22 Οκτ 2009

Επίσημη έναρξη της χειμερινής σεζόν

Το Σάββατο είχε κάπως κρύο καιρό. Κυρίως όμως είχα δικαιολογίες. Και διάθεση να γυρίσω τον διακόπτη. Πρωινό ματς υπο βροχή, άπειρα κείμενα να γράψω και να τα πάω έτοιμα τη Δευτέρα στο γραφείο, μια αναζωογονητική αγκαλιά που κρύωνε όταν δεν με τύλιγε. Δεν ήθελα και πολλά. Άναψα το πρώτο τζάκι της σεζόν και χωθήκαμε μέσα στον κοτλέ καναπέ μέχρι αργά το βράδυ, με φλιτζάνια, ανοικτές κουρτίνες να φαίνεται η μουντίλα και Soulsavers.

Τώρα συνειδητοποιώ ότι η κωλοδουλειά με έκανε να βιαστώ μια εβδομάδα.

Γιατί, για την επίσημη έναρξη της χειμερινής σεζόν, την ημέρα, δηλαδή, που τραβάς μια γραμμή στο πεζοδρόμιο του Tribeca και αποφασίζεις να μην ξανακάτσεις στα τραπεζάκια του μέχρι την επίσημη έναρξη της καλοκαιρινής σεζόν -κάπου τον Μάρτιο-, που ξαφνικά σου φαίνεται θελκτικό το να κάτσεις να δεις επεισόδια του Gossip Girl σερί αντί να τριγυρίζεις στους πεζόδρομους (πλέον) της εμπορικής Κηφισιάς, που δεν σε νοιάζει πια να ξυπνήσεις για το πρωινό τένις και τα μόνα σερβίς που θέλεις να κάνεις είναι στο Wii, για τη μεγάλη αυτή ημέρα χρειάζεσαι κάποιο σπουδαίο γεγονός.

Σήμερα, λοιπόν, βγαίνει στις αίθουσες αυτό που μας έχουν προετοιμάσει όλοι να αντιμετωπίσουμε ως την πιο σημαντική σύγχρονη ελληνική ταινία. Δεν ξέρω ποια είναι η πιο σημαντική παλιά ή κλασσική ελληνική ταινία, αυτό που ξέρω είναι ότι θέλω να δω τον «Κυνόδοντα» σαν τρελλός. Και την «Ψυχή Βαθειά» και βασικά και τις άλλες ταινίες αυτής της εβδομάδας, το "Moon" και το άλλο με τη μαγείρισα Στριπ, κι ας μην είναι ελληνικές. Έχω κάνει κλικ στον διακόπτη και ζω ήδη σε φάση χειμώνα. Χθες ήπια το τελευταίο dry martini της σεζόν. Έβαλα τόσο βερμούτ που ο Τσόρτσιλ θα με εξόριζε στα νησιά Φώκλαντ, κοινώς απέτυχα κάπως, αλλά δεν με ένοιαζε. Το επόμενο ποτό μου ήταν ένα single malt (δεν αναφέρω ποιο, διότι αυτήν την περίοδο στο "ΠΠC" διαφημίζουμε αποκλειστικά τα προϊόντα της Diageo και εκείνο δεν ήταν).

Εντάξει, τα μπέρδεψα λίγο τώρα. Η ταινία του Λάνθιμου δεν είναι αφορμή για να μπει ο χειμώνας -εξ άλλου η εικόνα της είναι κατακαλοκαιρινή, αυτή με την πισίνα. Είναι πιο πολύ αφορμή για να φωνάξει η δική μας γενιά ότι έχει ξεφύγει από την παράδοση της λεβεντομαλακίας αυτής της χώρας κι έχει καινούργια πράγματα να πει (έλεγα και πέρσι για τη Monika κάτι τέτοια -λες να δικαιώνομαι;). Ελπίζω βέβαια αύριο που θα πάω στο "Άστυ" να την δω να είναι αυτό που περιμένω και κάτι παραπάνω, ή αν είναι κάτι άλλο, να μη νιώσω αδικημένος τουλάχιστον. Και θά 'θελα να βρέχει και να κάνει βρωμόκρυο, σαν κι αυτό που πέτυχα στη Λακ ντε Ζου την περασμένη εβδομάδα. Ξέρω ότι δεν θα είναι έτσι και ότι την Κυριακή πιθανότατα θα είμαι σε μια παραλία πάνω στην καινούργια μου σανίδα, αλλά πάντα ήθελα να κάνω ένα post με τίτλο "Επίσημη έναρξη της χειμερινής σεζόν".

Δεν είχα κανένα ενδιαφέρον για το "Nine", αλλά τώρα θέλω να το δω

91 χρόνια ζωής. 91 ρόλοι. Μία εμβληματική περσόνα

Ο Τζόζεφ Γουάιζμαν θα ήταν ευτυχής, ακόμη και αν η καριέρα του περιοριζόταν στους σεξπιρικούς και τσεχωφικούς ρόλους που έπαιζε στο Μπρόντγουεϊ από την δεκαετία του '30 ήδη. Όμως η μοίρα είχε άλλα σχέδια γι' αυτόν. Του είχε φυλάξει μια θέση στο πάνθεον της ποπ κουλτούρας, επιλέγοντάς τον να ενσαρκώσει μια εμβληματική περσόνα, τον πρώτο "κακό" που αντιμετώπισε ο Τζέιμς Μποντ στην ταινία που ξεκίνησε την πολύχρονη περιπέτεια του 007 στο σινεμά. Ποιος ξέρει πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, αν ο Καναδός ηθοποιός είχε αρνηθεί τον ρόλο - ή πολύ περισσότερο, αν είχε δεχτεί να τον παίξει η πρώτη επιλογή του Φλέμινγκ και των παραγωγών, ο Νόελ Κάουαρντ, ο οποίος, προσφυέστατα με το φλέγμα του απάντησε: "Dr. No? No, no, no!"
Εμείς εδώ σ' αυτό το blog, έχουμε (για την ακρίβεια, ο Homo Ludens έχει) ασχοληθεί ενδελεχώς με το σύμπαν του πλωτάρχη Μποντ, και θεωρούμε χρέος μας να τιμήσουμε την μνήμη αυτού του ηθοποιού, που πέθανε πριν λίγες μέρες - προτού περάσει χρόνος από τότε που κήδεψε την για πολλές δεκαετίες σύζυγό του (τι συγκινητικό!). Και ποιος είναι καλύτερος τρόπος να τιμήσεις την μνήμη του Δρος Νο, από το να χορέψεις το Dr. No's Fantasy, όπως το διασκεύασε ο μέγας Κάουντ Μπέιζι, αναθέτωντας την ενορχήστρωση στον ιδιοφυή Τσίκο Ο' Φαρίλ, ο οποίος συνδύασε το σουίνγκ, με στοιχεία λάτιν και την εξωτική απωανατολίτικη βάση της σύνθεσης του Μόντι Νόρμαν;

Η οικογένεια Άνταμς πενθεί (κάτι που την καθιστά βαθιά ευτυχισμένη)

Όταν πριν από λίγο καιρό παρομοιάζαμε την οικογένεια Θαπατέρο με την οικογένεια Άνταμς, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι η ζωή θα έκανε ξανά επίκαιρο αυτό το σόι μακάβριων όντων, με τον πιο ταιριαστό τρόπο: τον θάνατο του ανθρώπου που έγραψε το υπέροχο μουσικό θέμα των τίτλων της κλασικής πλέον σειράς του '60.
Ακούραστος εργάτης της βιομηχανίας του θεάματος, ο Βικ Μίτζι είχε γράψει δεκάδες μουσικά θέματα και τραγούδια για ταινίες, σίριαλ και εκπομπές, ήταν όμως το θέμα για το "Addams Family", με την ευφυέστατη χρήση του τσέμπαλου, που τον καθιέρωσε. Ειδικά η εισαγωγή, με το κροτάλισμα των δαχτύλων, έγινε ένα από τα κλασικά θέματα που ξεχύνονται από τα ηχεία του γηπέδου σε έναν αγώνα μπέιζμπολ, ξεσηκώνοντας τους φιλάθλους κι επιτρέποντας στον Μίτζι να λέει περιχαρής: "Χρειάστηκαν δύο κροταλίσματα δαχτύλων και τώρα ζω στο Μπελ-Αιρ!"
Για να μην πούμε ότι, λόγω φάτσας, θα μπορούσε άνετα να κάνει guest εμφανίσεις στην σειρά.Ας σηκώσουμε λοιπόν ένα ποτήρι αρσενικό και ας το πιούμε στην μνήμη του, τραγουδώντας:

"They're creepy and they're kooky/ Mysterious and spooky/ They're all together ooky/ The Addams Family.

Their house is a museum/ Where people come to see 'em/ They really are a scream/ The Addams Family.

(Neat - Sweet- Petite)

So get a witches shawl on/ A broomstick you can crawl on/ We're gonna pay a call on/ The Addams Family".

21 Οκτ 2009

Ο βασικότερος λόγος να πιει κανείς Johnnie Walker

Όχι, δεν είμαι καθόλου αντικειμενικός. Για την ακρίβεια, αυτήν την στιγμή είμαι εδώ. Και προχθές διανυκτέρευσα εκεί. Και στις δύο περιπτώσεις φιλοξενούμενος της Diageo, που κατέχει περίπου το 50% της αγοράς οινοπνευματωδών του κόσμου. Και που τώρα γιορτάζει τα 100 χρόνια Johnnie Walker Black Label. Επί τρεις μέρες υφίσταμαι την πλύση εγκεφάλου που μου κάνουν οι άνθρωποι της εταιρείας - marketeers, brand managers, distillers, blenders κ.ο.κ. - όταν θα γυρίσω πίσω θα είμαι πια ένας ταλιμπάν του Τζόνι Γουόκερ. Το ξέρω, γιατί μου έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν με τον καφέ Illy και - κυρίως - με την σοκολάτα Valhrona.
Αλλά όταν μας έδειξαν αυτό το βίντεο με την ιστορία του brand, όπως την αφηγείται με την τυπικά σκοτσέζικη προφορά του ο -θεός- Ρόμπερτ Κάρλαϊλ, σε ένα καταπληκτικό μονόπλανο, ορκίζομαι ότι ένιωσα σχεδόν ευτυχισμένος. Το αναρτώ κι εδώ,

έχοντας απόλυτη επίγνωση ότι αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός αυτού του βίντεο: όχι να αποτελέσει ένα κανονικό διαφημιστικό, αλλά να αναρτηθεί στα youtube, τα blog και τα facebook - να το διαδίδουν μεταξύ τους οι φαν του Κάρλαϊλ και στο τέλος όλοι μαζί να τρέξουμε σαν τα πρόβατα να πιούμε Johnnie Walker.
(Αν σου συμβεί, χαλάρωσε κι απόλαυσέ το. Προτίμησε ένα blue label. Σκέτο. Έχε κοντά ένα ποτήρι με παγωμένο νερό. Πιες τρεις γουλιές νερό, να παγώσει το στόμα σου και μετά μια γουλιά ουίσκι. Θα δείχνεις γελοίος και εξεζητημένος, αλλά θα σου αρέσει. Αν δεν έχεις λεφτά για Blue Label - και μεταξύ μας, ποιος έχει; - πάρε Black Label. Πάγωσέ το στην κατάψυξη - δεν θέλω αντιρρήσεις. Πιες το παγωμένο με σουφλέ σοκολάτας. Μαύρης. 70%. Θα σου έρθει οργασμός).

20 Οκτ 2009

"Περαστικά και στον ανιψιό μου"

Θα μπορούσε να είναι σκετς των Μόντι Πάιθον, αλλά είναι η πιο καλτ εκπομπή της Ελλάδας, που ξεκινά με μια εισαγωγή τριών λεπτών, κάτι που αντίκειται σε κάθε νόμο περί εκφωνήσεων.


Βέβαια, αυτό που κυρίως αντίκειται των νόμων είναι το μαλλί του τύπου, αλλά εν πάσει περιπτώσει...
υγ. Το ανακάλυψα χάρη στην Βίβιαν - θενξ

19 Οκτ 2009

Η κατάρα του φωτογράφου


«Μπορεί να με πιάσει εμμονή με ο,τιδήποτε, αρκεί να το κοιτάζω για αρκετή ώρα. Αυτή είναι η κατάρα του να είσαι φωτογράφος». Η ματιά του Παμπλό Πικασό, τα χέρια που δακτυλογράφησαν τα αριστουργήματα του Τρούμαν Καπότε, το στήθος της Ζιζέλ: Πραγματικά ωραία πράγματα για να σου γίνουν εμμονή. Και μετά, τα κόκκαλα που περνούν οι ιθαγενείς της Γουινέας από τις μύτες τους. Η άκρη του μανικιού σ’ ένα ταγιέρ της Chanel. Οι σταγόνες του νερού πάνω σε μια δίχρωμη τουλίπα. Εμμονές, εμμονές, εμμονές. Χωρίς αυτές δεν θα έφτανε να ζει ως τα 92, δουλεύοντας ακόμη στο στούντιό του, χαμηλά στην 5η Λεωφόρο του Μανχάταν, πάνω σε νεκρές φύσεις, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Κυρίως κρυμμένος από οποιονδήποτε φωτογραφικό φακό. Αν ψάξεις για φωτογραφίες του Έρβινγκ Πεν στα βιβλιοπωλεία ή -πιο εύκολα- στο Internet, θα βρεις χιλιάδες. Το «του Έρβινγκ Πεν» στην παραπάνω πρόταση έχει, βέβαια, ρόλο γενικής υποκειμενικής. Με την γενική αντικειμενική, θα δυσκολευθείς. Ο φωτογράφος αρνιόταν σθεναρά να γίνει αντικείμενο φωτογράφισης. Ίσως γιατί αρνιόταν να γίνει εμμονή για οποιονδήποτε. Για τον ίδιο λόγο δεν δεχόταν να μιλήσει ποτέ, ούτε καν για τα περιοδικά με τα οποία συνεργαζόταν χρόνια ολόκληρα. Κι αν το έκανε, μία στα δεκαπέντε - είκοσι χρόνια, άφηνε πάντα απ’ έξω την προσωπική του ζωή.

Έτσι κι αλλιώς, ο Πεν δεν ήταν κάποιος σταρ. Μιλούσε σχεδόν ψιθυριστά, πάντοτε πράος -ακόμη κι όταν μάλωνε με τα αφεντικά του, που δεν καταλάβαιναν κάποιες από τις εμμονές του. Ήταν πιο ήρεμος ακόμη κι από τα φιλαράκια του, τον Ρίτσαρντ Άβεντον και τον Χέλμουτ Νιούτον. Ναι, τα φιλαράκια του ήταν -εννοείται- φωτογράφοι. Ο Έρβινγκ Πεν ζούσε για τη φωτογραφία. Και ζούσε μέσα από την φωτογραφία. Ο Έρβινγκ Πεν ήταν ο εκάστοτε Στραβίνσκι, η εκάστοτε Σιμόν ντε Μποβουάρ, ο εκάστοτε Περουβιανός ινδιάνος που στεκόταν απέναντι από τον φακό του. Ήταν οι γόπες ενός Camel κι ενός Chesterfield...

Παράξενο πράγμα για κάποιον που ξεκίνησε ως ζωγράφος. Ήταν 21 ετών όταν αποφοίτησε, το 1938, από τη Σχολή του Μουσείου της Φιλαδέλφειας, μαθητής του Ρώσου εμιγκρέ Αλεξέι Μπρόντοβιτς, που εργαζόταν παράλληλα στο Harper’s Bazaar. Ο Μπρόντοβιτς εκτίμησε την ιδιαίτερη ματιά στο σκιτσάρισμα του Πεν και τον πήρε βοηθό του στο περιοδικό. Κι εκεί ο νεαρός ζωγράφος έμαθε τι εστί μόδα. Μετακόμισε στο πολυκατάστημα Saks Fifth Avenue για λίγο, ως art director, αλλά δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τα περιοδικά. Ο θρυλικός Αλεξάντερ Λίμπερμαν, υπεύθυνος εκδόσεων της Conde Nast, τον έφερε στη βίβλο της γυναικείας μόδας, τη Vogue, για να αναλάβει την καλλιτεχνική επιμέλεια των εξωφύλλων. Όταν οι φωτογράφοι του περιοδικού αδυνατούσαν να να υλοποιήσουν τα σχέδια που τους ζωγράφιζε, έπιανε τη μηχανή μόνος του. Κι έτσι, το 1943, ξεκίνησε μια σχεδόν μυθική καριέρα που διήρκεσε εξίμισι δεκαετίες. Μέχρι το πρωί της Τετάρτης, 7 Οκτωβρίου, όταν ο Έρβινγκ Πεν άφησε την τελευταία του πνοή, στο σπίτι του, στο Μανχάταν.

Εκτός από τα εξώφυλλα, στην Vogue ξεκίνησε σύντομα να φωτογραφίζει και μόδες. Με έναν επαναστατικό για την εποχή τρόπο. Πετώντας μακριά τα πάντα, κρατώντας στο κάδρο μόνο το ρούχο -ΟΚ, και το μοντέλο που το φορούσε. Αν μέχρι τότε ο κανόνας ήταν τα παλ, αλλά χαρούμενα φόντα μιας εύρωστης φύσης, όπως έκανε ο Σέσιλ Μπίτον, ή τα γεμάτα με ανθοσυνθέσεις, κολώνες ιωνικού ρυθμού και πίνακες με χρυσά κάδρα στούντιο, ο Έρβινγκ Πεν ξεκινούσε μια αληθινή επανάσταση, στήνοντας τις μόδες του μπροστά από ένα λευκό ή γκρι πανί, ψάχνοντας την ιδανική γεωμετρία του κάθε ρούχου και φορώντας το σε γυναικείες σιλουέτες εύπλαστες και παράξενες. Μία από αυτές, το αγαπημένο του μοντέλο Λίζα Φόνσαγκράιβς, έγινε και η αγαπημένη του σύζυγος. Παντρεύτηκαν το 1950 κι έζησαν μαζί ως τον θάνατό της, το 1992. Απέκτησαν ένα γιό.

Σύντομα τα σημαντικότερα περιοδικά στον κόσμο -πολλά μέχρι και σήμερα- φωτογράφιζαν τις μόδες τους a la manière de Irving Penn. Κι ο Πεν έψαχνε νέο πεδίον δόξης. Ευτυχώς γι’ αυτόν, η Vogue φιλοξενούσε συνεντεύξεις από τις σπουδαιότερες μορφές της διανόησης. Ευτυχώς για εμάς, τις φωτογραφήσεις τους ανέλαβε ο Έρβινγκ Πεν. Είναι συγκλονιστικό, αν συνειδητοποιήσει κανείς πως κάποιες από τις πιο διάσημες εικόνες που έχουμε για μορφές όπως ο Πικασό, ο Καπότε, ο Κοκτώ τις έχει φιλοτεχνήσει ο Πεν. Οπως και με τη μόδα, έτσι και στα πορτρέτα του, πέταξε μακριά κάθε φόντο και δημιούργησε ολόκληρη σχολή, “φέρνοντας σε δύσκολη θέση” τα αντικείμενά του. Αρχικά, στριμώχνοντάς τους στη γωνία δύο άδειων τοίχων, αργότερα φωτογραφίζοντάς τους από πολύ κοντά. Και δουλεύοντας πάντοτε περίτεχνα με το φως. Αναδεικνύοντας πάντα τη φιγούρα, τη στάση, το ύφος, την ιδιαιτερότητα, την ιδιοσυγκρασία του καθενός από τους διάσημους «αντιπάλους» του. Είναι τέτοια η κληρονομιά που αφήνει, ώστε τελικά άφησε τον μάταιο κόσμο με τον χαρακτηρισμό “ένας από τους σημαντικότερους πορτρετίστες” του 20ου αιώνα -κι ας μεγαλούργησε σε κάθε είδος φωτογραφίας με το οποίο καταπιάστηκε...

Τα γυμνά του, για παράδειγμα, ήταν τόσο avant garde, ένα ξέφρενο παιχνίδι με τους φωτισμούς και τις καμπύλες του σώματος, που στην εποχή τους, το ‘49-’50, ελάχιστοι τα αντιλαμβάνονταν ως τέχνη. Πρώτη φορά εκτέθηκαν στο κοινό τρεις δεκαετίες μετά. Οι εθνογραφικές μελέτες ήταν μια άλλη αγάπη του Έρβινγκ Πεν. Έκανε επτά μεγάλα ταξίδια, από τη Νέα Γουινέα μέχρι το Περού και απαθανάτισε ιθαγενείς με παραδοσιακές στολές, γκροτέσκες φιγούρες, περίτεχνους στολισμούς σώματος, από το 1964 ως το 1971. Κατηγορήθηκε ότι χρησιμοποιούσε τους “κακόμοιρους τους πρωτόγονους” όπως τα λαμπερά μοντέλα του. “Οι άνθρωποι που φωτογράφισα δεν ήταν πρωτόγονοι. Οι πρωτόγονοι ζουν στη Νέα Υόρκη”, απάντησε με την ήρεμη φωνή του πολλά χρόνια αργότερα. Η πιο μεγάλη του εμμονή, πάντως, ήταν οι νεκρές φύσεις. Δούλευε -κυρίως για τη διαφήμιση- σε still life φωτογραφίσεις μέχρι το θάνατό του. Ίσως γιατί πάντοτε έβρισκε κι ένα καινούργιο παιχνίδι με το φως να παίξει, κερδίζοντας έμπνευση για την τέχνη του -κι άρα λίγη ακόμη ζωή για τον εαυτό του- με κάθε νέο κλικ. Τη φράση στην αρχή του κειμένου την είπε κάποτε σ’ ένα δημοσιογράφο των New York Times, αναφερόμενος σε μια διαφωνία του με τον Αλεξάντερ Λίμπερμαν που του ζητούσε κάποτε να φωτογραφίσει λουλούδια. Ο Πεν αρνιόταν, μέχρι που αισθάνθηκε ότι ο Λίμπερμαν δεν τον θεωρούσε ικανό να το κάνει. Κατέληξε να φωτογραφίζει λουλούδια για επτά συνεχόμενα χρόνια, για τα χριστουγεννιάτικα τεύχη της Vogue. Είναι οι πιο συγκλονιστικές φωτογραφίσεις λουλουδιών που έχουν γίνει ποτέ.

(Το κείμενο θα δημοσιευθεί την Κυριακή 25.10.09 στο περιοδικό "Κ" της "Καθημερινής")

12 Οκτ 2009

Las pipas de Viernes y Sábado

Το 6 D.O.G.S. (6 degrees of global separation) είναι ένα project που στήθηκε στην οδό Αβραμιώτου με σκοπό να αναβιώσει το προ τριετίας hype της που πολύ-πολύ γρήγορα έγινε lowpe (sic). Οι τέσσερις, τεσσερισήμισι χώροι (μπαρ, το ένα δίπλα στο άλλο, δηλαδή) ενοποιήθηκαν σε κάτι που θυμίζει από Bios και Βooze μέχρι αποθήκη για φύλαξη ξηρών καρπών, με την ελπίδα ότι ο νέος ετούτος μεγαχώρος θα συγκλόνιζε τις μάζες των ίντι 19χρονων και θα τους ξαναρουφούσε στο ελάχιστο στενάκι, εκεί παραλλήλως της Αθηνάς. Τζίφος. Το 6 D.O.G.S. αποτελεί την οριστική ταφόπλακα της οδού Αβραμιώτου. Προφανώς και την Παρασκευή που έγιναν τα εγκαίνεια ήταν ακόμη ημιτελές (στην οποία περίπτωση, είναι εντελώς γελοίο το ότι έγιναν εγκαίνεια, οpening, πώς το λένε τέλος πάντων), αλλά η όλη ιδέα -ειδικά οι τάβλες απ' έξω που θυμίζουν τα τραπέζια που έχουν τα άθλια φτηνοσαλέ στα γαλλικά χιονοδρομικά- είναι κουκουρούκου. Μου άρεσε, βέβαια, ο γέρος ναύτης με την πίπα στην έκθεση (η παρωδία του, anyway).

Kουκουρούκου είναι και το αυτό που συμβαίνει στον εγκέφαλο του Αλμοδόβαρ τώρα που έφτασε τα 60. Αλλά δεν έχει κανένα νόημα να γράψω ο,τιδήποτε για την πρώτη κακή ταινία της καριέρας του, τις "Ραγισμένες Καρδιές", αφού το έχει ήδη κάνει ο Τάσος Θεοδωρόπουλος με το θεϊκό του στυλ. Και μάλιστα σε δύο εκδοχές. Μία στο Movies For The Masses και μία στο Big Fish (κατεβάζεις το PDF και πας στη σελίδα 98.)

Κουκουρούκου είναι και το ότι με έχει πιάσει μια μανία να λέω ατάκες στα ισπανικά. Χωρίς να ξέρω ισπανικά. Υποθέτω ότι ο τίτλος του post είναι λάθος.

Α, και το "September Issue" είναι τόσο, μα τόσο ευχάριστο -ειδικά για όποιον δουλεύει στα περιοδικά- αλλά έχει δίκιο ο Νένες. Δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια διαφήμιση της Vogue, διάρκειας μιάμισης ώρας... Κουκουρούκου δηλαδή!

Αφού άντεξε κι αυτό, να του δώσουν όλα τα Νομπέλ της Γης...

Το ζεύγος Ομπάμα φωτογραφίζεται μαζί με την οικογένεια Θαπατέρο.

11 Οκτ 2009

Music to watch girls by

Πριν από λίγες μέρες, ένας (ανώνυμος) φίλος/ επισκέπτης του ΠΠC μού ζήτησε να αναρτήσω το "Music to watch girls by" από τους JTQ. Δεν το έκανα. Γιατί δεν το έχω. Και δεν το έψαξα. Γιατί δεν το χρειάζομαι. Γιατί έχω τις τέσσερις καθοριστικές εκτελέσεις αυτού του κομματιού, που βγήκε από μια διαφήμιση της Diet Pepsi*, για να γίνει η κατεξοχήν μουσική επιτομή του easy listening/ lounge ήχου, όπως αυτός διαμορφώθηκε στα τέλη των '60s.
  1. Έχω την απόλυτη νευρώδη και σαμπανιζέ εκτέλεση με την αγέρωχη φωνή του Άντι Γουίλιαμς
  2. Έχω την υπέροχα χαλαρωτική εκτέλεση με το μελιστάλαχτο σαξόφωνο του Μπένι Γκόλσον
  3. Έχω την διαστημική διασκευή του Λίοναρντ Νιμόι (στο πετσί του Μίστερ Σποκ), με τίτλο "Music to Watch Space Girls By" από τον σουρεαλιστικό δίσκο "Mr. Spock's Music from Outer Space"
  4. Κι έχω μια θεοπάλαβη εκτέλεση στα γαλλικά από την Natacha Snitkine, με τίτλο "Le jeu du telephone"
Χρειάζομαι στ' αλήθεια κι άλλη;

*(για την ιστορία, αυτό δεν είναι το ομορφότερο κομμάτι που γράφτηκε ποτέ για διαφήμιση - το βραβείο πηγαίνει στον Τζον Μπάρι και τo ονειρικό "The girl with the sun in her hair", που συνέθεσε για το Sunsilk!)

υγ. Η φωτογραφία είναι υπόσχεση για μελλοντικό post.

9 Οκτ 2009

Σήμερα ξεσκαρτάρω τα MP3 μου (Κ-Ζ)

Levon Helm
Electric Dirt
(Ιούνιος 2009)

Ο ζωντανός θρύλος της κάντρι ροκ, στα 69 του, βγάζει το δεύτερο άλμπουμ του από τότε που θεραπεύτηκε από τον καρκίνο του φάρυγγα. Και είναι ακριβώς αυτό που περιμένεις, όταν ρίχνεις την πρώτη ματιά στο εξώφυλλο. Ο καημός του αγρότη από την Αριζόνα γιατί φέτος δεν βρέχει όσο πρέπει, γιατί δεν βρίσκει μπουζί για το παλιό John Deere του, γιατί πέθανε από εγκεφαλικό ο γερο-Σαμ που είχε το μπαρ στην άκρη του χωριού και η χήρα Σάμαινα δεν θέλει να συνεχίσει να το δουλεύει ("κι εγώ τώρα πού θα πίνω τις Coors μου;"). Ευχάριστα λυγμόλαλο και υγρά ταξιδιάρικο, το "Electric Dirt" είναι μια όμορφη παρένθεση στις indie rock εμμονές μου. Καταφεύγω συχνά στο παραμύθι του, όταν ξεμένω στο γραφείο με πατατάκια "Lay's στο φούρνο" και παγωμένες Kaiser από τον καθυστερημένο ψιλικατζή πίσω από το μπουρδελοξενοδοχείο στη γωνία. Τα νέα μας γραφεία είναι τρελλά cult.





Lolek
Alone
(Μάιος 2009)

Ειλικρινά, δυσκολεύομαι αφάνταστα να καταλάβω γιατί διάφοροι άνθρωποι που έχουν ακούσει Lolek δεν βάζουν αυτόματα τα γέλια στο άκουσμα του ονόματός του. Δηλαδή, ο Mr. Arkadin αυτό ακριβώς έκανε όταν τον ρώτησα τη γνώμη του -την οποίαν, φυσικά, ρώτησα ήδη γελώντας... Αλλά προφανώς ο Mr. Arkadin είναι ο μοναδικός φυσιολογικός άνθρωπος γύρω μου. Όλοι οι υπόλοιποι έχουν χάσει εντελώς το αισθητικό τους κριτήριο... Μα Λόλεκ; Το ντεμπούτο του Έλληνος πιτσιρικά ακούγεται σαν μια προσπάθεια να απλωθεί λούστρο σοβαρότητας πάνω στο ξέφρενα χαβαλεδιάρικο ηχόχρωμα των Gogol Bordello. Κι εγώ αναρωτιέμαι: "γιατί"; Ακορντεόν και κιθάρες, εσωστρεφές τραγούδισμα, λιτές μελωδίες. Αν έβαζε κανα κλαμπατσίμπαλο κι άρχιζε να κοπανιέται λίγο, κάτι θα κάναμε, αλλά το παρόν είναι απλά βαρετό. Ειδικά έτσι που επιμένει να τραγουδάει με την σπιρτάδα γριάς αρκούδας σε χειμερία νάρκη. Ζζζζζζζζ......





Mount Eerie
Wind's Poem
(Αύγουστος 2009)

Εκλαϊκευμένο black metal με καλλιτεχνικές ποπ διαθέσεις, στην ουσία χρησιμεύει περισσότερο ως soundtrack για ταινία (που δεν είναι, αλλά θα ταίριαζε γάντι σε κανα Ντέιβιντ Λιντς ή κανα ψυχολογικό θριλεράκι, γυρισμένο κοντά στη λίμνη Μίτσιγκαν), το νέο άλμπουμ του Φιλ Έλβερουμ (λέγε με Mount Eerie, γιατί είναι της μόδας να εμφανιζόμαστε με ονόματα γκρουπ αντί με τα δικά μας) κάνει τους ανά τον κόσμο μουσικοκριτικούς να δακρύζουν από συγκίνηση για την σύμποιά τους απέναντι στον παράξενο αυτό καλλιτέχνη. Αλλά μιλάμε τώρα για τα Pitchfork και τα Drowned In Sound, οπότε κράτα μικρό μαχαίρι γιατί μπορεί και να σε πάρει ο ύπνος πριν προλάβεις να τεμαχίσεις το καρπούζι.
Link




The Mummers
Tale to Tell
(Ιούλιος 2009)

Μουσική για καμπαρέ με ολίγον από Bjork: Έτσι θα ήταν τα soundtrack των ταινιών των '40s, αν μια χρονομηχανή έστελνε επτά δεκαετίες πίσω κάποιους ταλανούχους δημιουργούς του σήμερα. Το "Tale to Tell" είναι περίτεχνο και εξαιρετικά προσεγμένο. Τι δεν λειτουργεί; Ότι παραείναι νοσταλγικό. Ιδωμένο σε οποιοδήποτε περιβάλλον πέραν αυτού που υπονοεί το εξώφυλλό του, δεν μοιάζει να έχει κάποιο νόημα. Αλλά εντάξει, μέχρι να χαλάσει ο καιρός, θα το έχω δοκιμάσει με καμμιά κοπελίτσα στη βεράντα μου. Κάτι μου λέει ότι θα λειτουργήσει μια χαρά.






Queensryche
American Soldier
(Μάρτιος 2009)

Η αγαπημένη μου μπάντα όλων των εποχών (λόγω των 5 απίστευτων άλμπουμ και του ενός EP που έβγαλε από το '84 ως το '94) είχε για πάνω από μια δεκαετία χάσει το touch της, ίσως γιατί προσπάθησε να γίνει πιο "προοδευτική" απ' όσο μπορούσε να ορίσει ο χαρακτηρισμός της ως progressive metal. Επανήλθε πρόπερσι με το "Operation: Mindcrime II" και επειδή κατάλαβε ότι το να βγάζει concept albums είναι αυτό που της ταιριάζει πιο πολύ, το ξανακάνει και φέτος με το "American Soldier", που διηγείται τις ιστορίες που περιμένεις να ακούσεις από μια "αριστερή" αμερικανική μπάντα που βγάζει δίσκο με αυτόν τον τίτλο. Ο Κρις ντε Γκάρμο παραμένει πιλότος (σε κάτι φτηνοτσάρτερ), αλλά ένας άλλος πιλότος, ο ήρωας του "At 30.000 ft", του τέταρτου τραγουδιού του άλμπουμ, απογειώνει τους Queensryche στο επίπεδο χρυσών εποχών, τύπου "Empire". Δυστυχώς, το "American Soldier" είναι πολύ άνισο (ανοίγει, για παράδειγμα, με το άθλιο "Silver", ένα από τα πιο χαζά τραγούδια που έχουν γράψει ποτέ) και δεν σε συγκλονίζει όπως έκαναν εκείνα που η μπάντα από το Σηάτλ κυκλοφορούσε πριν είκοσι χρόνια. Από την άλλη, τρία - τέσσερα κομμάτια είναι πραγματικά αριστουργήματα και, φυσικά, το όλο αντιπολεμικό μανιφέστο τους πάει πολύ, με αποτέλεσμα να έχω ακούσει με φοβερή χαρά το "American Soldier" πολύ περισσότερες φορές απ' ότι ίσως του αξίζει...





Sarah Yarosz
Song Up In Her Head
(Ιούνιος 2009)
Για τη μικρούλα Σάρα Γιάρος κάτι έχω ξαναγράψει εδώ. Είναι θαύμα αυτό το κοριτσάκι. Όχι μόνο για το πώς παίζει το μπάντζο και το μαντολίνο (όπου είναι βιρτουόζα μιλάμε), αλλά κυρίως για τις συνθέσεις της, που στέλνουν την αμερικάνικη φολκ ένα επίπεδο πάνω, να γίνει κεφάλαιο στο μάθημα μουσικής στα σχολεία. Αυτή η Σάρα πρέπει να είναι πολύ σπασικλάκι, δεν εξηγείται αλλιώς. Αλλά το θέμα είναι ότι το άλμπουμ της είναι αναμφισβήτητα ένα από τα καλλίτερα της χρονιάς -αν, βέβαια, αντέχεις να ακούς κάντρι φολκ.


Ξέρω τι έκανες χθες το βράδυ!

Πήγες αρχικά στην AMP Works, στα εγκαίνεια της έκθεσης του Τεό Μιχαήλ. Γιατί σου άρεσε το εξώφυλλο της Lifo πριν 2-3 βδομάδες και γιατί σου άρεσαν οι εξυπνάδες που απάντησε στην Δέσποινα Τριβόλη, στη μίνι συνέντευξή του. Ή γιατί, πολύ απλά, θα ήταν όλοι εκεί. Και ήταν. Και είχε και μπίρες σε δύο βαρέλια με πάγο. Και πολλή ζέστη. Οπότε μπήκες, χάζεψες για περίπου δεκατρία δευτερόλεπτα, αποφάσισες ότι τελικά δεν σου αρέσει ο Τεό Μιχαήλ και οι «οργιαστικοί μεγακόσμοι» του, τσέπωσες άλλη μια μπιρίτσα και κατέβηκες να την πιείς από κάτω, μπροστά από την είσοδο του Red Indian, στην Επικούρου. Γεμίσατε το δρομάκι, δεν χωρούσαν να περάσουν τα αναπάντεχα πολλά για Πέμπτη βράδυ SUV που βρέθηκαν ξαφνικά στην πακιστανική γειτονιά της Αθήνας, οπότε σιγά σιγά το διαλύσατε. Οι μισοί για μπριζολάκια στου Τέλη.

Και οι άλλοι μισοί για την έκθεση "Society" στο Soul με τις φωτογραφίες του Στάβερη και του Δομένικου. Και ήταν πάλι όλοι τους εκεί. Φιλήθηκες σταυρωτά με τα enfants gâtés του αθηναϊκού alternative Τύπου, κρύφτηκες από κανά-δυο γκομενάκια, έγνεψες από μακριά σε άλλα με σαφή αδιαφορία στο βλέμμα σου, παρήγγειλες τα ποτά σου, συνεχάρηκες τη Ρενάτα για το στήσιμο του Lightroom (το φουαγιέ, πια, του Soul, το πρώην μπαρ δηλαδή, στην είσοδο - εκεί που κάναμε πέρσι το γενέθλιο πάρτυ με τον LefKef) και βασικά χάρηκες που το Soul ξαναπήρε ζωή. Έτσι κι αλλιώς, γελούσες όλο το καλοκαίρι με όσους επέμεναν ότι έκλεισε και δεν βαριόσουν να τους λες οτι δεν έκλεισε, ότι πιθανότατα θα ξανανοίξει και το Guru σιγά σιγά και ότι "μια χαρά είναι στην Ευριπίδου ρε". Έπαιζε και μουσική ο Quentin, ήταν και τέλειες οι φωτογραφίες του Σπύρου και του Γεράσιμου, αποθέωση των τελευταίων καλών χρόνων των ελληνικών περιοδικών -είχες περάσει και πολύ καλά στο πάρτυ του Δέδε την προηγούμενη Παρασκευή, επάνω στο club- οπότε σε έπιασε μια γενική ευθυμία. Φεύγει κι ο Κρόνος, παίρνει μαζί του τη μιζέρια, όλα καλά, ήπιες δυο μπίρες και πήγες νωρίς στο σπίτι για ύπνο.

(Η φωτογραφία είναι του Σπύρου Στάβερη. Η αγαπημένη μου της έκθεσης.)


Δηλαδή αυτή είναι η Καλομοίρα της Ουκρανίας;


Κάνει τον γύρο του Internet εδώ και μερικές ημέρες και σήμερα το ανακάλυψε και η τηλεόραση. Από το "Ukrania's got talent" (ή όπως το λένε εκεί), μια κοπέλα ζωγραφίζει σε ένα φωτισμένο πάνελ με άμμο. Και ζωγραφίζει μια ιστορία από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Και... δεν υπάρχει τίποτε άλλο να γράψω. Δες το.

Ενα τραγούδι που θα βοηθήσει το πέρασμα στο φθινόπωρο


(έχω πάθει πλάκα με αυτό το τραγούδι, αλλά δεν μπορώ να μάθω περισσότερα για τον Κας Μακ Κομπς, γιατί φοβάμαι να μπω στο site του)

7 Οκτ 2009

Irving Penn R.I.P.

Ο Έρβινγκ Πεν άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο το πρωί της Τετάρτης, 7 Οκτωβρίου, σε μια χορτασμένη ηλικία 92 ετών. Ήταν ακόμη ενεργός φωτογράφος. Πολλά χρόνια, βέβαια, είχαν περάσει από τα χρόνια της ρώμης του. Αν σκεφτεί κανείς πως ξεκίνησε από τη Vogue το 1943, θα ανατριχιάσει στην ιδέα ότι ο Πεν υπηρετούσε την τέχνη του για μισό αιώνα και μιάμιση δεκαετία ακόμη. Και μάλιστα, την υπηρετούσε όσο λίγοι. Επάνω είναι τα έξι συνεχόμενα εξώφυλλα που έφτιαξε για το relaunch του Vanity Fair το 1983. Κάτω είναι δέκα εικόνες που εξηγούν από μόνες τους γιατί ο Πεν θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους πορτρετίστες όλων των εποχών.


Κολέτ, 1951


'Ιγκορ Στραβίνσκι, 1948


Φράνσις Μπέικον, 1962


Ζαν Κοκτώ, 1948


Μαρσέλ Ντυσάν, 1948


Σιμόν ντε Μποβουάρ, 1957


Τρούμαν Καπότε, 1948


Παμπλό Πικασό, 1957


Ζιζέλ Μπύντχεν, 1999


Τρούμαν Καπότε, 1965

Make Art, Not War

Αυτό που σήμερα ονομάζεται "Boros Bunker", το φώναζαν κάποτε χαϊδευτικά οι κάτοικοι του Μίτε "Bananabunker". Γιατί για μια περίοδο, από το 1957 και μέχρι την ένωση των δύο Γερμανιών, χρησίμευε ως αποθήκη για τροπικά φρούτα. Και ως φυλακή. Κατασκευάστηκε, βέβαια, κατά την διάρκεια του Β' ΠΠ ως αυτό που λέει το δεύτερο συστατικό του όποιου ονόματός του. Ως μπούνκερ. Μεγάλο μπούνκερ -με σκοπό να φιλοξενεί πάνω από 2.000 Βερολινέζους σε κάθε βομβαρδισμό. Από το '90 και μετά έγινε ναός της S&M σκηνής της πόλης και τόπος διεξαγωγής μερικών από τα πιο ιστορικά γκέι και φετιχιστικά πάρτυ του κόσμου. Το 1995 οι αρχές το κλείνουν. Πού και πού δίνεται άδεια για ένα παρτάκι ακόμη ή για μια εκθεσούλα. Μέχρι που το 2003 ο Κρίστιαν Μπόρος αγοράζει το κτήριο και επί 5 χρόνια το ανακατασκευάζει. Από πέρσι φιλοξενεί την συλλογή του, αλλά και έκτακτες εκθέσεις μοντέρνας τέχνης.

Το βρήκα σ' ένα ξεχασμένο Vman (όχι το περιοδικό του "Βήματος", το άλλο, το ξένο) πάνω στο γραφείο μου πριν λίγο κι έμεινα μαλάκας.