Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεκρολογίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεκρολογίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29 Οκτ 2013

Τα 10 καλύτερα τραγούδια του Lou Reed


Τέτοιες λίστες -τέτοιες ώρες- ή παραείναι προφανείς ή παραείναι συναισθηματικές. Προσπάθησα να μπερδέψω και τα δύο. Αν κάνεις μια δημοσκόπηση σε χίλιους ανθρώπους δείγμα, στην πιο πολψηφισμένη τους δεκάδα θα βρεις 6-7 κοινά με αυτήν που ακολουθεί. Τα υπόλοιπα 3 είναι ο δικός μου τρόπος να θυμάμαι τον Lou Reed. Και οι χίλιοι του δείγματος, όμως, θα έχουν μια τέτοια δική τους τριάδα. Τουλάχιστον.

Vicious 
Από το “Transformer” του ’72. Glam rock και παιχνιδιάρικο, μακριά από τη συνήθη μαύρη θεματική του Reed, ήταν το τραγούδι που άνοιξε τον δρόμο για τον πολύ κόσμο να έρθει κοντά του.

Venus Ιn Furs
Από το ντεμπούτο των Velvet Underground & Nico το ’67. Σεξ, θάνατος, ναρκωτικά. Σαν μια απόκοσμη τελετή, σαν ένα soundtrack φτιαγμένο για ένα υγρό, κατασκότεινο καταγώγιο που θες και δεν θες να εξερευνήσεις. Ίσως το πιο επιβλητικό κομμάτι που έγραψε ποτέ. Σίγουρα η κορυφαία του ερμηνεία.

Dirty Blvd. 
Από το “New York” του ’88. Η δική μου εισαγωγή στον Lou Reed, ένα κομμάτι που άκουσα στην αρχή της εφηβείας μου και μου φάνηκε μυστικιστικό και απίστευτα ψαγμένο, αφού ο δημιουργός του δεν τραγουδούσε, αλλά απλά απήγγειλε.

Sword of Damocles (Externally) 
Από το “Magic and Loss” του ’92. Ένα υπνωτικό τραγούδι για τον καρκίνο και τη χημειοθεραπεία, γραμμένο σε μια εποχή που ο Lou Reed δεν έκανε πια ναρκωτικά, αλλά οι γύρω του πέθαιναν από κάτι ακόμη πιο ανίκητο.

Perfect Day 
Από το “Transformer”. Το πιο όμορφο τραγούδι που έγραψε ποτέ, κι ας μη μοιάζει καθόλου μα καθόλου για δικό του.

Street Hassle 
Το magnum opus του. Από το ομώνυμο άλμπουμ του ’78. Θα το βρεις στην κορυφή των περισσότερων δεκάδων για τον Lou Reed. Ένα 11λεπτο έπος που όχι μόνο δεν πνίγεται μέσα στις φιλοδοξίες του, αλλά που καταφέρνει με ευκολία να γίνει σημείο αναφοράς των σύγχρονων ρομαντικών.

Metal Machine Music, Part 1 
Από το “Metal Machine Music” του ’75. Η πιο αναπάντεχη στιγμή της δισκογραφίας του, που απετέλεσε και την απαρχή του noise rock. Για πολλούς από τους fans του ήταν απλά κάτι ακαταλαβίστικο, ένα παράξενο τριπάρισμα στο οποίο εκείνοι δεν κατάφεραν να συνυπάρξουν.

Walk on the Wild Side 
Ένα ακόμη κομμάτι από το “Transformer”, αλλά όχι απλά άλλο ένα. Το “Walk on the Wild Side” μιλά για τους τρανσέξουαλ, τα ναρκωτικά, τους ζιγκολό, τον στοματικό έρωτα στους παραδρόμους των νεοϋορκέζικων λεωφόρων. Και είναι το διασημότερο τραγούδι του Lou Reed, το διασημότερο τραγούδι για το Big Apple των ’70s.

All Tomorrow's Parties 
To κρατάω στη δεκάδα, κι ας είναι η Nico που ερμηνεύει και όχι ο ίδιος. Το doom αριστούργημα που έγραψε ο Lou Reed για το ντεμπούτο των Velvet Underground χρειαζόταν τον απόκοσμο τρόπο του μοντέλου από τη Γερμανία, την αποστροφή της στα αγγλικά σαν να είναι όχι μια γλώσσα, αλλά ένας ακαταλαβίστικος κώδικας για να περιγραφεί το σύνθετο σκηνικό της καλλιτεχνικής σκηνής γύρω από τον Andy Warhol όπως στηνόταν στο “Factory”, στα μέσα της δεκαετίας του ’60.

Waves Of Fear 
Παρανοϊκό, τρομακτικό, αλλά και εξιλεωτικό, το κορυφαίο κομμάτι του “Blue Mask” του ’82, του απόλυτου άλμπουμ για την πρέζα, είναι ένα από τα πιο δυνατά, πιο ρυθμικά τραγούδια που έγραψε ο Reed, βγαλμένο μέσα από τους ψυχωτικούς παλμούς των φλεβών του, όταν η δόση αργούσε πολύ.


(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

19 Αυγ 2013

Αντίο, Σίνταρ Γουόλτον, θα θυμάμαι για πάντα ότι με έκανες τζαμπατζή



Τελευταίο βράδυ στην Νέα Υόρκη. Είχαμε ραντεβού για ποτά στο "the View", το περιστρεφόμενο μπαρ σε κάποιον ψηλό όροφο του Marriott, που σου επιτρέπει να έχεις πανοραμική - 360ο - θέα στην πόλη (πιο τουρίστας πεθαίνεις). Προλάβαινα να πεταχτώ στο The Iridium για το πρώτο σετ; Προλάβαινα. Γρήγορο ντους και τρεχάλα στην Broadway, θα σας δω μετά. Κατέβηκα στο υπόγειο, το (κακόγουστο, μεταξύ μας) κλαμπ, άδειο, κάθησα στο μπαρ, πήρα ένα Gragganmore και χάζευα την κοπέλα απέναντί μου, που καθόταν στο τραπεζάκι με τα αραδιασμένα CD προς πώληση. Κάποια στιγμή την άκουσα να λέει γελαστά: "hi, Cedar!" Γύρισα το κεφάλι μου προς την κατεύθυνση από την οποία ήρθε ο απαντητικός χαιρετισμός, από μια βαθιά φωνή. Ο ψηλός άντρας με το φαρδύ καρό σακάκι και το φανελένιο παντελόνι μού φάνηκε ότι έκλεινε τελείως την πόρτα, αλλά ξέρω τώρα ότι αυτό ήταν απλώς το δέος μου, απέναντι σ' αυτόν τον άνθρωπο που ήταν εκεί - όταν ο Κολτρέιν έκανε τις πρώτες δοκιμαστικές ηχογραφήσεις για το Giant Steps, όταν ο Μπλέικι οδηγούσε τους Jazz Messengers βαθιά μέσα στα '60s, όταν, όταν, όταν...

Την μπάντα συμπλήρωναν δύο ακόμη βετεράνοι των '60s, ο Buster Williams στο κοντραμπάσο και ο Jimmy Cobb στα ντραμς, αλλά κι ένας "Young Lion", ο σαξοφωνίστας Javon Jackson. Έπαιξαν ένα σετ που κύλησε νεράκι, από αυτά που αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν να παίζουν τέτοια πράγματα και να μην σχηματίζεται ούτε μια στάλα ιδρώτα στα μέτωπά τους. Στο τέλος του σετ, κατέβηκε από την σκηνή και άρχισε να περιφέρεται - γιγάντιος - ανάμεσα στα τραπέζια (στο μεταξύ, το μαγαζί είχε φυσικα γεμίσει). Αγόρασα ένα δισκάκι από την τύπισσα στο τραπεζάκι,τον πλησίασα, έσφιξα το πιο μεγάλο, εύσαρκο και μαλακό χέρι που θυμάμαι να σφίγγω στην ζωή μου και του ζήτησα να μού το υπογράψει. Έβγαλε έναν ασημί μαρκαδόρο από το σακάκι του και έγραψε το όνομά του στην μαύρη επιφάνεια του δίσκου. Ήπια την τελευταία γουλιά από το (δεύτερο) Gragganmore και ανέβηκα πέντε πέντε τα σκαλιά, τρέχοντας να συναντήσω την Σοφία, την Λίνα, την Τάνια και τον Στράτο.
Στην διαδρομή, διαπίστωσα ότι ξέχασα να πληρώσω τα ποτά μου.

21 Μαΐ 2013

Ray Manzarek: 1939 - 2013



Στο άκουσμα του ονόματος της μπάντας, το μυαλό σου πηγαίνει αυτόματα σε μια φιγούρα. The Doors σημαίνει Jim Morisson όσο τίποτε άλλο. Στο άκουσμα, όμως, του ήχου τους, της μουσικής τους, κρατάς το μυστήριο και την παραισθησιογόνα ρευστότητα των πλήκτρων του Ray Manzarek. Όταν ο συνιδρυτής της μπάντας έφυγε χθες από τη ζωή, σε ηλικία 74 ετών, μετά από πολυετή μάχη με τον καρκίνο, ο John Densmore, ο ντράμερ των Doors, έκανε μια δήλωση που συμπυκνώνει όλα τα παραπάνω: «Δεν υπήρξε άλλος κιμπορντίστας στον πλανήτη πιο κατάλληλος από τον Ray να στηρίξει τους στίχους του Jim».

Η ιστορία της γνωριμίας των δύο είναι γνωστή: στη σχολή κινηματογράφου του UCLA (o Manzarek είχε κι άλλο πτυχίο, Οικονομικών από το Πανεπιστήμιο DePaul, όπου και είχε πρωτοξεκινήσει να παίζει μουσική). Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’60, μια εποχή που η Καλιφόρνια την ζούσε υπό την επήρεια παραισθησιογόνων… Η καλλιτεχνική παραγωγή ως εκ τούτου βρισκόταν στο απόγειό της και η τεράστια προσφορά, που υπολειπόταν της ζήτησης, έκανε τον παράγοντα τύχη καθοριστικό στοιχείο στη επιτυχία ή όχι μιας μπάντας. Στην περίπτωση των Doors η τύχη ήταν εκεί, αλλά η προσωπικότητα του Morisson και το ταλέντο του Manzarek έπαιξαν μεγαλύτερο ρόλο.

Ο Manzarek γεννήθηκε στο Σικάγο, από γονείς πολωνικής καταγωγής. Πιθανότατα δεν θα είχε φτάσει ποτέ στην Καλιφόρνια, στο LSD και στους Doors αν το όνειρο της ζωής του είχε μπει σε ράγες από νωρίς: ήθελε να παίξει επαγγελματικό μπάσκετ. Αλλά δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλός για το σπορ (1,84 μ.). Στο σχολείο ήταν ένα δυνατό «τεσσάρι», όταν όμως μεγάλωσε χωρίς να ψηλώσει άλλο, οι προπονητές του επέμεναν ότι έπρεπε να μάθει να παίζει γκαρντ. Ο Manzarek δεν έδειξε καμία διάθεση να αλλάξει το στυλ παιχνιδιού του, παράτησε το μπάσκετ και στο πανεπιστήμιο ασχολήθηκε με τη μουσική.

Έπαιζε διαφόρων ειδών πλήκτρα. Στις συναυλίες των Doors, οι οποίοι δεν είχαν μπασίστα για μόνιμο μέλος τους (χρησιμοποιούσαν διάφορους στις ηχογραφήσεις των δίσκων τους μόνο), έπαιζε ταυτόχρονα δύο όργανα. Το ένα ήταν keyboard για να καλύψει τις χαμηλές νότες του μπάσου. Το άλλο, βέβαια, ήταν το θρυλικό Vox Continental, το ηλεκτρικό πιάνο που χρησιμοποιούσαν οι περισσότεροι ψυχεδελικοί μουσικοί της εποχής. Αργότερα το άλλαξε για το Gibson G-101 Kalamazoo, που έβγαζε παρόμοιο ήχο, αλλά είχε κοκάλινα πλήκτρα, άρα πιο γερά από τα πλαστικά του Vox Continental που συχνά διαλύονταν στις ζωντανές εμφανίσεις των Doors όταν ο Manzarek τα έδινε όλα πάνω στα keyboards του.

Οι Doors έβγαλαν δύο άλμπουμ μετά το θάνατο του Morisson και ήταν ο Manzarek που ανέλαβε να τραγουδήσει. Γενικά, η επιμονή του να διατηρήσει ζωντανό το θρύλο της μπάντας (θα θυμάσαι ίσως την θλιβερή εμφάνισή τους στον Λυκαβηττό, λίγο μετά το Euro του 2004, με τις φανέλες της Εθνικής Ελλάδας) τον έκαναν κάπως αμφιλεγόμενο από το 1971 και μετά. O Densmore διαφώνησε με τους χειρισμούς του Manzarek και δεν δέχτηκε να τον ακολουθήσει στις διάφορες αναβιώσεις του θρυλικού γκρουπ των ‘60s, κάτι που έκανε μετά χαράς ο κιθαρίστας Robby Krieger.

Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι τα κίνητρα του Manzarek ήταν διαφορετικά από του Krieger. Ενώ ο δεύτερος ήθελε όντως να εξαργυρώσει τη συμμετοχή του σε ένα από τα πιο δημοφιλή ροκ συγκροτήματα της ιστορίας, για τον κιμπορντίστα και συνιδρυτή των Doors το στοίχημα ήταν άλλο. Να αποδείξει ότι ήταν εξίσου ισχυρός παράγοντας της επιτυχίας τους με τον Jim Morisson. Ο Manzarek ήταν σαν να διαιωνίζει έναν (συγκαλυμμένο τα χρόνια της ύπαρξής του) ανταγωνισμό ακόμη και μετά το θάνατο του ενός εκ των δύο «αντιπάλων». Έφυγε από τη ζωή χωρίς ποτέ να καταφέρει να χωνέψει ότι για την συντριπτική πλειονότητα των φίλων της μουσικής The Doors σημαίνει Morisson.

Η μουσική του προσωπικότητα, πάντως, θα μείνει αθάνατη. Θα είναι εκεί κάθε φορά που θ’ ακούγεται η εισαγωγή του “Light My Fire”. Θα σε απειλεί σε κάθε “Waiting For The Sun”, θα σε ανεβάζει σε κάθε “Hello, I Love You”, θα τρυπώνει στο υποσυνείδητό σου με κάθε “Love Me Two Times”. Η δική του, ψυχεδελική, σφραγίδα όρισε τον ήχο των Doors. Χωρίς αυτόν, ο Morisson πιθανότατα θα ήταν ένας σπουδαίος ποιητής, χωρίς όμως να είχε γίνει ροκ σταρ.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

18 Οκτ 2012

Γιατί η Sylvia Kristel έμεινε Εμμανουέλα ως το τέλος



Θρηνώντας το θάνατο της ηθοποιού Sylvia Kristel, δεν γίνεται να μην μνημονεύσεις και την Εμμανουέλα, την ηρωίδα που ενσάρκωσε στα 70s (και ξανά το 1993). Οι περισσότεροι, όταν λέγαμε Sylvia Kristel εννοούσαμε Εμμανουέλα. Και όταν λέγαμε Εμμανουέλα είχαμε μια μόνο εικόνα να πηγαίνει με το όνομα. Αυτήν της Sylvia Kristel (Δέχτηκε ποτέ κανείς αυτό το σαχλό, ξανθό κοριτσάκι των νεώτερων, τηλεοπτικών soft porno με τις 3D σκηνές σαν μια γνήσια Εμμανουέλα;). Ήταν τόσο στενός ο δεσμός μεταξύ των δύο που η Εμμανουέλα δεν άφησε ποτέ την Kristel να φύγει.

Ακόμη κι όταν την προσέγγισαν για δύο ρόλους που φαινομενικά θα την μετέτρεπαν σε χολιγουντιανό αστέρα μιας άλλης, πιο ατόφιας κοπής, αποδείχτηκε ότι η Εμμανουέλα είχε βάλει και πάλι το χεράκι της. Η Sylvia Kristel στήθηκε πάλι μπροστά στις κάμερες γυμνή και άρχισε να προσποιείται οργασμούς. Η Μάτα Χάρι και η Λαίδη Τσάτερλί της ήταν δύο ακόμη Εμμανουέλες. Όχι γιατί η Kristel δεν είχε το ταλέντο να τις υποδυθεί όπως τους άξιζε. Αλλά γιατί οι παραγωγοί, οι σκηνοθέτες, ακόμη και το κοινό ήθελαν απλά να δουν το σμαραγδένιο της βλέμμα να ζωγραφίζει ακόλαστα σενάρια και το λεπτοκαμωμένο της κορμί να γυρεύει να ξεδιψάσει τον πόθο του σε στιβαρές, τριχωτές αγκαλιές. Είναι εύκολο να το περιγράψεις με το στυλ των 70s. Και είναι απίθανο να το κάνεις να ακουστεί σοβαρό.

Γιατί, πολύ απλά, είναι γελοίο. Η Εμμανουέλα δεν ήταν μια επέκταση των ερωτικών βιβλίων τσέπης. Η φαντασία της αναγνώστριας που πρωταγωνιστούσε στα βιβλία δεν έπαιζε πια κανένα ρόλο στο φιλμ. Η Εμμανουέλα των 70s δεν συμβόλιζε πραγματικά κάποια γυναικεία χειραφέτηση, κάποια αλλαγή στα σεξουαλικά ήθη. Η εικόνα της όμορφης νοικοκυράς που ο σύζυγός της την αφήνει όχι μόνο να φαντασιώνεται ερωτικά όργια, αλλά και να τα κάνει πράξη, δεν ήταν καμιά φοβερή επανάσταση. Το αντίθετο: ήταν άλλη μια αισθητικοποίηση ανδρικών φαντασιώσεων. Πορνό με υπόθεση, πορνό που η ευρύτερη κοινωνία δέχεται πιο εύκολα, αλλά πορνό. Με όλη τη χυδαιότητα της λέξης. Η Εμμανουέλα της Sylvia Kristel έγινε ένα τεράστιο ποπ είδωλο, αλλά ποτέ δεν υπήρξε ένα πρότυπο γυναίκας. Αυτά για τα οποία την κατηγορούσε τότε το φεμινιστικό κίνημα ήταν πέρα ως πέρα αλήθεια.

Και αυτό ήταν το μεγαλύτερο δράμα της ηθοποιού. Κάθε της απόπειρα να πράξει κάτι άλλο κατέληγε στην αντιμετώπισή της ως μιας πόρνης του σελιλόιντ. (Μην ξεχνάμε τη ρίζα της λέξης πορνό, είτε αυτό είναι soft είτε hardcore…) Ως φανατικός θιασώτης της ποπ κουλτούρας, έχω καταβροχθίσει όποια συνέντευξη της Kristel έχει τύχει να πέσει στα χέρια μου. Και πάντα με συνάρπαζε –και περισσότερο με μελαγχολούσε– ένα πράγμα: η ηθοποιός μιλούσε κάπως αποστασιοποιημένα για τις φιλοδοξίες της, τις σπουδές της, τις ξένες γλώσσες που μιλούσε (πέντε), την αγάπη της για τον κινηματογράφο. Όλα πέθαναν όταν την αγκάλιασε η Εμμανουέλα. Όταν έγινε δεύτερη σάρκα επάνω της.

Και μετά ήλθε το βιβλίο της. Έγραψε το «Undressing Emmanuelle» το 2007, παρέα με τον Jean Arcelin, τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Chrysler Jeep Dodge Γαλλίας. Γιατί χρησιμοποίησε αυτόν ως συγγραφέα; Ο λόγος είναι ότι ο Arcelin είχε κι αυτός μετατραπεί σε κάτι άλλο από αυτό που ήθελε να γίνει. Είχε ξεκινήσει γράφοντας, αλλά η οικογένειά του δεν τον άφησε ποτέ να εξελιχθεί σε συγγραφέα. Έπρεπε να γίνει επιτυχημένος επιχειρηματίας. Μια πόρνη των business θα μπορούσε να καταλάβει μια πόρνη του σινεμά καλύτερα απ’ όλους. Και ένας καταπιεσμένος συγγραφέας να περιγράψει το δράμα της τέλεια.

Το βιβλίο ήταν μια αποκάλυψη. Το σύμβολο της γαλλικής χειραφέτησης (όπως το πουλούσαν οι παραγωγοί της «Εμμανουέλας» την δεκαετία του ’70) ήταν τελικά μια Ολλανδή ηθοποιός που ξεκίνησε από το μόντελινγκ (το 1973 είχε κερδίσει τον τίτλο Miss TV Europe) και που μισούσε όχι μόνο το πορνό, αλλά ακόμη και την ιδέα της γύμνιας. Δέχτηκε να παίξει την Εμμανουέλα γιατί την έπεισαν ότι ήταν ένα καλλιτεχνικό project. Η μία της στιγμή αφέλειας, στα 22 της, όρισε και την υπόλοιπη ζωή της.

Το καλύτερο πράγμα που έχω ποτέ διαβάσει για την Sylvia Kristel, το έχει γράψει ο Guardian για το βιβλίο της. Νομίζω ότι τα λέει όλα: «Πρόκειται για το είδος του βιβλίου που θέλεις να βάλεις στα χέρια των παικτών του "Big Brother", των αστέρων του "X-Factor", των ανθρώπων που ανέβασαν στην κορυφή των bestsellers το βιβλίο της Jordan, της Victoria Beckham –στα χέρια καθενός, τέλος πάντων, που προσυπογράφει τον όρο “glamour model”. Διάβασέ το, θέλω να τους πω, και μετά άντε και ρίξε κάτι πάνω σου, αγάπη μου».

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

1 Αυγ 2012

Πο Πο. Πάφ το Ποπ!

Φωτογραφία: Μαριλένα Σαλαμάνου

Διαστάσεις μονοπωλίου πήρε κάποια στιγμή σήμερα στην hip γωνιά του  Twitter το κλείσιμο του Pop Bar της Κλειτίου. Το Πο Πο Culture! λόγω της συγγενικής του σχέσης -το όνομα εννοούμε- με το εν λόγω μπαρ δεν θα μπορούσε να μη συμμετάσχει στο πένθος. Θα το πράξει με ένα ποίημα:

Hip, πάμε στο Pop;
Μα δεν ακούω Hip Hop!
Hip άκουσες Hop, μα εγώ σου είπα Pop
Αν και το μπαρ είναι, ξέρεις, hip
Είναι και pop, βεβαίως, και μια σταλιά επίσης.


Hip ήμουν στο Pop
Hype και indie και μεθυσμένος ενίοτε.
Εσύ ήσουν broke. Και είχες άσθμα.
Ποτό έπαιρνες από δίπλα. Μισοτιμής. Και το έπινες έξω.
Μέσα ο pop καπνός, παφ πουφ. Μέσα παφ και 12ευρω το hip ποτό.


Hip, πήγες στο Pop;
Έκλεισε!
Δεν πειράζει, τρύπες υπάρχουν. 

16 Δεκ 2011

Christopher Hitchens, 1949-2011


Ομολογώ ότι δεν έχω διαβάσει ποτέ κανένα βιβλίο του Κρίστοφερ Χίτσενς. Ομολογώ ότι γενικά δεν πολυδιαβάζω βιβλία -αλλά αναπληρώνω στο φυλλομέτρημα, όντας φανατικός των περιοδικών. Ομολογώ ότι ξενέρωσα κάπως που δεν είχε άρθρο του το τελευταίο Vanity Fair -αυτό με την Lady Gaga. Δεν ήξερα ότι τα πράγματα ήταν τόσο χάλια με την υγεία του. Ομολογώ ότι ξενέρωσα πολύ όταν στο πρότελευταίο Vanity Fair -αυτό με την Σκάρλετ Γιόχανσον- ο Χίτσενς έγραφε για την Τζάκι Κένεντι και όχι για την αρρώστια του. Ομολογώ ότι απολάμβανα τα κείμενά του για τον καρκίνο. Ναι, δεν διάβασα ποτέ τα βιβλία του, αλλά και τα κείμενά του στα περιοδικά ήταν αρκετά για να με κάνουν να τον θαυμάζω για την τετράγωνη, καθάρια, κυνική λογική του. Ήταν αμφιλεγόμενος γιατί ήταν ειλικρινής, γιατί δεν είχε τίποτε το προσποιητό επάνω του, γιατί σκεπτόταν και εκφραζόταν με το μυαλό του κι όχι με την τσέπη του, την καρέκλα του ή τα χειροκροτήματα των γύρω του. Αθεϊστής, όχι απλά άθεος, διαπρύσιος μαχητής του ισλαμικού φονταμενταλισμού, αλλά και τιμητής των "ατλαντικών" μεθόδων για την πάταξή του (μπορεί να έχουν ακουστεί πολλά για την ηθική στήριξη που παρείχε στην εισβολή στο Ιράκ -αλλά ο Χίτσενς επίσης στηλίτευσε τα βασανιστήρια και ό,τι απάνθρωπο έκαναν οι Αμερικανοί στους υποτιθέμενους τρομοκράτες, και, βεβαίως, εξήγησε με μεγάλη σαφήνεια γιατί "τέρατα" σαν αυτό του Πακιστάν οφείλουν την ύπαρξή τους αποκλειστικά στις ΗΠΑ), κυνικός και είρων απέναντι σε αμφιλεγόμενες φιγούρες της αμερικανικής πολιτικής, όπως ο Χένρι Κίσινγκερ, ο Χίτσενς ήταν ο ορισμός του one of a kind. Σε έκανε να νιώθεις άβολα ακόμη κι όταν πήγαινες να πεις "μα πόσο συμφωνώ μ' αυτόν τον άνθρωπο". Και συνεχίζω να πιστεύω ότι το magnum opus του ήταν τα κείμενά στα οποία πραγματευόταν τον καρκίνο του. Χωρίς ίχνος ελπίδας ότι θα επιζήσει, αλλά και χωρίς ίχνος απελπισίας γι' αυτό που τον βρήκε. Μάλλον σαν κάποιο είδος τύχης το αντιμετώπιζε. Σαν την ευκαιρία να γίνει αμφιλεγόμενος και ενοχλητικός μια τελευταία φορά. Ποτέ κανείς άλλος δεν μετέτρεψε το θάνατό του σε τέτοιο έργο τέχνης.

24 Οκτ 2011

Καντάφι εσύ σούπερ σταρ


Ένας λόγος για τον οποίον ποτέ δεν με ενθουσίαζε η έννοια της επανάστασης είναι όλη αυτή η βία που περιέχεται μέσα της. Θα με χλευάσουν, υποθέτω, πολλοί και θα μού θυμίσουν πως χωρίς τις επαναστάσεις καμμία μεγάλη αλλαγή δεν θα είχε συμβεί σ' αυτόν τον κόσμο. Αλλά όχι. Θα επιμείνω κι εγώ. Οι επαναστάσεις είναι απλά το ξέσπασμα μιας μεγάλης αλλαγής που έχει ήδη συμβεί. Είναι το σύμβολο που θα θυμάται η Ιστορία για πάντα, είναι η ημερομηνία που έχουμε ανάγκη για να αναφερόμαστε σε κάτι, τα λίγα πρόσωπα που πρέπει να συμβολίσουν -χάριν συντομίας- κάτι που ολοκληρώθηκε με τις προσπάθειες, τις απόψεις, τα όνειρα εκατομμυρίων άλλων. Θεωρώ, δηλαδή, ότι όταν κάτι δεν πηγαίνει καλά σε ένα οικοσύστημα, το ίδιο το οικοσύστημα το αλλάζει ή το αποβάλλει. Μπορεί με μια επανάσταση η διαδικασία αυτή να επισπευσθεί, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι η αλλαγή δεν θα γινόταν έτσι κι αλλιώς ή ότι τώρα έγινε με τον καλλίτερο τρόπο. Γενικώς, θεωρώ ότι η βία είναι ο χειρότερος των τρόπων.

Μεγάλωσα την δεκαετία του '80 στην Ελλάδα του Αντρέα και των φίλων του, σε μια χώρα μ' ένα παράδοξο τρόπο ανάπτυξης και με μια ιδιαίτερη αντίληψη για την εξωτερική της πολιτική, την εσωτερική της κουλτούρα και της ενδοκοινωνικές σχέσεις των πολιτών της. Ως εκ τούτου, τα σύμβολα της ποπ κουλτούρας μου έπιαναν από πολλούς διαφορετικούς τομείς -και ήταν, τα περισσότερα, κάπως trash. Όταν βγήκα από την εφηβεία, κατάφερα μόνος μου και απαλλάχθηκα από κάποιες από τις εικόνες που μού έμοιαζαν συμπαθείς στα '80s, αλλά σίγουρα όχι από όλες. Ίσως γι' αυτό πειράχθηκα κάπως από το τέλος του Μουαμάρ Καντάφι. Δεν με πείραξε, ας πούμε, καθόλου η δολοφονία του Μπιν Λάντεν, κι ας ήταν μια βίαιη διαδικασία κι αυτή. Δεν με πείραξε, αφενός γιατί ο αρχηγός της Αλ Κάιντα ήταν καταζητούμενος εδώ και χρόνια κι άρα κάποια στιγμή έπρεπε να τελειώνει το παραμύθι του -και το μόνο τέλος ήταν αυτό ακριβώς που τον βρήκε-, αφ' ετέρου γιατί ο Μπιν Λάντεν χώθηκε βίαια στη ζωή μου τον Σεπτέμβριο του 2001, όχι ως μια εικόνα με την οποία μεγάλωσα, αλλά ως ένας εφιάλτης που άλλαζε με μιας δεκάδες πτυχές της καθημερινότητάς μου (όπως το ότι για 2-3 χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου  μού έκαναν απίστευτους ελέγχους στα αεροδρόμια του εξωτερικού, απλά και μόνο επειδή ήμουν μαυριδερός με μούσι). Αλλά με τον Καντάφι ήταν αλλιώς. Δεν αμφισβητώ ότι ήταν ένας στυγνός δικτάτορας για τον ίδιο του το λαό -απλά θυμίζω πώς οι τωρινοί εκτελεστές του ήταν οι αποθεωτές του πριν 30 χρόνια. Και πάντα με σαγήνευε το εκπληκτικό πόκερ που κατάφερνε κι έπαιζε με τις κυβερνήσεις της Δύσης, χρησιμοποιώντας το μοναδικό -αλλά πολύ δυνατό χαρτί- που τού παρείχε η έρημος που είχε για πατρίδα -το πετρέλαιο. Φοβάμαι δηλαδή πως με τον Αλλάχ, αντί του Καντάφι, στην κορυφή του κράτους, το μέλλον της Λιβύης θα είναι περισσότερο δυσοίωνο. Και δεν έχω καμμία ελπίδα ότι ο επόμενος ηγέτης θα είναι κάποιος καλλίτερος του στυγνού δικτάτορα που τώρα βρίσκεται ξαπλωμένος στο ψυγείο ενός χασάπικου στην Σίρτη, έκθεμα για φωτογραφίες από παλιά κινητά με κάμερες 320Χ320 pixels. 

Αλλά το θέμα μου εδώ δεν είναι να κάνω τον δικηγόρο του μακαρίτη. Ας πρόσεχε, ας έδειχνε λιγότερη αλαζονεία, ας μην τα είχε χάσει τόσο -ας φερόταν στο λαό του κάπως καλλίτερα, στο κάτω κάτω της γραφής. Το θέμα μου είναι η αξία της επανάστασης. Και η αναγωγή της ιστορίας του Καντάφι σ' αυτά που συμβαίνουν εδώ. Φοβάμαι, δηλαδή, πως η βίαιη εκρίζωση της Ελλάδας του '80, της Ελλάδας του Αντρέα (γιατί αυτή είναι η Ελλάδα στην οποία ζούμε σήμερα, αυτό είναι το δράμα μας, αυτό είναι το απόστημα που το οικοσύστημά μας προσπαθεί να αποβάλλει με κάθε τρόπο) θα έχει περισσότερα αρνητικά απ' ότι θετικά, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον. Θα προτιμούσα όλα αυτά που θα αλλάξουν στην Ελλάδα να γίνονταν με ομαλό τρόπο, με την συνειδητοποίηση από μέρους των λίγων ότι τα προνόμιά τους πια δεν μπορούν να κατατρύχουν τους πολλούς. Αλλά αυτό δεν θα συμβεί. Βρισκόμαστε πια στο σημείο της απόλυτης αντίστασης. Οι απεργίες των σκουπιδιάρηδων είναι ο Καντάφι στο καταφύγιο με τα ανούσια και γραφικά διαγγέλματά του, το πογκρόμ που θα γίνει σε λίγο στο Δημόσιο θα είναι ο όχλος που κλωτσάει τον ετοιμοθάνατο ηγέτη πάνω στο αγροτικό Toyota. 

Ναι, γι' αυτήν την επανάσταση γράφω εγώ -δεν θέλω καν να έχω στο νου μου την άλλην, που οραματίζονται οι ελαφροΤσίπρες αυτής της χώρας (την λένε και "εμφύλιο" και γεμίζει το στόμα τους). Αυτήν την επανάσταση εννοώ, που πια μού φαίνεται αναπόφευκτη. Θα κάνω το παν για να μην πάρω το κινητό μου να φωτογραφηθώ στο χασάπικο με το πτώμα της παλιάς Ελλάδας, αλλά δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω. Γιατί στις επαναστάσεις, όλοι βγάζουμε το κτήνος από μέσα μας. Και ο άνθρωπος για τον άνθρωπο είναι λύκος. Μια αφορμή ψάχνει μόνο.

14 Οκτ 2011

Η νεκρολογία του χαμένου σου lifestyle

"Τι θα γράψεις για τον Στιβ Τζομπς;". Με ρωτούσε πολύς κόσμος όταν πέθανε. Προφανώς επειδή γνώριζαν την έφεση του blog στις νεκρολογίες -και την δική μου εμπάθεια προς τα προϊόντα της Apple. "Δεν έχω να γράψω κάτι", απαντούσα. Όχι γιατί δεν είχα να πω κάτι σημαντικό για έναν τόσο μεγάλο οραματιστή της τεχνολογίας, αλλά γιατί σίγουρα κάποιοι άλλοι, λάτρεις και των αντικειμένων που πουλούσε, θα το έκαναν καλλίτερα. Δεν ήμουν ποτέ οπαδός του, θα ήταν δύσκολο να γράψω ένα κείμενο με συναίσθημα απλά "επειδή πρέπει".

Μετά πέθανε ο Νικόλας Γιγουρτάκης. Και ξάφνου μού ήλθαν στο νου πέντε πράγματα που θά 'θελα να γράψω για το χαμό του Τζομπς. Ο ένας θάνατος συμπλήρωσε τον άλλον. Και οι δύο μαζί πρόσθεσαν κι άλλα κομμάτια στο καθημερινό παζλ της σήψης. 

Δεν τους ήξερα τους ανθρώπους, θα ήταν άδικο να πω κάτι εναντίον τους. Και εντελώς άκυρο την στιγμή που οι δικοί τους πενθούν το χαμό τους. Αυτό που ήξερα και για τους δύο ήταν το τι συμβόλιζαν στην Ελλάδα. Ο Τζομπς δεν ήταν ο οραματιστής που έδωσε στον κόσμο τον προσωπικό υπολογιστή, το ποντίκι, την αισθητική στην κάποτε εντελώς ακαλαίσθητη τεχνολογία, που άλλαξε τον τρόπο που ακούμε μουσική, που αναζωογόνησε την τέχνη του κινουμένου σχεδίου και επαναπροσδιόρισε τη σχέση μας με το Internet, βρίσκοντας τον τρόπο να μας κάνει να το έχουμε όντως ανάγκη παντού και πάντοτε -όχι μόνο όταν έχουμε μπροστά μας έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Όχι, ο Τζομπς δεν ήταν τίποτε από τα παραπάνω. Ήταν όμως αυτός που έφτιαξε το iPhone. Το απόλυτο σύμβολο του Νεοέλληνα.

Για τον Γιγουρτάκη, πάλι, φαντάζομαι ότι αν τον πλησίαζε ο Χάρος το προηγούμενο βράδυ και τού έλεγε: "Αύριο θα έλθω να σε πάρω, αλλά θα σου κάνω μια τελευταία χάρη: Θα σε γλιτώσω από τα δακρύβρεχτα, υποκριτικά ρεπορτάζ του Star και από τις ανόητες νεκρολογίες στα κουτσομπολάδικα, αν το θες -και θα περιορίσω τις αναφορές μόνο στις επιχειρηματικές σελίδες των εφημερίδων. Ξέρεις, ότι ήσουν ικανός στη δουλειά σου, ότι έστησες ένα μαγαζί που τα πήγαινε καλά τόσα χρόνια κλπ", μάλλον ο μακαρίτης θα του έλεγε "ΟΚ". Θα ήθελε κι αυτός να γλιτώσει -φαντάζομαι- τις αναφορές στα γρήγορα αυτοκίνητα, τις όμορφες μπίμπο, τις φάρσες και τις αλητείες, την εύκολη μαγκιά και την αδυναμία να τού λένε "όχι" -ως ενδείξεις ενός υπέροχου χαρακτήρα, όπως παρουσιάζονται αυτές τις δύο μέρες από παντού. 

Έπιασα τον εαυτό μου να θλίβεται για το σύμπαν γύρω μου όταν συνειδητοποίησα ότι οι ίδιες γκόμενες που κολλάνε post-it με υπενθυμίσεις στο πίσω μέρος του iPhone τους, που συνεχίζουν να στέλνουν SMS στον καιρό του WhatsApp, που η μοναδική εφαρμογή που ανοίγουν στο τηλέφωνο είναι το Angry Birds, αφού πρώτα έκαναν το καθήκον τους να ποστάρουν στο status τους στο Facebook ένα "R.I.P. Steve Jobs 1955-2011" για να δηλώσουν πως δεν έμειναν αμέτοχες στον διαγωνισμό για το πιο trendy smartphone, πέρασαν μετά κι απ' την σελίδα - βωμό του Νικόλα Γιγουρτάκη για να αφήσουν κι εκεί ένα ψηφιακό δάκρυ. Έσπευσαν να συνδεθούν με το οξυζενέ σύμπαν που μοιρολογεί υποκριτικά για έναν άνθρωπο που δεν γνώριζε καν. Για ένα ομορφόπαιδο του οποίου ζήλευε τα κάμπριο, τις ξανθιές και το ότι απαιτούσε τα πάντα (και σε αντίθεση με τους άτολμους, μέτριους γύρω του, τα έπαιρνε κιόλας). 

Βυθισμένη, λοιπόν, βρέθηκε ξαφνικά μια κάποια Ελλάδα στο πένθος. Θα ήταν αδύνατον να χάσει το trend. Να μην λυπηθεί για τον Τζομπς (και να μην αγχωθεί και λίγο για το επόμενο iPhone), να μην λυπηθεί για τον Γιγουρτάκη που ήταν τόσο σημαντικό γι' αυτήν να μπορεί να λέει ότι τον ξέρει, ότι ήταν φίλος της, ότι κάποτε είχαν χορέψει σ' ένα πάρτυ μαζί, όταν περπάτησαν μια νύχτα στην ίδια πίστα μ' εκείνον, την Χριστίνα Κολέτσα και την Τζούλια Αλεξανδράτου. Και ότι πρόλαβε και τους έβγαλε φωτογραφία. Με το iPhone της.

(Το πρόβλημα είναι ότι δεν είμαι και πολύ σίγουρος πως εκτός από αυτήν την μια κάποια Ελλάδα, υπάρχει και καμμιά άλλη...)

2 Αυγ 2011

Ποιος σκότωσε την Amy Winehouse;

Εκατομμύρια φαν σε όλον τον κόσμο θρηνούν το πιο γνήσιο, πηγαίο ταλέντο που βγήκε τα τελευταία χρόνια, ένα ταλέντο που είδαν να καίγεται και να αυτοκαταστρέφεται μπροστά στα μάτια τους; Θα μπορούσε να αποφευχθεί αυτή η πορεία; Ίσως, αν όλοι οι εμπλεκόμενοι – η οικογένεια, ο σύζυγος, οι παραγωγοί και οι έμποροι αυτού του προϊόντος δεν ήταν τόσο απασχολημένοι να εκταμιεύουν την επιτυχία για το δικό τους όφελος.

"Η καρδιά μου είναι θλιμμένη και μόνη/ Για σένα κλαίω, για σένα μόνο αγαπημένε/ Γιατί δεν το βλέπεις;/ Είμαι δική σου, ψυχή και σώμα". Οι τελευταίοι στίχοι που τραγούδησε η Amy Winehouse δεν θυμίζουν σε πολλά τα τραγούδια του "Back to Black" που την έκαναν διάσημη σε όλον τον κόσμο. Οι ρετρό τζαζ μπαλάντες του ΄30, όπως το κλασικό "Body and Soul", είναι φτιαγμένες για να τις τραγουδούν εύθραυστες ντίβες, συντετριμμένες από το βάρος των συναισθημάτων τους όχι τσαμπουκαλεμένα κορίτσια που δεν δίνουν δεκάρα για το τι λέει ο κόσμος γι' αυτές. Κι όμως, η μπαρουτοκαπνισμένη φωνή της ήταν πλασμένη για να αφηγείται τέτοιες ιστορίες συντριβής, μια - ακόμη - απόδειξη αυτού του παράδοξου που ενσάρκωνε η Amy Winehouse: μια "παλιά ψυχή" μέσα σε ένα νευρώδες νεαρό σώμα – ένα σώμα το οποίο ταλαιπώρησε και κατέστρεψε με μεθοδικότητα. Κι αυτό το τραγούδι, που είπε στο πλευρό του θρύλου Tony Bennett, για το άλμπουμ του που θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο, αυτός ο διαχρονικός τζαζ ύμνος που έχει ακουστεί από φωνές όπως αυτές της Billie Holiday και του Frank Sinatra (φωνές που ήταν εγγεγραμμένες στο DNA αυτού του κοριτσιού που μεγάλωσε ακούγοντας την δισκοθήκη του πατέρα της) είναι ίσως το ιδανικό κύκνειο άσμα για αυτήν που θα μπορούσε να είναι η μεγαλύτερη τραγουδίστρια της γενιάς της, αν την ένοιαζε. Και είναι το ιδανικό κύκνειο άσμα για ένα κορίτσι που αφέθηκε στην αυτοκαταστροφή, χωρίς να την νοιάζει να σωθεί, γιατί μάλλον δεν κατάφερε ποτέ να αγαπήσει αρκετά τον εαυτό της - γιατί ίσως δεν βρέθηκε κανείς να την αγαπήσει αρκετά. O θάνατός της προκάλεσε μεγάλη θλίψη, αλλά δεν σόκαρε κανέναν - κι αυτό είναι το πιο τραγικό που μπορεί να συμβεί σε ένα 27χρονο κορίτσι. Να γίνεται η παρακμή και η πτώση του θέαμα για ένα αχόρταγο, αδηφάγο κοινό που καταναλώνει «celebrities». Ένα κοινό που φαίνεται να ενθουσιάζεται στην ιδέα να ανεβάζει ινδάλματα για να τα βλέπει να πέφτουν. Κι όσο πιο ψηλά τα ανεβάζει, τόσο πιο θεαματική είναι η πτώση τους. Ένα κοινό που πληρώνει αδρά για ένα εισιτήριο συναυλίας, ώστε μετά να γιουχάρει αυτήν που πήγε να θαυμάσει, όπως συνέβη στο Βελιγράδι.
"Παίζω σε ένα φεστιβάλ στην Σερβία με την Amy Winehouse και έχει βγει στην σκηνή και μουρμουρίζει. Δεν την ξέρω, αλλά ελπίζω ειλικρινά ότι κάποιος δικός της θα παρέμβει και θα της προσφέρει βοήθεια. Σπαράζει η καρδιά μου". Εκείνο το βράδυ, που ο Moby έκανε στο Twitter έκκληση για βοήθεια, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι, μερικές εβδομάδες αργότερα η τραγουδίστρια που του σπάραζε την καρδιά θα ήταν νεκρή. Είχε μεσολαβήσει η ματαίωση της περιοδείας της (που θα την έφερνε στην Αθήνα, όπου εκείνος βγήκε και τραγούδησε το Rehab προς τιμήν της), μια ακόμη απόπειρα αποτοξίνωσης και μετά το τέλος. Στο μεταξύ, το βίντεο από την ντροπιαστική της εμφάνιση έκανε το γύρο των social media, για να καταβροχθιστεί από τα μάτια του κοινού, που εδώ και μερικά χρόνια παρακολουθούσε την αντίστροφη μέτρηση, περιμένοντας την οριστική πτώση. Το ρολόι σταμάτησε στις 23 Ιουλίου. Η ποπ κουλτούρα έχασε το μεγαλύτερο - και πιο πηγαίο - ταλέντο που είχε εμφανιστεί εδώ και πολλά χρόνια. "Μετά από το σόου μας στην Σερβία, εύχομαι να μπορούσα να είχα βοηθήσει την Amy. Λυπάμαι", έγραψε ο Moby στο twitter. Αλλά το ερώτημά του παραμένει αναπάντητο: δεν υπήρχε κάποιος δικός της να παρέμβει και να την βοηθήσει; Γιατί την άφησαν να αυτοκαταστραφεί; Ποιος την άφησε να πεθάνει;

Ο Πατέρας

Ο προηγούμενος άνθρωπος που έκανε δημόσια έκκληση για βοήθεια ήταν ο πατέρας της, ο Mitch Winehouse. "Θέλω να νοσηλευτεί. Η κατάστασή της βγαίνει εκτός ελέγχου. Δεν πρέπει να κυκλοφορεί εκεί έξω", δήλωνε τον Απρίλιο του 2008 στην (απαξιωμένη πια) εφημερίδα "News of the World", εκφράζοντας την δυσπιστία του για τα προγράμματα απεξάρτησης. "Δεν πιστεύω ότι θα την βοηθήσει να βρίσκεται κάπου κλεισμένη για έξι εβδομάδες. Χρειάζεται να πιάσουμε τον ταύρο από τα κέρατα". Ακόμη κι αν τα εννοούσε, φαίνεται πως δεν κατάφερε να κάνει τα λόγια του πράξη. Ενάμιση χρόνο αργότερα, το φθινόπωρο του 2009, κι ενώ η κόρη του βρισκόταν στην Καραϊβική, προσπαθώντας να "καθαρίσει", εκείνος έβγαινε και έκανε δηλώσεις για το νέο στήθος που απέκτησε με πλαστική χειρουργική η Amy. "Τα νέα της βυζιά είναι φανταστικά", είπε στην βρετανική τηλεόραση, σαν να είναι ένας φαν που παραληρεί και όχι ο ίδιος πατέρας που λίγο πριν καλούσε τους βουλευτές της χώρας του να χαράξουν μια νέα πολιτική που θα αντιμετωπίζει τους χρήστες ουσιών (όπως η κόρη του) σαν αρρώστους.
Με τα χρόνια, ο ανήσυχος πατέρας που αγωνιούσε για την υγεία της κόρης του, που έδινε συνεντεύξεις – ιατρικά ανακοινωθέντα και ενημέρωνε το κοινό για το εμφύσημα της Amy, μαλάκωσε – ίσως γιατί άρχισε και ο ίδιος να απολαμβάνει τις δάφνες της δημοσιότητας. Όχι μόνο όταν συμπρωταγωνιστούσε στα ρεπορτάζ του Rolling Stone ως «ο στοργικός πατέρας που βρίσκεται κοντά της και ξυπνά στην άγρια ροκ σταρ την τρυφερή κόρη που του ετοιμάζει σάντουιτς με γαλοπούλα και αγγούρι», αλλά κι όταν κατάφερε να εκταμιεύσει προσωπικά την δόξα της κόρης του, υπογράφοντας ο ίδιος συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρεία και ηχογραφώντας ένα άλμπουμ όπου τραγουδά τζαζ (με μέτρια αποτελέσματα), κάνοντας έτσι πραγματικότητα το όνειρο που εγκατέλειψε όταν απέκτησε οικογένεια. Επίδοξος τζαζ τραγουδιστής, ο Mitch αποχαιρέτησε την καριέρα στο τραγούδι, προκειμένου να βρει μια σταθερή δουλειά ως οδηγός ταξί, ώστε να μπορέσει να φροντίζει την οικογένειά του (την Amy, τον μεγαλύτερο αδελφό της, Alex και την σύζυγό του, Janis, με την οποία χώρισαν όταν τα παιδιά ήταν μικρά). Το γούστο του όμως έπαιξε μεγάλο ρόλο στην δημιουργία του φαινομένου Amy - η δική του δισκοθήκη, γεμάτη από τα άλμπουμ του Frank Sinatra, της Sarah Vaughn, όλων των μεγάλων φωνών του '50, ήταν που γαλούχησε την μικρή Amyκαι που της έδωσε το πρώτο σύστημα καλλιτεχνικής αναφοράς. Όταν διαπίστωσε το ταλέντο της κόρης του στο τραγούδι, έμεινε άφωνος. H Amy ήταν 14 ετών και είχε ήδη ξεκινήσει να παρακολουθεί μαθήματα θεάτρου από την ηλικία των 8. Σε μια παράσταση της σχολής Sylvia Young, ανέβηκε και τραγούδησε. Ο πατέρας της, που περίμενε ότι απλώς θα την δει να παίζει, έμεινε άφωνος. Τρία χρόνια αργότερα, κι ενώ είχε αποβληθεί από την σχολή (γιατί έκανε piercing στην μύτη και γιατί η γενικότερη συμπεριφορά της δεν ταίριαζε με τις απαιτήσεις της σχολής), η Amy παρουσιάστηκε στον ιδιοκτήτη του τζαζ κλαμπ "After Dark" στο Σόχο και τού ζήτησε να ανέβει να τραγουδήσει με την μπάντα που έπαιζε μπλουζ εκείνη την ώρα. Ήταν ένα κορίτσι 17 ετών, που μύριζε αλκοόλ – αλλά με το που ανέβηκε στην σκηνή, όλα τα μάτια και τα αυτιά στράφηκαν προς το μέρος της. Σύντομα υπέγραψε συμβόλαιο με την Island – και με τον μάνατζερ Simon Fuller, γνωστό για τις Spice Girls και τα τηλεοπτικά Pop Idol, X-Factor (και τις παραλλαγές τους), ο οποίος μάταια προσπάθησε να την χειραγωγήσει: «ξέρει ότι δεν μπορεί να με κάνει ό,τι θέλει», έλεγε η ίδια (λέγεται ότι ο στίχος «προσπάθησαν να με στείλουν για αποτοξίνωση» στο τραγούδι «Rehab» αναφέρεται στον Fuller και την ομάδα του). Ο ένας μετά τον άλλο, οι παράγοντες της βρετανικής μουσικής βιομηχανίας ανακάλυπταν αυτό το νέο ταλέντο, που στα 19 της, το 2003 είχε ήδη κυκλοφορήσει το πρώτο της άλμπουμ. Το «Frank» ήταν ένα τζάζι δισκάκι που αποκάλυπτε μια τραγουδίστρια με γατίσιο γουργούρισμα και δυναμικό attitude, μια τραγουδίστρια που έγραφε με ωμή ειλικρίνεια για τις ερωτικές της σχέσεις (τα τραγούδια ήταν εμπνευσμένα από τον πρώην φίλο της), ενώ διασκεύαζε με μοντέρνο τρόπο κλασικά τζαζ θέματα. Μια σταρ είχε γεννηθεί. Αλλά δεν την ένοιαζε ιδιαίτερα. Η ίδια προτιμούσε να συχνάζει στην αγαπημένη της παμπ «Hawley Arms» στο Κάμντεν, να πίνει και να καπνίζει χόρτο, συνήθεια που απέκτησε στα 16 της, αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις των γονιών της: "Οι γονείς μου κατάλαβαν γρήγορα ότι θα έκανα ό,τι ήθελα", έλεγε. Κι αυτό που ήθελε το 2003 δεν ήταν να απολαύσει την επιτυχία. Ήταν να ζήσει μια συγκλονιστική ερωτική εμπειρία.

Ο σύζυγος

Τότε ήταν που μπήκε στην ζωή της ο Blake Fielder-Civil, ένας από αυτούς τους ανθρώπους που δεν έχουν ακριβώς κάποια ειδικότητα, αλλά κυκλοφορούν στους κύκλους των μουσικών – δούλευε κυρίως ως βοηθός σε γυρίσματα βιντεοκλίπ. Η Amy τον ερωτεύτηκε ακαριαία. Κοντά του, μεταμορφώθηκε. Από ένα ζουμερό, υγιές, δημιουργικό κορίτσι, λίγο γεμάτο, με προδιάθεση για περιπέτεια, έγινε αυτό που το σύμπαν της ποπ περίμενε να γνωρίσει, μια νεαρή καλλιτέχνις με την δική της προσωπικότητα και μια εμφάνιση-σήμα κατατεθέν: με τα μπράτσα καλυμμένα από τατουάζ, το χτένισμα σφηκοφωλιά και τα μάτια βαμμένα σε στυλ «Κλεοπάτρα», μια σύγχρονη εκδοχή του στυλ που λάνσαραν τα girl groups στα ‘50s και τα ‘60s. «Όταν την είδα σε ένα περιοδικό, νόμιζα ότι έκαναν αφιέρωμα σε μένα», δήλωσε χαρακτηριστικά η Ronnie Spector, η τραγουδίστρια των Ronettes. «Μετά έβαλα τα γυαλιά μου και είδα ότι ήταν η Amy». Η Amy ήταν μια Ronnie Spector φορτωμένη ουσίες, πήρε ένα πρότυπο θηλυκότητας, ελαφρώς καρτουνίστικο, όπως η Betty Boop που είχε «χτυπήσει» στο κορμί της, και το οδήγησε στα άκρα – πάντα με τον Blake στο πλευρό της (και το στήθος της, όπου ήταν γραμμένο το όνομά του). Όταν την παράτησε για μια άλλη γυναίκα, εκείνη το έριξε στην δουλειά κι έγραψε τα τραγούδια που θα συνέθεταν το δεύτερο άλμπουμ της, το «Back to Black». Η ίδια ωμή ειλικρίνεια, ο ίδιος συνδυασμός επιθετικής στάσης και πληγωμένων συναισθημάτων, η ίδια συγκλονιστική, δυναμική κι ελαφρώς ραγισμένη φωνή, που θύμιζε τις μεγάλες ντίβες της σόουλ και της τζαζ, σε ένα ακαταμάχητο πακέτο που έκανε το άλμπουμ επιτυχία σε όλον τον πλανήτη. Η ποπ κουλτούρα είχε ανακαλύψει μια νέα ηρωίδα, η μουσική βιομηχανία της είχε παραδοθεί, το ένα μετά το άλλο, τα μεγάλα μουσικά βραβεία έφεραν χαραγμένο το όνομά της – από το 2006 μέχρι το 2008, ήταν η αδιαμφισβήτητη πρωταγωνίστρια. Η ίδια δεν έδινε σημασία. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν ο Blake, ο οποίος επέστρεψε κοντά της – παντρεύτηκαν παρορμητικά στο Μαϊάμι, το 2007 κι ενώ το περιοδικό Rolling Stone την ακολουθούσε καταγράφοντας ένα ρεπορτάζ για την ζωή της. Η Amy και ο Blake έγιναν το αγαπημένο ζευγάρι των tabloid, κυρίως γιατί δεν έπαψαν να τους δίνουν αφορμή για να γράφουν. Η κοινή τους ζωή έγινε μια ιλιγγιώδης κούρσα καταχρήσεων, βίας και αυτοκαταστροφής, σε δημόσια θέα: αλκοόλ, κάνναβη, ηρωΐνη, κρακ, δεν υπήρχε ουσία που να μην καταναλώσουν (και που να μην της δίδαξε ο Blake πώς να παίρνει). Η ίδια η Amy γινόταν σιγά σιγά από καρικατούρα ντίβας, ένα φάντασμα, αποστεωμένη, βρόμικη, με γυάλινο βλέμμα και τα μπράτσα γεμάτα χαρακιές. Όταν οι παπαράτσι την έπιασαν με τις μπαλαρίνες της γεμάτες αίματα, οι φήμες για ξυλοδαρμούς άρχισαν να φουντώνουν. Εκείνη ορκιζόταν πως ήταν ευτυχισμένη, πως στον Blake είχε βρει το άλλο της μισό. Ο πατέρας του, ο πεθερός της, βγήκε στο BBC και έκανε έκκληση στους θαυμαστές της να σταματήσουν να αγοράζουν τα άλμπουμ της, να της κάνουν μποϊκοτάζ, προκειμένου να την ταρακουνήσουν. Αυτό που δεν κατάφερε εκείνος, το κατάφερε η δικαιοσύνη. Το ζευγάρι πήρε διαζύγιο το 2009, όταν εκείνος καταδικάστηκε σε φυλάκιση για διάρρηξη και κατοχή απομίμησης όπλου. Εκείνη πήγε στην Καραϊβική για μια ακόμη αποτυχημένη απόπειρα αποτοξίνωσης (αν και προσωρινά εμφανίστηκε υγιέστερη, με το χρώμα να έχει επανέλθει στα μάγουλά της και το κορμί της να έχει πάρει λίγο βάρος). Εκείνος, γνώρισε σε μια κλινική αποτοξίνωσης την Sarah Aspin, με την οποία παντρεύτηκαν κι έκανε παιδί, αλλά δεν ξέχασε ποτέ την Amy. Δεν τον άφησε εκείνη να τον ξεχάσει, καθώς του έστελνε καθημερινά δεκάδες ερωτικά sms τα οποία υπέγραφε ως "η γυναίκα σου". Τώρα, ο Fielder-Civil βρίσκεται σε επιτήρηση από φόβο μήπως αυτοκτονήσει. Αν και σ’ αυτό το ενδεχόμενο, θα έχανε την περιουσία (ανάμεσα σε 9,8 και 32,6 εκατομμύρια δολάρια) που δικαιούται από τα δικαιώματα της Amy (εκτός κι αν εμφανιστεί κάποια διαθήκη που τον αποκλείει). Στην ζωή ή τον θάνατο, η Amy ήταν για τους οκείους της η κότα με τα χρυσά αυγά.

Ο παραγωγός

Σε μια εποχή που η μουσική βιομηχανία παράγει μαζικά τυποποιημένα είδωλα και δημιουργεί μόδες βάσει μετρήσεων, η σαρωτική παρουσία της Amy Winehouse ήρθε να ταράξει τα νερά. Το 2006 κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το κοινό είχε ανάγκη να ακούσει αυτήν την μοντέρνα εκδοχή του ρετρό soul ήχου του ’60 – και κυρίως, κανείς δεν φανταζόταν ότι το μεγαλύτερο αστέρι της μουσικής βιομηχανίας θα ήταν ένα κορίτσι που δεν το έλεγες ακριβώς καλλονή. Ο μάνατζέρ της, ο Simon Fuller, έβγαινε στα American Idol και τα X-Factor του κόσμου αναζητώντας το είδωλο που θα ταίριαζε στο καλούπι – νέα παιδιά, όμορφα, με φωνή και (κυρίως) υπάκουα στις επιταγές των μάνατζερ. Η Amy ήταν ακριβώς το αντίθετο. Αλλά αυτό το ανοικονόμητο ταλέντο χρειαζόταν κάποιον να την τιθασεύσει. Αυτός ήταν ο DJ και παραγωγός Mark Ronson, ένα ιδιοφυές ταλέντο που αμέσως κατάλαβε πώς να αναδείξει το υλικό της τραγουδίστριας. Ήταν εκείνος που έκλεισε τους Dap-Kings, την μπάντα που συνόδευε την σόουλ τραγουδίστρια Sharon Jones για να παίξουν στο άλμπουμ, αναπαράγοντας τον κλασικό ήχο των ‘60s, που έκανε το Back to Black αυτό που είναι. Τα τελευταία τρία χρόνια, όλοι περίμεναν την επόμενη συνεργασία τους, την συνέχεια του Back to Black. «Θα είναι περίπου στο ίδιο στυλ, αλλά λίγο πιο ska», έλεγε η Amy στις συνεντεύξεις, προτού παγώσουν οι σχέσεις της με τον παραγωγό. Εκείνος ήταν πιο επαγγελματίας, εκείνη δεν έδειχνε όρεξη να δουλέψει. «Το υλικό είναι φανταστικό» , λέει ο Lucian Grainge, επικεφαλής της Universal, διαψεύδοντας έτσι τις φήμες που θέλουν την εταιρεία να επιστρέφει ως απαράδεκτα τα τραγούδια που είχε παραδώσει πέρσι σε demo η Amy. Σήμερα, η ποιότητά τους δεν έχει καμία σημασία. Και μόνο ο θάνατος της τραγουδίστριας είναι εγγύηση για τις πωλήσεις - ήδη τα τραγούδια της έχουν χτυπήσει κορυφή στα chart των itunes. Αλλά και όσο ζούσε η Amy, η εταιρία κατάφερε να εκταμιεύσει πολλές φορές το ενδιαφέρον του κοινού γι’ αυτήν, πουλώντας και ξαναπουλώντας το Frank και το Back to Black με πολλές συσκευασίες – deluxe, με ακυκλοφόρητα κομμάτια, σε διπλό πακέτο που περιλαμβάνει και τα δύο κ.ο.κ.
Κι όταν φάνηκε ότι η τραγουδίστρια μπήκε σε τροχιά προς την αυτοκαταστροφή, πήραν τα μέτρα τους. Πρώτα ετοίμασαν την διάδοχη κατάσταση, στο πρόσωπο της Duffy – η ίδια ψυχωμένη, «μαύρη» φωνή, το ίδιο soul ηχοτοπίο, με τον κιθαρίστα (των Suede) Bernard Butler σε ρόλο Mark Ronson, αλλά σε υγιές, ροζ περιτύλιγμα, χωρίς το σκοτάδι και την παρακμιακή συμπεριφορά της Amy. Και μετά, επένδυσαν στην Adele, ένα κορίτσι που μοιράζεται πολλά από τα χαρακτηριστικά της Amy Winehouse – και κυρίως το πηγαίο ταλέντο, την αδιαφορία για τις μόδες και την εμμονή με την εξωτερική εμφάνιση. Σε πείσμα της προκάτ ποπ βιομηχανίας, η Adele κατάφερε με τα τραγούδια της να σπάσει τα στεγανά και να δημιουργήσει μια γνήσια επιτυχία, χάρη στην δύναμη της μουσικής της και μόνο – ό,τι είχε κάνει η Amy Winehouse πριν αυτοκαταστραφεί μπροστά στα μάτια ενός κοινού που λατρεύει να βλέπει τον μύθο του “live fast, die young” να αναπαράγεται στο διηνεκές, κάθε φορά που ένα αστέρι θα γίνεται σούπερ νόβα σε δημόσια θέα. Η βασίλισσα πέθανε, ζήτω η καινούρια;
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Down Town, την Πέμπτη 28/7)

31 Ιουλ 2011

Η συνέχεια θα ήταν βαρετή


Το «I Got A Woman» του Ρέι Τσαρλς θεωρείται ο θεμέλιος λίθος της σόουλ. Τσιμπολογώντας από τον ποπ ενθουσιασμό των αφροαμερικάνικων ρυθμ ν’ μπλουζ κι από τον εκστασιασμό της γκόσπελ, συνθέτει ένα αλήτικο, καθημερινό, πιασάρικο τραγούδι για μια γυναίκα που ταΐζει, κανακεύει και υπακούει τον αχαΐρευτο, τυχοδιώκτη ήρωα των στίχων. Γράφτηκε το 1954. 52 χρόνια μετά, η Έιμι Γουαϊνχάουζ έδινε στο θηλυκό το δικαίωμα στην αλητεία και ανάγκαζε τον απατημένο σύζυγο να καταπιεί την ταπείνωση μ’ ένα απλό «You Know I’m No Good». Στις αρχές της νέας χιλιετίας, η σόουλ ήταν ένα είδος παλιακό. Και ξαφνικά, ένα λαϊκό κορίτσι με ύφος βαριεστημένης κομμώτριας την ξανάκανε της μόδας, ανατρέποντας μάλιστα κάποια απ’ τα θεμελιώδη δεδομένα της.

Έπαιζαν κι άλλοι νεο-σόουλ. Αλλά ήταν το «Back To Black», το δεύτερο άλμπουμ της Έιμι Γουαϊνχάουζ, που πότισε με το είδος τα ηχεία όλου του κόσμου. Όπως ακριβώς με τους Nirvana: κάποιοι άλλοι έπαιξαν πρώτοι γκραντζ –και καλλίτερα-, αλλά ήταν η παρέα του Κομπέιν που έγινε σύμβολο. Οι λόγοι και στις δύο περιπτώσεις ήταν πάνω-κάτω οι ίδιοι. Ανεπιτήδευτο στυλ, τραγούδια που γράφτηκαν πάνω στον δημιουργικό οίστρο που δημιουργούν οι καταχρήσεις (ακριβώς πριν την κόκκινη γραμμή απ’ την οποία δεν υπάρχει επιστροφή), η δίψα του κοινού για κάτι νέο και η ανάγκη μιας ολόκληρης χώρας, της Μεγάλης Βρετανίας στην περίπτωση της Γουαϊνχάουζ, να ξαναεπιβληθεί σε κάποιο μουσικό είδος. Η Γουαϊνχάουζ έκανε σπουδαία μουσική το δράμα ενός χωρισμού (που το ζούσε πιο έντονα λόγω των ναρκωτικών) και ο κορυφαίος παραγωγός Μαρκ Ρόνσον το λούστραρε όσο χρειαζόταν για να γίνει εθισμός στο κοινό.

Τέτοια άλμπουμ, όμως, γράφονται μόνο μια φορά. Είναι το momentum, οι συνθήκες, η κατάλληλη δόση αλκοόλ και κρακ. Οι Nirvana πρόλαβαν κι έβγαλαν ένα ακόμη, πριν τινάξει τα μυαλά του στον αέρα ο Κομπέιν. Ήταν υποδεέστερο του «Nevermind». Αν η Γουαϊνχάουζ «καθάριζε» από τις καταχρήσεις, θα έκανε μια βαρετή καριέρα στη συνέχεια. Είναι μια κυνική διαπίστωση, αλλά είναι αλήθεια. Και το ότι έφυγε στα 27, στην ίδια ηλικία με τον Κομπέιν είναι μια σύμπτωση που θα την κάνει θρύλο πολύ πιο εύκολα απ’ το αν έγραφε άλλα δέκα σπουδαία τραγούδια στην ζωή της.

(Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Κ" της "Καθημερινής" την Κυριακή 31.07.2011)

26 Ιουλ 2011

Μια υπέροχη εβδομάδα. Γεμάτη θάνατο.

Τρίτη: Γκουντγιόνσεν. Τετάρτη: Bon Jovi. Πέμπτη: Τομά Βεκλέρ. Παρασκευή: Aple d' Huez. Σάββατο: Έιμι Γουαϊνχάουζ. Κυριακή: Κάστρο. Δευτέρα: Χίτσκοκ. Τρίτη: Απολογισμός / Ή, όταν απωθημένα ετών γίνονται πραγματικότητα / Βραχάδα ακόμη, μια βδομάδα μετά. Κόντεψα να χάσω κι άλλα, έχασα μόνο τη φωνή μου, καλά είναι / Παλιμπαιδισμός και μνήμες απ' το 1986 / Γιατί δεν είπαν, όμως, το "Runaway"; / Έχει φθάσει Τρίτη κι ακόμη τα πρωινά ξυπνάω με μια γεύση γλυκανάλατης μπαλάντας στη γλώσσα. Σηκώνομαι και βραχνιάζω το "Blaze of Glory" και το "Wanted Dead Or Alive". Πιπιλάω κακή, ξεπερασμένη μουσική. Τι σού είναι τ' απωθημένα... / Και δεν έχω καν βάλει ν' ακούσω μια φορά το "Back To Black" / Στον παιδικό κόσμο των 12 ετών δεν υπάρχει θάνατος. Ή, δεν υπάρχει θάνατος που να μην διορθώνεται μ' ένα sing along σε μια μπαλάντα γεμάτη κλισέ, έρωτες και περμανάντ, φορεμένη πάνω από ένα κολλητό τζιν με τρύπες κι ένα αμάνικο πέτσινο / Κακογιάννης, Φρόιντ, "Στέλλα", σεξ, βλακείες, ξέρεις ήταν γέροι αυτοί, θα πέθαιναν κάποια στιγμή, θα ερχόταν η σειρά τους / Οι νεκρολογίες τους ήταν γραμμένες από καιρό. Δεν θα μιλούσαν για τον εξπρεσιονιστικό ρεαλισμό του Λούσιαν Φρόιντ. Ή μάλλον θα μιλούσαν, αλλά θα έλεγαν περισσότερα για τα ξώγαμα / Θα σε ζάλιζαν με την "Στέλλα" και τον "Ζορμπά", αλλά δεν θα ανέφεραν ποτέ τις "Τρωάδες", την "Ηλέκτρα", την "Ιφιγένεια", το πόσο μεγάλος καλλιτέχνης πρέπει να είσαι αν μπορείς να κάνεις κινηματογράφο το αρχαίο δράμα / Σέρνω τα πόδια μου στα βοτσάλινα σοκάκια της παλιάς πόλης, κάτω απ' τους θυρεούς των ιπποτών, δίπλα στις επάλξεις του κάστρου, συγκινούμαι τόσο πολύ κάθε φορά που βρίσκομαι στη Ρόδο, που φαντάζομαι τ' άλογά τους και τους σταυρούς τους, που υπάρχει αυτό το παραμυθένιο σκηνικό μια ώρα δρόμο απ' το σπίτι μου / Κι ας ξέρω ότι οι σταυροί τους σήμαιναν μόνο θάνατο / Φαντάζομαι ήταν γραμμένη κι η νεκρολογία της Έιμι από πριν / Ήταν βραχνή, γεμάτη δράμα και μ' ένα μεγάλο σταυρό / Κάποιος έπρεπε κάποια στιγμή να σταυρωθεί / Καλλίτερα νά 'ναι 27 ετών / Θα βόλευε στις μνήμες του Κομπέιν, της Τζάνις, του Χέντριξ / Κλισέ, έρωτες, περμανάντ / Κομπέιν, είπα, και περμανάντ. Ξέρεις. Bon Jovi, Motley Crue, Cinderella, μέχρι που ήλθε αυτό το μουνί ο Κομπέιν και τα γάμησε όλα / Οι άλλοι ήταν γέροι / Μα ζούσε ακόμη ο Κακογιάννης; / Θα πέθαιναν κάποια στιγμή. Αλλά ο Κομπέιν; Η Έιμι; / Είχα συμφωνήσει κάποτε: Δεν με νοιάζει αν πέθαινε αύριο κιόλας. Αρκεί να ήταν αυτό κομμάτι της διαδικασίας για να μας δώσει ένα ακόμη "Back To Black" / Τελικά πέθανε. Και δεν ξέρω καν αν ήταν έτοιμο το άλμπουμ / Έλα τώρα, χρειαζόμασταν ένα τέτοιο θάνατο. Οι άλλοι ήταν γέροι / Όταν ξεκίνησα αυτό το blog, το πρώτο post ήταν για την Έιμι Γουαϊνχάουζ. Ήταν το σύμβολο μιας εποχής. Αλλά τώρα που έφυγε, δεν άλλαξε τίποτε. Τίποτε / Mηχανισμός στήριξης / Μισέλ Πλατινί / Μακελειό στη Νορβηγία / Θάνατος παντού / Αλλά ξέρεις, ήταν μια υπέροχη εβδομάδα. Ο Γκουντγιόνσεν ήλθε στην ΑΕΚ. Και ο Τομά Βεκλέρ φορούσε την κίτρινη φανέλα στο Γύρο της Γαλλίας ακόμη και μετά το Col de Galibier/ Είχε Γύρο Γαλλίας, βασικά / Τώρα που τελείωσε;

(Η φωτογραφία της Amy Winehouse είναι από τον Hedi Slimane. Περισσότερες εδώ.)

30 Μαΐ 2011

(Επίσης, ούτε η τηλεόραση θα επαναστατήσει, μεταξύ μας)

Ήθελα να γράψω κάτι για τον Τζεφ Κοναγουεϊ, τον άνθρωπο με το δερμάτινο μπουφάν, αλλά με πρόλαβε ο Homo Ludens. Oπότε δεν μου μένει παρά να ασχοληθώ με τον άλλο μεγάλο εκλιπόντα του weekend, τον Γκιλ Σκοτ-Χέρον. Μόλις έμαθα για τον θάνατό του, έψαξα και βρήκα κάτι που είχα γράψει πριν από δέκα χρόνια, για μια σειρά μονόλεπτων που ετοίμαζα για τον "Σταθμό 101,3" (εξ ου και η γλώσσα) με τίτλο "VistaVision - νεότερα από το μέτωπο της μαζικής κουλτούρας". Το αναδημοσιεύω, όχι γιατί το θεωρώ σπουδαίο, αλλά γιατί δεν έχω κάτι άλλο να πω:



"Ακόμη και αν αγαπάτε το ραπ και το χιπ χοπ, μπορεί να μην ξέρετε το όνομα του Γκιλ Σκοτ Χέρον. Κι όμως, είναι εκείνος, που έθεσε τα θεμέλια της κουλτούρας των γκέτο, όταν στη δεκαετία του ’70 τραγουδούσε το πρώτο οργισμένο ραπ κομμάτι, το ήδη κλασικό και προφητικό The Revolution Will Not Be Televised, που ξανατραγούδησαν οι Public Enemy, στο ξεκίνημά τους. Την εποχή της παγκοσμιοποίησης, στίχοι όπως Η Επανάσταση δεν θα έχει διάλειμμα για διαφημίσεις, γιατί η Επανάσταση δεν θα μεταδοθεί από την τηλεόραση, αποκτούν μια τρομακτική επικαιρότητα.
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, που ο Γκιλ Σκοτ Χέρον επανέρχεται στο προσκήνιο, και συνεχίζει να διαδίδει το προσωπικό φανκ του. Σχεδόν κάθε χρόνο, ταξιδεύει από τη Νέα Υόρκη στο Λονδίνο, για να παίξει με το συγκρότημά του, τους Amnesia Express, στα τζαζ κλαμπ της ευρωπαϊκής μητρόπολης. Φέτος, η περιοδεία του παραλίγο να ματαιωθεί, λόγω της σύλληψής του για κατοχή ποσότητας κρακ.
Γιατί, αν στη δεκαετία του ’70,
ο ποιητής των γκέτο, που έγραψε το πρώτο του βιβλίο στα 19 και έβγαλε τον πρώτο του δίσκο στα 21 αντιμετωπιζόταν ως ένα φαινόμενο, ένας άνθρωπος που αφύπνιζε συνειδήσεις με το λόγο του, ως ένα είδος μαύρου Μπομπ Ντύλαν, σήμερα αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις καλλιτεχνών που δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες. Και μπορεί να του αφιερώνουν χώρο οι σημαντικότερες εφημερίδες του κόσμου, από την Observer και τους New York Times μέχρι την εναλλακτική Village Voice, δεν είναι όμως απαραίτητα για καλό.
Στα 52 του, ο Γκιλ Σκοτ Χέρον μένει σε δημόσιους ξενώνες και τεκέδες, η πυκνή άφρο κώμη του έχει αραιώσει, τα δόντια του έχουν πέσει και το πρόσωπό του είναι εξίσου τσαλακωμένο με τα ρούχα του.
Ο άνθρωπος που με τα τραγούδια του άλλαζε τη ζωή των άλλων, έχει δει τη δική του ζωή να καταστρέφεται, από την απροθυμία του να συμμετάσχει στη μουσική βιομηχανία, και φυσικά από τις εξαρτήσεις του. Ο ίδιος βέβαια, αρνείται ότι είναι εξαρτημένος από οτιδήποτε. Περιστασιακά, καπνίζει κάνναβη μόνο, αλλά ποτέ δεν κάνει σκληρά ναρκωτικά, ανεξαρτήτως αν οι κοντινοί του ισχυρίζονται το αντίθετο. Τη σύλληψή του τη θεωρεί αποτέλεσμα του ρατσισμού της αστυνομίας. Σκιά του παλιού εαυτού του, παραμένει πολιτικοποιημένος όσο ποτέ, και στην ερώτηση της Village Voice, αν νιώθει ότι παραβιάστηκε η προσωπική του ζωή, απαντά ότι αυτό είναι κάτι που το νιώθει πάντα".


Πέρσι φάνηκε ότι όλο αυτό αλλάζει - ο Σκοτ-Χέρον έβγαλε ένα άλμπουμ με τον σαρκαστικό τίτλο "I'm new here", που χαιρετίστηκε ως ένα αριστουργηματικό comeback. Τελικά ήταν ένα ταιριαστό κύκνειο άσμα, με ένα τραγούδι που αγάπησα, το "I'll take care of you". Δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο αποχαιρετισμό.

3 Μαΐ 2011

Θου Βου, ο Έλληνας που αφήσαμε πίσω

Όλοι βάζουν εικόνες του Βέγγου από τα ώριμά του χρόνια. Δεν ταιριάζει ο θάνατός του, μοιάζουν να λένε, με τον Θου Βου. Όταν αποδημείς για τον άλλο κόσμο, φεύγεις σοβαρός, γεμάτος εμπειρίες, σοφός, δεν φεύγεις με γκριμάτσες και καρατιές στον αέρα. Βλακείες. Εγώ θα ανεβάσω μια φωτογραφία του Θανάση Βέγγου από τον "Φανερό Πράκτορα 000". Γιατί αυτή θα είναι η εικόνα του Βέγγου που θα θυμάμαι για πάντα, ακόμη κι όταν φθάσω κι εγώ, αν φθάσω ποτέ, τα 84, τα χρόνια που έζησε ο σημαντικότερος Έλληνας ηθοποιός -για να μην πω καλλιτέχνης, γενικά- της εποχής μας. Για την ιδιοφυία της υποκριτικής του τέχνης τά 'χουν γράψει άλλοι, τα έχουν αναλύσει τόσο διεξοδικά που δεν έχει κανένα νόημα -δεν έχω εξ άλλου και όρεξη να το κάνω, μετά τα σημερινά νέα- να αναλύσω το γιατί τον θεωρώ τόσο σπουδαίο.

Το μόνο που θέλω να πω εδώ είναι ότι ο θάνατος του Βέγγου μοιάζει ξαφνικά με συμβολισμό. Αύριο - μεθαύριο, εφημερίδες και τηλεοπτικά περιοδικά θα σπεύσουν να τον εκμεταλλευθούν κομματάκι, για ν' ανεβάσουν τις υποτυπώδεις τους πια πωλήσεις, συμπληρώνοντάς τις με DVD με τις ταινίες του. Αλλά δεν θα γελάσουμε με όλη μας την ψυχή όταν ακούσουμε το "ήσυχο, ήσυχο το ποταμάκι, γοργοκυλάει το γαλάζιο του νεράκι", όταν ο Βέγγος ξαναουρλιάξει "Λέεεεεπουρα" πάνω στο μηχανάκι, όταν μεριάσει τα σκουπίδια για να φιλήσει το "χώμα της πατρίδας μου, χώμα ελληνικό". Θα σκάσουμε ένα χαμόγελο, αλλά το μυαλό μας θα γεμίσει μάλλον με περισσότερες έγνοιες, παρά θα καθαρίσει έστω και για λίγο. Γιατί ο Θου Βου τον είχε προβλέψει όλον αυτόν τον καημό που ζούμε τον τελευταίο καιρό -ήταν θεμελιώδες συστατικό του έργου του. Και το ότι μας άφησε τώρα, στην πιο δύσκολή μας στιγμή, είναι σαν να θέλει κάτι να μας πει. Ότι αυτόν τον Έλληνα, τον αθώο, τον φιλότιμο, τον ακέραιο, τον σκοτώσαμε εμείς. Δεν το θέλαμε ποτέ. Ή μάλλον τον θέλαμε μόνο για να διασκεδάζουμε. Για να γελάμε με τα καμώματά του. Για να του ρίχνουμε καμμιά φάπα και να ξεσπάμε. Εμείς θέλαμε να γίνουμε κάτι άλλο.

11 Απρ 2011

Sidney Lumet R.I.P.


Το να έχεις 12 ηθοποιούς σε ένα δωμάτιο γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι επί μιάμιση ώρα είναι ένα σκηνικό καθαρά θεατρικό. Το 1957 ο Σίντνεϊ Λιούμετ απέδειξε με τους "12 Ενόρκους" ότι μπορεί να γίνει και κινηματογραφικό. Όχι απλά "μπορεί να γίνει"... Η ταινία (η πρώτη του Λιούμετ!) είναι μία από τις καλλίτερες που γυρίστηκαν ποτέ -κάτι που το αντιλαμβάνεσαι ακόμη και τώρα, μισό αιώνα και κάτι μετά. Και να φανταστεί κανείς ότι ήταν ένα μόνο δείγμα της μαεστρίας αυτού του τεράστιου σκηνοθέτη που έφυγε προχθές, στις 9 Απριλίου του 2011, σε ηλικία 87 ετών.

24 Μαρ 2011

Acropoliz Taylor

Ακρόπολη Αθηνών, Ιούλιος του 1958. (Ξέρω, τα αντανακλαστικά μου μετά τον θάνατο της Ελίζαμπεθ Τέιλορ αποδεικνύονται εντελώς νεκρά, αλλά συνήθως αυτά τα πράγματα τα αναλαμβάνει ο Mr. Arkadin. Τουλάχιστον βρήκα την πιο ωραία φωτογραφία).

O Mr. Arkadin απαντά:
Η αλήθεια είναι ότι η πρώτη μου αντίδραση στην είδηση του θανάτου της Τέιλορ ήταν ένα μεγαλοπρεπές, ασεβέστατο "χεστήκαμε". Η παρόρμησή μου ήταν να βγω στο twitter και να κάνω πλάκα, σαν τον Νένε. Αλλά μετά μού ήρθε στο μυαλό η θεϊκή μελωδία που έγραψε ο τρισμέγιστος Τζόνι Μάντελ για το Sandpiper και μαλάκωσα. Και η εναρκτήρια σεκάνς αυτής της ταινίας (την οποία, σημειωτέον, δεν έχω δει) μού φάνηκε ως ένας πολύ ταιριαστός αποχαιρετισμός.

18 Φεβ 2011

Adieu l' ami - UPDATED


Με τον ως άνω τίτλο, το περιοδικό Jazz&Τζαζ αποχαιρέτησε τον Κώστα Σπανό, τον άνθρωπο που άνοιξε στα τέλη του'70 το πρώτο τζαζ μπαρ της Ελλάδας, στην Αγία Γαλήνη - για να το μεταφέρει στις αρχές του '90 στην Δεξαμενή. Στην τελευταία σελίδα, ως επικήδειο, αναδημοσίευσαν ένα δικό μου κείμενο, από το τεύχος 70* (νομίζω το πρώτο κείμενο που έδωσα στο περιοδικό το 1998) - φαίνεται ότι οι νεκρολογίες θα με κυνηγούν για καιρό. Το αναδημοσιεύω κι εγώ με την σειρά μου, ως έναν ελάχιστο φόρο τιμής σ' αυτόν τον τρελόγερο:


"Ο Κώστας Σπανός είναι χωρίς αμφιβολία η πιο χαρακτηριστική jazz φυσιογνωμία της Αθήνας. Κάθε βράδυ, βρέξει-χιονίσει, κατά τις 9, ανηφορίζει στην Δεξαμενή, στο νο 4 της οδού Δεινοκράτους, όπου εδώ και δυόμισι χρόνια, το Jazz in Jazz, το πρώτο τζαζ μπαρ της Ελλάδας, συνεχίζει την πορεία που ξεκίνησε πριν από είκοσι ένα χρόνια στην Αγία Γαλήνη της Κρήτης. Καθισμένος πίσω από την μπάρα, πίνει, μιλά με τους πελάτες, σερβίρει στρέιτ ποτά, κυρίως όμως υλοποιεί το μεράκι του**.

Γιατί το Jazz in Jazz δεν μοιάζει με κανένα άλλο μπαρ της πόλης. Δεν παίζει σύγχρονη μουσική - το ρεπερτόριο ξεκινά από την δεκαετία του '20 και φτάνει το πολύ μέχρι το '50-΄60. Δεν σερβίρει φαντεζί κοκτέιλ - το πολύ μέχρι τζιν εντ τόνικ. Για την ακρίβεια, δεν σερβίρει τίποτε. Αν θέλετε ποτό, πρέπει να πάτε οι ίδιοι στο μπαρ να το ζητήσετε, όχι από τον μπάρμαν, αλλά από τον οικοδεσπότη. Γιατί εδώ δεν βρίσκεστε απλώς ε έναν ναό της τζαζ, αλλά στο "σπίτι" του Κώστα Σπανού. Το σπίτι που μοιράζεται με τους ήρωές του, τον Νίτσε, τον Ιησού Χριστό, τους πρωτοπόρους της τζαζ και με όσους θέλουν κάθε βράδυ να πιουν ένα ποτό μαζί του. "Και κανένας να μην ερχόταν, πάλι δικαιωμένος θα ήμουν, ότι μόνο εγώ ακούω τζαζ", λέει και τα μάτια του πετάνε σπίθες, φωτίζοντας ένα πρόσωπο σκαμμένο από ρυτίδες και κρυμμένο μέσα σε γένια, μακριά μαλλιά κι ένα μόνιμο καπέλλο.

Το τελευταίο είναι αναφορά στον ντράμερ του Preservation Hall της Νέας Ορλεάνης, που για να ευχαριστήσει πριν από τριάντα χρόνια τον νεαρό Έλληνα ναύτης που τον κερνούσε κάθε βράδυ κονιάκ και ούζα, του χάρισε το καπέλλο του.

Τι σημασία όμως έχουν όλα αυτά; Τι σημασία έχει να εξιστορήσει κανείς την ιστορία ενός ναύτη από το Καρπενήσι που έμαθε την τζαζ από το ραδιόφωνο και αποφάσισε να βρεθεί στην Νέα Ορλεάνη; έναν μακρυμάλλη ναύτη που οι συνάδελφοι στο καράβι φώναζαν "Χίπι", αλλά οι εργοδότες του θυμούνται ακόμη, καθώς έχουν φτιάξει βιβλιοθήκες από τα βιβλία που άφηνε στα πλοία; Έναν ναύτη που κατέβηκε κάποτε στην Κρήτη να επισκεφτεί τον τάφο του Καζαντζάκη (τον ένιωθε κοντά του, όπως κάθε άνθρωπο που εκτιμά το πνεύμα του Νίτσε) και έμεινε, αρχίζοντας εκεί μια ξεχωριστή τζαζ ιστορία;

Τι σημασία έχει να πει κανείς ότι το "Jazz in Jazz" είναι ένας χώρος μικρός, ζεστός και φιλικός, γεμάτος βιβλία, cd, κασέτες, μουσικά όργανα, φωτογραφίες, χιλιάδες αντικείμενα με ξεχωριστή ιστορία το καθένα; Τι νόημα έχει να πει κανείς ότι σ' αυτό το μπαρ θα ακούσει - από mini-disc (!) - την πιο ψαγμένη παλιά τζαζ - τόσο, που δεν χρειάζεται η υπόμνηση "no music requests", ποιος θα τολμούσε να αμφισβητήσει την αισθητική και τις γνώσεις του οικοδεσπότη;

Η ουσία δεν βρίσκεται στις ιστορίες που μπορεί να μάθει κανείς διαβάζοντας αυτές τις λέξεις, ούτε καν σ' εκείνες που θα ακούσει από το στόμα του ίδιου του Κώστα Σπανού. Η ουσία του "Jazz in Jazz" βρίσκεται στις ιστορίες που φτιάχνει ο καθένας από εμάς, όταν κάτσει με το ποτό του σε μια καρέκλα δίπλα στην τζαμαρία, κοιτώντας έξω στο δρόμο, ή εξετάζοντας τις κορνίζες από παλιά παραθυρόφυλλα και ακούγοντας ένα ακορντεόν από την Γαλλία του μεσοπολέμου σε ένα ζωηρό ερωτικό σουίνγκ".



*Το τεύχος 70 συνοδευόταν από ένα καταπληκτικό cd με τίτλο - και θέμα "Swing Classics", το οποίο περιλάμβανε, εκτός από τον απαραίτητο Έλινγκτον, κι ένα κομμάτι που έμελλε να παίξει μεγάλο ρόλο στην ζωή μου αργότερα. Το "Petite Fleur" του Σίντνεϊ Μπεσέ.

UPDATE: Όσο για το τρέχον τεύχος του Jazz&Τζαζ, αυτό κυκλοφορεί με cd Τσάρλι Πάρκερ. Εντελώς συμπτωματικά, τις ίδιες μέρες που βγήκε στα περίπτερα, ήρθε στα χέρια μου το αφιέρωμα του Τζο Λοβάνο στον Πάρκερ, στο οποίο διασκευάζει εμπνευσμένα σε αργό τέμπο το εμβληματικό Yardbird Suite. Α ναι, μπάσο στην μπάντα του Λοβάνο παίζει η Εσπεράντσα Σπόλντινγκ, η οποία κοσμούσε το εξώφυλλο του περασμένου τεύχους του J&Τ. (Κι αυτό είναι που λέμε "full circle")

**Αυτή είναι η πρώτη - και θέλω να πιστεύω η τελευταία - φορά που χρησιμοποίησα αυτήν την έκφραση. Ζητώ συγγνώμη.

8 Ιαν 2011

Καθυστερημένη Νεκρολογία

Για τον κύριο Κομπαγιάσι στους "Συνήθεις Υπόπτους",
Για τον πατέρα στο "Όνομα του Πατρός",
Για τον μισητό Φέργκι στο "The Town",
Για τον λοχαγό Μπιμς στον "Τελευταίο των Μοϊκανών",
Για τον γιατρό με τα μυστικά στον "Επίμονο Κηπουρό",
Για τον Μωρίς Φίσερ στο νεκροκρέββατο του "Inception",
Για τον πατέρα Λώρενς στο "Romeo + Juliet",
Για τον πλούσιο κύριο Σμίδερς στο "The Serpent's Kiss",


θα μας λείψεις Πιτ Πόστλετθγουέιτ.

10 Δεκ 2010

Moody*

Χθες λοιπόν άφησε την τελευταία του πνοή ο ηρωικός σαξοφωνίστας Τζέιμς Μούντι. Ήταν 85 ετών. Είχε καρκίνο. Την θεραπεία του οποίου αρνήθηκε, όπως κάνουν κι άλλοι που νιώθουν ότι είναι πληρέστατοι ημερών. Κι ο Μούντι ήταν. Για την ακρίβεια, σε όλη την ιστορία της τζαζ, ο Τζέιμς Μούντι ήταν πάντα εκεί. Ήταν εκεί, όταν το be-bop έδειξε σε όλον τον κόσμο, στα τέλη του '40 ότι η τζαζ μπορεί να είναι εγκεφαλική μουσική και όχι ένα λαϊκό-χορευτικό είδος. Και ήταν εκεί, μέχρι το τέλος, όπως όταν συνόδευε/φλέρταρε την Ρομπέρτα Γκαμπαρίνι, με το στυλ ενός πραγματικού τζέντλεμαν.

Στο βίντεο τραγουδά το μεγάλο του σουξέ, που το τραγούδησε ακόμη και η Amy Winehouse.
*(με την έννοια του ευμετάβλητου, του κυκλοθυμικού - τώρα, ας πούμε, δεν είναι πολύ καλό το mood)