Κεφάλαιο 1 - Θα τον ονομάσουμε ΤζάνγκοΣτους στενούς και ανήσυχους δρόμους του Στόριβιλ - της περιχαρακωμένης συνοικίας της Νέας Ορλεάνης - ένας κουρελής, γεροδεμένος πιτσιρικάς που στα μποτάκια του είχε σπάγκους για κορδόνια, σούφρωνε επιδέξια κομμάτια γλυκόριζας από τους πάγκους των μπακάληδων. Είμαστε στο ξεκίνημα του 1910 και αυτό το μάλλον άπραγο παρά ατίθασο χαμίνι, ο Λούι Άρμστρονγκ, ήταν δέκα ετών. Την ίδια περίοδο, στην γηραιά ήπειρο την οποία σύντομα θα ρήμαζε ο πόλεμος, και δίπλα στο Σαρλρουά, το οποίο μια ιερή σφαγή θα καθιστούσε διάσημο τέσσερα χρόνια αργότερα, τρία τροχόσπιτα κλυδωνίζονταν στον κεντρικό δρόμο. Τα έσερναν αποστεωμένα, ασθμαίνοντα, κακοταϊσμένα άλογα, που δεν μπορούσαν να τραφούν με το παγωμένο χορτάρι στις πλαγιές. Ο χειμώνας μπορεί να αποτελειώσει τα άλογα των τσιγγάνων καλύτερα κι από το σφαγείο. Οι λεύκες του Μπραμπάν λύγιζαν κάτω από την δύναμη του βοριά που ούρλιαζε. Το χωριό των μεταλλωρύχων ήταν παγωμένο. Σαν πίνακας του Βαν Γκογκ, με λίγα λόγια - αλλά χωρίς το τρελό μαϊστράλι και τον ήλιο της Αρλ. Αν υποθέσουμε ότι ο Βίνσεντ δεν ήταν νεκρός και εκείνη την ημέρα τον είχε κυριεύσει η μανία του, δεν θα είχε παραλείψει να ονομάσει αυτόν τον πίνακα "Μητρότητα στον δρόμο". Γιατί, στο δεύτερο τροχόσπιτο, μια νέα γυναίκα υπέφερε - τα χαρακτηριστικά του προσώπου τραβηγμένα, τα χέρια στην κοιλιά. Υπέφερε με τον τρόπο που υποφέρουν οι απάτριδες, οι εξόριστοι, οι οδοιπόροι κάθε είδους - φτάνει να είναι αξιοπρεπείς: σιωπηλά. Υπέφερε με την ευτυχία της προσμονής ενός λαμπρού θαύματος: θα έφερνε ένα παιδί στον κόσμο. Θα έφτανε πολύ μετά το σούρουπο και όχι στον δρόμο, αλλά στο χωριό. Εκεί κοντά, στην υπόγεια, γεμάτη καπνούς σάλα ενός καταγωγίου, οι τσιγγάνοι παρουσιάζονταν μπροστά από ένα κοινό αποτελούμενο αποκλειστικά από ανήλικους εργένηδες που τους κατάτρωγαν τα "blues" - αυτό το μεράκι των φτωχών. Το θέαμα δεν περιλάμβανε τον ήχο της κιθάρας, ούτε το τουρτούρισμα του μαντολίνου: μόνο σύντομα ταχυδακτυλουργικά, επικλήσεις στην μοίρα - "δώστε μου το χέρι σας, θα σας διαβάσω το ριζικό σας" - αδέξιους ακροβάτες που για πέντε νομίσματα, ρίσκαραν ευχαρίστως να σπάσουν τα πλευρά τους πέφτοντας ανάμεσα στα τραπέζια... (συνεχίζεται)
Ρώτα εκατό γυναίκες ποια είναι η πιο συγκινητική ταινία που έχουν δει ποτέ και θα πάρεις διακόσιες, χίλιες, τρεις χιλιάδες απαντήσεις. Κι έχε μαζί κι ένα πακέτο χαρτομάντηλα γιατί μπορεί να θυμηθούν κιόλας το γιατί τις συγκίνησε η καθεμία τόσο. Ρώτα εκατό άντρες. Και θα πάρεις εκατό "ε;". Εκατό παύσεις των δέκα, είκοσι, πενηνταεπτά δευτερολέπτων. Και μια χαζή απάντηση στο τέλος. "Το πρόγευμα στο Τίφανις"; "Η Πολίτικη Κουζίνα"; "Η Απόδραση των Έντεκα"; Πάντα με ερωτηματικό. Σαν να τους κάνεις τέστ και να υπάρχει μία μόνο σωστή απάντηση. ΟΚ. Μετά ρώτα τους ποια ήταν η πιο πωρωτική ταινία που είδαν ποτέ, η πιο αστεία, η πιο καυλωτική, η πιο ψαγμένη -θα σου δώσουν κι αυτοί τις χιλιάδες απαντήσεις τους. Αλλά "η πιο συγκινητική"; Αυτή δεν είναι ερώτηση για άντρες.
Ή, τουλάχιστον, δεν ήταν μέχρι προσφάτως. Προσωπικά έχω πλέον έναν τίτλο και γι' αυτόν τον δύσκολο γρίφο. Fuck man, the fucking "Story of Anvil", fucking yeah pal. Ή κάτι τέτοιο. Το "Anvil! The Story of Anvil" του Σάσα Γκερβάζι είναι ένα ντοκιμαντέρ που οφείλει να δει κάθε άντρας. Γιατί μιλάει για όνειρα, μιλάει για τον αναπόφευκτο κάποτε πάτο, μιλάει πάνω από όλα για την αληθινή, την απόλυτη αντρική φιλία. Αυτή που δένει δύο όχι ιδιαιτέρου πνευματικού επιπέδου Καναδούς για 30 ολόκληρα χρόνια, πάνω από δίκασες Pearl και γραφικές Flying V κιθάρες. Ακόμη κι αν βγάζεις σπυράκια κάθε φορά που ακούς ένα χεβιμεταλλικό riff, δεν υπάρχει καμμία περίπτωση να μην ταυτιστείς με τον αγαθούλη Lips ή τον καταθλιπτικό Ρομπ Ράινερ - τα δύο μέλη των θρυλικών Anvil που όρισαν το trash metal πίσω στις αρχές των '80s και που σήμερα ετοιμάζουν το 14ο άλμπουμ τους, με καινούργιο κιθαρίστα και μπασίστα για την τελευταία δεκαετία. Ο Σάσα Γκερβάζι τους ακολούθησε πριν δύο χρόνια στην απέλπιδα προσπάθειά τους να ξαναγίνουν ροκ σταρ στα 50 τους. Σε αστεία gigs σαν κι αυτό του πρώτου βίντεο που ανέβασα πιο πάνω, μπροστά σε 50 γραφικούς φαν που οι Lips και Ρομπ ξέρουν με τα μικρά τους ονόματα ή τα παρατσούκλια τους. Και σε αναμνήσεις επικών συναυλιών σαν αυτήν εδώ από κάτω, πριν εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια, σ΄ένα κατάμεστο στάδιο στο Τόκιο.
Ξέρω. Περσινά, ξινά σταφύλια. Έπρεπε να δω την ταινία αμέσως μόλις έκανε την αίσθηση που έκανε στο προπέρσινο Sundance. Κι όμως, είχε σχεδόν μουχλιάσει στην ταινιοθήκη μου. Περίμενα ίσως κάποια ιδιαίτερη στιγμή, κάποια ώρα που η αντροπαρέα θα χρειαζόταν μια σιωπή και κάτι να παίζει στην οθόνη για να της θυμίσει γιατί είναι αντροπαρέα. Δεν έβλεπα αυτή την ώρα να πλησιάζει σύντομα και κάθισα και την είδα απόψε μόνος -και χωρίς λόγο. Σαν το πολύτιμο κρασί που πίνει ο Τζιαμάτι στο "Sideways". Ήταν η πιο συγκινητική ταινία που έχω δει ποτέ. Fucking moving movie, fuck yeah man, που θα έλεγε και o Lips...
Όπως με ενημέρωσε η Γιούλα Ράπτη στο Protagon, σαν σήμερα, 7 Ιανουαρίου του 1924, ένας από τους απολύτως αγαπημένους μου συνθέτες ξεκίνησε να γράφει μια από τις απολύτως αγαπημένες μου συνθέσεις, το Rhapsody in Blue. Πείραμα πάνω στην δυνατότητα σύγκλισης της τζαζ με την κλασική μουσική, η "Γαλάζια Ραψωδία" (τι φρικτά μελό εξελληνισμός, άσε που παραβλέπει την μουσική διάσταση των "blue" κλιμάκων!) είναι πια ένα από τα πιο κλασικά θέματα στην ιστορία του πολιτισμού. Συμμετέχοντας στους εορτασμούς, προσφέρω την δεύτερη ηχογράφηση του έργου*, από την ορχήστρα του Πολ Γουάιτμαν, με τον ίδιο τον Γκέρσουιν στο πιάνο, σε δύο μέρη - καθώς οι πλάκες του γραμμόφωνου ήταν περιορισμένης χωρητικότητας. Βέβαια, η κλασική ενορχήστρωση της "Ραψωδίας" προέκυψε καμιά εικοσαριά χρόνια αργότερα. Αυτήν χρησιμοποίησαν τα στούντιο Ντίσνεϋ στο μακράν καλύτερο από τα μέτρια κλιπ του "Fantasia 2000" - εκείνο που αποτελεί, μεταξύ άλλων, και φόρο τιμής στην σχεδιαστική γραμμή του Αλ Χέρσφιλντ, του παμμέγιστου σκιτσογράφου που φιλοτέχνησε τα πορτρέτα σύμπασας της καλλιτεχνικής ελίτ της Νέας Υόρκης του 20ού αιώνα - και δεν υπερβάλλω. Απολαύστε!
*(η πρώτη ηχογράφηση ήταν "ακουστική" - δηλαδή εκείνη η μαλακία που όλα τα όργανα έπαιζαν σε ένα χωνί που έκανε την εγγραφή - ενώ αυτή που παραθέτω είναι η "ηλεκτρική", με μικρόφωνο στο στούντιο)
Είχα δει το "8 1/2" σε μια περίοδο της ζωής μου που είχα άπειρο χρόνο. Και άπειρη άγνοια για τον πολιτισμό. Κατανάλωνα μουσική με τα gigabytes και δανειζόμουν DVDs από τον Μπούρα (ολόκληρες συλλογές, τα άπαντα του Ταρκόφσκι και τέτοια...) και περνούσα τη μισή μου μέρα στο υπόγειο που ζούσα τότε, προσπαθώντας να καταλάβω γιατί το "Κλέφτες Ποδηλάτων" του Ντε Σίκα θεωρείται τόσο σημαντική στιγμή για το σύγχρονο ευρωπαϊκό κινηματογράφο και διάφορα τέτοια αξιώματα. Ήταν η ίδια περίοδος που σταμάτησα να διαβάζω βιβλία ακριβώς γιατί είχα πια στρέψει όλη την προσοχή μου στη μουσική και τις ταινίες κι επειδή τα κενά μου στη λογοτεχνία -επίσης τεράστια, παρά τις σπουδές μου φιλολογίας- θα χρειάζονταν περισσότερο χρόνο για να καλυφθούν. Στα βιβλία δεν ξαναγύρισα ποτέ. Συνεχίζω και σήμερα να μην διαβάζω περισσότερα από πέντε το χρόνο -κι αυτά είναι πάντα κλασσικοί: Ροθ, Καπότε, Καζαντζάκης.
Δεν μου έμειναν και πολλά από εκείνα τα χρόνια. Περισσότερο η προδιάθεση για την γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση που θα ακολουθούσε, λόγω της πολλής πίτσας ξάπλα στον καναπέ, μπροστά από την οθόνη που έπαιζε Κισλόφσκι και Χίτσκοκ, παρά κάποιες ιδιαίτερες γνώσεις ή κάποιες μοναδικές αισθήσεις που με εξέλιξαν γρήγορα και θεαματικά. Ναι, ομολογώ ότι δεν με είχε συναρπάσει το "8 1/2" του Φελίνι. Ίσως γιατί ακόμη δεν είχα ούτε υπαρξιακά / δημιουργικά άγχη, ούτε αυξημένα πάθη για τις εκπροσώπους του ασθενούς φύλου. Έβγαινα μόλις από τα χρόνια του πρωταθλητισμού και δεν ήξερα καν τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου ή πώς να μιλήσω σε μια γκόμενα. Με είχε εντυπωσιάσει αρκετά το 8 1/2, μου άρεσε, καταλάβαινα το γιατί ήταν σημαντικό, αλλά δεν με είχε συναρπάσει... Σχεδόν δεν το θυμόμουν μετά.
Μέχρι τις προάλλες, που πήγα και είδα το "Nine". Γιατί όσο βρώμιζε την οθόνη του κινηματογράφου αυτό το έκτρωμα που σκάρωσε ο βλάχος Ρομπ Μάρσαλ, άρχιζαν σιγά σιγά να ξυπνούν μέσα μου οι σκηνές από την αρχετυπική ταινία του Φελίνι, πάνω στην οποία στηρίχτηκε το μιούζικαλ του Μπρόντουγαιη με τίτλο μισό νούμερο μετά, πάνω στο οποίο μιούζικαλ με τη σειρά του στηρίχτηκε το φιλμ με τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις, την Πενέλοπε Κρουζ, την Νικόλ Κίντμαν, την Μαριόν Κοτιγιάρ, την Σοφία Λόρεν, την Τζούντι Ντεντς, την Κέιτ Χάντσον και την Φέργκι. Περίμενα, βέβαια, πως το "Nine" θα ήταν μαλακία. Μα μιούζικαλ μια ταινία του Φελίνι; Οι κριτικοί το είχαν ήδη κράξει, ήξερα ότι πήγαινα να δω μούφα ταινία. Ομολογώ ότι πιο πολύ πήγαινα να δω κανα διάσημο βυζί από αυτά που υποσχόταν το τρέιλερ.
Γι' αυτό και δεν θα κράξω άλλο το "Nine". Αλλά θα γράψω για τις γκόμενες. Γιατί γι' αυτές πήγα. Και γιατί αυτό εδώ είναι το "Πο Πο Culture!", ένα blog που κάποτε ασχολιόταν με τα βυζιά και τους κώλους, πολύ περισσότερο απ' ότι με τους Animal Collective και τον Ρομπ Μάρσαλ. Ξεκινάω λοιπόν:
Μαριόν Κοτιγιάρ Η ΣΥΖΥΓΟΣ Για τη Γαλλίδα που έφτασε τα 34 (κι ένα Όσκαρ) μέχρι να τα πετάξει, έγραφα και πρόσφατα εδώ. Στο "Nine" είναι η σύζυγος. Είναι κερατωμένη σαν κάθε καλή σύζυγος μεγάλου καλλιτέχνη, μουνάρα σαν κάθε καλή σύζυγος μεγάλου καλλιτέχνη, κυριλέ σαν κάθε καλή σύζυγος μεγάλου καλλιτέχνη... Ο ρόλος τής ταιριάζει γάντι. Αν γυρνούσε την ταινία έστω ο Μπαζ Λούρμαν, θα μιλούσαμε για μια μεγάλη ερμηνεία. Προς το παρόν μας μένουν μόνο τα όμορφα μπουτάκια της στην σκηνή του ξεσπάσματος. Εκεί που ίσως και να υπονοοεί ότι θα μπορούσε να παρτουζώνεται με όλους αυτούς τους Χειμωνέτους άμα το ήθελε, αλλά ακόμη κρατάει ένα ψήγμα αξιοπρέπειας γιατί κάποτε ο μεγάλος καλλιτέχνης την είχε κάνει να νιώσει κι εκείνη σπουδαία. (Υποθέτω ότι αν ο Μάρσαλ βγάλει "9 1/2", τότε η ταινία θα ξεκινάει με bukkake στο γλυκούλικο μουτράκι της Μαριόν -και με αυτήν την σκέψη περνάω στην επόμενη κυρία).
Πενέλοπε Κρουζ Η ΕΡΩΜΕΝΗ Και αυτή η ταινία με αφήνει με την ίδια απορία: Πώς στο καλό έχει καταφέρει να βάλει τόσο φυσικό στην όψη ψεύτικο βυζί η Πενέλοπε. Γιατί εγώ τη θυμάμαι πιτσιρίκα με φρύδια α λα Φρίντα Κάλο κι εντελώς άβυζη. Ο Μάρσαλ πρέπει να είχε ένα κάρο ονειρώξεις με την πάρτη της και σίγουρα θα γύρισε και πιο πονηρές σκηνές, αλλά προκειμένου να πάει η ταινία στα σινεμά έστω κατάλληλη για 13 και άνω, τις κράτησε για το οικιακό του DVD και τις παίζει όταν έχει καύλες. Είναι τόσο ρηχός ο ρόλος της και τόσο πρώτου επιπέδου οι όλες υποκριτικές απαιτήσεις -μιλάμε για ελληνικό σήριαλ περίπου- που διασώζεται από το ναυάγιο απλά γιατί έπαιζε ήδη τον φελλό. Βαριέμαι. Πάμε στη μαμά.
Σοφία Λώρεν Η ΜΗΤΕΡΑ Εννοείται ότι το πρότυπο της ερωμένης είναι η μαμά του μεγάλου καλλιτέχνη και ότι η Πενέλοπε είναι φτυστή ή Σοφία Λόρεν στα νιάτα της. Ή ανάποδα. Ότι η Λόρεν του "Nine" είναι προβολή στο μέλλον του πώς θα γεράσει η Πενέλοπε Κρουζ. Μόνο που τη μαμά τη σέβεται κάπως ο Μάρσαλ και ενώ το μπούστο της θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει κάπως παραπάνω (γιατί όλα τα υπόλοιπα, από τα πολλά τραβήγματα, μπορεί και να πάθαιναν καμμιά ζημιά), τελικά μας αφήνει με την απορία. Αλλά, ΟΚ, νομίζω ότι για τον αντρικό πληθυσμό ισχύει το ότι αν ήταν να πάνε με μια 75άρα ντε και καλά, με τη Λόρεν θα πήγαινε.
Tζούντι Ντεντς Η ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ Ο πιο άχαρος ρόλος της ταινίας. Γιατί πολύ απλά κανένας μεγάλος άντρας δεν χρειάζεται μια γυναίκα να τον συμβουλεύει εκτός κι αν συντρέχει η παρακάτω συνθήκη: Η εν λόγω γυναίκα να είναι μουνάρα και κατά βάθος να μην ακούει τις συμβουλές της, αλλά απλά να κυνηγάει να τη γαμήσει. Τη Τζούντι Ντεντς δεν θες να τη γαμήσεις επ ουδενί, ακόμη κι αν είσαι ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις που μιλάς χαζά ιταλικά και περπατάς σαν να κουβαλάς στην πλάτη σου ένα ψυγείο γεμάτο μπίρες Peroni, οπότε πάμε παρακάτω.
Νικόλ Κίντμαν Η ΜΟΥΣΑ Κι εγώ άμα είχα για μούσα μια ξανθιά ξενέρω που και καλά μοιάζει με τη Ρίτα Χέιγουορθ ή την Ανίτα Έκμπεργκ (ο Μάρσαλ πρέπει να είναι πολύ τυφλός τελικά - ή να μεγαλοπιάνεται υπερβολικά), το πιο πιθανό θα ήταν να βρισκόμουν σε συνεχές δημιουργικό αδιέξοδο, ακριβώς όπως ο μέγας καλλιτέχνης - πρωταγωνιστής της ταινίας. Ειδικά αν η εν λόγω μούσα βαρούσε τρία botox την ημέρα και είχε και το κομπλεξάκι ότι ο μεγάλος καλλιτέχνης, που έχει γαμήσει ό,τι κυκλοφορούσε στο πλατό του τις προηγούμενες οκτώ ταινίες, την ίδια την αφήνει αλώβητη μπας και συνεχίζει να τον εμπνέει. Είναι κουφό, αλλά όντως η Νικόλ Κίντμαν από τότε που τα 'σπασε με τον κοντοστούπη σαϊεντολόγο, έχει πάρει την κάτω βόλτα...
Κέιτ Χάντσον Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΔΑ Ό,τι πιο εμετικό στο "Nine", η ύπαρξη, ο ρόλος, η ερμηνεία της Κέιτ Χάντσον συμπυκώνει σε κάθε της σκηνή όλο το πρόβλημα της ταινίας: Η αμερικανοβλαχιά που θέλει να διασκευάσει το υπαρξιακό δράμα ενός από τους κορυφαίους Ευρωπαίους δημιουργούς. Όπως ο Μάρσαλ νομίζει ότι άμα γαμήσει τον Φελίνι θα έχει κάνει τέχνη, έτσι και η Αμερικάνα βλάχα του νομίζει ότι άμα πηδηχτεί με τον Ιταλό καμπούρη - μεγάλο καλλιτέχνη, θα γράψει σούπερ στόρι για το περιοδικό που δουλεύει. Όλη η ταινία είναι "βήτα". Όποτε εμφανίζεται η Χάντσον πάει και στο "γάμα". Στο "δέλτα", μάλλον, γιατί τουλάχιστον ο μέγας καλλιτέχνης τής το στερεί (αυτηνής έστω) το "γάμα με" που τού ζητάει.
Φέργκι Η ΠΟΥΤΑΝΑ Η Φέργκι είναι η Θεά του "Nine". Κατ' αρχάς γιατί υποδύεται την Σαραγκίνα που ήταν η θεά του "8 1/2". Την πουτάνα που κάθε άντρας ψάχνει να βρει για πάντα σε κάθε γυναίκα. Γιατί μόνο με αυτήν τελικά περνάει καλά. Κατά δεύτερον γιατί η Φέργκι ήταν πάντα "βήτα", β' του κερατά και δεν γύρεψε ποτέ να γίνει κάτι παραπάνω. Και σε μία ταινία επίσης β' του κερατά, η Φέργκι βρίσκεται στο φυσικό της στοιχείο. Είναι το πιράνχας στον Αμαζόνιο και έχει όρεξη για δάγκωμα. Η Νικόλ Κίντμαν θα προτιμούσε την πισίνα του Ritz... Κατά τρίτον η Φέργκι έχει φωνάρα. Και το "Nine" είναι μιούζικαλ. Οπότε το δικό της τραγούδι, μουσικά και ηχητικά τουλάχιστον, ήταν δεδομένο ότι θα ήταν ένα επίπεδο πάνω από των συμπρωταγωνιστριών της. Έτυχε να βγάλει και τον καλό του εαυτό ο Μάρσαλ στο σκετσάκι της και να που από όλο αυτό το περίλαμπρο καστ, η μόνη που καταφέρνει να κρατάει τη λάμψη της μετά από την βουτιά βαθειά μέσα στη λάσπη του "Nine" είναι η τραγουδίστρια των Black Eyed Peas. Ιδού και η περφορμάνς της:
Λευκό Τ-shirt, θα ’ναι Fruit Of The Loom, ξεβαμμένο τζιν, πάνω απ’ τη μέση, σχεδόν στον αφαλό, ήταν τότε της μόδας τα Wrangler και τα Lee. Μα αυτό, που αγκαλιάζει τους γοφούς σου πριν προλάβει να το κάνει το αγόρι με το κοκόρι, πρέπει να είναι Pepe. Αυτά δεν διαφήμιζε ο Τζέισον Πρίστλι εκείνα τα χρόνια; Ο Πρίστλι δεν είναι ο Μπράντον Γουλς από τα «Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χιλς» (sic), το αγόρι με το κοκόρι, το αγόρι που σε κυνηγάει δίπλα στην παραλία, που γλιστράει ανάμεσα στα πόδια σου έτσι όπως τον υποδέχεσαι αυθάδικα πάνω στο καπό του ασπρόμαυρου convertible, αυτός δεν είναι που οδηγάει όλη τη νύχτα για να φτάσει σ’ εσένα; Θεέ μου, είναι 1991 ξαφνικά, είσαι ακόμη είκοσι δύο, είμαι μόλις δεκάξι και σε θέλω ήδη. Kαι τον ζηλεύω. Πιο πολύ γιατί εκείνος οδηγάει μια Mustang του ’65 για να πάει στο σχολείο του, παρά γιατί σε έχει.
Είναι 2010, όμως, κι εγώ έχω εθιστεί σε μια άχρωμη εμμονή των πρώιμων ’90s, βυθισμένος στη σαγήνη της φωνής κάποιου που μεγαλούργησε στα ’60s και είχε ήδη αποδημήσει εις Κύριον πριν φύγουν τα ’80s. Οι δεκαετίες μπερδεύονται σαν τον πάτο μιας κυματισμένης παραλίας· φύκια, σκουπίδια, πέτρες, ξέσαλη άμμος, απομεινάρια από ευτυχείς παραθεριστές, αρχαία ναυάγια, δεν ξέρω πού πατάω, δεν βλέπω τι πατάω, απλώς πατάω για να βγω έξω στην ακτή, στην ασφάλεια. Πιάνομαι από όποια σταθερά έχει παραμείνει γύρω μου, χώνομαι στο τελευταίο καταφύγιο, σε γλυκανάλατα βιντεοκλίπ, στη σιγουριά της φωνής του Ρόι Ορμπισον, σε γαριασμένες πιτζάμες που μυρίζουν οικογένεια, σε ξεθωριασμένες εκτυπώσεις από φιλμ 35 χιλιοστών που μιλάνε για αξιοθέατα ανά την Ευρώπη, Αϊφελ, Γουεστμίνστερ, Φοντάνα ντι Τρέβι, σ’ ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο που δεν θα σβήσει τα φωτάκια του πριν μπει ο Φεβρουάριος, στο χακί των ματιών σου...
Τζένιφερ, σε βλέπω. Αλλά βλέπω μόνο ό,τι θέλω εγώ να δω από σένα. Βλέπω την ελιά πάνω απ’ το αριστερό μισό των χειλιών σου, ένα φουσκωμένο στήθος να κρύβεται πίσω από μια παλάμη που φοράει βέρα, το χακί στο βλέμμα. Δεν έχω χρόνο για τα υπόλοιπα. Πες μου εσύ τι άλλο οφείλω να δω. Πρέπει πια να ξεσκαρτάρω τα «θέλω», δικά μου και των γύρω, πρέπει πια να εστιάσω στο τι είναι σημαντικό και τι όχι, πρέπει να αναθεωρήσω προτεραιότητες, να απλώσω τα blueprints της νέας δεκαετίας και να φανταστώ το αρχιτεκτόνημα ορθωμένο, να θέσω στόχους που να μπορώ να εκπληρώσω. Πρέπει να εγκλιματιστώ. Στις συνθήκες. Εγώ, εσύ, πρέπει όλοι. Τα δεδομένα άλλαξαν, κανείς δεν θα βγει αλώβητος. Αλλά γιατί με νοιάζει τι θα κάνουν οι άλλοι; Εγώ, ευτυχώς, σε κάποια πράγματα ήμουν ανέκαθεν χαμαιλέων.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
(Exitorial, GK Ιανουαρίου 2010 - Κυκλοφορεί με την "Καθημερινή" την Κυριακή, 10 Ιανουαρίου)
Με συγκίνησε ιδιαίτερα ο φίλος που μου έστειλε αυτήν την φωτογραφία, από τους εορτασμούς για τα "100 χρόνια Django". Πολύ θα ήθελα να πάω, αλλά δυστυχώς, μου είναι αδύνατον. Όποιος βρεθεί στο Παρίσι εκείνες τις ημέρες, μην το χάσει!
To 2010 με βρήκε στο συμπαθέστατο αίθριο του Bacaro, να ακούω τον Γιάννη Λουκάτο και τους Hot Club de Grece. Ήθελα καιρό να τους ακούσω - όπως και τις άλλες δύο μπάντες της Αθήνας που παίζουν κιθαριστικό swing, τους Diminuita και τους Swing Shoes - αλλά δεν τα είχα καταφέρει. Καμιά φορά όμως υπάρχουν και οι ευτυχείς συμπτώσεις - ή το πεπρωμένο, όπως το δει κανείς. Όλα ξεκίνησαν από ένα σχόλιο που έκανε, σε ανύποπτο χρόνο, μια φίλη - "έχει συμπαθητικό μενού για Πρωτοχρονιά το Bacaro". Το θυμήθηκα την ώρα που χώνευα τα Χριστούγεννα, τηλεφώνησα και έκλεισα χωρίς να το σκεφτώ. "Να υποθέσω ότι θα έχετε και κάποιο live", έκανα αδιάφορα. "Ναι, τους Hot Club de Grece". Νόμιζα ότι μου έκαναν πλάκα - δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα άλλαζα τη χρονιά, ακούγοντας το αγαπημένο μου μουσικό ιδίωμα. Το πράγμα φάνηκε ότι θα κυλήσει καλά από το πρώτο κομμάτι: όταν ξεκινάς με το "Nuits de St.Germain-des-pres" δεν υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να χαλάσει κάτι. Ο Λουκάτος κρατά αναμμένη την δάδα του Τζάνγκο, παίζοντας με ζήλο και ενθουσιασμό, η έκπληξη όμως ήταν η παρουσία στην μπάντα του Γιάννη Παπαναστασίου, ενός εξαίρετου σαξοφωνίστα, ο οποίος λίγες μέρες πριν έπαιζε στο Petite Fleur του Κολωνακίου - και ο οποίος πριν από τρεις πρωτοχρονιές, είχε σκάσει μύτη στην δική μας γιορτή, για να παίξει το Petite Fleurστο σοπράνο σαξόφωνό του. Μπορεί να έφταιγε το κιρ ρουαγιάλ ή το κρασί, όταν όμως έπαιξε το Minor Swing μού θύμισε τον Μπάρνι Γουίλεν. Μαζί τους είχαν και μια τραγουδίστρια, της οποίας το όνομα μού διαφεύγει, και η οποία περνούσε με άνεση από το (απαραίτητο) Sympathique, στο λατρεμένο μου I can't give you anything but love - γενικώς, μια χαρά. Η σατανική σύμπτωση - ή η επιβεβαίωση της ύπαρξης πεπρωμένου, μην τα ξαναλέμε - ήταν το ότι μια μέρα πριν κατέφτασε στο γραμματοκιβώτιό μου το τελευταίο τεύχος της εγκριτης γαλλικής επιθεώρησης "Jazz magazine/ Jazzman" (προϊόν συγχώνευσης των μέχρι πρότινος ξεχωριστών περιοδικών εκδόσεων), με εξώφυλλο τον Django Reinhardt. O λόγος; Στις 23 Ιανουαρίου κλείνουν εκατό χρόνια από την γέννησή του, επέτειος που στο μικροσύμπαν της τζαζ θα γιορταστεί με μεγαλοπρέπεια - ειδικά στην Γαλλία, θα γίνει χαμός από συναυλίες Jazz Manouche, ψάξε το και κλείσε εισιτήρια. Στον φάκελλο, υπήρχε και το απαραίτητο cd - δώρο για τους συνδρομητές, που περιλάμβανε μερικές ηχογραφήσεις που αποδεικνύουν (λέμε τώρα) την σχέση του Τζάνγκο με την κλασική μουσική. Το έβαλα στο αυτοκίνητο και απολαμβάνω τον ήρωά μου να αυτοσχεδιάζει σε συνθέσεις του Τσαϊκόφσκι, του Ντεμπισί, του Κράισλερ, του Γκρίεγκ, του Λιστ, του Μπαχ - αλλά και μια δική του, με το αρχαιολατρικό όνομα Νυμφέας, που έπαιξε για την πρωτοχρονιά μου τον ρόλο που παίζουν τα βαλς του Στράους για το πρωινό του νέου έτους στην ευρωπαϊκή παράδοση. Ναι, το 2010, δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει καλύτερα...
(Και κάπως έτσι, αναβιώνει σ' αυτό το blog η ενότητα Django Weekend, παροπλισμένη εδώ και μήνες - έχω δεκάδες κομμάτια να αναρτήσω και μια κλασική βιογραφία να μεταφράσω σε μικρές εβδομαδιαίες δόσεις. Κι αυτό είναι απειλή).
Τα 40 καλλίτερα της δεκαετίας, τα 10 καλλίτερα της χρονιάς, ο Τερέζος, ο Τσουλούφης, ο gone4sure, ο Homo Ludens, μπόλικη θεωρία περί Portishead, διάφορες εμμονές όπως Franz Ferdinand και LCD Soundsystem, ερωτικές εξομολογήσεις στην Bat For Lashes και μια συγκινητική εκ βαθέων συγγνώμη στους Animal Collective (χα, χα, θα 'θελες!). Όλα αυτά και κυρίως μερικές συγκλονιστικές μουσικές παρουσιάστηκαν στο "Λατέρνατιβ" της παραμονής των Χριστουγέννων. Αν δεν τα άκουσες, μην απογοητεύεσαι. Κάνε απλά κλικ εδώ.
Το τραγούδι - κόλλημά μου των ημερών το λέει, φυσικά, ο Ροντ Στιούαρτ. Αυτός ο τροβαδούρος των γλυκών στιγμών και της ελεγχόμενης καύλας. Παραδόξως η νέα του συνεισφορά στο εμμονικό playlist μου δεν προέρχεται από την τετραλογία του με κομμάτια από το Great American Songbook. Εκεί θα βρεις πολλές χριστουγεννιάτικες ή έστω χιονισμένες αναφορές, όμορφη vocal jazz, σαν αυτή που ακούγεται απλόχερα τούτες τις άγιες μέρες (πάντα ήθελα να το γράψω αυτό!). Αλλά το νέο μου κόλλημα είναι η διασκευή του "Let It Be Me" που ερμηνεύει παρέα με την Τζένιφερ Χάντσον και είναι το λιγότερ0 -έως και καθόλου- soul κομμάτι της τελευταίας του δισκογραφικής δουλειάς: To "Soulbook" είναι στην ουσία ο έκτος τόμος του ταξιδιού πίσω στο χρόνο που κάνει μέσα στα zeros o Βρετανός κρούνερ, ενός ταξιδιού που έχει ως αντικείμενο μελέτης την αμερικανική ποπ μουσική και πέρασε από το Great American Songbook στο adult rock για να καταλήξει, θεωρητικά, στην soul. Στην ουσία όμως, είναι ένα Ευαγγέλιο της Motown.
Αντί να καταπιαστεί με όλους αυτούς τους ιερείς της soul που επηρέασαν αφάνταστα τον τρόπο με τον οποίον ο ίδιος τραγουδάει όλα αυτά τα χρόνια, προτιμάει να κάνει μια ξεπέτα, με εύκολες διασκευές μερικών από τα πιο διάσημα χιτ της «μαύρης» δισκογραφικής από το Ντιτρόιτ. Ξεπέτα, που εννοείται βέβαια, ότι ακούγεται αφάνταστα ευχάριστα. Είπαμε: ο άνθρωπος είναι ο τροβαδούρος της ελεγχόμενης καύλας... Tέλος πάντων. Άλλο είναι το θέμα μας: Το "Let It Be Me" δεν είναι soul τραγούδι και ο λόγος που συγκαταλέγεται στη λίστα του "Soulbook" είναι μια διασκευή από τους άξιους soul ερμηνευτές Τσακ Τζάκσον και Μαξίν Μπράουν, το 1967, που έδωσε την αφορμή στον Ροντ Στιούαρτ να ερμηνεύσει κι ένα κομμάτι που ταιριάζει περισσότερο στο γλυκερό του στυλ -αλλά και να κάνει ένα ντουέτο με την ανερχόμενη Τζένιφερ Χάντσον.
Timothy B. Schmit and Jackson Browne - Let It Be Me
Όσο κι αν έψαξα, δεν κατάφερα να βρω την εκτέλεση του '67, στην οποία στηρίχτηκε ο Στιούαρτ, από τους Τζάκσον και Μπράουν. Έπεσα όμως πάνω σε κάτι θεϊκό: Σε μια διασκευή από τον Τζάκσον Μπράουν! Δηλαδή ποιές οι πιθανότητες; (Είναι σαν να βγει μετά από χρόνια ένας τραγουδιστής νησιώτικων που να λέγεται Βαζαίος Γιαννούλης και να κάνει διασκευή την «Πιτσιρίκα»). Μαζί με τον μπασίστα των Eagles, Τίμοθι Σμιτ, ο Τζάκσον Μπράουν (σαν να λέμε «ο Λέκας και ο Σπάθας των ΗΠΑ») ερμήνευσαν κάποια στιγμή εντελώς αδιάφορα το "Let It Be Me". Και γιατί να μην το κάνουν κι αυτοί; Το κομμάτι έχει να επιδείξει μια νέα εκτέλεση κάθε ένα ή δύο χρόνια και στο παλμαρέ του θα διαβάσει κανείς τα πιο απίθανα ονόματα...
Demis Roussos - Let It Be Me
Julio Inglesias - Let It Be Me
Για παράδειγμα, του Ντέμη Ρούσου και του Χούλιο Ινγκλέσιας. Οι οποίοι καταφέρνουν να δώσουν δύο από τις πλέον άθλιες ερμηνείες του και ταυτόχρονα να καταστήσουν όσο πιο σαφές γίνεται ότι πρόκειται για ένα τραγούδι που δεν θα πρέπει για κανένα λόγο να λείπει από το ρεπερτόριο του μέσου, ξεπεσμένου, 60άρη βαψομαλλιά και αλκοολικού wedding singer. Ή του performer σε κρουαζιερόπλοιο.
Elvis Presley - Let It Be Me
Ω ναι, οι διασκευές (το 90% των οποίων είναι εμετικές) είναι εκατοντάδες. Είναι τόσο πιασάρικη η μελωδία του "Let It Be Me" και τόσο αγαπουλίνικη η όλη του μυρωδιά του που όποιος αναζητούσε ένα εύκολο χιτ για το δισκάκι του ή μια συγκινητική στιγμή για τη συναυλία του, κατέφευγε σ' αυτό. Είμαι σίγουρος πώς ελάχιστοι απ' όσους το τραγούδησαν (και σίγουρα όχι ο Έλβις, που άρχισε να το τραγουδάει το 1970, νομίζοντας κι αυτός ότι πρωτοβγήκε από τους Τζάκσον και Μπράουν) ήξεραν ότι το κομμάτι δεν ήταν των Everly Brothers (πάλι αυτοί!), ή έστω γραμμένο για τους Everly Brothers, αλλά ήταν ένα παλιό, γαλλικό τραγούδι των '50s, του Ζιλμπέρ Μπεκό και του Πιέρ Ντελανοέ (καμμία σχέση με τον σημερινό δήμαρχο Παρισίων). Ο τελευταίος είχε μέχρι τότε γράψει στίχους για αμέτρητα χιτ της Εντίτ Πιάφ και του Σαρλ Αζναβούρ και αρκετών ακόμη Γάλλων τραγουδιστών και συνέχιζε μέχρι τον θάνατό του, πριν τρία χρόνια, να γράφει για τον Τζόνι Χάλιντέι (ή τον... Ροντ Στιούαρτ των Ηλυσίων Πεδίων!)
Ginette Reno - Je t' appartiens
Οι στίχοι του Ντελανοέ που δήλωναν "Σου ανήκω" γράφτηκαν για χάρη του Ζιλμπέρ Μπεκό, του θρύλου του παρισινού "Olympia" που τις δεκαετίες του '50 και του '60 το γέμιζε κάθε βράδυ και συνάρπαζε το ερωτύλο κοινό του με το δυναμικό, βραχνό, ερωτικό τραγούδισμά του (κομματάκι αστείο, όταν το ακούς σήμερα, σε μια εποχή όπου ο κόσμος λατρεύει -ας πούμε- τους Animal Collective). Η μουσική ήταν του ίδιου του Μπεκό. Το ηχογράφησε για πρώτη φορά το 1955 και τον ακολούθησαν, φυσικά, πολλοί συμπατριώτες του. Την εκτέλεση της Ζινέτ Ρενό που ανέβασα εδώ πιο πάνω, τη βάζω μόνο και μόνο για το βίντεο κλιπ - Ναγκασάκι που ανακάλυψα στο YouTube και που έχει αφήσει δύο αυλάκια από δάκρυα γέλιου στα μάγουλά μου.
Στα αγγλικά, με τον τίτλο "Let It Be Me" και στίχους του μάλλον αποτυχημένου Μάνι Κέρτις, πρωτοτραγουδήθηκε το 1957, δύο χρόνια μετά την πρώτη του εκδοχή από τον Μπεκό. Ήταν μια υπέροχη εκτέλεση από την Τζιλ Κόρεϊ, ίσως η πιο όμορφη που έχει ακουστεί μέχρι σήμερα...
Jill Corey - Let It Be Me
Χιτ, φυσικά, το έκαναν -ποιοι άλλοι;- οι Everly Brothers. Το συγκρότημα του οποίου ο ήχος, όπως έχω ξαναγράψει, επηρέασε όσο λίγων τους Beatles, έφτασε στο νούμερο 7 του Billboard το 1960, όπως μας επιβεβαιώνει η αγαπημένη Wikipedia. Τα αδέλφια Έβερλι συνεχίζουν φυσικά να το λένε με περηφάνεια μέχρι σήμερα, που εβδομηντάρισαν.
Everly Brothers - Let It Be Me
Ποιοι άλλοι το έχουν τραγουδήσει; Έχω χάσει τη μπάλα. Είπαμε ήδη για τον Έλβις, να μην ξεχάσουμε τη Νάνσι Σινάτρα και τον Μπομπ Ντίλαν (το '66 και το '70 αντίστοιχα το ηχογράφησαν στα άλμπουμ που έβγαλαν τότε -μη ρωτάς), ούτε και του Σόνι και Σερ (1965). Εννοείται ότι δεν θα το άφηνε ήσυχο ο Τομ Τζόουνς. O Γουίλι Νέλσον, επίσης, που κάτι τέτοια τα λατρεύει και τα ερμηνεύει με τον πιο καλό του τρόπο, ο Ιππότης της Ασφάλτου Ντέιβιντ Χάσελφοχ, τότε που την είχε δει και τραφουδιστής και τέλος -ΝΑΙ, ΠΑΛΙ ΑΥΤΟΣ!!!! (διάβασε την τελευταία παράγραφο του λινκ που σε στέλνω, αν βαριέσαι να το διαβάσεις όλο!)- ο Τζέισον Ντόνοβαν για τη μεγάλη του επιστροφή πέρσι στην δισκογραφία, με το άλμπουμ που ονόμασε ακριβώς έτσι: Let It Be Me! Το φοβερό είναι ότι κανένας τους, ούτε καν ο Ντίλαν που το πάλεψε πιο πολύ από όλους, δεν κατάφερε να ξεφύγει από το ερωτικά νανουριστικό στυλ του τραγουδιού. Μ' αυτά και μ' αυτά, η πιο ενδιαφέρουσα μουσικά εκδοχή του "Let It Be Me" παραμένει η πρώτη πρώτη του, ως "Je t' Appartiens", από τον ίδιο τον Ζιλμπέρ Μπεκό. Για την εποχή του -mid 50s- ήταν, αν μη τι άλλο, πρωτοποριακή!
Κάποια στιγμή χθες το βράδυ, χαζεύοντας το τι τοποθέτησαν οι Έλληνες bloggers στο νούμερο 1 της λίστας τους, είχα σχεδόν πειστεί πως οι Arcade Fire κινδύνευαν όχι από τους Strokes, όπως φαινόταν αρχικά, αλλά από τους Radiohead. Τελικά όχι. Μπορεί όσοι ψήφιζαν το "Kid A" να το ψήφιζαν πολύ ψηλά, αλλά ήταν πολύ λιγότεροι απ' όσους χώρεσαν το "Funeral" στις λίστες τους. Οι μισοί bloggers απ' όσους μετείχαν στη μεγάλη ψηφοφορία που οργάνωσε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά ο gone4sure, και που φέτος περιείχε και μια λίστα για την δεκαετία των '00s, έδωσαν λίγους ή περισσότερους βαθμούς στο ντεμπούτο ων Arcade Fire. Όχι άδικα. Αν υπάρχει ένα γκρουπ που έγινε σημείο αναφοράς στο πού κινήθηκε η μουσική συγκομιδή μέσα στα zeros, τότε αυτό δεν είναι άλλο από αυτήν την κολλεκτίβα από τον Καναδά. Που έπιασε το hype με το indie rock και το έντυσε μ' έναν έντονα καλλιτεχνικό μανδύα -το 2004 με το "Funeral" και τρία χρόνια μετά με το "Neon Bible".
Για το εν λόγω hype βέβαια, είχαν φροντίσει κάποιοι άλλοι, λίγο νωρίτερα, το 2001. Οι Strokes δικαίως κατέλαβαν την 2η θέση στην τελική κατάταξη, αφού αν δεν ήταν το "Is This It?" τότε ίσως ν' ακούγαμε ακόμη britpop και Radiohead. Οι οποίοι Radiohead, με κεκτημένη ταχύτητα από τα '90s, όπου τα είχαν σαρώσει όλα, κατάφεραν να σκαρφαλώσουν τελικά στο νούμερο 3 της λίστας και των '00s.
Ιδού η λίστα με τα καλλίτερα των zeros, όπως ψηφίστηκε από 77 Έλληνες bloggers. Στις παρενθέσεις παίζουν οι θέσεις που πήραν τα εν λόγω albums στις λίστες των τριών που ψήφισαν εδώ. Πρώτο νούμερο είναι του Βαλλάτου, δεύτερο το δικό μου (Homo Ludens) και τρίτο του Mr. Arkadin (που λόγω της ειλικρινέστατης παράθεσης, χωρίς καμμία διάθεση δηθενιάς και εντυπωσιασμού, όσων άκουγε μέσα στην δεκαετία, δεν συνέπεσε με κανένα από τα top albums):
01. Arcade Fire – Funeral (1 / 17 / -) 02. The Strokes – Is This It (2 / - / -) 03. Radiohead – Kid A (- / - / -) 04. Interpol – Turn On The Bright Lights (- / - / -) 05. Sigur Ros – Agaetis Byrjun (- / 3 / -) 06. Franz Ferdinand – Franz Ferdinand (- / - / -) 07. Antony & The Johnsons – I Am A Bird Now (9 / 21-40 / -) 08. LCD Soundsystem – Sound Of Silver (- / - / -) 09. Burial – Untrue (6 / - / -) 10. Godspeed You Black Emperor – Lift Your Skinny Fists (16 / - / -)
Αυτήν την υπέροχη δεκάδα και όσα άλλα θαυμάσια ακολούθησαν στις παρακάτω θέσεις, θα έχω την τιμή, παρέα με τον gone4sure, να τα αναλύσουμε ραδιοφωνικώς την παραμονή των Χριστουγέννων, την ώρα που οι υπόλοιποι θα χωνεύετε τη γέμιση (23:00 με 01:00), στον ΣΚΑΪ, στην εκπομπή των "Λατέρνατιβ", που μάλλον το βρήκαν διασκεδαστικό όλο αυτό και δεν έχουν καταλάβει με τι ψυχαναγκαστικά, κολλημένα τυπάκια έμπλεξαν ξαφνικά!
Στο νούμερο 24 της τελικής κατάταξης για την δεκαετία που φεύγει, θα βρει κανείς το "Merriweather Post Pavillion" των Animal Collective. Το οποίο είναι και το άλμπουμ που κατέκτησε την κορυφή της λίστας για το 2009. Όποιος έχει παρακολουθήσει την δραστηριότητα της indie Αθήνας και Θεσσαλονίκης στα blogs, το twitter ακόμη και το facebook τα τελευταία τρία - τέσσερα εικοσιτετράωρα, θα έχει ήδη καταλάβει πως το εν λόγω άλμπουμ αποτελεί το θέμα της μίας στις δύο συζητήσεις. Έχοντας πρωτεύσει σχεδόν σε όλες τις λίστες των "ψαγμένων" μουσικοsites και περιοδικών, δεν δυσκολεύθηκε να κάνει το ίδιο και στην δική μας blogovision, προκαλώντας την εύλογη απορία όσων αδυνατούν να καταλάβουν το τόσο hype γύρω από τους Animal Collective, μεταξύ των οποίων και ο υπογράφων. Οι διαπρύσιοι υποστηρικτές τους, βεβαίως, ανταπαντούν με το πολύ εύστοχο επιχείρημα ότι η ιστορία μας έχει διδάξει πως τα μεγάλα έργα πάντα προκαλούν μεγάλα πάθη...
Από τα υπόλοιπα άλμπουμ που βρέθηκαν ψηλά, το μόνο συμπέρασμα που μπορώ να βγάλω είναι ότι μετά από 2-3 χρονιές προσήλωσης στο electro pop/rock (που στην φετινή πρώτη δεκάδα κατάφερε να μπει μόνο χάρη στο νέο ήχο των Yeah Yeah Yeahs!), ξαφνικά το γυρίσαμε στο noise και το shoegaze, προφανώς για να ξεκουραστούμε λίγο, πριν ξαναρχίσουμε τους έξαλλους χορούς μας. Ιδού η τελικά κατάταξη για το 2009, όπως την διαμόρφωσαν οι ψήφοι 73 bloggers. Εντός παρενθέσεως, πρώτη η θέση που κατέλαβε το κάθε άλμπουμ στη λίστα του Φώτη Βαλλάτου και δεύτερη η θέση που κατέλαβε στην δική μου λίστα. Ο Mr. Arkadin ψήφισε μόνο για την δεκαετία:
01. Animal Collective – Merriweather Post Pavillion (4 / -) 02. The XX’s – XX (- / -) 03. The Horrors – Primary Colours (13 / -) 04. The Pains Of Being Pure At Heart – S/T (20 / -) 05. Grizzly Bear – Veckatimest (11 / -) 06. Flaming Lips – Embryonic (12 / -) 07. A Place To Bury Strangers – Exploding Head (6 / -) 08. Yeah Yeah Yeahs – It’s Blitz (- / -) 09. Bat For Lashes – Two Suns (- / 3) 10. The Boy – Please Make Me Dance (2 / 21-40)
Animal Collective - My Girls
UPDATE ΓΕΜΑΤΟ ΓΚΡΙΝΙΑ, ΜΕ Β' ΤΙΤΛΟ:
Το Πίτσφορκ και τ' αρχίδια μου
Άντε, θα τα γράψω γιατί με τρώει και μετά υπόσχομαι να μην ξανααναφέρω ούτε λέξη γι' αυτήν την αναθεματισμένη ψηφοφορία. Μου τη σπάει που κάθομαι και φτιάχνω μια λίστα με τις μουσικές που έπαιζαν στα ηχεία μου όλο το χρόνο και όλη την δεκαετία (πολύ πιο χαρακτηριστικά το έκανε ο Mr. Arkadin, βέβαια, αγνοώντας ο,τιδήποτε hype) και οι περισσότεροι από τους μισούς που ψήφισαν κάθονται και στήνουν μια λίστα από αυτές που κάνουν οι μουσικοκριτικοί στα περιοδικά και τα πίτσφορκ. Χαίρω πολύ. Ξέρω κι εγώ πολύ καλά πόσο επηρέασαν οι Strokes όλο αυτό το πράγμα που ήταν τα indie zeros και αν μη τι άλλο μπορώ να μυριστώ και την συμβολή στην εξέλιξη της μουσικής καλλιτεχνών όπως οι Panda Bear ή οι Animal Collective.
Αλλά δεν ντρέπομαι να πω ότι στην δεκαετία που έφυγε έριξα τέσσερις - πέντε γκόμενες χρησιμοποιώντας δόλια την Έιμι Γουάινχάουζ ή τη Νόρα Τζόουνς (και μου άρεσε), ούτε ότι κοπανιέμαι σαν τρελλός κάθε φορά που ακούω Killers και My Chemical Romance. Κι ότι φέτος κοπανήθηκα με Morrissey και δάκρυσα με τον Antony, με ένα άλμπουμ που είναι αντάξιο (για μένα και ανώτερο) του "I Am A Bird Now" και γι' αυτό και το υποστηρίζω τόσο, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι -μουσικοκριτικά- δεν έδωσε κάτι καινούργιο. Ξαναχαίρω πολύ. Δηλαδή ένας σπουδαίος καλλιτέχνης μας συγκινεί μόνο με το ντεμπούτο του; Ή μετά είναι υποχρεωμένος να αλλάζει τον ήχο του σε κάθε του νέα δουλειά και να επαναπροσδιορίζεται με μοναδικό και μαγικό τρόπο που να επιβεβαιώνει την σπουδαιότητά του, για να διεκδικήσει μια θέση στην δισκοθήκη μας -και κυρίως στην καθημερινή ζωή μας;
Θα ήθελα πολύ να εγκαταστήσω κάμερες στα αυτοκίνητα όλων αυτών που ψήφισαν Animal Collective στο νούμερο 1 τους, για να δω αν έβαλαν το CD τους έστω και μία φορά στο δρόμο για τη δουλειά τους. Κάτι μου λέει ότι στους περισσότερους, αντί για το "Merriweather Post Pavillion", μάλλον θα έπαιζε ένα ποτ πουρί από National, Editors και Killers, μην πω απλά ένας συντονισμός στον Red FM ή, ακόμη χειρότερα, στην ΕΡΑ ΣΠΟΡ.
Για κάποιο λόγο που δεν έχω ακόμη καταλάβει, ένα μεγάλο μέρος των εκλογέων φέτος μπήκαν σε μια λογική να ψηφίσουν ως μουσικοκριτικοί και όχι ως φίλοι της μουσικής. Που ψυχαγωγούνται από αυτήν ή την χρησιμοποιούν όπως όλος ο κόσμος, για να ντύσουν κάποιες μοναχικές τους στιγμές και πολύ περισσότερες κοινωνικές (ένα γεύμα, ένα ποτό, το πότισμα των λουλουδιών, χαζεύοντας την γκόμενα που αλλάζει εσώρουχα στην απέναντι πολυκατοικία...). Έτσι, οι λίστες που προέκυψαν, ελάχιστα διαφέρουν από εκείνες των κατά τόπους πίτσφορκ και ελάχιστα αντικατοπτρίζουν αυτά που πραγματικά ακούν αυτοί οι ίδιοι που τις έβγαλαν. Αν τους ρωτήσεις να σου μουρμουρίσουν ένα τραγούδι του νούμερο ένα τους, δύσκολα θα τα καταφέρουν, γιατί το νούμερο ένα τους δεν γράφει καν τραγούδια. Και καταλαβαίνω πως το νόημα της μουσικής δεν είναι να σε κάνει να χορεύεις στα μπουζούκια, ή -έστω- στις συναυλίες με τραγούδια που έχουν αρχή, μέση και τέλος και ένα πωρωτικό ρεφρέν, αλλά με τίποτε δεν μπορώ να δεχτώ ότι κανείς από όλους αυτούς που ψήφισαν φέτος δεν είχε ανάκη ούτε δευτερόλεπτο να χορέψει, αλλά μόνο να κυττάζει τα παπούτσια του (shoegaze λέγεται αυτό, χε). Ή να κλείνει τα μάτια και να αφήνεται σε μια ηχητική θολούρα (αυτό λέγεται The Horrors, χε χε χε). Ή να προσπαθεί να διακρίνει τα ψήγματα της μουσικής του αύριο μέσα στη γενικότερη ασάφεια του "Merriweather Post Pavillion". Εκτός κι αν τελικά η κρίση τούς έχει χτυπήσει όλους τόσο πολύ και όλο αυτό είναι απλά η έκφραση της κατάστασής μας...
#01 ('00s) - Feist: "the Reminder" #02 ('00s) - Jason Moran: "Artist in Residence" #03 ('00s) - E.S.T.: "Viaticum" (όταν βρω λίγο χρόνο, θα κάνω update ΣΤΑ ΠΑΝΤΑ)
Στο εξώφυλλο του αμερικανικού Esquire του Αυγούστου του 1991. Tότε δεν ήταν καν 21 ετών. Η Τζένιφερ Κόνελι. Ξέρω, η προτελευταία σελίδα του GK Ιανουαρίου είναι ένα μικρό αστείο μπροστά σε αυτό. Αλλά είναι το επόμενο Exitorial Girl μου. Κανονικά θα έπρεπε να είναι το πρώτο.
Είχα έτσι κι αλλιώς σκοπό να ετοιμάσω ένα post με όλες τις λίστες τις οποίες υπέβαλα φέτος στις κατά blogs εφορευτικές επιτροπές για τα διάφορα tops χρονιάς και δεκαετίας. Ο αιφνίδιος θάνατος της Μπρίτανι Μέρφι με αναγκάζει να ξεκινήσω την παράθεση των επιλογών μου από την λίστα με τις αγαπημένες μου ταινίες της δεκαετίας. Εκεί όπου έβαλα πάνω πάνω το "Sin City". Τον τελευταίο σοβαρό λόγο που θα τη θυμόμαστε.
HOMINIS LUDENTIS MOVIES OF THE ZEROS: 01. Sin City (2005) των Φρανκ Μίλερ και Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ 02. Mulholland dr. (2001) του Ντέιβιντ Λιντς 03. 2046 (2004) του Γουόνγκ Καρ Βάι 04. Donnie Darko (2001) του Ρίτσαρντ Κέλι 05. WALL-E (2008) του Άντριου Στάντον 06. The Incredibles (2004) του Μπραντ Μπερντ 07. Oldboy (2003) του Τσαν Γουκ Παρκ 08. Capote (2005) του Μπένετ Μίλερ 09. The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford (2007) του Άντριου Ντόμινικ 10. The Mummy Returns (2001) του Στίβεν Σόμμερς 11. Borat (2006) του Λάρι Τσαρλς 12. Lilja 4-ever (2002) του Λούκας Μούντισον 13. Dogville (2003) του Λαρς Φον Τρίερ 14. V for Vendetta (2005) του Τζέιμς Μακτέιγκι 15. Crash (2004) του Πολ Χάγκις 16. Collateral (2004) του Μάικλ Μαν 17. Elephant (2003) του Γκας Φαν Σαντ 18. The New World (2005) του Τέρενς Μάλικ 19. Lat den Ratte Komma In (2008) του Τόμας Άλφρεντσον 20. Κυνόδοντας (2009) του Γιώργου Λάνθιμου 21-50: Τίγρης και Δράκος (2000) / Erin Brockovich (2000) / The Dark Knight (2008) / Cidade de Deus (2002) / Memento (2000) / Requiem For A Dream (2000) / Ο Λαβύρινθος του Πάνα (2006) / The Wrestler (2008) / Finding Nemo (2003) / Η Θάλασσα μέσα του (2004) / Πολίτικη Κουζίνα (2003) / School of Rock (2003) / Pirates Of the Caribbean (2003) / Valkyrie (2008) / Mission Impossible II (2000) / Dancer in the Dark (2000) / The Fountain (2006) / Frequency (2000) / Κ-Pax (2001) / Monsoon Wedding (2001) / The Others (2001) / Devil Wears Prada (2006) / Traffic (2000) / The Life Aquatic (2004) / Match Point (2005) / Casino Royale (2006) / 300 (2007) / Grindhouse (2007) / The Darjeeling Limited (2007) / 21 Grams (2003)
HOMINIS LUDENTIS ALBUMS OF THE ZEROS: 01. Damien Rice - O (2003) 02. Amy Winehouse - Back to Black (2006) 03. Sigur Ros - Agaetis Byrjun (2000) 04. Mars Volta - DeLoused in the Conatorium (2003) 05. Portishead - Third (2008) 06. Monika - Avatar (2008) 07. James - Pleased To Meet You (2001) 08. My Chemical Romance - Welcome to the Black Parade (2006) 09. Bjork - Vespertine (2001) 10. Norah Jones - Come Away With Me (2002) 11. Sunset Rubdown - Dragonslayer (2009) 12. Antony & The Johnsons - The Crying Light (2009) 13. Killers - Hot Fuss (2004) 14. Bat For Lashes - Two Suns (2009) 15. Feist - Let It Die (2004) 16. Placebo - Black Market Music (2000) 17. Arcade Fire - Funeral (2004) 18. MGMT - Oracular Spectacular (2008) 19. The Divine Comedy - Regeneration (2001) 20. Leonard Cohen – Ten New Songs (2001) 21-40: Bjork - Volta (2007) / Alicia Keys - Songs in A minor (2001) / AFI - Sing the Sorrow (2003) / Lily Allen - Alright, Still (2006) / Antony & The Johnsons - I Am a Bird Now (2005) / Bat For Lashes - Fur and Gold (2006) / Kate Bush - Aerial (2005) / Nick Cave - Abbatoir Blues / The Lyre Of Orpheus (2004) / The Divine Comedy - Victory For The Comic Muse (2006) / The Divine Comedy - Absent Friends (2004) / Beth Gibbons & Rustin’ Man - Out Of Season (2002) / Green Day - American Idiot (2004) / Killers - Sam’s Town (2006) / The National - Alligator (2005) / Scissor Sisters - Scissor Sisters (2004) / Sufjan Stevens - Illinoise (2005) T/ enacious D - Tenacious D (2001) / Twilight Singers - Blackberry Belle (2003) / UNKLE - War Stories (2007) / White Stripes - White Blood Shells (2001)
Lily Allen - It’s Not Me, It’s You / Tori Amos - Midwinter Graces / Devendra Banhart - What Will We Be / Baroness - Blue Record / Big Pink - Big Pink / The Boy - The Boy / Elephant Stone - The Seven Seas / Florence & The Machine - Lungs / Mary & The Boy - Timemachine / Megadeth - Endgame / Monsters Of Folk - Monsters Of Folk / Noah & The Whale - The First Days Of Spring / Conor Oberst - Outer South / Pearl Jam - Backspacer / Phoenix - Wolfgang Amadeus Phoenix / Queensryche - American Soldier / Bruce Springsteen - Working On A Dream / Richard Swift - The Atlantic Ocean / Taken By Trees - East Of Eden / Xaxakes - Το Βαλς Των Ελαφιών
Αν τα εξώφυλλα των περιοδικών (και οι ονειρώξεις της μουσικόφιλης και σινεφίλ πιτσιρικαρίας) είναι τα μέτρα και τα σταθμά που ρυθμίζουν την κατάταξη των sex symbols, τότε η χρονιά που έρχεται ίσως μας επιφυλάσσει μια νέα εισόδο στην κορυφή. Έξι κορίτσια που ξεχώρισαν μέσα στο 2009 θέτουν σοβαρή υποψηφιότητα να γίνουν οι νέες Αντζελίνες Τζολί, Ζιζέλ και Σκάρλετ Γιόχανσον αυτού του κόσμου.
Μέγκαν Φοξ It Girl
Μπορεί ο ελληνικός τίτλος («Το σώμα που σκοτώνει») να μην έχει άμεση σχέση με τον πρωτότυπο («Jennifer’s Body»), αλλά προφανώς οι εμπνευστές του είχαν περισσότερο το μυαλό τους στην πρωταγωνίστρια της ταινίας, παρά σε μια πιστότερη απόδοση της αγγλικής γλώσσας. Γενικώς, η Μέγκαν Φοξ το κάνει αυτό. Διαθέτει μια ακαταμάχητη ικανότητα να ρουφάει τη σκέψη των αρσενικών απ’ ο,τιδήποτε άλλο και να τη διοχευτεύει στο γαλάζιο της βλέμμα, στην παιχνιδιάρικη γλώσσα που χειρίζεται εξαιρετικά σε συνδυασμό με τα προκλητικά της χείλη, στο -σαν καλλιγραφικό “j”- κορμί της... Γιατί το «φαινόμενο Φοξ» δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς. Χρειάζεσαι πολλά περισσότερα από μια έστω καλή ερμηνεία (όχι ότι είχε ιδιαίτερες προκλήσεις ο ρόλος της) στα “Transformers” 1 & 2 για να καταφέρεις με τη μία όλα τα αντρικά περιοδικά να υποκλίνονται μπροστά στα πόδια σου, να σου στέλνουν τον Τέρι Ρίτσαρντσον να σε φωτογραφίσει με το μπικίνι σου, να κάνουν τεράστια μότο τις ατάκες σου περί προγαμιαίου σεξ, αμφισεξουαλικότητας και μαριχουάνας και στο τέλος να σε ψηφίζουν «γυναίκα της χρονιάς». Ναι, στα «πολλά περισσότερα» συγκαταλέγεται ακριβώς αυτή η άνεσή της να προκαλεί σε κάθε της συνέντευξη. Κι εκείνο το τατουάζ της Μέριλιν Μονρόε στον δεξιό πήχυ της είναι μια σαφής ένδειξη της επιλογής ειδώλων που έχει κάνει η νέα επίσημη αγαπημένη του Χόλιγουντ.
Κέιτι Πέρι Λολίτα
Ω, ας μη γράψουμε πάλι τα ίδια: Για τον μπαμπά της τον πάστορα, για τη μαμά της που βγαίνει και δηλώνει ότι η μουσική της κόρης της είναι ντροπιαστική, για τη πρώιμη καριέρα της στο γκόσπελ και την όπερα. Ας μη γράψουμε για το πρώτο της σούπερ χιτ, όπου περιγράφει τι ένιωσε όταν «φίλησε ένα κορίτσι». Ας γράψουμε καλύτερα για εκείνη την φωτογράφιση στο αμερικανικό Esquire του Μαρτίου. Ναι, εκείνη με τα μαύρα εσώρουχα και το λεοπάρ κορμάκι. Εκείνη που δαγκώνει αυθάδικα τον δείκτη της καρφώνοντας τα πράσινα μάτια της στο φακό και στο κάθε ανυποψίαστο θύμα της που ξεφυλλίζει αμέριμνο το περιοδικό. Ας γράψουμε για το πόσο λατρεύει τη «Λολίτα» (την κινηματογραφική διασκευή της, δηλαδή, και μάλιστα την δεύτερη, με τον Τζέρεμι Άιρονς, ούτε καν εκείνη του Κιούμπρικ –το βιβλίο του Ναμπόκοφ μάλλον δεν το έχει ξεφυλλίσει καν) και πόσο προσπαθεί να τη μιμείται ακόμη και τώρα, στα εικοσιπέντε της. Ας γράψουμε πόσο πιασάρικο είναι όλο αυτό: Το χιούμορ, η προσποιητή αφέλεια, τα άφθονα χαμόγελα, δίπλα στις απολαυστικές καμπύλες της που θυμίζουν Ιταλίδα μούσα της ντόλτσε βίτα των ‘50s. Ω, η Κέιτι Πέρι είναι πανέμορφη. Και τα τραγούδια της μπορεί να μην διεκδικούν δάφνες πρωτοτυπίας, αλλά είναι υπέροχα δείγματα χαρωπής ποπ, από αυτά που χρειάζεσαι για να χορεύεις ανέμελος με τις Κέιτι Πέρι που σού έλαχαν. Δεν έφτασε τυχαία το “I Kissed A Girl” το ένα εκατομμύριο πωλήσεις μέσα στο 2009, σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς.
Σάσα Γκρέι Σοφιστικέ πορνοστάρ
Η Σάσα Γκρέι είναι ενδιαφέρων τύπος από πάρα πολλές απόψεις. Κατ’ αρχάς είναι ελληνικής καταγωγής. Βαπτίσθηκε Μαρίνα Χαντζή. Η αγαπημένη της κουζίνα είναι η ελληνική. Κάτι που φροντίζει να τονίζει με χαρακτηριστική επιμέλεια σε όλες της τις συνεντεύξεις, χωρίς όμως ποτέ να επιλέγει ένα συγκεκριμένο πιάτο. Μοιάζει περισσότερο με μια προσπάθεια να μην αποκοπεί από τις ρίζες της και αυτό το κάνει πιο συγκινητικό. Ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι οι εν λόγω συνεντεύξεις δίνονται κυρίως σε πορνοπεριοδικά. Γιατί η Σάσα Γκρέι, κατά δεύτερον, είναι μια πορνοστάρ. Στα 21 της, έχει ήδη κατακτήσει 4 βραβεία AVN (τα Όσκαρ της βιομηχανίας «ενήλικων» ταινιών), ανάμεσά τους ένα για την «Καλύτερη σκηνή στοματικού έρωτα» στην ταινία «Οι Μπεϊμπισίτερ». Αλλά η Σάσα Γκρέι είναι κυρίως ενδιαφέρων τύπος γιατί σκέφτεται διαφορετικά, έχει διαφορετικά ενδιαφέροντα, κάνει διαφορετικές επιλογές από την συνήθη ξανθιά, σιλικονούχα πρωταγωνίστρια τσόντας. Σπούδασε χορό και κινηματογράφο και βρέθηκε στο χώρο συνειδητά. Η πρώτη της επιλογή για «καλλιτεχνικό» ψευδώνυμο ήταν το Άννα Καρίνα (από την Δανέζα μούσα του Γκοντάρ –και, ναι, ο Γκοντάρ είναι ο αγαπημένος της σκηνοθέτης), αλλά τελικά προτίμησε το πιο σύνθετο Σάσα Γκρέι, από το όνομα του αγαπημένου της Γερμανού ρόκερ Σάσα Κονιέτζκο και του αγαπημένου της ήρωα λογοτεχνίας: του Ντόριαν Γκρέι. Ο Στίβεν Σόντερμπεργκ την διάλεξε για την τελευταία του ταινία, τη «Συνοδό Πολυτελείας», και το 2009 ήταν η χρονιά που η Σάσα μετακόμισε λίγο πιο δυτικά από το Λας Βέγκας, τη Μέκκα της πορνοβιομηχανίας, στο Χόλιγουντ. Δεν έχει σκοπό να μείνει εκεί –κι ας απέκτησε μονομιάς φανατικούς οπαδούς. Στα 21 της είναι αρκετά ώριμη για να ξέρει ότι δεν έγινε με τη μία Άννα Καρίνα και ότι έχει ακόμη πολλά να δώσει –και να πάρει- πίσω στο Βέγκας, ως Σάσα Γκρέι.
Έβαν Ρέιτσελ Γουντ Μούσα του Γούντι Άλεν
Sex Symbol; Το κοριτσάκι που έπαιζε την κόρη του Μίκι Ρουρκ στον «Παλαιστή»; Μα δεν ήταν μόνο αυτό το 2009 της Έβαν Ρέιτσελ. Γιατί μπορεί η ταινία του Αρονόφσκι να είναι ό,τι σημαντικότερο έχει να επιδείξει στην –όχι και τόσο φτωχή, για τα 22 της χρόνια- καριέρα της, αλλά τέσσερις άλλες λέξεις που γράφτηκαν δίπλα στο όνομά της φέτος είναι αυτές που θα αλλάξουν για πάντα τον τρόπο που την αντιμετωπίζει η κοινή γνώμη. Οι δύο πρώτες: «True Blood». Κι έπειτα: «Γούντι Άλεν». Στον δεύτερο κύκλο της τηλεοπτικής σειράς, που μαζί με τις ταινίες «Λυκόφως» και «Νέα Σελήνη» επέβαλε μια ξαφνική βαμπιρομανία στην ποπ κουλτούρα, υποδύεται την Σόφι Αν Λεκλέρκ, τη Βασίλισσα των Βρικολάκων της Λουιζιάνας. Δηλαδή, στα μάτια των δρακουλοπαρμένων εφήβων (και όχι και τόσο εφήβων) που παρακολουθούν με μανία τις αιμοτοθρεμμένες (και βραβευμένες με Χρυσή Σφαίρα) περιπέτειες των γιάνκηδων βαμπίρ, η Έβαν Ρέιτσελ είναι κάτι σαν θεά. Σίγουρα πάντως μια καλτ πρωθιέρεια. Την οποία παίρνει μετά ο Γούντι Άλεν και την βάζει στη θέση της προηγούμενης «νέας μούσας» του, που δεν ήταν άλλη από την Σκάρλετ Γιόχανσον, στο «Κι αν σου κάτσει;», την τελευταία του ταινία, που προβλήθηκε πρόσφατα και στις αθηναϊκές αίθουσες. Και όλοι ξέρουμε τι σημαίνει να είσαι «η μούσα του Γούντι Άλεν». Προσθέστε και το «πρώην σύντροφος του Μέριλιν Μάνσον», μια υποτιθέμενη σχέση με το Μίκι Ρουρκ (ναι, προφανώς και έχει κάποια θεματάκια που πρέπει να δει με ψυχολόγο η δεσποινίς) και μερικές σέξι φωτογραφίσεις στα καλύτερα αντρικά περιοδικά του πλανήτη και οι δύο πρώτες λέξεις αυτής της παραγράφου αρχίζουν πια και δικαιολογούνται εύκολα...
Mαριόν Κοτιγιάρ Μετά το Όσκαρ
Η συνήθης πορεία είναι η αντίστροφη. Πρώτα τα πετάς, κάνεις ημίγυμνες φωτογραφίσεις, δηλώνεις διάφορα προκλητικά στις συνεντεύξεις -αλλά πάντα προσέχεις να μην σε χαρακτηρίσουν με λαϊκά παράσημα του τύπου «τσόλι»-, παίζεις σε κάποια λαχταριστή διαφήμιση ή σε μια ρομαντική κομεντί που τους κάνει όλους να σε ποθούν. Και μετά βρίσκεις τον σκηνοθέτη - μέντορα ο οποίος σου δίνει εκείνον τον απαιτητικό ρόλο που σε θέλει να τσαλακώνεις τη γοητεία σου και να κυλιέσαι στο βούρκο για χάρη ενός βραβείου. Η αναγνώριση έρχεται και μετά δεν θα ξαναχρειαστεί να πάρεις σέξι πόζες, γιατί τώρα πια είσαι μια σπουδαία ηθοποιός. Θα μπορούσαμε, βέβαια, να συμπυκνώσουμε τις παραπάνω εκατό λέξεις σε δύο: Σαρλίζ Θερόν. Της οποίας το αντίθετο είναι η Μαριόν Κοτιγιάρ. Η Γαλλίδα σταρ έφτασε στην όχι και τόσο τρυφερή ηλικία των 34 ετών για να παρουσιάσει στο κοινό της και την άλλη της όψη. Στις μισές από τις φετινές της φωτογραφίσεις αφήνει αυθάδικα το φόρεμα να αποκαλύψει το πόδι της μέχρι ψηλά το μηρό και πάντοτε -είναι άραγε το φετίχ της;- το έχει ημικαλυμμένο με ψηλές, διάφανες κάλτσες. Το επάνω μέρος του εκλεκτού κορμιού της συνήθως φέρει απλώς έναν στηθόδεσμο. Η αφορμή για το σέξι ξέσπασμά της είναι το “9”, το φιλμ του Ρομπ Μάρσαλ που διασκευάζει το περίφημο μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ, το οποίο με τη σειρά του βασίζεται στο 8 1/2 του Φελίνι. Και όπου, για να ξεχωρίσεις ανάμεσα στις λοιπές μούσες τύπου Πενέλοπε Κρουζ, Νικόλ Κίντμαν, Φέργκι, μέχρι και τη Σοφία Λόρεν που συμπρωταγωνιστούν, καλό θα ήταν να σβήσεις μια και καλή την εικόνα της ασχημούλας Εντίθ Πιάφ, για την οποία σε θαύμασε το κοινό. Και να περάσεις σε κάτι πιο αποκαλυπτικό.
Ζούι Ντεσανέλ Antisex Symbol
Η Ζούι έχει αποκτήσει εδώ και κάποια χρόνια ένα πιστό κοινό, που αποτελείται κυρίως από μέλη της indie κοινότητας. Ας πούμε ότι ο μέσος λάτρης της 29χρονης μουσικού και ηθοποιού είναι ένας 35άρης υπάλληλος σε διαφημιστική, με ιδιαίτερο γούστο στη μουσική και σαφή αδιαφορία για τα όσα εύκολα έχει να προσφέρει αυτή η ζωή: την τηλεόραση, το delivery, την Μπρίτνεϊ Σπίαρς... Ο μέσος λάτρης της είναι περίπου ο χαρακτήρας που την ερωτεύεται και στο “(500) Μέρες με τη Σάμερ” -την ταινία όπου πρωταγωνίστησε η Ζούι φέτος, παίζοντας ως ένα σημείο τον εαυτό της: Μια χαριτωμένη, έξυπνη και δραστήρια κοπελίτσα, που δεν είναι ιδιαίτερα όμορφη, σχεδόν καθόλου σέξι, που ντύνεται κάπως άκομψα και ασχολείται με διάφορα “τρελλά”, αλλά που σέρνει πίσω τις ορδές ερωτοχτυπημένων ανδρών οι οποίοι δεν μπορούν να αντισταθούν σ’ αυτήν την εντελώς απροσδιόριστη γοητεία της. Μετά και την επιτυχία αυτής της ρομαντικής κομεντί, το αλλοπαρμένο κοινό της δεσποινίδος Ντεσανέλ αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο. Με καλλιτεχνικά κριτήρια, αυτό το φαινόμενο αποτελεί περίπου κρίμα, αν αναλογισθεί κανείς πως πέρσι η Ζούι, παρέα με τον Μ. Ουόρντ, ως το ντουέτο She & Him κυκλοφόρησε ένα από τα πιο όμορφα άλμπουμ της χρονιάς (το κορυφαίο, σύμφωνα με το ψαγμένο περιοδικό “Paste”). Αλλά, μερικές φορές, η υψηλή τέχνη δεν είναι κακό να υπηρετείται από κατώτερα ένστικτα.
(Δημοσιεύθηκε στο "Κ" της Καθημερινής, την Κυριακή 20/12/09)
Όλες αυτές οι ημέρες από την 1η του Δεκεμβρίου που ξεκίνησε ο μαραθώνιος της φετινής, διπλής Blogovision, είναι -αν μη τι άλλο- γεμάτες μουσική. Είναι επιρροές από τους υπόλοιπους εκλογείς. Είναι εκπλήξεις. Είναι ακούσματα τυχαία που αγχώνεσαι μήπως αδίκησες. Είναι άλμπουμ που ξαναβάζεις στο CD Player μετά από καιρό έχοντας σοβαρή υποψία ότι, ναι, αυτά όντως τα αδίκησες. Αλλά όχι. Καλά έκανες και τα άφησες απ' έξω τελικά. Είναι άλλα άλμπουμ που τα σιχάθηκες. Που τα έβαλες ψηλά, αλλά την ώρα που ήθελες να γράψεις κάτι γι' αυτά, δεν είχες τι να πεις. Γιατί πώς να μιλήσεις για τη μουσική; Πώς να γράψεις για κάτι που είναι πια η καθημερινότητά σου; Η γκόμενά σου, η δουλειά σου, το σχολείο σου, το πέμπτο γκολ που έφαγε η ομάδα σου στο 5x5 και έφταιγες εσύ και μόνο εσύ;
Και είναι και το "Dragonslayer" των Sunset Rubdown. Που από την πρώτη ημέρα που το άκουσα φέτος, ήμουν σχεδόν σίγουρος πως δύσκολα θα μπορούσε να το ξεπεράσει οποιοδήποτε άλλο άλμπουμ μέσα στο 2009. Γιατί εκεί μέσα βρίσκω την ποίηση που ξέρει πώς να μου μιλήσει για την παράνοια της εποχής που ζούμε ("You are the fast explosion and I'm the embers" - Nightingale/December Song). Βρίσκω τις μελωδίες που συναρμονίζονται με όσα χορεύουν κυκλωτικούς χορούς μέσα στο κεφάλι μου. Πομπώδεις κι έπειτα απλές, γεμάτες και μετά λυτρωτικές, απλόχερες, εμβατηριακές, στη συνέχεια ανακουφιστικές, δουλεμένα χαϊδευτικές, πατρικές... (Αφέσου στις εναλλαγές του ρυθμού στο "Silver Moons" ή το "Black Swan", κλείσε τα μάτια στην ιδιοφυία του Σπένσερ Κρουγκ και βγάλε από μέσα σου κι εσύ όσα κρύβεις καλά). Βρίσκω τις αναφορές σε μια μουσική του μέλλοντος, που όταν θα έλθει θα είμαι σχεδόν περήφανος που την άκουγα από τα τέλη των zeros. Και τις βρίσκω σε κάτι σχεδόν παλιακό. Σε μια σχεδόν συμφωνική ορχήστρα. Με παραμορφώσεις '60s, τύμπανα που κάνουν κατάχρηση στα πιατίνια, γυναικεία φωνητικά να προσθέτουν τη γλύκα που λείπει, εκεί που πρέπει. Κι ενορχηστρώσεις που θα ποθούσε ο Μότσαρτ για τα καλλίτερα έργα του...
Οι Sunset Rubdown ανοίγουν το ευαγγέλιο του indie rock στη σελίδα που έγραψαν οι Arcade Fire για το "Funeral" και συμπληρώνουν in margine με μια σπάνια πένα όλα τα μυστικά που δεν τόλμησε να μεταγράψει στον ιερό κώδικα ο Φραγκισκανός μοναχός. Για το μόνο που μετανιώνω είναι η θέση που τους έδωσα στη λίστα της δεκαετίας. Π.Χρ.
Sunset Rubdown - Idiot Heart (Live)
'09 #02: Antony & The Johnsons The Crying Light
Aν η γκροτέσκα, πολλές φορές ενοχλητική, αν δεν καταφέρεις να δεις την γλυκύτητα πίσω από το αναπάντεχο, μορφή του Άντονι άρπαξε τον κόσμο σε μια στιγμή έκπληξης και τον εκτόξευσε στα φαντασιακά του σύμπαντα με το "I Am A Bird Now", αυτό δεν σημαίνει πως έληξε εκεί κάπου η ιστορία με τον τεράστιο αυτόν μουσουργό. Ίσα ίσα που στο τελευταίο του άλμπουμ τα πάντα πάνε ένα σκαλί πιο ψηλά, ίσως επειδή ή κυρίως επειδή μαζί του βρίσκεται ο σπουδαίος Νίκο Μούλι. Ή ίσως επειδή ο Άντονι μοιάζει πια απελευθερωμένος. Σχεδόν χαρούμενος. Περισσότερα για το "The Crying Light" εδώ, εδώ, εδώ κι εδώ. Π. Χρ.
Antony & The Johnsons - The Crying Light (Live)
'00s #01: Damien Rice O (2003)
Όσο δύσκολο φάνταζε το να διαλέξω το καλλίτερό μου άλμπουμ για μια ολόκληρη δεκαετία, τόσο εύκολα το διάλεξα. Γιατί, τι είναι η μουσική; Δεν είναι το soundtrack στις μεγάλες σου στιγμές, τους χωρισμούς και τους θανάτους, τα γέλια και τους έρωτες, στις ώρες που σκέφτεσαι και διαμορφώνεις αυτό που είσαι; Δεν είναι επίσης τα κολλήματα, οι μελωδίες, τα τραγούδια, οι στίχοι που αποτυπώνονται στο μυαλό σου και δεν φεύγουν ποτέ από εκεί, γιατί προφανώς αυτά ταιριάζουν με το δικό σου το κεφάλι; Δεν είναι οι ιστορίες που σε παίρνουν μακριά και σε αφήνουν να ξενοιάσεις πότε πότε από τις σκοτούρες της καθημερινότητας; Με αυτά τα κριτήρια, το "Ο" του Ντέιμιεν Ράις δεν θα μπορούσε να πάρει καμμία άλλη θέση στη λίστα μου πέραν της πρώτης. Το έχω ακούσει εκατοντάδες φορές, ίσως χιλιάδες, πολλές από τις οποίες ως μέρος ενός απλού, χαλαρωτικού τελετουργικού που για χρόνια χαρακτήριζε τους χειμώνες μου και είχε να κάνει κατά πολύ με το χιόνι και την αυτοβελτίωση. Περιέχει το καλλίτερο τραγούδι της δεκαετίας (το περίφημο "Blower's Daughter"). Το οποίο συνοδεύεται από εννιά ακόμη κομμάτια που αποτελούν ιδανικά λυσσάρια για επίδοξους singers / songwriters (το περίφημο αυτιστικό σχήμα που επικράτησε στα zeros). ΟΚ, δεν είναι Καναδός ο Ράις για να περιέχει η επιλογή μου ένα ακόμη στοιχείο της δεκαετίας που φεύγει και να την περιγράψει τέλεια. Αλλά είναι η ιρλανδική εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Π.Χρ.
Damien Rice - The Blower's Daughter
'00s #02: Amy Winehouse Back To Black (2006)
Γιατί επανπροσδιόρισε τη soul, ανατρέποντας όλη της την ουσία (όχι πια καλά και υπομονετικά κορίτσια που αξίζει να γράφεις κομμάτια γι' αυτά, αλλά αυθάδικα τσουλάκια που παίρνουν εκείνες την υπόθεση στίχος και μουσική στα χέρια τους). Γιατί θυσιάστηκε, ρουφώντας όλα τα ναρκωτικά του κόσμου κι ό,τι κυκλοφορεί σε υγρό και περιέχει πάνω από 5% αλκοόλ, για να δημιουργήσει ένα αριστούργημα (ΟΚ, προφανώς και δεν το έκανε για μας, αλλά ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ). Γιατί, σαν γνήσιο, καταραμένο ποπ είδωλο, καραρακώθηκε επιτέλους μπροστά στα μάτια όλων, υπενθυμίζοντας στο κοινό πως πέρα από τα καλά παιδιά, με τις οικογένειες και τα φιλανθρωπικά ιδρύματα, η σύγχρονη ποπ και ροκ συνεχίζει να διαθέτει τα υπέροχα "αγγελούδια" που έγραψαν την ιστορία που της δίνει δικαίωμα στην ύπαρξη. Γιατί, στο κάτω κάτω της γραφής, κανενός άλλου τα τραγούδια δεν τα ακούσαμε (και δεν τα τραγουδήσαμε) τόσο πολύ μέσα στην δεκαετία που φεύγει. Π.Χρ.