Εδώ και καιρό περιμένω τον συνblogger μου να ανεβάσει τις εντυπώσεις του από τη νέα ταινία του Γούντι Άλεν. Έχω, μάλιστα, ρίξει και κλεφτές ματιές στο προσχέδιο του κειμένου του. Αλίμονο. Η ταινία βγαίνει στις αίθουσες και ο Αρκάντιν ακόμη να το τελειώσει. Ευτυχώς, υπάρχουν πάντα οι σελίδες σινεκριτικής του "Ριζοσπάστη":Vicky, Cristina, Barcelona
του Γούντι Άλεν
Δεν είναι σώνει και καλά κακό αν κάποιος καλλιτέχνης έχει εμμονή σε κάποιο θέμα, σε κάποιον συγκεκριμένο κοινωνικό ή πολιτικό χώρο ή σε οτιδήποτε άλλο σχετικό. Οι εμμονές δεν είναι πάντα κακές. Φτάνει, βέβαια, να μην μένει κανείς στάσιμος ή, και το χειρότερο, να μη γυρίζει προς τα πίσω. Λυπάμαι που θα πω, γιατί έχω γελάσει στις ταινίες του, γιατί έχω προβληματιστεί με κάποιες από αυτές, πως ο Γούντι Αλεν, καιρό τώρα, μοιάζει να έχει στερέψει. Ερχεται και επανέρχεται στα θέματά του χωρίς να τα εξελίσσει, χωρίς να τα αναπτύσσει. Κάνει ατέρμονους κύκλους γύρω από τον εαυτό του.
Αλήθεια, τι προσφέρει η τελευταία του ταινία «Vicky, Cristina, Barcelona»; Τίποτα! Ούτε καν απλό και αστόχαστο γέλιο. Αφού η ιστορία του είναι τόσο τετριμμένη και, κρίμα για το μέγεθός του, χιλιοειπωμένη. Δυο «αθώες» και ανοργασμικές Αμερικανίδες φτάνουν στη μεσογειακή και «θερμή» Βαρκελώνη έτοιμες για τα πάντα. Εκεί, τι πρωτοτυπία, πέφτουν πάνω σε «θερμό» και τσαχπίνη ζωγράφο, παρτουζιάρη από άποψη, και τα κορίτσια ρίχνονται στην αγκαλιά του, όπου βλέπουν το φως το μεσογειακό, κλπ., κλπ. Α, υπάρχει και η μεσογειακή γυναίκα, το ίδιο εκρηκτική όπως και ο μεσογειακός άντρας. Και αυτή, ζωγράφος και η ίδια, είναι «ελευθέρων ηθών», όπως και ο ζωγράφος που υπήρξε και άντρας της. Και την πέφτει και αυτή στα δυστυχισμένα «αθώα» και «άβγαλτα» κορίτσια! (Τον άστοχο και τελείως αδιάφορο και αψυχολόγητο ρόλο ερμηνεύει το καταπληκτικό ερμηνευτικό εργαλείο, η Πενέλοπε Κρουζ. Κρίμα!).
Τα τέσσερα αυτά άτομα, συν ο αρραβωνιαστικός της μιας Αμερικάνας, καθώς και μιας κάπως ηλικιωμένης κυρίας που δε νιώθει ευτυχισμένη με το γάμο της, σπαταλάνε 96 ολόκληρα πολύτιμα λεπτά για να καταλήξουν όλοι, μαζί και ο θεατής, από εκεί απ' όπου ξεκίνησαν. Τίποτα δεν πέρασε κάτω από την πέτσα. Μόλις πλύνουμε τα χέρια μας, δε θα υπάρχει ίχνος ταινίας.
Γιατί όλα αυτά, λοιπόν; Είναι φανερό, για το εισιτήριο, βέβαια! Το οποίο για να κοπεί κάπως αγόγγυστα στολίζεται με μερικές τουριστικές εικόνες της Ισπανίας, λίγο σεξ και πολλά σεξουαλικά υπονοούμενα για ανέραστους. Κάποιοι, βέβαια, θα πούνε πως η ταινία έχει έξυπνους διαλόγους. Είναι φανερό ότι κάνουν σύγχυση ανάμεσα στο έξυπνο και στο εξυπνακίστικο.
Διάλογοι και ταινία πάνε ασορτί. Μοιάζουν με κάποιους θαμώνες του «Φίλιον» και του «Καφέ Ντι Κάπο», όπου διαγωνίζονται σε προκλήσεις και κενές κουβέντες. Μοιάζουν με κάποιους αργόσχολους μικροαστούς που προσπαθούν να εντυπωσιάσουν. Ομως, σήμερα πια, κανένας δεν ασχολείται με αυτόν τον κόσμο. Ακόμα και οι μικροαστοί έχουν γίνει δραματικά πρόσωπα. Δεν προκαλούν, πια, γέλιο. Οσο για τις παρτούζες και τα σεξουαλικά τρίο πέρασαν πια ανεπιστρεπτί. Ο κόσμος έχει άλλα ενδιαφέροντα.
Παίζουν: Χαβιέρ Μπαρντέμ, Πενέπολε Κρουζ, Σκάρλετ Τζόχανσον, Ρεμπέκα Χολ. κ.ά.
(ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ ότι διατηρήθηκε ακριβώς η ορθογραφία του κειμένου της εφημερίδας)
Δεν είναι σώνει και καλά κακό αν κάποιος καλλιτέχνης έχει εμμονή σε κάποιο θέμα, σε κάποιον συγκεκριμένο κοινωνικό ή πολιτικό χώρο ή σε οτιδήποτε άλλο σχετικό. Οι εμμονές δεν είναι πάντα κακές. Φτάνει, βέβαια, να μην μένει κανείς στάσιμος ή, και το χειρότερο, να μη γυρίζει προς τα πίσω. Λυπάμαι που θα πω, γιατί έχω γελάσει στις ταινίες του, γιατί έχω προβληματιστεί με κάποιες από αυτές, πως ο Γούντι Αλεν, καιρό τώρα, μοιάζει να έχει στερέψει. Ερχεται και επανέρχεται στα θέματά του χωρίς να τα εξελίσσει, χωρίς να τα αναπτύσσει. Κάνει ατέρμονους κύκλους γύρω από τον εαυτό του.
Αλήθεια, τι προσφέρει η τελευταία του ταινία «Vicky, Cristina, Barcelona»; Τίποτα! Ούτε καν απλό και αστόχαστο γέλιο. Αφού η ιστορία του είναι τόσο τετριμμένη και, κρίμα για το μέγεθός του, χιλιοειπωμένη. Δυο «αθώες» και ανοργασμικές Αμερικανίδες φτάνουν στη μεσογειακή και «θερμή» Βαρκελώνη έτοιμες για τα πάντα. Εκεί, τι πρωτοτυπία, πέφτουν πάνω σε «θερμό» και τσαχπίνη ζωγράφο, παρτουζιάρη από άποψη, και τα κορίτσια ρίχνονται στην αγκαλιά του, όπου βλέπουν το φως το μεσογειακό, κλπ., κλπ. Α, υπάρχει και η μεσογειακή γυναίκα, το ίδιο εκρηκτική όπως και ο μεσογειακός άντρας. Και αυτή, ζωγράφος και η ίδια, είναι «ελευθέρων ηθών», όπως και ο ζωγράφος που υπήρξε και άντρας της. Και την πέφτει και αυτή στα δυστυχισμένα «αθώα» και «άβγαλτα» κορίτσια! (Τον άστοχο και τελείως αδιάφορο και αψυχολόγητο ρόλο ερμηνεύει το καταπληκτικό ερμηνευτικό εργαλείο, η Πενέλοπε Κρουζ. Κρίμα!).
Τα τέσσερα αυτά άτομα, συν ο αρραβωνιαστικός της μιας Αμερικάνας, καθώς και μιας κάπως ηλικιωμένης κυρίας που δε νιώθει ευτυχισμένη με το γάμο της, σπαταλάνε 96 ολόκληρα πολύτιμα λεπτά για να καταλήξουν όλοι, μαζί και ο θεατής, από εκεί απ' όπου ξεκίνησαν. Τίποτα δεν πέρασε κάτω από την πέτσα. Μόλις πλύνουμε τα χέρια μας, δε θα υπάρχει ίχνος ταινίας.
Γιατί όλα αυτά, λοιπόν; Είναι φανερό, για το εισιτήριο, βέβαια! Το οποίο για να κοπεί κάπως αγόγγυστα στολίζεται με μερικές τουριστικές εικόνες της Ισπανίας, λίγο σεξ και πολλά σεξουαλικά υπονοούμενα για ανέραστους. Κάποιοι, βέβαια, θα πούνε πως η ταινία έχει έξυπνους διαλόγους. Είναι φανερό ότι κάνουν σύγχυση ανάμεσα στο έξυπνο και στο εξυπνακίστικο.
Διάλογοι και ταινία πάνε ασορτί. Μοιάζουν με κάποιους θαμώνες του «Φίλιον» και του «Καφέ Ντι Κάπο», όπου διαγωνίζονται σε προκλήσεις και κενές κουβέντες. Μοιάζουν με κάποιους αργόσχολους μικροαστούς που προσπαθούν να εντυπωσιάσουν. Ομως, σήμερα πια, κανένας δεν ασχολείται με αυτόν τον κόσμο. Ακόμα και οι μικροαστοί έχουν γίνει δραματικά πρόσωπα. Δεν προκαλούν, πια, γέλιο. Οσο για τις παρτούζες και τα σεξουαλικά τρίο πέρασαν πια ανεπιστρεπτί. Ο κόσμος έχει άλλα ενδιαφέροντα.
Παίζουν: Χαβιέρ Μπαρντέμ, Πενέπολε Κρουζ, Σκάρλετ Τζόχανσον, Ρεμπέκα Χολ. κ.ά.
(ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ ότι διατηρήθηκε ακριβώς η ορθογραφία του κειμένου της εφημερίδας)































Κατά καιρούς, έχω πει ότι 



Από πότε ο Πέρεθ-Ρεβέρτε και ο Αλατρίστε είναι οι Βούδες του Πο Πο Culture; Εγώ, ας πούμε, δεν έχω διαβάσει ούτε ένα. Άσε που έχω διατελέσει συνεργάτης του "&7" και έχω μόνο σεβασμό για τον Φώτη Απέργη και την αντίληψή του περί πολιτιστικού ρεπορτάζ.
Ο ΑΠΡ και ο Αλατρίστε είναι Βούδες του blog από τη μέρα που αναρτήθηκε το πρώτο Django Weekend χωρίς να αντιδράσω και οι συναισθηματικοί σου δεσμοί με το "&7" δεν με αφορούν καθόλου!
αχαχαχα - το σέβομαι
Κι εδώ ταιριάζει ακριβώς η λέξη που περικλείει τα πάντα: ναγκασάκι!
Για δες ενθουσιασμό που επιδεικνύουν τα κάθε λογής spambots στο άκουσμα της λέξης "Ελευθεροτυπία"!
Θυμίζει λίγο Νταλλλάρα η υπόθεση, όμως αντί για πεντοχίλιαρα, πλέον πέφτουν spam στο άκουσμα της Ε (δεν τη πατάω :) )
Κι εγώ τα τελευταία χρόνια σταμάτησα τελείως την Ε.
Αυτό το φαινόμενο που περιογράφεις (περί φαινομένου πρόκειται) δεν υπάρχει μόνο στην Ε., με λίγο ψάξιμοσε κάθε έντυπο θα βρεις τέτοιες προχειροδουλειές γεμάτες λάθη.Ακόμα και από - κατά τ'άλλα - καλούς συντάκτες. Δυστυχώς.
Τελικά ο Ζωγράφος των Μαχώνανήκει στην σειρά του Αλτρίστε ή όχι;
ΑΛλού διαβάζω ναι, αλλού όχι και έχω μπερδευθεί.
@ KostasK: Ναι, συμφωνώ, αλλά θεωρητικά η "Ελευθεροτυπία" ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ...
@ Ντροπαλός: Φυσικά και ανήκει στη σειρά του Λοχαγού Αλατρίστε.
Καλησπέρα,
Ευχαριστώ για την απάντηση. Ειλικρινά, πάντως, δεν ήταν η απάντηση, που θα περίμενα. Διαβάζω τον "Ζωγράφο" και αναφέρεται στο σήμερα. Ο "Αλατρίστε" πρέπει να είναι στον 16 με 17ο αιώνα, εάν έχω καταλάβει.
Πολύ πιθανόν, να υπάρχει κάποιο twist στον "Ζωγράφο", που να συνδέει με το παρελθόν. Ποιός ξέρει;
homo ludens: Ρισπεκτ για Ρεβέρτε - τον ανακάλυψα απο τη Λέσχη Δουμάς και πέρασα διάφορες φάσεις. Είναι λατρεμένος.