σου φάνηκε δύσκολο, περίμενε να δεις το 2011» ήταν το πνεύμα στο οποίο κινήθηκε ο δημόσιος λόγος. Τέσσερις εβδομάδες μέσα στο 2011, διατελούμε σταθερά σε κλίμα ελεγχόμενου πανικού και καθησυχαστικού φόβου, με την πτώχευση, τα σκληρά μέτρα, το φάντασμα της δραχμής και την ανεργία να σκοτεινιάζουν τις μέρες μας - ακόμη και ο νόμος για το κάπνισμα απειλεί να επανέλθει κι αυτή τη φορά να εφαρμοστεί. Κι εκεί που πολλοί έβλεπαν ως λύση στην οικονομική δυσχέρεια τη μετανάστευση, ήρθε να τους τρομοκρατήσει η ίδια η Φύση, με τη μορφή θεομηνιών και ακραίων καιρικών φαινομένων: πλημμύρες στην Αυστραλία, καταστροφές στη Βραζιλία, φονικό ψύχος στην Ευρώπη, ούτε να μεταναστεύσει κάποιος δεν μπορεί.
Δεν είναι παράλογο δηλαδή που μέσα σε αυτό το κλίμα επέστρεψε σαν κερασάκι στην τούρτα ο φονικός ιός Η1Ν1 να εμπλουτίσει τον φόβο με μια δόση πανικού - και να θυμίσει στον κόσμο ότι υπάρχουν τόσα αδιάθετα και χρυσοπληρωμένα εμβόλια, είναι κρίμα να πάνε χαμένα. Την ίδια στιγμή, ένας άλλος φόβος έχει επανακάμψει δριμύτερος: αυτός του ηλεκτρονικού φακελώματος. Μπορεί πια το barcode και η μαγνητική ταινία να μην έχει πάνω της τον μπαμπούλα του «666», που κάποτε κατέβαζε στους δρόμους παπάδες και τσεμπεροφορούσες γριές, αλλά μια μερίδα πολιτών είναι πρόθυμη να ρισκάρει τα δικαιώματα του πολίτη, αρνούμενη την περίφημη κάρτα μέσα από την οποία θα περνούν όλες μας οι οικονομικές συναλλαγές. Το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι αυτοί οι κατά φαντασίαν Τζούλιαν Ασάντζ, που πιστεύουν ότι στις ηλεκτρονικές πληροφορίες που ανταλλάσσουν κρύβονται στοιχεία που απειλούν κυβερνήσεις (όχι ότι οι κυβερνήσεις απειλήθηκαν από τα κουτσομπολιά που αποκάλυψε το WikiLeaks) είναι πρόθυμοι να ξεράσουν κάθε τους προσωπικό δεδομένο στο Facebook, προκειμένου να ξαναβρεθούν με τους παλιούς τους συμμαθητές και να φλερτάρουν στο μεγάλο παγκόσμιο ηλεκτρονικό νυφοπάζαρο. Αλλά κάπως έτσι, η ιστορία του Facebook έγινε η πιο ενδιαφέρουσα κινηματογραφική ιστορία της χρονιάς, όπως απέδειξε και το βραβείο που πήρε στις Χρυσές Σφαίρες.
(Δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του εβδομαδιαίου "Big Fish", την κυριακή 23/1 - το αναδημοσιεύω επειδή κάτι συζητάνε για τον φόβο στο τουίτερ, και είπα να συμβάλλω με όποιον τρόπο μπορώ).

2 Φεβ 2011

Επαγγέλματα που χάνονται

ΔΑΚΤΥΛΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ & ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΩΝ (Γιατί όλοι ξέρουμε πόσο δύσκολη δουλειά είναι να αλλάξεις τους χαρακτήρες από ελληνικούς σε λατινικούς)
ΚΕΙΜΕΝΩΝ
ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ
ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ SCANNER
ΠΙΝΑΚΕΣ EXCEL (Είναι αυτό το εντυπωσιακό πρόγραμμα με τον πίνακα, μάγκα μου)
ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΕ CD (Μέχρι πέρσι, το έδιναν σε κασσέτα)
ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΜΕ E-MAIL (Γιατί, ψόφησαν τα περιστέρια; Μπούκωσαν τα pneus;)
ΤΗΛ.: (....)
Βρήκα την κάρτα στο ταξί (και την ΔΑΚΤΥΛΟΓΡΑΦΗΣΑ Ο ΙΔΙΟΣ, καθώς δεν έχω ΣΚΑΝΕΡ) και θυμήθηκα τα φοιτητικά μου χρόνια. Οι παρενθέσεις δικές μου, προφανώς.

9 Δεκ 2010

Μάτα χάρι ή Archandroid;

Κάποιοι ψηφίζουν ψηλά την Janelle Monae στην Blogovision. Tους υπενθυμίζω ότι δεν αποτελεί παρά μια φτηνή αντιγραφή της Νίνας Λοτσάρη.

29 Οκτ 2010

Γουντιαλενικότερος του Γούντι Άλεν

Χθες το βράδυ, στο φουαγιέ της "Αβάνας", περιμένοντας να τελειώσει η προηγούμενη προβολή, επινόησα κι άρχισα να παίζω ένα παιχνίδι. Δεν το έχω τελειοποιήσει ακόμη, αλλά το ονόμασα προσωρινά "πόσο γούντι είσαι" και οι κανόνες έχουν (πάνω-κάτω) ως εξής: παρατηρείς το κοινό στις ταινίες του Γούντι Άλεν* και ψάχνεις αυτόν που είναι γουντιαλενικότερος του γούντι, ενδυματολογικά κυρίως, προσθέτοντας και αφαιρώντας πόντους ανάλογα.Μυωπικά γυαλιά: +1 πόντος
Με κοκάλινο σκελετό: +2 πόντοι
Χρωματιστά/εκκεντρικά τύπου λάλα/ αναγνωστάκη: - 3 πόντοι
Σακάκι: +1
Κοτλέ/ Τουίντ/ Καρό: +2
Με δερμάτινα μπαλώματα στους αγκώνες: +3
Μπουφάν: -2
Δερμάτινο μπουφάν: -5
Κοτλέ παντελόνι: +2
Κοτλέ παντελόνι με κοτλέ σακάκι: -3 (μην τρελαθούμε κιόλας)
Τζιν: -5
Πουλόβερ: +1
Πουλόβερ με πουκάμισο από μέσα: +2
Πουλοβεράκι χωρίς μανίκια: +3
Πουλοβεράκι χωρίς μανίκια με ρόμβους στο σχέδιο: +4
Πουκάμισο με ψιλό καρό: +1
Πουκάμισο καρό καουμπόικο: -5 (αλλά κερδίζεις πόντους στην κλίμακα "Brokeback Mt")
Γραβάτα: +1
Φαλάκρα: +2
Παπούτσια με κρεπ σόλα: +1
Αθλητικά παπούτσια: -2
Καινούρια αθλητικά παπούτσια, τραγανά, του κουτιού: -5
Μουστάκι/Γένια: -2 (αλλά +10 στην κλίμακα "ουμπερτικότερος του Έκο")
Συνοδεύεσαι από γυναίκα τουλάχιστον δέκα χρόνια μικρότερή σου: +10
Bonus: αν δεν έχεις αρνητικούς πόντους και καταφέρεις να συνδυάσεις όλα αυτά με ψαράδικο καπέλο διπλασιάζεις τους πόντους σου!Στην χθεσινή, πρώτη διοργάνωση, δεν βρέθηκε νικητής, γιατί δεν μετρούσα τους πόντους, αλλά μπήκε σωσίας του Λάρι Ντέιβιντ που λογικά θα κέρδιζε με διαφορά, αφήνοντας πίσω τον φίλο του - ένα υβρίδιο Μπομπ Μπάλαμπαν/ Ρον Ρίφκιν του φτωχού. Όσο για την ίδια την ταινία, σε γενικές γραμμές ισχύουν όσα γράφει ο Γιώργος Κρασσακόπουλος, έφυγα ελαφρώς απογοητευμένος και δύσκολα θα πρότεινα σε κάποιον να πάει να το δει, αλλά, όσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο πιο πολύ με απασχολούν αυτοί οι ήρωες που έχει βάλει να αλληλεπιδρούν σ' αυτήν την ταινία-χωρίς-κάθαρση, ήρωες που φτιάχνουν σχέσεις στηριγμένες στο ψέμα και την αυταπάτη, που επικοινωνούν κάνοντας παράλληλους μονολόγους που δεν συγκλίνουν πουθενά. Επίσης: Λούσι Παντς!* (δεν ξέρω τι σημαίνει ακριβώς, αλλά δεν μπορεί να είναι τυχαίο το ότι, αν βάλεις το "Tall, Dark Stranger" στο google images θα σου βγάλει κάποια στιγμή αυτόν τον συμπαθή μακαρίτη).

30 Σεπ 2010

Ο άντρας ο σωστός, ο Τούρκος


«ΛΑΤΡΕΥΩ ΤΗΝ ΤΕΣΤΟΣΤΕΡΟΝΗ ΤΟΥ ΟΝΟΥΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!» Έτσι ακριβώς, με εκκωφαντικά κεφαλαία, αναρίθμητα «Ρ» κι ακόμη περισσότερα θαυμαστικά έσκασε στην οθόνη μου το μήνυμα. Το κοίταζα να αναβοσβήνει εντυπωσιασμένος. Αποστολέας μια φίλη μου και το παραλήρημα ήταν η απάντηση στην γνήσια απορία μου: «πώς είναι δυνατόν, καλλιεργημένες γυναίκες να κάθεστε να βλέπετε το ‘τούρκικο’;»
Η ερώτησή μου ήταν, προφανώς, αφελέστατη. Όπως κάθε επιτυχημένη σειρά που σέβεται τον εαυτό της, οι «Χίλιες και μία Νύχτες» περιλαμβάνουν όλα τα απαραίτητα συστατικά: δραματική πλοκή, βασανισμένους ήρωες, δολοπλοκίες και παρεξηγήσεις, άσβεστα πάθη, πολύ κλάμα – κι έναν πρωταγωνιστή που προκαλεί ονειρώξεις στις γυναίκες. Έναν πρωταγωνιστή που, όπως κάθε άντρας που σέβεται τον εαυτό του, όφειλα να μισώ θανάσιμα. Δεν έφταναν όλα τα άλλα στοιχεία που ναρκοθετούν το πεδίο μάχης στον αιώνιο πόλεμο των φύλων, τώρα έχουμε κι έναν νέο παράγοντα: το πρότυπο «Ονούρ».
Ακόμη και ηχητικά να το δει κανείς, εύκολα έρχεται στο μυαλό ο «Ομάρ», ο άντρας του Άρλεκιν που φαντασιωνόταν η Δήμητρα Παπαδοπούλου σε ένα ιστορικό πλέον επεισόδιο των «Απαράδεκτων». Στιβαρός, λιγομίλητος, με μια σκιά μελαγχολίας στα υγρά γαλανά του μάτια, ο Ονούρ αποτελεί την τελευταία ενσάρκωση του ίδιου αντρικού προτύπου – ενός κλισέ των γυναικείων φαντασιώσεων. Κι όπως κάθε κλισέ, στοιχειώνει τον αντρικό πληθυσμό με ένα αγχωτικό ερώτημα, όπως αυτό που έθετε η Δήμητρα στον Σπύρο Παπαδόπουλο: «γιατί δεν είσαι κι εσύ σαν τον Ονούρ:»
Γιατί, αλήθεια; Αφήνοντας στην άκρη την προκατάληψή μου, ριζωμένη σε έναν πολτό από κόμπλεξ (σεξουαλικά, κοινωνικά, πατριωτικά) αποφάσισα να παρατηρήσω προσεκτικά αυτόν τον άντρα που αναστατώνει τις ορμόνες της Ελληνίδας τηλεθεάτριας και να δω ποια είναι ακριβώς τα χαρακτηριστικά του «άντρα των ονείρων» της – ώστε να καταλάβω αν και με ποιον τρόπο μπορώ να τα αποκτήσω και να πάρω την θέση του, να τελειώνουμε με αυτήν την ιστορία.

ΕΙΝΑΙ ΖΑΠΛΟΥΤΟΣ. Καμία έκπληξη μέχρι στιγμής. Ειδικά σε εποχές ύφεσης, που όλοι βλέπουμε το εισόδημά μας να λιγοστεύει και την αβεβαιότητα να μεγαλώνει, το πρότυπο του αηδιαστικά πλούσιου άντρα παραμένει ακλόνητο. Ένας μεγιστάνας μπορεί να προσφέρει σε μια γυναίκα αυτά ακριβώς που χρειάζεται: αίσθημα εξασφάλισης, σταθερότητα, ένα σπίτι δεκάδων δωματίων, δείπνα σε ακριβά εστιατόρια, κοσμήματα, τα βασικά για να αναπτυχθεί μια σχέση. Οι άνδρες που ντρέπονται για το Ε9 τους, καλό θα ήταν να μην κάνουν καν το πρώτο βήμα, εντάξει;

ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΣΕΞ. Η πληροφορία αυτή τείνει να διαγραφεί από την μνήμη μας, καθώς εκτυλίσσεται η δαιδαλώδης πλοκή του «τούρκικου», αλλά το σημείο εκκίνησης της σχέσης της Σεχραζάτ με τον Ονούρ ήταν η βραδιά που της προσέφερε ένα σεβαστό ποσό για να την φέρει στο κρεβάτι του. Και ναι μεν εκείνη την συγχωρέσαμε μεγαλόψυχα – αμάρτησε για το άρρωστο παιδί της – εκείνος όμως; Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που θεωρητικά μπορεί να έχει όποια θέλει, καταφεύγει στην – όσο και να το κάνεις – εξευτελιστική για την προσωπικότητά του λύση του αγοραίου έρωτα; Τι λέει αυτό για την ηθική του; Λεπτομέρειες. Τίποτα δεν μετρά μπροστά στην πραγματοποίηση της στερεότυπης φαντασίωσης που επιτρέπει στις γυναίκες να νιώσουν πόρνες για ένα βράδυ και στους άντρες να νιώσουν ισχυροί με τα λεφτά τους. Στην πραγματική ζωή, βέβαια, ο άντρας που θα προσπαθήσει να προσεγγίσει κατ’ αυτόν τον τρόπο μια γυναίκα να περιμένει – αν όχι βιαιοπραγίες – το λιγότερο να γίνει αντικείμενο χλευασμού (ακόμη κι αν τα καταφέρει). Γιατί είναι κοινό μυστικό ότι οι άντρες που συχνάζουν στην Φυλής και τα Studio της Πειραιώς – ακόμη κι εκείνοι που μπορούν να πληρώσουν πανάκριβα call girls – παραμένουν το πιο θλιβερό είδος άντρα που κυκλοφορεί εκεί έξω.

ΞΕΡΕΙ ΠΩΣ ΝΑ ΣΑΓΗΝΕΥΣΕΙ. Κακά τα ψέμματα. Όσο σημαντικά κι αν είναι τα χρήματα, αυτό που κυρίως μετρά σε μια σχέση είναι η χημεία. Και το πώς φλερτάρεις. Δεν υπάρχει, για παράδειγμα, κανένας πιο σίγουρος τρόπος για να κατακτήσει ένας άντρας μια γυναίκα από το να την προσκαλέσει στο σπίτι του για δείπνο. Βέβαια, η θεωρία λέει ότι, προκειμένου να την κατακτήσει, ο άντρας πρέπει να είναι σε θέση να σκαρώσει μια μακαρονάδα, ένα ριζότο ή να βάλει ένα μπούτι στο φούρνο με πατάτες. Ο Ονούρ, από την άλλη, σε μια αξιομνημόνευτη σκηνή της σειράς, καλεί στο σπίτι του την Σεχραζάντ για ένα ρομαντικό δείπνο στο φως των κεριών που έχει ως κύριο πιάτο ντολμαδάκια (το κατά πόσο τα μαγείρεψε ο ίδιος ή μια από τις αγαπημένες θείτσες που τον περιστοιχίζουν, παρέμεινε αδιευκρίνιστο). Σε μια σκηνή ανθολογίας, που κατάφερε να ξαναφέρει τα παρεξηγημένα ντολμαδάκια στο προσκήνιο της ερωτικής γαστρονομίας, η κάμερα έκανε εναλλάξ κοντινά που έκοβαν την ανάσα: κεριά-λιγωμένα βλέμματα-ντολμαδάκια. Πώς να μην αναστενάξουν οι ευαίσθητες γυναικείες καρδιές; Γίνεται να μην ερωτευτεί μια γυναίκα τον άντρα που ξέρει από αβγολέμονο;

ΔΕΝ ΜΙΛΑ ΠΟΛΥ. Όπως κάθε άντρας που είναι σε θέση να υποστηρίξει τα κιλά τεστοστερόνης που κρέμονται ανάμεσα στα πόδια του, ο Ονούρ προτιμά τις πράξεις από τα λόγια. Μπορεί το μονίμως θλιμμένο του βλέμμα να φανερώνει έναν άνθρωπο με βαθιά σκέψη, προβληματισμούς κι ευαισθησίες, τίποτε από αυτά όμως δεν αφήνεται να βγει προς τα έξω και να φανερώσει πόσο ευάλωτος είναι στ’ αλήθεια. Και μπορεί η ζωή του να έχει τον δεκαπλάσιο όγκο αναταράξεων από όσες αυτή ενός κανονικού ανθρώπου, όμως ακόμη κι αυτά αντιμετωπίζονται με κοφτές εντολές, σύντομες φράσεις, λόγο μεστό και ξεκάθαρο. Ποια γυναίκα δεν το θέλει αυτό; Α ναι! Εκείνη που, απέναντι σε έναν σιωπηλό άντρα θα αρχίσει τα παράπονα: «γιατί δεν μου μιλάς;» «μου κρύβεις κάτι;» «δεν μ’ αγαπάς πια;» «μόνο εγώ θα μιλάω κι εσύ απλώς θα κουνάς το κεφάλι σου;»

ΔΕΝ ΦΟΡΑΕΙ ΓΡΑΒΑΤΑ. Σε γενικές γραμμές, οι άντρες που εκπροσωπούν τον κόσμο των επιχειρήσεων, την ανώτερη αστική τάξη, την ολιγαρχία, είναι κατά τι πιο εκλεπτυσμένοι σε σχέση με τους εργάτες και τα πιο ακατέργαστα αρσενικά. Συνδυάζοντας αρμονικά τους δύο κόσμους, ο αρχετυπικός «εργατο-επιστήμονας» Ονούρ κυκλοφορεί με κομψά, απέριττα μαύρα κοστούμια, αλλά η γραβάτα φαίνεται να απουσιάζει πλήρως από την γκαρνταρόμπα του. Χωρίς τον αποπνικτικό λαιμοδέτη, ο λευκός γιακάς του ανοίγει πρόθυμα κι αφήνει να φανεί λίγη από την έκταση του αρρενωπού του στέρνου, αυτού στο οποίο θέλουν να κουρνιάσουν οι λιγωμένες τηλεθεάτριες. Οι ίδιες που, όταν είναι προσκεκλημένες σε γάμο, κάνουν ολόκληρο θέμα αν ο συνοδός τους βαριέται να φορέσει γραβάτα.

ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΗΝ ΦΑΛΑΚΡΑ ΤΟΥ. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να μιλήσουμε για τρίχες. Γιατί ναι, από την προϊστορική τηλεοπτική εποχή που ο Ντον Τζόνσον εμφανιζόταν αξύριστος στο «Miami Vice» μέχρι σήμερα, η ελαφρά τριχοφυΐα στο πρόσωπο παραμένει η απόλυτη ένδειξη ανδρισμού. Καθιστώντας εκτός θέματος τις δεκάδες διαφημίσεις που προσπαθούν να μας πείσουν για την τεχνολογία αιχμής στις ξυριστικές μηχανές, η αλήθεια είναι ότι οι γυναίκες ονειρεύονται να τους γδέρνει ένα αξύριστο μάγουλο. Αυτό όμως που παραμένει θέμα ταμπού είναι η φαλάκρα. Κατακτώντας τον θρόνο του «τηλεοπτικού αντρικού sex symbol 2010» ο Ονούρ στέλνει ένα μήνυμα στους απανταχού άντρες: «είναι ok να αραιώνουν τα μαλλιά σου. Αν τα κρατάς κοντοκουρεμένα και συνδυάσεις την αρχή φαλάκρας με αξύριστα μάγουλα και υγρό βλέμμα, οι γυναίκες δεν θα σε στείλουν ποτέ για εμφύτευση».

ΑΓΑΠΑ ΤΗ ΜΑΜΑ ΚΑΙ ΤΗ ΘΕΙΑ ΤΟΥ. Χρόνια τώρα, τα περιοδικά μας μιλούν για την σημασία της χειραφέτησης. Για το πόσο σημαντικό είναι οι άντρες να απογαλακτίζονται εγκαίρως, να μην παραμένουν προσκολλημένοι στα φουστάνια της μαμάς τους, ώστε να μπορούν να αφοσιωθούν όπως πρέπει στην γυναίκα που θα επιλέξουν για σύντροφο της ζωής τους. Τα περιοδικά κάνουν λάθος. Τα διέψευσε όλα ο Ονούρ. Ο άνθρωπος δεν κάνει βήμα χωρίς να ζητήσει την γνώμη της μητέρας του (κι ας την παραβαίνει μετά, δεν έχει σημασία), ενώ σε μια πλοκή της σειράς που κράτησε πολλά επεισόδια, κεντρικό ρόλο έπαιζε το πώς θα γνωρίσει η Σεχραζάντ την αγαπημένη του θεία. Το 2010, οι Ελληνίδες υποτάσσονταν σε έναν άντρα που έπαιρνε στα σοβαρά όχι μία, αλλά δύο τυπικές κουτσομπόλες ανακατώστρες «θείτσες». Και η λέξη «μαμάκιας» απέκτησε μια νέα, σέξι διάσταση.

ΦΟΡΑ ΠΑΝΤΟΦΛΕΣ. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς φανατικός τηλεθεατής του «100 +1 νύχτες» για να διαπιστώσει μια σημαντική πολιτισμική λεπτομέρεια: οι γείτονές μας, μέσα στο σπίτι κυκλοφορούν με παντόφλες. Είτε πρόκειται για αδίστακτους μεγιστάνες, είτε για σοφούς γέροντες, νέους, γέρους, μανάδες παιδιά – ακόμη κι εκείνον τον εκνευριστικό τυπάκο που όλο κάνει κομπίνες, δεν διανοούνται να περπατήσουν πάνω στα χαλιά ή το παρκέ με τα παπούτσια τους. Συνεκδοχικά (και χωρίς να έχω υπ’ όψιν μου κάποια σκηνή όπου ο Ονούρ φορά όντως παντόφλες με το κοστούμι του), είναι ασφαλές να συμπεράνει κανείς ότι και αυτός ο «τέλειος άντρας», όταν κουράζεται και ο ίδιος από την τεστοστερόνη που διαχέει στο πέρασμά του, βγάζει τα στενά δερμάτινα παπούτσια του και κυκλοφορεί με αναπαυτικά πασουμάκια. Τι άλλο μπορεί ποτέ να ονειρευτεί μια γυναίκα από έναν άντρα;

(Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Οκτωβρίου του περιοδικού "Madame Figaro")

8 Σεπ 2010

Ιδέα!

Εδώ και μερικές μέρες, από τότε που τέθηκε σε ισχύ (;) ο νέος αντικαπνιστικός νόμος, έχω βαρεθεί να (ψευτο)τσακώνομαι (στο τουίτερ, κυρίως) με τους έξαλλους καπνιστές που αντιδρούν για την καταπάτηση του θεμελιώδους δικαιώματός τους να ντουμανιάζουν τον τόπο. Ετοιμαζόμουν να γράψω μια εξυπνάδα του τύπου "πώς είναι δυνατόν να γίνεται τέτοιο θέμα για κάτι τόσο απελπιστικά πασέ όσο το κάπνισμα, είναι σαν να υπερασπιζόμαστε το concept 'τουαλέτες έξω από το σπίτι'" - και τότε μου ήρθε. Υπάρχει τρόπος ΚΑΙ οι εθισμένοι στην νικοτίνη να απολαμβάνουν ανενόχλητοι την καταστροφική της επίδραση στον οργανισμό τους ΚΑΙ οι άλλοι να μην ενοχλούνται, να μην αναγκάζονται να εισπνέουν τον καπνό των άλλων. Και η λύση είναι η η εξής: επιστροφή σε ακόμη πιο απαρχαιωμένους τρόπους απόλαυσης του καπνού - το σνιφάρισμα και το μάσημα! Σκέψου το. Ποιον ενοχλείς, αν βγάζεις από την τσέπη σου ένα ωραίο κομμάτι καπνού, αποσπάσεις λίγο με τα δόντια σου, το βάλεις ανάμεσα στα ούλα και το μάγουλό σου κι αρχίσεις να μασάς αποβάλλοντας, δια φτυσίματος το υπερβάλλον σάλιο που παράγεται, όπως έκαναν όλοι προτού καθιερωθεί η μόδα του καπνίσματος τον 20ό αιώνα; Όσο γι' αυτούς που δεν το θεωρούν κουλ, να θυμίσω:
ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας μασούσε ταμπάκο.
Το ίδιο και η Καλάμιτι Τζέιν.
Πιο κουλ πεθαίνεις (ενώ με το ταμπάκο απλώς παθαίνεις καρκίνο του στόματος, το ίντερνετ είναι γεμάτο φωτογραφίες ανθρώπων χωρίς κάτω σαγόνι, αλλά οι καπνιστές δεν καταλαβαίνουν από αυτά). Από την άλλη, καταλαβαίνω τις γυναίκες που θεωρούν ότι το κάπνισμα είναι μια πιο κομψή δραστηριότητα - όσο να 'ναι (και με όλο το σεβασμό στη μνήμη της Καλάμιτι Τζέιν), δεν είναι ακριβώς θηλυπρεπές το να μπουκώνεις ταμπάκο και να φτύνεις. Εσείς, κυρίες μου, μπορείτε να σνιφάρετε τον καπνό σας. Μην ντρέπεστε: πριν την ανακάλυψη της αστικής δημοκρατίας, στους κύκλους των ευγενών ήταν απολύτως θεμιτό για μια κυρία να χώνει το δάχτυλο στη μύτη, γαργαλώντας την με τρίμμα καπνού, για να απολαύσει μετά ένα υπέροχο φτέρνισμα (η έκφραση "ο οργασμός είναι σαν φτέρνισμα, αλλά καλύτερο" μάλλον από εκεί προέρχεται). Το μόνο πρόβλημα με την υιοθέτηση της πρότασής μου είναι ότι θα δημιουργηθεί μια αδιανόητη ηχορρύπανση στα μπαρ, με όλα αυτά τα φτυσίματα και τα φτερνίσματα, αλλά το προτιμώ από το να βρωμάνε τα ρούχα μου και να μαυρίζουν τα πνευμόνια μου.

7 Ιουλ 2010

Είμαστε όλοι Τούρκοι (Ή, θα θέλαμε)

Είναι μάλλον ασφαλές να εικάσει κανείς ότι αυτήν την στιγμή, οι Ελληνες τηλεθεατές χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες: εκείνους που βλέπουν μουντιάλ κι εκείνους που βλέπουν το «τούρκικο»* (αυτή η επισήμανση συνήθως συνοδεύεται από διαχωρισμό των θεατών ανάλογα με το φύλο, αλλά η εμπειρία έχει αποδείξει ότι τέτοιου τύπου κατηγοριοποιήσεις είναι ξεπερασμένες). Κι έχει ασφαλώς ενδιαφέρον το ότι, ενώ η τουρκική σαπουνόπερα έχει τίτλο, ο οποίος μάλιστα παραπέμπει σε ένα παραμύθι που αποτελεί συλλογική πολιτιστική αναφορά των ανθρώπων σε κάθε γωνία της γης, δεν θα ακούσεις ποτέ κάποιον να λέει «βλέπω τις ‘Χίλιες και μία Νύχτες’». Όχι, είναι σαν να έχουμε συμφωνήσει όλοι να αναφερόμαστε σ’ αυτήν την σειρά με τον ελαφρώς απαξιωτικό όρο «Το τούρκικο», αφήνοντας να εννοηθεί η φράση «η μισή ντροπή δική μου».
Δεν είναι η πρώτη φορά που μας συμβαίνει τέτοιο εθνικό πολιτισμικό σοκ. Και πριν από λίγα χρόνια είχαμε όλοι παραδοθεί στις ιστορίες που ταλάνιζαν την οικογένεια Μπακλαβατζίογλου, παρακολουθώντας την ερωτική ιστορία ενός (κατάξανθου) Ελληνα και μιας σεμνής Τουρκάλας. Τότε, όμως, η συγκυρία ήταν διαφορετική. Ημασταν ακόμη σε κατάσταση ευφορίας μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, νιώθαμε ανώτεροι, έτοιμοι να αφήσουμε στην άκρη προαιώνια μίση και να παραδοθούμε στην ιδέα της ελληνοτουρκικής φιλίας. Ειδικά από την στιγμή που το ελληνικό στοιχείο ενσάρκωνε ένας όμορφος και ζάπλουτος νεαρός, και το τουρκικό μια λαϊκή φωνακλάδικη οικογένεια. Ναι, από την σύγκριση βγαίναμε κερδισμένοι, με το εθνικό μας φρόνημα κολακευμένο από τους γείτονές μας.
Τώρα όμως; Τι είναι αυτό που μας κάνει να σνομπάρουμε τις ελληνικές σαπουνόπερες και να παραδινόμαστε άνευ όρων στην ιστορία μιας όμορφης και μορφωμένης πλην πάμφτωχης χήρας που αμαρτάνει για το παιδί της; Α ναι, είναι η εθνική μας ροπή στο μελό, αυτό που αποτελεί πνευματική μας τροφή χρόνια τώρα, από την εποχή που ο Νίκος Ξανθόπουλος περιφρονούσε τα πλούτη των εφοπλιστών ενσαρκώνοντας το αδούλωτο φιλότιμο του Ελληνα. Ασφαλώς παίζει ρόλο και το σεξ απίλ του κεντρικού ήρωα, η επίδραση του οποίου στον γυναικείο πληθυσμό ίσως καταδεικνύει ένα έλλειμμα τεστοστερόνης στην ελληνική τηλεόραση, η οποία πιθανόν να χρειάζεται ορμονοθεραπεία, προκειμένου να αποφευχθεί η εισαγωγή ανδροπρέπειας από την γείτονα χώρα.
Αλλά δεν πρέπει να παραβλέψουμε κάτι εξίσου σημαντικό: η ύφεση έχει προκαλέσει ρωγμές στις σχέσεις της Ελλάδας με την Ευρώπη. Παλεύουμε χρόνια τώρα να πείσουμε τους εαυτούς μας για την ευρωπαϊκή μας εθνική ταυτότητα και την κρίσιμη στιγμή, οι Ευρωπαίοι μας αντιμετωπίζουν σαν μαύρα πρόβατα. Βαθιά πληγωμένοι (οικονομικά και πολιτισμικά) στρεφόμαστε για παρηγοριά στους γείτονές μας κι αυτό είναι συγκινητικό: είναι σαν να αποδεχόμαστε επιτέλους τον οριεντάλ εαυτό μας, αυτόν που αρνούμαστε χρόνια τώρα. Στο πρόσωπο των γειτόνων μας βρίσκουμε έναν ιδανικό καθρέφτη. Πόσω μάλλον που οι πρωταγωνιστές της σειράς είναι εξωφρενικά πλούσιοι, μεν, αλλά με ατόφια τα συντηρητικά, μικροαστικά χαρακτηριστικά τους. Υπάρχει καλύτερο πρότυπο;

*Ναι, ξέρω, υπάρχει και μια κατηγορία που βλέπει «True Blood», αλλά οι βαμπιρολάγνοι χρήζουν ειδικής αντιμετώπισης, έτσι κι αλλιώς.

**Εσύ τι βλέπεις; Ψήφισε στην δεξιά στήλη...

***(δημοσιεύτηκε την Κυριακή 4/7 στο περιοδικό Big Fish του "Πρώτου Θέματος")