Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιατί τα γράφω τώρα αυτά;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιατί τα γράφω τώρα αυτά;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21 Νοε 2013

Μερικές φορές δεν είναι κακό να μένεις σ' αυτά που ξέρεις


Πρώτο βήμα λάθος. Δεύτερο. Τρίτο. Στρίβω προς τ’ αριστερά. Κι ας λέει ο εγκέφαλος «ευθεία». Βάζω δύναμη στο πόδι να κρατήσει πορεία προς τα ‘κει που βλέπουν τα μάτια, αλλά αρνείται. Λοξοδρομώ στη μέση της οδού και για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου τρομοκρατούμαι. Όχι γιατί κάτι δεν λειτουργεί σωστά στο νευρικό μου σύστημα. Αλλά γιατί θυμάμαι πριν λίγο που είχα κοιτάξει πίσω πως ένα αυτοκίνητο είχε την ίδια κατεύθυνση με μένα. Θα πρέπει να βρίσκεται πολύ κοντά πια. Σταματώ στη μέση του δρόμου, γελώντας με την κατάντια μου. Ευτυχώς ο οδηγός έχει βγει από την παράδρομο στην Συγγρού. Είμαι ακινητοποιημένος, θέλω να πάω δεξιά, να ακουμπήσω κάπου μέχρι να περάσει, αλλά μπορώ να πάω μόνο αριστερά, να βγω κι εγώ στη Συγγρού. Πάλι καλά που είναι η κοπέλα μου μαζί. Με βοηθάει να κινηθώ προς τα εκεί που πρέπει. Μετά από δύο λεπτά έχουν όλα επιστρέψει στο κανονικό.

Δεν έχω ακόμη καταλάβει τι συνέβη. Η μόνη ερμηνεία που μού στέκει είναι ότι έπαθα κάποια μορφή αγκύλωσης. Δεν είναι και λίγες τρεις ώρες χωρίς διάλειμμα στο θέατρο. Εγώ φταίω, βέβαια. Στο πρώτο δεκάλεπτο της είπα «πάμε να φύγουμε, δεν αντέχεται», αλλά δεν το έκανα με τρόπο πειστικό. Όταν μετά από μιάμιση ώρα μού το πρότεινε εκείνη, μπήκα στη λογική του «αφού αντέξαμε ως εδώ, ας το πάμε μέχρι το τέλος». Κακώς. Ο «Κυκλισμός του Τετραγώνου» είναι μια ανυπόφορη αβανγκαρντίλα. Ανούσιο ως κείμενο του Δημήτρη Δημητριάδη, ματαιόδοξο ως σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά, είναι από αυτές τις παραστάσεις που ξέρεις ότι θα σού σερβίρει η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών ως πρωτοποριακές και θα στις διαφημίσει τόσο ώστε να νιώθεις ένοχος αν δεν πας να τις δεις, αλλά μετά θα νιώθεις περισσότερο ένοχος που δεν τις κατάλαβες ή δεν τις «έζησες». Δεν τσιμπάω πια. Τα μισά πράγματα που κάνει η Στέγη είναι δήθεν, απέραντα δήθεν, και την επόμενη φορά –αν δεν κάνω σωστή έρευνα αγοράς- θα φύγω όντως στο δεκάλεπτο, χωρίς να σκέφτομαι τα λεφτά που χάλασα για το εισιτήριο.

Ή άλλη λύση είναι να πηγαίνω μόνο στο Εθνικό. Ανεβάζουν πιο συμβατά θεάματα με τη δική μου αντίληψη περί θεάτρου. Την «Οδύσσεια» του Wilson πέρσι, ας πούμε. Που δεν την αποθέωσαν οοοοοοοοοοοοοόλοι οι κριτικοί όπως τον «Κυκλισμό του Τετραγώνου». Ίσα ίσα που την έκραξαν όσο τίποτε. Όσο τον Μάρκο Σεφερλή τέλος πάντων. Αλλά που άρεσε σε όποιον πήγε να τη δει. Σε αντίθεση με το σίχαμα των Δημητριάδη - Καραντζά που εκνεύρισε, κοίμισε, ξενέρωσε τους πάντες, πλην της απάλευτης αυτής ομάδας ανθρώπων που αυτοπροσδιορίζονται ως κριτικοί θεάτρου.

BTW, είδα την «Γκόλφω» τις προάλλες στο Εθνικό. Ναι, την αυθεντική. Το βουκολικό δραματικό ειδύλλιο του Σπυρίδωνος Περεσιάδου, που γράφτηκε τότε που η Ελλάδα προσπαθούσε να αυτοπροσδιοριστεί μέσα από Ολυμπιακούς Αγώνες και ατελέσφορους πολέμους κόντρα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Γράφτηκε το 1893 για τα μπουλούκια. Αλλά έγινε σουξέ στον κινηματογράφο 21 χρόνια αργότερα, με τον Τάσο, τον Κίτσο, το Γιάννο και τ’ άλλα παιδιά να μιλούν στην ψυχή του Έλληνα που ήθελε να πιάσει την καλή. Η παράσταση στο Εθνικό, πανέμορφα σκηνοθετημένη από τον Νίκο Καραθάνο, λατρεύτηκε πέρσι στο Rex και φέτος μεταφέρθηκε στο ιστορικό κτήριο του θεάτρου, στην Αγίου Κωνσταντίνου. Μοντέρνα αισθητική, χωρίς τις αβανγκαρντίλες της Στέγης, σε αφήνει να συνδεθείς αυτάρεσκα με τα ρυάκια του Χελμού και τα βράχια της Στύγας, και κυρίως με τη γλωσσική παράδοση του τόπου, το μόνο πράγμα για το οποίο πραγματικά δικαιούμαστε να περηφανευόμαστε σαν Έλληνες.

Τέλος πάντων, κάτι τέτοιες συγκρίσεις, της «Γκόλφως» και του «Κυκλισμού του Τετραγώνου» (μα από τον τίτλο κιόλας δεν θες να λήξει το ματς με 5-0 υπέρ της πρώτης;) με κάνουν να αναρωτιέμαι μπας και γέρασα πια. Μπας και δεν αντέχω την πρωτοπορία, μπας και γίνομαι συντηρητικός, μπας και βολεύομαι στην στασιμότητα όσων ξέρω. Σκάσανε και οι νέοι Arcade Fire πάνω στα δυο θέατρα και έκαναν τις σκέψεις πιο έντονες. Από την άλλη, τι ψυχαναγκασμός είναι αυτός; Γιατί πρέπει με το ζόρι να κυνηγάμε το meta, το αβανγκάρντ, το πρωτοποριακό για να θεωρούμαστε φρέσκοι; Δηλαδή είναι καλύτεροι οι αμήχανοι Arcade Fire που καβαλάνε το άρμα του James Murphy, λίγο τρομαγμένοι με την ίδια τους τη μετάλλαξη (που «έπρεπε» να γίνει, για να μην τους πούνε οι κριτικοί -οι μουσικοκριτικοί τώρα- ότι μπατάλεψαν κι αυτοί στη δεκαετία πάνω), από τους Arcade Fire του “The Suburbs” μόλις τρία χρόνια πίσω, που ζύμωσαν όλη την οργή και την δραματικότητα των δύο πρώτων τους άλμπουμ για να φτιάξουν κάτι προσιτό στους πολλούς; Δηλαδή δεν θα χωνεύαμε και δύο και τρία ακόμη “The Suburbs” πριν νιώσουμε την ανάγκη για ένα “Reflektor”; Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω.

Και μετά πάει και πεθαίνει και ο Lou Reed και με αναγκάζει να φτιάξω δεκάδα με τα καλύτερά του τραγούδια, έτσι ως φόρο τιμής, δεκάδα που περιέχει και κάτι από το “Metal Machine Music”, την απόλυτη μουσική αβανγκαρντίλα, και τα ξανασκέφτομαι όλα από την αρχή. Στον μακαρίτη γιατί το συγχωρώ και στο θέατρο το θεωρώ ανεπίτρεπτο; Με τους Arcade Fire γιατί απογοητεύομαι αλλά τον Lou Reed τον αποθεώνω ως χαμαιλέοντα; Τελικά τι είναι πιο επιθυμητό; Το γνωστό, το σταθερό, το στάσιμο; Ή εκείνο που κινείται σε άγνωστα νερά;

Η απάντηση είναι πως όλα είναι σχετικά. Ο «Κυκλισμός του Τετραγώνου» θα έστεκε σε μια σκηνή με είκοσι θέσεις. Θα χωνευόταν ιδανικά από ένα ειδικευμένο κοινό, που θα μας τον σέρβιρε μετά σωστά ή θα τον απέρριπτε (το πιθανότερο) ως πολύ βαρύ για τα στομάχια μας. Στην Στέγη των 500 θέσεων είναι μια πρόκληση.΄Η «Γκόλφω» του δεκαπεντασύλλαβου ιαμβικού και των χίπστερ μουστακιών ζυμώθηκε έναν αιώνα και δυο δεκαετίες πριν παρουσιαστεί τόσο όμορφα όσο σήμερα. Ο Lou Reed καθιέρωσε έναν ήχο, όρισε πράγματα στη μουσική, πολλά πράγματα, έγινε «γκουρού» πριν καν κλείσει τα 30 του –και άρα είχε κάθε δικαίωμα να δοκιμάσει κι άλλες ουσίες, ξένες στην εικόνα, αλλά παρόμοιες στην υφή μ’ εκείνες που ρουφούσε (και μοιραζόταν με μας) άπληστα μέχρι τότε. Οι Arcade Fire θα μπορούσαν να κάνουν το «διαφορετικό» τους άλμπουμ να ακούγεται σαν δικό τους. Όχι σαν remixes των b-sides τους. Όχι σαν την περιττή παρένθεση μιας απίστευτης πορείας στη μουσική. (Ελπίζω να συνεχιστεί η πορεία όπως έφτασε ως εδώ και να μην διαψευστώ).

Για να μην παρεξηγηθώ, δεν θεωρώ το “Reflektor” κακό άλμπουμ. Αλλά και μόνο το ότι χρησιμοποιώ τη λέξη «κακό», ακόμη και με το «δεν» -που θεωρητικά την ακυρώνει- δίπλα του, αντί να μιλάω για ένα αριστούργημα, κάτι σημαίνει. Αναρωτιέμαι λοιπόν μία ακόμη φορά Τι πειράζει να μένεις στάσιμος σ’ αυτά που ξέρεις, αν τα πειράματά σου με καινούργια παιχνίδια δεν σε γεμίζουν ούτε εσένα τον ίδιο; Γιατί πρέπει ντε και καλά να αποδεικνύεις κάθε χρόνο, κάθε μήνα, κάθε λεπτό ότι έχεις κάτι καινούργιο να πεις; Είναι πια τόσοι πολλοί αυτοί που έχουν να πουν κάτι, που από έναν παλιό που λέει κάτι καινούργιο, είναι λογικό να προτιμήσουμε να ακούσουμε κάποιον καινούργιο που λέει κάτι για πρώτη φορά.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

4 Δεκ 2012

Παρίσι, Κίνα


Είναι γνωστό ότι οι κινεζικές μαϊμούδες είναι οι καλύτερες. Κυρίως γιατί πολλές φορές κατασκευάζονται ακριβώς στο ίδιο εργοστάσιο με τα πρωτότυπα. Αλλά η κινεζική υπεροχή στη μαϊμουδιά αποκτά νέα στάνταρ με τη νέα μόδα που έχει πιάσει την αρχιτεκτονική του Ασιάτη γίγαντα. Πλέον ολόκληρες πόλεις γίνονται αντικείμενο αντιγραφής και χτίζονται στην Κίνα.

Με απλά λόγια, υπάρχει Λονδίνο, Παρίσι, Χάλστατ. Κάπου έξω από τη Σαγκάη και το Γκουαντόνγκ. Και κατοικούνται από εκατοντάδες χιλιάδες Κινέζους.

Κι έτσι ξαφνικά, οι νύφες της Σαγκάης μπορούν να φωτογραφηθούν στο Τροκαντερό με φόντο τον Πύργο του Άιφελ. Μόνο που αυτός δεν είναι ο Άιφελ των Παρισίων. Είναι ο Άιφελ του Τιαντουτσένγκ. Μιας πόλης όπου κατοικούν ήδη 100.000 Κινέζοι. Με τα μπουλβάρ της, το σηκουάνειων διαστάσεων ποτάμι της, τις στέγες με τα μπλε κεραμίδια και όλη της την παρισινή αίγλη.



Το Χάλστατ του Γκουαντόνγκ κόστισε κοντά στο 1 δις. δολάρια και είναι μια ρέπλικα της αυστριακής πόλης - Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Οι Αυστριακοί τα έχουν πάρει κάπως στο κρανίο, αλλά η αλήθεια είναι ότι οι πλούσιοι Κινέζοι, ενθουσιασμένοι με το νέο χωριό που χτίστηκε πίσω στην πατρίδα, ανεβάζουν όλο και περισσότερο την αυστριακή πόλη στις τουριστικές τους επιλογές.

Το Λονδίνο, πάλι, δεν είναι παρά ένα προάστιο του Παρισιού. Της Κίνας. Το κινεζικό Λονδίνο. Η Thames Town, όπως την ονομάζουν. Βρίσκεται λίγο πιο πέρα από το Τιαντουτσένγκ και είναι φουλ στο κόκκινο τούβλο και τους κόκκινους τηλεφωνικούς θαλάμους. Δεν έχει το κυκλοφοριακό πρόβλημα της πρωτεύουσας του Ηνωμένου Βασιλείου, πάντως. Οι περισσότεροι κάτοικοί του κυκλοφορούν με το ποδήλατο. 

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)


1 Δεκ 2012

Σχέσεις, χωρισμοί, καβγάδες, γάμοι, διαζύγια...


Παραδέξου το: το σοκ από το χωρισμό του Justin Bieber με την Selena Gomez ήταν ακόμη μεγαλύτερο. Έπεσες μεν από τα σύννεφα όταν έμαθες ότι χώρισαν ο Thurston και η Kim –αλλά τώρα δεν το χωράει ο νους σου. Ήταν πέρσι τέτοια εποχή και ετοιμαζόσουν και τότε για την Blogovision. Πώς περνάει ο καιρός! Τι άλλο έχει αλλάξει στα σχεσιακά της μουσικής βιομηχανίας από τότε; Ακολουθεί το Top 15 μεταβολών (δεν μού έκανε καρδιά να αφήσω την Katy Perry και την Nicole Scherzinger και τις ομοίους τους απ’ έξω). Ποτέ άλλοτε το Jumping Fish δεν κολύμπησε τόση ώρα στα βρώμικα νερά του People.

Διαζύγια


- Η Katy Perry χώρισε τον Russell Brand μια μέρα πριν αλλάξει ο χρόνος. Η είδηση θα μπορούσε να γραφτεί κι αλλιώς: o Russell Brand χώρισε την Katy Perry μην μπορώντας να σκεφτεί άλλο αστείο για τα μπλε μαλλιά της.


- Η Heidi Klum και ο Seal την έβγαλαν καθαρή τις γιορτές, αλλά δεν άντεξαν ούτε ένα μήνα παραπάνω. Τον Ιανουάριο του 2012 εκείνη έκανε αίτηση διαζυγίου. Πριν λίγες ημέρες, στα MTV Europe Awards, έσκασε μύτη με ένα κίτρινο και ένα γαλάζιο ξωβυζοξεκωλέ-λέγε με Ζίνα Versace, κάνοντας κάποιος να ξεχάσουν πως είναι 39 ετών και άλλους να αναφωνήσουν ακριβώς αυτό: «Ε, την καημένη, είναι και 39 ετών»…


Χωρισμοί



- Επιτέλους ο Lewis Hamilton χωρίζει την Nicole Scherzinger των Pussycat Dolls, στο τέλος της περσινής σεζόν της Formula 1 και έκτοτε έχει γίνει ένας πιο φυσιολογικός πιλότος (δεν προσπαθεί, δηλαδή, να εμβολίσει κάθε μονοθέσιο που κινείται πιο γρήγορα από αυτόν στην πίστα).


- Λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος, η Zooey Deschanel χώρισε με τον Ben Gibbard (τον frontman των πάλαι ποτέ πολυαγαπημένων Death Cab For Cutie) γεμίζοντας με ελπίδα και πόθο τα y-front βρακάκια των απανταχού nerds.


- Στις γιορτές συμβαίνουν πάντα τα χειρότερα. Ακόμη και το “Barbie & Ken” ζεύγος Taylor Swift και Jake Gyllenhaal δεν άντεξε άλλο και τίναξε τη σχέση του στον αέρα.



- Ο Justin Bieber και η Selena Gomez δεν είναι πια ζευγάρι! Εδώ και λίγες ημέρες το εφηβικό σύμπαν δονείται από την πιο αναπάντεχη είδηση του 2012, δυναμιτίζοντας και την δική μας “Blogovision”, που χάρη στην σχέση που δεν υπάρχει πια, έζησε την απολαυστική στιγμή που η Selena στρογγυλοκάθισε στο Νο.1 κάποιας ηρωικής λίστας του 2011. Πέρσι ήταν οι Sonic Youth, τώρα αυτοί. Κάτι τέτοια συμβαίνουν και ανεβαίνουν στις κατατάξεις οι John Maus και οι Animal Collective.



Σχέσεις


- H Lady Gaga και ο Taylor Kinney, ο ηθοποιός που παίζει στο βίντεοκλίπ του “You And I” και της δίνει εκείνο το ρουφηχτό φιλί γίνονται ζεύγος μέσα στο 2012, περνώντας πάντως μια περίοδο μίνι χωρισμού, εκεί κατά την άνοιξη.


- Ο Skrillex τα έφτιαξε με την Ellie Goulding. Απλά κάν’ το εικόνα στο κεφάλι σου.


Αρραβώνες


- Η Britney Spears αρραβωνιάστηκε τον εδώ και καιρό σύντροφό της Jason Trawick στο τέλος του 2011. Για όσους έχουν χάσει επεισόδια: η Britney όχι μόνο δεν είναι πια παρθένα, αλλά βρίσκεται και σε ηλικία γάμου. Είναι πλέον 31 ετών.


- Το αγαπημένο παιδί της R&B John Legend αρραβωνιάστηκε τα Χριστούγεννα την Chrissy Teigen, αυτό το μοντέλο του Sports Illustrated με το ατελείωτο side-boob στα 16α Critics Movie Awards.


- Steven Tyler και Erin Brady αποφάσισαν να αρραβωνιαστούν επίσης πέρσι τα Χριστούγεννα και να μοιράζονται στο εξής και επισήμως τη ζωή τους και τα botox τους.


- Το καλοκαίρι οι Liam Hemsworth και Miley Cyrus αρραβωνιάστηκαν, φέρνοντας πιο κοντά τους fans της Disney και του “Hunger Games”.


- Ο τραγουδιστής των Nickelback, Chad Kroeger, έδωσε μονόπετρο στην Avril Lavigne κι εκείνη είπε το «ναι», επισημοποιώντας την έννοια «κακή καναδική ροκ».


Γάμοι


- Επιτέλους, το πήρε το κορίτσι! Πριν από ένα μήνα, ο Justin Timberlake νυμφεύθηκε την εδώ και τέσσερα ολόκληρα χρόνια σχέση του Jessica Biel, σε πριβέ γάμο κάπου στη Νότια Ιταλία.


Μαλλιά – Κουβάρια


- Στα 45α της γενέθλια, τον Δεκέμβριο του 2011, η Sinead O’Connor παντρεύεται τον ψυχοθεραπευτή Barry Herridge. Είναι ο τέταρτός της σύζυγος. 16 μέρες αργότερα τον χωρίζει. Μια εβδομάδα μετά τον χωρισμό, τα ξαναβρίσκουν.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

24 Απρ 2012

Πώς θα απαλύνετε κάπως την μιζέρια της κρίσης


Τα Village Cinemas ανακοίνωσαν προχθές ότι ξαναγυρίζουν την τιμή του εισιτηρίου στα επίπεδα του 2002. Είχαν ήδη προηγηθεί πολλά συνοικιακά σινεμά. Σε μια τόσο πιεστική για την ψυχολογία μας κατάσταση, ακόμη και μια ταινία στον κινηματογράφο μπορεί να κατευνάσει λίγο την πίεση.


Σε καμμία περίπτωση αυτό το κείμενο δεν πάει να λειτουργήσει σαν κάποιου τύπου διαφήμιση. Τα Village Cinemas ήταν απλά μια αφορμή, γιατί τα γνωρίζουν και τα έχουν επισκεφθεί οι περισσότεροι. Πάνω απ' όλα θέλουμε να πούμε ότι δεν κάνετε καλό στον εαυτό σας ως άνδρας -πατέρας, σύζυγος, εραστής, φίλος, ισχύει για όλους τους ρόλους σας- να μένετε συνεχώς στο σπίτι, μπροστά στην τηλεόραση και να ρίχνετε κι άλλη φωτιά στην μιζέρια της κρίσης, βλέποντας συνεχώς νέα στοιχεία για το αδιέξοδό σας (μας) στις ειδήσεις.

Η γενική είσοδος στα Village Cinemas ήταν 8,5 ευρώ τις καθημερινές και 9,5 τα Σαββατοκύριακα. Ένας πατέρας, για να πάει τον γιό του να δουν μια ταινία το απόγευμα του Σαββάτου, θα έπρεπε να ξοδέψει τουλάχιστον 25 ευρώ (αν προσθέσετε κι ένα αναψυκτικό, λίγα ποπ κορν και την βενζίνη). Είναι λογικό σε συνθήκες "εσωτερικής υποτίμησης" ένα τέτοιο ποσό να φαντάζει σχεδόν εξωπραγματικό για τους περισσότερους. Εσωτερική υποτίμηση, λοιπόν, θα έκαναν κάποια στιγμή και τα Village. Πλέον για να πάτε να δείτε μια ταινία εκεί, θα πληρώνετε 7 ευρώ το εισιτήριο.

Και πάλι, όμως, υπάρχουν συνοικιακά σινεμά στο κέντρο που το έχουν 6 ευρώ. Υπάρχουν άλλοι κινηματογράφοι που κάποιες συγκεκριμένες ημέρες κάνουν ειδικές προσφορές. Ο Δαναός είναι ένα πρώτο παράδειγμα που μού έρχεται στο μυαλό. Κάθε Τετάρτη έχει γενική είσοδο 5 ευρώ. Στην Κηφισιά, τα Cinemax Cyta κάνουν δώρο το ένα στα δύο εισιτήρια κάθε Πέμπτη. Μην αδικώ όμως και τους υπόλοιπους επιχειρηματίες. Ψάξτε λίγο και θα δείτε ότι οι περισσότεροι έχουν βγάλει κάποιες προσφορές. Αναγκαστικά θα τους ακολουθήσουν κι οι υπόλοιποι. Μέχρι να το κάνουν, δεν έχετε λόγο να πηγαίνετε εκεί που ακόμη προσπαθούν να σας ξεζουμίσουν το πορτοφόλι. Ο κινηματογράφος θα έπρεπε να είναι μια φθηνή και εύκολη μορφή διασκέδασης, ιδανική για μια τέτοια μίζερη περίοδο. Ναι, και οι επιχειρηματίες των αιθουσών προβολής τα βγάζουν δύσκολα, αλλά αυτοί είναι οι νόμοι της ελεύθερης αγοράς. Εσωτερική υποτίμηση εμείς; Εσωτερική υποτίμηση κι αυτοί...

Πώς να επιλέξετε το σωστό εστιατόριο
Το ίδιο ισχύει -σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, μάλιστα- και στο να βγείτε να φάτε έξω ή να πιείτε ένα ποτό. Το έχετε ανάγκη, πιστέψτε με, αλλά έχετε και ανάγκη να μην πιάνεστε κορόιδο. Να νιώσετε πως σέβονται τα (λιγοστά πια) λεφτά σας αυτοί που σας ταΐζουν και σας ξεδιψούν. Το lifestyle του εστιατορίου "επίδειξης" έχει πια πεθάνει. Δεν έχετε λόγο να βγείτε για να σας δούν και να τους δείτε -και να ξοδέψετε όσο περισσότερα μπορείτε σ' ένα ακριβό κρασί, έτσι για να κάνετε το κομμάτι σας-, έχετε όμως απόλυτη ανάγκη να διασκεδάσετε το κορίτσι σας, να τα πείτε με τους φίλους σας, να κάνετε ένα τραπέζι με την οικογένειά σας. Εδώ θα χρειασθεί λίγο καλύτερη έρευνα αγοράς από μέρους σας. Ναι, οι τιμές έχουν αρχίσει να πέφτουν, αλλά πολύ συχνά έχει πέσει και η ποιότητα. Είναι στο χέρι σας να αναδείξετε όσους αξίζουν. Οι υπόλοιποι, ας ακολουθήσουν την επιμονή τους να μην καταλαβαίνουν ότι η Ελλάδα αλλάζει.

Το Πάσχα, από λάθος συνεννόηση κάθισα σε άλλη ταβέρνα από αυτήν που μου είχαν προτείνει κάποιοι γνωστοί στο νησί που πέρασα τις διακοπές μου. Μέτριο φαγητό, κακό σέρβις, μια απογοήτευση. Δεν ήταν μεγάλος ο λογαριασμός, αλλά με τα ίδια χρήματα θα έτρωγα υπέροχα, μόλις δεκαπέντε μέτρα πιο πέρα. Έφταιγα. Γιατί βιάστηκα να κάτσω στην "λάθος" ταβέρνα, χωρίς να πάρω ένα τηλέφωνο να ρωτήσω ποια από τις δύο εννοούσαν. Το γεγονός ότι η "λάθος" ταβέρνα συνεχίζει να υπάρχει δίπλα στην "σωστή" έχει να κάνει μ' αυτές τις βιασύνες, μ' αυτά τα "δεν πειράζει μωρέ", με το ότι ακόμη δεν έχουμε μάθει ούτε κι εμείς οι ίδιοι να σεβόμαστε τους τόσο χοντρά μειωμένους μισθούς μας.

Πρωινό έφαγα στο πιο τέλειο cafe του νησιού. Αλλά δεν μού έφεραν απόδειξη. Η ποιότητα των προϊόντων τους ήταν άριστη, το μέρος πανέμορφο, οι τιμές καλές. Αλλά και πάλι, είχαν τον δικό τους τρόπο να μού "κλέψουν" κάτι -και παρατήρησα ότι σε κανένα από τα γύρω τραπέζια δεν έφθανε απόδειξη ποτέ... Διαμαρτυρήθηκα. Είναι, βέβαια, άλλη κουβέντα αυτή, αλλά ένα κομμάτι του να ζητάς απόδειξη έχει να κάνει με το "ψάξε γύρω σου, ρώτα, κρίνε". Αυτή η κρίση μάς έχει γεμίσει μιζέρια, αλλά είναι και μια καλή ευκαιρία να στρώσουμε μερικά πράγματα που τα είχαμε αφήσει να πάρουν τον εντελώς στραβό δρόμο. Σε μεγαλύτερο βαθμό από όλα τα παραπάνω παραδείγματα, όσα γράφουμε εδώ ισχύουν για τα μπαρ. Αν σερβίρει μπόμπες, μην ξαναπάτε, αν διατηρεί τις τιμές στα προ τριετίας επίπεδα, μην ξαναπάτε, αν δεν κερνάει ποτέ μετά το δεύτερο - τρίτο ποτό που πίνετε εκεί, μην ξαναπάτε, αν δεν σάς κόβουν απόδειξη, μην ξαναπάτε. Αλλά όχι και να μην ξαναβγείτε έξω ποτέ. Είπαμε: το έχετε ανάγκη, ως άντρας, πατέρας, φίλος, γκόμενος, σύζυγος. Ξεχάστε την απάθεια, πάρτε το απόφαση επιτέλους ότι η κρίση θα μάς κάνει τουλάχιστον λίγο περισσότερο προσεκτικούς και υποψιασμένους και βγείτε έξω να διασκεδάσετε. Έρχεται και το καλοκαίρι, δεν λέει να μένετε όλη μέρα μόνος μέσα μπροστά στο χαζοκούτι...

(Γράφτηκε για το Men's Guide)

25 Νοε 2011

Google Wave Sunsetting in 2012


Γιατί, πότε ανέτειλε;

"Dear Wavers, More than a year ago, we announced that Google Wave would no longer be developed as a separate product. At the time, we committed to maintaining the site at least through to the end of 2010. Today, we are sharing the specific dates for ending this maintenance period and shutting down Wave. As of January 31, 2012, all waves will be read-only, and the Wave service will be turned off on April 30, 2012. You will be able to continue exporting individual waves using the existing PDF export feature until the Google Wave service is turned off. We encourage you to export any important data before April 30, 2012. If you would like to continue using Wave, there are a number of open source projects, including Apache Wave. There is also an open source project called Walkaround that includes an experimental feature that lets you import all your Waves from Google. This feature will also work until the Wave service is turned off on April 30, 2012. For more details, please see our help center. Yours sincerely, The Wave Team"

1 Ιουλ 2011

Aμηχανία

Το ένα μου χέρι έχει μια μικρή γαλάζια πιτσιλιά. Το άλλο μια εξίσου μικρή φούξια.Είναι γιατί χθες, μέχρι τις 4 τα ξημερώματα βρισκόμουν στο μαγαζί που πια είναι η βασική μου δουλειά και προσπαθούσα να βάψω κάτι τραπεζάκια. Δώδεκα ώρες αργότερα βρισκόμουν σε ένα meeting σχετικό με μια άλλη δουλειά, πιο συναφή με την μέχρι τώρα επαγγελματική μου δραστηριότητα. Βρέθηκα να εξομολογούμαι σε έναν σχεδόν άγνωστό μου άνθρωπο την πλήρη μου αδυναμία να γράψω κάτι εδώ και περίπου έναν χρόνο.Εντάξει, όχι πλήρη αδυναμία: όσο δούλευα στο Big Fish κατάφερνα, χωρίς ιδαίτερο κόπο, να βγάλω δύο κείμενα των 500 λέξεων την εβδομάδα, με σκέψεις και αντιδράσεις για όσα έβλεπα γύρω μου. Αλλά οφείλω να ομολογήσω πως η απόλυσή μου, μού προκάλεσε πρώτα από ολα ανακούφιση. Είναι ίσως μια ένδειξη της αποτυχίας μου ως δημοσιογράφου, αλλά πιστεύω στ' αλήθεια πως ο κόσμος μπορεί να ζήσει και χωρίς την άποψή μου. Πολύ περισσότερο δε που "η άποψή μου" - κι αυτή είναι άλλη μια ένδειξη της αποτυχίας μου ως δημοσιογράφου - δεν είναι κάτι σαφές. Από την στιγμή που η χώρα βρέθηκε στο καθεστώς του Μνημονίου, έπιασα τον εαυτό μου να αλλάζει γνώμη με αστραπιαίες ταχύτητες: δεν προλάβαινα να σκεφτώ κάτι και αμέσως μού ερχόταν στο μυαλό η ακριβώς αντίθετη σκέψη.Βλέπω, όλους αυτούς τους μήνες, να πεθαίνει η Ελλάδα που ξέραμε τα τελευταία 30 χρόνια και δεν μπορώ παρά να νιώσω χαρά. Γιατί πιστεύω πως αυτή η Ελλάδα δεν πήγαινε άλλο. Θέλω κι εγώ να τελειώνουμε με το Δημόσιο, να σταματήσουν να υπάρχουν κρατικές επιχειρήσεις - δεν υπάρχει κανένας λόγος το Κράτος να είναι επιχειρηματίας, πρέπει απλώς να ελέγχει, να ρυθμίζει και να εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις για την ομαλή λειτουργία των επιχειρήσεων, τόσο των "Κοινής Ωφελείας", όσο και των υπολοίπων. Αλλά αυτό σημαίνει ότι θέλω να απολυθεί τόσος κόσμος, να μείνει στον δρόμο χωρίς προοπτική, να χάσουν την δουλειά τους μερικές χιλιάδες μόνιμοι της ΕΡΤ - η οποία, επιτέλους, θα πρέπει να έχει ΕΝΑ τηλεοπτικό κανάλι και δύο-τρία ραδιόφωνα, αν όχι μόνο το "Τρίτο". Δεν θέλω, όμως, να χάσει κανείς την δουλειά του. Θέλω να δικαιωθούν οι συμβασιούχοι που ακούν ψέμματα τόσα χρόνια. Πιστεύω στο κράτος πρόνοιας, θέλω κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη και υγεία και παιδεία και συντάξεις και ποδηλατόδρομους και δημοτικές βιβλιοθήκες και μονόκερους να χορεύουν στις παρυφές διπλών ουράνιων τόξων. Είδα το μπαλόνι που λέγεται "Ελλάδα των τελευταίων 30 χρόνων" να σκάει στα χέρια μου και δεν εννοώ ότι έχασα μια καλοπληρωμένη δουλειά και ξέρω ότι η επόμενη δουλειά στο "αντικείμενό μου" θα είναι με χειρότερους όρους - εννοώ ότι είμαι διαβητικός και βλέπω τα ταμεία να δυσκολεύονται να μου καλύψουν τα πραγματικά μου μηνιαία έξοδα για τα αναλώσιμα της αντλίας ινσουλίνης και ξέρω ότι αυτό είναι συνέπεια του γεγονότος ότι η μητέρα μου βγήκε στην σύνταξη από τα 45 της. Προσπαθώ εδώ και πέντε χρόνια να λειτουργήσω μια μικρομεσαία επιχείρηση - την μόνη στην κατηγορία της (και νομίζω ότι ξέρω τι λέω) που κόβει απόδειξη ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΛΑΤΗ - και έχασα έξι μήνες στην πολεοδομία για να την στήσω, επειδή δεν ήθελα να καταθέσω ψεύτικα σχέδια, αλλά ακόμη και για να διορθώσεις κάτι στην πολεοδομία πρέπει να λαδώσεις. Όμως δεν νιώθω αγανακτισμένος. Δεν έχω νιώσει την ανάγκη να πάω στο Σύνταγμα να μουτζώσω κτίρια ούτε - πολύ περισσότερο - να "αποκλείσω" την βουλή, εμποδίζοντας αυτούς που εγώ έστειλα εκεί να πάνε να κάνουν την δουλειά που τους ανέθεσα - κι ας την κάνουν φρικτά. Διαβάζω κάθε μέρα κάποιον να λέει ότι έχουμε Χούντα κι εκνευρίζομαι. Δεν έχουμε Χούντα. Έχουμε μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση που κάνει αυτό που έχει δικαίωμα να κάνει: παίρνει σκληρά, αντιλαϊκά μέτρα, αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις του λαού. Θα κριθεί από το αποτέλεσμα - που ναι, θα είναι μια πλήρης αποτυχία. Αλλά μια ανίκανη κυβέρνηση δεν είναι χούντα. Είναι μια κυβέρνηση που πρέπει να αλλάξει, όταν έρθει η ώρα - και τότε, θα πρέπει να στείλουμε άλλους, καλύτερους. Μετά συμβαίνει μια μέρα σαν την περασμένη Τρίτη, με όλη αυτήν την φρικαλεότητα που ζήσαμε στο κέντρο της Αθήνας, και νιώθω να κλονίζομαι: αν δεν είναι χούντα, γιατί η Αστυνομία επιτίθεται στους πολίτες; Δεν έχω απάντηση. Όλες μου οι σκέψεις μπάζουν από παντού - αλλά τις προτιμώ από τις αεροστεγείς απόψεις που βλέπω γύρω μου, τις προτιμώ από τους "Μνημονιακούς" που θεωρούν λογικό να πληρώσουμε στις τράπεζες για μια κρίση που εκείνες προκάλεσαν (σε συνεργασία με ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, φυσικά), τις προτιμώ από εκείνους που πιστεύουν ότι τώρα ήρθε η ώρα να πέσει ο καπιταλισμός και κάνουν πολιιτκή ψυχοθεραπεία στις "Λαϊκές συνελεύσεις" του Συντάγματος, πιστεύοντας ότι με τα φληναφήματά τους θέτουν τις βάσεις για μια άλλη Πολιτεία. Είναι και μερικοί φίλοι μου εκεί. Κι άλλοι που δεν είναι φίλοι μου αλλά τους ξέρω. Προσπαθούν μέσα από τις συλλογικότητες να βρουν απαντήσεις για τα υπαρξιακά τους κενά. Είναι οι ίδιοι ταλιμπάν που βλέπεις να συρρέουν στις ΜΚΟ - παλιότερα πήγαιναν στα κόμματα.
Τόση ώρα γράφω γι' αυτά που δεν μπορώ να γράψω - και θαυμάζω τον Homo Ludens που καταφέρνει να βάλει τις σκέψεις του σε σειρά, είτε γράφει για μουσική, είτε για τα ΜΜΕ, είτε για την Κρίση. Εγώ δεν μπορώ να το κάνω. Δεν μπορώ να βάλω τις σκέψεις μου σε σειρά για τα σημαντικά. Θα μπορούα να γράψω για τα άλλα - τις απολαύσεις της ζωής, την μουσική, τις γυναίκες, τα κόμιξ (σε τελική ανάλυση, οι οικονομίες καταρρέουν, οι χώρες διαλύονται, αλλά οι άνθρωποι δεν τελειώνουν ποτέ, η ζωή δεν σταματά). Αλλά κι αυτό μου φαίνεται μάταιο - όταν γύρω σου όλα διαλύονται, πώς είναι δυνατόν εσύ να ακούς αμέριμνος Offpiste Gurus;
Ξύπνησα σήμερα βαρύς, νιώθοντας, ως πολίτης, βαθιά προδομένος από τους θεσμούς της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (την οποία συνεχίζω να θεωρώ μια από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του ανθρώπου). Άνοιξα το twitter κι ανάρτησα ένα τραγούδι του Έλινγκτον, όπως το είπε η θεά Ρομπέρτα Γκαμπαρίνι (η οποία πέρσι τραγούδησε σε μια άδεια Τεχνόπολη) μαζί με τον υπέρκομψο Χανκ Τζόουνς. Το έκανα με δισταγμό, με ντροπή, σαν να μην ταιριάζει στο κλίμα της ημέρας. Ένας (άγνωστος) φίλος είπε ότι τον έκανε να νιώσει καλύτερα. Είχε δίκιο. Πρέπει να κρατηθούμε από αυτά που αγαπάμε.
(Tο σκίτσο του Αλτάν λέει: "Αυτή η κρίση θα κρατήσει χρόνια". "Επιτέλους, λίγη σταθερότητα".)

29 Ιουν 2011

Απλές σκέψεις ενός αδαούς μπροστά στην χρεοκοπία της χώρας του


Ξεκίνησα να γράφω αυτό το κείμενο λίγο πριν την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου, το μεσημέρι της 29 Ιουνίου. Και ξεκίνησα να το γράφω έχοντας προεξοφλήσει ότι τα νέα μέτρα θα περάσουν. Είναι μέτρα που θα μού κοστίσουν αρκετά χρήματα φέτος κι ακόμη περισσότερα του χρόνου. Χρήματα που δεν μού περισσεύουν, αφού εδώ και ένα χρόνο εργάζομαι για περίπου 40% λιγότερα απ’ ότι «όταν οι καιροί ήταν καλοί», καθώς ο κλάδος μου είναι πια «είδος πολυτέλειας» για την ελληνική πραγματικότητα και ως εκ τούτου οι επιχειρηματίες του προτιμούν να κρατούν σχέσεις ορισμένης σύμβασης («μπλοκάκια») με τους εργαζόμενούς τους, παρά να τούς διατηρούν στο μισθολόγιό τους. Προσθέστε στα παραπάνω την εύλογη αβεβαιότητα που σού προκαλεί το «καθεστώς μπλοκακίου» (και όντως, για περίπου μισό χρόνο βρέθηκα στη δεινή σχέση να βγάζω τα προς το ζην κυνηγώντας συνεργασίες από εδώ κι από εκεί, χωρίς να έχω το προνόμιο κάποιας «πιο μόνιμης») και θα δείτε ότι δεν έχω κανένα λόγο να υποστηρίζω το «Μνημόνιο ΙΙ».

Διαβάζοντας επίσης κάποια σημεία του εφαρμοστικού νόμου και, βεβαίως, ενημερωνόμενος συνεχώς για το ζήτημα, έχω σχηματίσει κι εγώ τη γνώμη ότι το Μεσοπρόθεσμο δεν είναι η καλλίτερη δυνατή λύση για τη χώρα. Ωστόσο, την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, εύχομαι να περάσει. Πολύ απλά, γιατί οι υπόλοιπες λύσεις που ακούγονται –που είναι έτσι κι αλλιώς λίγες- μού φαίνονται ακόμη πιο επικίνδυνες.

Το κόστος των νέων μέτρων
Αλλά πάμε από την αρχή. Κατ’ αρχάς, όσον αφορά τον εαυτούλη μου (αφού σ’ αυτήν την χώρα κοβόμαστε πρώτα για την πάρτη μας κι όταν «καθαρίσουμε», πιάνουμε μετά και το συλλογικό καλό...), είναι η πρώτη φορά που το κράτος μου κόβει όντως χρήματα, παρότι βρισκόμαστε σε κρίση πάνω από δύο χρόνια και παρότι έχει περάσει ένα ολόκληρο έτος από την πρώτη μας καταφυγή στο δάνειο της Τρόικας.

Προσοχή: Μιλάω για τις άμεσες συνέπειες. Γιατί εμμέσως, έχω ήδη πληγεί μία φορά όταν ο πρώην εργοδότης μου αποφάσισε να με βγάλει από το μισθολόγιο για να με περάσει σε καθεστώς «μπλοκακίου» και δεύτερη φορά όταν διακόψαμε πια και τη μόνιμη σχέση συνεργασίας μας για μια πιο «χαλαρή». Υποθέτω ότι δεν γίνονταν όλα αυτά αν το κράτος δεν πίεζε τόσο πολύ τον ιδιωτικό τομέα, αλλά δεν το μετράω στο κακό που μού έχει κάνει η κυβέρνηση ως τώρα. Για έναν πολύ απλό λόγο: Αν ήμουν τόσο φοβερός και καταπληκτικός σε αυτό που κάνω, κανένας εργοδότης δεν θα με έστελνε σε μπλοκάκι –ή, ακόμη περισσότερο- θα μπορούσα να είμαι φοβερός και καταπληκτικός και σε άλλους κλάδους και αρκετά ευέλικτος ώστε να έχω αποχωρήσει την κατάλληλη στιγμή από κάποιον που περνάει δύσκολες ώρες.

Τα χρήματα, λοιπόν, που καλούμαι να πληρώσω, ως «έκτακτη εισφορά» και ως «τέλος επιτηδεύματος» (άλλη μια πούτσα που τρώνε όσοι ζουν από το «μπλοκάκι» τους) είναι το πρώτο σημαντικό ποσό που μού ζητάει το κράτος για να βγει η χώρα από την κρίση. Πείτε με μαλάκα, αλλά εγώ θα το δώσω με όλη μου την καρδιά. Γιατί συνειδητοποιώ ότι βρισκόμαστε στο χείλος του γκρεμού και ότι κάπως πρέπει να βοηθήσω κι εγώ. Δεν αμφισβητώ όσους λένε ότι τα μέτρα είναι άδικα και ότι κάποιοι άλλοι θα μπορούσουν επίσης να βοηθήσουν, αλλά δεν βοηθούν, λέω απλά τι κάνω εγώ: Εγώ θα βοηθήσω. Μού φαίνεται, δηλαδή, και κομμάτι γελοίο το ότι με τη χώρα βαθιά μέσα στην κρίση, το 2010, έλαβα και πάλι επιστροφή φόρου για φέτος, παρότι απέχω αρκετά απ’ το να βρίσκομαι στα όρια του αφορολόγητου.

Η εναλλακτική του να μην τα πληρώσω
Θα μπορούσα, φυσικά, να κάνω το παν για να μην τα πληρώσω. Στην περίπτωσή μου, επειδή δεν γίνεται να φοροδιαφύγω, θα μπορούσα να κατεβώ είτε ως «αγανακτισμένος», είτε ως «μαχόμενη αριστερά» στους δρόμους και να προσπαθήσω να πείσω τους βουλευτές να «το πάρουν αλλιώς». Δεν το κάνω. Είμαι αγανακτισμένος μαζί τους, αλλά είμαι από αυτούς τους αγανακτισμένους που θέλουν ν’ αλλάξουν τα πράγματα στην Ελλάδα. Όχι από τους άλλους, που λένε «πάρτε το Μνημόνιο και φύγετε από ‘δω», λες και αν φύγουν οι 300 και το Μνημόνιο της Τρόικας, αύριο θα ξυπνήσουν στην ίδια Ελλάδα που ζούσαν πριν 2 χρόνια, στους φραπέδες δίπλα στην παραλία στις 2 το μεσημέρι των εργάσιμων ημερών και στους πολέμους με τα καλαθάκια των λουλουδιών στα μπουζούκια.

Επίσης, δεν πιστεύω στην εναλλακτική που προτείνει η Αριστερά. Συμφωνώ ότι μέχρις ενός σημείου το χρέος μας είναι ανήθικο, αλλά υπολογίζω αυτό το σημείο κάπου στο 10% των οφειλών μας. Καταλαβαίνω την ανάγκη της να ξεσπάσουν και για το υπόλοιπο ποσό, που είναι χρήματα που δανειζόμασταν για να πληρώνουμε πράγματα που ποτέ δεν ενέκρινε (π.χ. τους Ολυμπιακούς Αγώνες), αλλά τρέμω μπροστά στην ιδέα της πτώχευσης, της αποχώρησης από το ευρώ και της «κουβανικής» Ελλάδας που οραματίζεται. Ξέρω ότι το όραμά της είναι πολύ πιο φιλόδοξο και μιλάει για κατάρρευση του καπιταλισμού και εκτός Ελλάδας. Φαντασιώνται, δηλαδή, ότι το ντόμινο που θα ξεκινήσουμε θα είναι τόσο δυνατό που θα επιφέρει μια πραγματική επανάσταση. Αλλά πιστεύω ότι θα πέσει μόνο ένα πούλι. Η Ελλάδα. Ναι, ο καπιταλισμός έχει μερικά σοβαρά προβλήματα, αλλά το δικό μας πρόβλημα, σύντροφοι, δεν είναι ο καπιταλισμός.



Η ελπίδα
Λέω, λοιπόν, «ναι» στο Μεσοπρόθεσμο, όχι επειδή είναι καλή λύση, αλλά επειδή είναι η μόνη λύση. Λέω «ναι», για να εκταμιεύσουμε τις δόσεις του δανείου με το χαμηλό επιτόκιο που θα μας επιτρέψουν ν’ αποπληρώσουμε εκείνες με το υψηλό και για να πάρουμε κι ένα νέο δάνειο στη συνέχεια, για να συνεχίσουμε να καλύπτουμε τις οφειλές μας –γιατί έτσι λειτουργεί το σύστημα και είναι ένα σύστημα που σε γαμάει όταν θες να το κοροϊδέψεις, αλλά σε επιβραβεύει όταν στρώσεις τον κώλο σου και δουλέψεις και το χρησιμοποιήσεις υπέρ σου. Λέω «ναι» στις θυσίες, όσο ακόμη ελπίζω πως αυτές θα αποδώσουν.

Αλλά οι ελπίδες μου έχουν πια μειωθεί πολύ. Στην ουσία μού έχει μείνει μόλις μιάμιση: Ότι οι θυσίες αυτές, που όντως πλέον είναι μεγάλες και που όντως είναι αρκετά άδικες σε πολλούς τομείς, θα αποτελέσουν ένα ισχυρό σοκ και στην κοινωνία μας και στους πολιτικούς μας. Δεν φτάνει μόνο να προπηλακίζονται οι δεύτεροι, ούτε φτάνει που στην επόμενη Βουλή θα μπουν τόσα κόμματα όσα δεν έμπαιναν ούτε την δεκαετία του ’30. Το να αντικατασταθούν οι παρόντες λαϊκιστές άχρηστοι ή εγκληματίες 300 με άλλους παρόμοιους, δεν έχει κανένα νόημα. Το να πάψει να είναι αγανακτισμένος κάποιος επειδή θα τον βολέψει ο κάθε Αθανασιάδης στην κάθε ΔΕΗ, δεν έχει κανένα νόημα. Η ρήξη πρέπει να έλθει στο δικό μας σάπιο σύστημα (αυτό που είναι το πραγματικό πρόβλημα και όχι ο καπιταλισμός και οι τράπεζές του):

Το σύστημα της σκέψης μας. Της απέχθειάς μας απέναντι σε κάθε εργασία, της αγάπης μας για την καλοπέραση υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, της ευκολίας μας στην γκρίνια και στην απαίτηση, και –φυσικά- της τάσης μας στο «βόλεμα», στην πλάγια μέθοδο και στο «κανόνισμα» κάτω απ ‘το τραπέζι. Για πάρτη μας. Πάντα για πάρτη μας, αρκεί να μη βλέπουν οι άλλοι. Το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτού του συστήματος, το χειρότερο κακό για τον τόπο, είναι το γιγαντιαίο Δημόσιο και η μονιμότητα των υπαλλήλων του.

Ελπίζω ότι το σοκ μας από το ξύλο που πρέπει να φάμε για να μην πτωχεύσουμε (ή, έστω, μια επιβολή από τις «Ξένες Δυνάμεις» -ειλικρινά δεν με πειράζει να μας μανατζάρουν οι Γερμανοί. Δεν έχω κανένα κόλλημα με τον παμμέγιστο Περικλή ή τον τεράστιο Μεγαλέξανδρο, όλοι αυτοί έχουν πεθάνει πριν χιλιετίες, μαζί με μια άλλη Ελλάδα) θα φέρει επιτέλους την κοινή λογική και την άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο, παράλληλα με το κλείσιμο υπηρεσιών και απολύσεις των υπαλλήλων τους. Όλα αυτά, φυσικά, μαζί με κίνητρα στον ιδιωτικό τομέα, για την απορρόφηση εργαζομένων (ορίστε πού μπορούν να δοθούν πραγματικά φορολογικά κίνητρα) και για την ενίσχυση της ανάπτυξης.

Δεν θέλω να χάσουν οι άνθρωποι τις δουλειές τους επειδή τούς ζηλεύω. Θέλω να τις χάσουν, μπας και ξεκουνηθούν. Μπας και ξεβολευτούν. Γιατί μόνο έτσι θα γίνουν δημιουργικοί, θα σκεφθούν ιδέες, θα αποκτήσουν οράματα, φιλοδοξίες, όρεξη για ζωή. Και θ’ αποδείξουν αν όλα αυτά τα περίφημα για την «ελληνική μαγκιά» είναι αλήθεια ή πομφόλυγες που εξαπολύονται στα εύκολα. Όταν ξαναμπεί μπροστά η μηχανή του λαού, όταν ο καθένας προσωπικά δίνει ό,τι περισσότερο μπορεί για να συμβάλλει στην ανάπτυξη (μια έννοια τόσο εύκολη να τη λες, αλλά τόσο δύσκολη να επιτευχθεί –αν ξυνόμαστε στα ακριβά μας γραφεία π.χ. δεν αναπτυσσόμαστε ιδιαίτερα...), τότε θα έχουμε κάθε δικαίωμα να λέμε την εθνικότητά μας και να περηφανευόμαστε. Μέχρι τότε, θα παραμένουμε ένα σιχαμένο πλήθος αγροίκων που θα τα φορτώνουμε όλα στους πολιτικούς μας, λες και δεν τους ψηφίζουμε εμείς.

26 Μαΐ 2011

Μαροκινό τρανς και ελληνοϊσπανική επανάσταση



Την πρόπερασμένη Κυριακή συνόδευσα τη Β. σε μια ακόμη παράσταση χορού. Σε κάτι που ξεκινάει με το τρομακτικό "Τα Μπαλέτα τάδε (της Ισπανίας, εν προκειμένω) παρουσιάζουν..." και καταλήγει σε μια αίθουσα όπου η αναλογία γυναικών-ανδρών είναι πιο εντυπωσιακή κι από εκείνη που ζούσα στα αμφιθέατρα του Καποδιστριακού, όταν σπούδαζα κλασσική φιλολογία. Η παράσταση δόθηκε στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών όπου δεν είχα αξιωθεί να ξαναπάω, οπότε μέχρι να ξεκινήσει είχα και αυτό το πρόσθετο ενδιαφέρον, της εξερεύνησης και του εντυπωσιασμού από το χώρο.

Και μετά ήλθαν οι πρώτες νότες του "Gnawa" και χάθηκα στο μαροκινό τρανς. Τα Μπαλέτα της Ισπανίας (πιο σωστή μετάφραση στο εισιτήριο θα ήταν βέβαια το "η εθνική ομάδα χορού") μάς έφεραν τρεις χορογραφίες του Νάτσο Ντουάτο, που -απ' ότι διαβάζω και απ' ότι κατάλαβα, παρά τις ταπεινές μου γνώσεις περί χορού, στη συνέχεια- είναι πολύ σπουδαίος σε αυτό που κάνει. Ο Ντουάτο γεννήθηκε στην Βαλένθια, που, ως γνωστόν, έχει τεράστια επιρροή στην κουλτούρα της από τη Βόρεια Αφρική, και η πρώτη από τις τρεις χορογραφίες της Κυριακής ήταν το μυστηριακό "Gnawa", με κυρίαρχα τα μαροκινά στοιχεία στη μουσική.

Στην πορεία έμαθα ότι το Gnawa δεν είναι απλά το όνομα που έδωσε ο Ντουάτο στην παράστασή του, αλλά είναι όντως ένα είδος παραδοσιακής μουσικής που παίζεται στο Μαρόκο και στη νοτιοδυτική Αλγερία, εκεί στην οροσειρά του Άτλαντα. Δεν ήταν τυχαίο, λοιπόν, που μού θύμιζε τόσο έντονα κάτι από ένα προ πενταετίας ταξίδι μου στο Μαρακές και μια διανυκτέρευση σε ένα "χωριό" από σκηνές κάπου στην αρχή της Σαχάρας, γύρω γύρω από μια πλατεία από χαλιά, πάνω στα οποία οι Βέρβεροι έπαιζαν με τα περίεργα όργανά τους. Εκείνο το βράδυ ήμουν αφάνταστα κουρασμένος για να κάτσω να τους ακούσω πάνω από ένα τραγούδι και αποσύρθηκα στη σκηνή μου και στα τεράστια σκαθάρια που μού έκαναν παρέα στον ύπνο μου. Διαβάζοντας τώρα για την Gnawa, συνειδητοποιώ πως η έννοια "ένα τραγούδι" είναι έτσι κι αλλιώς σχετική, αφού αυτό το ένα τραγούδι μπορεί να διαρκέσει ολόκληρες ώρες -είναι ένα απίστευτο τρανς ρυθμών και μελωδιών που εναλλάσσονται και συμπληρώνουν η μία την άλλην.

Όλα τα παραπάνω θα έχουν συγκινήσει σίγουρα το ταγαροφόρο αναγνωστικό κοινό του ΠΠC (που είμαι σίγουρος ότι υπάρχει, παρ' ότι έχουμε καταβάλει αρκετές προσπάθειες με τον Mr. Arkadin να το διώξουμε μακριά) και η αλήθεια είναι όντως ότι η μουσική αυτή ταιριάζει τέλεια με τη φούντα (όπως ήταν και το πρώτο σχόλιο του Mr. Arkadin όταν τον ρώτησα για τη gnawa), την ακτιβιστική αμπελοφιλοσοφία και γενικά την je m' en fous στάση ζωής που διακόπτεται μόνο από καμμιά συμμετοχή στις πορείες του Τσίπρα στο κέντρο, με μια θολή εικόνα του λόγου της διαδήλωσης. Η αλήθεια είναι ότι η ιστορία με τις σκηνές στην έρημο ήταν μεν γραφική, αλλά πάνω απ' όλα ταλαιπωρία (σε αντίθεση με άλλα "παραδοσιακά" πράγματα που έκανα στο Μαρακές, όπως π.χ. να φάω ψάρι με τα χέρια σ' ένα πάγκο στην Τζεμάα ελ Φνα παρέα με τους μικροπωλητές, τους μονόφθαλμους ζητιάνους, τους φακίρηδες και τις κόμπρες τους). Aλλά αλήθεια είναι ότι με την "Gnawa" του Ντουάτο ενθουσιάστηκα -και συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν μόνο η χορογραφία, αλλά κυρίως η μουσική που έβγαλε μια τόσο όμορφη διάθεση μέσα από την ψυχή μου.

Γιατί τα γράφω τώρα αυτά; 'Ελα ντε, δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος. Μάλλον επειδή έχω καιρό να γράψω κάτι στο μπλογκ και έψαχνα μια αφορμή για να ανεβάσω το βιντεάκι με κάποια στιγμιότυπα από το "Gnawa" που αμέλησα να ανεβάσω όταν το είδα. Και ποια καλλίτερη αφορμή από την "ελληνοϊσπανική επανάσταση" που βιώνουμε μέσω πλατειών και social media τις τελευταίες ημέρες και που, φαντάζομαι, συγκινεί το σαλβαροσάνδαλο κοινό μας ακόμη περισσότερο κι από τις καστανιέτες κρακάμπ που κρατούν το ρυθμό στη gnawa...

Αγρανάπαυση

Αν δεν είχε ανεβάσει ο Homo Ludens το αμέσως προηγούμενο διαφημιστικό/φιλανθρωπικό/ποδολαγνικό βιντεάκι, θα νόμιζε κανείς πως μετά τον θάνατο του Βέγγου, αυτό το μπλογκ έχει χάσει την θέληση να υπάρχει - κάτι που θα ήταν ποιητικό μεν, και κάπως ταιριαστό με την αισθητική/φιλοσοφία μας, αλλά δυστυχώς δεν είναι αλήθεια. Έχουμε ήδη πάρει τον δρόμο της επιστροφής.

16 Μαρ 2011

Ο καλλίτερος τερματοφύλακας στον κόσμο my ass!

Ήταν και αυτό (όπως κι αυτό) τόσο τέλειο ματς που η παγωμάρα μου από τον αποκλεισμό της λατρεμένης Μπάγερν διήρκησε λίγα μόνο λεπτά. Μετά έκανα σεξ. Μετά γέμισα ένα ποτήρι κρασί. Μετά κάθισα στον υπολογιστή να δω αν ανέβηκαν τα χρηματιστήρια ύστερα από το φρικιαστικό τους άνοιγμα σήμερα. Και μετά έβαλα να ακούσω We Are Enfant Terrible. Δες το κι έτσι: Όταν έχεις μπροστά σου ένα τέτοιο θέαμα επί μιάμιση ώρα, ε δεν είναι δυνατόν να μην σου φτιάχνει τη μέρα. Άσε τους άλλους να ψηφίζουν για τις καλλίτερες ταινίες της χρονιάς (τις ποιες;). Πραγματικό αριστούργημα που να διαρκεί περί τα 90 λεπτά, μόνο στα γήπεδα του Τσάμπιονς Λιγκ μπορείς πια να το βρεις. Κι αφού έφυγε από το παιχνίδι ο Μπάστιαν και η παρέα του, τώρα εύχομαι η κλήρωση να στείλει την Ίντερ πάνω στην άλλη αγαπημένη μου (από τα πέτρινα χρόνια κι από την εποχή του Αρντίλες ακόμη) ομάδα μου. Πάνω στην Τότεναμ. Κι ο Χάρης ο Ρέντναπ να σβήσει μια και καλή τα όνειρα του κάθε Λεονάρντο.

Α, κι επειδή στο ενδιάμεσο είδα και τα γκολ του άλλου ματς, Μάντσεστερ Γιουν. - Μαρσέιγ, τελικά είναι τεχνητό ή τεχνικό οφσάιντ;

(Και αυτό ήταν ό,τι πλησιέστερο σε καφριλίδικο, οπαδικό μήνυμα θα διαβάσεις ποτέ στο "Πο Πο Culture!")

9 Δεκ 2010

Η απαξίωση της αντρικής παρέας (& ο μαρασμός της Πέμπτης) by Guest Blogger Avlakiotis

Οι παλιότεροι αναγνώστες του "Πο Πο Culture!" θα θυμούνται τον Avlakiotis ως ένα troll-τιμητή των πάντων (και κυρίως της ιστορικής ενότητας Django Weekend του Mr. Arkadin) που έμπαινε κάθε τόσο στο blog και μας αναστάτωνε με χλευαστικά και επικριτικά σχόλια σε greeklish. Είχε το ελεύθερον και δεν τού τα λογοκρίναμε ποτέ, διότι τυχαίνει πολύ καλός φίλος του Homo Ludens και το έκανε σε μια έκφραση χοντροκομμένης, παλιομοδίτικης πλάκας. Εδώ και περίπου ένα χρόνο, ο Avlakiotis έχει σιγήσει. Κάποιοι από τους λόγους που τον οδήγησαν σε αυτήν την σιωπή, εξηγούνται και από το παρακάτω κείμενο που απέστειλε στο "Πο Πο Culture!" και που θα ήταν κατά των αρχών μας να μην δημοσιεύσουμε. Αντίθετα με ό,τι περιμένει κανείς, ο Avlakiotis εμφανίζεται εδώ μελαγχολικός, εσωστρεφής και κυρίως με τάσεις για αυτοκριτική -χωρίς να κατακρίνει ή να χλευάζει κανέναν άλλον:


Η ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΡΙΚΗΣ ΠΑΡΕΑΣ (& ο μαρασμός της Πέμπτης)

Από μικρός πίστευα ότι η ανδρική φιλία είναι δομημένη πάνω σε γερές βάσεις και αξίες, μάλιστα υποτιμούσα την γυναικεία φιλία θεωρώντας την ρηχή και ευκαιριακή. Δεν μπορούσα να δεχτώ ότι θα έκανα παρέα με κάποιους ανθρώπους και με το που θα έκανα μία σχέση θα εξαφανιζόμουνα από τους πάντες, ριχνοντας μαύρη πέτρα πίσω μου και με το που θα χώριζα θα εψαχνα να τους ξαναβρώ -κάτι που συνέβαινε με τις περισσότερες, αν όχι όλες τις γνωστές και τις φίλες μου. Χλεύαζα μάλιστα το οτι ενώ όλες δηλώνουν πολυσύνθετα όντα, ουσιαστικά το μόνο θέμα που τους ενδιέφερε πραγματικα να συζητανε στις παρέες τους είναι για σχέσεις με το άλλο φύλο. Ακόμα και αν προσπαθούσαν να συζητήσουν για κάτι άλλο, η κατάληξη θα ήταν η ίδια. Αντίθετα, στις ανδρικές παρέες τα θέματα συζήτησης και οι προβληματισμοί ήταν πολύ περισσότερα, όπως πολιτική, αθλητικα, αυτοκίνητα, οικονομικά, εργασιακά, διεθνή θέματα, σχέσεις, playstation... Αυτή την διαφορετικότητα την υποστήριζα με πάθος σε μικρότερη ηλικία, με αποτέλεσμα πολλές φορές να αρνηθώ απολαύσεις και ευκαιρείες στον «βωμό» της παρέας, σε σημείο παρεξηγήσης.

Με το πέρασμα του χρόνου διαπιστώνω οτι οι αξίες που υποστήριζα με πάθος έχουν αρχίσει σιγα σιγα να φθείρονται και να μην πολυπιστεύω σ’ αυτές. Ο πραγματικός λόγος είναι οτι η αλλαγή που έχει έρθει σε μένα αλλα και στους φίλους μου, μας έχει ωθήσει σε άλλες κατευθύνσεις και έχουμε διαφορετικές προτεραιότητες. Τα προηγούμενα χρόνια ως παρέα είχαμε κοινούς στόχους, πιστεύαμε πανω κάτω στα ίδια πράγματα και μας ένωναν πολλα περισσότερα απο αυτά που μας χωρίζαν. Τώρα πλέον διαπιστώνω οτι τα κοινα σημεία επαφής είναι ελάχιστα εώς μηδαμηνά, βρισκόμαστε μεταξύ μας με το ζόρι, και ενδόμυχα ο καθένας μας ίσως να προτιμουσε να ήταν κάπου αλλου παρά με τους φίλους του. Η Euroleague, το Call of Duty, οι μαυρόασπρες ελληνικες ταινιες στην τηλεόραση, μια κοινωνικη συνεύρεση που μπορούσα να κάνω άλλη μέρα, η δουλεια μου σε συνδυασμο με το να δω τους φίλους μου, η βαρεμάρα που με διακατέχει,τ ο μάθημα που έβαλα την ημέρα και ώρα που ξέρω ότι θα βρεθω με τους φίλους μου τελικα ειναι πιο ελκυστικά και προτιμητέα.

Με βάση τα παραπάνω ουσιαστικά διαπιστώνω ότι δεν διαφέρουμε σε τίποτα σε σχέση με τις γυναίκες που εξαφανίζονται γιατί κι εμείς πράτουμε το ίδιο ακριβώς με την διαφορά οτι η δικαιολογία που προβάλλουμε είναι ΝΟΜΟΣ σε σχέση με το σύνολο. Αυτό που με θλίβει όμως είναι ότι πλέον δεν με ενοχλεί η κατάσταση -την αποδέχομαι και μάλιστα την δικαιολογώ. Η ένσταση μου είναι οτι οι δικαιολογίες που προβάλλω δεν με ικανοποιούν. Μια μου φταίει η κρίση, μία μου φταίει ο τρόπος ζωής μου που άλλαξε απότομα λόγω οικογένειας, μία μου φταίνε οι φίλοι μου οι παντρεμένοι γιατι το μόνο που λέμε είναι για κολικούς, πάνες, κακάκια, παιδικους σταθμους, την άλλη οι ανύπαντροι φίλοι μου -όταν δεν έχουν καμία γκομενοϊστορία να πουν δεν υπάρχει δίαυλος επικοινωνίας- και ουσιαστικα βρίσκεσαι με ανθρώπους που ενώ έχεις ζήσει μαγικές στιγμές και νομίζεις οτι η φιλία σου έχει γερά θεμέλια, ουσιαστικα δεν έχεις τι να συζητήσεις και βαριέσαι στα 5 λεπτά. Κάποτε καναμε εκδρομές, οργανώναμε Gala, poker tournaments, καναμε ιστορικά parties, κάθε μήνας είχαμε και απο ένα event. Ακόμα και η καθαρά Δευτέρα είναι πλέον εφιάλτης για κάποιους. Οι συνήθειες που κάποτε ήταν δεδομένες, πλέον έχουν κατακεραυνωθεί και απαξιωθεί. Δεν πειράζει όμως γιατί η ζωή προχωράει και ο άνθρωπος εξελίσσεται. Αυτό που πραγματικά με στενοχωρεί είναι οτι αποξενώνομαι από ανθρώπους που είναι πολυ κοντά μου. ΔΕΝ θα ήθελα μετα από χρόνια να λέω οτι έχω χαθεί με αυτούς και να τους εξισώνω με φίλους που έκανα παρέα στην εφηβεία λεγοντας «έχω χαθεί με τον τάδε αλλα τον έχω μέσα στην καρδιά μου».

Τελειώνοντας, αποδέχομαι την διαφορετικότητα, άλλωστε ο καθένας πορεύεται με με τον δικό του τρόπο στην ζωή.


Ευχαριστώ το "Πο Πο Culture!" που μου δίνει βήμα για να εκφραστώ και συγγνώμη αν κούρασα καποιους αναφερόμενος κυρίως σε καταστάσεις ειδικές,

Αυλακιώτης

30 Νοε 2010

27 Οκτ 2010

Της μουρλής


Αγαπητή μου Κριστίνα,
Υπάρχει, βεβαίως, μια περίπτωση να σε θίξω με όσα σκοπεύω να γράψω, αλλά θα πάρω αυτό το ρίσκο. Αφενός γιατί είσαι το καλύτερο υπόδειγμα αυθεντικής τρελής που μπορώ να σκεφτώ -και άρα το απόλυτο exitorial girl για το θέμα που με ταλανίζει-, αφετέρου διότι, ως τρελή που είσαι, το να προσβληθείς ή να πειραχτείς είναι δύο μόνο από τις πιθανές αντιδράσεις που θα εμφανίσεις όταν το διαβάσεις. Αμελητέα ποσότητα, δηλαδή, μπροστά στις δεκάδες άλλες απρόβλεπτες: από το να ερεθιστείς σεξουαλικά με την μπρουταλιτέ μου μέχρι το να το χτυπήσεις τατουάζ στα αρχαία χμερ στο αριστερό σου στήθος, να αντικρίζει αγέρωχο το σπουργίτι που ήδη κατοικεί στο δεξί, συνεπαρμένη από την αποθεωτική προς το φεγγαρένιο πρόσωπό σου διάθεση που πιθανόν θα ανακαλύψεις πίσω από τις γραμμές. Γιατί το ένστικτό μου και η πείρα μου σε κατατάσσουν αυτόχρημα στις τρελές, αλλά θα χρειαστώ λίγο περισσότερη τριβή μαζί σου για να καταλήξω ποιου είδους απ’ όλα είσαι υπηρέτις.

Είσαι άραγε από τα «προζακοκόριτσα», όπως υποδηλώνει το παρελθόν σου με την ανορεξία και τις κρίσεις κατάθλιψης και βέβαια η ταύτιση με την Ελίζαμπεθ Βούρτζελ όταν την υποδύθηκες στο «Prozac Nation» ή απλώς έτσι σε ήθελε το promotion της ταινίας; Είσαι από τις εκφοβιστικές δειλές, τις Τουραντό των «Χιλίων και μιας νυχτών» και του Πουτσίνι, αυτές με τα τατουάζ από λιοντάρια στους ώμους και τα τρομακτικά μάτια - κληρονομιά από την οικογένεια Ανταμς, που πρόλαβε και σε πήρε κόρη της πριν κλείσεις καλά-καλά τα δέκα σου, τα δύο υπερμεγέθη μαργαριτάρια που έχεις για μάτια και που δακρύζουν μόλις συναντήσουν κάποιον που δεν ψαρώνει με τις αγριάδες σου, και που σε κάνει δουλάκι του, έτσι εύκολα, απλώς γιατί είναι πιο σκληρός; Είσαι από τις σαλεμένες Νόρμα Ντέσμοντ του Sunset Blvd., από εκείνες που βλέπουν αυτά ακριβώς που θέλουν, αγνοώντας όσα πραγματικά συμβαίνουν - κι άρα σωστά σε επέλεξε ο Γούντι Αλεν ως Αμάντα του στο «Ερωτας και τίποτε άλλο»; Η κτητική «πρώην» που ανοίγει τρύπες στους τοίχους αφού μετακομίσει στο διπλανό διαμέρισμα του κάποτε εραστή της, σαν την ηρωίδα του «Laid», ή η ανασφαλής κοπέλα που φοβάται να βγει στο δρόμο μην την ισοπεδώσουν, όπως στο άλλο τραγούδι των James, το «Out to get you»; Ή μήπως μια υστερική σκύλα που ορκίζεται εκδικητικά ξεκοιλιάσματα σε όποια τολμήσει να ρίξει μια λάγνα ματιά στον συνοδό της ή μια στραβή στις καινούργιες της γόβες;

Επαψα να ασχολούμαι μαζί σας προ έξι-επτά ετών. Υπερκορεσμός. Οι φίλοι μου, βέβαια, με κορόιδευαν από τότε: «Δεν μπορεί να έχεις το μουρλομαγνήτη, κάτι κάνεις και τις τρελαίνεις εσύ». Ισως δεν καταλάβαιναν τη γοητεία του παιχνιδιού. Τα μικρά δολώματα για να της βγάλεις τον πιο άγριο εαυτό, την ανείπωτη, ένοχη απόλαυση να την εκμεταλλεύεσαι όταν νιώθει ένα τίποτε, την αδρεναλίνη σε κάθε καβγά με μια τρελή. Δεν είμαι και ο «καθηγητής του πόθου» του Φίλιπ Ροθ για να σ’ το γράψω με πιο μεγάλη τέχνη, δεν σε πολυνοιάζει κιόλας υποθέτω - είπαμε: σπάνια οι τρελές συνειδητοποιείτε ότι είστε όντως τρελές. Και δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Η απόλαυση του να συζητάς, να συμπράττεις, να συζείς με μια λογική γυναίκα δεν ανταλλάσσεται με τίποτε. Εξιτάρομαι, βέβαια, όταν φαντάζομαι τα δάχτυλά μου να ακολουθούν το περίγραμμα ενός παρανοϊκού τατουάζ στη γυμνή πλάτη μιας αλλοπρόσαλλης νεάνιδας.
Ομως, δεν τρελάθηκα ακόμα να σ’ το ζητήσω.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, Νοέμβριος 2010. Θα δημοσιευθεί στο GK που κυκλοφορεί αυτή την Κυριακή, 31/10, με την Καθημερινή)

6 Οκτ 2010

Κανείς δεν είναι τέλειος


Ξανθή μου Λάρα,
Κατ’ αρχάς θα ’θελα να ήμουν η άμμος που σε γλείφει από τους γοφούς ώς το στήθος. Αλλά κάτι τέτοιες καταθέσεις είναι κλισέ, εκτός από πρόστυχες, οπότε θα προσπαθήσω να σε προσεγγίσω διά της ποιήσεως. Με στίχους άλλων, βεβαίως, και δη καρπούς από τη φετινή εσοδεία της ανεξάρτητης μουσικής, ώστε να σε ρουφήξω πλήρως μέσα στη διάθεσή μου - που, για καλή σου τύχη, από το πρωί που ξύπνησα είναι εξαιρετική.

Νωρίς το πρωί, ο ήλιος έχει ανατείλει χρυσός, μεταλλικός, για την Αναστασία / Σήκω σιγά σιγά, έξω απ’ το παράθυρο κάποιος φωνάζει την Αναστασία / Θέλει την καρδιά σου στα μικρά του διηγήματα / Αλλά απλά δεν την έχει κερδίσει ακόμη μωρό μου / Γι’ αυτό σήκωσε τα χέρια σου / Κι εκείνος εξηγεί πώς έκτισε ετούτη την πόλη με τα λέιζερ που πετούν τα μάτια του από την κοκαΐνη.
Wolf Parade - Pobody’s Nerfect, από το άλμπουμ Expo 86.

Αντικαθιστάς το όνομα της ηρωίδας με το δικό σου, την κοκαΐνη με κάτι ψυχοτρόπο μεν, αλλά πιο νόμιμο και οικονομικό - στην Ελλάδα η κρίση μάς δοκιμάζει ακόμη. Παίρνεις ένα όμορφο ξύπνημα κι έναν ολίγον ατσούμπαλο, ολίγον αγαθό, ολίγον μεθυσμένο θαυμαστή (κανείς δεν είναι τέλειος), που μπορείς να τον κάνεις ό,τι βούλεσαι. Αν σηκώσεις τα χέρια σου, όπως σε προτρέπουν οι Wolf Parade, θα φανούν τα στήθη σου (ομολογώ πως πολύ πρόσφατα συνειδητοποίησα το πραγματικό τους μέγεθος). Και θα τον κάνεις λίγο πιο ευτυχισμένο. Η εικόνα είναι καλοκαιρινή, όχι άδικα. Μόνο τους θερινούς μήνες ξυπνώ πολύ νωρίς και με τόσο καλή διάθεση. Στην Ελλάδα, ευτυχώς, ο Οκτώβριος είναι καλοκαίρι.

Το καλοκαίρι που έσπασα το χέρι μου / περίμενα το γράμμα σου / δεν τρέφω αισθήματα για σένα τώρα / τώρα που σε ξέρω καλύτερα / Μακάρι να σε είχα αγαπήσει τότε / πριν περάσουν τα πιο καλά μας χρόνια / και πριν ένας παγκόσμιος πόλεμος μας κάνει όσα θα μας κάνει.
Arcade Fire - City With No Children, από το άλμπουμ The Suburbs.

Ω! Εμαθα ότι παντρεύτηκες τελικά. Πρώτα το στήθος σου, τώρα ο γάμος. Εικόνες και ειδήσεις φτάνουν σ’ εμένα με καθυστέρηση. Θα φταίει το μεθύσι. Οπως και να ’χει, δεν είσαι πια ελεύθερη. Δεν τρέφω αισθήματα για σένα τώρα. Ερωτες του καλοκαιριού... Αλλά είπαμε: κανείς δεν είναι τέλειος. Κι αν θέλω ακόμη να σ’ αρμέξω;

Είσαι ο βοσκός μου μωρό μου / δεν θα άντεχα αλλιώς / ο ουράνιος ποιμένας / Εύχομαι να ήμουν ένα πρόβατο / αντί για λιοντάρι / γιατί τότε δεν θα χρειαζόταν να τρώω / ζώα που πεθαίνουν.
Gonjasufi - Sheep, από το άλμπουμ A Sufi And A Killer.

Δεν θυμάμαι αν έχετε και πολλά αμνοερίφια στην Ολλανδία, έχετε όμως σίγουρα άπειρες αγελάδες· τις θυμάμαι να βόσκουν κάτω από τους ανεμόμυλους ένα μουσκεμένο πρωινό στην εθνική από το Ρότερνταμ προς το Σκίπολ. Καταλαβαίνεις λοιπόν. Γαλήνια και σχεδόν ρομαντικά, αν βγάλεις τη μουντίλα της χώρας σου και ξαναφέρεις τον μεταλλικό ήλιο του εδώ πρωινού, άσε με να βρυχώμαι και μη φοβάσαι. Εξω απ’ το παράθυρο, κάποιος θέλει την καρδιά σου για τα μικρά του διηγήματα. Κάποιος άλλος θέλει το στήθος σου για τις μικρές του επιστολές. Κανείς δεν είναι τέλειος. Σε δουλειά να βρισκόμαστε μέχρι να ξαναγίνει καλοκαίρι, να ξανακυλιστούμε στην άμμο.

Σε φιλώ, αποκλεισμένος στο γραφείο μου, εν μέσω κλεισίματος τεύχους,
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Οκτωβρίου 2010)

7 Σεπ 2010

Όχι και τόσο χίψτερ τελικά

Η ψηφοφορία (μάλλον δημοσκόπηση) στα δεξιά έκλεισε. Το 22% των αναγνωστών του ΠΠC ξέμεινε φέτος το καλοκαίρι στην Αθήνα, το 16% πήγε στην Χαλκιδική (υποθέτω, λοιπόν, ότι κάπου ένας στους πέντε απ' όσους μας διαβάζουν είναι από τη Θεσσαλονίκη), το 14% έφυγε στο εξωτερικό, γιατί του φάνηκε πιο φθηνό. Μύκονο και Σαντορίνη πήγε συνολικά μόλις το 6% από εσάς, αλλά και τα χιψτερονήσια δεν μάζεψαν κάποιο σημαντικό ποσοστό: 4% η Ανάφη (στη φωτογραφία επάνω, από τη Lifo), 9% η Αντίπαρος κι άλλο τόσο η Αμοργός. Τελικά το κοινό του ΠΠC είναι mainstream (και ίσως πρέπει να συμμορφωθούμε); Το 35% έφυγε για κάποιο νησί απ' αυτά που δεν συγκαταλέγονται στους πιο δημοφιλείς προορισμούς κι ένα 13% δεν πήγε καν σε νησί, αλλά κάπου στα ηπειρωτικά. Είναι η κρίση τελικά, που μας / σας έστειλε στο χωριό και στο εξοχικό του φίλου, ή τα "ψαγμένα" μέρη απλώς είναι για τους λίγους που ασχολούνται με αυτά -και οι υπόλοιποι απλά δεν μπορούν να καταλάβουν τι στο διάολο μας / τους αρέσει τόσο; Discuss.

11 Μαΐ 2010

Εκεί που πέφτει η γραβάτα



Αγαπητή μου Κριστίνα,
Διάλεξα επίτηδες ετούτη τη φωτογραφία. Την ασπρόμαυρη, από τη L’ Uomo Vogue του Φεβρουαρίου. Επειδή είσαι μια αλλόκοτη Κριστίνα Χέντρικς εδώ. Kουλ και αντράκι, πιο mad man και από τους Mad Men που βυθίζουν το βλέμμα τους στις καμπύλες σου κάθε εβδομάδα, στη σειρά που σου χαρίζει ξανά και ξανά το βραβείο «Αντικείμενο Πόθου» τρία χρόνια τώρα. Ομολογώ ότι δεν μου άρεσε στην πρώτη ματιά. Οτι έψαξα πίσω από τον κατάμαυρο καταρράκτη της γραβάτας να βρω έναν μικρό φεγγίτη προς το θηριώδες στήθος σου. Οτι γύρισα αμέσως σελίδα, ελπίζοντας πως στο επόμενο σαλόνι θα πόζαρες στην ίδια στάση ακριβώς, φορώντας πια μόνο το λαιμοδέτη. Ξαναξεφυλλίζοντας όμως το τεύχος «Crazy For Women» των Ιταλών, ενθουσιάστηκα. Δεν ξέρω αν αυτή ήταν η πρόθεσή τους όντως, αλλά στο εθισμένο σε ερεθιστικά παιχνίδια μυαλό μου, το να τριγυρίζουν όλες οι υπόλοιπες καλλονές ημίγυμνες και προκλητικές στο τεύχος και εσύ, η κανελένια Τζέιν Μάνσφιλντ των ’00s (καλύτερα, η τσίλι εκδοχή της Τζέιν Μάνσφιλντ), να κρύβεις κάθε σπιθαμή ποθητής σάρκας μέσα στην αρχετυπική ανδρική στολή, μοιάζει με ευρηματικότατο σχόλιο στο πόσο εύπλαστα είναι τα γούστα των αρσενικών.

Και αυτό ήταν μια ιδανική συνταγή για exitorial. Αναπάντεχη Κριστίνα σε ρόλο που τελικά θα βρούμε λόγο να μας αρέσει. Οπως μας άρεσε που από ατάραχη και οργανωτική υπερ-γραμματέας - σεξοβόμβα μετετράπης εν μια νυκτί σε νοικοκυρά στην τηλεοπτική σειρά. Ευάλωτη και ευαίσθητη, αρρωστημένα ερωτευμένη, εκεί που η μόνη σου σχέση με την έννοια της αρρώστιας ήταν τα καρδιακά επεισόδια που προκαλούσες στις μοκέτες των γραφείων της Sterling-Cooper...

Από ποιον να κρυφτούμε; Στους άντρες αρέσουν όλες οι γυναίκες. Σ’ εσάς λειτουργεί λίγο πιο προβλέψιμα η βιολογική προδιάθεση: Κάποιος να σε κάνει να γελάς στην αρχή, να παίζεις μπουγέλα την τελευταία ημέρα του σχολείου, κάποιος να σου χαρίζει οργασμούς όλη την ημέρα, να σου απογειώνει ό,τι πιο ξεχωριστό κουβαλάς, κάποιος να σου προσφέρει ασφάλεια πιο μετά, να θες να μεγαλώσεις μαζί του ένα παιδί, να σου πληρώνει το βιολογικό του γιαουρτάκι, τις Louis Vuitton και τα Jimmy Choo, να χρυσώνει τη χαμένη θηλυκότητά σου, κάποιος να σ’ την επαναφέρει -να σου κάνει άνω-κάτω την παραίτηση και να σου γυρίζει μέσα-έξω την απολιθωμένη ηθική-, κάποιος να σου ρίξει ένα ζακετάκι στους γέρικους ώμους όταν φυσήξει ξαφνικά το βοριαδάκι.

Σ’ εμάς, πάλι, δεν ισχύει κανένα μοτίβο. Ακόμη και όταν λέμε ότι μας αρέσουν οι κοκαλιάρες, οι ξανθιές, οι παρθένες, οι τσούλες, αυτές με τα σαρκώδη χείλη, η Μέγκαν Φοξ, η Ζούι Ντεσανέλ ή η Αννούλα, η κόρη του περιπτερά, με τα πιασίματα, το μόνο μοτίβο είναι η εντολή που θα στείλει ο εγκέφαλος στις φλεβίτσες κάτω από το υπογάστριο. Το ερέθισμα δεν ακολουθεί ποτέ το ίδιο κριτήριο. Και αυτό θα έμοιαζε με καταδίκη σε αγχώδη ηδονισμό, άρα σε ανηδονισμό τελικά, αν δεν υπήρχε πάντα το παιχνίδι του αναπάντεχου. Σαν αυτό που κρύβεται πίσω από τη γραβάτα και τα κουμπιά του πουκαμίσου σου, ανέλπιστο δώρο για όποιον δεν γνωρίζει. Πόσες φορές κι αν δεν βρίσκουμε τέτοια ανέλπιστα δώρα σε αυτήν που νομίζαμε απλή γητεύτρια της λίμπιντο; Ανέλπιστες αφορμές για να σκεφτούμε την εικόνα με το ζακετάκι στο κρύο, όταν από mad men θα είμαστε πια απλώς old men...

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK - Μάιος 2010)

23 Απρ 2010

Kick-Ass Kicks Ass

"Είδες το 'Kick-Ass'; Είναι κάτι ανάμεσα σε 'Kill Bill' και τα ανέκδοτα με την Αννούλα". Η κριτική του φίλου (το γούστο του οποίου σέβομαι απεριόριστα) με έψησε. Όχι ότι ήθελα πολύ ψήσιμο. Έχω ήδη αγαπήσει το κόμικ στο οποίο βασίζεται η ταινία - και όχι μόνο επειδή έχει βγει από το πενάκι ενός από τους αγαπημένους μου σχεδιαστές, του Τζον Ρομίτα Τζούνιορ. Όχι, αυτό που παραμένει το πιο γοητευτικό στοιχείο στο "Kick-Ass" είναι η ανάδειξη του έφηβου geek, αυτού του αντικοινωνικού, μονομανούς, άχαρου ανθρωπότυπου, που έχει ως σύστημα αναφοράς τα κόμιξ, τα videogames και την μυθοπλασία του φανταστικού, σε ήρωα. Και όταν λέμε "ήρωα" εννοούμε κανονικό ήρωα, που υπερασπίζεται τους αδύνατους, τα βάζει με τους κακούς, απονέμει δικαιοσύνη. Προσωπικά, με συγκίνησε κι ένα ακόμη δομικό στοιχείο του Kick-Ass: το ότι το κίνητρο που ώθησε τον πιτσιρικά πρωταγωνιστή στον ηρωισμό δεν ήταν μια σκοτεινή ιστορία εκδίκησης ή κάτι τέτοιο, αλλά η μοναξιά, η αποξένωση και η απελπισία. Από αυτήν την άποψη, το "Kick-Ass" είναι ένα υπέροχο "what if", η πραγματοποίηση (έστω στο χαρτί/ στην οθόνη) του υπέρτατου ονείρου κάθε έφηβου αναγνώστη των κόμιξ με σούπερ-ήρωες: να γίνει και ο ίδιος σούπερ-ήρωας, να φορέσει μια εφαρμοστή στολή, να υιοθετήσει μια κρυφή ταυτότητα και να τα περιπολεί τις νύχτες στην πόλη, πολεμώντας τους κακούς. Στην περίπτωση του νεαρού ήρωα του κόμικ η εφαρμοστή στολή είναι από νεοπρέν, το όνομα (Kick-Ass) του το έδωσαν οι θεατές των περιπετειών του στο Youtube και οι μάχες με τους κακούς σήμαιναν ένα γερό ξυλοφόρτωμα για τον ίδιο. Είναι το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη η καλύτερη σάτιρα κι αν σ' αυτό προσθέσεις έναν φασίζοντα ψυχωτικό πατέρα/ σούπερ ήρωα που εκπαιδεύει την ανήλικη κόρη του να γίνει φονική μηχανή, πασπαλίσεις με μπόλικο φετιχισμό της βίας, έχεις μια ακαταμάχητη συνταγή. Μια συνταγή που λειτουργεί άψογα στο κόμικ, αλλά είναι φτιαγμένη για να γίνει ταινία - κι αυτή είναι η συνήθης μομφή που απευθύνεται στον σεναριογράφο Μαρκ Μίλαρ, ότι χρησιμοποιεί το μέσο του κόμικ ως προθάλαμο για το Χόλιγουντ. Η άλλη μομφή αφορά ακριβώς την ιστορία του "Big Daddy" και του "Hit Girl" - ένας πατέρας καταστρέφει δια παντός την παιδική ηλικία και την ψυχική υγεία της κόρης του κι εμείς χειροκροτάμε, διασκεδάζοντας: δεν είναι λίγο ανήθικο αυτό; Ήταν η ερώτηση που έθεσα στον Ρομίτα την περασμένη Παρασκευή, όταν τον συνάντησα στο πλαίσιο του Comicdom Con. Η απάντησή του με ικανοποίησε. Μου επεσήμανε όλες αυτές τις περιπτώσεις γονέων που πιέζουν τα παιδιά τους να γίνουν πρώτοι μαθητές, που τα οδηγούν στον πρωταθλητισμό, τους διαγωνισμούς ομορφιάς, που τα βάζουν να εξασκούνται με τις ώρες στον χορό, την μουσική, οτιδήποτε. Το "Hit Girl" είναι όλα αυτά τα παιδιά, μόνο που αντί να μαθαίνει ρυθμική γυμναστική, μαθαίνει να σκοτώνει με αποτελεσματικότητα νίντζα. Το στοιχείο της σάτιρας που λέγαμε... Τώρα έχω ένα αναλυτικό εργαλείο για να απολαύσω το όργιο βίας της ταινίας - πολλώ δε μάλλον που τον ρόλο του "Hit Girl" ενσαρκώνει η Κλόι Μόρετζ, που έκλεψε με τεράστια άνεση όλες τις σκηνές που εμφανιζόταν στο "500 days of Summer", αποδεικνύοντας ότι δεν θα ξεμπερδέψουμε εύκολα με δαύτη.

20 Απρ 2010

Culture Overdose (kids, don't try this at home)

Έβρεχε του σκοτωμού, εκείνο το πρωί, παρ' όλα αυτά δεν το βάλαμε κάτω. Πήραμε τις ομπρέλες μας (που τις διέλυσε ο αέρας), πήραμε τραίνα και λεωφορεία και στις 12 ήμασταν στο δισκάδικο "J&R", όπου εκείνη την ημέρα έβγαινε για πρώτη μέρα σε κυκλοφορία το "Yesterday, You Said Tomorrow", το τελευταίο άλμπουμ του Κρίστιαν Σκοτ. Ο ίδιος ο "σημαντικότερος-τζάζμαν-κάτω-των-30 ετών" βρισκόταν εκεί με την καταπληκτική του μπάντα, γιορτάζοντας την κυκλοφορία με ένα 40λεπτο σετ, που περιλάμβανε τρία μόλις τραγούδια - ένα δικό του, την ήδη συζητημένη διασκευή του στο "Eraser" του Τομ Γιορκ και μια εκρηκτική διασκευή στο E.S.P. του Γουέιν Σόρτερ, που του επέτρεψε να δείξει την κλάση του και να ενθουσιάσει τους - καμιά τριανταριά - φαν που είχαν μαζευτεί εκείνο το βροχερό πρωινό στον δεύτερο όροφο του δισκάδικου. "Ακόμη και στη Νέα Υόρκη μειοψηφία είσαι, αγάπη μου", με περιέπαιξε η γυναίκα της ζωής μου. Ο Κρίστιαν Σκοτ είναι ένας μάλλον τσαμπουκαλής μουσικός που δεν σέβεται κανέναν και τίποτε στο τζαζ κύκλωμα (κι αυτό είναι ένα από τα προσόντα του), αλλά από κοντά είναι συμπαθέστατος. Όταν τού έδωσα το cd να μού υπογράψει το εξώφυλλο, τού θύμισα ότι έχουμε επικοινωνία στο Twitter και κανονίσαμε να τα πούμε και τηλεφωνικά, για ένα από τα προσεχή τεύχη του "Jazz & Τζαζ". Ήμουν πανευτυχής.
Βγήκαμε από το δισκάδικο και έβρεχε ακόμη - λιγότερο όμως - οπότε ψάξαμε για ένα ακόμη μέρος που να μας προστατεύσει από την βροχή. Ποιο καλύτερο από το σημαντικότερο μουσείο μοντέρνας τέχνης του κόσμου; Πολύ περισσότερο δε που φιλοξενούσε μια μεγάλη έκθεση-αφιέρωμα στον Τιμ Μπέρτον.
Ως φετιχιστής - και φαν της Μισέλ Φάιφερ - δεν έχω ξεπεράσει ακόμη το ότι είδα με τα ίδια μου τα μάτια την στολή που φορούσε ως Catwoman στο (αξεπέραστο) Batman Returns, το λιγότερο σημαντικό από τα εκθέματα του συναρπαστικού αφιερώματος, που περιλάμβανε ακόμη και τα σημειωματάρια του Μπέρτον, όταν απλώς ονειρευόταν να δουλέψει για την Disney. Αλλά δεν ήταν αυτή η σημαντικότερη από τις εκθέσεις του Μουσείου. Αυτή πρέπει να ήταν η εκθεση του Γουίλιαμ Κέντριτζ, ενός καλλιτέχνη τον οποίο, ομολογώ, αγνοούσα, αλλά με λύγισε η δύναμη του έργου του. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για την αναδρομική της Μαρίνα Αμπράμοβιτς, που περιλάμβανε βίντεο από παλιές της περφόρμανς - και αναπαραστάσεις μερικών από αυτές, από νεαρούς καλλιτέχνες (μοντέλα;). Η ίδια η Αμπράμοβιτς, με το ίδιο γυάλινο βλέμμα της ψυχοπαθούς (TM) βρισκόταν στο μουσείο για την περφόρμανς "the artist is present", στην οποία καλούσε τους επισκέπτες να κάτσουν απέναντί της σιωπηλοί, για όσο αντέξουν (ή μέχρι να γελάσει κάποιος πρώτος, δεν είμαι σίγουρος - αν και δεν νομίζω ότι η Αμπράμοβιτς έχει γελάσει ποτέ).
Mε το σύνδρομο του Στεντάλ να μας έχει κάνει το κεφάλι καζάνι και το στομάχι κόμπο (ή το αντίθετο), κατευθυνθήκαμε προς το "Magnolia Bakery", να κάνουμε κάτι για το στομάχι, τουλάχιστον - ένα red devil cupcake (με κρέμα βανίλια), ας πούμε, για να ανεβάσει τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα, και να μας δώσει ενέργεια για αυτό που θα επακολουθούσε.
Το ραντεβού μας ήταν στο θέατρο Cort, όπου ένας εκλεκτός θίασος ανέβασε το κλασικό πλέον "View From the Bridge", του Άρθουρ Μίλερ, αυτήν την αρχαία τραγωδία δωματίου, που αναμοχλεύει την παθογένεια των μικρών κοινωνιών (και δεν υπάρχει μικρότερη κοινωνία από μια οικογένεια).
Η διαφημιστική επιγραφή έχει δίκιο: η λατρεμένη Σκάρλετ ήταν πράγματι μια αποκάλυψη. Το ότι την αγαπώ είναι γνωστό, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θεωρώ ότι είναι καλή ηθοποιός (η αλήθεια είναι ότι, με εξαίρεση το Match Point και το Lost in Translation, όπου αλλού την έχω δει είναι κάτω του μετρίου). Εδώ όμως άλλαξα γνώμη. Παίζοντας ένα καταπιεσμένο κορίτσι που χάνει σταδιακά την αθωότητά του στο Μπρούκλιν του '50, ήταν συγκινητική, με εντυπωσιακή εκφορά και ακόμα πιο δουλεμένη κινησιολογία. Η χημεία της με τον - καταπληκτικό, πάντα, έτσι κι αλλιώς - Λιβ Σράιμπερ ήταν εκρηκτική. Έκοβες την ένταση με το μαχαίρι.
Βγαίνοντας από το θέατρο ήμασταν ήδη αποκαμωμένοι - και θεονηστικοί. Μπήκαμε στο πρώτο ταξί που βρήκαμε και κατευθυνθήκαμε νότια, στο "Balthasar", για να στυλωθούμε με κρεμμυδόσουπα και ό,τι άλλο γαλλικό πιάτο είχε εξαμερικανίσει ο σεφ. Ήμασταν στο σωστό μέρος, κάτι που επιβεβαιώθηκε όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Λάρι Ντέιβιντ. Ακριβώς ο άνθρωπος που θέλεις να δεις στο τέλος μιας τέτοιας μέρας...
(Και για όποιον δεν κατάλαβε, έχω ήδη δύο εβδομάδες που γύρισα από την Νέα Υόρκη και ακόμη δεν έχω συνέλθει - αλλά δεν θα επανέλθω, το υπόσχομαι. Θα υποφέρω σιωπηλά).