Είναι ένα αριστούργημα.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ώρα για Μουντιάλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ώρα για Μουντιάλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
9 Ιουν 2014
6 Ιουλ 2010
3 Ιουλ 2010
Στιγμές από τα Μουντιάλ που θυμάμαι: 1986, Μεξικό #3 (Έλκιερ, Λάουντρουπ, Γιέσπερ Όλσεν και άλλα τέτοια)
Χάρηκα πολύ με τη σημερινή πρόκριση της Ουρουγουάης στα ημιτελικά του Μουντιάλ. Κυρίως γιατί η Ουρουγάη που έχω στο μυαλό μου είμαι μια χώρα που αποτελείται από losers -που δεν ξέρουν κιόλας να χάνουν. Αλλά και μια χώρα με ποδοσφαιρικές δάφνες σπάνιες, εκείνα τα τρόπαια του '30 και του '50 που ναι, είναι πανάρχαια και "άλλη μπάλα έπαιζαν τότε", αλλά ειδικά το δεύτερο, μέσα στο Μαρακανά της πιο πυρηνικής Βραζιλίας που είχε υπάρξει μέχρι τότε ήταν απόδειξη πως αυτός ο μικροσκοπικός λαός έχει κάτι αρχίδια νααααα, μετά συγχωρήσεως. Περίμενα κάποια στιγμή να αναφλεγεί το μείγμα μολότοφ που φτιάχνεται από όλο αυτό το σκουριασμένο μεγαλείο σε συνδυασμό με την ανάγκη αποτίναξης της ανικανότητας για μια σοβαρή εμφάνιση σε μεγάλο αγώνα. Και να που η ανάφλεξη γίνεται φέτος και το παρεάκι του τρισμέγιστου Λουίς Σουάρεζ ονειρεύεται τελικό και -γιατί όχι;- τρίτο τίτλο.
Πίσω στο Μεξικό του 1986, όμως, και το λόγο που λυπόμουν μέχρι προσφάτως τους Ουρουγουανούς. Στις 4 Ιουνίου, η ομάδα του Χόρχε Μπάριος έπαιξε με τους φιναλίστ στη συνέχεια Δυτικογερμανούς και απέσπασε ένα αξιοπρεπέστατο 1-1. Στον όμιλο είχαν ακόμη τη Δανία και την Σκωτία, οπότε το να ξεκινάς με ισοπαλία κόντρα στους φιναλίστ (και) του προηγούμενου Μουντιάλ σήμαινε ότι ήσουν έτοιμος για μεγάλα πράγματα. Μπα... Τέσσερις μέρες αργότερα, στο Νεζαχουακογιότλ (την πόλη που ακόμη και σήμερα -στο παγκόσμιο κύπελλο της Αφρικής και των κουλών ονομάτων- παραμένει ο χειρότερος γλωσσοδέτης των σπορτκάστερ) η Ουρουγουάη διασυρόταν από τη Δανία του Μόρτεν Όλσεν. Που τότε ήταν παίκτης, βέβαια, γέροντας όπως και σήμερα, 37 ετών παλικάρι, αλλά είχε για παρέα κάτι μαγικά πιτσιρίκια σαν τον Μίκαελ Λάουντρουπ, τον αδελφό του, Γιέσπερ Όλσεν, τον Γιαν Μέλμπι και τον κάπως μεγαλύτερο (31 τότε) Πρέμπεν Έλκιερ Λάρσεν (όπως λέμε Γιάννεν Αγγελοπούλερ Δασκαλάκεν). Στο τέλος της ημέρας η Δανία μετρούσε 6 και η Ουρουγάη 1. Βατερλό. Ο κόσμος παραμιλούσε για το επιθετικό ταλέντο των Δανών. Εγώ ασχολιόμουν με κάτι άλλο...
Η εμφάνιση της εθνικής Δανίας του 1986 παραμένει μέχρι και σήμερα η πιο όμορφη εμφάνιση που φορέθηκε ποτέ σε ποδοσφαιρικό γήπεδο. Τους χάζευα με το στόμα ανοικτό να σκοράρουν το ένα γκολάκι μετά το άλλο και δεν ήθελα το παραμύθι αυτό να τελειώσει, γιατί είχα μείνει εντελώς μαλάκας με το μισό ριγέ, μισό γεμάτο κόκκινο, με αντίθετο σχέδιο στο μανίκι και αντίθετο και στο σορτσάκι. Εντάξει, σήμερα μοιάζει λίγο με τη στολή του καρνάβαλου, αλλά τότε ήμασταν μέσα στη μέση των '80s. Ήταν λέμε η απόλυτη εμφάνιση! Και ήταν και Hummel. Μια μάρκα παντελώς άγνωστη που επειδή ήμουν έξυπνος ως μαθητής δημοτικού, φανταζόμουν -και καλά έκανα- ότι ήταν δανέζικη εταιρεία και η εθνική ομάδα ήθελε να δείξει πίστη στα τοπικά προϊόντα (λογικά τα walkman τους έφεραν ακουστικά Bang & Olufsen και οι βέρες όσων από εκείνους ήταν παντρεμένοι, ήταν Georg Jensen...)
H Δανία, παραδόξως, αφού καθάρισε Σκωτία (1-0) και Δυτική Γερμανία (2-0) στον όμιλο, εξαφανίστηκε στον επόμενο γύρο, με 5-1 από τους Ισπανούς, σε ένα ρεσιτάλ του Εμίλιο Μπουντραγκένιο που έβαλε τέσσερα γκολ. Είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι ο λόγος για τον διασυρμό αυτόν ήταν ότι οι Δανοί δεν φόρεσαν την φανταστική σούπερ φοβερή εμφάνισή τους (γιατί έβαλαν τα κόκκινα οι Ισπανοί), αλλά αναγκάστηκαν να παίξουν με λευκά.
Τέλος πάντων, η πρώτη μου αγορά μετά το Μουντιάλ ήταν μια Δανία στο Subbuteo με την θεϊκή στολή. Ήταν η πιο πολυπαιγμένη από όλες μου τις ομάδες -και είχα πολλές. Για την ιστορία, η Ουρουγουάη τελικά κατάφερε να περάσει στον επόμενο γύρο, ως τρίτη από τον όμιλο (περνούσαν τότε οι 4 καλλίτερες από τις 6 τρίτες) χάρη σε μία ακόμη ισοπαλία κόντρα στους Σκώτους, και στους "16" αποκλείστηκε από την Αργεντινή του Μαραντόνα. Φέτος μπορεί να πάει την εκδίκησή της. Στον τελικό...
Από εκείνο το Μουντιάλ, θυμάμαι έντονα μερικά πράγματα ακόμη. Όπως το ότι στα προημιτελικά, τα 3 από τα 4 ματς πήγαν στα πέναλτυ. Στα δύο πέρασαν οι αγαπημένες μου ομάδες. Η μεγάλη Γαλλία κέρδισε τους Βραζιλιάνους (με τον Σώκρατες και τον Πλατινί να αστοχούν) και το Βέλγιο τους μισητούς Ισπανούς που είχαν διασύρει την ομάδα με την τέλεια φανέλα. Στον τρίτο, οι διοργανωτές Μεξικανοί του Χιούγκο Σάντσες και του τωρινού τους κόοουτς Χαβιέ Αγκίρε, είχαν δώσει ρεσιτάλ αστοχίας κόντρα στους Δυτικογερμανούς (σκόραρε το πρώτο ο Νεγκρέτε, έχασαν τα δύο επόμενα ο Κιράρτε και ο Σερβίν και βέβαια οι άλλοι δεν έχασαν ούτε ένα) και πολύ είχα λυπηθεί. Στον τέταρτο προημιτελικό έπαιζαν οι Αργεντινοί με τους Άγγλους. Εκείνο το ματς, και να μην το είχα δει τότε, θα ήταν αδύνατον να μην το θυμάμαι...
Παραδόξως, δεν έχω αναμνήσεις από τους ημιτελικούς, ίσως γιατί δεν ήθελα με τίποτε να δεχθώ ότι η πολυαγαπημένη μου Γαλλία ξανααποκλειόταν από τους Γερμανούς και δεν πήγαινε στον τελικό, αλλά θυμάμαι πολύ καλά τον μεγάλο τελικό. Ήμουν σε ένα εστιατόριο στις Μένητες της Άνδρου, είχαμε φάει πίτσα, οι μεγάλοι έπιναν κρασί κι έλεγαν τα δικά τους, εγώ ζήτησα από τον ιδιοκτήτη να μου ανοίξει την τηλεόραση. Όταν στο '80 ο Ρούντι Φέλερ ισοφάρισε σε 2-2, το γλέντι έπαυσε για λίγο και μαζεύτηκαν όλες οι ηλικίες πίσω μου. Τρία λεπτά αργότερα, μια μαγική μπαλιά του Μαραντόνα, πίσω από τη σέντρα, στον κενό χώρο που έτρεχε ο Μπουρουσάγα φάτσα με τον Σουμάχερ τους έστειλε όλους πίσω με ένα χαμόγελο. 3-2. Η τάξη είχε αποκατασταθεί.
Πίσω στο Μεξικό του 1986, όμως, και το λόγο που λυπόμουν μέχρι προσφάτως τους Ουρουγουανούς. Στις 4 Ιουνίου, η ομάδα του Χόρχε Μπάριος έπαιξε με τους φιναλίστ στη συνέχεια Δυτικογερμανούς και απέσπασε ένα αξιοπρεπέστατο 1-1. Στον όμιλο είχαν ακόμη τη Δανία και την Σκωτία, οπότε το να ξεκινάς με ισοπαλία κόντρα στους φιναλίστ (και) του προηγούμενου Μουντιάλ σήμαινε ότι ήσουν έτοιμος για μεγάλα πράγματα. Μπα... Τέσσερις μέρες αργότερα, στο Νεζαχουακογιότλ (την πόλη που ακόμη και σήμερα -στο παγκόσμιο κύπελλο της Αφρικής και των κουλών ονομάτων- παραμένει ο χειρότερος γλωσσοδέτης των σπορτκάστερ) η Ουρουγουάη διασυρόταν από τη Δανία του Μόρτεν Όλσεν. Που τότε ήταν παίκτης, βέβαια, γέροντας όπως και σήμερα, 37 ετών παλικάρι, αλλά είχε για παρέα κάτι μαγικά πιτσιρίκια σαν τον Μίκαελ Λάουντρουπ, τον αδελφό του, Γιέσπερ Όλσεν, τον Γιαν Μέλμπι και τον κάπως μεγαλύτερο (31 τότε) Πρέμπεν Έλκιερ Λάρσεν (όπως λέμε Γιάννεν Αγγελοπούλερ Δασκαλάκεν). Στο τέλος της ημέρας η Δανία μετρούσε 6 και η Ουρουγάη 1. Βατερλό. Ο κόσμος παραμιλούσε για το επιθετικό ταλέντο των Δανών. Εγώ ασχολιόμουν με κάτι άλλο...
Η εμφάνιση της εθνικής Δανίας του 1986 παραμένει μέχρι και σήμερα η πιο όμορφη εμφάνιση που φορέθηκε ποτέ σε ποδοσφαιρικό γήπεδο. Τους χάζευα με το στόμα ανοικτό να σκοράρουν το ένα γκολάκι μετά το άλλο και δεν ήθελα το παραμύθι αυτό να τελειώσει, γιατί είχα μείνει εντελώς μαλάκας με το μισό ριγέ, μισό γεμάτο κόκκινο, με αντίθετο σχέδιο στο μανίκι και αντίθετο και στο σορτσάκι. Εντάξει, σήμερα μοιάζει λίγο με τη στολή του καρνάβαλου, αλλά τότε ήμασταν μέσα στη μέση των '80s. Ήταν λέμε η απόλυτη εμφάνιση! Και ήταν και Hummel. Μια μάρκα παντελώς άγνωστη που επειδή ήμουν έξυπνος ως μαθητής δημοτικού, φανταζόμουν -και καλά έκανα- ότι ήταν δανέζικη εταιρεία και η εθνική ομάδα ήθελε να δείξει πίστη στα τοπικά προϊόντα (λογικά τα walkman τους έφεραν ακουστικά Bang & Olufsen και οι βέρες όσων από εκείνους ήταν παντρεμένοι, ήταν Georg Jensen...)H Δανία, παραδόξως, αφού καθάρισε Σκωτία (1-0) και Δυτική Γερμανία (2-0) στον όμιλο, εξαφανίστηκε στον επόμενο γύρο, με 5-1 από τους Ισπανούς, σε ένα ρεσιτάλ του Εμίλιο Μπουντραγκένιο που έβαλε τέσσερα γκολ. Είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι ο λόγος για τον διασυρμό αυτόν ήταν ότι οι Δανοί δεν φόρεσαν την φανταστική σούπερ φοβερή εμφάνισή τους (γιατί έβαλαν τα κόκκινα οι Ισπανοί), αλλά αναγκάστηκαν να παίξουν με λευκά.
Τέλος πάντων, η πρώτη μου αγορά μετά το Μουντιάλ ήταν μια Δανία στο Subbuteo με την θεϊκή στολή. Ήταν η πιο πολυπαιγμένη από όλες μου τις ομάδες -και είχα πολλές. Για την ιστορία, η Ουρουγουάη τελικά κατάφερε να περάσει στον επόμενο γύρο, ως τρίτη από τον όμιλο (περνούσαν τότε οι 4 καλλίτερες από τις 6 τρίτες) χάρη σε μία ακόμη ισοπαλία κόντρα στους Σκώτους, και στους "16" αποκλείστηκε από την Αργεντινή του Μαραντόνα. Φέτος μπορεί να πάει την εκδίκησή της. Στον τελικό...
Από εκείνο το Μουντιάλ, θυμάμαι έντονα μερικά πράγματα ακόμη. Όπως το ότι στα προημιτελικά, τα 3 από τα 4 ματς πήγαν στα πέναλτυ. Στα δύο πέρασαν οι αγαπημένες μου ομάδες. Η μεγάλη Γαλλία κέρδισε τους Βραζιλιάνους (με τον Σώκρατες και τον Πλατινί να αστοχούν) και το Βέλγιο τους μισητούς Ισπανούς που είχαν διασύρει την ομάδα με την τέλεια φανέλα. Στον τρίτο, οι διοργανωτές Μεξικανοί του Χιούγκο Σάντσες και του τωρινού τους κόοουτς Χαβιέ Αγκίρε, είχαν δώσει ρεσιτάλ αστοχίας κόντρα στους Δυτικογερμανούς (σκόραρε το πρώτο ο Νεγκρέτε, έχασαν τα δύο επόμενα ο Κιράρτε και ο Σερβίν και βέβαια οι άλλοι δεν έχασαν ούτε ένα) και πολύ είχα λυπηθεί. Στον τέταρτο προημιτελικό έπαιζαν οι Αργεντινοί με τους Άγγλους. Εκείνο το ματς, και να μην το είχα δει τότε, θα ήταν αδύνατον να μην το θυμάμαι...
Παραδόξως, δεν έχω αναμνήσεις από τους ημιτελικούς, ίσως γιατί δεν ήθελα με τίποτε να δεχθώ ότι η πολυαγαπημένη μου Γαλλία ξανααποκλειόταν από τους Γερμανούς και δεν πήγαινε στον τελικό, αλλά θυμάμαι πολύ καλά τον μεγάλο τελικό. Ήμουν σε ένα εστιατόριο στις Μένητες της Άνδρου, είχαμε φάει πίτσα, οι μεγάλοι έπιναν κρασί κι έλεγαν τα δικά τους, εγώ ζήτησα από τον ιδιοκτήτη να μου ανοίξει την τηλεόραση. Όταν στο '80 ο Ρούντι Φέλερ ισοφάρισε σε 2-2, το γλέντι έπαυσε για λίγο και μαζεύτηκαν όλες οι ηλικίες πίσω μου. Τρία λεπτά αργότερα, μια μαγική μπαλιά του Μαραντόνα, πίσω από τη σέντρα, στον κενό χώρο που έτρεχε ο Μπουρουσάγα φάτσα με τον Σουμάχερ τους έστειλε όλους πίσω με ένα χαμόγελο. 3-2. Η τάξη είχε αποκατασταθεί.
22 Ιουν 2010
16 Ιουν 2010
14 Ιουν 2010
Allez les Bleus

Ομορφή μου Μαριάν,
ο ψυχαναγκαστικός μου εαυτός προσπαθεί ήδη να αποδράσει από ένα εφιαλτικό σενάριο εθνικής προδοσίας. Αυτό που καραδοκεί στη φάση των «16» του φετινού Μουντιάλ, στις 26 Ιουνίου. Μνήμες από το Euro 2004 βασανίζουν το φιλογαλλικό μου είναι και απειλούν να μου στερήσουν το δικαίωμα να υποστηρίξω με όλη μου την καρδιά την ομάδα που αγαπώ. Αν τα καταφέρει ο Ρεχάγκελ, κόντρα σε κάθε Μέσι, σε κάθε παραπάνω χιλιόμετρο που θα έχει τρέξει και ο πιο τεμπέλης Κορεάτης, σε κάθε επιθετική τρίαινα των Νιγηριανών; Αν η Ελλάδα περάσει και πέσει πάλι πάνω στη Γαλλία; Γιατί να υποστώ αυτό το άγχος; Οταν διάλεγα ομάδα για να παθιάζομαι μαζί της στις διεθνείς διοργανώσεις, η δική μας Εθνική ούτε καν φαντασιωνόταν μουντιαλικά ή euroμεγαλεία. Εμείς ήμασταν Αλκέτας και Αρδίζογλου, εσείς Πλατινί και Παρκ ντε Πρενς, σύμπαντα εκ διαμέτρου αντίθετα, η υποστήριξη σ’ εσάς επιλογή, σ’ εμάς γραφικότητα. Στη Γαλλία ορκίστηκα αιώνια πίστη. Τώρα όλα είναι μπερδεμένα, η λογική μπλέκει με το συναίσθημα - κι αν για τους πανηγυρισμούς του 2004 απεδείχθην τελικώς μετά Χριστόν προφήτης, σήμερα δεν είμαι σίγουρος πως αντέχω κι άλλη ασέλγεια επί του σπορ... Μα τι σου γράφω;
Ο λόγος που επικοινωνώ μαζί σου είναι απλός. Να με απαλλάξεις από τις τύψεις τού να υποστηρίξω Γαλλία, αν τελικά το απευκταίο σενάριο επιβιώσει της λογικής. Στο φανταστικό σύμπαν ετούτης της σελίδας, όπου εκπάγλου καλλονής διασημότητες συγχρωτίζονται συχνότερα και στενότερα απ’ ό,τι θα επέτρεπε ακόμη και μια κάποια επαγγελματική τυχαιότητα με ταπεινούς συντάκτες ανδρικών περιοδικών, μια κοινή μας έξοδος στο Chacha ή απλώς ένα brunch στο αίθριο του Hotel Costes εκείνο το Σάββατο, στις 26 του μηνός, θα δικαιολογούσε τα πάντα. Τα χαμόγελά μου σε ένα ενδεχόμενο γκολ του Ριμπερί θα προκαλούσαν αισθητά λιγότερο, θα περνούσαν σχεδόν απαρατήρητα, αν δίπλα τους έλαμπε η δική σου ευχαρίστηση, αν το σμαράγδι των ματιών σου φεγγοβολούσε με τον γνωστό ακατανίκητο τρόπο του. Στο φανταστικό βιντεοκλίπ ετούτης της στήλης, το πιο αναγνωρίσιμο γαλλικό πρόσωπο από τότε που ο Ζινεντίν Ζιντάν εγκατέλειψε την καθημερινότητά μας με τόσο επεισοδιακό τρόπο θα μου έπιανε με αγωνία το χέρι λίγο πριν από το πέναλτι, φορτώνοντας μούδιασμα στο νευρικό μου σύστημα. Και θα έτριβε με αυτάρεσκη αυθάδεια τις πιο όμορφες γάμπες του Λίγηρα στα ταλαιπωρημένα απ’ τα αγριωπά 5x5 καλάμια μου, σε κάθε χαμένη ευκαιρία του Γκέκα και του Σαλπιγγίδη. Ποιος Λεωνίδας, ποιος ορκισμένος Μεγαλέξανδρος δεν θα με δικαιολογούσε αν σου τραβούσα τα μαλλιά, γύριζα τ’ ασθενικά χείλη σου σε μια ευθεία απέναντι απ’ τα δικά μου κι έσπρωχνα ένα παθιασμένο δάγκωμα στον -καμβά για ευφάνταστες μελανιές- λευκό λαιμό σου, την ώρα που θα πανηγύριζε ένα γκολ ο Μαλουντά;
Θα μπορούσες, βέβαια, να μένεις ατάραχη μπροστά σε όλα αυτά. Τυπική Γαλλίδα της προ ’98 εποχής. Ησουν κι εσύ εννιά ετών, ακριβώς όσο κι εγώ -27 μέρες παραπάνω από σένα μετράω-, όταν κερδίζατε τον πρώτο σας τίτλο, εκείνον του Euro του ’84, με την ομάδα που ερωτεύτηκα, Πλατινί, Ζιρές, Αμορός, Τιγκανά, Φερναντές, Μπατς, Ροστό, Στοπιρά, Μπελόν... Και τον πανηγυρίζατε εντελώς τυπικά, κλασικοί Γάλλοι, μ’ ένα μπορντολέζικο Grand Cru ή ένα ταπεινό Μποζολέ, ό,τι περίσσευε στην κάβα, και μπόλικη κουβέντα για σινεμά, μόδα και ακορντεόν. Αλλά δεν θα το κάνεις. Γιατί σήμερα πρωταγωνιστείς στις φανταστικές λήψεις του φανταστικού παπαράτσι αυτού του τεύχους. Που, αν το ξεφυλλίσεις, θα διαπιστώσεις ότι δεν φιλοξενεί καμία άλλη.
Λοιπόν; Θα μου προσφέρεις -ως ανταπόδοση για την αποκλειστικότητα- α λα True Blood το λαιμό σου;
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
(Exitorial, GK - Ιούνιος 2010)
11 Ιουν 2010
Μουντιάλ χωρίς Panini δεν γίνεται
Μη λέμε και ξαναλέμε τα ίδια. Μουντιάλ χωρίς Panini δεν γίνεται. Ιδού και η μίνι συνέντευξη του Homo Ludens στον Σταύρο Διοσκουρίδη, για τη Lifo της 10ης Ιουνίου:Καλά, τα δεκάχρονα δεν μαζεύουν χαρτάκια;
Ως επτάχρονος ξεκίνησα. Μερικές φορές παραμένεις στην ίδια ηλικία για τριάντα χρόνια.
Πόσα λεφτά χρειάζεται για να το γεμίσεις;
Με €120 ξεκίνησα φέτος και ακόμη δεν το έχω γεμίσει.
Ποιο είναι το κόλπο;
Να πάρεις δύο άλμπουμ και να αγοράσεις τρεις κούτες. Έτσι θα σου μείνουν τρία τέσσερα κενά.
Υπάρχει κάποιος μυστικός μηχανισμός ώστε να δημιουργούνται σπάνια χαρτάκια;
Κάποτε σπάνιοι ήταν οι καλοί παίκτες. Δεν έβρισκες ποτέ τον Μαραντόνα. Τώρα το έχουν κάνει ανάποδα. Βρίσκεις πεντακόσιες φορές τον Μέσι.
Είναι σκόπιμο αυτό;
Το disclaimer σε κάθε άλμπουμ διαβεβαιώνει πως δεν υπάρχουν σπάνια χαρτάκια. Στο «Mexico '86» έχει γίνει ένα τρομερό τυπογραφικό λάθος, αφού γράφει πως «οι συλλογές δεν συμπληρώνονται πάντα».
Μερικές φορές οι συνθέσεις δεν είναι άλλα αντ' άλλων;
Ναι! Για παράδειγμα στο άλμπουμ «Ιταλία '90» δεν υπήρχε ο Τότο Σκιλάτσι (πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης). Αντ' αυτού, στο νούμερο 55 υπήρχε ο Αντρέα Καρνεβάλε της Νάπολι.
Τι έχει αλλάξει από το 1982 σε φυσιογνωμικό επίπεδο;
Τότε είχαμε πολλά μουστάκια. Μια μικρή αναβίωση έγινε το 1994 με την ιστορική μορφή του Νίκου Τσιαντάκη. Μετά «καρφάκια», βαψομαλλιάδες και σκουλαρίκια. Παλιά οι Αφρικανοί ήταν κάτι μικρές μαύρες μουτσούνες, δύο δύο σ' ένα χαρτάκι, και δεν μπορούσες να τους ξεχωρίσεις. Τώρα που είναι πολλές οι αφρικάνικες ομάδες, δίνουν ένα ιδιαίτερο χρώμα.
Κανένα ευτράπελο;
Στο άλμπουμ «Γαλλία '98» άργησαν να φωτογραφίσουν την ομάδα του Ιράν, με αποτέλεσμα να κάνεις αιτήσεις στο site τους για να τα πάρεις δύο μήνες μετά το Μουντιάλ. Το άλμπουμ μου είναι συμπληρωμένο, αλλά στη σελίδα 49 δεν υπάρχει ούτε ένας παίκτης.
Πού έχεις φτάσει για ένα χαρτάκι;
Έχω ανταλλάξει 300 διπλά για έναν παίκτη.
Το καλό σημείο ποιο είναι;
Η διαδικασία του μαζέματος και μετά η ανταλλαγή. Μετά δεν υπάρχει κανένας άλλος λόγος να κοιτάξεις το άλμπουμ.
Ως επτάχρονος ξεκίνησα. Μερικές φορές παραμένεις στην ίδια ηλικία για τριάντα χρόνια.
Πόσα λεφτά χρειάζεται για να το γεμίσεις;
Με €120 ξεκίνησα φέτος και ακόμη δεν το έχω γεμίσει.
Ποιο είναι το κόλπο;
Να πάρεις δύο άλμπουμ και να αγοράσεις τρεις κούτες. Έτσι θα σου μείνουν τρία τέσσερα κενά.
Υπάρχει κάποιος μυστικός μηχανισμός ώστε να δημιουργούνται σπάνια χαρτάκια;
Κάποτε σπάνιοι ήταν οι καλοί παίκτες. Δεν έβρισκες ποτέ τον Μαραντόνα. Τώρα το έχουν κάνει ανάποδα. Βρίσκεις πεντακόσιες φορές τον Μέσι.
Είναι σκόπιμο αυτό;
Το disclaimer σε κάθε άλμπουμ διαβεβαιώνει πως δεν υπάρχουν σπάνια χαρτάκια. Στο «Mexico '86» έχει γίνει ένα τρομερό τυπογραφικό λάθος, αφού γράφει πως «οι συλλογές δεν συμπληρώνονται πάντα».
Μερικές φορές οι συνθέσεις δεν είναι άλλα αντ' άλλων;
Ναι! Για παράδειγμα στο άλμπουμ «Ιταλία '90» δεν υπήρχε ο Τότο Σκιλάτσι (πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης). Αντ' αυτού, στο νούμερο 55 υπήρχε ο Αντρέα Καρνεβάλε της Νάπολι.
Τι έχει αλλάξει από το 1982 σε φυσιογνωμικό επίπεδο;
Τότε είχαμε πολλά μουστάκια. Μια μικρή αναβίωση έγινε το 1994 με την ιστορική μορφή του Νίκου Τσιαντάκη. Μετά «καρφάκια», βαψομαλλιάδες και σκουλαρίκια. Παλιά οι Αφρικανοί ήταν κάτι μικρές μαύρες μουτσούνες, δύο δύο σ' ένα χαρτάκι, και δεν μπορούσες να τους ξεχωρίσεις. Τώρα που είναι πολλές οι αφρικάνικες ομάδες, δίνουν ένα ιδιαίτερο χρώμα.
Κανένα ευτράπελο;
Στο άλμπουμ «Γαλλία '98» άργησαν να φωτογραφίσουν την ομάδα του Ιράν, με αποτέλεσμα να κάνεις αιτήσεις στο site τους για να τα πάρεις δύο μήνες μετά το Μουντιάλ. Το άλμπουμ μου είναι συμπληρωμένο, αλλά στη σελίδα 49 δεν υπάρχει ούτε ένας παίκτης.
Πού έχεις φτάσει για ένα χαρτάκι;
Έχω ανταλλάξει 300 διπλά για έναν παίκτη.
Το καλό σημείο ποιο είναι;
Η διαδικασία του μαζέματος και μετά η ανταλλαγή. Μετά δεν υπάρχει κανένας άλλος λόγος να κοιτάξεις το άλμπουμ.
26 Μαΐ 2010
Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου
Πιο κοφτερό απ' το "Babel", πιο δραματικό από τα "21 γραμμάρια", με πιο διάσημους πρωταγωνιστές από το "Amores Perros", το τρίλεπτο ταινιάκι που γύρισε ο Ινιαρίτου για τη Nike εν όψει Μουντιάλ και με το οποίο έπαθες πλάκα στο διάλειμμα του τελικού του Champions League είναι η καλλίτερη δουλειά του μέχρι σήμερα...
Θα βρεις κι άλλα εδώ:
Από τότε που ανακαλύφθηκε το youtube χάθηκε το φιλότιμο,
Ποδόσφαιρο,
Σινεμασκόπ,
Σπορτέξ,
Ώρα για Μουντιάλ
12 Μαΐ 2010
Στιγμές από τα Μουντιάλ που (ΔΕΝ) θυμάμαι: Τι φορούν καλέ οι Γάλλοι;
Στις 10 Ιουνίου του 1978, στο Μαρ ντε λα Πλάτα της Αργεντινής, η Γαλλία συναντούσε την Ουγγαρία σε ένα διεκπεραιωτικό ματς για τον Α' Όμιλο εκείνου του Μουντιάλ. Αμφότερες είχαν αποκλειστεί (από τον όμιλό τους πέρασαν η Ιταλία και η μετέπειτα πρωταθλήτρια Αργεντινή) και ο αγώνας ήταν μια καλή ευκαιρία για να πάρουν χρόνο συμμετοχής οι αναπληρωματικοί. Το '78 η αργεντίνικη τηλεόραση -και πολλές ακόμη, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής- μετέδιδε τους αγώνες σε ασπρόμαυρο, κάτι που σήμαινε πως αναγκαστικά σε κάθε ματς η μια από τις δύο ομάδες έπρεπε να φοράει λευκή ή, έστω, πολύ ανοικτού χρώματος εμφάνιση. Η Γαλλία είχε βάλει τη λευκή κόντρα στους Ιταλούς και τη μπλέ κόντρα στους Αργεντίνους (έχασε 1-2 και στα δύο ματς) και η Ουγγαρία την κόκκινη με τους Αργεντινούς (1-2) και τη λευκή με τους Ιταλούς (1-3).
Και των δύο ομάδων η "καλή" φανέλα ήταν εκείνη με το χρώμα οπότε θα περίμενε κανείς να δει είτε μπλε είτε κόκκινο εκείνο το απόγευμα στο γήπεδο. Κι όμως. Οι Ούγγροι εμφανίστηκαν με την "δεύτερη", ολόλευκη στολή τους, ενώ οι Γάλλοι έπαιξαν ντυμένοι κάτι σαν Σεντ Ετιέν (του Μισέλ Πλατινί, που έμεινε στον πάγκο στη διάρκεια του α΄ημιχρόνου) με το κάτω της "δεύτερης" στολής των bleus. Από ασυνεννοησία, οι δύο εθνικές πήγαν στο γήπεδο κουβαλώντας μόνο λευκές εμφανίσεις και χωρίς να έχουν φροντίσει να φέρουν -έστω η μία από τις δύο- και την "πρώτη" τους στολή. Οι Γάλλοι μπορεί να είχαν χρωματιστά σορτς και κάλτσες, αλλά θα ήταν αδύνατον να ξεχωρίζουν οι δύο ομάδες μέσα στο γήπεδο, αφού το πρώτο που βλέπει το μάτι του ποδοσφαιριστή είναι το στήθος του συμπαίκτη ή του αντιπάλου του...

Η λύση δόθηκε από έναν τοπικό όμιλο, την Ατλέτικο Κιμπερλέι, που διέθεσε ριγέ λευκές με πράσινο φανέλες στους διοργανωτές. Και ενώ θα περίμενε κανείς να τις φορέσουν οι Ούγγροι που είχαν το πράσινο στα εθνικά τους χρώματα, τελικά τις πήραν οι Γάλλοι. Προφανώς επειδή η φανέλα ήταν οικεία στους παίκτες της Σεντ Ετιέν που αποτελούσαν τη ραχοκοκκαλιά της υπέροχης εκείνης ομάδας (που το ΄78 ακόμη "ψηνόταν", αλλά το '82 και το '86 έπαιξε φανταστική μπάλα και έγινε -όπως έχω γράψει ουκ ολίγες φορές- η αγαπημένη μου εθνική ομάδα όλων των εποχών). Στην Σεντ Ετιέν τότε έπαιζε ο Μπατιστόν, ο Μπατεναί, ο Ροστό, ο Λοπέζ και αρκετοί ακόμη. Ο Πλατινί πήγε την επόμενη χρονιά. Το 1978, αν και είχε φτάσει πια τα 23 του, αγωνιζόταν ακόμη στη Νανσί.
Υ.Γ. Βλέποντας τα στιγμιότυπα στο YouTube συνειδητοποιώ ότι τελικά ήταν απλά κόλπο των Γάλλων. Με το ριγέ ζάλισαν τους Ούγγρους, που έκαναν τα πιο απίθανα λάθη στην άμυνα.
Θα βρεις κι άλλα εδώ:
Από τότε που ανακαλύφθηκε το youtube χάθηκε το φιλότιμο,
Ποδόσφαιρο,
Σπορτέξ,
Χαζοκούτι,
Ώρα για Μουντιάλ
27 Απρ 2010
26 Απρ 2010
Στιγμές από τα Μουντιάλ που θυμάμαι: 1986, Μεξικό #2 (Όταν η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στην Ουγγαρία)

Το 1982 το Subbuteo ήταν για μένα ένας απαγορευμένος καρπός. Επιτραπέζιο ποδοσφαιράκι έπαιζα μόνο σε αυτά τα μικρά, τα πλαστικά, που διέθεταν δύο εντεκάδες, τους κόκκινους και τους μπλε, στηριγμένους σε ελατήρια. Ο μπαμπάς μου θεωρούσε το Subbuteo ακριβό δώρο κι ήμουν, συνεπώς, αναγκασμένος να το απολαμβάνω μόνος μου -και πολύ προσεκτικά- για μερικά μόνο δευτερόλεπτα, όταν άφηναν το δικό τους για λίγο τα μεγαλύτερα σε ηλικία ξαδέλφια μου. Κάποια ζημιά θα είχα κάνει στην πρώτη μου επαφή με τους παίκτες - μινιατούρες, γιατί ούτε με έπαιζαν, ούτε μου έδιναν τη Βραζιλία ή την Ιταλία να μαλακιστώ, μόνο κάτι παλιές, σπασμένες αγγλικές, κάτι Άστον Βίλα και κάτι Νόριτς, με τους μισούς παίκτες κυριολεκτικά... μισούς.
Το 1986, όμως, ήμουν πια 11 ετών, καλός μαθητής και με ένα στοιχειώδες χαρτζιλίκι που θα μπορούσε να στηρίξει την αρχική πατρική επένδυση. Έλαβα λοιπόν το πρώτο πακετάκι, με την τσόχα, τα τέρματα, τη Ρεάλ Μαδρίτης και την Άντερλεχτ για πρωτοχρονιάτικο δώρο και επένδυσα τα υπόλοιπα δώρα -που οι γιαγιάδες μου έκαναν παραδοσιακά σε ρευστό- για να αγοράσω μερικές ακόμη ομάδες και το παραδοσιακή φράκτη για να μη φεύγει η μπάλα. Απέφυγα αυτές που είχαν ήδη οι φίλοι και οι συγγενείς μου (δηλαδή όλες τις καλές -είχα αργήσει πάαααρα πολύ να μπω στο μαγικό κόσμο του Subbuteo) και διάλεξα από τις υπόλοιπες με βασικό κριτήριο το πόσο μου άρεσε η φανέλα. Πήρα, βέβαια, και την ΑΕΚ, την ομάδα μου. Οι δύο που θυμάμαι πιο έντονα ήταν η Παρί Σεν Ζερμαίν και η Εθνική Ουγγαρίας.
Για τους Μαγυάρους εκείνα τα χρόνια είχε φτιάξει η Adidas μια παραλλαγή της κλασικής κόκκινης φανέλας με το λευκό σορτς και τις πράσινες κάλτσες. Είχε προσθέσει οριζόντιες λευκές γραμμές στη φανέλα, όχι ίδιου μεγέθους -καμμία σχέση με Σέλτικ ή Κιου Πι Άρ δηλαδή- αλλά πιο παχιές ψηλά, στο λαιμό, και πιο λεπτές κάτω στην κοιλιά. Δεν έμοιαζαν ούτε με εκείνες της αγαπημένης μου ομάδας όλων των εποχών, της Γαλλίας, που στην ουσία ήταν μια μεγάλη κόκκινη και τρεις πιο μικρές, σαν τις συνήθεις ρίγες των ρούχων της Adidas. Η εμφάνιση της Ουγγαρίας είχε κάτι το μοναδικό, γι' αυτό και την είχα λατρέψει. Επίσης, στο άλμπουμ της Panini είδα ότι τη χώρα δεν τη λένε Ουγγαρία, αλλά Μαγκιαρόρζαγκ (ακόμη δεν είμαι σίγουρος πού ακριβώς πέφτει ο τόνος) και αυτό με είχε ιντριγκάρει τα μάλα. Βάλε και ότι στη σύνθεσή της φιγούραρε το μουστάκι του Μάρτον Εστερχάζι, που φιγούραρε στην κεφαλή της επίθεσης της τότε άνυδρης ΑΕΚ (από το ΄87 μαζί και με τον παμμέγιστο Χένρικ Νίλσεν) και θα καταλάβεις ότι εκείνο το μεσημέρι της 2ας Ιουνίου του 1986, ήμουν φίλα προσκείμενος σε εκείνη την ομάδα και όχι στο μεγάλο φαβορί για το ματς που ήταν η Σοβιετική Ένωση.
Για τους Μαγυάρους εκείνα τα χρόνια είχε φτιάξει η Adidas μια παραλλαγή της κλασικής κόκκινης φανέλας με το λευκό σορτς και τις πράσινες κάλτσες. Είχε προσθέσει οριζόντιες λευκές γραμμές στη φανέλα, όχι ίδιου μεγέθους -καμμία σχέση με Σέλτικ ή Κιου Πι Άρ δηλαδή- αλλά πιο παχιές ψηλά, στο λαιμό, και πιο λεπτές κάτω στην κοιλιά. Δεν έμοιαζαν ούτε με εκείνες της αγαπημένης μου ομάδας όλων των εποχών, της Γαλλίας, που στην ουσία ήταν μια μεγάλη κόκκινη και τρεις πιο μικρές, σαν τις συνήθεις ρίγες των ρούχων της Adidas. Η εμφάνιση της Ουγγαρίας είχε κάτι το μοναδικό, γι' αυτό και την είχα λατρέψει. Επίσης, στο άλμπουμ της Panini είδα ότι τη χώρα δεν τη λένε Ουγγαρία, αλλά Μαγκιαρόρζαγκ (ακόμη δεν είμαι σίγουρος πού ακριβώς πέφτει ο τόνος) και αυτό με είχε ιντριγκάρει τα μάλα. Βάλε και ότι στη σύνθεσή της φιγούραρε το μουστάκι του Μάρτον Εστερχάζι, που φιγούραρε στην κεφαλή της επίθεσης της τότε άνυδρης ΑΕΚ (από το ΄87 μαζί και με τον παμμέγιστο Χένρικ Νίλσεν) και θα καταλάβεις ότι εκείνο το μεσημέρι της 2ας Ιουνίου του 1986, ήμουν φίλα προσκείμενος σε εκείνη την ομάδα και όχι στο μεγάλο φαβορί για το ματς που ήταν η Σοβιετική Ένωση.
Για τον πιο σημαντικό συμβολισμό εκείνου του ματς δεν γνώριζα απολύτως τίποτε. Το όνομα Ίμρε Νάγκι, για παράδειγμα, του μεταρρυθμιστή κομμουνιστή πρωθυπουργού της Ουγγαρίας που δολοφονήθηκε το '58 από το πιο σκληροπυρηνικό, σταλινικό, κομμάτι του τοποθετημένου από τους Σοβιετικούς καθεστώτος δεν μου έλεγε τίποτε. Μου έλεγε κάτι ο Ίμρε Γκάραμπα, στόπερ, και ο Άνταλ Νάγκι, αριστερό χαφ, ο Ίμρε Νάγκι νάδα. Δεν ήξερα και πολλά για την έξοδο της Ουγγαρίας από την κομμουνιστική επιρροή, κάτι που το 1986 ήταν πια σαφές και απλά θέμα χρόνου να εκφραστεί και συνταγματικώς (το '87 ανέλαβε πρωθυπουργός ο Κάρολι Γκροσζ, από το '88 άνοιξε τα σύνορα ελεύθερα -και όχι μόνο στους ποδοσφαιριστές- και το '89 οργάνωσε ελεύθερες εκλογές). Αντιθέτως, γνώριζα πολύ καλά τι παικταράς ήταν ο Λάγιος Ντέταρι και πολύ είχα χαρεί που δύο χρόνια μετά θα ερχόταν να παίξει στην Ελλάδα (αν και μισούσα τον Ολυμπιακό, πήγαινα και τον έβλεπα στο Ολυμπιακό Στάδιο συχνά). Τέλος πάντων. Στο ελληνικό πρωτάθλημα θα έπαιζε κάποιο ρόλο τελικά και η μισή Σοβιετική Ένωση που έμπαινε στο Ιραπουάτο ως αντίπαλος της Ουγγαρίας εκείνη την ημέρα.
Ή μάλλον, αυτοί που κάθονταν στον πάγκο εκείνη την ημέρα ήταν αυτοί που θα έπιαναν λιμάνι στον Πειραιά πιο μετά. Φαντάσου τι ομαδάρα ήταν η Σοβιετική Ένωση του 1986 που ο Μπλαχίν, ο καλλίτερός της παίκτης το '82, και τα υπερηχητικά ΜIG (πόσο λατρεύω τα ποδοσφαιρικά κλισέ) που θαυμάσαμε κάποια χρόνια μετά και εδώ, ο Λιτόφτσενκο κι ο Προτάσοφ, ήταν αναπληρωματικοί. Ο Σάβιτσεφ δεν έπαιζε κάν στην εθνική τότε...Οι Ούγγροι πήραν την κρυάδα από το 2ο κιόλας λεπτό. Στο 4' το σκορ είχε γίνει 2-0. 3-0 στο ημίχρονο, 6-0 τελικό. Ήταν σαν ο Κόκκινος Στρατός να πέρναγε μία ακόμη φορά από τη Βουδαπέστη, μία τελευταία, για να θυμίσει στους Μαγυάρους δεινά και κακουχίες. Και εγώ, συνέχισα μεν να συμπαθώ τους Ούγγρους, αλλά μετά από αυτή την εκθαμβωτική εμφάνιση των Σοβιετικών, με το καθολικό ποδόσφαιρο, την πίεση σε όλο το γήπεδο και το ξεδίπλωμα των επιθέσεων με μπαλιές που δίνονταν με τη μία σε αστραπιαίο χρόνο, κατάλαβα ότι αυτή η ομάδα ήταν να φτάστει ψηλά. Στον ίδιο όμιλο έπαιζαν και οι αγαπημένοι μου Γάλλοι κι άρχισα να εύχομαι να μην τους συντρίψουν κι αυτούς (δεν το έκαναν, το Γαλλία - ΕΣΣΔ έληξε 1-1 και το γκολ των Σοβιετικών πέτυχε ο αγαπημένος μου παίκτης τους τότε, ο Ουκρανός Βασίλι Ρατς, με μια βολίδα από τα 40 μέτρα). Οι Σοβιετικοί τελικά προκρίθηκαν πρώτοι στον όμιλο χάρη στη διαφορά γκολ (κέρδισαν και τον Καναδά 2-0, ενώ οι Γάλλοι με 1-0 και τους Ούγγρους με 3-0), αλλά στον επόμενο γύρο αντιμετώπισαν το μεγαλύτερο Βέλγιο όλων των εποχών και την έχθρα της FIFA προς ο,τιδήποτε κομμουνιστικό, όπως εκφράστηκε από τον Σουηδό διαιτητή Έρικ Φρέντρικσον. Αποκλείστηκαν 3-4 στην παράταση...
(Στο επόμενο: Έλκιερ, Λάουντρουπ, Γιέσπερ Όλσεν!)
12 Απρ 2010
Στιγμές από τα Μουντιάλ που θυμάμαι: 1986, Μεξικό #1 (Οι σκατόφατσες των Βούλγαρων)

Το 1986 ήμουν έντεκα ετών. Άρα, αρκετά ανώριμος ακόμη για να κρίνω ένα Μουντιάλ με ποδοσφαιρικά κριτήρια. Όπως και με το Espana '82, έτσι και το Mexico '86 θα ήταν μια διοργάνωση εντυπώσεων, καλτ ηρώων, παιδικών εμμονών. Και ήδη από το πρώτο ματς, το Βουλγαρία - Ιταλία της 31ης Μαΐου στο χαοτικό Estadio Azteca που τόση εντύπωση μου είχε κάνει όταν άνοιξα ένα φακελάκι Panini και το βρήκα μέσα, όλα έδειξαν ότι και το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 θα είχε μπόλικη τροφή να δώσει σε ένα blog που θα ξεκινούσε πάνω από 20 χρόνια μετά...

Η Ιταλία ήταν η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια του '82. Ήταν επίσης η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια που δεν κατάφερε καν να προκριθεί για το Euro '84, δύο μόλις χρόνια μετά τον τίτλο της. Και που ερχόταν στο ταλαιπωρημένο από το μεγάλο σεισμό Μεξικό και το υψόμετρό του γερασμένη και κουρασμένη, με παραπάνω από τους μισούς παίκτες ίδιους μ΄εκείνους που το πήραν στην Ισπανία. Δεν είχε καμμία ελπίδα να υπερασπιστεί τον τίτλο της. Αυτό το ήξερε ακόμη κι ένα εντεκάχρονο παιδί. Η Βουλγαρία ήταν η Βουλγαρία. Μια βαλκανική χώρα από αυτές που δεν αγαπούσαμε πολύ. Δεν προμήθευε τις ελληνικές ομάδες με παικταράδες, όπως έκανε η γειτονική Γιουγκοσλαβία, μόνο ο Ηρακλής είχε ένα δίδυμο στην άμυνα και -αν θυμάμαι καλά δεν ήταν και τίποτε παικταράδες. Επίσης, οι Βούλγαροι ήταν ακόμη κομμουνιστές, όχι ότι οι Γιουγκοσλάβοι δεν ήταν, αλλά ήταν κάπως αλλιώς. Δεν μπορούσα να το εξηγήσω τότε, ούτε και τώρα μπορώ, αλλά δες και το έμβλημά της εκείνης της περιοόδου με το επιθετικό τριγωνάκι και τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό να υποφώσκει. Ακόμη χειρότερα: Είχα διαβάσει το "Στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου" της Πηνελόπης Δέλτα, τα "Μυστικά του Βάλτου" της ιδίας και το "Βασίλειος Βουλγαροκτόνος" ενός συγγραφέα που δεν θυμάμαι το όνομά του, αλλά υπόσχομαι να κάνω update μόλις μου έλθει (βρίσκω έναν Κώστα Κυριαζή στα ιντερνέ, αλλά δεν είμαι σίγουρος ρε γαμώτο) και δεν τους πήγαινα καθόλου τους Βούλγαροι μιλάμε. Δηλαδή με έπιανε και μια διαστροφική χαρά όταν διάβαζα που τους έχωνε ο Βασίλειος πυρωμένα σπαθιά μέσα στα μάτια.




Και μετά παρατάχτηκαν στο γήπεδο. Οι Αλτομπέληδες με τις επιμελώς ατημέλητες αφάνες τους, οι Ντι Τζενάρο με τις φιλαρισμένες χαιτούλες τους, οι Βιέρκοβουντ με τα αρχοντικά τους επίθετα. Κι από την άλλη κάτι απίστευτες σκατόφατσες με απίθανα ονόματα όπως ο Ζίφκο Γκοσποντίνοφ, κάτι αναχρονιστικοί μουστακαλήδες τύπου Ράντοσλαφ Ζντράφκοφ που έκαναν ακόμη και τον Μλίναρτζικ της Πολωνίας να μοιάζει με υποψήφιος του Next Top Model, κάτι τυπάκια που ήξερες ότι παίζουν μόνο και μόνο γιατί είχαν μπάρμπα στο κόμμα, αυτός ο Πλάμεν Γκέτοφ δεν γίνεται να παίζει μπάλα με τέτοια φάτσα, απλά δεν γίνεται...
Κι αρχίζει το ματς. Και κρέμονται κορδέλες από τα τρία πατώματα του Αζτέκα. Και πετάνε παντού χαρτάκια ασημί. Και οι Μεξικάνοι ανεμίζουν τις σημαίες τους που μοιάζουν τόσο μα τόσο με τις ιταλικές κι ας έχουν τα ίδια χρώματα και με τις βουλγάρικες. Και ο Αλτομπέλης καρφώνει το 1-0 λίγο πριν το τέλος του ημιχρόνου και όλα είναι τόσο όμορφα. Στο β' ημίχρονο οι ιταλικές χαίτες ανεμίζουν στη μια ευκαιρία μετά την άλλη και περιμένεις το δεύτερο γκολ σε κάθε φάση. Αχ αυτά τα κυριλέ πλασέ του Αλτομπέλη και αχ αυτές οι αποκρούσεις του Μιχαήλοφ!
Και στο '85 σκάει αυτός ο Νάσκο Σιράκοφ, με τη σαγόνα και την κουτέλα, πιάνει μια κεφαλιά από του διαόλου τη μάνα και κάνει το 1-1. Τι έγινε ρε παιδιά;
Οι σκατόφατσες των Βούλγαρων απλά με έκαναν να τους μισήσω κι άλλο. Αλλά δεν ήξερα ακριβώς γιατί, μέχρι 8 χρόνια αργότερα και το Μουντιάλ της Αμερικής. Όταν μία φουρνιά ακόμη χειρότερων σκατόφατσων μού έμαθαν ότι το ποδόσφαιρο ποτέ μα ποτέ δεν πρέπει να το κρίνουμε ποδοσφαιρικά. Όχι ότι το έκανα ποτέ, αλλά το '94 απέκτησα και επίσημα επιχειρήματα και ήμουν πια 19 ετών, ενήλικος, και μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω. Αλλά μέχρι τότε, έχουμε ακόμη αρκετά posts...
Υ.Γ.: Στη φωτογραφία της αρχής, ποιος άλλος; Ο Νάσκο Σιράκοφ, με πούρο, στη μετακομμουνιστική εποχή, όταν έγινε Διευθυντής της Λέφσκι. Από μικρός φαινόταν λαμόγιο.
(Στο επόμενο: Όταν η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στην Ουγγαρία)
Κι αρχίζει το ματς. Και κρέμονται κορδέλες από τα τρία πατώματα του Αζτέκα. Και πετάνε παντού χαρτάκια ασημί. Και οι Μεξικάνοι ανεμίζουν τις σημαίες τους που μοιάζουν τόσο μα τόσο με τις ιταλικές κι ας έχουν τα ίδια χρώματα και με τις βουλγάρικες. Και ο Αλτομπέλης καρφώνει το 1-0 λίγο πριν το τέλος του ημιχρόνου και όλα είναι τόσο όμορφα. Στο β' ημίχρονο οι ιταλικές χαίτες ανεμίζουν στη μια ευκαιρία μετά την άλλη και περιμένεις το δεύτερο γκολ σε κάθε φάση. Αχ αυτά τα κυριλέ πλασέ του Αλτομπέλη και αχ αυτές οι αποκρούσεις του Μιχαήλοφ!
Και στο '85 σκάει αυτός ο Νάσκο Σιράκοφ, με τη σαγόνα και την κουτέλα, πιάνει μια κεφαλιά από του διαόλου τη μάνα και κάνει το 1-1. Τι έγινε ρε παιδιά;
Οι σκατόφατσες των Βούλγαρων απλά με έκαναν να τους μισήσω κι άλλο. Αλλά δεν ήξερα ακριβώς γιατί, μέχρι 8 χρόνια αργότερα και το Μουντιάλ της Αμερικής. Όταν μία φουρνιά ακόμη χειρότερων σκατόφατσων μού έμαθαν ότι το ποδόσφαιρο ποτέ μα ποτέ δεν πρέπει να το κρίνουμε ποδοσφαιρικά. Όχι ότι το έκανα ποτέ, αλλά το '94 απέκτησα και επίσημα επιχειρήματα και ήμουν πια 19 ετών, ενήλικος, και μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω. Αλλά μέχρι τότε, έχουμε ακόμη αρκετά posts...
Υ.Γ.: Στη φωτογραφία της αρχής, ποιος άλλος; Ο Νάσκο Σιράκοφ, με πούρο, στη μετακομμουνιστική εποχή, όταν έγινε Διευθυντής της Λέφσκι. Από μικρός φαινόταν λαμόγιο.
(Στο επόμενο: Όταν η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στην Ουγγαρία)
19 Μαρ 2010
Στιγμές από τα Μουντιάλ που θυμάμαι: 1982, Ισπανία #4 (Το θλιμμένο γκολ του Πωλ Μπράιτνερ)
Και μόνο γι' αυτό το μαλλί, ο Πωλ Μπράιτνερ θα έπρεπε κανονικά να είναι ο μεγαλύτερος ήρωας των παιδικών μου χρόνων. Αλλά δεν ήταν. Γιατί η πρώτη εικόνα που είχα από αυτόν -κι αυτή που μού έμεινε για πάντα- ήταν σκυφτή και θλιμμένη. Είχε μόλις σκοράρει κατά της Ιταλίας στον μεγάλο τελικό του '82, αλλά το σκορ ήταν 1-3 και βρισκόμασταν στο '83... Ο Μπράιτνερ δεν είχε κανένα κουράγιο να πανηγυρίσει. Το όνειρο της Δυτικής Γερμανίας για την κατάκτηση του τρίτου της παγκόσμιου τίτλου είχε συντριβεί στο δεύτερο ημίχρονο της μεγάλης αναμέτρησης της 11ης Ιουλίου 1982 στο Σαντιάγκο Μπερναμπέου της Μαδρίτης.Δυστυχώς, το θλιμμένο γκολ του Πωλ Μπράιτνερ είναι η μοναδική ανάμνηση που απέκτησα ζωντανά από εκείνο το ματς. Για κάποιο λόγο που μού είναι αδύνατον τώρα να ανακαλέσω (αλλά πιθανότατα θα είχε να κάνει με κάποια ξέφρενη καλοκαιρινή ποδηλατάδα στη Νεαπόλεως και την Αγίου Γεωργίου, αργά το βράδυ), στο σπίτι μπήκα όταν άκουσα τους πανυγηρισμούς των μεγάλων για το 3-0 που έκανε υπέρ της Ιταλίας ο Αλεσάντρο Αλτομπέλι στο '81 και πρόλαβα μόνο να δω το γκολ της τιμής των Δυτικογερμανών με τον Μπράιτνερ. Αργότερα έμαθα ότι στο ματς υπήρχε μόνο μια ομάδα. Αυτή που φορούσε τα γαλάζια.
Αργότερα, επίσης, είδα ολόκληρο το ματς και απέκτησα και τη δεύτερη έντονη εντύπωση. Δυστυχώς δεν ήταν live -αλλιώς θα μού είχε μείνει πολύ περισσότερο απ' το γκολ του Μπράιτνερ. Η αντίδραση του Μάρκο Ταρντέλι, μόλις σκόραρε το 2-0 στο '69, το πώς ξέφυγε από τον Κλαούντιο Τζεντίλε που πήγε να τον γραπώσει και το με πόση οργή έσφιγγε τους πήχεις των χεριών του, είναι μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές εκείνου του Μουντιάλ -του πρώτου που παρακολούθησα ποτέ. Ήταν επίσης το ακριβώς αντίθετο από του Μπράιτνερ. Γενικά εκείνη η Ιταλία ήταν το ακριβώς αντίθετο από εκείνη τη Δυτική Γερμανία. Elegant και μπαλαδόροι οι πρώτοι, ξυρισμένοι και με προσεγμένο μαλλάκι παραδοσιακά (άντε με καμμια μίνι χαιτούλα σαν του σκόρερ του πρώτου γκολ, Μπρούνο Κόντι). Τραχείς και άγριοι οι δεύτεροι, με μουστάκες και μπούκλες, οστρογότθοι και βησιτγότθοι με τα όλα τους. Η πλάκα είναι ότι στον τελικό ήταν η Ιταλία που έπαιζε με σέντρες...Τι άλλο μου έμεινε από εκείνη τη βραδιά; Ο παππούλης που χαιρόταν στην κερκίδα, αφού πρώτα κούμπωνε όλα τα κουμπιά του σακακιού του μόλις σηκωνόταν από την κερκίδα (ήταν ο Σάντρο Περτίνι, ο πρώην Πρόεδρος της Ιταλίας), η κυρία με το φιλαρισμένο μαλλί που η μαμά μου μού είπε ότι ήταν η αδελφή του βασιλιά της Ελλάδας (δεν ήξερα ότι η Ελλάδα είχε βασιλιά και, φυσικά, η Σοφία έχει ακριβώς το ίδιο μαλλί ακόμη και σήμερα σε μια από τις πιο πεισματικές εμμονές σε ένα στυλ που πρέπει να έχουν εμφανιστεί ποτέ στον πλανήτη Γη), το ότι δεν σκόραρε ο Πάολο Ρόσι, που από τα δύο προηγούμενα ματς της Ιταλίας που είχα παρακολουθήσει, είχα καταλάβει ότι ήταν πιο μεγάλος παικταράς κι από τον δικό μας, το Νίκο Αναστόπουλο. Πώς γινόταν να μην σκοράρει ο Ρόσι; Ο Αναστόπουλος σκόραρε πάντα...
(Στο επόμενο: Οι σκατόφατσες των Βούλγαρων)
10 Μαρ 2010
Στιγμές από τα Μουντιάλ που θυμάμαι: 1982, Ισπανία #3 (Η φονική κλωτσιά του Χάραλντ Σουμάχερ)
Τον Ιούλιο του 1982 οι γαλλικές εφημερίδες έκαναν μια δημοσκόπηση. Θέμα: "Ποιος είναι ο πιο μισητός Γερμανός της ιστορίας;". Ο Αδόλφος Χίτλερ πήρε το αργυρό μετάλλιο. Τον Ιούλιο του 1982 ο Τόνι Σουμάχερ, ο μουστακαλής μπουκλοχαιτάς τερματοφύλακας της Εθνικής Δυτικής Γερμανίας και της Κολωνίας, ήταν ό,τι πιο απεχθές κατοικούσε ή καταγόταν από την ανατολική πλευρά του Ρήνου για όσους είχαν γεννηθεί ή ζούσαν στην δυτική. Και για πολύ κόσμο ακόμη. Χθες το βράδυ, όταν συζητούσα με την παρέα μου -πάνω από αλάδωτες πίτες, γύρο, σως και το ρεσιτάλ της Άρσεναλ- την πρόθεσή μου να αφιερώσω ένα post στη φονική κλωτσιά (και αγκωνιά) του Χάραλντ (για τους φίλους "Τόνι") στον Πατρίκ Μπατιστόν, ο Μητσάκος θυμήθηκε το πόση οργή είχε νιώσει τότε, παιδάκι, στο μακρινό '82 εκείνος και οι υπόλοιποι φίλοι του, βλέποντας τον ημιτελικό ανάμεσα στη Γαλλία και τη Δυτική Γερμανία. Τόση οργή, ώστε έκαναν στο τέλος έναν της παρέας τους που πήγαινε στο ελληνογερμανικό σχολείο να βάλει τα κλάμματα. Στις 8 Ιουλίου του 1982, ο Αδόλφος Χίτλερ έμοιαζε σαν την Μητέρα Τερέζα μπροστά στον Τόνι Σουμάχερ. Δες γιατί (με ιδιαίτερη προσοχή μετά το 1' 30"):Ο Πατρίκ Μπατιστόν πρόλαβε να παίξει δέκα λεπτά στον ημιτελικό. Με έναν ακραίο κυνισμό, αποστασιοποιημένο από τα γεγονότα της 08.07.82, θα μπορούσε κάποιος να πει "καλά να πάθει ο κουλός, που χαράμισε τη μαγική μπαλιά του Μισέλ Πλατινί, στέλνοντας τη μπάλα άουτ". Αλλά εκείνη τη στιγμή, όλος ο κόσμος (πιθανότατα και η μεγάλη πλειονότητα των Δυτικογερμανών φιλάθλων) δεν είχε κανένα άλλο αίσθημα από τη συμπόνοια. 3 σπασμένα πλευρά απ' την κλωτσιά, 3 σπασμένα δόντια απ' την αγκωνιά, 3 λεπτά σχεδόν σε κώμα από μια γυρισμένη γλώσσα λόγω της πτώσης με την πλάτη. Ο Μισέλ Πλατινί είπε μετά τον αγώνα: "Για μια στιγμή νόμιζα ότι είχε πεθάνει. Δεν είχε σφιγμό κι ήταν τόσο χλωμός". Ο Τόνι Σουμάχερ είπε μετά τον αγώνα: "Αν το μόνο που έπαθε είναι τρία σπασμένα δόντια, θα του πληρώσω τον οδοντίατρο". Ο διαιτητής, ο Ολλανδός Τσαρλς Κόρβερ, που δεν σφύριξε κανένα φάουλ, κανένα πέναλτι και δεν έδωσε καμμία κάρτα, δεν είπε τίποτε. Κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί του -άλλες εποχές...


Εικοσιοκτώ χρόνια μετά, το μόνο που θυμάμαι από εκείνο το ματς είναι όντως η φονική κλωτσιά του Χάραλντ Σουμάχερ. Και όσους ρώτησα χθες, θυμούνται κι εκείνοι ακριβώς το ίδιο. Και μόνο αυτό. Στα παιδικά μας μάτια τότε ήταν η πιο ακραία μορφή βίας που είχαμε δει ποτέ σε γήπεδο ποδοσφαίρου, ήταν ένα σοκ. Νομίζαμε ότι είχαμε δει άνθρωπο να σκοτώνεται. Σε απευθείας μετάδοση.Κρίμα, γιατί ο δεύτερος ημιτελικός του Μουντιάλ της Ισπανίας, μετά το ματς της Ιταλίας με την Πολωνία, που είχε γίνει την ίδια ημέρα, ήταν μία από τις συγκλονιστικότερες ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις όλων των εποχών. Δεν έχω αναμνήσεις για να την περιγράψω, αλλά -ευτυχώς- υπάρχει το παρακάτω βίντεο:
Η Εθνική Γαλλίας της περιόδου '82-'86 (κυρίως χάρη στο μαγικό Euro '84 που είχε κάνει) είναι η αγαπημένη μου ομάδα όλων των εποχών. Και ο λόγος -μαζί μ' εκείνον, τον άδικο στα μάτια μου, αποκλεισμό από τη Δυτική Γερμανία- που στα μετέπειτα Μουντιάλ πάντοτε υποστήριζα τη Γαλλία και που το 1998 πανηγύρισα ουρλιάζοντας σαν τρελλός σε κάθε ένα από τα τρία γκολ του τελικού εις βάρος της Βραζιλίας. Ήταν μια ομάδα γεμάτη τεχνίτες παίκτες. Ακόμη και τα μπακ της, ο Αμορός ή ο Μποσίς (αυτός που έχασε το τελευταίο πέναλτι), ήταν εξαιρετικοί με τη μπάλα στα πόδια, ενώ οι μέσοι της, ο Φερναντές, ο Ζιρές, o Τιγκανά και φυσικά ο Μισέλ Πλατινί ήταν πραγματικοί μάγοι, που έβγαζαν απίστευτους συνδυασμούς ανά πάσα στιγμή και μυρίζονταν το γκολ ακόμη και στις πιο απίθανες φάσεις. Ήταν η πρώτη εθνική που έπαιζε πραγματικά ομαδικό ποδόσφαιρο, χωρίς να περιμένει να την κουβαλήσει στους ώμους της ένας μόνο παίκτης, ή να βασίζεται σε ατομικές ενέργειες. Είχε το νου της συνεχώς στο σκοράρισμα (15-8 ήταν τα τέρματά της σ' εκείνο το Μουντιάλ, και δύο χρόνια μετά, στο Ευρωπαϊκό που κατέκτησε, ήταν 16-4 με πέντε νίκες σε ισάριθμα ματς) και δυστυχώς αυτό πλήρωσε στον ημιτελικό με τη Δυτική Γερμανία. Ο Ζιρές έκανε το 3-1 στο '98 κι αντί να ταμπουρωθούν για τα υπόλοιπα 22 λεπτά της παράτασης, οι παίκτες του Ινταλγκό συνέχισαν να κυνηγούν τα γκολ... Ήταν και μια ομάδα με κακή ψυχολογία. Η ήττα από τους Γερμανούς -που ξαφνικά είχε αναβιώσει όλο το ιστορικό μίσος των δύο χωρών- τους συνέθλιψε το ηθικό, ακριβώς όπως το Blitzkrieg στο Σεντάν το 1940. Τελικά δεν πήραν ούτε το χάλκινο στο Μουντιάλ, αφού δύο μέρες μετά παραδόθηκαν και στους Πολωνούς στον Μικρό Τελικό.
Εκείνος ο ημιτελικός, βέβαια, πιστοποίησε και μία από τις μεγαλύτερες αλήθειες του ποδοσφαίρου. Στο τέλος κερδίζουν πάντα οι Γερμανοί... Η Δυτική Γερμανία του '82 ήταν μια τραχειά ομάδα, με μοναδικό ποδοσφαιριστή που να μπορεί να εντυπωσιάσει τον Πιερ Λιτμπάρσκι και δέκα ακόμη ελεύθερους σκοπευτές που σκοπός τους ήταν να μην αφήνουν τον αντίπαλο να κάνει το παιχνίδι του και να αμολούν σέντρες από κάθε πιθανό σημείο. Ήταν όμως και οι έντεκά τους γεννημένοι νικητές. Τουλάχιστον μέχρι να συναντήσουν την Ιταλία στον Τελικό...
(Στο επόμενο: To θλιμμένο γκολ του Πωλ Μπράιτνερ)
4 Μαρ 2010
Στιγμές από τα Μουντιάλ που θυμάμαι: 1982, Ισπανία #2 (Το μουστάκι του Γιόζεφ Μλίναρτζικ)
Όπως έγραφα και στο προηγούμενο κεφάλαιο, μέχρι να με βάλει ένας ξάδελφός μου να δούμε Βραζιλία - Ιταλία το '82, δεν είχα δει ποτέ Μουντιάλ. Είχα δει όμως που μάζευαν τα ξαδέλφια μου κάτι χαρτάκια που τα έβαζαν μετά στον τοίχο κι έπεφταν πεταλουδίζοντας. Κι άμα το ένα έπεφτε πάνω στο άλλο, αυτός που είχε το από πάνω τα κέρδιζε και τα δύο. Και μετά τα κολλούσε σε ένα άλμπουμ. Και είχα πει στον μπαμπά μου να μου το πάρει κι εμένα.Ο μπαμπάς μου μού πήρε ένα άλμπουμ και πρέπει να μου πήρε και δύο φακελάκια το πολύ, γιατί θεωρούσε ότι αυτά ήταν χαμένα λεφτά σε βλακείες. Τότε τα φακελάκια πρέπει να είχαν 6 παίκτες μέσα, δεν θυμάμαι, τέλος πάντων το πολύ να κόλλησα 12-13 χαρτάκια, 15 αν μου χάρισε και κανας ξάδελφος από τα δικά του διπλά Panini. Γενικά δεν πολυθυμάμαι, μόνο τη μασκότ του Espana '82, το τεράστιο πορτοκάλι στο εξώφυλλο και μια κίτρινη μπλούζα με ένα τεράστιο μουστάκι από πάνω στις σελίδες μέσα. Ήταν το μουστάκι του Γιόζεφ Μλίναρτζικ, του τερματοφύλακα της Εθνικής Πολωνίας. Ήταν ένα μουστάκι που με στοίχειωσε για τα καλά. Για αρκετά χρόνια μετά από εκείνη την πρώτη μου επαφή με τον κόσμο της Panini, πίστευα ότι καλός τερματοφύλακας δεν γίνεσαι αν δεν μοιάζεις με τον Γιαγκούλα. Για αρκετά χρόνια μετά το Μουντιάλ του '82 θεωρούσα καλόν τερματοφύλακα τον Γιώργο Μουκέα...
Όλες αυτές οι εμμονές δεν θα είχαν κανένα νόημα, αν στις 8 Ιουλίου το 1982 δεν καθόμουν να δω τον ημιτελικό ανάμεσα στην Πολωνία του ελέω Panini ειδώλου μου με το μουστάκι και στην Ιταλία που είχα θαυμάσει να διακορεύει την Βραζιλία στην πρώτη μου επαφή με το σπορ. Ποια ομάδα θα υποστήριζα; Το δίλημμα ήταν τεράστιο. Από τη μία αυτός ο φοβερός, τρομακτικός τύπος, που κάθε φορά που άνοιγα τη σελίδα του άλμπουμ μου με γέμιζε με δέος, αυτός ο Διγενής Ακρίτας ή ο οποιοσδήποτε σκοτεινός θρύλος της ελληνικής μυθολογίας με συνάρπαζε τότε. Από την άλλη, αυτή η παρέα με τα γαλάζια μπλουζάκια Diadora και τα τόσο εύηχα ονόματα: Καμπρίνι, Κολοβάτι, Αντονιόνι, Ταρντέλι, Οριόλι...
Ο προβληματισμός μου έληξε νωρίς. Ένα τακουνάκι του Πάολο Ρόσι (πάλι αυτού!) έβαλε μπροστά την Ιταλία σε μια στημένη φάση. Και σε μια ένδειξη αλληλεγγύης προς τον αδύναμο, μια συμπεριφορά που στα ποδοσφαιρικά πράγματα (αλλά μόνο εκεί) θα με συνόδευε για όλη μου τη ζωή, αποφάσισα να ταχθώ υπέρ της Πολωνίας. Με είχαν εξάλλου κερδίσει ήδη και τα υπόλοιπα παιδιά της παρέας του Μλίναρτζικ. Ένας καράφλας ονόματι Λάτο, δαιμόνιος ντριμπλαδόρος που ζουζούνιζε όλη την ώρα ανάμεσα στον Μπέργκομι και τον Καμπρίνι και διάφοροι άλλοι με πολύ δύσκολα ονόματα που χρειάστηκε να τα ψάξω λίγο στο site της FIFA για να τα θυμηθώ: Ο Ζμούντα, ο Σμολάρεκ, ο Μάτυσικ. Η Πολωνία είχε ξαναπαίξει με την Ιταλία στην πρώτη φάση του Μουντιάλ, στους Ομίλους, και είχε φέρει 0-0. Με το ίδιο σκορ έληξε και το ματς της με το Καμερούν, αλλά είχε διασύρει μετά με 5-1 εκείνους τους μαυριδερούς με την κόκκινη, διαγώνια ρίγα στη λευκή φανέλα, τους Περουβιανούς, και είχε προκριθεί πρώτη στον όμιλο. Στην β' φάση έφερε άλλο ένα 0-0 με την Σοβιετική Ένωση σε μια ένδειξη σοσιαλιστικής αλληλεγγύης, αλλά προκρίθηκε για τα ημιτελικά γιατί είχε κερδίσει 3-0 τους Βέλγους, όταν οι Σοβιετικοί τους είχαν βάλει μόνο ένα. Είχαν φτάσει ως εδώ αήττητοι και έχοντας φάει μόνο ένα γκολ. Στο 73' ο Πάολο Ρόσι τους κόλλησε άλλο ένα, δεύτερο για το ματς και τρίτο συνολικά στο παθητικό του Μλίναρτζικ για το Μουντιάλ) και έληξε την πορεία της σπουδαίας αυτής ομάδας (που είχε στις τάξεις της και τον μεγάλο Ζμπίγκνιεφ Μπόνιεκ, ο οποίος δεν είχε παίξει στον ημιτελικό λόγω καρτών).
Η παρουσία του Μλίναρτζικ ανάμεσα σ' εκείνα τα πρώτα Panini που κόλλησα στη ζωή μου σήμανε εκτός από την προσωρινή μου εκτίμηση στα μουστάκια των τερματοφυλάκων και κάτι άλλο: Από τότε και στο εξής θα πρόσεχα πάντοτε τους Πολωνούς τερματοφύλακες. Και η μοίρα τα έφερε έτσι που δύο από τις πιο ξεκαρδιστικές μορφές που κάθισαν ποτέ κάτω από τα γκολποστ να είναι Πολωνοί. Ο Γιάτσεκ Καζιμιέρσκι ήταν μια χαρά γκολκίπερ μέχρι που το ΄87 ήλθε να παίξει για τον Ολυμπιακό και αναδείχθηκε επιπέδου Μουκέα. Για τον Λούκας Φαμπιάνσκι, το μεγαλύτερο βλάκα του παγκοσμίου ποδοσφαίρου δεν θέλω να γράψω πολλά. Γιατί αναμένω ιστορικές στιγμές γέλιου πολύ σύντομα. Προς το παρόν, τον κράζω λίγο εδώ.
(Στο επόμενο: Η φονική κλωτσιά του Χάραλντ Σουμάχερ)
23 Φεβ 2010
Στιγμές από τα Μουντιάλ που θυμάμαι: 1982, Ισπανία #1 (Η αποκαθήλωση της Βραζιλίας)

107 ημέρες έμειναν για την έναρξη του Μουντιάλ της Νοτίου Αφρικής. Αν έμεναν 100 θα ήταν ένα καλό νούμερο για να το πάρω ως αφορμή και ν' αρχίσω να γράφω για τις αναμνήσεις μου από τα περασμένα κύπελλα ποδοσφαίρου. Βιάζομαι όμως, γιατί σήμερα το πρωί, στο δρόμο προς το γραφείο, χωρίς κάποιον συγκεκριμένο λόγο, άρχισα να θυμάμαι την εντεκάδα της αγαπημένης μου εθνικής ομάδας όλων των εποχών, εκείνης που κέρδισε το Euro του '84 και πήρε το χάλκινο στο Μουντιάλ του '86, της Γαλλίας του Πλατινί. Όταν έφτασα στο Φάληρο, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν ν' ανοίξω το ΥοuTube (υπέροχο παράδειγμα γλωσσικής παράδοσης αυτό -κατά το "ανοίγω την τηλεόραση") και να χαζέψω γκολ από το Μουντιάλ του Μεξικού. Μετά συνειδητοποίησα ότι είχα και κάποιες αμυδρές αναμνήσεις από το 1982, το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας. Και μετά σκέφτηκα όχι θα είχε πλάκα μια σειρά από posts με θέμα τι θυμάμαι από τα περασμένα Μουντιάλ.
Iταλία - Βραζιλία 3-2
Στις 5 Ιουλίου του 1982 πρέπει να επιστρέφαμε -ή να πηγαίναμε- από οικογενειακές διακοπές στο Νομό Μεσσηνίας, στην Στούπα, ένα ψαροχώρι τότε κοντά στην Καρδαμύλη. Στον δρόμο μας ήταν ένα άλλο χωριό, κάπου κοντά στην Σπάρτη, δεν θυμάμαι όνομα, η Κερασίτσα ίσως ή η Μακρυνάρα (υπάρχει τέτοιο πράγμα;), όπου ήταν μαζεμένοι διάφοροι συγγενείς, όχι και τόσο κοντινοί, κι είχαν στήσει ένα πλούσιο μεσημεριανό τραπέζι. Θυμάμαι έντονο ήλιο, θυμάμαι γλυκιά νύστα μετά το φαγητό -νύστα που επέτεινε το τραγούδισμα των τζιτζικιών, θυμάμαι που ένας μεγαλύτερος από εμένα ξάδελφος έφτιαχνε κρύο νες καφέ για να ξυπνήσει (δεν είχα ποτέ μου δοκιμάσει καφέ μέχρι τότε), γιατί "σε λίγο έχει Βραζιλία".
Η Βραζιλία στο μυαλό του επτάχρονου τότε Homo Ludens ήταν ένα τσούρμο από Supermen. Στις αλάνες όλοι παλεύαμε να λεγόμαστε Πελέ και η αύρα του σούπερ σταρ του παγκόσμιο ποδοφαίρου ήταν ό,τι ξέραμε από μπάλα, ακόμη κι αν ο Πελέ ήταν πια ανενεργός -και φυσικά δεν τον είχαμε δει ποτέ σε δράση. Η Βραζιλία του '82 διατηρούσε μια χαρά το μύθο του Πελέ στα μάτια μου, χάρη σε δύο κυρίως στοιχεία. Τα μαγικά ονόματα των Supermen που έλεγα παραπάνω: Σώκρατες, Ζίκο, Έντερ, Φαλκάο. Και τα περίεργα, έντονα χρώματα της εμφάνισής τους. Προφανώς μου κτυπούσε από τότε άσχημα ο φλύαρος συνδυασμός του καναρινί με το πράσινο, το εκτυφλωτικό γαλάζιο και την άσπρη κάλτσα, απλώς εκείνα τα χρόνια στο παιδικό μου μυαλό το συνδύαζα λιγότερο με το κιτς και περισσότερο με τις ιδιότητες των σούπερ ηρώων. Τέλος πάντων, όλο άκουγα για τη Βραζιλία, αλλά δεν την είχα δει ποτέ, τώρα ήταν η ευκαιρία, εγώ ο ξάδελφος και ο φραπές του πήραμε θέσεις στον καναπέ και το ματς άρχισε.
Στο πέμπτο λεπτό ο Αντόνιο Καμπρίνι αμολάει μια βαθειά σέντρα από τα αριστερά και ο Πάολο Ρόσι, χωρίς κανένας Βραζιλιάνος ήρωας να πολυασχολείται μαζί του, τρυπώνει στην περιοχή και καρφώνει τη μπάλα στα δίκτυα με μια κεφαλιά. Σοκ. Δεν ήξερα ότι η Βραζιλία τρώει και γκολ! Λίγο αργότερα, ο μουσάτος αρχηγός της Βραζιλίας, με το ελληνικό όνομα, σουτάρει στην κλειστή γωνία του Τζοφ και ισοφαρίζει. Αλλά κάτι μέσα μου έχει ήδη αρχίσει να αμφισβητεί τα θεία. Λίγο μετά, ο Πάολο Ρόσι, πάλι αυτός, κλέβει τη μπάλα από το Σερέζο και κάνει το σκορ 2-1. Κάπως χαίρομαι. Δεν ξέρω ακόμη γιατί, αλλά χαμογελάω. Η ώρα περνάει, το ημίχρονο τελειώνει 2-1, ο ξάδελφος είναι ακόμη σίγουρος για τον θρίαμβο των Βραζιλιάνων, αλλά εγώ τον τσιγκλάω λίγο. Πιο πολύ επειδή δεν μου δίνει να πιω φραπέ, παρά γιατί ξέρω από μπάλα και διακρίνω ότι η Ιταλία μπορεί να πάρει το ματς. Εξ άλλου, η μόνη Ιταλία που ξέρω είναι αυτή που πετάξαμε στην αλβανική θάλασσα το '40, φωνάζοντας "αέρα", άρα δεν μου είναι κάποια συμπαθής έννοια.
Τέλος πάντων, ξεκινάει το δεύτερο μέρος, με τον ήχο χαμηλωμένο γιατί οι μισοί συγγενείς τον έχουν ψιλοπάρει στις καρέκλες και τις πολυθρόνες του μικρού σαλονιού και είναι τα ροχαλητά τους αυτά που ακούγονται τώρα περισσότερο κι από τα τζιτζίκια. Στο '68 ο Φαλκάο ισοφαρίζει έπειτα από μια σπουδαία ομαδική ενέργεια των Βραζιλιάνων, ο ξάδελφος πανηγυρίζει, πανηγυρίζω κι εγώ μαζι του (χωρίς λόγο, επτά ετών ήμουν, ήθελα να κερδίζει το ποδόσφαιρο), κάποιος θείος ξυπνάει και μας βρίζει... Το σύστημα τότε στα μουντιάλ προϋπέθετε ομίλους των τριών ομάδων στον β' γύρο, δεν ήταν νοκ άουτ όπως σήμερα και με την ισοπαλία η Βραζιλία περνούσε στα ημιτελικά. Εννοείται ότι ούτε τον α΄γύρο δεν είχα δει μέχρι εκείνο το μεσημεριανό ματς στην Σπάρτη και δεν καταλάβαινα και πολλά από προκρίσεις, αλλά σίγουρα η έννοια της ισοπαλίας ήταν κάτι που καταλάβαινα ακόμη λιγότερο. Ποιο το νόημα ενός ματς, αν δεν κερδίζει ο ένας από τους δύο αντιπάλους;
Δεν χρειάστηκε να ζαλίσω το αθώο μυαλουδάκι μου για πολλή ώρα με τέτοια ερωτήματα. Οκτώ λεπτά αργότερο ο Πάολο Ρόσι σκοράρει για τρίτη φορά, αποδεικνύοντας ότι αυτός είναι ο πραγματικός Superman. Ταυτόχρονα μου προκαλεί τα εξής δύο: α. Μια αιώνια απέχθεια για τους Βραζιλιάνους, αυτούς που μέχρι τότε θεωρούσα Θεούς για να ανακαλύψω ότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα μάτσο φανφαρόνων, ντυμμένων με κιτς στολές που όλη την ώρα κάνουν άσκοπές ντρίμπλες. β. Έναν αιώνιο έρωτα για τον θεσμό του Μουντιάλ. Θα έβλεπα όλα τα ματς στη συνέχεια...
(Στο επόμενο: Το μουστάκι του Γιόζεφ Μλίναρτζικ)
Στις 5 Ιουλίου του 1982 πρέπει να επιστρέφαμε -ή να πηγαίναμε- από οικογενειακές διακοπές στο Νομό Μεσσηνίας, στην Στούπα, ένα ψαροχώρι τότε κοντά στην Καρδαμύλη. Στον δρόμο μας ήταν ένα άλλο χωριό, κάπου κοντά στην Σπάρτη, δεν θυμάμαι όνομα, η Κερασίτσα ίσως ή η Μακρυνάρα (υπάρχει τέτοιο πράγμα;), όπου ήταν μαζεμένοι διάφοροι συγγενείς, όχι και τόσο κοντινοί, κι είχαν στήσει ένα πλούσιο μεσημεριανό τραπέζι. Θυμάμαι έντονο ήλιο, θυμάμαι γλυκιά νύστα μετά το φαγητό -νύστα που επέτεινε το τραγούδισμα των τζιτζικιών, θυμάμαι που ένας μεγαλύτερος από εμένα ξάδελφος έφτιαχνε κρύο νες καφέ για να ξυπνήσει (δεν είχα ποτέ μου δοκιμάσει καφέ μέχρι τότε), γιατί "σε λίγο έχει Βραζιλία".
Η Βραζιλία στο μυαλό του επτάχρονου τότε Homo Ludens ήταν ένα τσούρμο από Supermen. Στις αλάνες όλοι παλεύαμε να λεγόμαστε Πελέ και η αύρα του σούπερ σταρ του παγκόσμιο ποδοφαίρου ήταν ό,τι ξέραμε από μπάλα, ακόμη κι αν ο Πελέ ήταν πια ανενεργός -και φυσικά δεν τον είχαμε δει ποτέ σε δράση. Η Βραζιλία του '82 διατηρούσε μια χαρά το μύθο του Πελέ στα μάτια μου, χάρη σε δύο κυρίως στοιχεία. Τα μαγικά ονόματα των Supermen που έλεγα παραπάνω: Σώκρατες, Ζίκο, Έντερ, Φαλκάο. Και τα περίεργα, έντονα χρώματα της εμφάνισής τους. Προφανώς μου κτυπούσε από τότε άσχημα ο φλύαρος συνδυασμός του καναρινί με το πράσινο, το εκτυφλωτικό γαλάζιο και την άσπρη κάλτσα, απλώς εκείνα τα χρόνια στο παιδικό μου μυαλό το συνδύαζα λιγότερο με το κιτς και περισσότερο με τις ιδιότητες των σούπερ ηρώων. Τέλος πάντων, όλο άκουγα για τη Βραζιλία, αλλά δεν την είχα δει ποτέ, τώρα ήταν η ευκαιρία, εγώ ο ξάδελφος και ο φραπές του πήραμε θέσεις στον καναπέ και το ματς άρχισε.
Στο πέμπτο λεπτό ο Αντόνιο Καμπρίνι αμολάει μια βαθειά σέντρα από τα αριστερά και ο Πάολο Ρόσι, χωρίς κανένας Βραζιλιάνος ήρωας να πολυασχολείται μαζί του, τρυπώνει στην περιοχή και καρφώνει τη μπάλα στα δίκτυα με μια κεφαλιά. Σοκ. Δεν ήξερα ότι η Βραζιλία τρώει και γκολ! Λίγο αργότερα, ο μουσάτος αρχηγός της Βραζιλίας, με το ελληνικό όνομα, σουτάρει στην κλειστή γωνία του Τζοφ και ισοφαρίζει. Αλλά κάτι μέσα μου έχει ήδη αρχίσει να αμφισβητεί τα θεία. Λίγο μετά, ο Πάολο Ρόσι, πάλι αυτός, κλέβει τη μπάλα από το Σερέζο και κάνει το σκορ 2-1. Κάπως χαίρομαι. Δεν ξέρω ακόμη γιατί, αλλά χαμογελάω. Η ώρα περνάει, το ημίχρονο τελειώνει 2-1, ο ξάδελφος είναι ακόμη σίγουρος για τον θρίαμβο των Βραζιλιάνων, αλλά εγώ τον τσιγκλάω λίγο. Πιο πολύ επειδή δεν μου δίνει να πιω φραπέ, παρά γιατί ξέρω από μπάλα και διακρίνω ότι η Ιταλία μπορεί να πάρει το ματς. Εξ άλλου, η μόνη Ιταλία που ξέρω είναι αυτή που πετάξαμε στην αλβανική θάλασσα το '40, φωνάζοντας "αέρα", άρα δεν μου είναι κάποια συμπαθής έννοια.
Τέλος πάντων, ξεκινάει το δεύτερο μέρος, με τον ήχο χαμηλωμένο γιατί οι μισοί συγγενείς τον έχουν ψιλοπάρει στις καρέκλες και τις πολυθρόνες του μικρού σαλονιού και είναι τα ροχαλητά τους αυτά που ακούγονται τώρα περισσότερο κι από τα τζιτζίκια. Στο '68 ο Φαλκάο ισοφαρίζει έπειτα από μια σπουδαία ομαδική ενέργεια των Βραζιλιάνων, ο ξάδελφος πανηγυρίζει, πανηγυρίζω κι εγώ μαζι του (χωρίς λόγο, επτά ετών ήμουν, ήθελα να κερδίζει το ποδόσφαιρο), κάποιος θείος ξυπνάει και μας βρίζει... Το σύστημα τότε στα μουντιάλ προϋπέθετε ομίλους των τριών ομάδων στον β' γύρο, δεν ήταν νοκ άουτ όπως σήμερα και με την ισοπαλία η Βραζιλία περνούσε στα ημιτελικά. Εννοείται ότι ούτε τον α΄γύρο δεν είχα δει μέχρι εκείνο το μεσημεριανό ματς στην Σπάρτη και δεν καταλάβαινα και πολλά από προκρίσεις, αλλά σίγουρα η έννοια της ισοπαλίας ήταν κάτι που καταλάβαινα ακόμη λιγότερο. Ποιο το νόημα ενός ματς, αν δεν κερδίζει ο ένας από τους δύο αντιπάλους;
Δεν χρειάστηκε να ζαλίσω το αθώο μυαλουδάκι μου για πολλή ώρα με τέτοια ερωτήματα. Οκτώ λεπτά αργότερο ο Πάολο Ρόσι σκοράρει για τρίτη φορά, αποδεικνύοντας ότι αυτός είναι ο πραγματικός Superman. Ταυτόχρονα μου προκαλεί τα εξής δύο: α. Μια αιώνια απέχθεια για τους Βραζιλιάνους, αυτούς που μέχρι τότε θεωρούσα Θεούς για να ανακαλύψω ότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα μάτσο φανφαρόνων, ντυμμένων με κιτς στολές που όλη την ώρα κάνουν άσκοπές ντρίμπλες. β. Έναν αιώνιο έρωτα για τον θεσμό του Μουντιάλ. Θα έβλεπα όλα τα ματς στη συνέχεια...
(Στο επόμενο: Το μουστάκι του Γιόζεφ Μλίναρτζικ)
2 Φεβ 2010
Εθνικές ομάδες της Νοτίου Αφρικής

Οι ανυπόφορα αυτοραπιζόμενες, αργόσυρτες και μελό ταινίες του Κλιντ Ίστγουντ είναι, πιστεύω, ό,τι πιο υπερτιμημένο στην ποπ κουλτούρα σήμερα. Ως εκ τούτου δεν έχω φροντίσει να δω το "Invictus" με το Μόργκαν Φρίμαν στον ρόλο του Νέλσονος Μαντέλα. Ξέρω, όμως, ότι το θέμα της ταινίας έχει να κάνει με την εθνική ομάδα ράγκμπι της Νότιας Αφρικής -μια ομάδα σύμβολο κάποτε του απαρτχάιντ. Το αντίθετό της, μια ομάδα - σύμβολο της «μαύρης» Αφρικής, είναι η εθνική ποδοσφαίρου. Που, φέτος, λόγω του ότι η Νότια Αφρική φιλοξενεί το Μουντιάλ, θα αποκτήσει ξαφνικά ενδιαφέρον για τα media. Ήρωες θα πρέπει να ανακαλυφθούν, μορφές να σηκώσουν στους ώμους τους όλο το marketing της σημαντικότερης αθλητικής διοργάνωσης μετά τους Ολυμπιακούς (θυμίσου τον Νακάτα το 2002 ή τον Ούγκο Σάντσες το '86), η διοργανώτρια ομάδα θα πουσαριστεί όσο γίνεται για να προκριθεί τουλάχιστον στον επόμενο γύρο (καμμία διοργανώτρια Μουντιάλ δεν έχει μείνει ποτέ μόνο στη φάση των Ομίλων)...
Επικρατέστερος για το ρόλο του ηγέτη της νοτιοαφρικανικής καμπάνιας προς την δόξα δεν είναι κάποιος από τους 10 μαύρους παίκτες της εντεκάδας. Είναι ο μοναδικός λευκός. Ο Μάθιου Μπουθ -αυτός που σφίγγει το χέρι του Μαντέλα στην φωτογραφία που ανέβασα πιο πάνω- είναι το νοτιοαφρικανικό αντίστοιχο του Βίνι Τζόουνς ή του Γιώργου Νταρακλίτσα, αν θες ντόπιο παράδειγμα, ένας σκληροτράχηλος αμυντικός που δεν θα διστάσει να κόψει τη μπάλα σε κάτι Μπενζεμάδες, Φορλάν και Τζιοβάνηδες ντος Σάντους (η Γαλλία, η Ουρουγουάη και το Μεξικό έχουν κληρωθεί στον Α' Όμιλο μαζί με τη Νότια Αφρική) αν προσπαθήσουν να τον περάσουν για να βάλουν γκολ. Είναι πιο μαύρος κι απ' τους μαύρους, ένα πραγματικό σύμβολο του τέλους του απαρτχάιντ, το όνομά του -κάθε φορά που η μπάλα πάει στα πόδια του- δονεί την κατά 90% έγχρωμη κερκίδα των Μαμελόντι Σαντάουνς. Ίσως γιατί τα δίνει όλα για την ομάδα. Ίσως γιατί είναι παντρεμένος με την Σόνια Μπονεβέντια, μια μαύρη σχεδιάστρια μόδας. Όπως και νά 'χει, το Κέηπ Τάουν και το Γιοχάνεσμπουργκ γυαλίζουν ήδη από την καράφλα του στα άπειρα πόστερ που διαφημίζουν από υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας μέχρι αφρούς ξυρίσματος. Κι ο Μάθιου χαμογελάει.
Η λογική βέβαια, όσο κι αν η FIFA θέλει το αντίθετο, θα φέρει τους Νοτιοαφρικανούς έρμαια στα πόδια των αντιπάλων τους. Η εθνική τους πάει από το κακό στο χειρότερο. Πήρε το Παναφρικανικό του '96, προκρίθηκε στα Μουντιάλ του '98 και του 2002, αλλά από τότε το μόνο που πετυχαίνει είναι ήττες. Στην υπόλοιπη "μαύρη ήπειρο" είναι ήδη ένα αστείο. Ας το ξαναγυρίσουν στο ράγκμπι που έχουν και τον Ματ Ντέιμον αρχηγό.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





