18 Οκτ 2012
Γιατί η Sylvia Kristel έμεινε Εμμανουέλα ως το τέλος
Θρηνώντας το θάνατο της ηθοποιού Sylvia Kristel, δεν γίνεται να μην μνημονεύσεις και την Εμμανουέλα, την ηρωίδα που ενσάρκωσε στα 70s (και ξανά το 1993). Οι περισσότεροι, όταν λέγαμε Sylvia Kristel εννοούσαμε Εμμανουέλα. Και όταν λέγαμε Εμμανουέλα είχαμε μια μόνο εικόνα να πηγαίνει με το όνομα. Αυτήν της Sylvia Kristel (Δέχτηκε ποτέ κανείς αυτό το σαχλό, ξανθό κοριτσάκι των νεώτερων, τηλεοπτικών soft porno με τις 3D σκηνές σαν μια γνήσια Εμμανουέλα;). Ήταν τόσο στενός ο δεσμός μεταξύ των δύο που η Εμμανουέλα δεν άφησε ποτέ την Kristel να φύγει.
Ακόμη κι όταν την προσέγγισαν για δύο ρόλους που φαινομενικά θα την μετέτρεπαν σε χολιγουντιανό αστέρα μιας άλλης, πιο ατόφιας κοπής, αποδείχτηκε ότι η Εμμανουέλα είχε βάλει και πάλι το χεράκι της. Η Sylvia Kristel στήθηκε πάλι μπροστά στις κάμερες γυμνή και άρχισε να προσποιείται οργασμούς. Η Μάτα Χάρι και η Λαίδη Τσάτερλί της ήταν δύο ακόμη Εμμανουέλες. Όχι γιατί η Kristel δεν είχε το ταλέντο να τις υποδυθεί όπως τους άξιζε. Αλλά γιατί οι παραγωγοί, οι σκηνοθέτες, ακόμη και το κοινό ήθελαν απλά να δουν το σμαραγδένιο της βλέμμα να ζωγραφίζει ακόλαστα σενάρια και το λεπτοκαμωμένο της κορμί να γυρεύει να ξεδιψάσει τον πόθο του σε στιβαρές, τριχωτές αγκαλιές. Είναι εύκολο να το περιγράψεις με το στυλ των 70s. Και είναι απίθανο να το κάνεις να ακουστεί σοβαρό.
Γιατί, πολύ απλά, είναι γελοίο. Η Εμμανουέλα δεν ήταν μια επέκταση των ερωτικών βιβλίων τσέπης. Η φαντασία της αναγνώστριας που πρωταγωνιστούσε στα βιβλία δεν έπαιζε πια κανένα ρόλο στο φιλμ. Η Εμμανουέλα των 70s δεν συμβόλιζε πραγματικά κάποια γυναικεία χειραφέτηση, κάποια αλλαγή στα σεξουαλικά ήθη. Η εικόνα της όμορφης νοικοκυράς που ο σύζυγός της την αφήνει όχι μόνο να φαντασιώνεται ερωτικά όργια, αλλά και να τα κάνει πράξη, δεν ήταν καμιά φοβερή επανάσταση. Το αντίθετο: ήταν άλλη μια αισθητικοποίηση ανδρικών φαντασιώσεων. Πορνό με υπόθεση, πορνό που η ευρύτερη κοινωνία δέχεται πιο εύκολα, αλλά πορνό. Με όλη τη χυδαιότητα της λέξης. Η Εμμανουέλα της Sylvia Kristel έγινε ένα τεράστιο ποπ είδωλο, αλλά ποτέ δεν υπήρξε ένα πρότυπο γυναίκας. Αυτά για τα οποία την κατηγορούσε τότε το φεμινιστικό κίνημα ήταν πέρα ως πέρα αλήθεια.
Και αυτό ήταν το μεγαλύτερο δράμα της ηθοποιού. Κάθε της απόπειρα να πράξει κάτι άλλο κατέληγε στην αντιμετώπισή της ως μιας πόρνης του σελιλόιντ. (Μην ξεχνάμε τη ρίζα της λέξης πορνό, είτε αυτό είναι soft είτε hardcore…) Ως φανατικός θιασώτης της ποπ κουλτούρας, έχω καταβροχθίσει όποια συνέντευξη της Kristel έχει τύχει να πέσει στα χέρια μου. Και πάντα με συνάρπαζε –και περισσότερο με μελαγχολούσε– ένα πράγμα: η ηθοποιός μιλούσε κάπως αποστασιοποιημένα για τις φιλοδοξίες της, τις σπουδές της, τις ξένες γλώσσες που μιλούσε (πέντε), την αγάπη της για τον κινηματογράφο. Όλα πέθαναν όταν την αγκάλιασε η Εμμανουέλα. Όταν έγινε δεύτερη σάρκα επάνω της.
Και μετά ήλθε το βιβλίο της. Έγραψε το «Undressing Emmanuelle» το 2007, παρέα με τον Jean Arcelin, τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Chrysler Jeep Dodge Γαλλίας. Γιατί χρησιμοποίησε αυτόν ως συγγραφέα; Ο λόγος είναι ότι ο Arcelin είχε κι αυτός μετατραπεί σε κάτι άλλο από αυτό που ήθελε να γίνει. Είχε ξεκινήσει γράφοντας, αλλά η οικογένειά του δεν τον άφησε ποτέ να εξελιχθεί σε συγγραφέα. Έπρεπε να γίνει επιτυχημένος επιχειρηματίας. Μια πόρνη των business θα μπορούσε να καταλάβει μια πόρνη του σινεμά καλύτερα απ’ όλους. Και ένας καταπιεσμένος συγγραφέας να περιγράψει το δράμα της τέλεια.
Το βιβλίο ήταν μια αποκάλυψη. Το σύμβολο της γαλλικής χειραφέτησης (όπως το πουλούσαν οι παραγωγοί της «Εμμανουέλας» την δεκαετία του ’70) ήταν τελικά μια Ολλανδή ηθοποιός που ξεκίνησε από το μόντελινγκ (το 1973 είχε κερδίσει τον τίτλο Miss TV Europe) και που μισούσε όχι μόνο το πορνό, αλλά ακόμη και την ιδέα της γύμνιας. Δέχτηκε να παίξει την Εμμανουέλα γιατί την έπεισαν ότι ήταν ένα καλλιτεχνικό project. Η μία της στιγμή αφέλειας, στα 22 της, όρισε και την υπόλοιπη ζωή της.
Το καλύτερο πράγμα που έχω ποτέ διαβάσει για την Sylvia Kristel, το έχει γράψει ο Guardian για το βιβλίο της. Νομίζω ότι τα λέει όλα: «Πρόκειται για το είδος του βιβλίου που θέλεις να βάλεις στα χέρια των παικτών του "Big Brother", των αστέρων του "X-Factor", των ανθρώπων που ανέβασαν στην κορυφή των bestsellers το βιβλίο της Jordan, της Victoria Beckham –στα χέρια καθενός, τέλος πάντων, που προσυπογράφει τον όρο “glamour model”. Διάβασέ το, θέλω να τους πω, και μετά άντε και ρίξε κάτι πάνω σου, αγάπη μου».
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
17 Οκτ 2012
Arcade Fire - Crucified Again
Από το χρυσούν σωτήριον έτος 2010, μια χρονιά που οι μουσικόφιλοι ευτύχησαν να ακούσουν μαζεμένα όσα αριστουργήματα δεν (φαίνεται πως) πρόκειται να ακούσουν μέσα στην επόμενη δεκαετία, σχεδόν όλοι οι πρωταγωνιστές επανεμφανίστηκαν φέτος με νέα άλμπουμ. Άλλοι ένα, άλλοι περισσότερα κλικ υποδεέστερα του magnum opus τους εκείνης της χρονιάς. Οι Beach House είναι και πάλι εδώ, το ίδιο και ο Gonjasufi, οι Black Keys, ο Flying Lotus, οι Crystal Castles, οι Mumford & Sons, οι Tame Impala, μέχρι και ο Caribou (υπό το νέο του όνομα όμως, το Daphni). Οι μόνοι που λείπουν είναι οι Arcade Fire.
Δεν είναι τυχαίο. Η κορυφαία μπάντα της χρονιάς εκείνης (και, ως τώρα, και της δεκαετίας –όπως ήταν και την προηγούμενη) χάρη στο «The Suburbs», δεν πρόλαβε να «αναρρώσει» από την θριαμβευτική υποδοχή και διάδοση του άλμπουμ της έξω από τους indie κύκλους. Το βραβείο Grammy που έβαλε το όνομα των Arcade Fire βαθιά μέσα στο στόμα (στο λαρύγγι πιθανότατα) του κάθε τζαστινμπιμπερόφιλου, οι δεκάδες εμφανίσεις τους στα πιο μεγάλα φεστιβάλ και οι αξέχαστες στιγμές που χάρισαν σε όσους τυχερούς κατάφεραν να απολαύσουν την κορυφαία μπάντα του πλανήτη στην πιο μεγάλη της ώρα, όλα αυτά ήταν επόμενο να αφήσουν τα όποια σχέδια για τη συνέχεια του «The Suburbs» σε δεύτερη μοίρα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι Arcade Fire έπαψαν να συνθέτουν.
Μετά το «Abraham's Daughter» που πρωτοακούσαμε στις αρχές Μαρτίου και το οποίο συμπεριλήφθηκε στο soundtrack του «The Hunger Games», ένα δεύτερο καινούργιο κομμάτι τους έκανε την εμφάνισή του τις τελευταίες ημέρες. Το είχαν παίξει και νωρίτερα φέτος σε ένα gig τους στην Αϊτή, την πατρίδα της Regine Chassagne, αλλά κανείς δεν πρόλαβε να αρπάξει το κινητό του, να το γράψει και να το ανεβάσει στο YouTube. Κάτι που συνέβη προχθές στη Νέα Υόρκη, πιθανότατα με την επιθυμία της ίδιας της μπάντας, αφού το «Crucified Again» ανέβηκε από τον λογαριασμό των Arcade Fire. Και μάλιστα, παρέα με την είδηση: «Το νέο άλμπουμ των Arcade Fire έρχεται την επόμενη χρονιά, όπως επιβεβαίωσε η Mercury Records».
Όσο για το κομμάτι; Η πρώτη εντύπωση είναι ότι τα μεγαλεία δεν πειράζουν ούτε τρίχα από αυτό που ξέρεις πως είναι οι Arcade Fire. Το «Crucified Again» είναι μια ήπια εκδοχή των gospel στοιχείων που γέμιζαν το «Neon Bible», χτίζεται σιγά σιγά και ωριμάζει με τον τρόπο που ανέδειξαν ουκ ολίγα κομμάτια του «The Suburbs», αλλά αφήνει και λίγη ακατέργαστη ωμότητα να αναδύεται εδώ κι εκεί, θυμίζοντας λίγο «Funeral». Αν τα διπλά και τριπλά φωνητικά δεν ήταν τόσο –α λα U2– κατευναστικά και η κορύφωση του Win Butler δεν ήταν τόσο μικρή σε διάρκεια, θα μιλούσαμε ήδη για το επόμενο Arcade Fire classic. Αλλά μέχρι να τελειώσει το νέο άλμπουμ τους, υπάρχει πολύς καιρός για βελτιώσεις.
Άκουσέ το παρακάτω:
16 Οκτ 2012
Γιατί μας αρέσει ακόμη ο Μποντ;
Όταν το 1962 ο Μυστικός Πράκτωρ 007 προσγειώθηκε παρέα με τον «Δρ. Νο» στις κινηματογραφικές αίθουσες, άπλωσε ένα κοσμοπολίτικο βερνίκι σ’ ένα κόσμο μάλλον μουντό. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στη δεκάδα με τις πιο μεγάλες εμπορικές κινηματογραφικές επιτυχίες εκείνης της χρονιάς, θα ανακαλύψει έξι ασπρόμαυρες ταινίες («Σκιές και Σιωπή», «Ο άνθρωπος της Μαντζουρίας», «Λολίτα», «Η Δίκη», «Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Λίμπερτι Βάλανς», «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν;»), την πολεμική περιπέτεια που δεν έλειπε τότε από καμμία σοδειά («Η μεγαλύτερη μέρα του πολέμου») και, φυσικά, τα πολύωρα έπη – συνταγή της εποχής για συγκομιδή Όσκαρ («Λώρενς της Αραβίας» και «Η κατάκτηση της Δύσης»).
Ο «Δρ. Νο» με την παιδική υπόθεση, το άθλιο καστ (πλην του Τζόζεφ Γουάιζμαν στο ρόλο της ζωής του, ως ο ομώνυμος «κακός») και τις συνεχείς αναφορές στην τρέχουσα επικαιρότητα ήταν μια ταινία εντελώς παράταιρη προς την σοφιστικέ ή επική νόρμα της εποχής (προσθέστε και το «Ελ Σιντ» που παιζόταν ακόμη σε γεμάτα σινεμά, από την περασμένη χρονιά, για να συμπληρώσετε την εικόνα). Και αυτό ήταν το πιο σημαντικό συστατικό της επιτυχίας του. Στην ουσία αποτελούσε την κινηματογραφική εισαγωγή στα swinging sixties, με την ελαφράδα του, τα εξωτικά του τοπία (η ιστορία του διαδραματίζεται στην Τζαμάικα) και τη μουσική του. Και με την Ούρσουλα Άντρες να αναδύεται φορώντας το περίφημο λευκό μπικίνι από το νερό της Καραϊβικής, ο «Δρ. Νο» γέμισε τις κινηματογραφικές αίθουσες για πρώτη φορά με αφορμές για σύμβολα της ποπ κουλτούρας, μιας έννοιας που επίσης είχε μόλις γεννηθεί...
Ο κόσμος αγκάλιασε με θέρμη αυτό το νέο είδος θεάματος και η Eon Productions, η εταιρεία που είχε αγοράσει τα δικαιώματα για τις νουβέλες του Ίαν Φλέμινγκ ήταν έτοιμη να τού προσφέρει κι άλλο υλικό –και να το βελτιώσει χρόνο με το χρόνο. Ο «Δρ. Νο», άλλωστε, βγήκε στα σινεμά με σκοπό να αποτελέσει τον «πιλότο» για μια τηλεοπτική σειρά, αλλά η αναπάντεχη επιτυχία του έπεισε τον Άλμπερτ Μπρόκολι και τον Χάρι Σάλτζμαν να την συνεχίσουν στη μεγάλη οθόνη. Φέτος η «σειρά» γιορτάζει μισό αιώνα διάρκειας...
Το 1973, 11 χρόνια μετά το ντεμπούτο του, ο Τζέιμς Μποντ χρειαζόταν λίφτινγκ. Από τη μία γιατί ο Σον Κόνερι έδειχνε ήδη πολύ γέρος για να συνεχίσει να υποδύεται τον ήρωα (και το πείραμα με τον Τζορτζ Λέιζενμπι δεν αγκαλιάστηκε με ενθουσιασμό από το κοινό), από την άλλη γιατί και ο κόσμος είχε αλλάξει πια. Και, όπως είπαμε, ο 007 δεν ενθουσίαζε το κοινό με το βάθος των νοημάτων του ή με τις επικές του ιστορίες, ούτε με τις συγκλονιστικές ερμηνείες των ηθοποιών του. Την δουλειά την έκαναν οι εύκολες εντυπώσεις και η ποπ κουλτούρα: Μια φωτογραφία του Γιούρι Γκαγκάριν στο σοβιετικό προξενείο της Κωνσταντινούπολης, μια Aston Martin διαλυμένη στον τοίχο του εργοστασίου του «Χρυσοδάκτυλου», μια εντυπωσιακή Ιταλίδα να καβαλάει μια 650άρα BSA A65 ήταν αρκετά. Και βέβαια, η Νάνσι Σινάτρα, η Σίρλεϊ Μπάσεϊ και ο Τομ Τζόουνς να ερμηνεύουν το τραγούδι των τίτλων που αυτόματα γινόταν χιτ της εποχής. Ο Μποντ ήταν η εποχή του. Και το ’73 ο Ψυχρός Πόλεμος ή οι παρανοϊκοί «κακοί» που τού έδιναν νόημα ύπαρξης (τι θα ήταν άραγε ο 007 χωρίς τον Μπλόφελντ;) ήταν πια «παλιακοί».
Ο Ρότζερ Μουρ ήλθε για να αποδομήσει τον Μποντ των ‘60s και ένας πιο απτός κίνδυνος, τα ναρκωτικά, επιστρατεύτηκαν για να τον φέρουν πιο κοντά στον θεατή των ‘70s. Ο 007 επαναπροσδιοριζόταν υπέροχα, ακριβώς την στιγμή που το χρειαζόταν, με το «Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν», την καλύτερη κατά την ταπεινή μου άποψη ταινία της σειράς. 22 χρόνια μετά, με το «Goldeneye» του 1995, ο Μποντ επαναπροσδιορίστηκε για δεύτερη φορά, αποδίδοντας την τρίτη καλύτερη μέχρι τότε (μετά και τον «Χρυσοδάκτυλο») ταινία της σειράς. Η θλιβερή παρένθεση Τίμοθι Ντάλτον που υποβίβασε τον Μποντ σε έναν ακόμη ήρωα αστυνομικής περιπέτειας (από το status του αρχετυπικού σύγχρονου action hero που οι υπόλοιποι αντέγραφαν) χρειαζόταν ένα γερό αντίδοτο. Οι κακοί έγιναν τρομοκράτες και αργότερα, στο «Το αύριο ποτέ δεν πεθαίνει», βαρώνοι των media και ο Πιρς Μπρόσναν ξεπέρασε σε στυλ ακόμη και τον ίδιο τον Σον Κόνερι.
Αλλά ήταν στο «Casino Royale» του 2006 όταν η Eon Productions έδωσε τα ρέστα της, ξεπερνώντας και το «Goldeneye». Επιστρατεύοντας τον καλύτερο ηθοποιό που έχει παίξει ποτέ τον ρόλο, έπιασε τον 007 από τα γενοφάσκια του και τον ξανάκτισε σε κάθε του λεπτομέρεια –αφού η ανάγκη για αναγέννηση ήταν τότε πιο επιτακτική από ποτέ. Ναι, το Βότκα Μαρτίνι είναι ακόμη το αγαπημένο του κοκτέιλ, αλλά όταν τον ρωτούν αν το πίνει κουνημένο ή κτυπημένο, ο Ντάνιελ Κρεγκ απαντά «δεν με νοιάζει». Ναι, και η αγαπημένη του σαμπάνια περνάει από την οθόνη, αλλά ο νέος 007 δεν ξέρει καν πώς να την προφέρει. Την παραγγέλνει ως «Μπόλινγκερ», όταν ο Μουρ και ο Κόνερι την απολάμβαναν ως «Μπόλιντζερ». Και ναι, εδώ θα πει για πρώτη φορά τρεις λέξεις που δεν περίμενες ν’ ακούσεις ποτέ από το στόμα του: «Ι love you». Και όταν το αντικείμενο της αγάπης του χαθεί, στο «Quantum of Solace» που ακολουθεί, ο νέος 007 δεν θα ρίξει καν στο κρεβάτι το «κορίτσι του Μποντ», την εντυπωσιακή Όλγκα Κιουριλένκο. Μα είναι πράγματα αυτά;
Το γιατί ο Τζέιμς Μποντ συνεχίζει να μας αρέσει δεν έχει μια κοινή απάντηση για όλους. Για μένα, ας πούμε, είναι όλες αυτές οι αυτοαναφορές από ταινία σε ταινία, τα «κλεισίματα ματιού» προς το φανατικό του κοινό. Όταν, για παράδειγμα, ο Τζορτζ Λέιζενμπι στην αρχική σκηνή του «Στην υπηρεσία της Αυτού Μεγαλειότητας» σώζει μια καλλονή από το θάνατο, αλλά εκείνη εξαφανίζεται χωρίς ούτε ένα πεταχτό φιλί, πλησιάζει την κάμερα και δηλώνει «αυτό δεν συνέβη ποτέ στον άλλον τύπο», εννοώντας τον Κόνερι. Για άλλους είναι το κάστινγκ των Bond girls ή η αποκάλυψη του νέου gadget. Για πολλούς, το τραγούδι των τίτλων, αφού οι ταινίες του 007 δεν ορίζουν μόνο το κινηματογραφικό τοπίο.
Αυτό που όλοι μας έχουμε κοινό είναι ο εθισμός σε μια συνταγή που άλλαξε το σινεμά και εισήγαγε την ποπ κουλτούρα πριν μισό αιώνα και που έκτοτε άλλαξε ίσα ίσα τα συστατικά της, μόνο όσο χρειαζόταν για να μείνει φρέσκια. Κράτησε τα κορίτσια, τους φοίνικες, τις καταδιώξεις με αυτοκίνητα, τα three pieces κοστούμια, τη βότκα αντί του τζιν στο μαρτίνι. Και πρόσθεσε ακριβώς ό,τι χρειαζόταν για να επιβιώσει στην εποχή του. Όταν, ας πούμε, χρειάστηκε να πάει στο διάστημα, γιατί στους κινηματογράφους σάρωνε ο «Πόλεμος των Άστρων», ο Τζέιμς Μποντ απλά πήγε στο διάστημα («Επιχείρηση: Μουνρέικερ»). Και σε μια σειρά που αγαπάς, κάτι τέτοια ανεκδιήγητα τα συγχωρείς. Γιατί ξέρεις πως το επόμενο επεισόδιο θα είναι καλύτερο.
(Γράφτηκε για το περιοδικό "Κ" της "Καθημερινής")
11 Οκτ 2012
James Bond for Dummies
Χρειάζεται να περάσει μισός αιώνας, να ανοίξουν τα αρχεία των κρατών και η υστερινή γνώση να σβήσει από το υποσυνείδητο προκαταλήψεις και φανατισμούς που γεννιούνται την στιγμή των γεγονότων, για να μπορέσει κανείς να γράψει Ιστορία. Τι κάνουμε όμως με την τελευταία 50ετία; Πώς μαθαίνουμε ή ξαναθυμόμαστε τι συνέβη στον πλανήτη από το 1962 μέχρι σήμερα;
Μια ευχάριστη μέθοδος είναι να ξαναπαίξουμε τις 22 ταινίες του «Μυστικού Πράκτωρα 007». Το σύμπαν του Τζέιμς Μποντ λειτουργεί σαν μια κλειδαρότρυπα σε γεγονότα που όρισαν τον (δυτικό) κόσμο τις τελευταίες 5 δεκαετίες. Δεν βλέπεις ολόκληρη την εικόνα, αλλά αυτό που μπορείς να δεις είναι ένα πικάντικο, απολαυστικό, «γεμάτο» θέαμα. Με άπειρες δόσεις Ποπ Κουλτούρας –ενός υποτιμημένου κομματιού της Ιστορίας, ίσως γιατί πριν τα ‘60s δεν υπήρχε καν ως όρος.
Η Ιστορία και η Ποπ Κουλτούρα αποτελούν και το λόγο για τον οποίον μας αρέσει ακόμη ο Μποντ. Παρέα με μερικές ακόμη λεπτομέρειες: Κατ’ αρχάς ο 007 είναι το αρχέτυπο του μοντέρνου action hero. Πάνω σ’ αυτόν χτίστηκε ένα ολόκληρο είδος κινηματογραφικής περιπέτειας που δεν είχε πια για πρωταγωνιστή κάποιο νουάρ ντέτεκτιβ, κάποιο βιβλικό ήρωα ή ένα σκληροτράχηλο στρατιώτη. Ο Τζέισον Στάθαμ οδηγά και δέρνει σαν τον Μποντ, ενώ ο Τζέισον Μπορν αντιγράφει μέχρι και τις μισές συλλαβές απ’ το όνοματεπώνυμό του.
Με εξαίρεση το ανεκδιήγητο «Πέθανε μια άλλη μέρα» (2002), δεν υπάρχουν computer graphics στις περιπέτειες του 007. Μόνο κασκαντέρ και προσεγμένες σε κάθε λεπτομέρεια σκηνές δράσης. Οι ταινίες του είναι απίθανες παραγωγές. Οι σκηνές σχεδόν αληθινές. Ποιος δεν θυμάται το άλμα του Πιρς Μπρόσναν στο κενό, για να προλάβει ένα ακυβέρνητο αεροπλάνο στο «Goldeneye» (1995), το βυτιοφόρο του Τίμοθι Ντάλτον που ισορροπεί στις μισές του ρόδες στο «License to Kill» (1989) ή την καταδιώξη του μικρού αεροπσκάφους που πιλοτάρει ο Ρότζερ Μουρ στο «Octopussy» (1983); Ακόμη και οι ταινίες της δεκαετίας του ’60 (με την εξαίρεση ίσως της πρώτης, του περίφημου «Δρ. Νο», που γυρίστηκε με σκοπό να αποτελέσει τον «πιλότο» για μια τηλεοπτική σειρά), ως παραγωγές απέχουν παρασάγγας απ’ ό,τιδήποτε άλλο έβγαινε την εποχή τους. Ξαναδείτε το «Από τη Ρωσία με αγάπη» (1963), για παράδειγμα, ή την –κατά κοινή αποδοχή- καλύτερη ταινία της σειράς, τον «Χρυσοδάκτυλο» (1964).
Παίζουν, βέβαια, ρόλο και οι τοποθεσίες. Τα νησιά Πι Πι στην Ταϊλάνδη, είναι ένα από τα πιο όμορφα σημεία στον κόσμο. Τα γνωρίσαμε σαν «το σπίτι» του κ. Σκαραμάνγκα, του «Ανθρώπου με το Χρυσό Πιστόλι» (1974). Η Ούρσουλα Άντρες δεν αναδύεται από τη θάλασσα ενός οποιουδήποτε νησιού. Το φόντο του «Δρ. Νο» (1962) είναι η εξωτική Τζαμάικα. Το αρχηγείο του Μπλόφελντ στο «Στην Υπηρεσία της Αυτού Μεγαλειότητος» (1969) είναι το πανέμορφο εστιατόριο «Πιτζ Γλόρια» στην κορυφή του Σίλθορν, στις ελβετικές Άλπεις... Στο «Τhunderball» (1965) ξεχνάς τον απολαυστικό κακό, τον Εμίλιο Λάργκο, και το άγχος σου μην σκοτώσει τον ήρωα, όσο απολαμβάνεις την υποβρύχια καταδίωξη με τα ψαροντούφεκα, που χάρισε και στην σειρά των ταινιών του 007 ένα Όσκαρ (στα ειδικά εφέ).
Οι περιπέτειες του Μποντ είναι κινητές καρτ ποστάλ. Ως εκ τούτου, αποτέλεσαν το τέλειο όχημα για ολόκληρες διαφημιστικές καμπάνιες. Ο 007 ως εργαλείο μάρκετινγκ (θυμίσου τα Rolex Submariner των Κόνερι και Μουρ, τις BMW του Μπρόσναν και, βέβαια, την εναλλαγή της Bollinger με την Dom Perignon ως «επίσημης» σαμπάνιας από ταινία σε ταινία) είναι κι αυτός ένας λόγος για την αγάπη μας. Όλα είναι ωραία σε μια διαφήμιση. Αθώα. Και οι περιπέτειες του Μποντ μοιάζουν με μεγάλες διαφημίσεις όσο καμμία άλλη ταινία.
Είναι και τα κορίτσια του, βέβαια. Είναι και ο ίδιος. Εκείνες ποθητές, πανέμορφες, συνεπείς εκπρόσωποι της εποχής τους. Οι εκθαμβωτικές καμπύλες της Όνορ Μπλάκμαν – Πούσι Γκαλόρ στον «Χρυσοδάκτυλο», το βγαλμένο από διαφήμιση λακ μαλλί της Μπάρμπαρα Μπαχ – Ρωσίδας κατασκόπου στο «Η κατάσκοπος που μ’ αγάπησε» (1977), τα συγκλονιστικά μάτια της Εύας Γκριν – Βέσπερ Λιντ στο «Casino Royale» (2006)...
Και οι Μποντ, ραμμένοι στην Saville Row (Κόνερι και Μουρ), από τον Brioni (Μπρόσναν) ή από τον Tom Ford (Κρεγκ), πάντα ωραίοι, πάντα πρότυπα στυλ, πάντα οδηγώντας τα πιο εντυπωσιακά αυτοκίνητα και παίζοντας με τα πιο εξελιγμένα γκάτζετ, αναδύονται ατσαλάκωτοι από υπερβολικά άκομψες καταστάσεις για να πετάξουν μια ατάκα που βρίθει από βρετανικό φλέγμα. Ο 007 τα κάνει όλα τόσο προσιτά, τόσο απλά. Ξέρεις ότι είναι απίθανο να αντιδρούσες έτσι, αν βρισκόσουν στη θέση του, αλλά όχι και αδύνατο.
Όμως σχεδόν ξεχάσαμε την Ιστορία και την Ποπ Κουλτούρα. Το πώς ο Γιούρι Γκαγκάριν γίνεται ο πρώτος άνθρωπος στο διάστημα το 1961 (για να φιλοξενηθεί σε μια φωτογραφία του «Από τη Ρωσία με Αγάπη», δύο χρόνια μετά). Το πώς ο Ψυχρός Πόλεμος βρίσκεται στο απώγειό του στα ‘60s, αλλά αντικαθίσταται από νέους δαίμονες στη συνέχεια: Ναρκωτικά στα ‘70s, στο κορυφαίο «Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν» (1973), βαρώνοι των media στα ‘90s, όπως ο Έλιοτ Κάρβερ του «Το αύριο ποτέ δεν πεθαίνει» (1997). Και, βέβαια, ο Μποντ θα πάει στο διάστημα με το «Moonraker» (1979), όταν κάνει σουξέ ο «Πόλεμος των Άστρων», θα ντυθεί μουσικά με τους Duran Duran («A View to a Kill» - 1985) και την Adele («Skyfall» - φέτος), θα εκμεταλλευτεί την ιαπωνική υπεροχή των ‘60s, τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο και την επικράτησή των Ιαπώνων στην αυτοκίνηση («Ζεις μονάχα δυο φορές» -1967)...
Τελικά, αν το καλοσκεφτεί κανείς, ο λόγος που μας αρέσει ακόμη τόσο πολύ ο Μποντ είναι ο εξής: Όλα τα παραπάνω (η τρέχουσα ιστορία, η ποπ κουλτούρα της, ένα τραγούδι για τους τίτλους, το κοκτέιλ και το κορίτσι της εποχής, η αντρική μόδα, το εξωτικό τοπίο – τουριστικός προορισμός) ως επαναλαμβανόμενα στοιχεία μιας επιτυχημένης συνταγής κάνουν τις ταινίες του 007 κάτι σαν μια τηλεοπτική σειρά με μεγαλύτερη από το σύνηθες διάρκεια. Και σε μια τηλεοπτική σειρά, στην οποίαν είσαι εθισμένος, εύκολα συγχωρείς ένα κακό επεισόδιο. Γιατί ελπίζεις ότι το επόμενο θα είναι καλύτερο.
9 Οκτ 2012
50 χρόνια James Bond. 007 αφορμές για γιορτή
(Με το "Skyfall" να έρχεται μέσα στο Νοέμβριο, το ΠΠC ετοιμάζεται να φιλοξενήσει μια μακρά σειρά κειμένων που θα συνεχίσουν την παράδοση του "The 007 Countdown" που εγκαινιάστηκε πριν το "Quantum of Solace". Αν δεν ξέρεις για τι μιλάμε, οφείλεις να τα διαβάσεις όλα. Είναι η πεμπτουσία του Πο Πο Culture! και ο καλύτερος οδηγός που θα βρεις ποτέ για τις ταινίες του Μυστικού Πράκτορος 007.)
Ας μην μπούμε καν στην διαδικασία να απορήσουμε με την έννοια «Παγκόσμια Ημέρα James Bond». Ας κάνουμε τη χάρη στον εαυτό μας απλώς να την απολαύσουμε. Ακομπλεξάριστα. Και με λίγο στυλ.
Ακολουθούν 7 «best of the best» από την 50ετή καριέρα του 007 στη μεγάλη οθόνη. Μπορείτε να τα μετατρέψετε σε tips. Να απολαύσετε το καλύτερο κοκτέιλ (και το πιο όμορφο κορίτσι), να γελάσετε με την καλύτερη ατάκα, να προσπαθήσετε το πιο τρομερό κασκαντεριλίκι (not), να κάτσετε, τέλος πάντων, μέσα σήμερα και να δείτε την καλύτερη ταινία της σειράς James Bond. Ή να απολαύσετε τις JamesBondομαχίες που θα προκύψουν από την εντελώς υποκειμενική λίστα που έστησα:
001. Το καλύτερο κοκτέιλΤο εξής ένα: Βότκα-μαρτίνι. Κουνημένο, όχι ανακατεμένο. Για κάποιον εντελώς αδιανόητο λόγο υπάρχουν μπάρμεν σήμερα –ακόμη και σε «κοκτεϊλικώς ψαγμένα» μαγαζιά του κέντρου– που όταν τους λες «βότκα μαρτίνι», βάζουν πάγο, βότκα και λίγο Martini Bianco και σού σερβίρουν ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους αυτή την αηδιαστική σούπα. Έλεος, κύριοι!
Βότκα-μαρτίνι μπορεί να σημαίνει μόνο ένα πράγμα: Μια εναλλακτική του πιο κλασσικού κοκτέιλ, του dry martini, με τη βότκα να αντικαθιστά το τζιν ως βασικό συστατικό και μια φλούδα λεμονιού αντί της ελιάς στο γαρνίρισμα. Είναι ένα από τα πιο δυνατά και διακριτικά την ίδια ώρα κοκτέιλ και –προσωπική μου άποψη– ιδανικό για το ξεκίνημα της βραδιάς, ειδικά αν υπάρχει και φαγητό στη συνέχεια. Όποιος θέλει να το δοκιμάσει σπίτι, μπορεί να το φτιάξει πανεύκολα. Θα χρειαστεί ένα σέικερ (εκτός αν το αναμείξει με το κουταλάκι, αυτό που μετά βδελυγμίας απορρίπτει ο 007 ως «ανακατεμένο» – ταιριάζει περισσότερο στο κλασικό κοκτέιλ, με το τζιν), μπόλικο πάγο και ένα ποτήρι του μαρτίνι (το ψηλό, τριγωνικό, κολωνάτο) και βέβαια ξηρό βερμούτ και βότκα.
Η συνταγή: Κατ’ αρχάς γεμίζεις με πάγο το άδειο ποτήρι του μαρτίνι. Γεμίζεις με πάγο μέχρι τη μέση και το σέικερ. Ρίχνεις στο σέικερ 3-4 μεζούρες βότκα και ένα κουταλάκι extra dry βερμούρ (σαν το Martini Extra Dry – προσοχή, όχι το σύνηθες Martini Bianco!) και το κουνάς. Βγάζεις τον πάγο από το ποτήρι, σουρώνεις και τον πάγο από το σέικερ, όσο γεμίζεις το παγωμένο ποτήρι με το επίσης παγωμένο περιεχόμενο του σέικερ. Γαρνίρεις με μια φλούδα λεμονιού στο μήκος ενός δακτύλου και στο πάχος του μισού. Καταναλώνεις αμέσως, πριν ζεσταθεί.
002. Η καλύτερη ατάκα
Το φλεγματικό χιούμορ του James Bond είναι παροιμιώδες. Έχετε σίγουρα στο μυαλό σας τώρα τον Roger Moore (ειδικά αυτόν, που έχει πρωταγωνιστήσει και στις πιο «κωμικές» από τις ταινίες της σειράς) και τον Sean Connery να κοιτάζουν δήθεν ατάραχα και να ξεστομίζουν κάτι επικά ξεκαρδιστικό. Αλλά την καλύτερη ατάκα της ιστορίας του 007 την έχει πει ο τεράστιος George Lazenby, το 1969, στο «Στην Υπηρεσία της Αυτού Μεγαλειότητος». Στην αρχική σκηνή, πριν καν πέσουν οι τίτλοι, σώζει μια καλλονή από την αυτοκτονία, αλλά και από τους διώκτες της (από διπλό κακό δηλαδή). Κι εκείνη, αντί να ορμήσει στην αγκαλιά του, απλά φεύγει. Ο Lazenby γυρίζει προς τον φακό και χαμογελώντας παρατηρεί «Αυτό δεν συνέβη ποτέ στον άλλο τύπο», υπονοώντας τον ως τότε James Bond, Sean Connery, που έριχνε τα κορίτσια απλά και μόνο εμφανιζόμενος στην κάμερα.
003. Το καλύτερο αυτοκίνητοΠολλά έχουν γραφτεί για την Aston Martin DB5 που ο Sean Connery διαλύει στο εργοστάσιο του «Χρυσοδάκτυλου», για να την παραλάβει και πάλι άθικτη από τον Q στο «Επιχείρησις: Κεραυνός» και η οποία θα επιστρέψει φέτος για χάρη του Daniel Craig. Αλλά, ας σοβαρευτούμε. Όταν υπάρχει η Lotus Esprit S1 Turbo που στο «Η Kατάσκοπος Που Μ’ Αγάπησε» μετατρέπεται σε υποβρύχιο, αλλάζοντας για πάντα την ιστορία της αυτοκίνησης, όλα τα υπόλοιπα δίτροχα, τρίτροχα και τετράτροχα (και νταλίκες) που οδήγησε ποτέ ο Bond, μοιάζουν με αυτοκινητάκια Matchbox.
004. Το καλύτερο gadgetO αναπτήρας που γίνεται το χρυσό πιστόλι του «κακού» Σκαραμάνγκα; Το κινητό τηλέφωνο - τιμόνι της BMW 750 στο «Το Aύριο Ποτέ Δεν Πεθαίνει»; Τα γυαλιά με τις ακτίνες Χ που επιτρέπουν στον Pierce Brosnan να βλέπει τις ζαρτιέρες των κοριτσιών και τα πιστόλια των αγοριών στο «Ο Κόσμος Δεν Είναι Αρκετός»; Χμμμμ, τα gadgets του 007 και των αντιπάλων του είναι αναρίθμητα. Απρόβλεπτα. Εξωφρενικά. Αλλά αγαπημένο μου είναι ένα: Το Rolex Submariner του «Ζήσε Κι Άσε Τους Άλλους Να Πεθάνουν». Αυτό με το μαγνήτη. Που ο Roger Moore χρησιμοποιεί για να ξεκουμπώσει το φόρεμα της Miss Caruso και να εισπράξει την ατάκα της "Sheer magnetism, darling". Γιατί το καλό το gadget δεν είναι αυτό που κάνει αυτό που ο Q το έχει κατασκευάσει για να κάνει. Το καλό το gadget είναι αυτό που σε κάνει να το θυμάσαι για πάντα. Όχι τυχαία, σε μια δημοπρασία πέρσι στη Γενεύη, το εν λόγω ρολόι έπιασε κάπου 350.000 ευρώ…
005. To καλύτερο stunt
Στην προ τίτλων σκηνή του “Goldeneye” ο Pierce Brosnan ξεπερνάει σε υπερβολή και τις πιο τραβηγμένες σκηνές του "Rambo". Βουτάει από ένα γκρεμό για να προλάβει ένα ακυβέρνητο αεροπλάνο που πέφτει στο κενό. Μπαίνει μέσα, το πιλοτάρει και περνάει επιδεικτικά πάνω από τους κακούς την ώρα που το αρχηγείο τους γίνεται γης μαδιάμ… Τι άλλο θες;
006. Το καλύτερο Bond girlAυτή η επιλογή είναι πιο δύσκολη κι απ’ το να διαλέξεις τον καλύτερο Bond (που είναι ο Roger Moore, εννοείται). Με τις Ursula Andress, Britt Ekland, Halle Berry να έχουν γράψει τέτοια ιστορία για τις εμφανίσεις τους με τα μαγιώ, θα νομίζεις ότι η μπίλια τώρα θα κάτσει κάπου εκεί. Αλλά όχι. Γιατί στον "Χρυσοδάκτυλο", η Honor Blackman υποδύεται την Pussy Galore (τι όνομα! Βγαλμένο από πορνοταινία των 80s), το αρχετυπικό, δηλαδή, κορίτσι του 007, με τις καμπύλες του, το μαλλί κομμωτηρίου, ξανθό και στιλπνό, με κοφτερές ατάκες και επικίνδυνες συνήθειες. Και –το κορυφαίο–, λεσβία στο βιβλίο του Ian Fleming.
Στο IMDB την πιο ψηλή βαθμολογία την έχει μαζέψει το «Casino Royale» (7.9), ένα δέκατο πάνω από τον «Χρυσοδάκτυλο». Στα internetικά polls είναι πάλι οι δυο τους που κονταροκτυπιούνται για την πρώτη θέση. Οι «πιουρίστες» fans θα ψέλλιζαν κάτι για το «Από τη Ρωσία με αγάπη» και το «Δρ. Νο». Ο «Δρ. Νο» είναι αντικειμενικά μετριότατος, αλλά είναι η πρώτη ταινία της σειράς, οπότε φέρει ειδικό βάρος. Και το «Από Tη Ρωσία Mε Aγάπη» είναι όντως εξαιρετικό, αλλά δεν είναι ακριβώς 007. Στην πραγματικότητα, είναι στην τρίτη ταινία της σειράς, στον «Χρυσοδάκτυλο» του 1964 που συστηνόμαστε πραγματικά με τον ήρωά μας. Τα βίτσια του, το στυλ, τα gadgets, το αρχετυπικό κορίτσι (βλ. παραπάνω), όλα είναι εδώ. Και αν δεν έχεις δει ποτέ σου ούτε μία ταινία James Bond, από εδώ πρέπει να ξεκινήσεις.
Αλλά είναι δεδομένο ότι έχεις δει. Γι’ αυτό και θα εκτιμήσεις περισσότερο την δική μου επιλογή για την πρώτη θέση. Ταξίδεψε στο 1973 και απόλαυσε τον Roger Moore, στη πρώτη του εμφάνιση ως «Πράκτωρ 007», να αποδομεί τον James Bond και να τον ξαναστήνει με μαγικό τρόπο. Το «Ζήσε Κι Άσε Τους Άλλους Να Πεθάνουν», αποκαθηλώνει όλα τα στερεότυπα που ήξερες μέχρι τότε. Μέχρι και οι κακοί δεν είναι πράκτορες του Ψυχρού Πολέμου ή κάποιοι που εκβιάζουν τον κόσμο με ανατινάξεις και άλλα τέτοια φαιδρά. Είναι πραγματικοί κακοί, τύποι που πουλάνε ναρκωτικά και καλύπτονται από πολιτικούς. Και, βέβαια, το τραγούδι τίτλων το έχει γράψει ο Sir Paul McCartney. Αν και, αν με ρωτήσεις για το αγαπημένο μου κομμάτι, μάλλον θα σου τραγουδήσω το επικό “Thunderball” του Tom Jones.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
8 Οκτ 2012
#mousikomaxies. Tomorrow
Ίδιος τίτλος άλλο τραγούδι. Ποιο είναι το καλύτερο "Tomorrow" απ' όλα;
Υπάρχουν λέξεις που γίνονται εύκολα τίτλοι τραγουδιών. Το «αύριο», ας πούμε, γεμάτο ελπίδα ή απελπισία, γεμάτο υποσχέσεις ή τρόμο, γεμάτο συναίσθημα ή ορθογραφικά λάθη (έλα, παραδέξου ότι τις μισές φορές βάζεις δύο “m” και ένα “r” στο “tomorrow”) είναι μια λέξη ταμάμ για τίτλος τραγουδιών. Δεν της έχουν αντισταθεί ούτε οι πιο μεγάλες μπάντες του πλανήτη. Ποιος όμως έχει τραγουδήσει το καλύτερο “tomorrow” απ’ όλα;
U2 (από το “October” του 1981)
Τότε που ο Edge είχε αφάνα και ο Bono ήταν τόσο συμπαθής, τα τραγούδια των U2 ήταν γεμάτα συναίσθημα. Ειδικά το “Tomorrow”, ένα κομμάτι που ο Bono έγραψε για τη μάνα του, την οποίαν είχε χάσει όταν ήταν μικρός, και που ξεκινά με μια ανατριχιαστική εισαγωγή με ιρλανδέζικες γκάιντες, ήταν η πηγή πολλών δακρύων και ο λόγος που μια ολόκληρη γενιά μεγάλωσε θεωρώντας τους U2 την καλύτερη μπάντα όλων των εποχών.
Silverchair (από το “Frogstomp” του 1995)
Την εποχή που μεσουρανούσαν οι Pearl Jam και που ο θάνατος του Kurt Cobain ήταν ακόμη πρώτο θέμα συζήτησης, ένα χρόνο μετά, το «αύριο» οποιουδήποτε πιτσιρικά γούσταρε να παίζει μουσική δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο από grunge. Οι Αυστραλοί Silverchair με το ντεμπούτο τους προσπάθησαν να αποδείξουν στον κόσμο ότι είναι οι πιο άξιοι αντιγραφείς των Pearl Jam. Αλλά, μέσα στην παντελή έλλειψη πρωτοτυπίας και έμπνευσης, δεν έλειπαν τα τραγούδια που η ξεπατικωσούρα καθόταν καλά. Και το “Tomorrow” ήταν το κορυφαίο από αυτά.
Kiss (από το “Unmasked” του 1980)
Σε ένα άλμπουμ φουλ στα «γεμίσματα», αυτό ήταν το πιο «γέμισμα» απ’ όλα. Το “Unmasked” είναι το πιο ξεχασμένο από τις δουλειές των Kiss στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 και όχι τυχαία. Ήταν μια ξεπέτα του κερατά. Και το “Tomorrow”, ένα από αυτά τα τραγούδια που κανονικά διακυβεύουν το «αύριο» μιας μπάντας. Δύο χρόνια αργότερα, όμως, κυκλοφόρησαν το “Creatures of the Night” και απεκατεστησαν την τάξη…
Morrissey (από το “Your Arsenal” του 1992)
Μετά το απογοητευτικό “Kill Uncle” της προηγούμενης χρονιάς, ο Morrissey χρειαζόταν κάτι που να αποδεικνύει ότι υπήρχε «αύριο» γι’ αυτόν και χώρια από τους Smiths. Το “Your Arsenal” είναι ίσως ο πιο ροκάδικος, ο πιο δυναμικός δίσκος της σόλο καριέρας του και το “Tomorrow” τοποθετήθηκε στρατηγικά στο τέλος του, για να τον κλείσει με την καλύτερη υπόσχεση.
Europe (από το “Out Of This World” του 1988)
Ήταν το άλμπουμ που ήλθε μετά το “Final Countdown”. Και ήμουν 13 ετών. Και χορεύαμε «μπλουζ» στα πάρτυ με τα κορίτσια που γουστάραμε. Για κάτι τέτοια τραγούδια και τις αναμνήσεις που μας άφησαν, θα υμνώ για πάντα το hair metal των 80s.
James (από το “Wah Wah” του 1994)
Ξέρω, είναι δείγμα coolness να κοροϊδεύεις τους James και την προσήλωση του ελληνικού κοινού σ’ αυτούς, αλλά πρέπει να φοράς πραγματικά παρωπίδες για να μην μπορείς να εκτιμήσεις το μεγαλείο του “Laid” (1993), ενός από τα πιο επιδραστικά άλμπουμ των 90s. Παράλληλα με αυτό, δούλευαν –παρέα με τον Brian Eno– κι εκείνο το περίεργο “Wah Wah”. Στην ουσία ήταν μια σειρά από τζαμαρίσματα, από ανολοκλήρωτα κομμάτια και θορύβους, τα «απόνερα» κατά κάποιο τρόπο του “Laid” –ένα “behind the scenes” ηχητικό ντοκιμαντέρ για ένα σπουδαίο άλμπουμ. Ανάμεσα στα 23 του –ο Θεός να τα κάνει– τραγούδια, υπήρχε και ένα ολοκληρωμένο. Με αρχή, μέση, ρεφρέν και τέλος. Το “Tomorrow”. Ίσως το καλύτερο κομμάτι που έγραψαν ποτέ οι James και σίγουρα ο δικός μου νικητής για τις σημερινές #mousikomaxies.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
4 Οκτ 2012
Κατάφεραν τα smartphones να σκοτώσουν την πλήξη;
Προσπαθώ να παραμείνω παραδοσιακός commuter. Ίσως και υπερβολικά παραδοσιακός. Σε βαθμό γραφικότητας δηλαδή. Τον τελευταίο καιρό πασχίζω να στριμώξω στην τσάντα μου την 1.400 σελίδων Ιστορία της Ευρώπης του Norman Davies, για τη μιάμιση ώρα στο τρένο μπρος και πίσω από τη δουλειά. Γύρω μου, βέβαια, όλο και περισσότεροι παίζουν με τα δάχτυλά τους πάνω σε ένα smartphone καθ’ όλη την διάρκεια της άχαρης μετακίνησης.
Κάποιος μπουμπουνάει θυμωμένα πουλιά σε γουρούνια, άλλος τσεκάρει το Facebook του, οι πιο «προχώ» συνθέτουν ευφάνταστες ιστοριούλες των 140 χαρακτήρων για το Twitter. Κάποιος ίσως και να διαβάζει την Ιστορία της Ευρώπης του Norman Davies από κάποιο γαμάτο app που αγνοώ και που θα ελαχιστοποιούσε τον πόνο στον αυχένα μου από το βάρος της τσάντας. Δεν υπάρχει πια κενός χρόνος. Το smartphone έχει δώσει τη λύση.
Ήμουν κι εγώ φανατικός οπαδός του στην αρχή. Και, το ομολογώ, με βολεύει ουκ ολίγες φορές και τώρα: Δεν είναι δυνατόν να κουβαλάω βιβλία όλη την ώρα. Στο αυτοκίνητο, περιμένοντας ένα ραντεβού που άργησε θα κάνω ένα πέρασμα από το timeline μου, να απολαύσω τον καβγά της ημέρας και να πυροδοτήσω κι εγώ το κλίμα με τίποτε #mousikomaxies. Στην ουρά στην Εφορία ανοίγω το chat με τους συναδέλφους για να λύσω κανα-δυο θεματάκια και να μην τα βρω μαζεμένα όλα όταν γυρίσω στο γραφείο. Και το βράδυ, μέχρι να μου φέρει το ποτό ο μπάρμαν, θα το βγάλω από την τσέπη και θα τσεκάρω στο Foursquare αν βρίσκεται εκεί ή στο διπλανό μαγαζί κάποιος γνωστός.
Με λίγη προετοιμασία και λίγη όρεξη, μπορείς να γεμίσεις κάθε δευτερόλεπτο της άλλοτε πλήξης σου με κάτι που αφορά ένα app και ένα δάχτυλό σου. Κάποτε για να τσεκάρεις τα e-mails σου ή για να πάρεις κανα πρωτάθλημα με την ΑΕΚ, έπρεπε να βρεθείς μπροστά στον υπολογιστή σου (για το δεύτερο χρειαζόσουν και το Football Manager και λίγη έρευνα για να φέρεις όλους τους «ελεύθερους» που θα εξελίσσονταν σε παικταράδες από την πρώτη κιόλας χρονιά). Τώρα το κάνεις και στα όρθια. Και παντου. Και γιατί όχι;
Χμ, έχω κανα-δυο λόγους γιατί όχι. Κάποιοι από αυτούς ευθύνονται για το βαρύ βιβλίο στην τσάντα μου. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι δεν διαβάζω πια. Ακόμη και στην αίθουσα αναμονής του γιατρού (ή στον κουρέα), τα περιοδικά που κάποτε μού εξασφάλιζαν τα προς το ζην, άρχισα τα αγνοώ. Tα φιλτράκια του Hipstamatic έμοιαζαν να έχουν περισσότερο ενδιαφέρον.
Στο δρόμο, το βλέμμα σταμάτησε να ξεφεύγει. Το «έξω από το παράθυρο» αντικαταστάθηκε από ένα «μέσα στην οθόνη». Βαθιά χωμένος, εξίσου αφηρημένος, αλλά με παραστάσεις υπερβολικά όμοιες, χοντροκομμένα «κοινές». Και στο μπαρ; Χαμένο και το φλερτ, χαμένη και η άσκοπη παπαρολογία, η επικοινωνία με τον άλλον, για να το πω πιο κομψά. Ούτε καν «μήπως ξέρεις ποιο κομμάτι είναι αυτό;» δεν ρωτούσα πια. Είχα για σύμβουλο το Shazam.
Φέτος είναι η χρονιά – κλειδί για τα smartphones. Στις ΗΠΑ (και κάτι μου λέει πως ισχύει το ίδιο και στην Ελλάδα), οι κάτοχοι smartphones είναι πλέον περισσότεροι από εκείνους που χρησιμοποιούν απλό κινητό. Το 2012 ορίζει το χρονικό σημείο από το οποίο το τηλέφωνο έπαψε να είναι απλά ένα τηλέφωνο. Τόση διασκέδαση και τόση ευκολία να κάνεις τις δουλειές σου, όλα μέσα στην παλάμη σου, λογικό είναι να πεις αντίο στην πλήξη.
Ή μήπως όχι; Ήδη κάποιες μελέτες δείχνουν πως η χρήση του smartphone κάθε ώρα και στιγμή αφαιρούν μεν από το «κενό» την βαρεμάρα του, αλλά ισοπεδώνουν και όλο τον υπόλοιπο χρόνο, τον «γεμάτο», κάνοντάς τον τελικά βαρετό. Λειτουργεί σχεδόν σαν την σχέση του καπνιστή με το τσιγάρο. Με την «θέλω να έχω κάτι στα χέρια μου» έννοιά του. Όχι, η λύση δεν είναι να πάρεις κομπολόι.
Η σύγχρονη κοινωνία σε θέλει σε διαρκή εγρήγορση. Και ένα smartphone στα χέρια σου είναι το απόλυτο όπλο για να ικανοποιήσεις τις απαιτήσεις της. Το ζήτημα είναι αν αυτό το θες κι εσύ. Γιατί, γεμίζοντας κάθε δευτερόλεπτο της ζωής σου με την ευκολία ενός app, χάνεις κάτι από την δημιουργικότητα με την οποία αντιμετώπιζες την βαρεμάρα παλιότερα, όταν τα κινητά δεν ήταν «έξυπνα», όταν δεν υπήρχαν κινητά. Η υπερπληροφόρηση από κάθε πλευρά, κάθε στιγμή, αφήνει λίγο χώρο για τις δικές σου σκέψεις. Και η παροχή τόσης γνώσης, τελικά εξοστρακίζει τη γνώση που ο ίδιος διψάς για να αποκτήσεις, αυτήν που θα έμενε στο μυαλό σου για πάντα.
Αν είσαι από αυτούς που παλιά, πριν το iPhone, σκότωναν το χρόνο τους ζωγραφίζοντας λιοντάρια σε χαρτοπετσέτες, σκαρώνοντας μελωδίες με σφυρίγματα, ή φαντασιωνόμενοι γυμνές τις κοπέλες που περνούσαν από μπροστά τους (για να το κάνω και λίγο kinky), σκέψου το ξανά πριν το βγάλεις από την τσέπη. Aς το στην ησυχία του και ξαναγίνε δημιουργικός. Αν, πάλι, είσαι από τους άλλους, που έπαιρναν τηλέφωνο κάθε γνωστό τους, ουρλιάζοντας στα αυτιά των γύρω τους, τότε ξέχνα όσα διάβασες ως εδώ. Αλληλούια στο WhatsApp και το Facebook που σε κρατάνε μακριά μου όσο προσπαθώ να διαβάσω την Ιστορία μου.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
3 Οκτ 2012
Cat Power: Η εναλλακτική βασίλισσα της ποπ
Μια ματιά στα charts του Billboard μέσα στον Σεπτέμβη θα έφερνε μια εύλογη απορία: Ποια είναι αυτή η Cat Power και τι γυρεύει στο Νο. 10 το άλμπουμ της, το “Sun”; Οι συνήθεις φίλοι της Cat Power, βέβαια, δεν θα αναρωτιόντουσαν κάτι τέτοιο, δεν θα έμπαιναν καν να χαζέψουν τα charts στην εποχή των streams και των δωρεάν downloads μέσω Internet, ούτε θα ασχολιόντουσαν με την εμπορική επιτυχία του “Sun”. Γι’ αυτούς η συζήτηση είχε να κάνει με το αν το νέο της άλμπουμ είχε όντως την εξωστρέφεια που υποσχόταν ο τίτλος του, αν σήμαινε μια στροφή της τραγουδοποιού προς πιο ηλεκτρονικά ηχοτρόπια ή αν, στα σαράντα της, είναι το ίδιο φρέσκια με τότε που πρωτοέκανε εντύπωση, στα ‘90s.
Ναι, η Cat Power δεν είναι κάτι νέο. Και στους “indie κύκλους” δεν είναι κάτι άγνωστο. Το αντίθετο μάλιστα. Είναι η μια indie star. Είναι η εναλλακτική βασίλισσα της ποπ. Και τον τίτλο δεν της τον δίνουμε εμείς αυθαίρετα, επειδή κάποιο φθινοπωρινό μεσημέρι την συναντήσαμε ανέλπιστα ψηλά σε μια λίστα με πωλήσεις άλμπουμ. Όχι, τον τίτλο τον έχει κερδίσει η ίδια, με μια συνεπή πορεία που συμπληρώνει πια 20ετία και που είναι γεμάτη με όλα τα στοιχεία που κάνουν έναν καλλιτέχνη αντισυμβατικό, ιδιαίτερο, εναλλακτικό.
Το γεγονός ότι αυτοί οι περίφημοι “indie κύκλοι”, οι hipsters που λατρεύουν να χλευάζουν αυτό που αποθέωναν χθες και να ψάχνουν για το επόμενο είδωλο πριν προλάβει ο υπόλοιπος κόσμος καν να συνέλθει από τον ενθουσιασμό του με αυτό που του πρότειναν πριν λίγες μέρες, την Cat Power δεν την απέβαλαν ποτέ από το πάνθεόν τους. Και η μουσική της, η ποιότητα των τραγουδιών της ή οι συναυλίες της, δεν είναι ο μόνος λόγος, όπως εύκολα θα καταλάβει κανείς από όσα ακολουθούν.
Sex, drugs & rock n’ roll
Η Σαν (από το Σαρλίν) Μάρσαλ είναι η αποθέωση του αντισυμβατικού. Το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο, για παράδειγμα, δεν ήταν αποτέλεσμα μελέτης για κάτι εύηχο και πιασάρικο για το κοινό. Ήταν μια αυθόρμητη απόφαση όταν την ώρα που έφευγε από την πιτσαρία που δούλευε πιτσιρίκα στην Ατλάντα, για να πάει να παίξει σ’ ένα υπόγειο με τη μπάντα της, έμπαινε μέσα ένας άντρας που φορούσε ένα διαφημιστικό καπελάκι που έγραφε “Cat Diesel Power”. Όταν μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, στα 20 της, κράτησε για τον εαυτό της το όνομα που είχε δώσει στο γκρουπ της.
Πήρε μαζί και το τότε αγόρι της, τον Γκλεν Θράσερ. Ήταν αυτός που της έμαθε μουσική, παρ’ ότι ο πατέρας της, ο Τσάρλι Μάρσαλ ήταν ένας ικανός blues πιανίστας. Όταν η οργισμένη Σαν έφυγε από το σπίτι της μάνας της, στα 16 της και πήγε να ζήσει μαζί του (είχαν χωρίσει όταν ήταν μικρό παιδί), ο Τσάρλι δεν την άφηνε καν ν’ αγγίξει το πιάνο του...
Το απωθημένο έγινε δημιουργική ενέργεια, ο Γκλεν Θράσερ ένα είδωλο και η Νέα Υόρκη μια Μέκκα. Στα 20 της έπαιζε πειραματική τζαζ, αλλά και γνώριζε έναν κόσμο γεμάτο ναρκωτικά και παράξενες φιγούρες. Ήταν τυχερή που σε μια συναυλία την είδε ένα στέλεχος των Sonic Youth και την υποστήριξε να βγάλει δίσκο. Η Cat Power αποκόπηκε από την παλιά της παρέα και τις καταχρήσεις τους, κρατώντας όμως κάποιες συνήθειες.
Ο ορισμός της singer/songwriter
Η μουσική της, από τη άλλη, μια σκοτεινή συνέχεια εκείνου που έκανε η Σουζάν Βέγκα, μια μείξη Μπομπ Ντίλαν, Τζόνι Μίτσελ, αλλά και Sonic Youth και PJ Harvey, δημιούργησε ένα ολόκληρο είδος που έκτοτε ανέδειξε σημαντικότατες γυναίκες τραγουδοποιούς, σαν την Feist και την Bat For Lashes (ναι, και τη συνήθεια, αντί για όνομα, να χρησιμοποιούν καλλιτεχνικό ψευδώνυμο).
Κάθε της κυκλοφορία ήταν αντικείμενο αποθέωσης από τους κριτικούς (όπως, βέβαια και το ένατό της άλμπουμ, το φετινό “Sun” που έρχεται 6 ολόκληρα χρόνια μετά την τελευταία της πρωτότυπη δουλειά), αλλά ήταν η συμπεριφορά της στην σκηνή ή η ανάμειξή της σε χίλιες άλλες καλλιτεχνικές δραστηριότητες που την κρατούσαν περισσότερο στην πρώτη γραμμή της “indie” επικαιρότητας: Σόου που δεν τέλειωναν ποτέ γιατί ήταν πολύ μεθυσμένη για να συνεχίσει να τραγουδάει. Μια απόφαση να σταματήσει τη μουσική, που αναιρέθηκε όταν μια νύχτα ξύπνησε από ένα φοβερό εφιάλτη και κάθισε κι έγραψε 11 τραγούδια (!) μέχρι το πρωί, τα οποία αποτέλεσαν και το καλύτερό της, ίσως, άλμπουμ, το “Moon Pix”. Εμφανίσεις στις πασαρέλες, όταν στις αρχές της περασμένης δεκαετίας έγινε μούσα του Marc Jacobs για το «νεο-γκραντζ» στυλ της. Διαφημιστικά και ταινίες (πάντα για εναλλακτικές φίρμες και σκηνοθέτες). Και πολλές, επεισοδιακές σχέσεις...
Ο χωρισμός από τον τελευταίο της έρωτα, τον σπουδαίο ηθοποιό (και γνωστό Σαϊντελόγο) Τζιοβάνι Ρίμπιζι συνέπεσε με την κυκλοφορία του “Sun”. Κάποιοι έσπευσαν να βρουν ψήγματα της σχέσης αυτής στη μουσική της. Αυτό που θα βρουν είναι μάλλον η απελπισία της μπροστά στην χρεοκωπία: Προσπάθησε να φτιάξει μόνη της ένα στούντιο για να ηχογραφήσει το άλμπουμ, σχεδόν φαλήρισε και από το 2007 μπαινόβγαινε στις νευρολογικές κλινικές. Τι κι αν σαραντάρισε πια; Η Cat Power είναι η βασίλισσα της ποπ –πάντα θα κάνει τίτλους. Σαν την Madonna, αλλά προσθέστε κι ένα «εναλλακτική» για να έχετε πιο ολοκληρωμένη εικόνα.
(Γράφτηκε για το "Κ" της "Καθημερινής")
Βρισιές, βιασμοί, ρατσισμός, ηρωίνη: Δεν είναι το νέο βιβλίο του Irvine Welsh, αλλά της J.K. Rowling
Μια σύνοψη όσων γράφονται αυτές τις μέρες για το νέο βιβλίο της J.K. Rowling, για να ξέρεις ποιο είναι το θέμα, από την αρχή:
Διαβάζεται; Σε αντίθεση με το “50 Shades of Grey”, ναι.
Αξίζει; Εξαρτάται με τι το συγκρίνεις. Και ως τι το διαβάζεις. Αν είσαι οπαδός του "Harry Potter" και περιμένεις κάτι παρομοίως μαγικό, άστο. Αν είσαι φίλος της γραφής της J.K. Rowling και θες να δεις πώς εξελίσσεται, τότε θα σού αρέσει πολύ.
Θα εκδιδόταν αυτό το βιβλίο αν δεν το είχε γράψει η J.K. Rowling δηλαδή; Πιθανότατα ναι.
Αλλά δεν θα πήγαινε και για κανα βραβείο, έτσι; Μην είσαι και τόσο σίγουρος. Ή μάλλον, το συγκεκριμένο μάλλον δεν θα έχει τέτοια τύχη, αλλά αποδεικνύει ότι η J.K. Rowling είναι καλή συγγραφέας σε περισσότερα από ένα είδη. Από την στιγμή που έδωσε τέλος στη σειρά "Harry Potter" και πλέον καταπιάνεται με κάτι νέο, το “The Casual Vacancy” είναι μια καλή υπόσχεση για το μέλλον.
Πάμε τώρα και στο τι ακριβώς συμβαίνει: Ως γνωστόν, η πλουσιότερη συγγραφέας όλων των εποχών αποφάσισε πως ο λόγος της περιουσίας της (τα βιβλία της σειράς “Harry Potter”) δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα. Και ότι, αφού πια έχει λύσει το οικονομικό της πρόβλημα, μπορεί να ασχοληθεί με κάποιο άλλο είδος λογοτεχνίας. Από τη μία γιατί αυτό ξέρει να κάνει και από την άλλη για να αποδείξει στον κόσμο ότι είναι καλή και σε κάτι άλλο εκτός από τα παιδικά βιβλία με μάγους.
Το “The Casual Vacancy” είναι μια πικρή σάτιρα της μικρής κοινωνίας μιας βρετανικής κωμόπολης. Μικροαστικό, γεμάτο ψέματα και κακεντρέχειες, μουντό. Άρα αποτυπώνει μια χαρά την σύγχρονη αγγλική κοινωνία. Ομοιότητες με τη σειρά “Harry Potter” –τουλάχιστον από αυτά που διαβάζω στις πρώτες κριτικές- δεν φαίνεται να έχει, πέραν τούτου: Οι χαρακτήρες που ξεχωρίζουν είναι κυρίως οι έφηβοι(είναι πολλοί οι πρωταγωνιστές του “The Casual Vacancy”– δεν υπάρχει κεντρικός ήρωας). Δεν έχουν τη μαγεία του Harry Potter και των φίλων του, αλλά και η σειρά του μικρού μάγου δεν έγινε τόσο επιτυχημένη μόνο λόγω των περιπετειών του. Η σκιαγράφηση των χαρακτήρων και ο εσωτερικός τους κόσμος έπαιξε τεράστιο ρόλο.
Αυτό που αλλάζει κυρίως είναι η τεχνική στη γραφή της J.K. Rowling, που γίνεται πιο σύνθετη και, βεβαίως, η θεματική της που πλέον περιέχει πράγματα που δεν θα μπορούσες ποτέ να διαβάσεις σε ένα βιβλίο “Harry Potter”: Ναρκωτικά, πορνογραφία, βιασμοί, βρισιές. Το παρακάνει; Μάλλον όχι. Εκτός κι αν η επιλογή του θέματός της έγινε με βάση αυτόν ακριβώς το γνώμονα, να βγάλει επιτέλους από μέσα της όλα αυτά που δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τόσα χρόνια. Οι συγκρούσεις των πολιτών μιας κωμόπολης εξυπηρετούν μια χαρά αυτόν το σκοπό.
Κοινώς, να ασχοληθούμε ή όχι; Καλώς ή κακώς ο “Harry Potter” και το franchise του αποτελούν ένα κομμάτι της σύγχρονης ποπ κουλτούρας. Η συγγραφέας του πάει μαζί με αυτό. Όσο ακόμη κρατάει η λάμψη του μικρού μάγου, είναι αυτονόητο ότι θα ασχολούμαστε και μαζί της. Στο χέρι της είναι το αν θα μείνει κοντά μας για περισσότερο καιρό από αυτό. Αλλά, ας είμαστε αντικειμενικοί. Ελάχιστοι κατάφεραν την μετάβαση από το ένα είδος στο άλλο με επιτυχία. Πήρε καιρό στον Roald Dahl και το παράδειγμα του T.S. Eliot δεν είναι και το πιο αντιπροσωπευτικό. Οι υπόλοιποι κάπου χάθηκαν στην πορεία. Αν η J.K. Rowling τα καταφέρει, τότε δεν θα μιλάμε μόνο για την πιο πλούσια, αλλά και για μια από τις σημαντικότερες συγγραφείς της Iστορίας.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
28 Σεπ 2012
Mumford & Sons - Babel
Mumford & Sons
Babel
(Σεπτέμβριος 2012)

Έγραφα την περασμένη εβδομάδα εδώ: «Και γι’ αυτό κυρίως προβληματίζομαι, γιατί όλα τους τα τραγούδια είναι αργόσυρτα και γλυκερά και λείπει εκείνο το “Little Lion Man” στοιχείο που εκτόξευε το ντεμπούτο τους.» Αναφερόμουν στα κομμάτια που γνωρίζαμε ότι θα χωρούσαν στο νέο άλμπουμ των Mumford & Sons, το “Babel” αφού τα είχαμε ακούσει σε διάφορες ζωντανές συναυλίες τους.
Ξεχνούσα, όμως, ότι και το “Sigh No More”, το ξέφρενο ντεμπούτο τους του 2010 (ΟΚ, του 2009…) που τόσο είχα λατρέψει, βασιζόταν κυρίως σε ήπιες, μελαγχολικές μπαλάντες, αλλά ήταν έτσι στημένο που να εκτοξεύεται από τα πιο ξεσηκωτικά τους κομμάτια –τα οποία, με αυτό τον τρόπο, αναδεικνύονταν περισσότερο και σού άφηναν την εντύπωση πως όλος ο δίσκος ήταν μέσα στο κέφι.
Την ίδια συνταγή την ακολουθούν και στο “Babel”, όπως ονομάζεται το sequel. Δεν αλλάζουν απολύτως τίποτε ούτε στο είδος της μουσικής που παίζουν, ούτε στο πώς την κεντάνε μέσα στη ροή του άλμπουμ. Ξέρω ότι πολύς κόσμος –επηρεασμένος βέβαια και από εκείνο το ανεκδιήγητο 2.2 του Pitchfork– θεωρεί τους Mumford & Sons δημιούργημα της μουσικής βιομηχανίας και αυτήν την περίφημη «συνταγή» που περιγράφω, την απορρίπτει μετά βδελυγμίας ως ποταπό εμπορικό κατασκεύασμα.
Μπορεί και να ισχύει αυτό. Αλλά καθόλου δεν με νοιάζει. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Mumford & Sons αποτελούσαν ένα ελπιδοφόρο σχήμα της nu-folk σκηνής του Δυτικού Λονδίνου, με τους Laura Marling και Noah & The Whale να είναι τα πιο γνωστά μέχρι την εμφάνισή τους σχήμα του είδους. Η μουσική βιομηχανία όντως κάποια στιγμή αποφάσισε να ποντάρει πάνω σ’ αυτήν την σκηνή. Αυτό, όμως, σε καμμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι η nu-folk ήταν για τα σκουπίδια. Μπορεί να έγινε λίγο παραπάνω hype απ’ όσο όντως της άξιζε, αλλά η μουσική που έπαιζαν οι Mumford & Sons στο “Sigh No More” ήταν όσο φρέσκια της επέτρεπε να είναι η ιδιότητά της ως παρακλάδι της folk και όσο έκπληξη χρειαζόταν για να κάνει μεγάλη εμπορική επιτυχία. Εμένα, πάντως, με είχε πείσει πολύ πριν τους κάνει σταρ η Universal. Είχα ζαλίσει την ελληνική blogόσφαιρα και το ελληνικό Twitter με την «ανακάλυψή» μου.
Στο “Babel”, λοιπόν, το πακέτο ενισχύεται με μια εξαιρετική παραγωγή (Markus Dravs – βλέπε Arcade Fire) και με μια ευαγγελική εικόνα του Marcus Mumford, του frontman της μπάντας, που αρχίζει πια να θυμίζει αιδεσιμότατο σε κάποια εκκλησία στα Απαλάχια Όρη. Μοιάζει να χρησιμοποιεί το τραγούδι του για να υμνεί κάποιον παλιό Θεό κι όλα αυτά τα δαιμονισμένα μαντολίνα και μπάντζα στο φόντο του παίζουν το ρόλο μιας εκστασιασμένης χορωδίας, γεμάτης με θείο δέος.
Αν καταφέρεις να ξεπεράσεις το γεγονός πως όλη αυτή η ενέργεια πηγάζει από κάτι θρησκευτικό (ή από την ανάγκη της μουσικής βιομηχανίας, έστω, να προβάλει και κάποια «καλά παιδιά»), αν καταφέρεις να αγνοήσεις τη συχνότητα (τεράστια) με την οποία ακούγεται η λέξη “god” στα 63 λεπτά του άλμπουμ, αλλά μείνεις μόνο στη μελωδία και στο πώς αυτή ξετυλίγεται μέσα στα 15 τραγούδια του “Babel” (στην deluxe έκδοση με τα τρία bonus track, εκ των οποίων το ένα είναι μια διασκευή του “Boxer” των Simon & Garfunkel), τότε δεν θα έχεις κανένα λόγο να γκρινιάξεις. Αυτή είναι μια δισκάρα με τα όλα της. Με συναίσθημα, ολοστρόγγυλα τραγούδια που τη μια σε ξεσηκώνουν και την άλλη βουτάνε μέσα σου σαν μανιασμένη επιδημία, να σου ρουφήξουν τα σωθικά, με επικές ενορχηστρώσεις, αλλά και με σχεδόν unplugged στιγμές, με άπειρο χωριάτικο στοιχείο που κάνει το μυαλό σου να ξεφεύγει από τις σκοτούρες της καθημερινής πάλης με τα θηρία της πόλης.
Πλάκα πλάκα, ξανακούγοντάς το τώρα μια ακόμη φορά, και έχοντας φτάσει στο “Boxer”, συνειδητοποιώ ότι ο δίσκος θυμίζει Simon & Garfunkel όσον αφορά στην διάθεση που σου βγάζει. Και αυτό μόνο καλό μπορεί να είναι.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
27 Σεπ 2012
10 κορυφαία love songs που δεν περιέχουν την λέξη "Love" στον τίτλο
Για μένα το απόλυτο κομμάτι αγάπης είναι το L-O-V-E του Nat King Cole. Δεν είναι ό,τι πιο αγαπησιάρικο έχει βγει ποτέ, αλλά τα χωμένα βαθειά μέσα στο ζουμί του έρωτα τραγούδια είναι τόσα πολλά, που έπρεπε να βρω ένα άλλο κριτήριο για να ξεχωρίσω κάποιο. Απέφυγα τα συναισθηματικά (με ποια π.χ. μελωδία έχω συνδέσει τον παιδικό μου έρωτα, και άλλα τέτοια σαχλά) και κατέληξα στο L-O-V-E για τον εξής απλό λόγο: Έχω σπουδάσει Φιλολογία και ως εκ τούτου έχω μια ιδιαίτερη αγάπη για τα παιχνίδια με τις λέξεις και τα γράμματα. Και για την λέξη “love”, ποια καλύτερη περιγραφή από κάτι που γράφεται ακριβώς έτσι; L-O-V-E;
Κάπως έτσι σκάρωσα και το επόμενο παιχνίδι μου (Homo Ludens γαρ): Ποιο είναι το απόλυτο κομμάτι αγάπης ΧΩΡΙΣ να μιλάει γι’ αυτήν στον τίτλο; Έβγαλα μια λίστα με 10. Για κάποια από αυτά, πάω και στοίχημα ότι όποιος δεν προσέχει τους στίχους (εγώ το κάνω πολύ συχνά), δεν θα είχε καταλάβει καν ότι επρόκειτο για love songs.
Σοβαρές υπόνοιες υπάρχουν πως αυτή η περίφημη “lady” του τραγουδιού δεν είναι κάποιος έρως, αλλά κάτι άλλο. Λευκό. Σκόνη. Κάποτε ο Keith Richards είχε δηλώσει ότι το τραγούδι μιλάει για τις ευτυχισμένες και τις δύσκολες στιγμές μιας περιοδείας. Fuck yeah!
Φορές που ακούγεται η λέξη love: 0
Θυμάσαι το «Say Anything» του Cameron Crow; 1989. Ο John Cusack με το boombox κάτω από το παράθυρο της λεγάμενης; Α μπράβο! Τι κομμάτι έπαιζε το boombox θυμάσαι;
Φορές που ακούγεται η λέξη love: 2
Αφού έχεις ακούσει τον Slash να κάνει ακόλαστο σεξ στην κιθάρα του για 30 δευτερόλεπτα, μετά απλώς συνεχίζεις με ιδρωμένο head banging και slamdancing στέλνοντας την high school sweatheart σου ακόμη πιο μακριά σου, αηδιασμένη. Κανένας έρωτας, καμμία αγάπη. Τι λες τώρα;
Φορές που ακούγεται η λέξη love: 4 (όταν ο Axl αντικαθιστά, ως μη όφειλε, το “child” με το “love” στο ρεφραίν).
Ένα κομμάτι που ξεκινάει με το «ξύπνα να σου πω κάτι, γιατί τελειώνει ο Σεπτέμβρης και επιτέλους πρέπει να πάω στο σχολείο» απλά δεν σού αφήνει περιθώρια να φανταστείς ότι πρόκειται για κάτι λιγότερο από έναν ύμνο στην αλητεία. Κι όμως, πρόκειται για την ρομαντική ιστορία ενός ανθρώπου με το μαλλί του Πίκατσου και τη φωνή του Ντόναλντ Ντακ που αγαπάει κάποια Μάγκι Μέι, η οποία του κάνει τη ζωή δύσκολη. Έπος!
Φορές που ακούγεται η λέξη love: 2
Την κάνει να νιώσει σαν γυναίκα με τα όλα της. Ναι, αλλά πώς; Δεν μας λέει. (Α, όχι, μας λέει… Στον 5ο στίχο, λίγο πριν το ρεφραίν: Your love was the key to my peace of mind).
Φορές που ακούγεται η λέξη love: 1
Εντάξει, η αγάπη σε καίει, σε καίει, σε καίει. Αλλά πες μου εσύ με αυτόν τον ρυθμό, αυτές τις καραμούζες και εκείνη την διαφήμιση της Levi’s πόσο ερωτικό τον θεωρείς τον ύμνο αυτό!
Φορές που ακούγεται η λέξη love: 2
«Πάντα ήθελα να σε δω να λούζεσαι την μωβ βροχή». Χμ. Έλα τώρα που είναι ερωτικό το κομμάτι. «Αν ξέρεις γιατί τραγουδάω εδώ πέρα, εμπρός, σήκωσε το χέρι σου». Ε; Για τι τραγουδάς; Για την αγάπη; Για το ροζ φρου φρου γύρω από το λαιμό σου; Για την σωστή χρήση του echo στο μικρόφωνο;
Φορές που ακούγεται η λέξη love: 0
Ποιος είπε ότι τα αγόρια με το μαύρο ρίμελ δεν μπορούν ν’ αγαπήσουν και ν’ αγαπηθούν;
Φορές που ακούγεται η λέξη love: 2 (η λέξη heaven, πάλι, 1)
Τόσο ερωτικό, τόσο γλυκό, τόσο σπαρακτικό, τόσο έπος. Κι όμως, δεν λέει ΠΟΥΘΕΝΑ τη λέξη αγάπη! Θρίαμβος.
Φορές που ακούγεται η λέξη love: 0
Εγώ νόμιζα ότι ήταν διαφήμιση της Express Service…
Φορές που ακούγεται η λέξη love: 2
26 Σεπ 2012
Το φαινόμενο Killers και η αδιαμφισβήτητη ψυχαγωγική του αξία
Ας το παραδεχτούμε: είναι εύκολο, είναι απολαυστικό, είναι εκτονωτικό να κράζεις τους Killers. Είναι hip. Εύκολο γιατί σού έχουν δώσει ουκ ολίγες φορές το δικαίωμα. Απολαυστικό γιατί σου χαρίζει την έξτρα εμπειρία να τα βάζεις με ανυπεράσπιστα κοριτσάκια που ακόμη παθαίνουν οργασμούς με το που ο Brandon Flowers ψελλίζει “Somebody Told Me”. Εκτονωτικό γιατί μούφα δουλειές βγάζουν κι άλλοι «μεγάλοι», αλλά αυτοί είναι ιερά τέρατα και δεν σου πάει η καρδιά να τους κοροϊδέψεις. Ενώ τους Killers… Από το Λας Βέγκας; Με αυτές τις φάτσες, την ποζεριά, τα ντυσίματα; Έλα τώρα, μην το πολυψάχνουμε, οι Killers είναι ο ορισμός της «μπάντας για κράξιμο».
Εγώ, πάλι, επιμένω να τους συμπαθώ και να τους υπερασπίζομαι. Όχι γιατί είμαι κάποιου είδους αντισυμβατικός παπάρας, ούτε γιατί θεωρώ το φετινό “Battle Born” ή το “Day & Age” του 2008 τίποτε αριστουργήματα. Αλλά γιατί πιστεύω στην κοινή λογική και στην σημασία των μαθηματικών στην ζωή. Αν κάτσεις και βάλεις κάτω όλα τα + και όλα τα – των Killers, το ισοζύγιο παραμένει θετικό. Πολύ θετικό. Και είναι κομματάκι κομπλεξικό να το παραβλέπεις αυτό.
Επίσης, οι Killers όχι τόσο ως μουσικοί, αλλά κυρίως ως ποπ φαινόμενο, έχουν και μια αδιαμφισβήτητη ψυχαγωγική αξία. Γνήσια τέκνα του Λας Βέγκας, βρίσκονται εξαιρετικά κοντά στο κιτς, αλλά καταφέρνουν να το αποφεύγουν με θεαματικό τρόπο, διατηρώντας επάνω τους όση υπερπαραγωγή και όσο λούστρο χρειάζεται για να αποτελούν «αξιοθέατο». Και από όλα τα υπόλοιπα «αξιοθέατα» της μουσικής βιομηχανίας, είναι το πιο κοντινό στην ακουστική μου –και φαντάζομαι και στων περισσοτέρων από τους αναγνώστες του Jumping Fish.
Tην ίδια στιγμή που η Rihanna μου προκαλεί τάσεις προς εμετό με την υπερβολική της αυταρέσκεια και το άθλιο soundtrack που τη συνοδεύει, την ίδια στιγμή που η Madonna με αφήνει με αμηχανία για την ανάγκη της να είναι ακόμη «βασίλισσα» και «ποπ» και «τσαχπίνα», την ίδια στιγμή που η Lady Gaga με ενοχλεί με το πόσο ζυγισμένα προκλητική (άρα καθόλου) εμφανίζεται, οι Killers δεν κάνουν τίποτε περισσότερο από το να ακολουθούν την παλιά, καλή συνταγή του rock n’ roll (άντε, στο λίγο πιο καλοντυμένο του). Τα σουφρωμένα χείλια, το ύφος εραστή και το «είμαστε η καλύτερη μπάντα στο σύμπαν» attitude, σόρι αλλά δεν είναι επινόηση των Killers. Το έχουν εφαρμόσει μεγαθήρια όπως οι Rolling Stones, οι U2 και το σύνολο των hair metal μπαντών των 80s.
Θα μου πεις «και τι σχέση έχουν οι Killers με τους Stones, μωρέ, παλάβωσες;». Δεν θα συγκρίνω τα κατορθώματα ενός παιδιού 8 ετών με τα επιτεύγματα μιας μπάντας που έχει ήδη βγάλει μισό αιώνα. Αλλά θα επιμείνω στο πιο ισχυρό μου επιχείρημα περί στήριξης των Killers: ποιος αμφισβητεί ότι το “Hot Fuss” και το “Sam’s Town” δεν είναι δύο από τα σπουδαιότερα pop/rock άλμπουμ του αιώνα ως τώρα; Ποιος δεν έχει χύσει τόνους ιδρώτα χορεύοντας το “Mr. Brightside” και ποιος δεν έχει βραχνιάσει τραγουδώντας το “Read Μy Mind”; Και πόσοι από εσάς δεν αγοράσατε το Guitar Hero μόνο και μόνο για να παίξετε το “When You Were Young”; Επίσης, δεν βρήκα κακό ούτε το “Day & Age”. Εκτός από τους ντίσκο πειραματισμούς στην αρχή, ο δίσκος περιείχε ουκ ολίγα πολύ σπουδαία τραγούδια στη συνέχεια. Αλλά ποιος κάθισε να τον ακούσει ολόκληρο; Είπαμε: υπήρχε ανάγκη για κράξιμο και όταν βρέθηκε το θύμα, άρχισαν τα βιολιά.
Όσον αφορά στο ολοκαίνουργιο “Battle Born”, πρέπει να αποφασίσουμε ως τι θέλουμε να το κράξουμε: Ως παραστράτημα από το τίμιο pop/rock που έπαιζαν το 2004; Γιατί δεν είναι. Αντιθέτως, είναι σαφείς οι προθέσεις τους να ξαναπάνε εκεί. Ως αποτυχία επιστροφής στον παλιό τους εαυτό; Δεν πρέπει να βιαστούμε. Ναι μεν λείπουν οι ύμνοι που θα δονήσουν μια αρένα, αλλά αυτό το πιο σοφιστικέ (όσο σοφιστικέ μπορεί να γίνουν οι Killers) και ήρεμο στυλ, προδίδει απλά μια ωριμότητα. Είναι και 8 χρόνια μεγαλύτεροι από το “Mr. Brightside”. Ως συνέχεια μιας αποτυχημένης απόπειρας για σόλο καριέρες; Συγγνώμη, αλλά αν ο Brandon Flowers θεωρούσε συνέχεια των Killers αυτές τις μπούρδες που έγραψε στο 18μηνο που η μπάντα «έκανε διάλειμμα», δεν θα τα υπέγραφε με το όνομά του, αλλά ως Killers –είναι κάτι παραπάνω από frontman, σχεδόν του ανήκουν. Οπότε ούτε και οι τωρινοί Killers είναι συνέχεια της σόλο καριέρας του Flowers. Τα δύο projects είναι εντελώς διαφορετικά, με άλλες προθέσεις και άλλο κοινό.
Όσον αφορά στο μέλλον, κρατάω το τωρινό θετικό ισοζύγιο, 2 κορυφαία και 2 συμπαθέστατα άλμπουμ, μια σειρά από συναυλιακά σόου που αποδεικνύουν πως το ποπ χωράει στη ροκ και ένα style icon που προσωπικά με εμπνέει (χίλιες φορές τα παπιγιόν του Flowers από την άπλυτη γενειάδα του Devendra, ας πούμε) και περιμένω τουλάχιστον μια εντυπωσιακή επιστροφή στην πρώιμη σπιρτάδα τους. Το έκαναν, άλλωστε και οι Coldplay, ακριβώς στο σημείο που είχαμε αρχίσει να τους χρησιμοποιούμε ως σάκο του μποξ…
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
25 Σεπ 2012
10 άλμπουμ που έρχονται (για να σώσουν τη χρονιά;);
Το έξω ξανακαταθέσει: kατά την ταπεινή μου γνώμη, η φετινή σοδειά δεν θα δώσει κάποιο grand cru. Η βροχή ήταν λίγη, το χώμα έμεινε άνυδρο, η καλλιέργεια προβληματική. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες προτίμησαν το συμβολικό και «στρογγυλό» 2010 για να τα δώσουν όλα. Κάποιοι δεν πρόλαβαν, αλλά γέμισαν έτσι και το πρώτο μισό του 2011 με σπουδαίους δίσκους. Από το περσινό φθινόπωρο, όμως, δεν έχει βγει ακόμη το άλμπουμ – σημείο αναφοράς, ούτε το σύνολο της παραγωγής είναι τέτοιο που να μού δίνει την εντύπωση πως θα θυμόμαστε το 2012 για κάτι ιδιαίτερο όταν θα έχουν περάσει μερικά χρόνια.
Εκτός κι αν…
Εκτός κι αν η δεκάδα πολυαναμενόμενων άλμπουμ που ακολουθεί (και που θα κυκλοφορήσουν μέσα στον Οκτώβριο τα περισσότερα) φέρει τα πάνω κάτω:
Green Day – “¡Uno!”
Green Day – “¡Dos!”
Green Day – “¡Tré!”
Δεν θα κλέψω. Θα μετρήσω τα "Uno", "Dos" και "Tré" (μέσα σε ισπανικά θαυμαστικά, που δεν μπορώ να τρώω μισή ώρα κάθε φορά για να βάζω) ως ένα άλμπουμ και όχι ως τρία, για να μου βγει ευκολότερα η δεκάδα. Το 1994, αυτοί οι post-grunge punkers συνέδεσαν μια καλή το όνομά τους με την εφηβεία μας, χάρη στο εκρηκτικό “Dookie”. Το 1995 κράτησαν την νεανική μας μανία και οργή ζωντανή με το πανέξυπνο “Insomniac” και μετά εξαφανίστηκαν σε μέτριες δουλειές για μια δεκαετία. Το 2004, με το “American Idiot” μας απέδειξαν ότι δέχτηκαν τελικά να μεγαλώσουν κι αυτοί μαζί μας, σ’ ένα πολιτικοποιημένο, επικό new punk μανιφέστο. Και τώρα θέλουν να το πάνε ένα, ή μάλλον τρία βήματα ακόμη πιο πέρα αν και οι φήμες λένε ότι η πολιτική φεύγει και η εφηβική αλητεία επανέρχεται.
Daphni – “Jiaolong”
Ίσως το νέο όνομα του Dan Snaith, που τον έχουμε λατρέψει κυρίως ως Caribou, να παραπέμπει στο Δαφνί. Αυτό με το τρελλάδικο. Γιατί εκεί θα καταλήξουμε όσοι μπούμε στο ακόμη πιο cluby τριπάκι του. Ως Caribou μας έστειλε στις πίστες με ενθουσιασμό, αλλά ως Daphni φαίνεται ότι έχει σκοπό να μας γυρίσει σε πιο core καταστάσεις, τύπου πάρτυ στα Οινόφυτα και το Αλεποχώρι. Αντέχεις;
Bat For Lashes – “The Haunted Man”
Από δύο ενδεικτικά κομμάτια που έχουμε ήδη ακούσει, το “Laura” και το “Marilyn”, είναι σαφές ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Και δεν μιλάω μόνο για την αγαπημένη της τιτλοφόρηση με μικρά ονόματα, συνήθως γυναικών. Αναφέρομαι κυρίως σ’ αυτό το στοιχειωτικό, μυστικιστικό της τραγούδισμα – σήμα κατατεθέν, που όμως αποδίδει μια ευχάριστη, εξυψωτική ποπ. Και πολύ μου αρέσει που δεν αλλάζει τίποτε. Γιατί τα “Fur and Gold” και “Two Suns” ήταν από τα αγαπημένα μου άλμπουμ της περασμένης δεκαετίας. Και πολλών από εσάς, απ’ ό,τι μαθαίνω.
Neil Young – “Psychedelic Pill”
Πολλοί υποστηρίζουν ότι τον δίσκο της χρονιάς ως τώρα τον έχει βγάλει ο Bob Dylan. Αυτό από μόνο του κάνει το νέο άλμπουμ του Neil Young «πολυαναμενόμενο». Μια μονομαχία δεινοσαύρων σε μια φαινομενικά αδιάφορη χρονιά, ίσως μας ταρακουνήσει λίγο.
Soundgarden – “King Animal”
Από τότε που διαλύθηκε αυτή η συγκλονιστική μπάντα που πριν από κάτι χιλιετίες έβγαλε ένα αριστούργημα σαν το “Badmotorfinger”, η προσωπική καριέρα του Chris Cornell έχει πάει από το κακό στο χειρότερο. Με αποκορύφωμα την διασκευή ενός κομματιού του από τον Χρήστο Δάντη –ή μάλλον, την ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ στην διασκευή ενός κομματιού του από τον Χρήστο Δάντη. Για την ακρίβεια, δεν ήταν διασκευή, ήταν αντιγραφή της ιδέας του Chris να διασκευάσει σε slow version το “Billie Jean” του Michael Jackson. Αλλά επαναλαμβάνω: ο Cornell ασχολήθηκε με τον Δάντη. Εκεί έχει ξεπέσει. Τέλος πάντων, 16 χρόνια μετά την τελευταία της δουλειά, η μπάντα θα επιστρέψει ενωμένη και με υποσχέσεις να ξαναφέρει μια ‘90s αύρα για να προσθέσει μποφόρ στο πρώτο ανάλογο αεράκι που φύσηξαν φέτος οι Smashing Pumpkins. Είθε.
Mumford & Sons – “Babel”
Το προσωπικό μου πολυαναμενόμενο άλμπουμ της χρονιάς. Με πολύ άγχος μήπως τα παλληκάρια δεν με βγάλουν ασπροπρόσωπο για εκείνη την υποστήριξη στην Blogovision του 2010 (και την ιστορική 12η θέση που κατέλαβαν!). Το τι θα παίζουν είναι πάνω κάτω γνωστό, αφού έχουμε ακούσει ουκ ολίγα νέα τους κομμάτια. Και γι’ αυτό κυρίως προβληματίζομαι, γιατί όλα τους είναι αργόσυρτα και γλυκερά και λείπει εκείνο το “Lion Man” στοιχείο που εκτόξευε το ντεμπούτο τους. Για το οποίο δεν γίνεται να μην υπενθυμίσω τη βαθμολογία του Pitchfork: 2.2. Xε.
MGMT – “MGMT” (tbc)
Δεν είναι σαφές αν θα προλάβουν να το έχουν έτοιμο μέσα στο 2012, ούτε αν θα είναι όντως άτιτλο ή, τέλος πάντων, self-titled. Αυτό, όμως που ξέρουμε είναι ότι έχουν τελειώσει οι ψυχεδελικές τους εκδρομές (πιθανότατα έπειτα από μεγάλη γκρίνια της δισκογραφικής τους) και το νέο άλμπουμ δεν θα μοιάζει με το “Congratulations” (που αγαπήσαμε κάποιοι), αλλά με το “Oracular Spectacular” (που αγαπήσαμε όλοι).
Crystal Castles – “Crystal Castles”
Κάθε φορά και καλύτεροι –ή τουλάχιστον έτσι θα θέλουμε να πούμε όταν βγει και το τρίτο self-titled ηλεκτρονικό σφυροκόπημά τους. Ελάχιστες έως μηδενικές πληροφορίες έχουμε για το πού θα κινηθούν φέτος, αλλά είναι μάλλον απίθανο να πάνε κάπου όπου θα περάσουν απαρατήρητοι.
Flying Lotus – “Until The Quiet Comes”
Κατά πάσα πιθανότητα θα είναι ένα άλμπουμ που θα απαξιωθεί από την hipster ομήγυρη που τον αποθέωνε μέχρι σήμερα, αφού ο Flying Lotus φαίνεται ότι εγκαταλείπει το σκοτεινό μονοπάτι του dubstep για πιο R'n’B λεωφόρους. Από την άλλη, με τον Frank Ocean να έχει κάνει τέτοιο σουξέ φέτος, δεν είναι απίθανο οι δυο τους να ξεκινήσουν μια νέα τάση για τον indie κόσμο και το νέο dubstep να είναι αυτό που θα ακούσουμε στο “Until The Quiet Comes”.
Ty Segall – “Twins”
Δεν είμαι ακριβώς σίγουρος γιατί τον έχωσα στην δεκάδα μου. Ίσως γιατί δεν μπορούσα να βρω κάτι στο μέγεθος των εννιά προηγούμενων (εκτός αν κατέφευγα σε ευκολάκια τύπου Motorhead, Cher ή Guns 'n' Roses, διακινδυνεύοντας την σοβαρότητα όχι μόνο του παρόντος post, αλλά όλου του site). Ο άλλος λόγος είναι ότι ήδη το τελευταίο δωδεκάμηνο έχει βγάλει άλλα δύο άλμπουμ. Lo-fi, garage rock και όσο πιο εναλλακτικός (το λέμε ακόμη αυτό;) πάει, λογικά θα είναι από τα πουλέν της φετινής Blogovision, όταν ολοκληρώσει την τριλογία του, αλλά δεν πρόκειται να πάει πολύ ψηλά γιατί οι ψήφοι του θα διασπαστούν δια τρία.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
24 Σεπ 2012
Dead Can Dance στο Λυκαβηττό: Κατάνυξη, μαστούρα και τριπλό encore.
Δεν πηγαίνεις να δεις live τους Dead Can Dance με προσδοκία να γυρίσεις πίσω έχοντας πάθει αφυδάτωση από τον πολύ χορό. Ούτε με το φόβο ότι τα αυτιά σου θα βουίζουν για όλη την επόμενη εβδομάδα. Επίσης, δεν ελπίζεις σε κάποια συγκλονιστική σκηνική παρουσία, από αυτές που επιβάλουν το στριμωξίδι σου στην πρώτη σειρά, για να μη χάσεις τα καλύτερα. Κοινώς: πηγαίνεις στους Dead Can Dance, ψάχνοντας για μια ωραία καρέκλα να κάτσεις.
Όπερ και έπραξα. Από τα ψηλά της κερκίδας λοιπόν, και απορώντας κομματάκι για τις χιλιάδες του κόσμου που επέλεξαν την αρένα, απόλαυσα χθες στο Λυκαβηττό το δίωρο σόου (αν μπορείς να το πεις έτσι) των Αυστραλών προπατόρων του World Fusion. Ήρεμα, ήσυχα, με ένα ζακετάκι για την δροσιά.
Και στην αρχή ήταν κάπως ανατριχιαστικά. Με τον ήχο τους να μη χάνει στον αθηναϊκό αέρα παρά ελάχιστα από την επιβλητικότητα που έχουν και την κατάνυξη που επιβάλουν οι στούντιο ηχογραφήσεις τους και με το μπρίο της Lisa Gerrard και του Brendan Perry να παραμένει αναλλοίωτο παρά τα 50 και βάλε χρόνια του καθενός τους, με ρούφηξαν αμέσως βαθιά μέσα στο παραμύθι τους, υπενθυμίζοντάς μου γιατί λάτρευα στα νιάτα μου αυτό το παράξενο δίδυμο: oι Dead Can Dance δεν εξερευνούν απλά μουσικές από διάφορα σημεία του κόσμου. Δεν είναι “ethnic”. Είναι μυστικιστές. Είναι φορείς μιας προαιώνιας αλήθειας που η μουσική μεταλαμπάδευε από γενιά σε γενιά μέσα στους αιώνες, όταν ο ρόλος της ήταν λίγο διαφορετικός από αυτόν που παίζει σήμερα. Στο DNA του ήχου της υπάρχουν τα κλειδιά που αποκρυπτογραφούν κάποια μυστικά του δικού σου γονιδιώματος –πράγματα που κουβαλάς μέσα σου από τους μακρινούς σου προγόνους, αλλά δύσκολα τα καταλαβαίνεις. Προκαταλήψεις, φόβους, παρηγοριές, αποκαλύψεις μεταφυσικές.
Αλλά αυτό ήταν απλά μια συναυλία. Και από μια καριέρα 30 ετών (20 στην ουσία, αφού είχαμε και μια δεκαετία χωρισμού του ντουέτου) έπρεπε να διαλέξουν κάποια κομμάτια. Και αυτά τα κομμάτια, όσο περνούσε η ώρα, γινόταν σαφές ότι θα περιορίζονταν στα πιο πρόσφατα, τα πιο «γεμάτα», από τα (δυστυχώς) πιο ethnic άλμπουμ τους. Τα gothic στοιχεία της πρώτης τους εποχής και οι απογυμνωμένες από περιττούς ήχους προσευχές της Gerrard από τα αριστουργηματικά “The Serpent’s Egg” και “Aion” δεν ήταν κυρίαρχα στο setlist. Η κορύφωση δεν ερχόταν, η ανατριχίλα μειωνόταν, κάποια πρώτα χασμουρητά πήραν τη θέση της.
Υπήρχε και ένα ακόμη πρόβλημα, εγγενές στους Dead Can Dance, αλλά που δεν σε πειράζει ότι ακούς τα άλμπουμ τους χωρίς να τους βλέπεις κιόλας. Η Lisa Gerrard, με την εικόνα μιας ιέρειας, και ο Brendan Perry, με την εικόνα ενός συμπαθή παππούλη, είναι δύο διαφορετικά σύμπαντα. Εντελώς. Ο τρόπος που ερμηνεύουν, επίσης, είναι αρκετά ανόμοιος. Μέσα στο άλμπουμ ο ένας συμπληρώνει τον άλλον, αλλά στην συναυλία έμοιαζαν σαν να δίνουν δύο διαφορετικές παραστάσεις. Κι αυτό γινόταν πιο έντονο από το γεγονός ότι η Gerrard αποχωρούσε εντελώς από την σκηνή στα κομμάτια που τραγουδούσε ο Perry (δες το βίντεο του πιο γνωστού κομματιού που έπαιξαν χθες, του “The Ubiquitous Mr. Lovegrove”, για παράδειγμα). Αλλά και από το ότι η set list ήταν έτσι δομημένη που να πηγαίνει από ένα κομμάτι Gerrard σε ένα κομμάτι Perry κ.ο.κ. Ελάχιστες φορές τραγουδούσαν μαζί (και αυτές ήταν οι κορυφώσεις της συναυλίας). Κάτι που ναι μεν επέτρεψε στο σόου να κρατήσει δύο ολόκληρες ώρες (με 3 encore παρακαλώ!, αλλά που –σε συνδυασμό με την επιλογή των κομματιών όπως προανέφερα– εξαφάνισε τον ενθουσιασμό του κοινού σχετικά νωρίς.
Ο Perry έκανε μια τίμια προσπάθεια να τον επαναφέρει παίζοντας στο μπουζουκάκι του και τραγουδώντας το «Σαν μαστουρωθείς, γίνεσαι ευθύς, βασιλιάς, δικτάτορας, Θεός και κοσμοκράτορας» (είναι γνωστή η λατρεία του για το ρεμπέτικο –εκφράζεται έντονα και στο φετινό τους άλμπουμ) και η Gerrard φρόντισε να κρατήσει τα πιο δυνατά της ρίγη προς το φινάλε και, γενικά, το επίπεδο ανταπόκρισης του κοινού το κράτησαν αρκετά ψηλά. Απλά έχω την αίσθηση πως με λίγο πιο σοφή διαχείριση του απίστευτα πλούσιου υλικού τους και λίγο περισσότερο δέσιμο μεταξύ τους, θα μπορούσαν να κάνουν την εμπειρία μας αξέχαστη (sic).
Όσον αφορά στα οργανωτικά της συναυλίας τώρα, το ότι η σκηνή πήγε δέκα μέτρα πιο πίσω απέδειξε πώς θα έπρεπε να είχαν χειριστεί το πρόβλημα του (πολύ) κόσμου οι διοργανωτές εκείνου του εφιάλτη με τον Morrissey. Χθες, με περίπου 7.000 ανθρώπους στον Λυκαβηττό, όλα κύλησαν ομαλά, χωρίς σπρώξιμο και ασφυξία, πολιτισμένα και όπως θα έπρεπε. Μόνο παράπονο το εξής: στην προπώληση το εισιτήριο θεωρητικά είχε 35 ευρώ, αλλά η DiDi Music εκτύπωσε 4.000 τέτοια. Τα οποία έκαναν φτερά πολύ γρήγορα, οπότε όποιος πήγαινε στον αγενή τυπάκο του Ticket House για να προμηθευτεί το χαρτάκι του, μάθαινε ότι έπρεπε να πληρώσει 40 (η τιμή που θα είχαν τα εισιτήρια που έμειναν για το ταμείο, την ώρα της συναυλίας). Μόνο σε μένα φαίνεται κάπως λάθος αυτό;
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
Η τέχνη του punk στη Hayward Gallery του Λονδίνου
Με τον απολαυστικό τίτλο “Someday All the Adults Will Die” και μια χρονική περίοδο που εκτείνεται από το 1971 ως το 1984, η έκθεση που ξεκίνησε την προηγούμενη εβδομάδα στην Hayward Gallery του Λονδίνου, αποτελεί την πιο αντιπροσωπευτική ματιά στην χειροποίητη γραφιστική της punk.
Τα περισσότερα από τα εκθέματα είναι αφίσες, εξώφυλλα από fanzines, από κασέτες και δίσκους, αλλά και σιδερότυπα (ελπίζω να τα θυμάσαι!) σε t-shirts. Πρωτότυπα έργα των Gee Vaucher, Linder Sterling, Jamie Reid, Gary Panter, John Holmstrom, Raymond Pettibon, Penny Rimbaud κι άλλων επιδραστικών καλλιτεχνών της εποχής είναι τα highlights της έκθεσης που θα διαρκέσει ως τις 4 Νοεμβρίου.
Και κάπου εδώ θα λήξω το a la maniere de Δελτίο Τύπου ύφος του post και θα βουτήξω για λίγο στο τι ακριβώς θα δεις, αν βρεθείς εκεί. Κατ’ αρχάς θα ταξιδέψεις με τη μία στην «παράξενη» εποχή των 70s. Όχι μόνο αισθητικά, αλλά και σε επίπεδο θεματικής. Η κόντρα των punks με τους hippies, για παράδειγμα, είναι διάχυτη σε πολλά από τα εκθέματα.
Κατά δεύτερον, θα πάθεις σοκ με το πώς μια σειρά από DIY κουλαμάρες έχουν επηρεάσει την ποπ κουλτούρα και γενικότερα την σύγχρονη τέχνη. Πώς αυτό που ήταν μια γρήγορη ανακοίνωση, γραμμένη στο πόδι με ένα μαύρο μαρκαδόρο πάνω σε μια κόλλα χαρτί (και που ήθελε να πει κάτι σαν «απόψε στο μπαρ το Ναυάγιο εμφανίζεται ο Φίλιππος Πλιάτσικας με τους Chronical Diarrhea») μετατρεπόταν σε ένα μικρό έργο τέχνης, με τεράστιο συμβολισμό και απίστευτη ένταση στις εντυπώσεις που άφηνε.
Όπως και τα πάντα γύρω από την punk, έτσι και η γραφιστική της ήταν άμεση, προκλητική, «άτεχνη». Για τα ίδια έργα σήμερα, θα πλήρωνες διόλου ευκαταφρόνητα ποσά. Αυτό που τότε δήλωνε μια ταυτότητα περισσότερο λόγω ανάγκης και πενιχρών μέσων, σήμερα είναι άποψη, ψαγμένο, ιδιαίτερο. Σήμερα που θες να πρωτοτυπήσεις ξεφεύγοντας από την «ασφάλεια» της τεχνολογίας της γραφιστικής, πολύ θα ήθελες έναν τσαμπουκαλεμένο με μοϊκάνα να σου στήσει την εταιρική ταυτότητα (ή και όχι).
Το να αντικαταστήσεις το κεφάλι μιας γυμνής κούκλας με ένα σίδερο, ας πούμε, σε κάνει να σκέφτεσαι «τι θέλει να πει ο ποιητής;». Στην πραγματικότητα δεν ήθελε να πει τίποτε. Ήθελε να φτιάξει ένα φτηνό εξώφυλλο για το νέο single κάποιων Buzzcocks. Το να βάλει απλά μια γυμνή κούκλα δεν θα ήταν εξίσου προκλητικό. Το κοινό ίσως και να μην καταλάβαινε ότι το συγκρότημα έπαιζε punk…
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
19 Σεπ 2012
Αλληλούια: Ξεκίνησε η 3η σεζόν του Downton Abbey
Κάπως ταιριαστά πήγε να δροσίσει απότομα ο καιρός. Ας μην συμβεί η μετάβαση στο φθινόπωρο ακόμη (θέλω κι εγώ να απολαύσω το παρατεταμένο ελληνικό καλοκαίρι), αλλά ας συμβαίνει για λίγο κάθε Κυριακή (ή μάλλον κάθε Δευτέρα βράδυ). Κυριακή προβάλλεται το "Downton Abbey" στο ITV, Δευτέρα προβάλλεται ενώπιον των ελληνικών καναπέδων και των ιδιοκτητών και φίλων αυτών που έσπευσαν να το προμηθευτούν από τις παράνομες και επικίνδυνες λεωφόρους του Internet. Γιατί πρέπει να το βλέπουμε με δροσιά; Μάλλον δεν έχει τύχει να παρακολουθήσεις ούτε ένα επεισόδιο, έτσι;
Σκέψου, ας πούμε, ότι η πιο ηλιόλουστη σκηνή στην ιστορίας της σειράς είχε το πιο ζοφερό φινάλε: Την ανακοίνωση της κήρυξης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Βρισκόμασταν, βέβαια, ακόμη στον πρώτο της κύκλο. Γιατί στον δεύτερο δεν θυμάμαι να υπήρχε έστω και μία που να μπορείς να την ονομάσεις ευτυχισμένη στιγμή και να το χρωματίσεις με ηλιαχτίδες.
Η τρίτη σεζόν ξεκίνησε την Κυριακή και μπήκε κάπως πιο χαμογελαστή (τέλειωσε και ο πόλεμος βλέπεις) και μας μεταφέρει στο 1920. Είναι όντως λίγο πιο λαμπερή –πρόκειται για ένα δάνειο από το Χόλιγουντ που φέρνει η guest star Shirley MacLaine που έπαιξε στο πρώτο και θα παίξει και στο δεύτερο επεισόδιο του νέου κύκλου–, αλλά ακόμη απέχει από το να θεωρείται «καλοκαιρινή». Ας δροσίζει, λοιπόν, μια φορά την εβδομάδα, ας ρίχνει και μια καταιγιδούλα. Αρκεί να έχουμε προλάβει να γυρίσουμε από το γραφείο και να χωθούμε βαθιά μέσα στην οθόνη μας παρέα με τους ήρωες της πιο ποιοτικής (όχι, βρες μου πιο ταιριαστό επιθετικό προσδιορισμό αν μπορείς) τηλεοπτικής σειράς των τελευταίων ετών.
Περίληψη προηγουμένων
Για όποιον δεν καταλαβαίνει τώρα λέξη απ’ όσα γράφω, αλλά έχει φτάσει ως εδώ κάτω πιστεύοντας ότι σε κάτι σημαντικό αναφέρομαι, ας κάνω μια σύντομη περιγραφή του τι εστί Downton Abbey. Πρόκειται για μια βρετανική τηλεοπτική σειρά εποχής (
Η ιστορία ξεκινάει μετά τη βύθιση του Τιτανικού, την άνοιξη του 2012, και με μεγάλα άλματα (μόνο 8 επεισόδια έχει η κάθε σεζόν, τι περιμένεις;) παρακολουθεί την κοινωνική μετάλλαξη της Μεγάλης Βρετανίας, με κινητήριο μοχλό από τη μία το Μεγάλο Πόλεμο και από την άλλη τις πολιτικές ζυμώσεις με την άνοδο των Εργατικών, προς την εποχή του Δούκα του Ουίνσδορ.
Διαδραματίζεται κυρίως στο Downton Abbey, μια μυθιστορηματική έπαυλη στο Yorkshire (στην πραγματικότητα πρόκειται για το Highclere Castle στο Hampshire, που μπορείς να καταλάβεις τι τουριστικός πόλος έλξης έχει γίνει στο μεταξύ), όπου κατοικεί η οικογένεια του Κόμη του Grantham. Οι ηθοποιοί, με κορυφαίο του χορού τον υπέροχο Hugh Bonneville στον ρόλο του κόμη και σημείο αναφοράς τη συγκλονιστική Maggie Smith στο ρόλο της μητέρας του, δίνουν ρεσιτάλ ερμηνείας με την ικανότητά τους να ερμηνεύουν με εξαιρετικό τρόπο αντιδράσεις σε ιδέες και καταστάσεις που σήμερα θεωρούμε δεδομένες, αλλά που στην δεκαετία του 1910 έφερναν τα πάνω κάτω.
Την παράσταση, βέβαια, κλέβουν οι τρεις κόρες του Λόρδου Grantham και οι ερωτικές τους ιστορίες –γιατί σειρά εποχής με τουαλέτες και σμόκιν και μεγαλοπρεπή σαλόνια χωρίς ρομαντικά ενσταντανέ τι σόι σειρά εποχής θα ήταν;– αλλά και οι υπηρέτριες με τις παράλληλες δικές τους, στους μικρούς κοιτώνες τους. Ή μάλλον, την παράσταση κλέβει το ίδιο το Downton Abbey. Είναι η πρώτη τηλεοπτική υπερπαραγωγή που ο κεντρικός πρωταγωνιστής είναι ένα κτήριο. Κυρίαρχο σε κάθε σκηνή, ευέλικτο για να υποδεχτεί δείπνο αριστοκρατών τη μία και να γίνει νοσοκομείο για τραυματίες πολέμου την επόμενη, είναι το σύμβολο της μετάβασης από την εποχή της αριστοκρατίας σ’ εκείνη της αστικής δημοκρατίας. Ο μπάτλερ και η μαγείρισσά του, ο λόρδος και η λαίδη του, οι καθημερινοί επισκέπτες και ο κακός καιρός (βέβαια!) είναι απλά οι φλέβες και οι αρτηρίες που κινούν το ζωτικό υγρό για να γίνει όλη αυτή η προσπάθεια αλλαγής μια πραγματικότητα. Κάθε Δευτέρα –ή Κυριακή– έχεις μάθημα ιστορίας. Δυστυχώς μόνο για δύο μήνες ακόμη.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
18 Σεπ 2012
Ωραίο το iPhone 5, αλλά ας μιλήσουμε λίγο και για το iPod Nano
Καταρχάς ό,τι ήταν να γράψουμε για το iPhone 5 το έχουμε ήδη γράψει όταν κάναμε τις προβλέψεις μας (πέσαμε σχεδόν σε όλα μέσα). Από 'κεί και πέρα, όλα είναι «περί ορέξεως». Όπως συμβαίνει κάθε φορά που η Apple παρουσιάζει ένα iPhone, οι μισοί το κοροϊδεύουν και οι άλλοι μισοί το αποθεώνουν. Όλοι, πάντως, θα ήθελαν να το αποκτήσουν. Η κουβέντα, τέλος πάντων, είναι περίπου η ίδια και, προσωπικά, την βρίσκω κάπως κουραστική και λέω να μην την συνεχίσω. Το iPhone 5 έχει ήδη πεθάνει σαν είδηση για μένα.
Κατά δεύτερον, το iPod Nano είναι ένα πολύ πιο «μουσικό» gadget – και ετούτο το site είναι κυρίως μουσικό. Άρα το ενδιαφέρον μας γι’ αυτό είναι εκ γενετής μεγαλύτερο απ’ ότι για ένα βρωμοτηλέφωνο.
Κατά τρίτον, από την παρουσίαση του τελευταίου iPod Nano προκύπτουν διάφορες ωραίες ειδησούλες και μπόλικα ενδιαφέροντα συμπεράσματα που θα ήταν κρίμα να μείνουν για πάντα στην σκιά του iPhone 5. Γι’ αυτό και το Jumping Fish θα επιτελέσει τον ιερό σκοπό να τα φέρει όλα στην επιφάνεια.
Πάμε λοιπόν: το νέο iPod Nano είναι πιο λεπτό και πιο μακρό από το προηγούμενο. Από άποψη μήκους, δηλαδή, θυμίζει λίγο παραπάνω το προ-προηγούμενο (η ζωή κάνει κύκλους, τα ξέρεις). Στα νέα του χαρακτηριστικά, ξεχωρίζω το home button –η πιο μεγάλη κληρονομιά που το iPhone θα αφήσει στον μάταιο τούτο κόσμο– και τα υπέροχα χρωματάκια της κάσας του. Μερικά ενδιαφέροντα «καλούδια» του είναι οι συνδέσεις Bluetooth (δεν χρειάζεσαι καλωδιάκι για τα ακουστικά και τα ηχεία σου –αν έχεις, εννοείται Bluetooth ηχεία και ακουστικά…) η οθόνη των 2μισι ιντσών και το ότι υποστηρίζει αυτό το φοβερό app της Nike, το Nike+ που μετράει και μαζεύει όλες σου τις γυμναστικές – κοινώς, μπορείς να το χρησιμοποιήσεις και ως training tracker, ακούγοντας και μουσική όσο τρέχεις. Κάτι σε Iron Maiden και “The Loneliness of the Long Distance Runner”, ας πούμε.
Αλλά έχει και δύο αρνητικά. Το ένα για εμάς: το προηγούμενο, τετράγωνο iPod Nano είχε περίπου τις διαστάσεις ενός ρολογιού χειρός (ενός Cartier Santos που είναι και ο «κανόνας» για τα τετράγωνα ρολόγια), πράγμα που οδήγησε διάφορες ευφάνταστες εταιρείες στο να φτιάξουν ειδικά λουράκια και υποδοχές και να το μετατρέψουν κανονικά σε ρολόι. Αυτό πια δεν γίνεται με τη νέα, μακρόστενη μορφή του.
Το δεύτερο αρνητικό, έχει να κάνει με την Apple και όλους αυτούς τους πολέμους που έχουν ξεσπάσει τον τελευταίο χρόνο στο σύμπαν της τεχνολογίας. Δείτε τη φωτογραφία: Όχι δεν είναι το Nokia Lumia, είναι όντως το iPod Nano. Nαι, είναι ολόιδια. Διαφορετικά στις διαστάσεις, μεν, αλλά ολόιδια στο design. Είναι η πρώτη φορά που η Apple έπεται άλλης εταιρείας σε θέμα σχεδιασμού. Και, στο σημείο που έχει φτάσει η ευθιξία όλων των εταιρειών τεχνολογίας (και η διάθεσή τους για μηνύσεις) τις τελευταίες ημέρες, θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε πώς θα αντιδράσουν οι Φινλανδοί.
(Γράφτηκε για το Jumping Fish)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




















