21 Σεπ 2013

10 apps που θα σε κάνουν ν’ αγαπήσεις περισσότερο το Twitter


Για κάποιους το Twitter είναι η καλύτερη ευκαιρία να επιδείξουν την απίστευτη ευφυία τους. Λακωνικοί, χαβαλέδες ή είρωνες, πυροβολούν ακατάπαυστα με σφαίρες των 140 χαρακτήρων. Για άλλους είναι η απόλαυση να διαβάζουν τους πρώτους. Και για τη μάζα είναι ένα ακόμη από τα social media (δηλαδή ένα πιο ανεπτυγμένο chat με μοναδικό σκοπό το σεξ). Και οι τρεις κατηγορίες χρηστών, πάντως, θα βρουν κάτι χρήσιμο στις 10 εφαρμογές ή υπηρεσίες που παρουσιάζουμε πιο κάτω. Γιατί το Twitter κρύβει πολλά μυστικά που αξίζει να ξεκλειδώσουν:


SnapBird
Μια μηχανή αναζήτησης για το Twitter. Ό,τι πιο χρήσιμο δηλαδή.

MyFirstTweet
Βάλε το username σου και βρες τι είχες τουιτάρει για πρώτη φορά ή ψάξε ανάμεσα στα εκατομμύρια tweets των άλλων για να τους εκθέσεις.

InTweets
Μια εφαρμογή για να οργανώνεις τα ενδιαφέροντά σου –τόσο στο ποστάρισμα όσο και στην ανάγνωση.

Bioischanged.com
Σου σερβίρει οποιαδήποτε αλλαγή προκύψει στα προφίλ αυτών που ακολουθείς. Φωτογραφίες, περιγραφές και ό,τι άλλο συνδέεται με το λογαριασμό τους, δεν θα σου ξεφύγει ποτέ ξανά.

ManageFlitter
Εργαλείο για διαφημιστές και εγωπαθείς. Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποια είναι η καλύτερη ώρα για να τουιτάρω;

FavStar
Γι’ αυτούς που θέλουν να ξέρουν τι συζητιέται περισσότερο.

Hootsuite
H πιο γνωστή posting σουίτα για τα Social Media, που σου επιτρέπει να ποστάρεις όποτε θες και πολλά άλλα κόλπα που βασανίζεσαι να κάνεις από το ίδιο το Twitter ή το Facebook.

TweetDeck
Ίσως ο καλύτερος Twitter client της αγοράς.

ByeByeBirdie
Σου λέει πότε και ποιος σε έκανε unfollow. Το τι θα κάνεις εσύ μετά για να τον εκδικηθείς είναι δικό σου θέμα.

Twitdom
Το app store του Twitter. Εκεί όπου αλιεύσαμε όλες τις παραπάνω εφαρμογές και που θα βρεις πολύ περισσότερες.

20 Σεπ 2013

Και τώρα ένα διάλειμμα για να (ξανα)δούμε γυμνή την Miley Cyrus


Κι όμως, έχουν περάσει μόλις πέντε χρόνια από αυτό:



Σκέψου τώρα να είσαι ο μπαμπάς αυτού του κοριτσιού και να λες «ποπο, τι ταλέντο που είναι η κοράκλα μου και τι όμορφα τραγούδια που λέει για τους εφηβικούς έρωτες και τι σπουδαία ανθρωπολόγος/ψυχολόγος/πρέσβειρα της UNESCO/πρόεδρος του ΟΗΕ/πρώτη γυναίκα Πάπας θα γίνει» και ένα βράδυ του Αυγούστου στα καλά καθούμενα να σε παίρνανε τηλέφωνο και να σου λέγανε ότι στα MTV VMA έχει την κόρη σου και τρίβεται πάνω σε κάτι μιστεριτζήδες με τα εσώρουχα και αυνανίζεται με κάτι αρκουδάκια (εκείνα, τα λούτρινα, που της έκανες δώρο κάθε χρόνο στη γιορτή της και που νόμιζες ότι της άρεσαν ακόμη) και ότι όλος ο κόσμος μιλάει τώρα για τα οπίσθιά της.

Από αυτά που έλεγες προ πενταετίας, θα κρατούσες μόνο το «ποπο», κι αυτό θα περιέπλεκε ακόμη περισσότερο τα πράγματα γιατί κάποιοι θα το διάβαζαν σαν «πωπό» και θα λέγανε «καλά αυτό το κορίτσι για να έχει καταντήσει τόσο απελπισμένο και θλιβερό και pathetic που λένε, κάτι στραβό θα έπαιζε στο σπίτι του». Κι εσύ θα σκέφτεσαι ότι ίσως αν τις της είχες βρέξει λίγο παραπάνω στον πωπό, να την είχες σώσει από την κατάντια αυτή.

Αλλά τελικά δεν θα γλίτωνες το εγκεφαλικό γιατί λίγες μέρες αργότερα από τον λόγο που σε έκανε να κλειδαμπαρωθείς στο εξοχικό σου μέσα σ’ ένα πλατανόδασος στη Γιούτα, χωρίς τηλέφωνο, ηλεκτρικό (και ίσως και νερό) για να αποφύγεις τα σχόλια των γύρω σου, θα χτυπούσε ξαφνικά η ημιξεχαρβαλωμένη σου πόρτα και ένας γείτονας (από την καλύβα στην άλλη άκρη του δάσους, 18 μίλια μακριά) θα έβγαζε από το κυνηγετικό του τζάκετ το smartphone του για να σου δείξει το νέο video clip της κόρης σου. Αφού πρώτα σου έλεγε ότι το έχει σκηνοθετήσει ο Terry Richardson.

Σου άρεσε όταν χάζευες την Kate Upton να χοροποηδά με το μαγιώ και να βγαίνει με βρεγμένο μπλουζάκι από την πισίνα, γερομπισμπίκη ε; Έλα όμως που αυτός ο Terry δεν έχει όρια. Πάρε τώρα τη Miley Cyrus (ναι, όντως μόλις πέντε χρόνια μετά το “7 Things”) να καβαλά τσιτσίδι μια Wrecking Ball και να γλείφει σφυριά, επιδεικνύοντας τον πωπό της.




Ό,τι και να λέμε, πάντως, στο κορίτσι αξίζει αιώνιο respect για (το μπλουζάκι που φοράει σε) αυτό το sideboob.


(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

16 Σεπ 2013

Κολυμπώντας στη θάλασσα του Spotify Radio


Αν δεν κάνω λάθος, σταμάτησα να ακούω συστηματικά ραδιόφωνο το 1994. Ή όποια χρονιά έκλεισε ο Ρόδον 94,4 FM, τέλος πάντων. Μέχρι το τέλος εκείνης της δεκαετίας έβαζα καμμιά φορά το tuner του αυτοκινήτου στο Γ’ Πρόγραμμα ή στον Kosmos, αλλά δεν ήξερα απ’ έξω παραγωγούς, προγράμματα, τηλέφωνα επικοινωνίας κλπ. Πήγαινα προς τα εκεί μόνο και μόνο επειδή μπορεί να είχα καθυστερήσει λίγο παραπάνω από όσο άντεχα να φτιάξω μια νέα κασέτα ή αργότερα να κάψω ένα νέο CD για το δρόμο. Στο σπίτι, το ραδιόφωνο δεν άνοιγε ούτε για πλάκα.

Όλη αυτή η αποστροφή είχε τα καλά και τα κακά της. Ραδιόφωνο, όπως υπονόησα και πιο πάνω, δεν είναι μόνο οι μουσικές που ακούς εκεί. Είναι και οι παραγωγοί του, η φιλοσοφία τους, αυτά που λένε και σε ενθουσιάζουν ή σε τσαντίζουν. Είναι και οι υπόλοιποι ακροατές. Την επαφή με αυτό το κομμάτι της κοινωνίας, πραγματικότητας, ανθρωπότητας ή πώς στο καλό το λένε την έχασα για τα καλά. Μια στο τόσο συντονίζομαι στους Laternative και μπαίνω στο chat για να πω καμιά χαζομάρα, αλλά κι αυτό είναι περιστασιακό.

Τα καλά, όμως, ήταν πιο πολλά. Έχοντας αφήσει οριστικά πίσω μου την ανάγκη, ή την επιθυμία έστω, για οποιαδήποτε καθοδήγηση στην επιλογή της μουσικής, διάβασα περισσότερο, ανοίχτηκα πιο τολμηρά, έμαθα και άκουσα πράγματα που δεν θα είχα αντιληφθεί ποτέ αν συνέχιζα να είμαι ακροατής ραδιοφώνου. Εξέλιξα την τέχνη του mixtape σε βαθμό που να αναγνωρίζω πια τα ταξίδια μου βάσει της μουσικής που άκουγα κατά την διάρκειά τους, ψάχτηκα σε προγράμματα και μηχανήματα, ήρθα σε ωραία επικοινωνία με κόσμο που ενδιαφέρθηκε να ρωτήσει τι ήταν αυτό που άκουγα στο γραφείο –στην ουσία τι ήταν αυτό που έπαιζε το δικό μου ραδιόφωνο.

Και, ναι, εννοείται ότι από νωρίς γνώρισα τον κόσμο του streaming audio, όλων αυτών των sites και των εφαρμογών που σού έβαζαν ασταμάτητα τραγούδια με βάση τη διάθεσή σου, το είδος μουσικής που διάλεγες ή τους αγαπημένους σου καλλιτέχνες. Από το Spinner ως τον Last.fm ήταν μακρύς ο δρόμος. Αλλά πάντα, κάπως απογοητευτικός. Τα ίδια και τα ίδια επέστρεφαν πολύ πιο συχνά απ’ όσο το επιθυμούσα και όλες οι εφαρμογές έμοιαζαν να ξεμένουν από ιδέες πολύ πιο γρήγορα από όσο ήθελα.

Εδώ και κάποιες μέρες είμαι ένας ευτυχής κάτοχος λογαριασμού στο Spotify. Ας πούμε ότι το «δοκιμάζω» για την εισαγωγή του, πολύ σύντομα, στην Ελλάδα. Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, εγώ κόλλησα με την πιο απλή υπηρεσία του. Με το Radio. Ξεκίνησα με Portugal. The Man, που επιμένω ότι έχουν βγάλει το δίσκο του 2013 ως τώρα και στα 10 πρώτα τραγούδια που μού σέρβιρε το Spotify ως απάντηση στην επιλογή μου, είχα 6 άγνωστες λέξεις. Αλλά η μουσική ήταν άριστη. Ήταν αυτό ακριβώς με το οποίο θα συνόδευα τους Portugal. The Man σε ένα υποθετικό δικό μου DJ set. Συνέχισα για ώρες και το αποτέλεσμα ήταν μαγευτικό.

Το ότι η database του Spotify τα περιέχει σχεδόν όλα, είναι γνωστό. Το ότι ο αλγόριθμος του ραδιοφώνου του μπορεί να λειτουργεί τόσο σωστά σ’ αυτόν τον ωκεανό πληροφορίας, όμως, δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο. Ακόμη και κάτι να πήγαινε στραβά, το Spotify σού δίνει το δικαίωμα να πηδήξεις τα κομμάτια που δεν σου κολλάνε. Όσες φορές θες, όσο γρήγορα θες, όσο συχνά θες. Καμία σχέση με το Pandora, δηλαδή, που σε αναγκάζει να παρακολουθήσεις σχεδόν απαρέγκλιτα το πρόγραμμα που διάλεξε για σένα. Αν είσαι και λίγο μερακλής (εγώ ομολογώ ότι δεν είμαι πολύ interactive σε αυτά), βαθμολογείς και αυτά που ακούς, βοηθώντας την εφαρμογή να σε καταλάβει περισσότερο. Προς το παρόν –και ως νέος φίλος της- την προκαλώ να με ανακαλύψει μόνη της. Χωρίς βοήθεια. Και το παιχνίδι μας με ικανοποιεί απόλυτα. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, ας πούμε, ανακαλύπτω χάρη στο Spotify Radio τους Neutral Milk Hotel. Ψάξ’ τους λίγο και θα καταλάβεις για πόσο ενδιαφέρουσα νέα σχέση μιλάμε…

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

13 Σεπ 2013

Φθινοπώριασε



Ο καιρός είναι ακόμη καλοκαιρινός, αλλά το φθινόπωρο είναι εδώ. Το φέρνουν τα τραγούδια.




Earth, Wind and Fire – “September”
Ένα τραγούδι για όσους πιστεύουν ότι ο Σεπτέμβριος πρέπει να μετράει στο καλοκαίρι και όχι στο φθινόπωρο. Επίσης, μια ιδανική, ομαλή εισαγωγή σε αυτά που θα ακολουθήσουν.



Animal Collective – “What Would I Want? Sky”
Έρχεται από το EP “Fall be Kind” (Φθινόπωρο, να είσαι καλό μαζί μου), και μοιάζει με το πρωτοβρόχι που θέλει να χαλάσει το πάρτυ των Earth, Wind & Fire, αλλά δεν το παίρνει και απόφαση.



Frank Sinatra – “September Song”
Η επιβλητική φωνή του Frankie αναλαμβάνει να εκπληρώσει αυτό που οι Animal Collective άφησαν στη μέση. Καλεί τα μαύρα σύννεφα να μαζευτούν πάνω από τα κεφάλια μας, κρατώντας όμως την θερμοκρασία σε ιδιαίτερα ψηλά επίπεδα…



Green Day – “Wake Me Up When September Ends”
Μελαγχολικό για το θάνατο του καλοκαιριού και κάπως μίζερο (μέσα σ’ αυτή την εφηβική αναγέννηση των Green Day πριν λίγα χρόνια) παραμένει ένα από τα πιο όμορφα κομμάτια της μπάντας, μια γερή μπόρα που σε βάζει απότομα στους ρυθμούς της νέα εποχής.



Neil Young – “Harvest Moon”
Αφού ξεσπάσει ο ουρανός, η βροχή ηρεμεί και γίνεται σταθερή, απαλή, με ένα ελαφρό αεράκι να δροσίζει την ατμόσφαιρα. Σαν την κιθάρα και τα ντραμς του Neil Young, παρέα με αυτό το «ούουου» πίσω από τη φωνή του.




Yves Montand – “Les Feuilles Morts”
Ο ορισμός του φθινοπώρου. Αλλά μην τα λέω δεύτερη φορά. Διάβασε εδώ.



The White Stripes – “Dead Leaves And The Dirty Ground”
Μπήκαμε πια για τα καλά στο φθινόπωρο, τέρμα το πάνω κάτω στη θερμοκρασία, την ποσότητα του νερού και τη δύναμη του αέρα. Τα στοιχειά της φύσης έχουν εναρμονιστεί πια και παίζουν όλα μαζί White Stripes.



The Mamas and the Papas – “California Dreamin’”
…και συνεχίζουν με κάτι παλιό και καλό: «All the leaves are brown, and the sky is gray...» και «on such a winter’s day». Ωχ! Πότε χειμώνιασε κιόλας;



Ella Fitzgerald & Louis Armstrong – “Autumn in New York”
Κοινώς, ας προετοιμαζόμαστε για τα χιόνια σιγά σιγά…



Antonio Vivaldi – “4 Εποχές: Φθινόπωρο”
Και για να συνοψίσουμε: Allegro - Adagio Molto. Κοινώς, ξεκινάμε γρήγορα, τσαχπίνικα, λαμπερά και μετά πάμε αργά, σταθερά και χαλαρά. Έως και πολύ αργά, βαριά και μελαγχολικά. Τα είχε ρυθμίσει όλα ο Vivaldi από το 1723.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

12 Σεπ 2013

John Murry - The Graceless Age

John Murry
The Graceless Age
(Ιούλιος 2012)


Το μοτίβο είναι γνωστό. Αποκαλυπτικοί στίχοι, με βάθος ψυχής, αλλά απρόσμενα ρηχοί ώρες ώρες, όταν αυτό που θες να πεις πρέπει να σοκάρει και όχι να υπονοηθεί απλά. Μουσική βαριά, σχεδόν καταθλιπτική. Όταν αυτοψυχαναλύσαι και περιγράφεις το μπέρδεμά σου με τα ναρκωτικά και τις λοιπές ουσίες, μουσικά το κάνεις με συγκεκριμένο τρόπο. Σ’ αυτό το επίπεδο ο John Murry –αγνώστων λοιπών στοιχείων, πέραν του ότι είναι από το Μισισιπή και έχει κάποια συγγένεια με τον William Faulkner– δεν πρωτοτυπεί.

Αλλά αυτό που έχει στήσει στο “Graceless Age”, με όλα τα κλισέ της μορφής του και όλα τα δεδομένα μιας αφήγησης που έχεις ξανακούσει δεκάδες φορές, σε ξαφνιάζει με το πόσο ειλικρινές και καθηλωτικό μπορεί να ακουστεί. Ακριβώς επειδή δεν είναι κάτι καινούργιο, γι’ αυτό και είναι τόσο μεγαλειώδες. Πώς αυτός ο μουσικός που δεν έχουμε ξανακούσει ποτέ κατάφερε να αναμείξει όλα αυτά τα συνηθισμένα υλικά και να φτιάξει κάτι τόσο απρόσμενο, τόσο ξεχωριστό;

Νεκρομαντικό ρεαλισμό του αναγνωρίζει ο κριτικός του Guardian, Michael Hann, και ανάθεμα αν αυτός δεν είναι ο καλύτερος χαρακτηρισμός που θα διαβάσεις για το “Graceless Age”. Ο Murry έφτασε ένα κλικ πριν από τον θάνατο, επέπλευσε για λίγο σ’ ένα εφιαλτικό flatline, κι έκανε όντως όλη αυτή την εμπειρία στίχους και μελωδίες. Πίσω από την μελαγχολική του Americana και τις ηλεκτρικές ενέσεις που τη κρατούν στη ζωή εδώ κι εκεί με μερικά δυνατά κιθαριστικά riffs, υπάρχει μονάχα η ιστορία ενός ανθρώπου αποτυχημένου, τελειωμένου, ενός μηδενικού. Κι όμως, από αυτό το μηδενικό, έχει προκύψει ένα σχεδόν τέλειο δεκάρι.

(Για την ιστορία, ο δίσκος γράφτηκε πέρσι, κυκλοφόρησε τέτοια εποχή το 2012 στη Μεγάλη Βρετανία, αλλά σιγά σιγά άρχισε να γίνεται word of mouth και να ανακαλύπτεται φέτος την άνοιξη από τους συμπατριώτες του Murry και τον υπόλοιπο κόσμο. Όπως καταλαβαίνεις, ένα πραξικοπηματάκι στην Blogovision το Δεκέμβρη θα το στήσω, για να τον μετρήσουμε ως 2013. Γιατί εδώ έχουμε υλικό για πρωτιά).

(Γράφτηκε για το Jumping FIsh)

10 Σεπ 2013

Η ιστορία ενός τραγουδιού: Meat Loaf - I'd do anything for love (But I won't do that)


«Μια από τις ερωτήσεις που μου έχουν κάνει περισσότερες φορές στη ζωή μου είναι η εξής: Ποιο ήταν αυτό;» λέει και ξαναλέει ο Meat Loaf, 20 χρόνια μετά το τραγούδι που έδωσε κάποιο νόημα στη μουσική του ύπαρξη. Η απορία «ποιο ήταν αυτό;», που αναφέρεται στο περίφημο “but I won’t do that” του ρεφρέν και του τίτλου του “I'd Do Anything for Love (But I Won't Do That)” είναι πολύ μεγαλύτερης ουσίας απ’ όσο αρχικά φαίνεται. Για όλους εμάς, που δεν έχουμε μεγαλώσει με το The Rocky Horror Picture Show και το Bat Out Of Hell, τους λόγους δηλαδή για τους οποίους ο κακάσχημος Τεξανός έκανε όνομα στη βιομηχανία της διασκέδασης, είναι αυτή η απορία –βασανιστική και επαναλαμβανόμενη, δύο δεκαετίες τώρα- που μας κρατά απ’ το να ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια κάθε φορά που ακούμε το όνομά του. Meat Loaf. Ρολό Κιμά.

Το 1993, όταν πια είχαμε MTV και μαθαίναμε πιο γρήγορα τι συνέβαινε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, ο Meat Loaf βρισκόταν 20 χρόνια μακριά από την καλή του εποχή, ολίγον ξεχασμένος, ολίγον γερασμένος. Χρειαζόταν ένα γερό comeback και του το έδωσε ο Jim Steinman. Το “I'd Do Anything for Love (But I Won't Do That)” ήταν ένα δωδεκάλεπτο έπος που καταχρηστικά μπορεί κανείς να το πει μέχρι και progressive rock, αλλά που στην ουσία ήταν μια γλειώδης μείξη ποπ, ροκ και οπερετικών στοιχείων με βασικότερο στόχο να λειτουργήσει σαν μια μίνι ταινία στο MTV και να φέρει πίσω τους fans του Meat Loaf που ετοίμαζε τότε το “Bat Out of Hell II: Back Into Hell”.


Τα κατάφερε. Με ένα videoclip (σκηνοθετημένο από τον Michael Bay των “Armageddon”, “Pearl Harbor” και “Transformers”) που σε έβαζε σε ένα α λα Edgar Allan Poe περιβάλλον και μπόλικα μυστήρια να μας ψαρώνουν ακόμη περισσότερο (π.χ. το κορίτσι που τραγουδούσε τις τελευταίες έξι στροφές αναφερόταν απλά ως “Mrs. Loud” στα credits) το κομμάτι έφτασε στο Νο 1 σε 28 χώρες. Στις περισσότερες από αυτές το όνομα Meat Loaf δεν είχε ξανακουστεί, ούτε θα ξανακουγόταν ποτέ ξανά στην ιστορία. Ήταν το απόλυτο one hit wonder. Πούλησε μπόλικα εκατομμύρια singles, ήταν το πιο ευπώλητο κομμάτι στη Μεγάλη Βρετανία πριν 20 χρόνια και παραμένει ακόμη και σήμερα το 7ο πιο δημοφιλές ποπ πράγμα (sic) που κυκλοφόρησε ποτέ στη Γερμανία.

Η απορία για το «ποιο ήταν αυτό;» στους στίχους λύθηκε αρκετά γρήγορα, αφού ο Meat Loaf δεν ήθελε να την διατηρήσει ανάμεσα στα μυστήρια του τραγουδιού. Σε μια επίδειξη κακών αγγλικών, τα διάφορα “but I won’t do that” αναφέρονταν στον τελευταίο στίχο της κάθε στροφής πριν το ρεφρέν. Το αυτό ήταν στην ουσία τέσσερα πράγματα: (I won’t) forget the way you feel right now / forgive myself if we don't go all the way tonight / do it better than I do it with you, so long / stop dreaming of you every night of my life.

Για να ολοκληρωθεί η γελοιότητα του πράγματος, το κομμάτι κορυφώνεται στο φινάλε με τον απόλυτο διάλογο: Η “Mrs. Loud” (που τελικά ήταν κάποια Lorraine Crosby, και στο video clip τα φωνητικά της έκανε lipsynch η συμπρωταγωνίστρια του Meat Loaf, Dana Patrick) του πετάει την ατάκα “sooner or later you’ll be screwing around”. Eκείνος ουρλιάζει με έμφαση “I won’t do that”. Τι περισσότερο να περιμένει κανείς από ένα ρολό κιμά;

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

8 Σεπ 2013

Κράτα με!


Στα εκτενή road trips που πραγματοποίησα το φετινό καλοκαίρι και που ευθύνονται για τη μακρά απουσία μου από το παρόν site, είχα την ευκαιρία να επανεκτιμήσω μερικά από τα αγαπημένα μου τραγούδια του 2013 ως τώρα. Δύο από αυτά που αγκυλώθηκαν στο soundtrack των διακοπών μου (κατσικώθηκαν καλύτερα) είχαν ένα ιδιαίτερο κοινό στοιχείο. Το «κράτα με».

Το “Everlasting Arms” των Vampire Weekend μοιάζει εφηβικά ερωτικό, αλλά μάλλον πρόκειται για ένα σύγχρονο fusion gospel, ενώ το “In Your Arms Awhile” του (λατρεμένου μου) Josh Ritter είναι τίμια, βλάχικα αγαπησιάρικο. Ο Ritter μάλιστα επιμένει στο μοτίβο των χεριών που αρπάζουν και κρατούν σφιχτά στην αγκαλιά τους τον άλλον, αφού στο ίδιο άλμπουμ (το υπέροχο “The Beast in Its Tracks”) έχει συμπεριλάβει και το “In Your Arms Again”.

Τέλος πάντων, και τα δύο έχουν το “Arms” στον τίτλο και το “Hold Me” στους στίχους, μιλώντας για μια από τις πιο συμβολικές κινήσεις αγάπης που μπορεί να συναντήσει κανείς στον παγερό κι απάνθρωπο κόσμο μας. Καμία σύνδεση δεν είχαν με τις διακοπές μου και τα μποφόρ και τις μπότζες και τις φουσκάλες στα χέρια, πέραν του soundtrack που λέγαμε παραπάνω, αλλά τώρα που επέστρεψα στο κλεινόν άστυ και το ξανασκέφτηκα, με πήγαν ένα βήμα παραπέρα: Για άλλους, που το καλοκαίρι δεν σημαίνει windsurfing, οι θερινοί έρωτες είναι ένα σπορ υπέροχο. Και μερικές φορές επικίνδυνο. Που χρειάζεται κι αυτό το soundtrack του. Τι καλύτερο από ένα Top 10 (+1 bonus) με κομμάτια που βροντοφωνάζουν «Κράτα με»; (Αφού, ως γνωστόν, κανείς ποτέ δεν κρατά κανέναν καλοκαιρινό έρωτα, αλλά φροντίζει να εξαφανιστεί ωσάν καπνός με το που σκάσουν τα πρωτοβρόχια…)



Vampire Weekend – “Everlasting Arms”
Τα είπαμε και παραπάνω: Χαρωπό gospel σε αφροκαραϊβικούς ρυθμούς. Αχταρμάς ιδανικός για καλοκαίρι.



Josh Ritter – “In Your Arms Awhile”
Με το “Hold Me” να κυριαρχεί από το πρώτο δευτερόλεπτο που η φωνή του Josh μπαίνει στο παιχνίδι, αυτό το κομμάτι καταφέρνει να ξεπεράσει ακόμη και το προηγούμενο σε επίπεδο ανεβαστικότητας (sic) και να γίνει το απόλυτο must hear της λίστας.



Fleetwood Mac – “Hold Me”
Από την ακραία pop περίοδο των Fleetwood Mac, εκεί στις αρχές των ‘80s, ένα τραγούδι που χορεύεται ήρεμα, μεθυσμένα, με ένα κοκτέιλ στο χέρι και την αύρα του θερινού έρωτα, που ήδη φλερτάρει με το επόμενό του θύμα ένα νησί μακριά, να πλανάται στην ατμόσφαιρα.




Savage Garden – “Hold Me”
Το κύκνειο άσμα μιας μπάντας που κανονικά δεν θα έπρεπε να έχει υπάρξει ποτέ. Το μήνυμα του τελευταίου τους single δεν κατάφερε να κρατήσει τα μέλη της μαζί. Και καθόλου δεν μας πείραξε αυτό.



Duran Duran – “Hold Me”
Ένα κομμάτι από το δεύτερο άλμπουμ που αγόρασα ποτέ (το πρώτο ήταν το “So” του Peter Gabriel, γιατί είμαι τόσο μα τόσο ψαγμένος), έτσι απλά για να το γεμίσουμε με αναμνήσεις.



She & Him – “Hold Me, Thrill Me, Kiss Me”
Αλλά ας αφήσουμε κατά μέρος την νοσταλγία και ας βουτήξουμε κατευθείαν στην αγκαλιά της Zooey Deschanel. Από το τρίτο της άλμπουμ με τον M. Ward που βγήκε φέτος και δεν του έχουμε δώσει ακόμη τη σημασία που του πρέπει.



The Black Keys – “Hold Me In Your Arms”
Από το μακρινό 2003 όταν οι hipsters δεν είχαν ανακαλύψει ακόμη τους Black Keys κι εκείνοι έπαιζαν ανενόχλητοι τα βρώμικα, τεμπέλικα blues-rock του Νότου…



Mumford & Sons – “Hopeless Wanderer”
Το πιο ωραίο τραγούδι από το περσινό τους “Babel” φτάνει στην κορύφωσή του στο 1:48, εκεί που λέει –τι άλλο;- «Κράτα με σφιχτά».



Yeasayer – “O.N.E”
Από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια (και video clips) του 2010, με το “Hold Me” να κυριαρχεί στο γεφυράκι πριν το ρεφρέν.



Johnny Logan – “Hold Me Now”
Φοβήθηκες ότι θα το ξέχναγα; Αλήθεια φοβήθηκες ότι θα το ξέχναγα;

BONUS TRACK (ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΜΕ ΓΕΡΑ ΝΕΥΡΑ)


OtherView – “Κράτα Με Σφιχτά”
Η ελληνική προσθήκη τσιχλόφουσκα στη λίστα.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

6 Σεπ 2013

Η ιστορία ενός τραγουδιού: Crosby, Stills & Nash - Suite: Judy Blue Eyes


Το σωτήριο έτος 1968, όταν συνέβαιναν πολλά και θαυμαστά πράγματα, ο David Crosby, o Stephen Stills και ο Graham Nash ήταν όλοι τους μέλη σημαντικών συγκροτημάτων. Eίχαν ήδη χαράξει μια αξιοπρόσεκτη καριέρα και είχαν μπόλικη δόξα να μαζέψουν ακόμη, αλλά και από τους τρεις τους έλειπε κάτι.

Ειδικά από τον Stephen Stills, κιθαρίστα και τραγουδιστή των Buffalo Springfield έλειπαν πολλά. Μπορεί η μπάντα του να είχε γράψει μερικά από τα εμβληματικότερα κομμάτια των ταραγμένων ‘60s, αλλά γενικά το συγκρότημα δεν διένυε και την καλύτερή του περίοδο όσον αφορά στις διαπροσωπικές σχέσεις των μελών του. Ειδικά αυτές των δύο ιδρυτών του, Stephen Stills και Neil Young, ήταν ιδιαίτερα τεταμένες. Ο πρώτος αποβλήθηκε από το σύστημα των Buffalo Springfield λίγο πριν το καλοκαίρι.

Η σχέση του με την Judy Collins έπαιζε σίγουρα ρόλο. Τρελά ερωτευμένος μαζί της, έδειχνε πολύ περισσότερο ενδιαφέρον να την πλαισιώσει ως κιθαρίστας στο δικό της “Who Knows Where The Time Goes” εκείνης της χρονιάς, παρά να εργαστεί σε νέο υλικό για τη δική του μπάντα. Μόνο που η γαλανομάτα ιέρεια της folk δεν αισθανόταν το ίδιο για τον Stills. Τα πράγματα περιεπλάκησαν ακόμη περισσότερο όταν η Collins, που ανέβαινε και στο σανίδι ενίοτε, γνώρισε τον Stacey Keach, με τον οποίον συμπρωταγωνιστούσε στην παράσταση “Peer Gynt” που ανέβασαν στο πλαίσιο του New York Shakespeare Festival εκείνο το καλοκαίρι. Τον ερωτεύθηκε ακαριαία. Και, ως γνωστόν, ο έρωτας και ο βήχας δεν κρύβονται…

O Stills ξαφνικά ένιωσε τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Όλα έδειχναν ότι ο Σεπτέμβριος θα τον έβρισκε χωρίς δουλειά και χωρίς γκόμενα (όπερ και συνέβη). Σε μια τελευταία, απέλπιδα προσπάθεια να κρατήσει κοντά του την Judy Collins, κάθισε και σκάρωσε την σουίτα που μιλά για τα μπλε της μάτια. Το “Suite: Judy Blue Eyes” αποτελείται στην ουσία από τέσσερα μικρά τραγούδια που εκφράζουν ακριβώς την κατάσταση και την ψυχολογία του Stills εκείνη την περίοδο. Με στίχους όπως «Πρέπει να το φωνάξω ότι νιώθω μοναξιά» και «Μην αφήνουμε το παρελθόν να μας θυμίζει αυτό που δεν είμαστε πια» πίστευε ότι θα καταφέρει να λυγίσει την Judy Collins και να την κρατήσει κοντά του. Το πιο βασικό του όμως πρόβλημα ήταν ότι όλα έδειχναν ότι δεν θα είχε μπάντα για να ηχογραφήσει το κομμάτι και να της το αφιερώσει.

Ο David Crosby, κιθαρίστας των θρυλικών The Byrds, τα είχε σπάσει με τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ προς τα τέλη του 1967 και ζούσε μια μποέμικη ζωή σε αυτό που έμοιαζε με ανεργία (ο Gram Parsons έδειχνε ότι είχε ήδη πάρει τη θέση του στη μπάντα). Το περίφημο εκείνο καλοκαίρι του 1968 βρέθηκε τυχαία με τον Stills στη Φλόριντα και σύντομα καβάλησαν το ιστιοπλοϊκό του κι άρχισαν να περνάνε το χρόνο τους τζαμάροντας με τις κιθάρες τους. Η χημεία ήταν άμεση.

Ο Graham Nash ήταν Βρετανός. Μέλος των The Hollies, μιας από τις σημαντικότερες μπάντες του “British Invasion”, γνωριζόταν ήδη από το 1966 με τον Crosby, και όταν το 1968 οι Hollies περιόδευαν στην Καλιφόρνια, συναντήθηκε ξανά μαζί του και συζήτησαν το ενδεχόμενο συνεργασίας. Λίγο αργότερα, οι τρεις τους πια, συναντήθηκαν σε ένα πάρτυ στο σπίτι της Cass Elliot των The Mamas & the Papas και βρέθηκαν να τζαμάρουν παρέα. Ο Nash ενθουσιάστηκε και –νιώθοντας πια ότι η καριέρα του με τους Hollies είχε τελματώσει- πρότεινε στους άλλους δύο να σχηματίσουν μια μπάντα.

Το ντεμπούτο τους πήρε το όνομα του γκρουπ τους, που με τη σειρά τους πήρε τα… επώνυμά τους: Crosby, Stills & Nash. Κυκλοφόρησε την άνοιξη του 1969 και περιείχε –μεταξύ άλλων- και τρία κομμάτια που είχαν γραφτεί το προηγούμενο καλοκαίρι, όταν οι τρεις τους δεν ήξεραν ακόμη πού θα τους οδηγούσε η μοίρα. Το “Wooden Ships”, που το είχαν συνθέσει οι Crosby και Stills τις ημέρες της «ιστιοπλοϊκής» τους παρέας. Το “You Don’t Have To Cry”, που ήταν άλλη μια από τις μαραζωμένες δημιουργίες του Stills όταν έχανε την Collins. Και το περίφημο “Suite: Judy Blue Eyes”.


Η Judy Collins, βέβαια, βρισκόταν ήδη αρκετά μακριά. Ο Stills την είχε χάσει πριν καν έρθει το φθινόπωρο του ‘68. Την αντικατέστησε όμως με ένα έρωτα μεγαλύτερο. Οι Crosby, Stills & Nash (αργότερα Crosby, Stills, Nash & Young, αφού ο Neil Young προστέθηκε στο σχήμα ως κιμπορντίστας, ξαναβρίσκοντάς τα με τον Stephen Stills το 1969 και γράφοντας ιστορία ως κουαρτέτο πια στο φεστιβάλ του Woodstock) άντεξαν μαζί δισκογραφικά μέχρι το 1999, ως το πιο διάσημο και μακρόβιο supergroup στην ιστορία της folk.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

25 Αυγ 2013

John Vanderslice - Dagger Beach

John Vanderslice
Dagger Beach
(Ιούνιος 2013)


Από το 2000, όταν με το “Mass Suicide Occult Figurines”, ο John Vanderslice έδινε την εκκίνηση σ’ αυτό το υπέροχο νέο πράγμα που ονομάσαμε indie rock στην πορεία, ο μουσικός από τη Φλόριντα είναι πιστός, κάθε δυο χρόνια ή και συχνότερα, στο ραντεβού του. Το “Dagger Beach” είναι το 9ο άλμπουμ, το τελευταίο μιας σειράς που ποτέ δεν έχει απογοητεύσει, αλλά αντιθέτως έχει κατά καιρούς παραθέσει πραγματικά αριστουργήματα όπως το “Cellar Door” του 2004 και το “Emerald City” του 2007. Αν δεν γνωρίζεις τον John Vanderslice, οφείλεις να ξεκινήσεις από εκεί, πριν πιάσεις το “Dagger Beach”.

Γιατί η τελευταία του κυκλοφορία είναι η πιο πολύπλοκη, η πιο δυσπρόσιτη της υπέροχης αυτής καριέρας. Όχι, δηλαδή, υλικό για συστάσεις. Αλλά, 13 χρόνια μετά το ντεμπούτο του, ο Vanderslice είχε κάθε δικαίωμα να κάνει αυτό που ο Sufjan Stevens κάνει από την πρώτη στιγμή: Να το παίξει εκκεντρικός και να αφήσει εσένα να ψάξεις τον τρόπο να βρεις πώς να τον κατακτήσεις. Στο “Dagger Beach” ακούγεται όντως σαν ένας Sufjan σε slow motion. Βασίζεται σε μια πληθώρα αναφορών και σε πάρα πολλές προσωπικές καταγραφές, που μετατρέπονται σε αφηγηματικά κομμάτια που η ιδιαίτερη φωνή του τους δίνει ακόμη πιο προσωπικό, σχεδόν ιδιωτικό τόνο.

Αλλά ο κόσμος του δεν είναι απαγορευμένος. Μπορεί από το “Dagger Beach” να λείπει η δομή που χαρακτήριζε όλες του τις δουλειές ως τώρα και οι πειραματισμοί να είναι άπειροι, αλλά ο Vanderslice σε προκαλεί να το δεις όλο αυτό σαν ένα παιχνίδι. Αν τού χαρίσεις λίγο παραπάνω χρόνο, θα ανακαλύψεις ότι τελικά έχει κι αυτό τους κανόνες του. Αν τους μάθεις και μπεις στην διαδικασία να παίξεις, δύσκολα θα ξεκολλήσεις. Ακόμη και τη νύχτα, τα τέσσερα (στα πέντε) αστεράκια του, θα σε φωτίζουν για να συνεχίζεις χωρίς σταματημό.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

23 Αυγ 2013

Portugal. The Man - Evil Friends

Portugal. The Man
Evil Friends
(Ιούνιος 2013)


Η παρουσία του Danger Mouse στο “Evil Friends” ξεχωρίζει από τις εισαγωγικές κιόλας νότες του “Plastic Soldiers”, του πρώτου κομματιού από το νέο άλμπουμ των Portugal. The Man. Εκείνο το απίστευτο πράγμα που ακούσαμε στο “Dark Night Of The Soul” πριν από 3 χρόνια (και που γέμισε ένα ολόκληρο καλοκαίρι μου σ’ ένα νησί, πήγαιν’ έλα από τη χώρα ως εκεί που έκανα windsurf), από τον Danger Mouse και τον Sparklehorse, επαναλαμβάνεται εδώ με τρόπο όμως που δεν παραβιάζει την ιδιαιτερότητα των Portugal. The Man.

Κοινώς, μια υπέροχη μπάντα συναντιέται με έναν υπέροχο παραγωγό για να ξαναπαίξει με ένα υπέροχα δοκιμασμένο πείραμα. Το τελικό αποτέλεσμα είναι το πιο mainstream και προσιτό πράγμα που έχουν βγάλει ποτέ οι Portugal. The Man στα 7 χρόνια της καριέρας τους (δεν τους έλεγες και απρόσιτους πάντως). Τα ηλεκτρονικά στοιχεία του Danger Mouse δένουν μαγικά με τις λουπαριστές, μακρόσυρτες α λα Black Keys κιθάρες της μπάντας, δίνοντας στον τελικό ήχο μια δυναμική που έλειπε από τις προηγούμενες 7 κυκλοφορίες των Portugal. The Man.

Κάποιοι, βέβαια, θα γκρινιάξουν ότι το όλο πράγμα «παραέχει» παραγωγή. Ότι παραείναι γυαλισμένο. Όποιοι είχαν εκστασιαστεί με την ωμή δύναμη του “Waiter: You Vultures!” ή του “Church Mouth”, θα ανακαλύψουν ότι η αίσθηση έχει πια απομακρυνθεί πολύ από εκείνα τα επίπεδα. Όσοι πάλι είναι όψιμοι θιασώτες των Portugal. The Man (και οφείλω να ομολογήσω ότι εγώ είμαι τέτοιος) κι έχουν πιάσει να ξεκοκαλίσουν την δισκογραφία τους από την αρχή, χωρίς να την συνδέουν με θύμησες και συναισθήματα του παρελθόντος, θα δουν το “Evil Friends” ως την απόλυτα λογική συνέχεια μας σπουδαίας καριέρας. Το “Hip Hop Kids” επίσης, είναι το τραγούδι της χρονιάς για μένα ως τώρα –και θα είναι ένα hidden gem για να το αναφέρω όταν η μπάντα αναγνωριστεί όσο της αξίζει, αφού φαίνεται ότι οι Porugal. The Man δεν δείχνουν την διάθεση να το διαχειριστούν ως single ή κάτι τέτοιο.

Κάπου ανάμεσα στους Black Keys και στους Black Kids (πού χάθηκαν, αλήθεια, τα παιδιά αυτά;) βρίσκεται κάτι που το μαύρο δεν πρέπει να το έχει δει ποτέ. Κάτι πολύχρωμο και ανεβαστικό, κάτι που θυμίζει ώρες-ώρες Phoenix και ώρες-ώρες Of Montreal. Είναι indie όσο και pop και αυτό το οφείλει στο παμμέγιστο Danger Mouse, που αμφιβάλλω αν ποτέ βγάλει δουλειά που να τη στολίζουν λιγότερα από τέσσερα στα πέντε αστεράκια.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

21 Αυγ 2013

To Ironic της Alanis γεμίζει επιτέλους ειρωνία


Η ειρωνεία είναι μια έννοια σχετική. Αυτό που είναι ειρωνικό για κάποιον ίσως να μην είναι και τόσο ειρωνικό για κάποιον άλλον. Ακόμη και με την αντικειμενική κλίμακα στην οποία μπορούμε όλοι να συμφωνήσουμε, κάποια πράγματα που αναφέρονταν στον ύμνο της ειρωνίας (και γενικότερα ύμνο των 90s), σ’ εκείνο το ανεπανάληπτο “Ironic” της τότε θεάς (θυμίσου και το “Dogma” των Affleck – Damon) Alanis Morissette, δεν ήταν και τόσο ειρωνικά.

Για παράδειγμα, το ότι βρέχει την ημέρα του γάμου σου δεν είναι ειρωνία. Είναι μια πραγματικότητα και ένα τεράστιο άγχος που αντιμετωπίζουν τα μισά από τα ζευγάρια που παντρεύονται ακόμη και καταμεσής του Ιουλίου. Ούτε η μύγα στο Σαρντονέ σου είναι κάτι τόσο σπάνιο και ειρωνικό. Αντικειμενικά.

Τα προβλήματα αυτά αποφάσισαν να λύσουν, για χάρη της Alanis, πολλά χρόνια μετά δύο κορίτσια από την Νέα Υόρκη. Οι Rachael και η Eliza αυτοπροσδιορίζονται ως μουσικό – κωμικό δίδυμο και έγραψαν το “It’s Finally Ironic”. Ένα τραγούδι που πάει την ειρωνία του “Ironic” ένα βήμα παραπέρα. Ο 98χρονος που πεθαίνει την ημέρα που κέρδισε το λαχείο, δεν πεθαίνει απλά. Πεθαίνει από ένα άσχημο κόψιμο από το χαρτί του λαχείου. Ο γάμος που γίνεται υπό βροχή ήταν σχεδιασμένος επίτδες στο σημείο του κόσμου όπου βρέχει πιο σπάνια απ’ οπουδήποτε αλλού. We fixed it for you Alanis.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

19 Αυγ 2013

Αντίο, Σίνταρ Γουόλτον, θα θυμάμαι για πάντα ότι με έκανες τζαμπατζή



Τελευταίο βράδυ στην Νέα Υόρκη. Είχαμε ραντεβού για ποτά στο "the View", το περιστρεφόμενο μπαρ σε κάποιον ψηλό όροφο του Marriott, που σου επιτρέπει να έχεις πανοραμική - 360ο - θέα στην πόλη (πιο τουρίστας πεθαίνεις). Προλάβαινα να πεταχτώ στο The Iridium για το πρώτο σετ; Προλάβαινα. Γρήγορο ντους και τρεχάλα στην Broadway, θα σας δω μετά. Κατέβηκα στο υπόγειο, το (κακόγουστο, μεταξύ μας) κλαμπ, άδειο, κάθησα στο μπαρ, πήρα ένα Gragganmore και χάζευα την κοπέλα απέναντί μου, που καθόταν στο τραπεζάκι με τα αραδιασμένα CD προς πώληση. Κάποια στιγμή την άκουσα να λέει γελαστά: "hi, Cedar!" Γύρισα το κεφάλι μου προς την κατεύθυνση από την οποία ήρθε ο απαντητικός χαιρετισμός, από μια βαθιά φωνή. Ο ψηλός άντρας με το φαρδύ καρό σακάκι και το φανελένιο παντελόνι μού φάνηκε ότι έκλεινε τελείως την πόρτα, αλλά ξέρω τώρα ότι αυτό ήταν απλώς το δέος μου, απέναντι σ' αυτόν τον άνθρωπο που ήταν εκεί - όταν ο Κολτρέιν έκανε τις πρώτες δοκιμαστικές ηχογραφήσεις για το Giant Steps, όταν ο Μπλέικι οδηγούσε τους Jazz Messengers βαθιά μέσα στα '60s, όταν, όταν, όταν...

Την μπάντα συμπλήρωναν δύο ακόμη βετεράνοι των '60s, ο Buster Williams στο κοντραμπάσο και ο Jimmy Cobb στα ντραμς, αλλά κι ένας "Young Lion", ο σαξοφωνίστας Javon Jackson. Έπαιξαν ένα σετ που κύλησε νεράκι, από αυτά που αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν να παίζουν τέτοια πράγματα και να μην σχηματίζεται ούτε μια στάλα ιδρώτα στα μέτωπά τους. Στο τέλος του σετ, κατέβηκε από την σκηνή και άρχισε να περιφέρεται - γιγάντιος - ανάμεσα στα τραπέζια (στο μεταξύ, το μαγαζί είχε φυσικα γεμίσει). Αγόρασα ένα δισκάκι από την τύπισσα στο τραπεζάκι,τον πλησίασα, έσφιξα το πιο μεγάλο, εύσαρκο και μαλακό χέρι που θυμάμαι να σφίγγω στην ζωή μου και του ζήτησα να μού το υπογράψει. Έβγαλε έναν ασημί μαρκαδόρο από το σακάκι του και έγραψε το όνομά του στην μαύρη επιφάνεια του δίσκου. Ήπια την τελευταία γουλιά από το (δεύτερο) Gragganmore και ανέβηκα πέντε πέντε τα σκαλιά, τρέχοντας να συναντήσω την Σοφία, την Λίνα, την Τάνια και τον Στράτο.
Στην διαδρομή, διαπίστωσα ότι ξέχασα να πληρώσω τα ποτά μου.

20 Ιουλ 2013

Penny and the Swingin' Cats στη στέγη της Στέγης



Ήταν mellow η βραδιά, mellow και το Disaronno Sour που ρουφούσα κομμάτι ζαλισμένος όσο χάζευα τους Penny και τους Swingin' Cats την Πέμπτη στη Hytra. Στην ταράτσα, στη στέγη αν θες, της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, στο πλαίσιο του Disaronno 5|25 Live Sessions On the Roof. Είχα ακούσει πολλά, δεν είχα καταφέρει να βρεθώ κάποια από τις προηγούμενες Πέμπτες, αλλά τη λατρεμένη Πέννυ Μπαλτατζή δεν θα την έχανα για τίποτε.

Τα ταξίδια της μπάντας της στο swing jazz, στο Great American Songbook και στο Χόλιγουντ της αθώας, ασπρόμαυρης εποχής του (ταξίδια, ωστόσο, έγχρωμα, πολύχρωμα, εντονόχρωμα) είναι βάλασμο για μια κουρασμένη καθημερινή, από αυτές τις φορτωμένες που κάθονται στους ώμους σου τις τελευταίες μέρες πριν φύγεις διακοπές, τότε που πρέπει να τα προλάβεις όλα. Ήταν εγγυημένο το αποτέλεσμα από πριν και όντως η πραγματικότητα δεν με διέψευσε.

Ήταν και η σκηνή του live, βέβαια. Όταν έχεις για φόντο την Ακρόπολη, κανένα σόου δεν μπορεί να συγκριθεί με το δικό σου, όσο μεγάλο stage, όσο μαγικά φώτα, όσο φοβερούς χορευτές κι αν έχει. H Penny, με την περίφημη οικειότητα που σού μεταδίδει κάτι τόσο divaϊκό (γελοίος νεολογισμός, αλλά δεν ξέρω πώς να το πω -ίσως "ντιβέ") και οι Swingin' Cats, με το μαγικό τρόπο που προσαρμόζονται σε όλους τους ρόλους τους -εύκολα γίνονται από κομπάρσοι πρωταγωνιστές- ξεκίνησαν κινηματογραφικά, καβαλώντας νοητά ένα παλιό Ford με φτερά και διαβαίνοντας τις θύρες των κινηματογραφικών στούντιο της εποχής της ποτοαπαγόρευσης και άρχισαν μετά να ανεβάζουν ρυθμούς και τη διάθεση όλων μας. Mellow was the night. Και purple κατά περιπτώσεις, χάρη στους φωτισμούς -κάπως ταιριαστά με τα Disaronno Sour που κρατούσαμε οι περισσότεροι στα χέρια μας.


Το επόμενο ραντεβού για το 5|25 Live Sessions On the Roof που διοργανώνει ο Εν Λευκώ με την υποστήριξη του DiSaronno είναι για τις 25 Ιουλίου, με προσκεκλημένους καλλιτέχνες τους Burger Project. Τα λέμε εκεί.

19 Ιουλ 2013

Laura Marling - Once I Was An Eagle

Laura Marling
Once I Was An Eagle
(Μάιος 2013)


Έγραφα τις προάλλες στο Twitter - προς ενθουσιασμό της μουσικής μας ιντελιγκέντσιας: «Η Laura Marling γίνεται όλο και πιο Χάρις Αλεξίου με κάθε νέο της άλμπουμ». Άκουσε το “Devil’s Resting Place” για παράδειγμα. To πολύ πολύ να αναβαθμίσεις την σύγκριση από Χαρούλα σε Ελένη Βιτάλη. Είναι το καλύτερο κομμάτι του πιο πρόσφατου άλμπουμ της, του “Once I Was An Eagle”. Αλλά απέχει πολύ από το ν’ ακούγεται σαν Suzanne Vega, όπως θα ήθελε πιθανότατα η δημιουργός του.

Διαβάζω παντού διθυραμβικές κριτικές για το νέο άλμπουμ της Marling. Για μια εξέλιξη που οδηγεί σε μια νέα, σοφιστικέ φόρμα. Για ένα αποτέλεσμα βαθύ και στοχαστικό. Διαφωνώ κάθετα. Η λυγμολαλιά της μού αρέσει πολύ περισσότερο όταν συνοδεύει φωνητικά τα ξεσπάσματα των φίλων της –και πολύ πιο ανεβαστικών καλλιτεχνών– όπως οι Noah and the Whale ή οι Mumford & Sons (oι οποίοι ήταν back band της). Στις δικές της συνθέσεις, η φωνή της βυθίζεται στο σύνολο που θέλει να λουστράρει με ποζεράδικη εντεχνίλα, μ’ αυτό το επιτηδευμένο μελαγχολικό «κάτι», ένα ανούσιο παραλήρημα.

Πήγαινε στο “Little Bird” και θα με θυμηθείς. Σαν μικρό πουλί, σαν σπουργιτάκι ανεμικό, κουρασμένο από τον αέρα που φυσάει και φυσάει και φυσάει, η Laura κατεβάζει σε κάθε λέξη την ένταση της φωνής. Είναι τόσο εμετικά δήθεν όλο αυτό, τόσο εύκολο και φτηνό, που σε κάνει να φρικάρεις στην σκέψη ότι είχες λίγο τσιμπήσει όταν πριν πέντε χρόνια στην σύστηαν ως το bext next thing της folk. Σήμερα ούτε τρία από τα πέντε σου αστεράκια δεν θα χαράμιζες για πάρτη της.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

18 Ιουλ 2013

O (τρομακτικός) κόσμος, μέσα από τα μάτια του Pac-Man


Δεν χρειάζονται πολλά λόγια. FPS-Man σημαίνει First Person Shooter-Man. Είναι ο Pac-Man, παιγμένος μέσα από το μικρό, κίτρινο, στρογγυλό ανθρωπάκι. Σ’ ένα κλειστοφοβικό, λαβυρινθώδες σύμπαν, δηλαδή, όπου τρέφεσαι με λευκές μπίλιες και σε κυνηγάνε ντιζαϊνάτα φαντάσματα.

Το animated gif σου δίνει μια πρώτη γεύση. Αλλά τίποτε δεν θα είναι το ίδιο όταν πάρεις την απόφαση και πατήσεις το link. Κινδυνεύεις να μη ξαναβγείς από το λαβύρινθο ποτέ. Ο εθισμός είναι άμεσος.

(Για την ιστορία, ο πρώτος Pac-Man κυκλοφόρησε από τη Namco το 1980 και ήταν μια κονσόλα. Τα τέσσερα φαντάσματα έχουν κι αυτά το δικό τους όνομα και το δικό τους χαρακτηριστικό το καθένα. Το πορτοκαλί είναι ο Otoboke, που είναι λίγο χαζούλης και του ξεφεύγεις εύκολα. Το ροζ είναι ο Machibuse που σε παραμονεύει στις γωνίες –άρα ο πιο επικίνδυνος αντίπαλός σου στο FPS-Man. Το κόκκινο είναι ο ανελέητος κυνηγός Oikake. Και το γαλάζιο είναι ο άστατος Kimagure, που κάνει πότε το ένα και πότε το άλλο. To ότι πέρασαν 33 χρόνια μέχρι να σκεφτεί κάποιος να βγάλει το FPS-Man είναι εντελώς ανεξήγητο).

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

17 Ιουλ 2013

27 διασκευές, παιγμένες live από τους Wilco


Στην περίπτωση του Solid Sound Festival της Δυτικής Μασαχουσέτης, Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει –ή σχεδόν έτσι. Το διοργανώνουν οι Wilco, παίζουν οι Wilco, κερνάνε οι Wilco, πίνουμε όλοι. Επίσης, αυτό που κερνάνε δεν είναι Wilco. Για την τρίτη χρονιά (ξεκίνησε το 2010, αλλά το 2012 είχε κάνει διάλειμμα) του φεστιβάλ, οι Wilco, δηλαδή το πιο λατρεμένο προϊόν που έβγαλε ποτέ το Σικάγο (μετά το ομώνυμο παγωτό), σκέφτηκαν να παίξουν ένα σόου από διασκευές. Και μετά να το δώσουν για δωρεάν κατέβασμα. Ήταν τα κομμάτια που ζήτησαν οι fans τους. Έπαιξαν και δεύτερο σετ με τα δικά τους, αλλά –κακά τα ψέματα- το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στα ξένα. Το NYC Taper κατέγραψε το όλο συμβάν και πρέπει να πας στη σελίδα του για να το κατεβάσεις (τα links αλλάζουν συνεχώς, γιατί καταρρέουν οι servers). Για να σε πείσω ότι αξίζει τον κόπο, μάθε ότι έπαιξαν από “Get Lucky” μέχρι Beatles και ABBA. Και κάποια τα έπαιξαν παρέα με τους Yo La Tengo.

Βασικά δες όλο το setlist εδώ:

The Boys Are Back in Town (Thin Lizzy)

Cut Your Hair (Pavement)

In the Street (Big Star)

New Madrid (Uncle Tupelo)

Dead Flowers (The Rolling Stones)

Simple Twist of Fate (Bob Dylan)

Ripple (Grateful Dead)

Who Loves the Sun (The Velvet Underground)

And Your Bird Can Sing (The Beatles)

Psychotic Reaction (Count Five)

Tom Courtenay (Yo La Tengo) (με τους Yo La Tengo)

James Alley Blues

Waterloo Sunset (The Kinks) (με τον Lucius)

Waterloo (ABBA) (με τον Lucius)

(What’s So Funny ’bout) Peace, Love and Understanding (Brinsley Schwarz)

Marquee Moon (Television)

Happy Birthday To You (Mildred J. Hill)

(Don’t Fear) The Reaper (Blue Öyster Cult)

Cinnamon Girl (Neil Young)

Get Lucky (Daft Punk)

Surrender (Cheap Trick)

Color Me Impressed (The Replacements) (με τον Tommy Stinson)

Kingpin

Thank You Friends (Big Star)

Encore:

The Weight (The Band) (με τον Lucius)

Roadrunner (The Modern Lovers) (με τον Yo La Tengo)

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

16 Ιουλ 2013

Vine εναντίον Instagram, σημειώσατε 2


Το γράψαμε κι εμείς το Φεβρουάριο: Το Vine είναι το νέο Instagram. Όλοι το πιπιλούσαν, όλοι είχαν εντυπωσιαστεί, όλοι έστηναν ανόητα (ή και με νόημα) μικροβιντεάκια, παίζοντας με τη νέα τρέλα. Το ότι είχαμε στήσει το πανηγυράκι μας και χαιρόμασταν με το νέο μας παιχνίδι, βέβαια δεν σήμαινε ότι το Instagram (δηλαδή το Facebook) καθόταν με σταυρωμένα χέρια και μας κοιτούσε.

Πριν από 15 ημέρες η δική του υπηρεσία βίντεο έκανε την εμφάνισή της και –όπως ήταν λογικό- άρχισαν οι συγκρίσεις. Ασχέτως του ποιο από τα δύο σού αρέσει περισσότερο, τα νούμερα δίνουν ήδη τα πρώτα συμπεράσματα για το τι προτιμά ο πολύς κόσμος. Σύμφωνα με το εργαλείο analytics Topsy, από την πρώτη κιόλας ημέρα λανσαρίσματος του Instagram Video, τα shares από το Vine στο Twitter έπεσαν κατά 40%.
Την επόμενη εβδομάδα, η κατάσταση για το Vine χειροτέρευσε ακόμη περισσότερο. Ενδεικτικά, ενώ την 15η Ιουνίου είχαν ανεβεί περίπου 3.000.000 βίντεο από Vine στο Twitter, στις 26 Ιουνίου, μία εβδομάδα μετά το λανσάρισμα του Instagram Video, τα shares από το Vine δεν κατάφεραν να φτάσουν ούτε τις 900.000.

Από την άλλη, την πρώτη ημέρα έγιναν share πάνω από 5.000.000 Instagram videos, ενώ όλο το υπόλοιπο δεκαήμερο που έχει μεσολαβήσει από τότε, το Vine ερχόταν δεύτερο. Κάτι που αποτελεί τραγική ειρωνεία, καθώς το τελευταίο είναι εργαλείο που έφτιαξε το ίδιο το Twitter, που βλέπει τώρα τον μεγάλο του αντίπαλο, το Facebook (που έχει εξαγοράσει το Instagram) να κάνει απόβαση στα χωράφια του και να διώχνει τα δικά του πρόβατα…

Το Instagram επιτρέπει βίντεο των 15 δευτερολέπτων, έναντι 6 του Vine, και ήδη σύμφωνα με κάποια στοιχεία, περίπου 100 κορυφαίες εταιρείες στον κόσμο εγκατέλειψαν το δεύτερο για τις χάρες του πρώτου. Ωστόσο το Vine ετοιμάζει την αντεπίθεσή του: Η εφαρμογή κυκλοφόρησε ήδη για το Kindle Fire της Amazon ενώ προσφάτως είχε βγει και για λειτουργικό Android, ενώ από την Πέμπτη, αυτό το τελευταίο app υποστηρίζει πλέον και την μπροστινή κάμερα του κινητού, για όποιον θέλει να κάνει Vine τη φατσούλα του.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)

15 Ιουλ 2013

CocoRosie - Tales Of A GrassWidow

CocoRosie
Tales Of A GrassWidow
(Μάιος 2013)


Το “Tales of a Grass Widow” είναι το πέμπτο άλμπουμ του ιδιότυπου ντουέτου των CocoRosie. Ακούγοντάς το, μοιραία αρχίζεις να το συγκρίνεις προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Από τη μία, στον άξονα της διαχρονίας, το βάζεις δίπλα στα προηγούμενα των indie folk-tronic αδελφών Bianca και Sierra Casady και ψάχνεις να βρεις ομοιότητες και διαφορές. Από την άλλη, υπάρχει ο άξονας τη συγχρονίας, όπου το μετράς με βάση τα υπόλοιπα avant-garde πράγματα που κυκλοφορούν αυτόν τον καιρό. Με το σίχαμα των Kniφe για παράδειγμα.

Από τη δεύτερη σύγκριση, οι CocoRosie βγαίνουν πανεύκολα κερδισμένες. Παραμένουν εκκεντρικές, χωρίς να είναι δήθεν. Χωρίς να σε εκνευρίζουν με τις υπερβολές τους. Έχουν μια νεραϊδένια και βουκολική διάθεση στο “Tales of a Grass Widow”, την οποία όμως τη δένουν πολύ γερά με τα urban electronic στοιχεία του ήχου τους. Joanna Newsom, ακούς; Αυτή είναι η συνταγή.

Πίσω στη λίστα, όμως, με τα δικά τους άλμπουμ, στην αναμέτρηση με το δικό τους παρελθόν, οι CocoRosie μοιάζουν να γυρεύουν κάποιου είδους καταξίωση που τόσο καιρό ποσώς τις ένοιαζε να διεκδικήσουν. Ο Antony Hegarty εμφανίζεται στο δεύτερο κιόλας κομμάτι του δίσκου, το “Tears for Animals” για να προσθέσει έξτρα παραμυθένιο στοιχείο στη σύνθεση, αλλά αυτή είναι μια συνεργασία που δεν χρειαζόταν. Οι CocoRosie δεν παίζουν πια εκείνο το αυθεντικό, νεραϊδένιο lo-fi με το οποίο έγιναν γνωστές. Πέρα από τη –μάλλον αναμενόνη συνεργασία με τον Antony- όλα τους τα υπόλοιπα κόλπα κινούνται περισσότερο προς την διευκόλυνση του κοινού, παρά προς τον προβληματισμό του, όπως έκαναν όλα αυτά τα χρόνια. Οι CocoRosie είναι πια pop. Απλή, εύπεπτη pop με λίγες μόνο ενέσεις από την παλιά τους εκκεντρικότητα. Το “Tales of a Grass Widow” είναι, δηλαδή, η ιδανική αφορμή για να τις γνωρίσει όποιος τις φοβόταν τόσο καιρό. Αλλά, ενώ είναι ανεβαστικό και δυναμικό, είναι ένα άλμπουμ που οι φανατικοί τους φίλοι θα προσπεράσουν σχετικά γρήγορα, περιμένοντας ένα πιο πολύπλοκο, πιο δυσπρόσιτο επόμενο.

(Γράφτηκε για το Jumping Fish)