5 Μαρ 2010

Κάθε φορά που εμφανίζονται μπροστά μου οι Mumford & Sons ανατριχιάζω


Mumford & Sons - Lion Man (Live on Letterman)




Mumford & Sons - The Cave (Live on Ferguson)

Και μετά από τις δύο παραπάνω εμφανίσεις τους στην αμερικανική τηλεόραση, έχει να πέσει άπειρη ανατριχίλα. Από εδώ και στο εξής προβλέπω να τους συναντάμε συνέχεια...

Περισσότεροι Mumford & Sons στο ΠΠC:
Xειμωνιάτικοι αέρηδες (με το videoclip του "Winter Winds")
Δισκοκριτικές Ιανουαρίου (με το videoclip του "The Cave")



4 Μαρ 2010

Στιγμές από τα Μουντιάλ που θυμάμαι: 1982, Ισπανία #2 (Το μουστάκι του Γιόζεφ Μλίναρτζικ)

Όπως έγραφα και στο προηγούμενο κεφάλαιο, μέχρι να με βάλει ένας ξάδελφός μου να δούμε Βραζιλία - Ιταλία το '82, δεν είχα δει ποτέ Μουντιάλ. Είχα δει όμως που μάζευαν τα ξαδέλφια μου κάτι χαρτάκια που τα έβαζαν μετά στον τοίχο κι έπεφταν πεταλουδίζοντας. Κι άμα το ένα έπεφτε πάνω στο άλλο, αυτός που είχε το από πάνω τα κέρδιζε και τα δύο. Και μετά τα κολλούσε σε ένα άλμπουμ. Και είχα πει στον μπαμπά μου να μου το πάρει κι εμένα.

Ο μπαμπάς μου μού πήρε ένα άλμπουμ και πρέπει να μου πήρε και δύο φακελάκια το πολύ, γιατί θεωρούσε ότι αυτά ήταν χαμένα λεφτά σε βλακείες. Τότε τα φακελάκια πρέπει να είχαν 6 παίκτες μέσα, δεν θυμάμαι, τέλος πάντων το πολύ να κόλλησα 12-13 χαρτάκια, 15 αν μου χάρισε και κανας ξάδελφος από τα δικά του διπλά Panini. Γενικά δεν πολυθυμάμαι, μόνο τη μασκότ του Espana '82, το τεράστιο πορτοκάλι στο εξώφυλλο και μια κίτρινη μπλούζα με ένα τεράστιο μουστάκι από πάνω στις σελίδες μέσα. Ήταν το μουστάκι του Γιόζεφ Μλίναρτζικ, του τερματοφύλακα της Εθνικής Πολωνίας. Ήταν ένα μουστάκι που με στοίχειωσε για τα καλά. Για αρκετά χρόνια μετά από εκείνη την πρώτη μου επαφή με τον κόσμο της Panini, πίστευα ότι καλός τερματοφύλακας δεν γίνεσαι αν δεν μοιάζεις με τον Γιαγκούλα. Για αρκετά χρόνια μετά το Μουντιάλ του '82 θεωρούσα καλόν τερματοφύλακα τον Γιώργο Μουκέα...



Όλες αυτές οι εμμονές δεν θα είχαν κανένα νόημα, αν στις 8 Ιουλίου το 1982 δεν καθόμουν να δω τον ημιτελικό ανάμεσα στην Πολωνία του ελέω Panini ειδώλου μου με το μουστάκι και στην Ιταλία που είχα θαυμάσει να διακορεύει την Βραζιλία στην πρώτη μου επαφή με το σπορ. Ποια ομάδα θα υποστήριζα; Το δίλημμα ήταν τεράστιο. Από τη μία αυτός ο φοβερός, τρομακτικός τύπος, που κάθε φορά που άνοιγα τη σελίδα του άλμπουμ μου με γέμιζε με δέος, αυτός ο Διγενής Ακρίτας ή ο οποιοσδήποτε σκοτεινός θρύλος της ελληνικής μυθολογίας με συνάρπαζε τότε. Από την άλλη, αυτή η παρέα με τα γαλάζια μπλουζάκια Diadora και τα τόσο εύηχα ονόματα: Καμπρίνι, Κολοβάτι, Αντονιόνι, Ταρντέλι, Οριόλι...

Ο προβληματισμός μου έληξε νωρίς. Ένα τακουνάκι του Πάολο Ρόσι (πάλι αυτού!) έβαλε μπροστά την Ιταλία σε μια στημένη φάση. Και σε μια ένδειξη αλληλεγγύης προς τον αδύναμο, μια συμπεριφορά που στα ποδοσφαιρικά πράγματα (αλλά μόνο εκεί) θα με συνόδευε για όλη μου τη ζωή, αποφάσισα να ταχθώ υπέρ της Πολωνίας. Με είχαν εξάλλου κερδίσει ήδη και τα υπόλοιπα παιδιά της παρέας του Μλίναρτζικ. Ένας καράφλας ονόματι Λάτο, δαιμόνιος ντριμπλαδόρος που ζουζούνιζε όλη την ώρα ανάμεσα στον Μπέργκομι και τον Καμπρίνι και διάφοροι άλλοι με πολύ δύσκολα ονόματα που χρειάστηκε να τα ψάξω λίγο στο site της FIFA για να τα θυμηθώ: Ο Ζμούντα, ο Σμολάρεκ, ο Μάτυσικ. Η Πολωνία είχε ξαναπαίξει με την Ιταλία στην πρώτη φάση του Μουντιάλ, στους Ομίλους, και είχε φέρει 0-0. Με το ίδιο σκορ έληξε και το ματς της με το Καμερούν, αλλά είχε διασύρει μετά με 5-1 εκείνους τους μαυριδερούς με την κόκκινη, διαγώνια ρίγα στη λευκή φανέλα, τους Περουβιανούς, και είχε προκριθεί πρώτη στον όμιλο. Στην β' φάση έφερε άλλο ένα 0-0 με την Σοβιετική Ένωση σε μια ένδειξη σοσιαλιστικής αλληλεγγύης, αλλά προκρίθηκε για τα ημιτελικά γιατί είχε κερδίσει 3-0 τους Βέλγους, όταν οι Σοβιετικοί τους είχαν βάλει μόνο ένα. Είχαν φτάσει ως εδώ αήττητοι και έχοντας φάει μόνο ένα γκολ. Στο 73' ο Πάολο Ρόσι τους κόλλησε άλλο ένα, δεύτερο για το ματς και τρίτο συνολικά στο παθητικό του Μλίναρτζικ για το Μουντιάλ) και έληξε την πορεία της σπουδαίας αυτής ομάδας (που είχε στις τάξεις της και τον μεγάλο Ζμπίγκνιεφ Μπόνιεκ, ο οποίος δεν είχε παίξει στον ημιτελικό λόγω καρτών).

Η παρουσία του Μλίναρτζικ ανάμεσα σ' εκείνα τα πρώτα Panini που κόλλησα στη ζωή μου σήμανε εκτός από την προσωρινή μου εκτίμηση στα μουστάκια των τερματοφυλάκων και κάτι άλλο: Από τότε και στο εξής θα πρόσεχα πάντοτε τους Πολωνούς τερματοφύλακες. Και η μοίρα τα έφερε έτσι που δύο από τις πιο ξεκαρδιστικές μορφές που κάθισαν ποτέ κάτω από τα γκολποστ να είναι Πολωνοί. Ο Γιάτσεκ Καζιμιέρσκι ήταν μια χαρά γκολκίπερ μέχρι που το ΄87 ήλθε να παίξει για τον Ολυμπιακό και αναδείχθηκε επιπέδου Μουκέα. Για τον Λούκας Φαμπιάνσκι, το μεγαλύτερο βλάκα του παγκοσμίου ποδοσφαίρου δεν θέλω να γράψω πολλά. Γιατί αναμένω ιστορικές στιγμές γέλιου πολύ σύντομα. Προς το παρόν, τον κράζω λίγο εδώ.

(Στο επόμενο: Η φονική κλωτσιά του Χάραλντ Σουμάχερ)


Pop Culture Mash-up: Ian Scott Vs. Scott Ian

H ίδια η Τζούλια επιμένει. Δεν ήταν επαγγελματικά αυτά τα 26 εκατοστά. Ήταν του Γιώργου. Οι επιβεβαιωμένες όμως πληροφορίες του Αιμίλιου Λιάτσου δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Ο ακέφαλος καβαλάρης στο βίντεο που από χθες γαλουχεί γενιές και γενιές Ελλήνων στη σωστή χρήση του σαμπανομπούκαλου δεν είναι άλλος από τον Γάλλο πορνοστάρ Ίαν Σκοτ. Το Troktiko το επιβεβαιώνει. Και εκεί τίποτε δεν γράφεται τυχαία. Το κοινό, διψασμένο για λίγη Τζούλια ακόμη, αφού γκούγκλαρε κάθε πιθανό τρόπο που θα το οδηγούσε στο περίφημο βίντεο, τώρα γκουγκλάρει το όνομα του μέχρι χθες ανώνυμου και απρόσωπου επιβήτορα. Ωιμέ. Τα πρώτα αποτελέσματα στο google images είναι σοκαριστικά. Αυτός ο καραφλός με το ελεεινό goatee διακόρευσε την εθνική μας πορνοστάρ; (Και αν ναι, γιατί δεν έδειξαν φάτσα, να γελάσουμε λίγο;)

Όχι. Δεν είναι αυτός ο Ίαν Σκοτ. Δεν είναι αυτός ο "Γιώργος" της Τζούλιας. Ο καραφλομπέκατσος με την κιθάρα και τις βερμούδες που σού βγήκε στο γκουγκλάρισμα είναι ο Σκοτ Ίαν. Ο κιθαρίστας - ψυχή των Anthrax. Που η μοίρα τα φέρνει να σχετίζεται ξαφνικά με την πατρίδα μας με πολλαπλό τρόπο. Μιλάμε για double penetration. Όχι μόνο είναι η αναπάντεχη φάτσα που μας έλειπε από το βίντεο (που δεν είναι, ξαναλέω. Ο κανονικός πορνοστάρ Ίαν Σκοτ είναι ετούτος εδώ παραπάνω που ποζάρει με ένα βραβείο του, από αυτά που δίνει η πορνοβιομηχανία και που μοιάζει πάρα πολύ με το Ζιλ Ριμέ που έδιναν παλιά στα Μουντιάλ). Όχι μόνο λοιπόν είναι το αποτέλεσμα του γκουγκλαρίσματος για τον γαμιά, αλλά θα είναι κι ένα από τα βασικά αστέρια του Sonisphere που θα πέσει σαν κεραυνός στη Μαλακάσα στα τέλη του Ιουνίου, φέρνοντας για πρώτη φορά τους Big Four μαζί. Ποιοι είναι οι "τέσσερις μεγάλοι"; Οι Metallica, οι Slayer, οι Megadeth και οι Anthrax είναι οι τέσσερις μπάντες που όρισαν το thrash metal την δεκαετία του '80 και που ακμάζουν μέχρι και σήμερα.

Βασικά οι πρώτοι τρεις ακμάζουν. Οι Anthrax είχαν ψιλοχαθεί. Αλλά τώρα, μετά το χθεσινό όργιο με τις σαμπάνιες, τα γκουγκλαρίσματα για τον frontman τους θα τους έχουν αναπτερώσει το ηθικό. Με αγωνία θα μετρούν τις ημέρες για να έλθουν στην Ελλάδα που τόσο τους αναζητά. Για να έλθουν και να γαμήσουν.

Πλέοντας στο χρυσούν αρχιπέλαγος των Shearwater


Shearwater
The Golden Archipelago
(Φεβρουάριος 2010)

Κάποια ευλογημένη νύκτα του μήνα που έφυγε πριν λίγο, με πήγαινε έτσι η όμορφη, αλλά σεμνή διάθεση που κυριαρχούσε στο σαλόνι του ταπεινού μου σπιτικού εκεί στα Βόρεια Προάστεια, που κάποια στιγμή έσπρωξα το δισκάκι του "Rook" στο CD Player, πριν ξαναγυρίσω στο καφετί του καναπέ, να της προσφέρω το ποτήρι με το Malbec που μου είχε ζητήσει. Σιγήσαμε σχεδόν αμέσως. Το αριστούργημα που κυκλοφόρησε ο Τζόναθαν Μέιμπουργκ πριν δύο χρόνια μάς ρούφηξε για τα καλά στην έντονη δίνη του. Μία-δύο μέρες μετά έγραψα στο Twitter πως κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω πως το "Rook" των Shearwater είναι το καλλίτερο άλμπουμ όλων των εποχών.

Το "The Golden Archipelago" είναι η συνέχειά του. Είναι μεν το 6ο άλμπουμ μιας μπάντας που κάποτε δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα side project μελών των Okkervil River, αλλά στην ουσία είναι το τρίτο. Με την έννοια ότι οι Shearwater από το 2006 είναι το κανονικό, το πρώτο γκρουπ των Τζόναθαν Μέιμπουργκ κι ότι σε τούτο εδώ, όπως και στα "Palo Santo" και "Rook" κουμάντο κάνει αυτός και μόνο αυτός, αφήνοντας πολύ μακριά την εποχή που στη μπάντα υπήρχε ο Γουίλ Σεφ. Πολύ μακρινή και πολύ αδιάφορη εποχή. Γιατί αυτό που έλειπε από τη μουσική έμπνευση των τότε Shearwater ήταν ένας σκοπός. Όταν ο Μέιμπουργκ έμεινε μόνος, ο σκοπός του έγινε και σκοπός της μπάντας: Ένα σκοτεινό, περιβαλλοντικό αλύχτισμα αγωνίας. Το "The Golden Archipelago" συνοδεύεται από ένα βιβλιαράκι 72 σελίδων που μιλάει για όλα τα δεινά που έφερε ο δυτικός κόσμος στο Νότιο Ειρηνικό. Το "Rook" μιλούσε για τα πτηνά...


Shearwater - Hidden Lakes

Σε σχέση με το "Rook" το "The Golden Archipelago" υστερεί μόνο στο ότι λείπουν ένα - δύο έπη, όπως ήταν το "Rooks" ή το "Snow Leopard", που θα το έστελναν στην στρατόσφαιρα των indie αριστουργημάτων. Κατά τ' άλλα, τα 12 κομμάτια του κινούνται υφολογικά εκεί που βρισκόταν και το "Rook", λιγάκι πιο γεμάτα από ήχους από τα διάφορα όργανα που μπορεί να χειριστεί ο Μέιμπουργκ κι ελάχιστα πιο άδεια από ένταση και οργή. Μπορείς να το κατηγορήσεις ως μελοδραματικό, με όλα αυτά τα βιολιά, τις επιμελημένες ηλεκτρονικές ενέσεις χαμηλής έντασης, τα ψηλά πιάνα και κυρίως την απίστευτα θεατρική φωνή του ίδιου του Μέιμπουργκ. Αλλά δεν μπορείς να του αρνηθείς την τελειότητα του μελοδράματος. Και σ' αυτό το είδος, οι Shearwater είναι ίσως το μοναδικό σχήμα που μπορεί να συναγωνισθεί τους Antony & The Johnsons.





Τι άλλο άκουσα τον Φεβρουάριο...
(εκτός από τούτα εδώ)

...και μου άρεσε:

Rotting Christ
Aealo
(Φεβρουάριος 2010)

Και μόνο για το πώς έντυσαν μουσικά το "Orders From The Dead" της Diamanda Gallas οι Έλληνες με το ευρηματικότερο όνομα μπάντας στην ιστορία του Death Metal, το "Aealo" ή "Εάλω" αξίζει όλα του τ' αστεράκια. Χεβιμεταλλικώς μιλώντας, είναι κομμάτι πιο επικό και συμφωνικό από το σύνηθες των αδελφών Τόλη, ένα μείγμα όλων των ειδών της σκληρής μουσικής, αλλά και πολλών ειδών ελληνικής δημοτικής παράδοσης.

Αν δεν ακούς metal, κι αν η έννοια death metal σου κάνει ό,τι πιο απόκοσμο και τρομακτικό υπάρχει στη μουσική, αυτό το θαύμα θα σε κάνει να αλλάξεις άποψη. Το πώς τα δίκασα ντραμς σε ταχύτητες που ούτε ο Γιουσέιν Μπολτ δεν μπορεί να διανοηθεί ότι θα κουνήσει τα πόδια του συνδυάζονται με ηπειρώτικο πολυφωνικό τραγούδισμα είναι απλά συγκλονιστικό. Οι γνωστές φόρμες της χέβι μέταλ, τα ριφς, οι γέφυρες, τα κιθαριστικά σόλο, τα επαναληπτικά, καταιγιστικά ντραμς, τα άγρια φωνητικά, όλα αυτά λειτουργούν στο "Εάλω" σαν χαλί για κάτι ολοκαίνουργιο, που όμως μοιάζει σαν απίστευτα πρωτόγονο, σαν να έρχεται κατευθείαν από την εποχή του πολέμου της Τροίας όταν ήταν τα ένστικτα που οδηγούσαν τον άνθρωπο.

Το μόνο μεμπτόν του άλμπουμ είναι ότι κάποια κομμάτια μοιάζουν πολύ το ένα στο άλλο, αλλά κι αυτό είναι ηθελημένο. Είναι κάτι σαν μοτίβο που κρατάει τον δίσκο σε συνοχή. Είναι απίστευτο ότι αυτή η μπάντα είναι ελληνική και είναι τόσο κρίμα που πλην των μεταλλάδων, οι υπόλοιποι Έλληνες τους γνωρίζουν (αν τους γνωρίζουν κιόλας) μόνο ως ένα προκλητικό όνομα.


Electric Litany
How To Be A Child And Win The War
(Φεβρουάριος 2010)

Ο ελληνικός δίσκος της χρονιάς! (Ναι, και οι Rotting Christ είναι Έλληνες, αλλά ετούτοι εδώ είναι ολόφρεσκοι και η μουσική που παίζουν μοιάζει παλιά αλλά είναι τόσο καινούργια. Γι' αυτό τους δίνω το χρυσό...) Ένας Κερκυραίος, ένας Άγγλος κι ένας Αμερικανός (χε χε, ήδη το αναίρεσα το "ελληνικόν" του πράγματος, αλλά η δισκογραφική είναι δική μας, η Inner Ear) γράφουν μυσταγωγικές μελωδίες για την ομορφιά και την απώλειά της, σε κάτι που θυμίζει από Dead Can Dance ως παλιούς, καλούς U2, με ροκ περάσματα μοντέρνα, σκοτεινά, τύπου Editors, με χεβιμεταλλάδικα riffs ώρες ώρες, με ατμόσφαιρα από Mogwai αλλά και Sigur Ros, με πολλή επένδυση από πιάνα, έγχορδα και με εξαιρετική, γεμάτη, ψυχοτροπική παραγωγή. Ακόμη κι η Monika θα χρειαστεί δουλειά πολλή για να τους ξεπεράσει.


These New Puritans
Hidden
(Ιανουάριος 2010)

Είχες ακούσει το ντεμπούτο των TNP, το "Beat Pyramid" προ διετίας; Ε, ξέχνα το. Στο δεύτερό τους άλμπουμ παίζουν άλλου είδους μουσική. Έτσι απλά. Κάθε λογής όργανα, από όμποε και φλάουτο μέχρι ταμπούρλα και φτηνιάρικα σύνθι με πάναπλα presets για discobets, βαριές, χεβιμεταλλικές κιθάρες, πιάνα, urban φωνητικά, κουτρουβαλιάζονται σε ένα αναπάντεχο μουσικό παιχνίδι που είναι απλά σχεδόν αδύνατον να το χαρακτηρίσεις ως κάποιο είδος. Ας πούμε ότι ο Timbaland συναντάει τον Marilyn Manson, τα φτιάχνουν και πάνε να το κάνουν πάνω στην κονσόλα του Burial ακούγοντας Melody Gardot, έτσι για την καύλα.






...και δεν με χάλασε:


Get Well Soon
Vexations
(Φεβρουάριος 2010)

Ο φοβερός και τρομερός Κονσταντίν Γκρόπερ είναι για κάτι σαν ο Νιλ Χάνον της Γερμανίας. Δηλαδή οι Get Well Soon είναι οι Divine Comedy της χώρας που οι Έλληνες λατρεύουν να μισούν αυτές τις μέρες. Όποιος παρακολουθεί το "ΠΠC" και γνωρίζει την λατρεία που θρέφω για τον Χάνον, καταλαβαίνει πως οι Get Well Soon στ' αυτιά μου ακούγονται ως Θεοί. Το προπέρσινο "Rest now weary head, you will get well soon" ήταν ένα υπερ-κουλ υπερωκεάνιο που μας πήγε βαρκάδα σε όλα τα είδη της μουσικής, μ' έναν κυνικό, αποστασιοποιημένο και ελαφρώς σαρκαστικό τρόπο. Το "Vexations" εμπνέεται από τον Σενέκα το νεώτερο, τον Ρωμαίο στωικό φιλόσοφο κι είναι ακόμη περισσότερο κουλ και gentlemanish. Φιλοσοφεί όμορφα και πάνω σε διάφορα ζητήματα, σε προβληματίζει και σε διασκεδάζει ταυτόχρονα. Υστερεί όμως σε σχέση με το ντεμπούτο του Γκρόπερ σε μουσικές εμπνεύσεις -ή απλά, έχοντας ήδη εκπλαγεί μια φορά από το πόσο καλά μπορεί να αναμειχθεί η όπερα με το γκραντζ και την ίντι ποπ, δύσκολα μας ξαναπιάνει τόσο απροετοίμαστους. Παρ' όλα αυτά, είναι ένα απολαυστικό, πανέμορφο άλμπουμ.


Get Well Soon - Angry Young Man


Slayer
World Painted Blood
(Νοέμβριος 2009)

Έχει να γίνει της κακομοίρας το καλοκαίρι στο Sonisphere και οι βασικοί υπαίτιοι, πέραν των Metallica, θα είναι τούτοι εδώ, που τριάντα χρόνια τώρα δεν έχουν κάνει ούτε ένα δευτερόλεπτο έκπτωση στην πώρωση που κιθαρίζουν τα riffs τους και κοπανάνε τις κάσες της ντραμς, thrashάροντας με τον ίδιο, επίμονο, ανελέητο, επιβλητικό τρόπο. Στο "World Painted Blood", εκτός από τις συνθέσεις τους, εντυπωσιάζουν και με την επιλογή μιας παραγωγής "παλιάς", κάπως "κουφής", κάπως μονοφωνικής που δίνει στον ήχο τους ένα ωμό αποτέλεσμα, τόσο ταιριαστό με αυτό που θέλει να σου δείξει το εξώφυλλο.







...και δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση:


Marina & The Diamonds
The Family Jewels
(Φεβρουάριος 2010)

Κρίμα και πάλι κρίμα. Είχα τόση χαρά για τη Μαρίνα Διαμαντή όταν έπεσε στα χέρια μου το ΕΡ της, το "Crown Jewels", τόσον ενθουσιασμό που μια (ντεμί έστω) συμπατριώτισσα είχε το ταλέντο να κάνει κάτι σπουδαίο σε τούτους τους χαλεπούς για τη χώρα καιρούς... Κρίμα! Το "The Family Jewels" είναι υποδεέστερο του ΕΡ, το καταλαβαίνεις κι από το όνομά του. Τι να κλάσουν τα κοσμήματα της οικογένειας μπροστά σ' εκείνα του στέμματος;


Marina & The Diamonds - Mowgli's Road

Οι όποιες ροκ διαθέσεις έχουνε πάει βόλτα, από το ΕΡ χώρεσε μόνο το "I Am Not A Robot" και στο LP (και κάμποσοι κλώνοι του - τα μισά κομμάτια είναι... ένα, αυτό!), το "Hollywood" και το "Mowgli's Road" είναι εδώ, ΟΚ, αλλά όλο το υπόλοιπο άλμπουμ είναι ένα σαχλό ποπ. Μια μέτρια απομίμηση της Λίλυ Άλεν (προφανώς γιατί η δισκογραφική ήξερε ότι αυτό θα πουλήσει και όχι το υβρίδιο του ΕΡ). Ακούγεται όπως θα ακουγόταν αν έκαναν ποτέ οι ΑΒΒΑ κακό άλμπουμ (δεν έκαναν). Το "Shampain" μάλιστα είναι όσο αντιγραφή ΑΒΒΑ μπορείς κάποιον να φανταστείς να κάνει εν έτει 2010. Κρίμα, κρίμα. Τώρα πια το μόνο που με συγκινεί στη Μαρίνα είναι η αγωνία μου να την δω να κάνει ξώβυζη φωτογράφιση, όπως έκανε η Λίλυ Άλεν. Σε αυτή τη σύγκριση η Μαρίνα θα σκίσει, καθότι σούπερ προικισμένη.


Joanna Newsom
Have One On Me
(Μάρτιος 2010)

Kingfisher είναι η περίφημη ινδική μπίρα με καριέρα στην Αμερική και την Ευρώπη που περήφανα φέρουν ως διαφήμιση τα αυτοκίνητα της Force India στη Formula 1. Kingfisher λέγεται και το αγαπημένο μου τραγούδι από το τρίτο άλμπουμ της 28χρονης πια Τζοάνα Νιούσομ. Το αγαπημένο μου από τα 18 του "Have One On Me", που κυκλοφορεί σε... τριπλό CD. Ίσως ο λόγος που είναι το αγαπημένο μου έχει να κάνει ακριβώς και μόνο με το γεγονός ότι μου έφερνε στο νου κάτι που μου αρέσει (τη μπίρα και τη Formula 1). Γιατί, για να το επιλέξω ανάμεσα στα 18 τεράστιας διάρκειας κομμάτια του άλμπουμ θα έπρεπε να το ακούω ξανά και ξανά, με προσοχή. Κάτι που απλά δεν γίνεται.

Θυμίσου το προ τετραετίας "Ys" που τόσο είχε συγκλονίσει τους μουσικοκριτικούς. Θυμίσου πόσο σε κούραζαν κάτι 16λεπτα τραγούδια που είχε μέσα. Κι όμως, το "Ys" συνολικά διαρκούσε λίγο κάτω από μια ώρα. Το "Have One On Me" ξεπερνάει τις δύο. Τα κομμάτια είναι ατάκτως ερριγμένα. Και είναι τόσο ίδια μεταξύ τους, που τελικά αυτό το δίωρο μοιάζει σαν ένα συνεχές, ατέλειωτο τραγούδι. Καλλιτεχνικά γεμάτο με ιδέες μεν, αλλά χαίρω πολύ. Μιλάμε για μουσική που θα ταίριαζε στο δάσος του Νότιγχαμ και στο παρεάκι του Ρομπέν του Δασών, ή σε τίποτε γάμους μεταξύ βασιλέων των γερμανικών κρατιδίων που αποτελούσαν την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία την εποχή του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης -όχι μουσική για το 2010. Τη μουσική της Νιούσομ, αυτό το πανάρχαιο πράγμα που γεμίζει την ατμόσφαιρα με αρπίσματα και νεραϊδένια φωνητικά, δεν την δέχεσαι εύκολα. Αρνείται να μπει σε φόρμες, δεν ακολουθεί κανόνες, δεν δημιουργεί τραγούδια, μόνο κάποιες αλληλουχίες μελωδιών. Αλλά στο "Ys" υπήρχε μια θεία έμπνευση που έβαζε κάποιου είδους τάξη. Εδώ όλα μοιάζουν σαν αυτό που θα έβγαζε από μέσα του ένας πιλότος της Formula 1, αν οδηγούσε πέντε γύρους, έχοντας πιει ένα κιβώτιο Kingfisher. (BTW, Kingfisher λεγόταν και μια μπάντα που είχε παλιά ο Μέιμπουργκ των Shearwater, που όσο η Τζοάνα έβγαζε αυτόν τον αχταρμά, εκείνος έστηνε άλλο ένα αριστούργημα).


Codeine Velvet Club
Codeine Velvet Club
(Δεκέμβριος 2009)

Μπαίνουν με μπόλικη φόρα (το "Hollywood" το θεωρώ τραγουδάρα και, μαλάκα μου, το εξώφυλλό τους είναι Θ-Ε-Ι-Κ-Ο), αλλά ξεφουσκώνουν σχεδόν αμέσως στις γνώριμες φόρμες των Fratellis (των οποίων αποτελούν side project) και βουτούν σε όλες τις πιθανές παγίδες που κάνουν την ορχηστρική ποπ βαρετή. Χωρίς το ταλέντο που έχει ένας Ρούφους Γουέινραϊτ για παράδειγμα, οι παγίδες είναι όλες μοιραίες, τους δαγκώνουν τα μαντήλια, τα wayfarers, τις καμπαρντίνες, τα παγωτά και στο τέλος τους αφήνουν γυμνούς στον ήλιο.


Codeine Velvet Club - Hollywood


Midlake
Courage Of Others
(Φεβρουάριος 2010)

Αν θες να παίξεις lo fi, αργό, μελαγχολικό ίντι ροκ, καλό είναι να το κάνεις με μια κάποια διάθεση. Γιατί άμα προσθέσεις και τη δική σου βαρεμάρα στο ήδη αργόν του όλου πράγματος, το αποτέλεσμα προκαλεί αυτό που θα προκαλούσε μια χειροβομβίδα αναισθητικού σε ένα ΚΑΠΗ. Κάθε φορά που ακούω το τρίτο άλμπουμ των Midlake, ένα τεράστιο βάρος ρίχνει τα βλέφαρά μου κάτω, αλλά λίγο πριν κλείσουν τελείως, ρίχνω μια ακόμη ματιά στο εξώφυλλο, ξεκαρδίζομαι στα γέλια και ξυπνάω. (Πέρα από την πλάκα, για αυτό που παίζουν, καλοί είναι ακόμη. Απλά δεν ξέρω ποιος μη καταθλιπτικός ή με τάσεις αυτοκτονίας τους αντέχει πάνω από ένα τέταρτο).







...και το ψιλοβαρέθηκα:

Them Crooked Vultures
Them Crooked Vultures
(Νοέμβριος 2009)

Είναι supergroup οι Them Crooked Vultures; Σύμφωνα με τη σύνθεσή τους (Τζος Χομ από τους Queens of the Stone Age, Ντέιβ Γκρολ από Nirvana και Foo Fighters και βέβαια Τζον Πολ Τζόουνς από τους Led Zeppelin) είναι και παραείναι. Σύμφωνα με τα τραγούδια που γράφουν, είναι μια αρπαχτή. Είναι δυνατό, ρυθμικό ροκ, με λίγες ενέσεις prog rock μέσα, τόσο βαρετό και αναμενόμενο που προτιμάς εναλλακτικά να διαβάσεις Πάολο Κοέλιο.






Sade
Soldier Of Love
(Φεβρουάριος 2010)

Η Sade, λέει, επέστρεψε. Και ακούγεται όπως όταν μας άφησε (το 2000. Και τότε πάλι είχε επιστρέψει από το 1992...). Λαμπρά. Το 2010 ακούγεται όπως ακουγόταν το '92. Περίπου δηλαδή όπως ακουγόταν το '84, όταν χορεύαμε τις μπαλάντες της με τα γκομενάκια στα σχολικά πάρτυ, μπας και τα φτιάξουμε με καμμία, να γράψει κάτι στο μπλοκάκι. Πώς ακούγεται; Ζζζζζζζζζζζζ... ζζζζζζζζζζ.... ζζζζζζζζζζζζ... ζζζζζ... ζζζζ...




Owl City
Ocean Eyes
(Φεβρουάριος 2010)

Ο Ανταμ Γιανγκ, οι Owl City δηλαδή, πρέπει να είναι ο Πλιάτσικας της Αμερικής. Κάνει τρελλό σουξέ, φτιάχνοντας παντελώς αδιάφορα πράγματα και ξεπατικώνοντας άλλα αδιάφορα. Στο "Ocean Eyes" ακούγεται ολόιδιος με Postal Service. Αλλά με Postal Service από αυτά που πετάνε στο καλάθι των αχρήστων και δεν τυπώνονται ποτέ σε CD. O Γιανγκ τα τύπωσε. Κι έβαλε εξώφυλλο και το Burj Dubai. Κι αυτό πουλάει σαν τρελλό στις Η.Π.Α. Ό,τι νά 'ναι...






The Magnetic Fields
Realism
(Ιανουάριος 2010)

Ό,τι είχαν να δώσουν οι Magnetic Fields, μας το έδωσαν απόχερα εκεί, στα τέλη της πρόπερασμένης δεκαετίας. Μαζί με όλες τις μπάντες που παίζουν παρόμοια μουσική, και κυρίως τους Belle & Sebastian, σαν κακέκτυπο των οποίων ακούγονται οι Magnetic Fields σήμερα. Τα αερικά τους ρομαντικά μελωδίσματα παρέα με τους εκκεντρικούς στίχους είναι χαρωπά και τραλαλά ακόμη και σήμερα, αλλά ποιος νοιάζεται; Τα ίδια και τα ίδια 20 χρόνια τώρα πάει πολύ. Το άλμπουμ είναι μόνο για τους φανατικούς τους φίλους και για όσους έχουν μείνει αθεράπευτα κολλημένοι στο 1999...






...και πήγα να κάνω εμετό:


Shining
Blackjazz
(Μάρτιος 2010)

Κλασσικό άλμπουμ για να καυλώνουν οι μουσικοκριτικοί και να απορούν οι κοινοί θνητοί. Free jazz παρέα με speed metal, industrial α λα Nine Inch Nails με φωνητικά που μόλις βγήκαν από την πιο ζοφερή νουβέλα του H.P.Lovecraft ως το κάλεσμα του Κτούλου, πριονιστικά rave ηλεκτρονικά, ανελέητο κοπάνημα των τυμπάνων στο γάμο του καραγκιόζη -και ο Θεός βοηθός. Δεν το καταλαβαίνω καθόλου. Εσύ;

2 Μαρ 2010

Wonderland Revisited

Σ'αυτό που μάλλον είναι το πιο βαρύ #outofyourculticloset αυτού εδώ του blog, o Homo Ludens προ ολίγου παραδέχθηκε ότι δεν πιάνει το νόημα πίσω από την Αλίκη, ενώ εγώ επαυξάνω με μια παραδοχή που σόκαρε κι εμένα τον ίδιο: δεν έχω διαβάσει την "Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων". Το διαπίστωσα προχθές, όταν πήγα να δω την ταινία του Τιμ Μπάρτον σε avant-premiere. Μέχρι προχθές, δηλαδή, δεν το είχα διαβάσει ποτέ, από την αρχή μέχρι το τέλος, σαν κανονικό βιβλίο. Κι όμως, μου είναι τόσο οικεία η ιστορία, η πλοκή, οι χαρακτήρες - και όχι μόνο. Όταν κατέβασα το βιβλίο από την βιβλιοθήκη μου και άρχισα - για πρώτη φορά, επαναλαμβάνω, να το διαβάζω κανονικά - διαπίστωσα ότι μου είναι οικεία η ίδια η πρόζα, οι εκφράσεις, ο λόγος του Λιούις Κάρολ. Curiouser and curiouser; Καθόλου. Απλώς αυτό είναι η διακειμενικότητα, για την οποία μάθαινα στο πανεπιστήμιο (την εποχή δηλαδή που μου χάρισε μια φίλη το βιβλίο): έχει αναπαραχθεί τόσο πολύ αυτός ο πανηγυρικός της παιδικότητας, έχει παρεισφρύσει σε τόσα άλλα κείμενα - λογοτεχνικά, δημοσιογραφικά, μουσικά, οτιδήποτε - αυτό το μανιφέστο της φαντασιοπληξίας που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του συλλογικού ασυνειδήτου. Εκεί ποντάρει και ο Τιμ Μπάρτον, με την δική του εκδοχή της ιστορίας. Βάζοντας την Αλίκη, στο τέλος της εφηβείας της να επιστρέφει στην Χώρα των Θαυμάτων, προτείνει, επί της ουσίας, την επιστροφή στην παιδικότητα ως μέρος ενός τελετουργικού ενηλικίωσης, ως απαραίτητο βήμα στην πορεία για την αυτογνωσία - καθ' όλη την διάρκεια της ταινίας, αυτή η "σχεδόν Αλίκη" (όπως την αποκαλούν μειωτικά) καλείται να βρει την απάντηση στο ερώτημα "ποια είσαι", που κάθε άνθρωπος οφείλει να θέσει στον εαυτό του, προτού κάνει τα σημαντικά βήματα στην ζωή του. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει ο Μπάρτον αυτά τα ερωτήματα είναι το λιγότερο συγκινητικός - ενώ το εικαστικό σύμπαν που έχει στήσει είναι πραγματικά μαγευτικό, αν και ελάχιστα "Μπαρτονικό"* (καταλαβαίνω δηλαδή αυτούς που το ήθελαν πιο "δικό του", αν κι εμένα καθόλου δεν με ξένισε). Το καστ είναι καταπληκτικό: η Ελενα Μπόναμ Κάρτερ είναι απολαυστική στον ρόλο της λυσσασμένα κομπλεξικής Κόκκινης Βασίλισσας, η Αν Χάθαγουεϊ αξιολάτρευτη ως λεπτεπίλεπτη χαζέλω Λευκή Βασίλισσα, ο Κρίσπιν Γκλόβερ ιδανικός Βαλές, ενώ οι φωνές του Αλαν Ρίκμαν και του Στίβεν Φράι μοιάζουν προορισμένες για να εκφέρουν τα λόγια της κάμπιας και του γάτου του Τσέσαϊρ (αντιστοίχως). Το βαρύ πυροβολικό είναι ασφαλώς ο Τζόνι Ντεπ που καταφέρνει κάτι απίστευτο: να δώσει σάρκα, οστά και υπόσταση σε έναν ήρωα που εκ πρώτης όψεως μοιάζει εντελώς καρικατούρα. Όσο για την Μία Βασικόφσκα, μου πήρε λίγο χρόνο να την συνηθίσω, αλλά στην πορεία - όσο δηλαδή η "Αλίκη" γινόταν ο εαυτός της - μου φαινόταν όλο και πιο καλή στο ρόλο. Και φυσικά, δεν μπορεί να είναι κακή μια ταινία για την οποία έχει γράψει τέτοια μουσική ο Ντάνι Έλφμαν.
*(Μπαρτονικό: με τα λόγια ενός φίλου μου, ό,τι συνοψίζεται στην εικόνα ενός καρβουνιασμένου δέντρου)

Σινέ-ππc/ Σήμερον: "Η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων"


(εντάξει, είναι η εκδοχή του 1903, η πρώτη μεταφορά της Αλίκης στο - νέο τότε - μέσον, και η οποία πολύ έχει παίξει τελευταίως, οπότε θα ήταν κρίμα να μείνουμε πίσω)

Θυμάται κανείς το "σουσέλ";


(Δες και το videoclip του ίδιου του τραγουδιού. Δυστυχώς το YouTube δεν επιτρέπει την ενσωμάτωση.)

Πολλά χρόνια πριν ο Μάκης αποκαλύψει τα doggystyles του Στέφανου Κορκολή και τα "σουσέλ" του Μιχάλη Ασλάνη, η Γαλλία είχε συγκλονισθεί από το σκάνδαλο των "σουσέτ" (όπως είναι η σωστή λέξη για το "γλειφιτζούρι" στα γαλλικά), ένα τραγουδάκι που έγραψε ο Σερζ Γκενσμπούργκ για την κορασίδα, αθώα Φρανς Γκαλ (ναι, ήταν αμέσως μετά τη συνεργασία τους για το καλλίτερο κομμάτι που ακούστηκε ποτέ σε Eurovision, το "Poupee de Cire").

Δεν χρειάζεται να αναλύσω πώς ο παμμέγιστος Γκενσμπούργκ εξαπάτησε την γλυκύτατη Φρανς Γκαλ. Το παραπάνω βιντεάκι τα λέει όλα. Πιο πολύ με απασχολεί το πώς θα γράψω για χάρη της Καλομοίρας ένα παιδικό τραγουδάκι για μπαλόνια...

1 Μαρ 2010

Διαφημιστές σε απόγνωση

Υπάρχουν μερικά αλάνθαστα σημάδια υπολογισμού της σοβαρότητας της «Κρίσης». Το ένα, π.χ. είναι η απελπισία των εκπτώσεων – ειδικά σε συνδυασμό με τα ενοικιαστήρια των μικρών καταστημάτων που δεν αντέχουν την σημερινή οικονομική κατάσταση. Άλλο είναι τα μισοάδεια τραπέζια των εστιατορίων στο Γκάζι το σαββατόβραδο – τα μπαρ, ευτυχώς, δεν έχουν τέτοιο πρόβλημα. Για μας που δουλεύουμε στα «Μέσα», το βασικό σημάδι είναι η διαφήμιση. Και η αλήθεια είναι ότι η διαφήμιση στην Ελλάδα περνά μεγάλη κρίση. Μόνο που αυτή η κρίση είναι κυρίως δημιουργική. Το πιο ανησυχητικό σημάδι είναι η αντικατάσταση του αρχετυπικού δολώματος «ημίγυμνη θελκτική γυναίκα» με το νέο αρχέτυπο «αστεία γιαγιά με τσεμπέρι». Είτε πρόκειται για συσκευασμένα ντιπ, είτε για τεχνολογία αιχμής, οι Ελληνες διαφημιστές θεωρούν ότι μπορούν να πουλήσουν τα πάντα, αν βάλουν μια γιαγιά με τσεμπέρι να μιλά με επαρχιώτική διάλεκτο. Θα ήταν αστείο, αν δεν ήταν θλιβερό. Αλλά το πιο θλιβερό προέκυψε τελευταία, όταν ξαφνικά έσκασε διαφημιστικό σποτ για εμφιαλωμένο επιτραπέζιο ελαιόλαδο με την φωνή του Διονύση Σαββόπουλου να απαγγέλει με νόημα «Τόσος χρόνος πλάι του πέρασε/ και τον προσπέρασε/ τι να ζητάει», ενώ η εικόνα δείχνει έναν προβληματισμένο μεσήλικα. Κι εκεί που περιμένεις ότι η διαφήμιση αφορά τουλάχιστον σε ασφάλεια ζωής, την οικολογία, ή την στυτική δυσλειτουργία, αντιλαμβάνεσαι ότι διαφημίζει παρθένο ελαιόλαδο. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που σκέφτεσαι ότι κάποιοι δημιουργοί καλό είναι να αποφεύγουν την διαφήμιση, για να περισώσουν την υστεροφημία τους και τον αντίκτυπο του έργου τους. Ο,τι δεν κατάφερε στο γόητρο του «βαλκάνιου μπίτνικ» το πολυσυζητημένο «Μητσοτάκ» και οι συναυλίες του Υπουργείου Άμυνας πριν από είκοσι χρόνια, φαίνεται πως θα το καταφέρει ένας τενεκές λάδι. Όχι ότι έχει καμία υποχρέωση ο Σαββόπουλος – ή κάθε Σαββόπουλος – απέναντι στο κοινό του, σε ιδεολογίες, στην Αριστερά, το πνεύμα των ‘60s. Τις υποχρεώσεις του απέναντί τους τις έχει ξεπληρώσει και με το παραπάνω. Είναι απλώς θέμα καλαισθησίας. Γι’ αυτήν την καλαισθησία ερίζουν χρόνια τώρα οι εναπομείναντες Doors, που τους έχουν κάνει χρυσούς για να δώσουν τα τραγούδια τους για διαφημίσεις κι εκείνοι αρνούνται – δηλαδή ο ντράμερ τους, ο Τζον Ντένσμορ, αρνείται, από σεβασμό στη μνήμη του Τζιμ Μόρισον. Ενώ οι Rolling Stones δεν ντράπηκαν να συνδέσουν το “Start me up” με τα Windows95 – αλλά οι στίχοι των Stones δεν ήταν ποτέ αυτό που λέμε ποίηση. Υπάρχουν, με άλλα λόγια, τραγουδοποιοί που περηφανεύονται για επιτυχίες όπως το «Σόγια είναι/ υγεία είναι» ή το «Σανταρόζα μαρμελάδα/ στο ψωμί στη φρυγανιά», αλλά για τον ελληνικό πολιτισμό από την μεταπολίτευση και μετά, ο Διονύσης Σαββόπουλος έπαιζε άλλο ρόλο. Αυτόν που, σε μεγαλύτερη κλίμακα ασφαλώς, παίζει διεθνώς ο Μπομπ Ντίλαν. Και μπορεί ο Ντίλαν να «ξεπουλήθηκε» κι αυτός στην διαφήμιση, εκείνος όμως το έκανε για τα περίφημα εσώρουχα «Victoria’s Secret» - κανείς δεν πρόκειται ποτέ να ψέξει έναν μεσήλικα πρώην αμφισβητία, επειδή θεώρησε καλή ιδέα να τραγουδήσει ανάμεσα σε ημίγυμνες γυναίκες. Ευτυχώς που στην δική τους διαφημιστική αγορά, δεν έχουν ανακαλύψει ακόμη τις γιαγιάδες με τσεμπέρι.
*(δημοσιεύτηκε στο "Big Fish" την Κυριακή 28/2)

H παροιμιώδης πατριωτική αυταπάρνηση της Νάνας Μούσχουρη

Ξέρεις ότι είσαι ηλίθιος όταν:

• Αντιμετωπίζεις ένα δημοσίευμα ενός ξένου περιοδικού για την πατρίδα σου σαν να πρόκειται για επίσημη θέση της χώρας στην οποία εκδίδεται αυτό το περιοδικό.
• Είσαι πρόεδρος της Βουλής και κάνεις διάβημα στον πρεσβευτή ξένης χώρας να πάρει θέση για δημοσίευμα περιοδικού της χώρας του, επιδεικνύοντας παροιμιώδη περιφρόνηση για έννοιες όπως «ελευθερία του τύπου».
• Πιστεύεις ότι κάθε δημοσίευμα είναι κατευθυνόμενο από σκοτεινά κέντρα. (Αλλά κάπως έτσι εξηγείται το ότι το «troktiko» έχει γίνει εξουσία σ’ αυτήν την χώρα).
• Προσβάλλεσαι από το προϊόν της δουλειάς ενός κακόγουστου γραφίστα, αντιμετωπίζοντας μια άγαρμπη φωτοσοπιά* σαν κάτι περισσότερο από αυτό που είναι (δηλαδή «μια άγαρμπη φωτοσοπιά»).
• Κατακλύζεις με τηλεφωνήματα και email διαμαρτυρίας ζητώντας τα ρέστα από την ελληνική έκδοση ενός ιταλικού περιοδικού εκλαϊκευμένης επιστήμης, νομίζοντας ότι είναι η ελληνική έκδοση ενός γερμανικού newsmagazine το οποίο φιλοξένησε μια κακόγουστη φωτοσοπιά για την χώρα σου.
• Απαντάς σε μια κακόγουστη φωτοσοπιά με ένα κύμα από ακόμη πιο κακόγουστες φωτοσοπιές, κατακλύζοντας τα ΜΜΕ της χώρας σου με σβάστικες.
• Είσαι αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και μπαίνεις στον κόπο να απαντήσεις στα δημοσιεύματα εντύπων ξένης χώρας με το θηριώδες επιχείρημα «ναι, αλλά και η δική σας χώρα κατέστρεψε την χώρα μας επί Κατοχής».
• Είσαι δήμαρχος της πρωτεύουσας μιας χώρας και μπαίνεις στον κόπο να απαντήσεις στα δημοσιεύματα εντύπων ξένης χώρας με το θηριώδες επιχείρημα «ναι, αλλά μας χρωστάτε πολεμικές αποζημιώσεις».
• Γενικά, θεωρείς ότι το επιχείρημα «ναι, αλλά μας χρωστάτε πολεμικές αποζημιώσεις» είναι αποστομωτική απάντηση στο ερώτημα «γιατί δεν κάνετε κάτι για το έλλειμμα της χώρας σας».
• Θεωρείς ότι το επιχείρημα «ναι, αλλά εσείς κάνατε το Ολοκαύτωμα» είναι ακόμη πιο αποστομωτική απάντηση στο ερώτημα «γιατί δεν κάνετε κάτι για το έλλειμμα της χώρας σας».
• Πιστεύεις στ’ αλήθεια πως, αν μας είχαν αποδοθεί οι αποζημιώσεις που ζητάμε μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, θα είχαμε αξιοποιήσει το ποσό για να δημιουργήσουμε πλούτο και υποδομές – όπως αξιοποιήσαμε υποδειγματικά τον πακτωλό χρημάτων που ήρθε υπό μορφή επιδοτήσεων στα δημόσια ταμεία.
• Πιστεύεις ότι μπορείς στ’ αλήθεια να κερδίσεις χρόνο, αλλάζοντας το θέμα από την παρούσα και πραγματική κατάσταση της οικονομίας της χώρας σου σε οτιδήποτε άσχετο.
• Δεν καταλαβαίνεις ότι με αυτήν την συμπεριφορά το μόνο που κάνεις είναι να επιβεβαιώνεις το δημοσίευμα που τόσο σε εξόργισε. (Συγγνώμη, αλλά σου αξίζουν χειρότερα από όσα ζεις).
*(δημοσιεύτηκε στο protagon.gr)

26 Φεβ 2010

Πώς θα ήταν η celebrity φιλανθρωπία αν οι Popstars δεν τραγουδούσαν ξενέρωτα τραγούδια σαν το We Are the World...

...αλλά καβλερούς ύμνους που σε χτυπάνε στο μεδούλι, σαν το I put a spell on you? Ο (θεός) Σέιν Μακ Γκόουαν (των Pogues) σκέφτηκε να δώσει την απάντηση, συγκεντρώνοντας έναν υπέροχο θίασο ποικιλιών (και μερικούς μαλάκες, αλλά ποτέ δεν γλιτώνεις από αυτό) για να τραγουδήσουν για την Αϊτή:

Μια νύχτα στο Boutique (μην το ψάχνεις)

Κάτι μου θύμιζε το όνομα Boutique. Συνειδητοποίησα τι ακριβώς σήμερα το πρωί. Είχα βρεθεί το καλοκαίρι στην θερινή εκδοχή του (μην το ψάχνεις). Χθες είχα κι άλλη near death experience. 4 το πρωί, μετά το κλείσιμο τεύχους (μην το ψάχνεις). Με μια παρέα που απαρτιζόταν κατά το 90% από δεκαοκτάχρονα κοριτσάκια (μην το ψάχνεις). Μετά έμαθα ότι ήταν η νικήτρια, η Σειρήνα, Σερενάτα, κάτι τέτοιο, και οι φιναλίστ του Next Top Model (μην το ψάχνεις). Τη μία τη λέγανε Μόνικα. Καμμία σχέση με τη δικιά μας. Δεν ήταν ωραίες (όχι ότι το Μονικάκι είναι καμμιά θεά, αλλά έχει ένα στυλάκι τέλος πάντων). Χόρευαν ασταμάτητα. Όλοι χόρευαν. Εγώ κυττούσα με το στόμα ανοικτό.

Από το ταβάνι, το πολύ χαμηλό ταβάνι (ήμασταν σε υπόγειο) κρέμονταν κάτι ροζ δαντέλες που έμοιαζαν με εσώρουχα της Victoria's Secret. Ανεβασμένες σ' ένα πάγκο λικνίζονταν δύο σωσίες της Όλγας Φαρμάκη. Αυτές πήγαιναν πέρα δώθε. Τα 4 πλαστικά βυζιά τους έμεναν αμετακίνητα. Ο χώρος μύριζε τσιγαρίλα. Και Άγρια Δύση. Αναρωτήθηκα πού παρκάρισαν όλα τα σκυλοφτιαγμένα τους Saxo -το πάρκινγκ απέναντι ήταν σχεδόν άδειο. Στον ενδυματολογικό κώδικα κυριαρχούσε το μαύρο με πολλά στρας. Νομίζω ότι είδα και γαλότσες με τακούνι. Και πολύ βυζί έξω, αλλά όχι σαν των δύο που χορεύανε. Βυζί από το άλλο, που πάει σετ με πατσές να ξεχειλίζουν κάτω από το μαύρο με το στρας. Τα αγόρια φορούσαν κολλητά πουκάμισα με ξεκούμπωτα τρία κουμπιά και το στέρνο άτριχο. Μπροστά σε όλους τους υπόλοιπους, η παρέα με τις next top model ανήλικες έμοιαζε με το Δωδεκάθεο. Μπροστά σε όλους τους υπόλοιπους ήμουν ένας Μαθουσάλας. Πρέπει να ανέβασα το μέσο όρο ηλικίας κατά πέντε χρόνια, άμα τη εισόδω μου στο χώρο. Στους τοίχους είχε τηλεοράσεις plasma. Έδειχναν φωτογραφίες των θαμώνων να διασκεδάζουν. Δεν με είδα σε καμμία.

Ο DJ είχε μια εμμονή με το ελληνικό Rn'B (ναι, κι εγώ χθες συνειδητοποίησα ότι υπάρχει κάτι τέτοιο). Αλλά έκανε δύο αλλαγές που με σκλάβωσαν. Τη μία έβαλε Bon Jovi, μόλις μπήκα. Την άλλη White Stripes. Μετά τον Τζακ και τη Μεγκ αποφάσισα να φύγω. Τα είχα ακούσει όλα.

Αποχώρησα έχοντας υποστεί ανεπανάληπτο πολιτισμικό σοκ. Τι ήταν αυτό που με εξέπληξε περισσότερο; Το πόσο άσχημα είναι τα επόμενα top models; Ή το πού διασκεδάζει η νεολαία μας; Απόψε, για να εξιλεωθώ, αυτομαστιγώνομαι ακούγοντας όλη μέρα Joanna Newsom. Σκέφτομαι να μπω και στο myspace των Phoenix Catscratch. Και ψάχνω για κανα πάρτυ σε καμμια ουκρανική, πολωνέζικη ή μολδαβική ντίσκο.

Μεταμοντέρνα Κατάνυξη

Ξέρεις ότι έχει μπει για τα καλά η Σαρακοστή, όταν η τηλεόραση διαφημίζει νηστίσιμα μενού στα φαστφουντάδικα. Και ξέρεις ότι η χώρα σου κινείται στη σφαίρα του μεταμοντέρνου, όταν η προηγούμενη πρόταση βγάζει νόημα. Εδώ και δέκα-δεκαπέντε χρόνια, κάθε αλυσίδα γρήγορου φαγητού που σέβεται τον εαυτό της, φροντίζει να εμπλουτίζει το μενού της με burger λαχανικών, τηγανιτές γαρίδες, και άλλα εδέσματα που θα βοηθήσουν την ευσεβή νεολαία να μην προδώσει τις ελληνορθόδοξες παραδόσεις. Είναι το φαινόμενο «McΣαρακοστή» που προέκυψε όταν η διασημότερη αλυσίδα του πλανήτη αποφάσισε να εφαρμόσει στην Ελλάδα την αρχή του localization. Ζούμε σε μια εποχή ανοιχτών, υπερεθνικών αγορών, που μεγάλες πολυεθνικές υποκαθιστούν τις κυβερνήσεις των χωρών και που ένας φοροφυγάς στην Ελλάδα μπορεί να προκαλέσει κατάρρευση στην ευρωζώνη, αλλά αυτό που δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν οι πολέμιοι της πολιτιστικής παγκοσμιοποίησης είναι ότι μέρος της στρατηγικής της είναι η κατανόηση και ο εναγκαλισμός των τοπικών εθίμων των «ιθαγενών» τους οποίους πας να κατακτήσεις.
To ότι η νηστεία πέρασε στο διαιτολόγιο των fast-food είναι μια
περίτρανη απόδειξη μιας μετάλλαξης που έχει επέλθει στην ελληνική κοινωνία αυτά τα δέκα-δεκαπέντε χρόνια. Παλιά, τα πράγματα ήταν απλά. Νήστευαν οι γιαγιάδες και οι ευσεβείς χριστιανοί, που καθάριζαν τον οργανισμό τους – αλλά και την ψυχή τους - από την αμαρτία του να τρως κρέας και γαλακτοκομικά. Η νηστεία ήταν κάτι ξένο προς το νεανικό lifestyle – γι’ αυτό και δεν υπήρχε ανάγκη να προσφέρουν νηστίσιμα τα fast food. Αυτός που πήγαινε εκεί, πήγαινε για να φάει χάμπουργκερ και να κοινωνικοποιηθεί με τους συνομηλίκους του. Αυτός που ήθελε να νηστέψει, πήγαινε εκδρομή με το κατηχητικό. Αυτό, με άλλα λόγια, που κατέδειξε ξεκάθαρα η «McΣαρακοστή», ήταν η συντηρητική στροφή της κοινωνίας. Η εμφάνισή τους συμπίπτει με τις συγκεντρώσεις για τις ταυτότητες, με τις στατιστικές που θέλουν το στρατό, την εκκλησία και την οικογένεια να βρίσκονται πολύ ψηλά στην κλίμακα των αξιοσέβαστων θεσμών. Κι ενώ η νηστεία έχει γίνει trendy, αυτό που έχει χαθεί είναι η ουσία της. Γιατί, αν το δούμε ρεαλιστικά, η νηστεία συνίσταται στο εξής: κάποιος (που ερμηνεύει/ εκπροσωπεί μια ανώτερη δύναμη) σου λέει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να φας σε δεδομένη χρονική στιγμή. Αυτή είναι μια εξουσία που ασκούσαν οι θρησκευτικοί ηγέτες, ώστε να φροντίζουν αφ’ ενός την υγεία του ποιμνίου τους, κι αφ’ ετέρου την οικονομία της κοινότητας. Το θέμα όμως είναι ότι οι σύγχρονη εκδοχή της νηστείας δεν έχει καμία σχέση με οικονομία. Το να φτιάχνεις μπέργκερ από τηγανιτές γαρίδες δεν προσφέρει κάποια ιδιαίτερη κάθαρση του οργανισμού – για να μην μιλήσουμε για την ίδια την έννοια της στέρησης (τόσο σημαντική στις νηστείες) που δεν συνάδει με την εκζήτηση των πανάκριβων νηστίσιμων θαλασσινών. Οι νηστείες έχουν δημιουργηθεί με βάση την οικονομία και τις διατροφικές συνήθειες κοινωνιών που έχουν εκλείψει εδώ και αιώνες. Την εποχή που η διατροφική αμαρτία μπορεί να σημαίνει είτε την θερμιδική αξία της τροφής είτε το οικολογικό αποτύπωμα ενός γεύματος, την εποχή που μιλάμε για βιολογικές και μεταλλαγμένες ντομάτες, για ψωμιά χωρίς γλουτένη και γάλα σογιας, το τι είναι νηστίσιμο και τι αρτύσιμο, τι αμαρτωλό και τι ευσεβές, έχει γίνει ιδιαίτερα πολύπλοκο ζήτημα. Κανονικά, δηλαδή, θα έπρεπε να έχουν δημιουργηθεί νέα διαιτολόγια νηστείας – αλλά για να γίνει αυτό, χρειάζεται να δημιουργηθούν νέες θρησκείες. Και ποιος έχει όρεξη για κάτι τέτοιο;
*(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Big Fish, την Κυριακή 21/2)

25 Φεβ 2010

Γιατί δεν το είχα δει νωρίτερα αυτό;

Έβλεπα τις καταχωρήσεις στα περιοδικά από το φθινόπωρο, η φίλη μου η Μελίνα παραληρεί εδώ και καιρό, αλλά εγώ μόλις προχθές κατέβασα την αριστουργηματική σειρά με τον αριστουργηματικό τίτλο "Bored to Death".

Σε μόλις οκτώ επεισόδια, ο Τζόναθαν Έιμς (δεν τον ήξερα, αλλά τώρα θέλω να διαβάσω όλα τα βιβλία του) αποδομεί ταυτόχρονα τόσο την ματαιοδοξία του λογοτεχνικού/καλλιτεχνικού/δημοσιογραφικού κόσμου της Νέας Υόρκης, όσο και τον ψυχισμό του σύγχρονου νευρωτικού άντρα της μεγαλούπολης, μέσα από την ιστορία ενός νευρωτικού συγγραφέα ονόματι Τζόναθαν Έιμς (υπέροχα γουντιαλενικός ο Τζέισον Σουόρτσμαν) που προσπαθεί να ξεπεράσει το writer's block και έναν χωρισμό βάζοντας αγγελία ως ερασιτέχνης ντετέκτιβ. Στο πλευρό του, ο καλύτερός του φίλος (ο Ζακ Γκαλιφιανάκης ξεκαρδιστικός ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΤΙΠΟΤΕ!), ένας σχεδιαστής κόμιξ - τα σκίτσα του τα κάνει ο Ντιν Χάσπιελ, που κατά καιρούς σχεδιάζει τις ιστορίες του Χάρβι Πίκαρ στο American Splendor -
- και ο εκδότης/διευθυντής του περιοδικού με το οποίο συνεργάζεται ο ήρωας, μια παρωδία του Γκρέιντον Κάρτερ που ενσαρκώνει με μπρίο, αυταπάρνηση και τρελό κέφι ο Τεντ Ντάνσον. Τίποτε από όσα γράφω δεν μπορεί να περιγράψει την ευφυΐα, την καλαισθησία, το βάθος, τους διαλόγους και το κλίμα της σειράς, οπότε παραθέτω απλώς την καταπληκτική σεκάνς των τίτλων - τραγουδά ο ίδιος ο Σουόρτσμαν με τους Coconut Records.

Δες το. Τώρα.
υγ. Θα προσθέσω μόνο ότι εμφανίζεται η (θεά) Πάρκερ Πόζι στο ρόλο μιας vegan και ο Τζιμ Τζάρμους στο ρόλο του εαυτού του, να κάνει brainstorming πάνω σε ποδήλατο, σε ένα loft. Τι άλλο θες;

23 Φεβ 2010

Εγώ πάντως ανέκαθεν πίστευα ότι η Ζέτα Δούκα είναι τραβέλι

Στιγμές από τα Μουντιάλ που θυμάμαι: 1982, Ισπανία #1 (Η αποκαθήλωση της Βραζιλίας)


107 ημέρες έμειναν για την έναρξη του Μουντιάλ της Νοτίου Αφρικής. Αν έμεναν 100 θα ήταν ένα καλό νούμερο για να το πάρω ως αφορμή και ν' αρχίσω να γράφω για τις αναμνήσεις μου από τα περασμένα κύπελλα ποδοσφαίρου. Βιάζομαι όμως, γιατί σήμερα το πρωί, στο δρόμο προς το γραφείο, χωρίς κάποιον συγκεκριμένο λόγο, άρχισα να θυμάμαι την εντεκάδα της αγαπημένης μου εθνικής ομάδας όλων των εποχών, εκείνης που κέρδισε το Euro του '84 και πήρε το χάλκινο στο Μουντιάλ του '86, της Γαλλίας του Πλατινί. Όταν έφτασα στο Φάληρο, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν ν' ανοίξω το ΥοuTube (υπέροχο παράδειγμα γλωσσικής παράδοσης αυτό -κατά το "ανοίγω την τηλεόραση") και να χαζέψω γκολ από το Μουντιάλ του Μεξικού. Μετά συνειδητοποίησα ότι είχα και κάποιες αμυδρές αναμνήσεις από το 1982, το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας. Και μετά σκέφτηκα όχι θα είχε πλάκα μια σειρά από posts με θέμα τι θυμάμαι από τα περασμένα Μουντιάλ.

Iταλία - Βραζιλία 3-2
Στις 5 Ιουλίου του 1982 πρέπει να επιστρέφαμε -ή να πηγαίναμε- από οικογενειακές διακοπές στο Νομό Μεσσηνίας, στην Στούπα, ένα ψαροχώρι τότε κοντά στην Καρδαμύλη. Στον δρόμο μας ήταν ένα άλλο χωριό, κάπου κοντά στην Σπάρτη, δεν θυμάμαι όνομα, η Κερασίτσα ίσως ή η Μακρυνάρα (υπάρχει τέτοιο πράγμα;), όπου ήταν μαζεμένοι διάφοροι συγγενείς, όχι και τόσο κοντινοί, κι είχαν στήσει ένα πλούσιο μεσημεριανό τραπέζι. Θυμάμαι έντονο ήλιο, θυμάμαι γλυκιά νύστα μετά το φαγητό -νύστα που επέτεινε το τραγούδισμα των τζιτζικιών, θυμάμαι που ένας μεγαλύτερος από εμένα ξάδελφος έφτιαχνε κρύο νες καφέ για να ξυπνήσει (δεν είχα ποτέ μου δοκιμάσει καφέ μέχρι τότε), γιατί "σε λίγο έχει Βραζιλία".

Η Βραζιλία στο μυαλό του επτάχρονου τότε Homo Ludens ήταν ένα τσούρμο από Supermen. Στις αλάνες όλοι παλεύαμε να λεγόμαστε Πελέ και η αύρα του σούπερ σταρ του παγκόσμιο ποδοφαίρου ήταν ό,τι ξέραμε από μπάλα, ακόμη κι αν ο Πελέ ήταν πια ανενεργός -και φυσικά δεν τον είχαμε δει ποτέ σε δράση. Η Βραζιλία του '82 διατηρούσε μια χαρά το μύθο του Πελέ στα μάτια μου, χάρη σε δύο κυρίως στοιχεία. Τα μαγικά ονόματα των Supermen που έλεγα παραπάνω: Σώκρατες, Ζίκο, Έντερ, Φαλκάο. Και τα περίεργα, έντονα χρώματα της εμφάνισής τους. Προφανώς μου κτυπούσε από τότε άσχημα ο φλύαρος συνδυασμός του καναρινί με το πράσινο, το εκτυφλωτικό γαλάζιο και την άσπρη κάλτσα, απλώς εκείνα τα χρόνια στο παιδικό μου μυαλό το συνδύαζα λιγότερο με το κιτς και περισσότερο με τις ιδιότητες των σούπερ ηρώων. Τέλος πάντων, όλο άκουγα για τη Βραζιλία, αλλά δεν την είχα δει ποτέ, τώρα ήταν η ευκαιρία, εγώ ο ξάδελφος και ο φραπές του πήραμε θέσεις στον καναπέ και το ματς άρχισε.



Στο πέμπτο λεπτό ο Αντόνιο Καμπρίνι αμολάει μια βαθειά σέντρα από τα αριστερά και ο Πάολο Ρόσι, χωρίς κανένας Βραζιλιάνος ήρωας να πολυασχολείται μαζί του, τρυπώνει στην περιοχή και καρφώνει τη μπάλα στα δίκτυα με μια κεφαλιά. Σοκ. Δεν ήξερα ότι η Βραζιλία τρώει και γκολ! Λίγο αργότερα, ο μουσάτος αρχηγός της Βραζιλίας, με το ελληνικό όνομα, σουτάρει στην κλειστή γωνία του Τζοφ και ισοφαρίζει. Αλλά κάτι μέσα μου έχει ήδη αρχίσει να αμφισβητεί τα θεία. Λίγο μετά, ο Πάολο Ρόσι, πάλι αυτός, κλέβει τη μπάλα από το Σερέζο και κάνει το σκορ 2-1. Κάπως χαίρομαι. Δεν ξέρω ακόμη γιατί, αλλά χαμογελάω. Η ώρα περνάει, το ημίχρονο τελειώνει 2-1, ο ξάδελφος είναι ακόμη σίγουρος για τον θρίαμβο των Βραζιλιάνων, αλλά εγώ τον τσιγκλάω λίγο. Πιο πολύ επειδή δεν μου δίνει να πιω φραπέ, παρά γιατί ξέρω από μπάλα και διακρίνω ότι η Ιταλία μπορεί να πάρει το ματς. Εξ άλλου, η μόνη Ιταλία που ξέρω είναι αυτή που πετάξαμε στην αλβανική θάλασσα το '40, φωνάζοντας "αέρα", άρα δεν μου είναι κάποια συμπαθής έννοια.

Τέλος πάντων, ξεκινάει το δεύτερο μέρος, με τον ήχο χαμηλωμένο γιατί οι μισοί συγγενείς τον έχουν ψιλοπάρει στις καρέκλες και τις πολυθρόνες του μικρού σαλονιού και είναι τα ροχαλητά τους αυτά που ακούγονται τώρα περισσότερο κι από τα τζιτζίκια. Στο '68 ο Φαλκάο ισοφαρίζει έπειτα από μια σπουδαία ομαδική ενέργεια των Βραζιλιάνων, ο ξάδελφος πανηγυρίζει, πανηγυρίζω κι εγώ μαζι του (χωρίς λόγο, επτά ετών ήμουν, ήθελα να κερδίζει το ποδόσφαιρο), κάποιος θείος ξυπνάει και μας βρίζει... Το σύστημα τότε στα μουντιάλ προϋπέθετε ομίλους των τριών ομάδων στον β' γύρο, δεν ήταν νοκ άουτ όπως σήμερα και με την ισοπαλία η Βραζιλία περνούσε στα ημιτελικά. Εννοείται ότι ούτε τον α΄γύρο δεν είχα δει μέχρι εκείνο το μεσημεριανό ματς στην Σπάρτη και δεν καταλάβαινα και πολλά από προκρίσεις, αλλά σίγουρα η έννοια της ισοπαλίας ήταν κάτι που καταλάβαινα ακόμη λιγότερο. Ποιο το νόημα ενός ματς, αν δεν κερδίζει ο ένας από τους δύο αντιπάλους;

Δεν χρειάστηκε να ζαλίσω το αθώο μυαλουδάκι μου για πολλή ώρα με τέτοια ερωτήματα. Οκτώ λεπτά αργότερο ο Πάολο Ρόσι σκοράρει για τρίτη φορά, αποδεικνύοντας ότι αυτός είναι ο πραγματικός Superman. Ταυτόχρονα μου προκαλεί τα εξής δύο: α. Μια αιώνια απέχθεια για τους Βραζιλιάνους, αυτούς που μέχρι τότε θεωρούσα Θεούς για να ανακαλύψω ότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα μάτσο φανφαρόνων, ντυμμένων με κιτς στολές που όλη την ώρα κάνουν άσκοπές ντρίμπλες. β. Έναν αιώνιο έρωτα για τον θεσμό του Μουντιάλ. Θα έβλεπα όλα τα ματς στη συνέχεια...

(Στο επόμενο: Το μουστάκι του Γιόζεφ Μλίναρτζικ)


Στον ωκεανό του Richard Hawley

Το "As The Dawn Breaks" είναι ένα αργόσυρτο κομμάτι που όσο πιο αδύναμα ερμηνεύεται, τόσο πιο δυνατό κάνει το μήνυμά του. Ήταν το κομμάτι με το οποίο ξεκίνησε την συναυλία του Σαββάτου στο Fuzz ο Ρίτσαρντ Χόλεϊ. Κάποιοι δεν έπιασαν το μήνυμα. Περίμεναν ως το τέλος, μιάμιση ώρα μετά να ακούσουν το "Tonight The Streets Are Ours". Που δεν ήλθε ποτέ. Κάποιοι έπιασαν το μήνυμα, αλλά δεν ήταν ακριβώς σίγουροι. Όταν όμως άκουσαν τις πρώτες νότες του "Ashes On The Fire", του δεύτερου κομματιού της setlist του παλιακού κρούνερ -επίσης τόσο αργού και γλυκού που άφηνε το σφύριγμα από τον εξαερισμό που δέσποζε πάνω από το Έβερεστ του Fuzz να κυριαρχεί στις θέσεις των ορθίων στο υψόμετρο (ο κάτω χώρος είχε διαμορφωθεί δια καθήμενους)- δεν είχαν καμμία επιλογή από το να αφεθούν στην διάθεση του Χόλεϊ, να χαλαρώσουν, να απολαύσουν το ποτάκι που είχαν στο δεξί τους χέρι και με το αριστερό να χαϊδέψουν λίγο παραπάνω τα μαλλιά της/του συντρόφου τους.

Ναι, ήταν μια συναυλία για ζεύγη. Μπροστά μου ένα πανύψηλο αντρόγυνο μοιράζεται ένα τσιγάρο, αριστερά μου μια κοπέλλα που μιλάει αγγλικά κι ένας τύπος που προσπαθεί να μιλήσει αγγλικά παρασύρονται από την όλη γλύκα που μοιράζει ο Χόλεϊ και τα φτιάχνουν -εκεί στο υψίπεδο του Fuzz- πιο πέρα δύο μαυροφορεμένα αγόρια κρατιούνται από το χέρι και συγχρονίζουν ένα ανεπαίσθητο κούνημα των γοφών με τις νότες του "Coles Corner" και του "For Your Lover, Give Some Time". Κι εγώ ψάχνω κάτι στην τσέπη του φαρδιού τζιν που φοράει η συντροφιά μου, και χώνω τη μύτη στο Pantene των μαλλιών της.

O Mr. Arkadin μετά το τέλος της συναυλίας μου λέει: «Ωραία, πάω ν΄ακούσω το "Lady's Bridge" τώρα, να ξεκαυλώσω», δεν προλαβαίνουμε να πούμε περισσότερα, δύο μέρες μετά, στο MSN, μου εξηγεί ότι η συναυλία του άρεσε πολύ. «Πρώτη φορά που με κράτησε κάποιος που δεν ήξερα ούτε ένα τραγούδι του», μου λέει. Ναι, ο Ρίτσαρντ Χόλεϊ δεν ήλθε για να ικανοποιήσει τους πρόσκαιρους φαν που τού χάρισε η επιτυχία του "Lady's Bridge" και κυρίως εκείνου του πανέμορφου, χορευτικού χιτ που του έδωσε το "Tonight The Streets Are Ours". Όχι, ήλθε με διάθεση "Truelove's Gutter", γλυκερά σκοτεινή, για ένα τσιγάρο ακόμη, για να χαϊδολογήσει τις πανέμορφες κιθάρες του. Και του παραδοθήκαμε όλοι αγόγγυστα, στον υπέροχο ωκεανό του (φρόντισε, βέβαια, να κλείσει το encore και την συναυλία με το καταπληκτικό "The Ocean"), και με το τελικό κέρδος ότι φύγαμε από το Fuzz κατά τα μεσάνυκτα αισθανόμενοι καλύτεροι άνθρωποι, πιο ελαφρείς και κάπως ερωτευμένοι...

22 Φεβ 2010

Τι άλλο πρέπει να συγχωνευθεί μετά την Ολυμπιακή και την Aegean

Πριν από μία ώρα ανακοινώθηκε η κατ' αρχήν (ΑΥΤΗ είναι η σωστή χρήση του «κατ' αρχήν») συμφωνία μεταξύ της Ολυμπιακής και της Aegean. Τέλεια. Ήταν η κατάλληλη στιγμή. Έπηζα στο γραφείο και χρειαζόμουν ένα διάλειμμα. Η δράση μεταφέρθηκε στο Twitter:

Νέες πιθανές συγχωνεύσεις που θα βελτιώσουν την ελληνική επιχειρηματικότητα:

Τερκενλής και Γαλυφιανάκης
Athens Voice με Lifo
Veto με Πρώτο Θέμα (by ggsuss)
Zougla με Troktiko (by tgeorgakopoulos)
Τζούλια με Σάσα (by tgeorgakopoulos)
Αλβανός με τουρίστα (by Ovelikios)
ΠΑΟ και ΠΑΟΚ - με νέο όνομα "ΜΠΑΟ"
Λίλυ Άλεν και Μαρίνα (the Diamonds)
Rockwave με Scorpions
Καραμανλής με τανκς (by tgeorgakopoulos)
Μάριος Φραγκούλης με Gummy Bear (by Ovelikios)
Ο Βαζαίος Γιαννούλης με τον Ρήγα Αποστόλου
Η χαίτη με την κορδέλα του Πάμπλο Γκαρσία
Ο Homo Ludens με τον Mr. Arkadin (by ggsuss)

18 Φεβ 2010

lkrory21 τι μου θύμισες τώρα...



O lkrory21 ήταν κι αυτός σ' εκείνη τη συναυλία στο ΣΕΦ. Το συζητήσαμε σε ένα chat πριν λίγο. Βρήκε αυτό. Μου το χάρισε. Θα τον ευγνομωνώ για πάντα...

(Σ' αυτούς τους χαλεπούς καιρούς της επιτήρησης, λειτουργεί και σαν επαναστατικός λόγος. Fuck You!)

Ροναλντίνιο, Μακούν, Γιόβετιτς, Φαμπιάνσκι

Το Σάπιον Λινκ δεν έχει κανένα νόημα πριν μπει ο Φεβρουάρης. Ειδικά άμα δεν έχεις Νόβα. Γιατί α. είσαι αναγκασμένος να βλέπεις τις ελληνικές ομάδες να καταστρέφουν το ποδόσφαιρο από τις 21:45 ως τις 23:30 και β. οι καλές από τις ξένες δεν έχουν ακόμη πάρει φόρα και κυρίως δεν παθαίνουν τον περίφημο σεληνιασμό τους που μόνο οι νοκ άουτ αγώνες μπορούν να τους προκαλέσουν. Ως εκ τούτου, αρνούμαι να χαλάω τις μεσοβδόμαδες εξόδους μου για να κλείνομαι σπίτι με παχυντικά, βύντρες και μποζινταρμπάντοβιτς.

Αλλά όταν ξεκινάει η φάση των 16 είμαι εκεί, στημμένος μπροστά στην οθόνη και συντονισμένος με την αύρα του Κώστα Βερνίκου από νωρίς.

Χθες και προχθές, μάλιστα, πέρασα καταπληκτικά -αν και άρρωστος. 6 από τις πιο αγαπημένες μου ποδοσφαιρικές φιγούρες της τελευταίας πενταετίας κλήθηκαν να βοηθήσουν τις ομάδες τους να προκριθούν στα προημιτελικά. Ο Μπάστιαν Σβαϊνστάιγκερ ήταν -τι άλλο;- ο καλλίτερος παίκτης της Μπάγερν, οπότε δεν χρειάζεται ν' ασχοληθώ άλλο μαζί του. Για άλλη μια φορά έκανε τη δουλειά του. Ονειρεύομαι να τον δω να σηκώνει το τρόπαιο στη Μαδρίτη. Ο Χουάν Βάργκας, αυτός ο σκατόφατσας Περουβιανός που όσος λαιμός του λείπει το έχει, πολλαπλασιασμένο επί πέντε, σε γελοίο γράσο μαλλί, έμοιαζε να βρίσκεται σε κακή μέρα για τη Φιορεντίνα. Αλλά απλώς είχε αυτό το ρόλο. Δεν έπαιζε στα πλάγια, αλλά στο κέντρο και με πολλά ανασταλτικά καθήκοντα, ήταν λογικά έξω από τα νερά του, αλλά έκανε την άχαρη δουλειά που ήθελε ο προπονητής του. Και μ' αυτόν θα ασχοληθούμε όταν θα έλθει ο καιρός του. Που προβλέπω ότι θα είναι σε 2 εβδομάδες, στο Αρτέμιο Φράνκι, στη ρεβάνς του χθεσινού ματς...

Από Φιορεντίνα, θα ασχοληθώ με τον Γιόβετιτς. Που στο Προ δεν τον πολυχρησιμοποιώ, γιατί παίζω ένα αργό, αμυντικό ποδόσφαιρο με γιόμες -και η σπιρτάδα του Σβέταν δεν με βοηθάει ιδιαιτέρως. Επίσης, γιατί προτιμώ να βάζω τον Μούτου πίσω από τον Τζίλα, να σουτάρει έξω από την περιοχή καραβολίδες στο γάμμα. Αλλά από χθες αλλάζω γνώμη. Κυρίως λόγω μαλλιού. Που μου κάνει σε ιστορικό μπασίστα γραφικού μέταλ συγκροτήματος των '80s. Των Τwisted Sister ίσως ή των Celtic Frost της σύντομης glam περιόδου τους. Και, βέβαια, επειδή στην αγαπημένη μου ομάδα όλων των εποχών, τη μεγάλη Βιόλα του Φιέζολε, αυτό που λείπει πιο πολύ είναι η ποδοσφαιρική μαγεία. Που μόνο ο Γιόβετιτς μοιάζει να μπορεί να της χαρίσει.

Ο Ροναλντίνιο πάλι δεν έπαψε ποτέ να είναι μάγος. Ταχυδακτυλουργός μάλλον. Μόνο που κάποια στιγμή τα κόλπα του γίνονταν δύο ταχύτητες πίσω από το απαιτούμενο. Ίσως να 'φταιγαν τα ουζάκια με το Ρέμο στη Μύκονο. Στη Μίλαν ο Ροναλντίνιος βρίσκει σιγά-σιγά το φυσικό του περιβάλλον. Ανάμεσα σ' ένα τσούρμο γέρους του Μωριά που δεν αντέχουν να παίξουν σοβαρή μπάλα πάνω από μισή ώρα, ο μπιροκοιλιάς Βραζιλιάνος μοιάζει με μαραθωνοδρόμο. Στο ματς με τη μισητή Μάντσεστερ ήταν επί εξήντα ολόκληρα λεπτά ο καλλίτερος παίκτης του γηπέδου. Τι κρίμα που οι αγώνες ποδοσφαίρου διαρκούν ενενήντα. Για τη ρεβάνς στο Ολντ Τράφορντ έχω να προτείνω στον Λεονάρδο την εξής τακτική: Όλοι οι γέροι στην αρχική σύνθεση, πολύ καλό ζέσταμα, τα δίνουν όλα από το 1ο λεπτό μέχρι το 20, προηγούνται με 3-0 και μετά κάθονται και οι 11 μέσα στην περιοχή τους και αποκρούουν τη μπάλα, όσο αντέξουν. Ακόμη κι αν πεθάνουν πάνω από 3, που μπορούν να αντικατασταθούν με αλλαγές, ο χρόνος που θα απομένει στο σερ Άλεξ δεν θα φτάσει για την ανατροπή.

Στον Ζαν Μακούν μόνο respect. Φοράει το νούμερο το Βιβιέν Φοέ μέσα στο Ζερλάν και σκοράρει κόντρα στο περιπλανώμενο τσίρκο της Ρεάλ. Στο Μουντιάλ θέλω μεγάλη πορεία του Καμερούν με τον Μακούν, που κάνει και ομοιοκαταληξία, μπροστάρη. Ολλανδία, Δανία και Ιαπωνία είναι ομάδες για να τους μαζέψεις τουλάχιστον 5 ποντάκια στον όμιλο.

Κλείνω με Λούκας Φαμπιάνσκι. Ο Μαραγκώνιας έλεγε χθες ότι ο Λούκας είναι καλός γκολκίπερ. Εγώ όσες φορές τον έχω δει έχω καταλήξει ότι είναι χαζός. Από χθες συμφωνεί μαζί μου όλη η υφήλιος. Ειδικά το βλέμμα του, αυτό το κενό σκέψεων και ευθύνης βλέμμα, μετά το 2ο γκολ που χάρισε στην Πόρτο τα είπε όλα. Το ακόμη πιο απολαυστικό με τον Φαμπιάνσκι είναι ότι έγινε απο χθες και ο νέος αγαπημένος στόχος του Αλέξανδρου Θεοφιλόπουλου.

Κατά τ' άλλα, δεν είμαι ο πλέον αρμόδιος να γράφω για μπάλα. Γι' αυτό καλά θα κάνεις ν' αρχίσεις να διαβάζεις αυτό εδώ το επικό blog (MatheBalitsaApoTousArxontes).