16 Φεβ 2010

Το καλλίτερο άλμπουμ της Norah Jones;


Norah Jones - Chasing Pirates

Norah Jones
The Fall
(Νοέμβριος 2009)

Είχα γνωρίσει τη Νόρα Τζόουνς στα τέλη του 2003 ή στις αρχές του 2004, δεν θυμάμαι τώρα, ήταν πάντως λίγο πριν κυκλοφορήσει το "Feels Like Home" και ήταν σε ένα mini-gig στις Βρυξέλλες που είχε διοργανώσει τότε η ΕΜΙ για τους δημοσιογράφους, εν όψει του 2ού της άλμπουμ μετά το σαρωτικό "Come Away With Me". Η Τζόουνς ήταν άρρωστη, έβηχε κάθε τόσο, και το όλο gig το έκανε κομματάκι αγγαρεία. Έτσι κι αλλιώς ήταν έξω από τα νερά της, μπροστά σε ένα κοινό που δεν είχε πάει για να την απολαύσει, αλλά για να την κρίνει. Και πάλι όμως, την βρήκα αξιολάτρευτη. Ίσως γιατί ακριβώς έδειχνε το πόσο αμήχανα ένοιωθε, ίσως ακριβώς γιατί δεν το έπαιζε σταρ παρά το ένα εκατομμύριο αντίτυπα που είχε ήδη τότε πουλήσει το "Come Away With Me" (αργότερα τα διπλασίασε), ίσως γιατί ζούσε ακόμη τον έρωτά της με τον Λι Αλεξάντερ και δεν δίσταζε να το δείξει, κυττάζοντάς τον στα μάτια όσο εκείνος γρατζουνούσε το μπάσο του χαμογελώντας της, καθ' όλη την διάρκεια του gig.

Για το "Come Away With Me" του 2002 τα έγραψε πολύ όμορφα ο Mr. Arkadin στη μουσική ανασκόπηση της περασμένης δεκαετίας. Για τα δύο άλμπουμ που ακολούθησαν ("Feels Like Home" το 2004 και "Not Too Late" του 2007), δεν χρειάζεται να γραφτούν περισσότερα από τα παρακάτω: Η ίδια καταπραϋντική vocal jazz, απλώς σε σταδιακά πιο νερωμένο και γλυκανάλατο μοτίβο -συν όλο και περισσότερες, αλλά όχι ουσιαστικές, παρεμβολές από τις κάντρι επιρροές της Τζόουνς και του Αλεξάντερ, που -αντιθέτως με το ντεμπούτο- πήραν στη συνέχεια όλο και περισσότερο πάνω τους το συνθετικό κομμάτι της δουλειάς. Στο "The Fall" όμως, ο Λι Αλεξάντερ δεν είναι πια εδώ, έχουν χωρίσει και η Νόρα Τζόουνς, αντί να ψάξει να βρει συνθέτες που θα της ράψουν κομμάτια επάνω στη σπάνια φωνή της, αποφασίζει να κάνει όλη τη δουλειά μόνη.


Norah Jones - Man Of The Hour (Live)

Και τα καταφέρνει μια χαρά. Με μπόλικη ηλεκτρική κιθάρα και ηλεκτρικό πιάνο να φορτίζουν κάπως ροκάδικα των πάντα γλυκερό ήχο της, ξεφεύγει από το ηχόχρωμα της vocal jazz και ακούγεται περισσότερο σαν μια indie singer / songwriter που χαζεύει το ταβάνι ξάπλα στο κρεβάτι της, μέσα στο μισοσκόταδο, λίγο πριν κοιμηθεί. Ο χωρισμός με τον Λι Αλεξάντερ αφήνει κι αυτός ένα μελαγχολικό αποτύπωμα στον ήχο, αλλά κυρίως στον στίχο, και ο παραγωγός της, Τζακ Κινγκ, (έχει συνεργαστεί με τους Kings Of Leon και τον Modest Mouse) αναλαμβάνει τα υπόλοιπα. Η Νόρα Τζόουνς συνεχίζει να τραγουδάει μπαλάντες, αλλά πια δεν είναι ούτε τζαζ, ούτε κάντρι. Είναι ροκ. Κι αν δεν υπήρχε το συγκινησιακό φορτίο που κουβαλάει το ντεμπούτο της, τότε εύκολα θα μπορούσα να πω ότι τούτο 'δω είναι το καλλίτερο άλμπουμ της καριέρας της.






Τι άλλο άκουσα τον Φεβρουάριο...
...και με ενθουσίασε:

Yeasayer
Odd Blood
(Φεβρουάριος 2010)


Είχα γράψει πριν μια αιωνιότητα ότι οι MGMT είχαν κάνει κάτι σπουδαίο. Είχαν κατορθώσει να δώσουν πλήρη έκφραση σε ένα ιδιώμα που μέχρι τότε μπάντες σαν τους Yeasayer απλά ψέλλιζαν. Δεν ξέρω αν το σουξέ των συγχωριανών τους (βλ. Μπρούκλιν) έδωσε νέο κάρβουνο στη μηχανή των Yeasayer, αλλά αυτό που κινούν με το "Odd Blood" δεν είναι απλά υπερταχεία, είναι πιο γαμιστερό κι από τα γιαπωνέζικα τρένα κι από το TGV, κι από τους πυραύλους της Βορείου Κορέας και τα πυρηνικά του Ιράν. Παίζει και να μιλάμε για το άλμπουμ της χρονιάς ήδη από τα μέσα Φεβρουαρίου.




Yeasayer - Ambling Alp

Δηλαδή, όλοι αυτοί που έσφαζαν τις κόρες τους πέρσι στο βωμό των Animal Collective τι θα κάνουν φέτος που οι καλοί μαθητές τους, οι Yeasayer, έχουν προσθέσει κι άλλα synths στα κομμάτια τους, χωρίς όμως να απεμπολούν τις αφρικάνικες και μεσανατολικές επιρροές τους; Το "Odd Blood" χορεύεται μέχρι θανάτου και χορεύεται όχι ανέμελα, αλλά σκεπτόμενα. Περιέχει δε, επικές κομματάρες που από μόνες τους εύκολα διεκδικούν τον τίτλο του "τραγουδιού της χρονιάς". Από το "Ambling Amp", το πρώτο τους single που ακούγεται ακριβώς όπως θα έπρεπε να ακούγονται οι Animal Collective αν δεν ομφαλοσκοπούσαν τόσο, στο "Madder Red" με τις επιρροές από χορευτική ποπ άλλων εποχών, στο καταιγιστικό "O.N.E" που κουβαλάει όλη την ευτυχία της αφρικανικής μουσικής και την μπολιάζει μέσα στην indie electro, κι από εκεί στην χοροπηδάδικη μανία του "Rome" ή την μεσανατολίτικη αύρα του "Strange Reunions", την γιεγιέδικη διάθεση και τα πνευστά του "Mondegreen" και την γλυκιά, παγκοσμιοποιημένη έρημο του "Grizelda", το "Odd Blood" είναι γεμάτο με αριστουργήματα κι είναι γραμμένο για να επηρεάσει όσο λίγα άλμπουμ τη μουσική που θα ακούμε στα επόμενα πέντε χρόνια. (Κι ένα δίδαγμα από αυτό το άλμπουμ: Ποτέ δεν κρίνουμε ένα δίσκο από το εξώφυλλο ή από το πρώτο τραγούδι...)


Yeasayer - O.N.E. (Live)






...και μου άρεσε:


Basia Bulat
Heart Of My Own
(Ιανουάριος 2010)

Μακάρι να είχα μια ξαδέλφη στο χωριό σαν τη Μπάσια, με μαγουλάκια ροδοκόκκινα και κυματιστή φωνή, να ζυμώνει πίτες τραγουδώντας ρουστίκ ύμνους στη φύση και τον παιδικό έρωτα -κάπου κάπου αγαθούς, κάπου κάπου μελαγχολικούς, κάπου κάπου γεμάτους ξεσπάσματα ελεγχόμενα, χωριάτικα, μισοκοιμισμένα από την επίδραση του πολύ πρωινού ξυπνήματος και του eau de vie...

Αλλά δεν έχω καν χωριό. Κι αν είχα, δεν θα ήταν κάπου στον Καναδά. Αν υπάρχει κάτι που μπορεί κάποιος να προσάψει στα φολκ παραμυθάκια της Μπάσια Μπούλατ είναι η υπερβολική απλότητα, κυρίως στον στίχο. Αλλά για μένα αυτό ακριβώς είναι το μεγαλύτερο ατού της. Η επιστροφή στην αθωότητα, ακόμη κι όταν πραγματεύεται κάποιο πιο σύνθετο θέμα. Η επιστροφή σε μιαν αργή, χωρίς άγχη, φύση. Αν σκεφτείς, μάλιστα, ότι το "Heart Of My Own", το δεύτερό της άλμπουμ, το έγραψε μετά από τη θερμή υποδοχή που της επεφύλαξαν οι επαρχιώτες του Γιούκον, κάπου στα σύνορα με την Αλάσκα, θα σου κάνει κι έκπληξη που ξεκινάει τόσο δυναμικά -περισσότερο, τέλος πάντων, από το υπέροχο ντεμπούτο της, το "Oh My Darling", προ τριετίας.


Basia Bulat - Gold Rush (Live)

Ο Χάουαρντ Μπίλερμαν (βλέπε Arcade Fire, Godspeed You! Black Emperor) βρίσκεται πάλι πίσω από την κονσόλα της παραγωγής και φυσικά αναδεικνύει πάνω απ' όλες τις συνθέσεις αυτή την απίστευτα θερμή φωνή, αυτό το χορταστικό βιμπράτο της 27χρονης Καναδέζας. Η οποία έχει αρπάξει πάλι την περίεργη άρπα της κι έχει γεμίσει και με μπάντζο και γιουκουλέλε όλα της τα τραγούδια, δημιουργώντας ένα μεθυστικό βουκολικό soundtrack για εκείνες τις μέρες του χρόνου που σε πνίγει τόσο το γκρίζο της πρωτεύουσας, που το μόνο που ονειρεύεσαι είναι οι πίτες της ξαδέλφης σου στο χωριό.







...και δεν με χάλασε:


The Twilight Sad
Forget The Night Ahead
(Σεπτέμβριος 2009)

Πώς θα ακούγονταν οι Mogwai αν τους έγραφαν τραγούδια οι My Bloody Valentine και προσλάμβαναν για τραγουδιστή τον Morrissey; Σαν τους Puressence; Πιθανότατα. Εναλλακτικά, σαν τους Twilight Sad. Το "Forget The Night Ahead" είναι το δεύτερό τους άλμπουμ, ακούγεται έτσι ακριβώς όπως κατάλαβες από τα παραπάνω ονόματα (πρόσθεσε και λίγο Editors ή Interpol), είναι λίγο πιο σκοτεινό και πιο noisy από το ντεμπούτο τους (σημεία των καιρών) και κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο, αλλά εγώ το πήρα είδηση μόλις τον περασμένο μήνα. Περιέχει μια επική κομματάρα, την οποία φυσικά κι έκαναν single και το ανεβάζω εδώ από κάτω, αλλά κατά τα άλλα δεν είναι και κανένα αριστούργημα.



The Twilight Sad - I Became A Prostitute


Beach House
Teen Dream
(Ιανουάριος 2010)

Αν το περσινό "Up From Below" των Edward Sharpe & The Magnetic Zeros ήταν ένας ψυχεδελικός μαραθώνιος που έκανες υπό την επήρεια LSD, τότε το τρίτο άλμπουμ των Beach House είναι η αποθεραπεία από το μαραθώνιο αυτό. Ίσως να φταίει η φωνή της Βικτόρια Λεγκράντ που μου ακούγεται εντελώς ίδια με του τραγουδιστή των Edward Sharpe (!), ίσως το ότι το δίδυμο από τη Βαλτιμόρη παίζει μια ήπια, κατευναστική ψυχοποπ, ιδανικό άκουσμα για τα κρίσιμα λεπτά πριν το κύλισμα στην αγκαλιά του Μορφέα.




Beach House - Used To Be









...και δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση:


Holcombe Waller
The Winter Songs
(Ιανουάριος 2010)

Η αλήθεια είναι ότι η φωνή του Χόλκομπ Γουόλερ είναι τόσο συγκλονιστική που στο πρώτο άκουσμα σε ανατριχιάζει. Σε ανατριχιάζει σχεδόν όσο το διαβόητο έγκλημα στο Χόλκομπ του Κάνσας πριν μισό αιώνα απ' όπου ο καλλιτέχνης ίσως εμπνεύστηκε το όνομα του, και απ' όπου ο Τρούμαν Καπότε σίγουρα ξεκίνησε την έρευνα και την συγγραφή του "Εν Ψυχρώ". Η αλήθεια επίσης είναι ότι ο Γουόλερ χτίζει τις συνθέσεις του γύρω από τη φωνή του, με μοναδικό σκοπό να την αναδείξει. Κι αυτό σημαίνει: εξαιρετικά απλά κιθαρίσματα, 2-3 ακόρντα, πολύ πολύ χαμηλά, που από το 2ο-3ο κομμάτι σε κάνουν να νομίζεις ότι όλος ο δίσκος είναι ένα τραγούδι. Θα ήθελε να ακούγεται σαν τον Bon Iver, αλλά η υπερβολική αυταρέσκεια τον κρατάει πολύ πίσω. Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του "Winter Songs" (ο πλήρης τίτλος περιέχει ένα "Album in Progress" -τώρα θα καταλάβεις γιατί) είναι ο τρόπος που μπορείς να το αποκτήσεις, όταν με το καλό τυπωθεί. Κάνε κλικ εδώ για να δεις πώς.


Hot Chip
One Life Stand
(Φεβρουάριος 2010)

Aυτό που ξεκινάει με τρεις εκρηκτικές κομματάρες ("Thieves In The Night", "Hand Me Down Your Love" και "Ι Feel Better"), γραμμένες αποκλειστικά με ένα σκοπό (να σε κάνουν να χάσεις πέντε κιλά κάτω από την ντισκομπάλα και τον στρόμπο), εξελίσσεται αμέσως μετά σε ένα μονότονο και ώρες ώρες αργόσυρτο χοροπηδητό από ήχους υπολογιστή, με μια τάση προς το κάψιμο του motherboard. Και είναι, τελικά, το πιο αδιάφορο άλμπουμ των Λονδρέζων.







...και το ψιλοβαρέθηκα:

Julian Casablancas
Phrazes For The Young
(Οκτώβριος 2009)

Αυτή τη φορά θα συμφωνήσω με το Pitchfork. Ο Καζαμπλάνκας γέρασε και ακούγεται φοβισμένος. Το σόλο άλμπουμ του ακούγεται παλιακό. Θα 'θελε να αντλήσει από την back to eighties περιρρέουσα ατμόσφαιρα τα καλλίτερα της, αλλά αντλεί μόνο τα drum machines. Είναι κάτι σαν pop Strokes, αλλά ανέμπνευστοι pop Strokes. Ένα αμήχανο δημιούργημα από τον άνθρωπο που ούτε λίγο ούτε πολύ άλλαξε στις αρχές της περασμένης δεκαετίας την indie rock. Κι αυτή η αλήθεια κάνει το "Phrazes For The Young" σχεδόν αξιολύπητο.



Bibio
The Apple And The Tooth
(Νοέμβριος 2010)

Άλμπουμ χωρίς κανένα νόημα, με μερικές νέες συνθέσεις, αλλά και μπόλικα remixes παλιών τραγουδιών. Ένα κράμα από electonica και φολκ, μονότονο και κουραστικό, με τις όποιες εμπνεύσεις του να κρατούν μόνο μερικά δευτερόλεπτα.








Ingrid Michaelson
Everybody
(Αύγουστος 2009)

Α πα, πα, πα, πα! Ψάχνω να βρω ένα κομμάτι μέσα στο άλμπουμ της κοπελιάς από τη Νέα Υόρκη που να μην είναι εντελώς μα εντελώς κοινότοπο, μα δεν βρίσκω. Μοιάζουν όλα να είναι διασκευές από αυτά που τραγούδαγε η Σούζαν Βέγκα, η Άιμι Μαν ή η Νόρα Τζόουνς από δέκα έως και είκοσι χρόνια πριν. Η Ίνγκριντ Μικάελσον έγινε γνωστή από γλυκανάλατα κομματάκια για διαφημίσεις και για το "Grey's Anatomy". Και πραγματικά δεν είναι για τίποτε μα τίποτε περισσότερο.






...και ήταν μαλακία:



30 Seconds To Mars
This Is War
(Δεκέμβριος 2009)

Τον Τζάρεντ Λέτο τον θυμάσαι από το "Ρέκβιεμ για ένα Όνειρο", ίσως κι από το "Fight Club" ή το "Girl, Interrupted". Αν τον θυμάσαι απ' ο,τιδήποτε άλλο, είσαι πολύ βήτας στις κινηματογραφικές σου επιλογές. Αν τον ξέρεις πιο πολύ σαν μουσικό, αυτόν τον Αμερικανό Κοργιαλά, τότε δεν θα έπρεπε καν να διαβάζεις αυτό το blog. Το "This Is War", εν έτει 2010 ακούγεται σαν μια emo μείξη των U2 με τους Europe (ναι, αυτούς του "The Final Countdown"). To emo rock δεν κατάφεραν να το κρατήσουν ζωντανό ούτε σοβαρά γκρουπ σαν τους My Chemical Romance, θα το σώσει o Τζάρεντ Λέτο; Ούτε ο Σεμπαστιάν Λέτο του Παναθηναϊκού δεν το σώζει, που έχει και καλλίτερο μαλλί.







...και πήγα να κάνω εμετό:

Χαζεύοντας μια μέρα το site του Billboard, συνειδητοποίησα ότι δεν έχω πια καμμία απολύτως επαφή με την εμπορική πλευρά της μουσικής. Φοβήθηκα μήπως χάνω κάτι ενδιαφέρον, ή έστω σέξι, κι αμέσως κατέβασα ό,τι βρήκα μπροστά μου. Justin Bieber, Ke$ha, Cheryl Cole... Την Taylor Swift την είχα πετύχει στο Band Hero, ήταν ήδη παλιά δηλαδή, είπα λοιπόν να ψαχτώ με ό,τι νεότερο. Και ο Justin Bieber είναι πραγματικά όσο νεότερο πάει. 16 ετών. Το "My World" όμως είναι τόσο βαρετό, που ο Usher που τον ανακάλυψε θα πρέπει να καρατομηθεί και οι τυπάδες που του έγραψαν τα κομματάκια (συνυπογράφει και ο ίδιος ο πιτσιρικάς είναι η αλήθεια) θα πρέπει να τιμωρηθούν με τα χειρότερα βασανιστήρια. Το χειρότερο από όλα είναι ότι ο μικρός είναι Καναδός και όλοι ξέρετε πόσο αγαπώ τον Καναδά. Δεν έπρεπε να μου το κάνει αυτό -ειδικά πάνω στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς.
To "Animal" της Ke$ha (μη με ρωτήσεις για το σήμα του δολαρίου, βαρέθηκα να το ψάξω παραπάνω) ακούγεται ακριβώς όπως ο Justin Bieber. Σε βαθμό που νόμιζα στην αρχή ότι απλά το "My World" δεν είχε τελειωμό. Αλλά απλά ήταν τα δύο άλμπουμ συνεχόμενα στην playlist μου. Η Ke$ha όμως είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερη, γράφει μόνη της και δηλώνει ως επιρροές τους Queen και τον Beck. Άρα είναι ασυγχώρητη. Και σαν να μην έφταναν όλα τα παραπάνω, λέει κιόλας ότι θέλει να μοιάσει στους Arcade Fire και τους Flaming Lips...
Η χορευτική ποπ της Cheryl Cole στο "3 Words" είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τις αηδίες των δύο ακριβώς από πάνω, κανονικά είναι για ένα αστεράκι παραπάνω, αλλά την παίρνει η μπάλα γιατί όλα αυτά τα άκουσα μαζί και ο εμετός ήταν συνδυαστική δουλειά και των τριών.






(Άκουσα κι άλλα μέχρι τώρα μέσα στο μήνα, οπότε ο Φεβρουάριος θα έχει και συμπληρωματικό post σε μια-δύο εβδομάδες, μόλις βρω χρόνο να ξαναγράψω. Ετοιμάσου για Get Well Soon, Magnetic Fields, Slayer, These New Puritans, Them Crooked Vultures και Marina & The Diamonds, μεταξύ άλλων).

Δεν πρέπει να υπάρχει άνθρωπος στον πλανήτη Γη που να μην του έχει πάρει συνέντευξη ο Σατσίδης

...αλλά τώρα αισθάνομαι ζήλεια.

MSN (δηλαδή Gtalk) στο γραφείο: η διάλυση του "Πο Πο Culture"

Mr. Arkadin: έχω γαμήσει το blog με τα κουλτουριάρικα
συγγνώμη
θα επανορθώσω
Homo Ludens: α, δεν εχω μπει
δεν έχω ίντερνετ σπιτι, μου κάηκε το ρούτερ
και στο γραφειο ασχολούμαι με το νέο μου μπλογκ, οπότε δεν εχω δει τιποτε απο τα υπολοιπα
Mr. Arkadin: wow
Homo Ludens: είμαι άλλος άνθρωπος
10 μερες χωρίς ίντερνετ
Mr. Arkadin: δεν μπορώ να το διανοηθώ
Homo Ludens: ούτε κι εγω μπορούσα
αλλά άλλαξε η ζωη μου
εγινα πραγματικα άλλος άνθρωπος
Μr. Arkadin: ποιος είσαι;

Υβ Σαλγκ: "Ο θρύλος του Τζάνγκο" #5

"Θα τον ονομάσουμε Τζάνγκο" (συνέχεια από το προηγούμενο)Στα δέκα του χρόνια, ο Τζάνγκο είχε δει ήδη γύρω στα 5000 χιλιόμετρα γεωγραφίας να περνούν μπροστά στα μάτια του. Ένα απόγευμα, τα φλογερά μαύρα μάτια του είχαν μια συνάντηση αξέχαστη και καθοριστική: έπεσαν πάνω σε ένα μπάντζο. Ήταν ενα παλιό μπάντζο που είχε παίξει σε όλους τους καταυλισμούς της ζώνης: ο ξάδερφος Γκαμπριέλ - η οικογένεια Ράινχαρντ μετρούσε τουλάχιστον 54 ξαδέρφια - την είχε αφήσει στο δάπεδο του τροχόσπιτου. O Τζάνγκο κάθησε οκλαδόν, κοίταξε για πολύ ώρα το όργανο με τις σπασμένες χορδές, χτύπησε το μαύρο ηχείο του με την ανάστροφη του χεριού του και στη συνέχεια το πήρε στα χέρια του. Και, γοητευμένος, άρχισε να παίζει, στην τύχη.
Ο πρώτος του ακροατής, εκτός από την μητέρα του, πρέπει να ήταν ο γερο-Γκιγιόν, ένας δάσκαλος, που είχε αναγκαστεί να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα, λόγω αλκοολισμού, και ο οποίος, νιώθοντας νοσταλγία για την χαρούμενη γνώση που δίδασκε άλλοτε, έβρισκε παρηγοριά για τον ξεπεσμό του οργανώνοντας στα περίχωρα του Παρισιού, μετά τους πάγκους στις λαϊκές - από το Σεντ Ουέν μέχρι τη Βανβ - κάτι σαν υπαίθρια μαθήματα, για τους μικρούς περιπλανόμενους κουρελήδες. Αλλά εκείνη την εποχή, έπρεπε να ξυπνά νωρίς για να καταφέρει να διδάξει την αλφάβητο σε έναν τσιγγάνο.
Ο Τζάνγκο δεν έκανε παρά σύντομες εμφανίσεις στα μαθήματα του γερο-Γκιγιόν αλλά, μπορούμε χωρίς περιστροφές να πούμε με βεβαιότητα ότι αυτό το κακοδιατηρημένο μπάντζο έδωσε στην νεαρή, ασχημάτιστη ύπαρξή του ένα είδος σταθερού άξονα. Όταν περνούσε από τα μαθήματα - που σύντομα θα σταματούσαν, ελλείψει μαθητών - ο Τζάνγκο κουβαλούσε κάτω από τη μασχάλη το ταλαίπωρο μπάντζο. Δεν έπαιζε ποτέ μπροστά στους συμμαθητές του, αλλά αυστηρά μόνο μπροστά στην μητέρα του ή στον αδερφό του, τον "Νεν-Νεν". Δεν ήθελε κοινό. Ο γερο-Γκιγιόν, που υπέφερε περισσότερο από την πείνα παρά από την δίψα, πέρασε από το τροχόσπιτο για να ζητήσει λίγα ψιλά για να πιει από την "Νεγκρό", που πουλούσε δαντέλες, επιδιόρθωνε καρέκλες και έφτιαχνε βραχιόλια σκαλισμένα σε κομμάτια από παλιές οβίδες από τη μάχη του Μάρνη. Ο Γκιγιόν βρήκε τον Τζάνγκο σε πλήρη μουσικό οίστρο. Τι έπαιζε; Ενα κομμάτι που η μητέρα του και ο αδελφός του τον είχαν ακούσει να παίζει για ολόκληρες μέρες εκείνη τη χρονιά, το 1921. Μια δική του σύνθεση, στην οποία, ωστόσο αναγνώριζε κανείς ταυτόχρονα ορισμένα μέτρα από το "Au Clair de la Lune" και, λίγο μετά, κάποια ψήγματα από το "La Madelon". Αλλά ήδη, το πατριωτικό εμβατήριο στρεφόταν στα μπλουζ. Ο Τζάνγκο, πότε με την άκρη ενός κουταλιού, πότε με μια δαχτυλήθρα, πότε με ένα νόμισμα των δύο λεπτών (όποτε του έδινε την ευκαιρία η μητέρα του) γραντζουνούσε - μελαχολικός, σιωπηλός, αποφασισμένος, με τα μάτια καρφωμένα στο μαύρο σκάφος - τις χορδές του παλιού, κουρασμένου μπάντζο του. "Μια φορά, γυρίζοντας, τον βρήκα με τα ακροδάχτυλά του πρησμένα και κατακόκκινα" θυμάται η μητέρα του. "Νόμιζα ότι είχε πέντε παρωνυχίδες σε κάθε δάχτυλο". Είχε παίξει για δέκα-δεκαπέντε ώρες εξάσκησης, ίσως, με γυμνά δάχτυλα, χωρίς τίποτα να τον προστατεύει από τις σκληρές, σκουριασμένες χορδές.
- Αυτό είναι που σε κρατά και δεν μαθαίνεις να διαβάζεις; ρώτησε ο Γκιγιόν με προσποιητή αυστηρότητα, χωρίς να πιστεύει καθόλου την ερώτησή του.
Ο Τζάνγκο, αντί απάντησης, έσμιξε τα πυκνά, μαύρα φρύδια του- τόσο στιλπνά που θα έλεγε κανείς ότι τα περνούσε με μπριγιαντίνη - και στη συνέχεια χαμήλωσε το κεφάλι, χωρίς να κοκκινίσει, συνεχίζοντας να παίζει πιο δυνατά, χωρίς να νοιάζεται για τον συμπαθητικό μπεκρή που καθόταν εκεί, μπροστά του, με τα χέρια σταυρωμένα, αναλογιζόμενος τους θαυμάσιους μαγικούς ήχους που έβγαιναν από τα χέρια αυτού του παιδιού. Έξι μήνες αργότερα, η λίστα του Τζάνγκο μεγάλωνε: το μπάντζο του έγινε κιθάρα. Δεν ξέρουμε τίποτα συγκεκριμένο γι' αυτήν την κιθάρα, εκτός από το ότι η "Νεγκρό" την έφερε ένα βράδυ, που επέστρεψε έχοντας πουλήσει ψεύτικες πέρλες για γραβάτα και λάστιχα για καλτσοδέτες στο πεζοδρόμιο της οδού Μπλανκί. Και ότι ο ξάδερφος Γκαμπριέλ βοήθησε τον Τζάνγκο να την κουρδίσει.
Το τρίο Ράινχαρντ εγκαταστάθηκε στην Πορτ Ντ' Ιταλί - την έξοδο που, περισσότερο από κάθε άλλη, σε καλεί να εγκαταλείψεις την πρωτεύουσα, γιατί είναι συνώνυμη του ήλιου.
[συνεχίζεται]

12 Φεβ 2010

Συζήτηση με την απόλυτη χήρα της τζαζ

Την ώρα που μιλούσα με την Σου Μίνγκους στο τηλέφωνο, μια αγαπημένη φίλη και συνάδελφος, που λατρεύει την μουσική του Τσαρλς Μίνγκους μπήκε στο chat του gmail (είχα ανοιχτό τον υπολογιστή, για να κρατάω σημειώσεις): «Τι κάνεις;» «Μιλάω στο τηλέφωνο με την Σου Μίνγκους». «Wow! Αυτό είναι το πιο κοντινό που έχω βρεθεί ποτέ με τον Μίνγκους!». Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν το είχα συνειδητοποιήσει, αλλά είναι κάπως έτσι. Για όλους εμάς, που ορκιζόμαστε στη μουσική του Μίνγκους, στις συναισθηματικές εκρήξεις που προκαλούν οι συνθέσεις του, στην ενορχηστρωτική του ιδιοφυΐα, στην δεξιοτεχνία του, στον Λόγο του, για να θέτω τα πράγματα στις σωστές τους βάσεις, για όλους εμάς τους πιστούς, λοιπόν, η Σου Μίνγκους, η χήρα του, είναι κάτι σαν εκπρόσωπός του επί Γης. Βαρύ φορτίο για έναν άνθρωπο, όχι ότι η φωνή της ηλικιωμένης γυναίκας στην άλλη άκρη της γραμμής πρόδιδε κάτι τέτοιο. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Πρόκειται για μια γυναίκα που έχει αφιερώσει την ζωή της στο να διατηρήσει ζωντανή την μνήμη του άντρα που γνώρισε και ερωτεύτηκε το 1964, του άντρα που πέθανε στα χέρια της το 1979, και την κληρονομιά του οποίου – μια μεγάλη, γενναιόδωρη μουσική παρακαταθήκη στον παγκόσμιο πολιτισμό – διαχειρίζεται με πάθος και επιχειρηματικό δαιμόνιο.



Έψαχνα μια λέξη για να περιγράψω αυτό που κάνει η Σου Μίνγκους – την οργάνωση και διοίκηση τριών σχημάτων – της επταμελούς Mingus Dynasty, της εντεκαμελούς Mingus Orchestra και της 14μελούς Mingus Big Band, που εναλλάσονται κάθε Δευτέρα στο Jazz Standard της Νέας Υόρκης, περιοδεύοντας παράλληλα ανά τον κόσμο – και άλλων περιστασιακών (όπως η 30μελής Mingus Epitaph που ερμηνεύει κατά καιρούς το ομώνυμο φιλόδοξο έργο του Μίνγκους). Οι λέξεις που μου έρχονταν στο μυαλό είχαν μαχητική διάσταση: «αποστολή», «σταυροφορία», «μαραθώνιος». Η ίδια προτιμά την λέξη «περιπέτεια». «Είναι μια μεγάλη, συναρπαστική περιπέτεια, στην οποία μπήκα χωρίς να το σκεφτώ, όταν μου πρότειναν να σχηματίσω μια μπάντα για ένα αφιέρωμα στον Μίνγκους», λέει με χαρακτηριστική ηρεμία. Το έχει μετανιώσει ποτέ; Λύγισε ποτέ μπροστά στις δυσκολίες ενός τέτοιου έργου; «Δεν υπήρξαν δυσκολίες», ξεκαθαρίζει. «Η αλήθεια είναι ότι η δουλειά μου είναι πολύ εύκολη, γιατί είναι πάρα πολλοί οι καλοί μουσικοί που θέλουν να παίξουν την μουσική του Μίνγκους. Εντάξει, έχω καταφέρει να διαλέξω τους κατάλληλους, ας πάρω κι εγώ κάποια εύσημα», γελάει. «Αλλά έχω την τύχη να δουλεύω με καταπληκτικούς μουσικούς. Η μουσική του Μίνγκους αποτελεί πρόκληση γι’ αυτούς, τους αφήνει μεγάλα περιθώρια ελευθερίας. Όπως λέει ο Ερλ Μακιντάιρ (που έχει κάνει ενορχηστρώσεις για την Mingus Orchestra) ‘όταν παίζεις την μουσική του Μίνγκους, καλό είναι να φοράς τη διαστημική σου στολή’», συμπληρώνει γελώντας. Είναι αλήθεια αυτό. Της λέω ότι, κάθε φορά που μιλάω με κάποιον μουσικό της τζαζ για την απόλυτη μουσική του φαντασίωση, το να παίζει με τον Μίνγκους είναι μια φαντασίωση που έχω συναντήσει πολλές φορές. «Αλήθεια;», γελά εκείνη: «Φανταζόμουν πως θα τους απέτρεπε το ότι ήταν τόσο δύσκολος με τους συνεργάτες του». Χρησιμοποιώ αυτήν την ιστορία ως αφορμή για να την ρωτήσω αν σκέφτεται ποτέ τι θα έκανε σήμερα ο Μίνγκους αν ζούσε, με ποιους μουσικούς θα ήθελε να συνεργαστεί. «Φαντάζομαι πως θα τον είχε στραφεί σε πιο κλασικές συνθέσεις, σε μια σύγκλιση της τζαζ με την κλασική μουσική. Προτού πεθάνει, τον ενδιέφερε πολύ το Τρίτο Ρεύμα», θυμάται. Η συζήτησή μας περνά από το παρελθόν στο μέλλον, από τα δεκάδες μουσικά προγράμματα στα ωδεία και τα σχολεία της Αμερικής που είναι αφιερωμένα στην μουσική του Μίνγκους: «Όλοι όσοι εμπλέκονται σ’ αυτό, μουσικοί και εκπαιδευτικοί λένε το ίδιο πράγμα: πως τα παιδιά που μαθαίνουν την μουσική του Μίνγκους αλλάζουν μέσα από αυτήν, ωριμάζουν, βελτιώνονται, αποκτούν περισσότερα ερεθίσματα, γιατί είναι μια μουσική που έχει τόσα πολλά στοιχεία, είναι τρυφερή, περιπετειώδης, έχει αλλαγές, πλούτο», λέει χωρίς να κρύβει την υπερηφάνειά της. Αναρωτιέμαι τι θα έλεγε ο ίδιος ο Μίνγκους αν στην δεκαετία του ’60 του έλεγε κάποιος πως η μουσική του κάποια μέρα θα διδάσκεται στα σχολεία. «Θα του φαινόταν εξωπραγματικό», παραδέχεται η χήρα του. Πριν κλείσουμε, την ρωτάω τι κάνει για τον εαυτό της, αν έχει χρόνο γι’ αυτόν, όταν αφήνει πίσω της την συνεχή της ενασχόληση με το έργο του Μίνγκους, τις ορχήστρες, τις ηχογραφήσεις, τα βιβλία που γράφει. «Μα, έχω την ζωή μου», λέει. «Έχω παιδιά, έχω εγγόνια, έχω το γράψιμό μου. Είμαι πλήρης».


(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Jazz & Τζαζ #203, που κυκλοφορεί αυτόν τον καιρό στα περίπτερα - αγόρασέ το, γιατί συνοδεύεται από ένα καταπληκτικό cd με θεούς πιανίστες. Όσο για την Mingus Dynasty, έρχεται στο Half Note - μην την χάσεις, είναι εμπειρία, όπως είχα πει κι εδώ πριν από μερικούς μήνες)

11 Φεβ 2010

Τι θα θυμάμαι από τον Αλεξάντερ ΜακΚουήν

Προ ολίγων λεπτών ενημερώθηκα από το Twitter για την αυτοκτονία του σχεδιαστή μόδας Αλεξάντερ ΜακΚουήν. Μην όντας γκέι και μην όντας γκόμενα, ελάχιστα γνωρίζω για το σχεδιαστικό του έργο. Ξέρω μόνο για τα περίφημα φουλάρια του με τις νεκροκεφαλές που τόσο της μόδας ήταν την τελευταία τριετία (διετία;) και που ακόμη περισσότερο της μόδας θα γίνουν τώρα που ο συμπαθής καλλιτέχνης απεδήμησε εις Κύριον (είναι και μαύρα και πάνε με το πένθος). Αυτό που ξέρω επίσης είναι ότι τα φουλάρια αυτά τα πουλούσαν έναντι πέντε φράγκων στην Eurodisney το 1993 έξω από τους Πειρατές της Καραϊβικής. Αλλά εντάξει. Παρθενογένεση δεν υπάρχει.

UPDATE:
Εντάξει. Καλός ήταν.

UPDATE #2:

H τέχνη της αναμνηστικής φωτογραφίας




Για το soundtrack πάτησε εδώ.

9 Φεβ 2010

Στα θρανία της Red Bull Music Academy

LinkΕίναι άλλο πράγμα να έχεις συνθετική και στιχουργική έμπνευση, να είσαι βιρτουόζος σ' ένα όργανο ή να διαθέτεις μια υπέροχη φωνή, κι εντελώς άλλο πράγμα να βγάζεις από τη μουσική σου, τους ήχους, τα τραγούδια σου ό,τι καλλίτερο -είτε στο στούντιο, είτε στα live. Από χθες, οι 30 ταλαντούχοι μουσικοί που μετέχουν στο Red Bull Music Academy για το 2010 (φέτος φιλοξενείται στο Λονδίνο) μαθαίνουν τα πάντα για το πώς θα κάνουν ακόμη ομορφότερη τη μουσική του αύριο. Μέχρι τις 12 Μαρτίου θα κάνουν τα "μαθήματά" τους δίπλα σε κορυφαίους παραγωγούς και μερικούς θρύλους της μουσικής και βέβαια θα ανταλλάζουν απόψεις, ιδέες και επιρροές, σ' αυτό που μοιάζει με το πιο δημιουργικό κοινόβιο στη μουσική σήμερα.

Ανάμεσα στους "φοιτητές" του Red Bull Music Academy για φέτος είναι και μια Θεσσαλονικιά. Η May Roosevelt είναι η Ελληνίδα Bjork. Το υπέροχο, απόκοσμο, σχεδόν τρομακτικό "Panda, a story about love and fear" είναι το ντεμπούτο της -ένα από τα καλλίτερα ελληνικά άλμπουμ της χρονιάς που πέρασε (κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2009). Μπορείς να το ακούσεις ολόκληρο στο myspace της. Απόψε, Τρίτη 9/2/10, όποιος αναγνώστης του "ΠΠC" βρίσκεται στο Λονδίνο, καλά θα κάνει να πάει να απολαύσει ζωντανά τον συμφωνικό, σκοτεινό ήχο της May στο Old Blue Last, στο 38 της Great Eastern Street (δυο λεπτά δρόμος από την στάση του μετρό στην Old Street) Η είσοδος είναι μεν δωρεάν, αλλά ο χώρος δεν είναι για πολύ κόσμο. Να πας νωρίς λοιπόν!

Στο «διπλανό θρανίο» με τη May Roosevelt, στην Tooley Street, μπορεί να κάθεται ο Flying Lotus, o Drums of Death ή οι Matmos . Την πλήρη λίστα των καλλιτεχνών που μετέχουν στη φετινή ακαδημία μπορείς να την δεις εδώ. Και να ακούσεις το ραδιόφωνο της Ακαδημίας, όπου τα παιδιά ηχογραφούν ζωντανά και όπου φιλοξενούν και άπειρους special guests όπως οι Massive Attack, εδώ.

8 Φεβ 2010

Yβ Σαλγκ: "Ο θρύλος του Τζάνγκο" #4

"Θα τον ονομάσουμε Τζάνγκο" (συνέχεια από το προηγούμενο)Για πολύ καιρό, η "Νεγκρό" πίστευε πως η ζωή της θα σταματούσε σ' εκείνη την εικόνα: ο "σύζυγός" της, ακίνητος, με τα χέρια ενωμένα στο στήθος, το πανταλόνι του δεμένο με μια κακοφτιαγμένη ζώνη από κόκκινη φανέλλα, ξαπλωμένος στο μοναδικό κρεβάτι του παλιού τροχόσπιτου, εκεί όπου είχε γεννηθεί ο Τζάνγκο, τρία χρόνια νωρίτερα. Αυτός ο "σύζυγος" δεν ήταν ο πατέρας του Τζάγνκο, αλλά ο άντρας που τον είχε αντικαταστήσει.
Ενας άλλος γιος, ο Ζοζέφ, είχε γεννηθεί στο ίδιο τροχόσπιτο και από τον ίδιο πατέρα. Ήταν στα σπάργανα και περπατούσε στα τέσσερα. Ο Τζάνγκο, από την άλλη, έτρεχε χαρούμενα. Όταν η μητέρα του, τα μέλη του περιοδεύοντος θιάσου και οι γειτονικές φυλές επέστρεψαν από το νεκροταφείο του Τιέ - όπου μόλις είχαν θάψει οικογενειακώς αυτόν τον δεύτερο σύζυγο - ο Τζάνγκο έτρεξε προς το μέρος τους. Ένα τρύπιο μαντίλι κάλυπτε τα μάγουλα της χήρας.
- Και ο αδελφός σου, Τζάνγκο, ρώτησε η "Νεγκρό". Τον άφησες πάλι μόνο του;
Ο Τζάνγκο δεν απάντησε, μόνο έγειρε το κεφάλι και ακούμπησε την δεξιά του παλάμη στο μάγουλο, δηλώνοντας έτσι ότι ο "Νεν-Νεν" κοιμόταν.
- Δεν άφησες τα σκυλιά να μπουν στο τροχόσπιτο; Απάντησε η μητέρα, ανήσυχη.
Ο Τζάνγκο ένευσε αρνητικά με το κεφάλι, αδιάφορα. Η παρουσία των ζώων δεν του προκαλούσε κανένα είδος αγωνίας: ήταν πάρα πολλά σ' αυτό το έρημο και άνυδρο τοπίο της περιοχής.
Γιατί, εκείνη την εποχή, επικρατούσε η εγκατάλειψη στα περίχωρα του Παρισιού. Ο "Νεν-Νεν" κοιμόταν του καλού καιρού αλλά με έναν τεράστιο τρεμουλιάρη γάτο στο στήθος, που προσπαθούσε να ζεσταθεί από την γλυκιά θέρμη του τυλιγμένου με κουρέλια μωρού. Όταν μπήκε στο τροχόσπιτο η "Νεγκρό", το παιδί πέθαινε από ασφυξία, χωρίς να διαμαρτύρεται.
Μέσα σε μια θύελλα από βρισιές, έδιωξαν τον γάτο. Ο Τζάνγκο είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα: δεν καταλάβαινε πως το βάρος του ζώου πάνω στο εύθραυστο στήθος του μικρού μπορούσε να του κόψει την ανάσα και να τον στείλει στον άλλο κόσμο. Συνέφεραν τον "Νεν-Νεν" με μεγάλη προσοχή και ο Τζάνγκο έτρεξε πίσω από τον αγαπημένο του άγριο γάτο.
Ήταν δέκα χρονών, όταν η περιπλανώμενη φυλή κατέλυσε στην είσοδο του Σουαζί. Το τοπίο δεν είχε αλλάξει, το τροχόσπιτο και τα άλογα όμως ναι: ήταν γέρικα, παροπλισμένα ζώα, αγορασμένα κοψοχρονιά από κάποιο σκοπευτήριο, ή, ποιος ξέρει, απλώς κλεμμένα από κάποιο σημείο της Γαλλίας. Οι μικροί Ράινχαρντ δεν είχαν γνωρίσει τη φρίκη του πολέμου, ούτε εκείνη του ορφανοτροφείου: είχαν έναν άλλο πατριό και, μαζί του, είχαν διασχίσει τη Γαλλία απ' άκρη σ' άκρη, έπειτα πέρασαν τα ιταλικά σύνορα κι έπειτα διέσχισαν τη Μεσόγειο. Ερωτευμένοι με τον ήλιο της Βόρειας Αφρικής, περίμεναν το τέλος των εχθροπραξιών τεμπελιάζοντας στην Αλγερία.
[συνεχίζεται]

H φαντασίωση της Εβδομάδας


...δώρο στον Homo Ludens, η Αν Χάθαγουεϊ, όπως την θέλει, ως αντίβαρο για τον καταιγισμό Django-post που κάνω σ' αυτό το blog.

4 Φεβ 2010

"Θα ΄θελα να διαβιβάσετε όλη μου τη συμπάθεια στους έλληνες φίλους μου και ιδιαίτερα στις κοπέλες"

Η εβδομάδα μου ξεκίνησε με ένα email από τον Αθήναιο: "Υποθέτω πως αυτό το είδες", έγραφε. Δεν το είχα δει. Και μόλις το είδα, μου έπεσε το σαγόνι. To Βήμα αναδημοσίευε μια συνέντευξη του Τζάνγκο Ράινχαρντ από το 1949 - μια συνέντευξη που είχε δώσει στον (μετέπειτα λαμπρό λόγιο) Γ. Π. Σαββίδη. Την αναδημοσιεύω κι εγώ, με την άδεια του Αυγουστίνου Ζενάκου - ο οποίος στο blog του παραθέτει σκαναρισμένες και τις σελίδες της πρώτης δημοσίευσης στο "Δελτίο της Ρυθμικής Λέσχης της Ελλάδας*" - και (κυρίως) με την άδεια του Μανόλη Σαββίδη (το ευφυέστατο περιοδικό "Ιστός" του οποίου διάβαζα φανατικά τελειώνοντας το σχολείο, όταν δηλαδή θεωρούσα πως η ανάγνωση μοντέρνων λογοτεχνικών περιοδικών θα με βοηθούσε με τα κορίτσια). Τους ευχαριστώ θερμά και τους δύο.

Ετσι ελάλησε ο Τζάνγκο

- Είχατε ως σήμερα την ευκαιρία να παίξετε με ποικίλα συγκροτήματα: μεγάλες γαλλικές ορχήστρες,το κουιντέτο εγχόρδων,το κουιντέτο με τον Ροστέν**,τον Ντιουκ,σόλο.Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας και ποιο συγκρότημα πιστεύετε ότι σας ταιριάζει καλύτερα; «Η τουρνέ μου με την ορχήστρα του Ντιουκ Ελινγκτον μου άνοιξε τα μάτια. Το ιδανικό μου είναι να παίζω με μια τέτοια ορχήστρα. Με το κουιντέτο εγχόρδων κάναμε βέβαια θαυμάσια δουλειά, αλλά ποτέ μου δεν έπαιξα τόσο με την ψυχή μου όσο με τον Ντιουκ. Ενιωθα αληθινά πως συμμετείχα σε κάτι το μεγάλο, το άρτιο».
- Τι προοπτικές έχετε για το μέλλον; «Λογαριάζω να πάω πάλι του χρόνου στην Αμερική. Αλλά λέω να μείνω εκεί καιρό. Ισως φτιάσω εκεί μια μεγάλη, δική μου ορχήστρα- ίσως πάλι παίξω με καμιά από τις μεγάλες υπάρχουσες ορχήστρες. Λέγαμε κάποτε να κάνομε δίσκους- ο Σλαμ Στιούαρτ, ο Αρτ Τέιτουμ κι εγώ. Ακόμα δεν ξέρω τίποτα το συγκεκριμένο, εκτός από το ότι παράλληλα με τη μουσική μου ως εκτελεστού θα ασχοληθώ και με τη σύνθεση».
- Ποια είναι η γνώμη σας για την ευρωπαϊκή τζαζ; Πιστεύετε στη δυνατότητα αναπτύξεως ευρωπαϊκής τζαζ που να είναι οριστικά ανεξάρτητη από την αμερικανική; «Η Ευρώπη έχει καλούς μουσικούς της τζαζ. Στη Γαλλία, την Αγγλία, τη Σουηδία κ.α. υπάρχουν εξαιρετικοί σολίστ. Αλλά δεν βλέπω τις προσωπικότητες που θα δημιουργήσουν μια “ευρωπαϊκή τζαζ”. Θα εξακολουθήσωμε γι΄ αυτό να εξαρτώμεθα από την Αμερική. Μήπως κι εκεί κατά βάθος οι λευκοί μουσικοί- όσο και να μη μας αρέσει να το παραδεχόμαστε- δεν εξαρτώνται από τους μαύρους; Η τζαζ των λευκών έχει κάτι το τυποποιημένο· ποτέ ο λευκός δεν θα έχει την άνεση και το πηγαίο του νέγρου jazzman».
- Ποιο,νομίζετε,είναι το μέλλον της τζαζ ως μέσου καλλιτεχνικής εκφράσεως; «Η τζαζ έχει πάψει πλέον να ΄ναι μόνο μουσική χορού· αν κι αυτό δεν είναι λίγο: στο κάτω-κάτω η εποχή του Μότσαρτ δεν ήταν η εποχή του τοτινού “σουίνγκ;”. Η τζαζ έχει ήδη επηρεάσει και διευρύνει την μορφή και την τεχνική της κλασικής μουσικής. Πιστεύω ότι κάποτε η τζαζ θα είναι η μόνη μουσική. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι μολονότι ακολουθώντας διαφορετικούς δρόμους ο Μπάρτοκ, ο Χόνεγκερ, ο Ελινγκτον κι ο Γκιλέσπι φτάνουν στην ίδια κορυφή. Θα ΄μαστε όμως ανόητοι αν πιστέψομε ότι είναι ποτέ δυνατόν να θαφτούν τα μνημεία της κλασικής μουσικής. Οι συνθέσεις του Μπαχ, του Φρανκ, του Ντεμπισί, του Ραβέλ, του Μπάρτοκ, του Σοστακόβιτς (που ΄ναι οι αγαπημένοι μου) κ.ά. θα εξακολουθούν ν΄ αξίζουν και να εκτελούνται. Μόνο που οι τότε μουσικοί θα έχουν καρπωθή την τεράστια ανανεωτική προσφορά της τζαζ».
- Εκτός από την τζαζ, έχετε άλλες ασχολίες; «Οπως βλέπετε ζωγραφίζω. Τελευταία μου κόλλησε η μανία. Τόσοι ζωγραφίζουν και τους παίρνουν στα σοβαρά- γιατί να μη πάρουν κι εμένα. Κι ύστερα είναι ωραίο να ΄χεις χρώματα και να τα κάνεις ό,τι θες! Εκτός από την τζαζ υπάρχει κι άλλη ομορφιά στη ζωή - και την απολαμβάνω. Αλλ΄ ας μιλήσομε σοβαρά. Το μεράκι μου είναι η σύνθεση. Εχω ήδη συνθέσει ένα συμφωνικό ποίημα “La Μanoir de mes reves”, για ορχήστρα, αρμόνιο και χορωδία, που χρησίμευε για υπόκρουση στο φιλμ “Το χωριό της οργής”. Επίσης κι ένα bolero για ορχήστρα και φλάουτο που πρωτοεκτελέστηκε το ΄36. Ακόμα, έγραψα τους «Αυτοσχεδιασμούς» μου (αριθ. 1, 2, 3), που είχα κάνει με την κιθάρα μου σε διάφορες φωνοληψίες. Και τώρα ετοιμάζω μια λειτουργία για τους τσιγγάνους- γιατί, ξέρετε, δεν έχομε δική μας λειτουργία. Νομίζω πως το πάθος μου για τη σύνθεση είναι δυνατώτερο από την αγάπη μου για την κιθάρα. Δυστυχώς δεν έχω τη θεωρητική μόρφωση που θα ΄θελα. Τελειώνοντας θα ΄θελα να διαβιβάσετε όλη μου τη συμπάθεια στους έλληνες φίλους μου και ιδιαίτερα στις κοπέλες. Ελπίζω ν΄ αξιωθώ κάποτε να ΄ρθω στη χώρα σας και να τα πούμε από κοντά».
Ετσι περίπου είπε και ελάλησε ο Τζάνγκο Ράινχαρντ. Κι εγώ αμαρτίαν ουκ έχω.

*Όχι, σκέψου το λίγο: στα τέλη της δεκαετίας του '40, υπήρχε στην Ελλάδα Dixieland Jazz Club of Greece!
**Στο πρωτότυπο, το όνομα του κλαρινετίστα Hubert Rostaing αποδίδεται με λατινικούς χαρακτήρες. Στο "Βήμα" τον απέδωσαν στα ελληνικά ως "Ρόσταϊνγκ". Δεν άντεξα να μην το διορθώσω.

Το ελληνικό Headbangers' Ball

Μόλις έλαβα δελτίο τύπου από το MTV ότι ξεκινάει το ελληνικό Headbangers' Ball ("Headbungers" το λένε στο όνομα του αρχείου .doc που έστειλαν). Λαμπρά. Το είχα ξεχάσει εντελώς από τότε που το προλόγισα εδώ, πριν μισό χρόνο. Ξέχασα να ζητήσω και τη δουλειά -τελικά την πήραν ο Ορφέας και η Ευρυδίκη. Σόρι, η Βανέσα. Η οποία σε αυτή τη φωτό που έστειλαν από το MTV μοιάζει να έχει στην κοιλιά περισσότερες τρίχες κι από μένα (click to enlarge photo). Ίσως να την διάλεξαν ακριβώς γι' αυτό.

Το Μάρτιο κλείνεις τα σαράντα;


Αγαπητή μου Ρέιτσελ,
αν ήμουν δύο λέξεις, θα ήθελα να είναι «μαύρος κύκνος». Είτε το τραγούδι των Sunset Rubdown είτε η ταινία που ετοιμάζει ο Ντάρεν Αρονόφσκι. Ο σύντροφός σου.

Αν ήμουν ένα φιάσκο, θα ήθελα κάτι φινετσάτο και πολυαναμενόμενο. Το Google Wave ας πούμε.

Αν ήμουν τυπωμένη φράση σε οικολογικά ευαισθητοποιημένο έντυπο, θα ήθελα να είμαι το μότο του Above Magazine: «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο».

Αν ήμουν αδικαιολόγητη εμμονή, θα με έλεγαν «Merriweather Post Pavillion». Oχι το περίφημο αμφιθέατρο ανάμεσα στη Βαλτιμόρη και την Ουάσιγκτον. Αλλά το άλμπουμ των Animal Collective.

Αν ήμουν ένα παλιομοδίτικο γυναικείο εσώρουχο, μια φαρδιά κιλότα, θα ήθελα να τυλίξω τα οπίσθια της Κριστίνα Χέντρικς στο «Mad Men».

Αν ήμουν τατουάζ, θα ήταν η Μέριλιν Μονρόε. Στον δεξιό πήχυ της Μέγκαν Φοξ.

Αν ήμουν ένα ποτήρι κρασί, θα ήταν κάτι απ’ το Νέο Κόσμο. Value for money. Ενα ποτήρι Chardonnay Montes Alpha ίσως. Και θα ήθελα να με πιουν ευτυχισμένοι στη Scala Vinoteca της Αναγνωστοπούλου.

Αν ήμουν ένα μάτσο τρίχες, θα ήθελα να απαρτίζω την κοτσίδα ενός Nάβι στο «Αvatar» του Κάμερον.

Αν ήμουν τζιν ύφασμα, χρώματος χακί, θα ήμουν η τσάντα που σου στέλνει το περιοδικό Monocle μόλις γίνεις συνδρομητής.

Αν ήμουν στιγμιότυπο από το ταξίδι μιας χρονομηχανής, θα βρισκόμουν στη Σαμαρκάνδη, την εποχή του Ταμερλάνου.

Αν ήμουν ο Αριστοφάνης και η χρονομηχανή με έφερνε ξαφνικά στο 2010, θα έγραφα μια κωμωδία με θέμα το ελληνικό ποδόσφαιρο. Για το ότι σ’ αυτό το θέατρο του παραλόγου ο Νίκος Αλέφαντος παραμένει άνεργος.

Αν ήμουν αναμονή, θα ήθελα να αφορώ στο νέο άλμπουμ των Arcade Fire.

Αν ήμουν κάτι παλιό σε μοντέρνα εκδοχή, θα ήμουν η folk που παίζουν οι Mumford & Sons.

Aν ήμουν ανήλικος χαρακτήρας σε τηλεοπτική σειρά, δεν θα δεχόμουν οτιδήποτε κατώτερο του Τσακ Μπας από το «Gossip Girl», με ό,τι αυτό συνεπάγεται: Την αυθάδεια που του επιτρέπουν τα πλούτη του. Την ανέκφραστη ειρωνεία σε οτιδήποτε λέει. Την γκαρνταρόμπα του.

Αν ήμουν χειμερινό δίλημμα μιας Κυριακής, θα είχε να κάνει με σπορ πάνω σε σανίδα. Windsurf με 8 μποφόρ Νοτιά στο Λαύριο ή ξύπνημα 7 το πρωί για μερικές κατεβασιές με το snowboard στην 6, στη Φτερόλακκα;

Αν ήμουν αθηναϊκό μπαρ, τo «7 Jokers» ας πούμε, θα περίμενα να καλοκαιριάσει, να φύγει η τσιγαρίλα.

Αν ήμουν λογότυπο σε τσάντα μαθητή του Γυμνασίου, θα ήταν έξι γράμματα: Slayer.

Αν ήμουν συγχορδία κιθάρας στον αέρα μιας συναυλίας, θα με είχε γρατσουνίσει η Russian Red, η Basia Bulat, η Feist, η Monika, η Zooey Deschanel, η My Brightest Diamond ή η Bat For Lashes.

Aν ήμουν γυναίκα, θα ήθελα να είμαι εσύ.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Exitorial, GK Φεβρουαρίου '10. Θα κυκλοφορήσει την Κυριακή 10/2)

2 Φεβ 2010

Γιατί η Ellen Von Unwerth είναι σπουδαία φωτογράφος





Γιατί είναι η πρώτη που δίνει τόση σημασία στα γυναικεία χείλη (και, ρε γαμώτο, δεν βρίσκω πουθενά την τέλεια φωτογραφία της Έβας Χερτζίγκοβα, με τον καπνό απ' το τσιγάρο να καλύπτει το μισό στόμα).

UPDATE:
Χάρη στον FivosV, που το έθεσε αναπάντεχο σκοπό ζωής, ιδού και η Έβα Χερτζίγκοβα:

Εθνικές ομάδες της Νοτίου Αφρικής

Οι ανυπόφορα αυτοραπιζόμενες, αργόσυρτες και μελό ταινίες του Κλιντ Ίστγουντ είναι, πιστεύω, ό,τι πιο υπερτιμημένο στην ποπ κουλτούρα σήμερα. Ως εκ τούτου δεν έχω φροντίσει να δω το "Invictus" με το Μόργκαν Φρίμαν στον ρόλο του Νέλσονος Μαντέλα. Ξέρω, όμως, ότι το θέμα της ταινίας έχει να κάνει με την εθνική ομάδα ράγκμπι της Νότιας Αφρικής -μια ομάδα σύμβολο κάποτε του απαρτχάιντ. Το αντίθετό της, μια ομάδα - σύμβολο της «μαύρης» Αφρικής, είναι η εθνική ποδοσφαίρου. Που, φέτος, λόγω του ότι η Νότια Αφρική φιλοξενεί το Μουντιάλ, θα αποκτήσει ξαφνικά ενδιαφέρον για τα media. Ήρωες θα πρέπει να ανακαλυφθούν, μορφές να σηκώσουν στους ώμους τους όλο το marketing της σημαντικότερης αθλητικής διοργάνωσης μετά τους Ολυμπιακούς (θυμίσου τον Νακάτα το 2002 ή τον Ούγκο Σάντσες το '86), η διοργανώτρια ομάδα θα πουσαριστεί όσο γίνεται για να προκριθεί τουλάχιστον στον επόμενο γύρο (καμμία διοργανώτρια Μουντιάλ δεν έχει μείνει ποτέ μόνο στη φάση των Ομίλων)...

Επικρατέστερος για το ρόλο του ηγέτη της νοτιοαφρικανικής καμπάνιας προς την δόξα δεν είναι κάποιος από τους 10 μαύρους παίκτες της εντεκάδας. Είναι ο μοναδικός λευκός. Ο Μάθιου Μπουθ -αυτός που σφίγγει το χέρι του Μαντέλα στην φωτογραφία που ανέβασα πιο πάνω- είναι το νοτιοαφρικανικό αντίστοιχο του Βίνι Τζόουνς ή του Γιώργου Νταρακλίτσα, αν θες ντόπιο παράδειγμα, ένας σκληροτράχηλος αμυντικός που δεν θα διστάσει να κόψει τη μπάλα σε κάτι Μπενζεμάδες, Φορλάν και Τζιοβάνηδες ντος Σάντους (η Γαλλία, η Ουρουγουάη και το Μεξικό έχουν κληρωθεί στον Α' Όμιλο μαζί με τη Νότια Αφρική) αν προσπαθήσουν να τον περάσουν για να βάλουν γκολ. Είναι πιο μαύρος κι απ' τους μαύρους, ένα πραγματικό σύμβολο του τέλους του απαρτχάιντ, το όνομά του -κάθε φορά που η μπάλα πάει στα πόδια του- δονεί την κατά 90% έγχρωμη κερκίδα των Μαμελόντι Σαντάουνς. Ίσως γιατί τα δίνει όλα για την ομάδα. Ίσως γιατί είναι παντρεμένος με την Σόνια Μπονεβέντια, μια μαύρη σχεδιάστρια μόδας. Όπως και νά 'χει, το Κέηπ Τάουν και το Γιοχάνεσμπουργκ γυαλίζουν ήδη από την καράφλα του στα άπειρα πόστερ που διαφημίζουν από υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας μέχρι αφρούς ξυρίσματος. Κι ο Μάθιου χαμογελάει.

Η λογική βέβαια, όσο κι αν η FIFA θέλει το αντίθετο, θα φέρει τους Νοτιοαφρικανούς έρμαια στα πόδια των αντιπάλων τους. Η εθνική τους πάει από το κακό στο χειρότερο. Πήρε το Παναφρικανικό του '96, προκρίθηκε στα Μουντιάλ του '98 και του 2002, αλλά από τότε το μόνο που πετυχαίνει είναι ήττες. Στην υπόλοιπη "μαύρη ήπειρο" είναι ήδη ένα αστείο. Ας το ξαναγυρίσουν στο ράγκμπι που έχουν και τον Ματ Ντέιμον αρχηγό.

1 Φεβ 2010

The Apple Producers

Aνδρέας Πετρουλάκης, στην "Καθημερινή" της 31/1/2010.

Εσένα ποια σου αρέσει περισσότερο;

Νατάλια Βοντιάνοβα

Ναόμι Κάμπελ

Λάρα Στόουν

Κρίστεν ΜακΜέναμι

Κέιτ Μος

Ζενέλ Ουίλιαμς

Ντάρια Βέρμποβι

Άμπερ Βαλέτα

Να 'λεγε και τίποτε ως περιοδικό το Love, καλά θα ήταν... (Εγώ είμαι μεταξύ Λάρας και Ντάριας, αλλά η αλήθεια είναι ότι η Νατάλια Βοντιάνοβα ποζάρει τόσο άνετα, σαν να παίζει με το λαστιχάκι γυμνή, φορώντας γόβες, κάθε πρωί μόλις ξυπνάει).